Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

ΠΙΚΡΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΙΣ















         «Ἡ τραγική» τῆς συναντήσεως.

 Περίλυπος εἶναι ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου.
Βραδυάζει καί τό σκοτάδι ἁπλώνεται γύρω
μου καί στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μου.

Πολλές οἱ θλίψεις τοῦ δούλου Σου, Κύριε.
Σύ, ὡς καρδιογνώστης, γνωρίζεις καλά,
πώς ἐξ οἰκείων τά βέλη, βαθειές οἱ πληγές...
Μεγάλη ἡ πίκρα νά διαπιστώνῃς,
πώς οἱ κόποι σου πᾶνε χαμένοι,
πώς ἄδικα ἀγωνίζεσαι.

Ὁ ἐχθρός μέ πειράζει καί, ἀνάλγητα,
μέ θλίβει. Εἶν’ ἀβάσταχτος ὁ πόνος.
Εἶν’  ἕτοιμο νά σβύσῃ τό λιχνάρι μου.

Κύριε πρός Σέ καταφεύγω. Ποῦ ἀλλοῦ;
Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχω καί
δέν θέλω νά ἔχω ἄλλον κανέναν,Κύριε.

Ἰησοῦ μου, φώτισε τά σκοτάδια μου.
Βρόντησε, ἄστραψε ἐντός μου.
Συγκλόνισε τό εἶναι μου.
Βοήθησε τά λάθη μου νά βρῶ καί,
μέ τή Χάρι Σου, νά τά διορθώσω.
Κύριε, μή βραδύνῃς, μή ἀργοπορῇς.
«Ἔρχου ταχύ. Ναί ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ».
Φανερώσου καί «παῦσον ἀφ’ ἡμῶν
Τόν ὀδυρμόν τῶν δακρύων».

Εἶναι πικρή ἡ διαπίστωσις
ὅτι ἡ συνάντησις  μεταξύ μας
δέν εἶναι «λυρική», ἀλλά,
 δυστυχῶς,  εἶναι «τραγική».

Καί ὅταν διαπιστώνῃς ὅτι ἄλλος
εἶναι «ὀ φαινότυπος» καί ἄλλος
«ὁ γονότυπος», μέ στοναχές καί
δάκρυα, εἶν’ ἀνθρώπινο, Θεέ μου,
 σιγοψιθυρίζεις:

«Εἰς μάτην ἐκοπίασα· εἰς μάτην
ἐξήντλησα τάς δυνάμεις μου; Λοιπόν,
τό δίκαιόν μου, ἡ κρίσις μου παρά Κυρίῳ
ἐναποθέτω τήν ψυχή μου στόν Κύριο καί
ὁ πόνος μου, ἡ θλίψις μου εἶναι ἐνώπιον
τοῦ Θεοῦ μου» (Ἡσ. 49,4).





ΤΙΜΙΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ Ἤ ΣΤΑΥΡΩΤΕΣ;




Θά  ἔλθῃ σύντομα ὁ Κύριος τοῦ ἀμπελῶνος


Ἐργάτες εἴμαστε στόν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου.

Καί δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε, πώς δέν εἶναι

ξέφραγο τἀμπέλι. Ἔχει ἀφεντικό.

Κύριος τοῦ ἀμπελῶνος εἶν’ ὁ Χριστός.

Καί βλέπει τίς καρδιές. Αὐτός εἶναι « ἐτάζων  καρδίας καί νεφρούς ὁ Θεός» (Ψαλμ. 7, 10).



Ποιός μπορεῖ νά κρυφτῇ ἀπό τόν Ὀφθαλμόν «ὅς τά πάνθ’ ὁρᾷ»;
«Οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανής ἐνώπιον αὐτοῦ,
πάντα δέ γυμνά καί τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς
αὐτοῦ, ὅλοι σ’  Αὐτόν θά λογοδοτήσουμε (Ἑβρ. δ΄ 13).



Εἶναι πλάνη νά νομίζει κανείς πώς θά ξεφύγῃ
ἀπό τήν προσοχή Του, καί τήν προστασία Του.
Ἐπιβλέπει, ἐπισκοπεῖ, ἐπισκέπτεται, κρίνει δίκαια,
ἐπεμβαίνει. «Αὐτῷ μέλει περί ἡμῶν» (Α΄ Πέτρ. ε΄7).
Φροντίζει τόν ἀμπελῶνα Του. Ὅλα τά βλέπει.
Ὅλα τά ἀκούει. Καί σέ ὅλα δίδει δίκαιες
ἀπαντήσεις καί σωστές. Εἶναι Δικαιοκρίτης.
Ἀποδίδει στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του
( Ματθ. ιστ΄ 27.  Ρωμ. β΄ 6. Ἀποκ.κβ΄ 12).Καί δέν ἄργεῖ.

«Οὐ βραδύνει ὁ Κύριος τῆς ἐπαγγελίας, ἀλλά μακροθυμεῖ εἰς ἡμᾶς, μή βουλόμενός τινας ἀπολέσθαι, ἀλλά πάντας εἰς μετάνοιαν χωρῆσαι» (Β΄ Πέτρ. γ΄ 9). Ὁ Κύριος λέγει:

«Ἐγώ εἰμι ὁ ἐρευνῶν νεφρούς καί καρδίας, καί δώσω ἑκάστῳ κατά τά ἔργα ὑμῶν» (Ἀποκ. β΄ 23). «Καί τίς δύναται σταθῆναι;» (Ἀποκ. στ΄ 17).

Εἴμαστε, ἀλήθεια, καλοί, φιλότιμοι, ἔντιμοι, εἰλικρινεῖς  ἐργάτες τοῦ ἀμπελῶνος;

Εἴμαστε ἕτοιμοι νά ἀποδώσουμε στόν Κύριο
τούς καρπούς στόν κατάλληλο καιρό;

Μήπως εἴμαστε χειρότεροι ἀπό τούς κακούς γεωργούς τῆς Παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου; (Ματθ. κα΄ 33-42).

Μήπως δέν προσέχουμε καί, χωρίς ντροπή,
Σταυρώνουμε τό Χριστό καί τούς ελαχίστους
ἀδελφούς Του;

 Μήπως  νομίζουμε πώς μέ τόν φόνον αὐτόν προσφέρουμε  λατρείαν εἰς τόν Θεόν; (πρβλ. Ματθ. ιστ΄ 2).

Εἶναι καιρός νά προσέξουμε καί, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐπιστρέψουμε κοντά στόν Κύριο τοῦ ἀμπελῶνος, πρίν νά εἶν’ ἀργά, προσφέροντας σ’ Αὐτόν  καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας. Ὁ Κύριος ἔρχεται ταχύ.

«Ἰδού ἔρχεται μετά τῶν νεφελῶν, καί ὄψεται Αὐτόν πᾶς ὀφθαλμός καί οἴτινες Αὐτόν ἐξεκέντησαν, καί κόψονται ἐπ’ Αὐτόν πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς. Ναι, ἀμήν» (Ἀποκ. α΄7).





Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

ΠΡΟΤΥΠΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ

Οἱ τρισμέγιστοι φωστῆρες
τῆς τρισηλίου Θεότητος.







   Τό μῆνα Ἰανουάριο ἑορτάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τή μνήμη τῶν Ἁγίων μεγάλων Ἱεραρχῶν καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων
χωριστά:
Βασιλείου τοῦ Μεγάλου (1η Ἰανουαρίου), 
Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου (25η Ἰανουαρίου)
καί τήν ἀνακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (27η Ἰανουαρίου).
Ὥρισε ὅμως ἡ Ἐκκλησία μας καί κοινήν ἑορτήν
τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, τήν 30ην Ἰανουαρίου.
   Ἡ αἰτία τῆς, πρό  τοῦ ἔτους 1100 μ.Χ. ἐπί Βασιλείας Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, καθιερώσεως τῆς κοινῆς Ἑορτῆς ὑπῆρξε ἡ τότε  ἀμφισβήτησις καί  φιλονικία μεταξύ τῶν λογίων καί ἐναρέτων ἀνδρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι προτιμοῦσαν τόν Μ.
Βασίλειον καί ἐκήρυττον ὅτι ὑπερέχει τῶν ἄλλων, ἄλλοι τόν Γρηγόριον καί ἄλλοι τόν Χρυσόστομον καί ἐμάχοντο μεταξύ τους.
Γιά νά γνωρίζονται μεταξύ τους, νά διακρίνωνται χρησιμοποιοῦσαν τά ὀνόματα τῶν Ἁγίων καί οἱ μέν ἐλέγοντο Βασιλεῖται, οἱ δέ Γρηγορεῖται, οἱ δέ Ἰωαννῖται. Αὐτή ἡ φιλονικία  διήρεσε τήν Ἐκκλησία καί δυσηρέστησε πρῶτα ἀπό ὅλους τούς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀφιερώσει τή ζωή τους στό Χριστό καί ἔδωσαν μάχες ὑπέρ τῆς ἀληθείας καί ὑπέρ τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας πρός ἐκπλήρωσιν τοῦ πόθου τοῦ Κυρίου «ἵνα οἱ πάντες ἕν ὦσιν», γιά νά εἶναι ἑνωμένοι οἱ πάντες  μέ τόν Χριστόν καί μεταξύ τους εἰς ἕν, ὅπως ἑνωμένοι εἰς ἕν εἶναι ἡ Ἁγία Τριάς καί ὅπως ἑνωμένοι μεταξύ τους ἦσαν οἱ τρεῖς Ἱεράρχες.
   Σκοπός τῆς καθιερώσεως τῆς κοινῆς Ἑορτῆς
ἦταν νά παύσῃ ἡ ἀμφισβήτησις καί ἡ φιλονικία μεταξύ τῶν Χριστιανῶν καί νά βασιλεύσῃ  ἡ ἐν Χριστῷ  ὁμόνοια, «ἵνα  ὦσιν πάντες οἱ πιστοί  κατηρτισμένοι  ἐν τῷ αὐτῷ νοΐ  καί τῇ αὐτῇ γνώμῃ» (Α΄Κορινθ. α΄ 10).
   Οἱ τρισμέγιστοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος, Βασίλειος ὁ Μέγας, «ὁ ἔνθεος νοῦς», Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «ἡ θεία φωνή», καί ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «ὁ παγκόσμιος λαμπτήρ», ὑπῆρξαν οἱ ἐξοχώτερες μορφές τῆς Χριστιανοσύνης, κορυφαῖοι Πατέρες καί Διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης, μαρτυρικοί Ὁμολογηταί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἀνεδείχθησαν πατέρες θεοφόροι, πρόμαχοι τοῦ θείου  λόγου, ἀστείρευτοι Ποταμοί τοῦ Πνεύματος, ἱεροί μῦστες καί θεραπευτές τῆς ἀληθοῦς ἐπιστήμης. Ψυχές καθαρές, οἱ Ἅγιοι, ἐφλέγοντο ἀπό τόν πόθο τῆς ἑνώσεώς τους μέ τόν Θεόν, διέπρεψαν στίς ἀρετές, ἀνέβησαν σέ ὕψος θείας ἀναβάσεως καί κατώρθωσαν, μέ τήν «κατ' ἐπίγνωσιν» πίστιν τους καί τήν τελείαν ἀγάπη τους στόν Χριστό, νά κατοπτεύσουν τά ἀπόρρητα καί θεῖα μυστήρια τοῦ Θεοῦ, νά τά διακηρύξουν σέ ὅλον τόν κόσμον καί νά γίνουν οἱ σοφώτεροι κήρυκες τῆς εὐσεβείας.
    ταξαν ὡς σκοπόν τῆς ζωῆς τους νά ὑπηρετήσουν σωστά τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, σάν λειτουργοί τοῦ Ὑψίστου. Ἀφιέρωσαν  ὅλη τή ζωή τους  στόν Χριστό, τήν Ἐκκλησία καί τήν ἐπιστήμη. Προκειμένου νά θέσουν τόν ἑαυτό τους στήν ὑπηρεσία τοῦ Εὐαγγελίου, ἐπεδίωξαν καί  πέτυχαν νά γίνουν κάτοχοι ὅλων τῶν γενικῶν γνώσεων τῆς ἐποχῆς τους, κυρίως δέ τῆς Ἑλληνικῆς σοφίας, γιά νά μποροῦν καλλίτερα νά κηρύττουν στόν κόσμο τίς μεγάλες, τίς αἰώνιες καί ἀκατάλυτες Θρησκευτικές καί ἠθικές Ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. 
    Ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, γιά τόν ἐπιστήθιο φίλο του, τόν Μέγαν Βασίλειον λέγει ὅτι Οὗτος
«πᾶσι νόμος ἦν ἀρετῆς» καί συγχρόνως ὅτι τοῦ Βασιλείου «βίος ἦν ὁ λόγος». «Μείζω μέν τῆς ἡλικίας τήν παίδευσιν, μείζω δέ τῆς παιδεύσεως τήν τοῦ ἤθους πῆξιν ἐπιδεικνύμενος· ῥήτωρ ἐν ῥήτορσι, καί πρό τῶν σοφιστικῶν θρόνων· φιλόσοφος ἐν φιλοσόφοις, καί πρό τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ δογμάτων· τό μέγιστον, ἱερεύς ἐν χριστιανοῖς, καί πρό τῆς ἱερωσύνης· τοσοῦτον ἦν αὐτῷ τό παρά πάντων συγκεχωρημένον ἐν ἅπασιν». «Τοῦ δέ κάλλος μέν, ἡ ἀρετή· μέγεθος δέ, ἡ Θεολογία· δρόμος δέ, τό ἀεικίνητον, καί μέχρι Θεοῦ φέρον ταῖς ἀναβάσεσι· δύναμις δέ, ἡ τοῦ λόγου σπορά καί διάδοσις» (Migne P.G. 36, 496, 493, κλπ.).
   Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «τό γρήγορον ὅμμα τῆς χάριτος», τό πάνσοφον  στόμα τοῦ Πνεύματος», «ὁ λαμπρός φωστήρ τῆς Οἰκουμένης», ὑπῆρξε «τό πανθαύμαστον κάλλος τῆς Ὀρθοδοξίας», ὅπως ψάλλει ὁ ἱερός
ὑμνῳδός.



Ἐθεωρεῖτο ἀπό τό
Μέγα Βασίλειο ὡς πλέον ἄξιος  καί κατάλληλος νά ὑπηρετήσῃ τό ἱερόν
Θυσιαστήριον. 
«Οὐδείς οὖν ἐδόκει Βασιλείῳ χρησιμότερος τοῦ Γρηγορίου, καί ἰσχυρότερος ἐπισκοπῆς καινουργηθείσης ἀντιλαβέσθαι» (Γρηγ. Πρεσβυτέρου, Βίος Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ).
  Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀνεδείχθη ἐπίσης «οὐράνιος νοῦς, τῆς Ἐκκλησίας τό στήριγμα,




χελιδών ἡ εὔλαλος καί πολύφωνος, τῶν ἀρετῶν
τό θησαύρισμα, ἐπίγειος Ἄγγελος καί οὐράνιος ἄνθρωπος τῶν πιστῶν ὑπογραμμός». Οἱ δέ λόγοι του εἶναι στ' ἀλήθεια «κανών τῶν ὀρθῶν δογμάτων, πυξίς δέ καί νόμος τοῦ ἐν Χριστῷ ἁγνοῦ βίου».
    Τά τρία αὐτά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ παραδείσου, τά πάγχρυσα αὐτά στόματα τοῦ Λόγου, εἶναι πρότυπα ἁγιότητος. Εἶναι ὑποδείγματα ἄριστα Ὀρθοδόξου Πίστεως, θυσιαστικῆς Ἀγάπης καί γενικῶς πάσης χριστιανικῆς Ἀρετῆς, ὄχι μόνον γιά κάθε λειτουργό τοῦ Ὑψίστου, ἀλλά καί γιά κάθε πιστό.
    Οἱ λόγοι τους συνιστῶνται «ὡς ἀριστουργήματα ἐκκλησιαστικῆς ρητορικῆς καί εὐγλωττίας καί ὡς ἄριστα πρότυπα εἰς τούς ἐκκλησιαστικούς ρήτορας». Εἶναι πραγματικοί θησαυροί για κάθε πιστό.
      λη τους ἡ ζωή ὑπῆρξε ὑποδειγματική, ζωή ἁγία, ζωή δράσεως ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. «Ἐμάχοντο ὑπέρ τῆς ἀληθείας ἄχρι θανάτου», καί δέν ἔκλιναν τό γόνυ τους μπροστά σέ κανέναν, παρά μονάχα μπροστά στό Χριστό. Δέν ἔκαναν συμβιβασμούς μέ τόν κόσμο καί δέν πρόδωσαν ποτέ τίς Ἀρχές τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν φοβήθηκαν μή χάσουν τή θέσι τους καί ὅσες φορές βρέθηκαν ἀντιμέτωποι μέ τό θάνατο, διεκήρυξαν μέ στεντορία φωνή τήν πίστι τους καί τήν ἀφοσίωσί τους στό Χριστό καί στίς αἰώνιες ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου Του.
Διεκήρυττον ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, τό φῶς πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ὅτι ὁ Χριστός καί μόνον Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή». Ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ὁ Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Διότι Αὐτός σταυρώθηκε γιά μᾶς.

     καθένας ἀπό μᾶς ὀφείλει νά σταθῇ εὐλαβικά μπροστά στούς φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τούς γνήσιους μιμητάς τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου. Καί εἶναι καιρός νά μελετήσουμε τή ζωή καί τά θεόπνευστα ἔργα καί τῶν τριῶν Ἁγίων καί ἐνσυνείδητα νά ἐλέγξουμε τόν ἑαυτόν μας. Εἶναι καιρός νά μιμηθοῦμε τή ζωή καί τά ἔργα τους.
      Εἶναι δέ ἐκτός πάσης ἀμφιβολίας ὅτι οἱ τρισμέγιστοι φωστῆρες, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἔφθασαν στήν κορυφή τῆς χριστιανικῆς τελειώσεως. Οἱ τρεῖς Ἅγιοι μᾶς διδάσκουν «ἔργῳ καί λόγῳ» ὅτι πάντα τά γήϊνα, τά κοσμικά εἶναι πρόσκαιρα καί φθαρτά. Καί ὅπως λέγει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος «Νύξ ἦν πάντα ἐκεῖνα καί ὄναρ, καί ἡμέρας γενομένης, ἠφανίσθη·  ἄνθη ἦν ἐαρινά, καί, παρελθόντος τοῦ ἔαρος, ἅπαντα κατεμαράνθη· σκιά ἦν, καί παρέδραμεν· καπνός ἦν, καί διελύθη· πομφόλυγες ἦσαν, καί διερράγησαν· ἀράχνη ἦν, καί διεσπάσθη»(Λόγος εἰς Εὐτρόπιον).
    Ὁ Μέγας Βασίλειος μᾶς προτρέπει νά ξεχωρίσουμε τά φθαρτά ἀπό τά ἄφθαρτα, νά καταβάλουμε κάθε προσπάθεια γιά τήν ἐπιμέλεια  καί τήν τελείωσι τῆς ψυχῆς: «Πρόσεχε σεαυτῷ, τοὐτέστι· πανταχόθεν σεαυτόν περισκόπει, ἀκοίμητον ἔχε πρός τήν σεαυτοῦ φυλακήν τό τῆς ψυχῆς ὅμμα· ἐν μέσῳ παγίδων διαβαίνεις, κεκρυμμένοι βρόχοι παρά τοῦ ἐχθροῦ πολλαχόθεν
καταπεπήγασι... Μή τῇ σαρκί πρόσεχε... ἀλλά πρόσεχε σεαυτῷ, τοὐτέστι τῇ ψυχῇ σου... Πρόσεχε οὖν σεαυτῷ· μήτε τοῖς θνητοῖς ὡς ἀϊδίοις ἐναπομείνῃς, μήτε τῶν ἀϊδίων ὡς παρερχομένων καταφρονήσῃς... Ὑπερόρα σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελοῦ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου» (Μεγ. Βασιλείου, Ὁμιλία εἰς τό «Πρόσεχε σεαυτῷ», Migne, P.G. 31, 197c- 217b).
  τσι, χειραγωγούμενος ὑπό τῶν Ἁγίων αὐτῶν  Μεγάλων Πατέρων καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, ὁ πιστός θά εἰσέλθῃ εἰς τόν χῶρον τοῦ Πνεύματος καί θά ἀπολαμβάνῃ τήν Πατρική ἀγάπη καί ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἄπειρη ἀγάπη.
    ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ὁ θεολόγος, (λόγος 22,4) λέγει ὅτι ὁ Θεός μας, τόν ὁποῖον λατρεύουμε, εἶναι Ἀγάπη καί χαίρεται ἀκούων  τό ὄνομά Του αὐτό, περισσότερον ἀπό κάθε τί ἄλλο.
«Ἡμᾶς δέ εἴ τις ἐρωτήσειε, Τί τό τιμώμενον ὑμῖν καί προσκυνούμενον; πρόχειρον εἰπεῖν. Ἡ Ἀγάπη. Ὁ γάρ Θεός ἡμῶν ἀγάπη ἐστί. Ρῆσις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Καί τοῦτο χαίρει μᾶλλον ἀκούων  ἤ τι  ἄλλο ὁ Θεός».
  




Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΙΝΑ ΟΙ ΠΑΝΤΕΣ «ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ» ΕΝ ΩΣΙΝ


Ὁ    Χριστός ἑνώνει κι' ὁ Διάβολος χωρίζει.

Ἀγαπητά μου παιδιά,
Αισθάνομαι τήν ἀνάγκην νά σᾶς ἐξομολογηθῶ τήν ἀνησυχία μου. Νομίζω πώς δέν μπόρεσα νά σᾶς δώσω ἐπαρκῶς  νά καταλάβετε κάποιες ὀρθόδοξες χριστιανικές, βασικές ἀρχές καί πώς πρέπει νά σᾶς ζητήσω συγγνώμη καί νά σᾶς παρακαλέσω νά μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς τίς επαναλάβω, ὥστε, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, νά τίς ἐννοήσητε καλά.
Πιστεύομεν ὅτι μόνον ΕΝΑΣ εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός, ὁ Πατήρ ὁ Παντοκράτωρ ὁ Δημιουργός τοῦ Σύμπαντος.
Πιστεύομεν ἐπίσης ὅτι ΕΝΑΣ εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Χριστός, «ὁ δι' οὗ τά πάντα ἐγένετο» (Ἰωάν. α΄3),ὁ ὁποῖος ἔγινε ἐν χρόνῳ ἄνθρωπος, γιά τή σωτηρία μας.
Πιστεύομεν δέ καί εἰς τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον καί ἐν Υἱῷ ἀναπαυόμενον.
Διακηρύττομεν ἐπίσης ὅτι ΜΙΑ εἶναι ἡ Ἐκκλησία, τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό σύνολον τῶν ὀρθοδόξως εἰς Χριστόν πιστευόντων, μέ κεφαλήν τόν Κύριον, ΜΙΑ εἶναι ἡ ἁγία Τράπεζα, ΕΝΑ τό κοινόν Ποτήριον, ΜΙΑ ἡ Θεία Εὐχαριστία, ΜΙΑ ἡ Ὀρθόδοξη Θεία Λειτουργία, ΜΙΑ ἡ Ἱερωσύνη.
Εἶναι παραφροσύνη καί δέν ἐπιτρέπεται μερικοί νά ξεσχίζουν καί νά μοιράζουν τόν ἄρραφον Χιτῶνα τοῦ Χριστοῦ, νά χωρίζουν τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ σέ ξεχωριστές προσωπικές Ὁμάδες. Εἶναι παραφροσύνη νά διαιροῦν τήν Ἐκκλησίαν. Νά τή χωρίζουν σέ προσωπικούς ὁπαδούς ἤ Μαθητές ἤ δικά τους  πνευματικά παιδιά. Ὅλοι ἐμεῖς καί τά παιδιά μας ἀνήκουμε στό Χριστό. Κανείς δέν ἐπιτρέπεται νά ξεχωρίζει τόν ἑαυτό του ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καί νά θέλει νά προβάλῃ τόν ἑαυτόν του. Ὁ Χριστός ἑνώνει καί ὁ διάβολος χωρίζει. Ἡ διαίρεσις εἶναι σατανική ἐνέργεια, εἶναι Αἵρεσις.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, Κρατῶν ἐπί πίνακι τήν κεφαλήν αὐτοῦ, μᾶς διδάσκει τήν ἀρχήν: «Ἐκεῖνον (τόν Χριστόν) δεῖ αὐξάνειν, ἡμᾶς δέ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰωάν. γ΄ 30).



Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός εἶναι τό φῶς, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ὁ Χριστός καί μόνον Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄ 6). Εἷναι ὁ Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ κόσμου.
Ἐμεῖς τί εἴμαστε; Εἴμαστε «ἀχρεῖοι  δοῦλοι», ὑπηρέτες, ἀπεσταλμένοι τοῦ Χριστοῦ, ταγμένοι στό ἔργον τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου(πρβλ. Λουκ. ιζ΄10). Κι' αὐτό εἶναι μαγάλη τιμή γιά μᾶς.  Ὀφείλουμε δέ νά Τόν δοξάζουμε καί ὅχι νά χωρίζουμε τήν Ἐκκλησία σέ διάφορες  αἱρετικές Ὁμάδες( τοῦ Ἀπολλώ, τοῦ Κηφᾶ, τοῦ Παύλου, Παπικοί, Λουθηρανοί  κ. ἄ.).
Ὁ Απόστολος Παῦλος παρακαλεῖ τούς Κορινθίους καί ὅλους ἐμᾶς νά μή ὑπάρχουν σχίσματα μεταξύ μας, ἀλλά νά εἴμαστε ἁρμονικά ἑνωμένοι μεταξύ μας, μέ τά αὐτά φρονήματα, «ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καί ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ» (Α΄Κορινθ. α΄ 10). Συνιστᾶ νά παύσουν οἱ ἔριδες, οἱ φιλονικίες μεταξύ μας. Καί συνεχίζει ὁ Παῦλος: «Λέγω δέ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· ἐγώ μέν εἰμι Παύλου, ἐγώ δέ Ἀπολλώ, ἐγώ δέ Κηφᾶ, ἐγώ δέ Χριστοῦ. Μεμέρισται ὁ Χριστός;(Ἐκομματιάσθη λοιπόν ὁ Χριστός;) Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν;...» (Α΄ Κορινθ. α΄ 11ἑξ.).
Ὅλοι μας , ἀδελφοί μου, ἀνήκουμε στό Χριστό. Αὐτός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Καί ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του εἰς ἕν, νά Τόν λατρεύουμε «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» (Ἰωάν. δ΄ 23-24), καί νά Τόν δοξάζουμε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας. Διότι σ' Αὐτόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
«Τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καί λούσαντι ἡμᾶς ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ, καί ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλείαν, ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί πατρί αὐτοῦ, αὐτῷ (Ἀποκ. α΄ 5-6), «τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμή καί δόξα εἰς  τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Α΄Τιμόθ. α΄17).
   




Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

ΔΕΙΝΟΝ , Η ΔΙΑΨΕΥΣΙΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ.





Ποτέ δέν περίμενα μιά τέτοια
ἀντιμετώπισι ἀπό σένα, ἄνθρωπέ μου.

Στήν ἀνοδική πορεία, στενή καί
τεθλιμμενη ἡ ὁδός.
Χρέος τοῦ καθ' ἑνός μας ἡ σπορά
τοῦ θείου λόγου, μέ χαρά,
προσμένοντας τοῦ θερισμοῦ τήν ὥρα.
Πιστεύεις και συνεχίζεις τή σπορά
 καί περιμένεις «ἐν ὑπομονῇ πολλῇ».






















Ἔσπειρα κι' ἐγώ τό σπόρο
τῆς γνήσιας ἀγάπης.
Ἕνα μέρος τοῦ  σπόρου, δυστυχῶς,
ἔπεσε σ' ἄγονη γῆ... Τί κρῖμα!
Κι' ὁ σπόρος ξεράθηκε,
διά τό μή ἔχειν ἰκμάδα (Λουκ. η΄6).

Ἔσπειρα τό σπόρο τῆς γνήσιας ἀγάπης
 καί θέρισα λύπη, ἀπογοήτευσι, καρπούς
ὑποκρισίας, πέτρινης καρδιᾶς.
Τοῦ θανάτου τά δεινά, δέν εἶναι τόσο
ὀδυνηρά, ὅσο ἡ διάψευσι τῆς ἀγάπης.

Ἐάν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας...
ἄς τό ὁμολογήσῃ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ,
ἐάν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας,
ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφ' ἡμᾶς,
ἀσφαλῶς θά μᾶς καταβρόχθιζαν οἱ ἐχθροί,
σάν ἄγρια θηρία, ἀσφαλῶς ὡς ὕδωρ θά
πλημμύριζαν αὐτοί καί θά μᾶς ἔπνιγαν.
Χείμαρρον διῆλθεν καί διέρχεται ἡ ψυχή μας.
Ἀλλά ὁ Θεός εἶναι μαζί μας. Ἄς ἔχῃ δόξα ὁ
Κύριος, ὁ Λυτρωτής τῶν ψυχῶν καί τῶν
σωμάτων ἡμῶν, ὁ ὑπερασπιστής τῆς ζωῆς
ἡμῶν. Δοξασμένο τό ὄνομά Του, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ  Ἁγίου Πνεύματος  τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας.
Ἀμήν (παρβλ. καί Ψαλμ. 123).




Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

«ΜΗ ΑΝΤΙΣΤΗΝΑΙ ΤΩ ΠΟΝΗΡῼ»










«Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ,

καί φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν»

                         (Ἰάκ. δ΄ 7).

    Τό πνευματικό ἐπίπεδο τῶν ἀνθρώπων  κατά τήν ἐποχή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν χαμηλό καί ἡ συμπεριφορά τους ἦταν ἀνάλογη, γι’ αὐτό καί ὁ πάνσοφος Θεός παρέδωκε τόν Ποινικόν Νόμον τῆς Ταυτοπαθείας: «Ὀφθαλμόν  ἀντί ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντί ὀδόντος, χεῖρα ἀντί χειρός, πόδα ἀντί ποδός, κατάκαυμα ἀντί κατακαύματος, τραῦμα ἀντί τραύματος, μώλωπα ἀντί μώλωπος» (Ἐξοδ. κα΄ 23-25. Λευϊτ. κδ΄ 20. Δευτ. ιθ΄ 21). Θεϊκός, δίκαιος Κανών ἐπιμετρήσεως τοῖς ποινῆς. Νόμος ἄριστος ἀπονομῆς   τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι δέ αὐτονόητον ὅτι ὁ Νόμος αὐτός δέν δόθηκε, γιά νά βγάζουν  οἱ ἄνθρωποι τά μάτια τους, ἀλλά γιά τό ἀκριβῶς ἀντίθετο. Γιά νά ἀποτρέπωνται ἀπό τίς βδελυρές αὐτές πράξεις.

   Νόμος αὐτός εἶναι αἰώνιος καί δίκαιος καί ἰσχύει. Πρέπει δέ νά ἐφαρμόζεται πάντοτε σέ ἀνθρώπους, πού μέ τή θέλησί τους, παραμένουν σέ αὐτό τό χαμηλό ἐπίπεδο καί διαπράττουν τέτοια ἀποτρόπαια ἐγκλήματα.

      Ὁ Κύριος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, «ἑαυτόν ἐκένωσε μορφήν δούλου λαβών», γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος, ἔρχεται κοντά μας, μᾶς συναναστρέφεται καί δέν ντρέπεται νά μᾶς ἀποκαλεῖ ἀδελφούς Του καί μᾶς καλεῖ νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του, νά ἀλλάξουμε νοοτροπία καί τρόπο ζωῆς. Μᾶς καλεῖ νά γίνουμε «καινή κτίσις». Νά ἀνέβουμε ἐπάνω, νά γίνουμε θεοί κατά χάριν. Νά παύσουμε ἀπό τῶν πονηριῶν ἡμῶν. Νά μάθουμε καλόν ποιεῖν (Ἡσ. α΄ 16-17). Νά παύσῃ  ὁ ἕνας νά βγάζῃ τά μάτια τοῦ ἄλλου. Θέλει ὁ Κύριος νά μᾶς ἀνεβάσῃ στό πνευματικό ἐπίπεδο τῆς γνήσιας ἀγάπης καί λέγει:

«Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντα ἀντί ὀδόντος. Ἐγώ δέ λέγω ὑμῖν μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ’ ὅστις σέ ῥαπίσει ἐπί τήν δεξιάν σιαγόνα στρέψον αὐτῷ καί τήν ἄλλην ...» (Ματθ. ε΄ 38-42). Ἐγώ σᾶς λέγω νά μή προβάλετε ἀντίστασι εἰς τόν πονηρόν ἄνθρωπον. Νά μή προβάλετε ἀντίστασιν στόν δυστυχῆ συνάνθρωπό σας, πού δέν πρόσεξε καί αἰχμαλωτίσθηκε στά δίκτυα τοῦ Πονηροῦ Διαβόλου καί ἐνεργεῖ «κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ, πού θέλει νά σᾶς βλάπτῃ. Ὁ πονηρός αὐτός ἄνθρωπος εἶναι δυστυχής, διότι ἐπέτρεψε στό Σατανᾶ νά τόν χρησιμοποιῇ ὡς ὄργανόν του, γιά νά βλάπτῃ τούς ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Δημιουργεῖ ἔριδες, διχόνοιες. Προκαλεῖ τούς πιστούς, διαταράσσει τή γαλήνη.

     Κύριος μᾶς προτρέπει νά μή ἀντισταθοῦμε στόν πονηρόν. Νά μήν παίξουμε δηλαδή τό παιχνίδι τοῦ Διαβόλου. Ὅταν δέν ἀντισταθοῦμε στόν πονηρόν, διώχνουμε ἀπό τή ζωή μας τό Διάβολο καί φεύγει ἀπό κοντά μας. Ὁ Σατανᾶς χρησιμοποιεῖ τόν πονηρόν γιά νά μᾶς δημιουργήσῃ σύγχυσι καί προβλήματα. Θέλει νά μᾶς χωρίσῃ. Δέν θέλει ὁ Διάβολος νά εἴμαστε ἑνωμένοι καί ἀγαπημένοι. Βρίσκει μερικούς ἀξιολύπητους ἀδελφούς, τούς ἐξαπατᾶ καί τούς ὑποβάλλει τήν ἰδέα ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι «παρακατιανοί» καί ὅτι  μόνον αὐτοί  εἶναι «ἅγιοι» καί τούς χρησιμοποιεῖ ὡς ὄργανά του, γιά νά διασπάσῃ τήν ἑνότητα.
Ἀπόστολος Πέτρος μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή
στό λόγο τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος  προστάσσει:
«Μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ», καί μᾶς προτρέπει λέγων:
«Νήψατε, γρηγορήσατε· ὁ ἀντίδικος ὑμῶν διάβολος ὡς
λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 8).





    




Ἡ μή ἀντίστασις στόν πονηρό, εἶναι ἀντίστασις στό Διάβολο καί εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος νά φύγῃ ἀπό κοντά μας. Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος λέγει: «Ὑποτάγητε τῷ Θεῷ, καί ἐγγιεῖ ὑμῖν». Ὑποταγή στό Θεό σημαίνει τήρησι τῶν Ἐντολῶν καί τῆς Ἐντολῆς· «Μή ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ. Και ἐάν σέ ῥαπίσῃ ἐπί τήν δεξιάν σιαγόνα στρέψον αὐτῷ καί τήν ἄλλην...».

Ἐξ ἄλλου δέν θεραπεύεται ποτέ τό Κακόν μέ ἕνα ἄλλο Κακόν. Καί ὁ θυμός καί τό πεῖσμα δέν σβύνουν μέ θυμό καί πεῖσμα. Οὔτε ἡ φωτιά σβύνει μέ  φωτιά, ἀλλά μέ τή μακροθυμία καί τήν ὑπομονήν.

    Ὅταν ἀντιμετωπίσης μέ ἀγάπην τόν δυστυχῆ πονηρόν συνάνθρωπόν σου, τότε διαφυλάσσεις στήν ψυχή σου τή γαλήνη καί τήν εἰρήνην τῆς Ἐκκλησίας καί τότε πραγματικά ἀντιστέκεσαι στό Διάβολο καί τόν διώχνεις μακρυά.

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος μᾶς συμβουλεύει:   Ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καί φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν· ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καί ἐγγιεῖ ὑμῖν. Καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοί καί ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι» (Ἰακ. δ΄ 7-8).

  



Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

ΜΗ ΓΥΡΙΖΕΙΣ ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΠΑΛΙΑ

Βάδιζ'   ἐμπρός

Δύστυχε συνοδοιπόρε, τί βαριαναστενάζεις;
Βάδιζ' ἐμπρός καί μή γυρίζεις πίσω, γιά νά 
μή  χάσῃς τή χαρά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Σέ πλήγωσαν, σέ πόνεσαν πολύ τοῦ κόσμου
οἱ ψεύτικες ἀγάπες κι' εἶναι μεγάλη ἡ πίκρα
νά διαπιστώνῃς, πώς οὔτε ἕνας δέν ὑπάρχει
στόν κόσμο μας σωστός κι' εἰλικρινής.

Δέν σέ παρεξηγῶ, πού τώρα πιά,  καί μέ τό δίκιο σου, δέν εμπιστεύεσαι κανέναν. Ὅμως δέν εἶναι πρέπον νά μᾶς τυφλώνουν οἱ μνῆμες τοῦ κακοῦ. Διῶξε τήν πίκρα ἀπό τήν καρδιά σου.
Ἄφησε νά φωλιάσῃ μέσα σου ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἡ ἐσταυρωμένη...

Ἔτσι θά γαληνέψῃς καί προσφέροντας στοργή
στούς γύρω σου, «καθώς πρέπει ἁγίοις», θά βρῇς τόν καλό σου ἑαυτό καί θά νοιώσῃς τή
χαρά τοῦ Οὐρανοῦ νά γεμίζει τήν ψυχή σου.



Βάδιζε ἐμπρός καί μή γυρίζῃς πίσω.
Ἀκολούθει πιστά τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Προσπάθησε νά κάνῃς δική σου
τήν ἀγάπη Του, χωρίς  νά περιμένῃς ποτέ κι' ἀπό κανέναν ἀνταπόδοσι.

Ἀκολούθει τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ καί  μήν
ξεχνᾶς  ποτέ τήν πρός σέ θεϊκή πληροφορία
ὅτι «οὐδείς ἐπιβαλών τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ'
ἄροτρον καί βλέπων εἰς τά ὀπίσω εὔθετός
ἐστιν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. ι΄62).
Βάδιζε ἐμπρός καί μή γυρίζῃς πίσω
μέ σύντροφο μοναδικό τή γνήσια ἀγάπη.



  



«ΟΙ ΔΙΨΩΝΤΕΣ ΠΟΡΕΥΕΣΘΕ ΕΦ' ΥΔΩΡ»


«Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με

καί πινέτω» (Ἰωάν. ζ΄ 37).



   Κύριος, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, ἔρχεται κοντά μας, γιά νά ἁπαλύνει τόν πόνον μας, νά σπογγίσῃ τά δάκρυά μας, νά θεραπεύσῃ τά τραύματά μας καί νά μᾶς χαρίσῃ τήν ψυχική καί τή σωματική μας ὑγεία.

 ρχεται καί πλησιάζει τόν καθένα μας  χωριστά καί κρούει τήν θύραν... Πλησιάζει τήν τρεμοσβύνουσαν λυχνίαν καί ρίχνει λάδι καί δίνει ζωή. Πλησιάζει τό καλάμι, πού σείεται ἀπό τόν κάθε λογῆς ἄνεμο καί εἶναι ἕτοιμο νά σπάσῃ καί τό στηρίζει.

   Καί ποιός ἀπό μᾶς δέν βρίσκεται σ’ αὐτή τήν παροικία, σάν τήν καλαμιά στόν κάμπο;

    πομακρυνθήκαμε ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος, ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν, διά τῆς παρακοῆς καί μετουσιώσαμε, δυστυχῶς,   τόν Παράδεισο, σέ χοιροστάσι.

   ἀλήθεια εἶναι ὅτι παραβαίνοντες τάς Ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, γίναμε δέσμιοι τῆς γῆς, αἰχμάλωτοι τῶν χαμηλῶν μας παθῶν, κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου (πρβλ. Θρῆνοι γ΄ 34, Σοφ. Σολομ. ιζ΄ 2 Ματθ. δ΄16).

  ποφέρουμε «ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ» (Ψαλμ. 62,2). Ὅμως ὅσον κι’ ἄν πετρῶσαν’ οἱ καρδιές, δέν ἔπαυσεν ἡ ψυχή μας νά λαχταράει τό Θεό, τήν Πηγή τοῦ ζῶντος Ὕδατος.

Ποιός ἀπό  μᾶς δέν διψᾶ γιά τή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ;

Ποιός δέν διψᾶ γιά γνήσια ἀγάπη;

Μπουχτίσαμε ἀπό τίς ψεύτικες τοῦ κόσμου τές ἀγάπες.

Βασανισθήκαμε πολύ ἀπό τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία τῶν συγχρόνων Φαρισαίων. Ἡ Ψυχή μας λαχταρᾶ γιά λίγη Καλωσύνη.

Ποιός ἀπό μᾶς δέν διψᾶ νά βρῆ λίγη γαλήνη, λίγη στοργή; Ποιός δέν θέλει νά βασιλεύση στόν κόσμο μας ἡ κοινωνική δικαιοσύνη καί ἀναφαίρετη Εἰρήνη τοῦ Θεοῦ;

Πράγματι σ’ αὐτό τόν ἄνυδρο τόπο ἡ ψυχή μας λαχταρᾶ τό σωτήριον ὕδωρ.

Αὐτό τόν πόθο, αὐτή τή λαχτάρα μας, γιά τό σωτήριον ὕδωρ, γιά τό Χριστό ἐκφράζει ὁ Δαβίδ μέ τή προσευχή του καί λέγει ὅτι «ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σέ, ὁ Θεός. Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρός τόν Θεόν τόν ζῶντα· πότε ἥξω καί ὀφθήσομαι  τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;» (Ψαλμ. 41,2). Μόνον ὁ Θεός εἶναι Πηγή δροσιστική καί ζωογόνος  τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Αὐτός καί μόνον  Αὐτός εἶναι «Πηγή ὕδατος ζωῆς» καί σ’  Αὐτόν στρέφεται κάθε διψασμένη ψυχή μαζί μέ τό Δαβίδ καί ζητεῖ τό σωτήριον ὕδωρ καί λέγει: «Ὁ Θεός, ὁ Θεός μου, πρός σέ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου (Σέ ποθεῖ ἡ ψυχή μου!) Πόσες φορές καί αυτές οἱ αἰσθήσεις τοῦ σώματός μου Σέ πόθησαν σ’ αὐτήν  ἐδῶ τήν ἔρημη  Χώρα, πού εἶναι δύσβατη καί ἄνυδρη!» (Ψαλμ. 62, 2).

    Ὁ Θεός ἄκουσε τή φωνή τῶν πεπεδημένων, ἔνιωσε τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς μας  καί ἦλθε στή γῆ καί μᾶς καλεῖ κοντά του, γιά νά μᾶς χαρίσῃ τό ὕδωρ τό ζῶν: «Ἐάν τις διψᾷ, λέγει ὁ Κύριος, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω»
(Ἰωάν. ζ΄ 37). «Ἐγώ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς
πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. κα΄ 6)
«καί ὁ διψῶν ἐρχέσθω, καί ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ
ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. κβ΄ 17).

   Προφήτης Ἡσαῒας, ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, προεφήτευσε τήν πρόσκλησι τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί μᾶς προτρέπει νά προσέλθουμε κοντά στόν Κύριο καί νά λάβουμε τό σωτήριον ὕδωρ, τό ὕδωρ τῆς ὄντως ζωῆς καί ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων βροντοφωνάζει  στήν ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα:

«Οἱ διψῶντες πορεύεσθε ἐφ’ ὕδωρ» (Ἡσ. 55, 1)  «καί ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου» (Ἡσ. ιβ΄ 3).

Πηγή τοῦ σωτηρίου, μοναδική  πηγή τῆς σωτηρίας εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός καί ὁ ζωοποιός λόγος Του. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας καί ὁ λόγος Του ὁ πανάγιος εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἀπόλαυσις καί χαρά, ὕδωρ ζωῆς,  ἴαμα, θεραπεία. Ὁ Χριστός προσφέρει σέ κάθε πιστό τό σωτήριον ὕδωρ δωρεάν. «ποιος μέσ’ ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του πιστεύει στό Χριστό, σύμφωνα μέ τούς λόγους τῆς Γραφῆς, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ἰωάν. ζ΄ 38-39).






    Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του. Νά ἀφήσουμε τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία. Νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν, τήν Ἀλήθεια καί τόν ζωοποιό λόγο Του, γιά νά βροῦμε τήν σωστή ἀπάντησι σέ ὅλα τά ἐρωτηματικά μας, τή σωστή λύσι σέ ὅλα τά προβλήματά μας.

   Εἶναι καιρός νά ξεχωρίσουμε τἄχυρα ἀπ’ τό σιτάρι, τά γήϊνα καί φθαρτά, ἀπό τά  ἐπουράνια,  ἀπό τά ἄφθαρτα καί αἰώνια.

   Εἶναι καιρός νά ξεχωρίσουμε δηλαδή  τό γήϊνο, τό φυσικό νερό, ἀπό τό ἀθάνατο, ἀπό τό ζωντανό νερό, τό σωτήριον ὕδωρ.

    Τό ὕδωρ τοῦτο τοῦ φρέατος τοῦ Ἰακώβ, λέγει ὁ Κύριος, δέν ξεδιψᾶ τή δίψα μας. Ὅλα, δηλαδή,   τά γήϊνα πράγματα, δέν ἱκανοποιοῦν τίς μεταφυσικές μας ἀνησυχίες, δεν γεμίζουν τό ὑπαρξιακό κενό. Ὅλα εἶναι μάταια, «σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα».

   Στό διάλογό Του μέ τή Σαμαρείτιδα ὁ Κύριος τονίζει αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια καί λέγει: «Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου (ἀπό τό νερό τοῦ φρέατος τοῦ

Ἰακώβ), διψήσει πάλιν·  ὅς δ’ ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγώ δώσω αὐτῷ, οὐ μή διψήσει εἰς τόν αἰῶνα, ἀλλά τό ὕδωρ ὅ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ΄13-14). Τό ὕδωρ τό ζῶν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, οἱ δωρεές  τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ ζωοποιός λόγος τοῦ Χριστοῦ, πού ἀνασταίνει νεκρούς καί ζωοποιεῖ καί χαρίζει ἀνάπαυσι στίς ψυχές τῶν πιστῶν. Ὅποιος, πράγματι θέλει νά βρῇ ἀνάπαυσι, δέχεται τήν πρόσκλησι καί ἐπιστρέφει στό Χριστό, ὁ ὁποῖος, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός, διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

   Καιρός νά ἀκούσουμε τήν φωνήν τῆς ἀγάπης Του, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του, ἀποδεχόμενοι μέ τήν καρδιά μας τήν πρόσκλησί Του:

«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια΄ 28-30).

«Ἐάν τίς διψᾷ, ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν».

     

 Εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ Κύριος, ὡς Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ, προσφέρει τό ὕδωρ τό ζῶν εἰς τούς πιστούς δωρεάν.
« Καί εἶπε μοι· γέγονεν.  Ἐγώ τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος. Ἐγώ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. κα΄ 6). Ὁ ποταμός ὕδατος ζωῆς ἐκπορεύεται «ἐκ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. κβ΄ 1). «Καί ὁ διψῶν ἐρχέσθω, καί ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. κβ΄ 17).