Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ



ΠΡΙΝ  ΝΑ ΕΙΝ' ΑΡΓΑ


       Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μᾶς προσφέρει «καιρόν μετανοίας» κι’ ἐμεῖς κοιμώμαστε; Καιρός νά ξυπνήσουμε, πρίν νά εἶν’ ἀργά. Νά προλάβουμε νά διορθώσουμε τήν προβληματική μας συμπεριφορά.
Εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας, νά λατρεύουμε τόν Κύριο «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», κι’ ἐμεῖς πολλές φορές, ἀστόχαστα, χωρίς
ντροπή, τρέφουμε μῖσος γιά τούς συνανθρώπους μας, πού εἶναι ἀδέλφια, εἰκονίσματα τοῦ Χριστοῦ. Καί ἔτσι παραβαίνουμε τήν Ἐντολή τῆς ἀγάπης, πού μᾶς ὑπαγορεύει νά τούς ἀγαπᾶμε σάν τόν ἑαυτό μας καί νά τούς συγχωροῦμε, γιά ὅλα τά κακά, πού ἔχουν κάνει. Εἴμαστε ψεύτες, ὅταν λέμε πώς ἀγαπᾶμε τό Θεό, ὅταν μισοῦμε καί δέν συγχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας.
Ὀφείλουμε, ὅσο ἔχουμε καιρό, νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἔντιμοι στίς διαπροσωπικές μας σχέσεις. Νά ἀποφεύγουμε τίς ψευτιές καί τίς ὑποκρισίες καί νά νηστεύουμε. Ὄχι βέβαια, ὅπως οἱ ὐποκριτές Φαρισαῖοι, πρός τό «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», ἀλλά νά νηστεύουμε νηστείαν δεκτήν καί εὐπρόσδεκτη ἀπό τό Θεό. Δηλαδή ὄχι νά ἀλλάζουμε τίς τροφές, ἀλλά νά ἀπέχουμε ἀπό τό Κακό καί τήν ἁμαρτία. Νά παρουσιαζώμαστε μπροστά στό Θεό καί στούς ἀνθρώπους μέ τό ἀληθινό μας πρόσωπο καί μέ καθαρή καρδιά. Νά προλάβουμε νά διορθώσουμε τά λάθη μας, μέ πράξεις γνήσιας, ἁγνῆς, θυσιαστικῆς ἀγάπης καί ἔτσι νά προλάβουμε νά πλουτίζουμε εἰς Θεόν, νά θησαυρίζουμε γιά μᾶς θησαυρούς στόν οὐρανό, μέ ἐλεημοσύνες, πού μᾶς ἀνοίγουν τίς Πύλες τοῦ οὐρανοῦ.
Ὁ Κύριος ἔρχεται ταχύ , γιά νά κρίνῃ καί νά ἀποδώσῃ στόν καθένα κατά τά ἔργα του. Καί  μεῖς ἀστόχαστα λερώνουμε τήν τάλαίπωρη ψυχή μας, μέ ἄπρεπα λόγια- δηλητήριο, μέ λογισμούς αἰσχρούς, βλαβερές ἐπιθυμίες καί φαντασίες ἀπρεπεῖς καί πάνω ἀπό ὅλα, μέ πράξεις ἄνομες, πολλές φορές θανατηφόρες. Γεμάτη εἶν’  ἡ ψυχή μας λάσπη, πολύ λάσπη...
«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα τί καθεύδεις;
Τό τέλος ἐγγίζει, καί μέλλεις θορυβεῖσθαι·
ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ
                     Θεός, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν»
                                                           (Ἀνδρέου Κρήτης, Κοντάκιον Μεγ. Κανόνος).


Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησίας μᾶς προστάζει νά ξυπνήσουμε καί νά μετανοήσουμε, πρίν νά εἶναι ἀργά. Καί μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος εἶναι κοντά μας. «Ὁ Κύριος ἐγγύς». «Ἔρχεται ταχύ». Ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ὡς ἀστραπή. Δέν ἀργοπορεῖ ὁ Δικαιοκρίτης.
«Ξύπνα, ψυχή μου, πλησιάζει τό τέλος. Καί πρόκειται νά θαρυβηθῇς. Σύνελθε ἀπό τή μέθη καί ἀπό τή ματαιότητα τοῦ κόσμου. Ξαναβρές τή νηφαλιότητά σου καί τή σωστή, τήν ὀρθόδοξη πίστι σου. Ἀνάνηψε, λοιπόν. Ἀνάκτησε τήν πνευματική σου διαύγεια, μετανόησε εἰλικρινά καί ἔμπρακτα, γιά νά σέ εὐσπλαγχνισθῇ καί νά σέ συγχωρήσῃ ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός ἡμῶν Θεός, πού εἶναι πανταχοῦ παρών καί πληροῖ τά πάντα.
           «Ὡς φοβερά ἡ Κρίσις σου, Κύριε,
        τῶν Ἀγγέλων παρισταμένων,
        τῶν ἀνθρώπων εἰσαγομένων
  τῶν βίβλων ἀνεωγμένων,
   τῶν ἔργων ἐρευνομένων,
           τῶν λογισμῶν ἐξεταζομένων·
     Ποία κρίσις ἔσται ἐν ἐμοί
            τῷ συλληφθέντι ἐν ἁμαρτίαις;
             Τίς μου τήν φλόγα κατασβέσει;
             Τίς μου τό σκότος καταλάμψει;
           Εἰ μή, Σύ, Κύριε, ἐλεήσεις με,
                  ὡς φιλάνθρωπος;» (Τροπ. Μ. Ἀποδείπνου).





Εἶναι παρήγορο, πώς γρήγορα θά ἔλθῃ ὁ Κριτής, γιά νά ἀποδώσῃ  στόν καθένα τό δίκιο του, γιά νά βασιλεύση ἡ Δικαιοσύνη. Καί ποιος ἀπό μᾶς θά μπορέσῃ , ἀλήθεια, νά σταθῇ μπροστά στό Δικαιοκρίτη; Θά ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καί μαζί Του θά παρίστανται οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι καί ἐνώπιόν τους θά εἰσάγωνται σέ δίκη  ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Τά Βιβλία ὅπου εἶναι καταγεγραμμένα τά ἔργα μας καί κάθε μας συμπεριφορά θά εἶναι ἀνοικτά καί θά ἐρευνῶνται τά ἔργα μας καί θά ἐξετάζονται οἱ λογισμοί μας  καί θά δημοσιεύωνται «τά κρυπτά», ὅλα «τά κεκρυμμένα».
Καί τότε, τήν ἡμέρα τῆς ὀργῆς, πόσο φοβερή θἆναι ἡ κρίσις Σου, Κύριε! «Καί τίς δύναται σταθῆναι;» (Ἀποκ. στ΄ 17).
«Ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β΄ 13).
Ποιά θά εἶναι ἡ κρίσις Σου, σέ μένα,
πού ἔχω συλληφθῇ μέσα στίς ἁμαρτίες;
Ποιός θά καθαρίσῃ τή βρωμιά, τή δυσωδία,
«τῶν σκωλήκων τήν τροφή», μέσα ἀπό
τή μέλαινα, τή σκοτεινή ψυχή μου;
Ποιός  θά σβύσῃ τή φλόγα, πού κατακαίει τά
σπλάγχνα μου; Ποιός θά σβύσῃ τή φωτιά, πού
σιγοκαίει ἐντός μου; Ποιός  θά μέ λυτρώσῃ ἀπ’
τή φοβερή Ὀδύνη, πού μοῦ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία;
Ποιός θά φωτίσῃ τά σκοτάδια μου;
Ποιός  θά λαμπρύνῃ τήν ταλαίπωρη ψυχή μου, ἐάν
δέν μέ ἐλεήσῃς, Σύ, Κύριε, ὡς Φιλάνθρωπος;»


Ἄνοιξε, Κύριε, τούς καταρράκτες τοὐρανοῦ,γιά νά ξεπλύνῃς τίς ντροπές. Καθάρισε τή λάσπη ἀπό τήν ἀναίσχυντη, τή ράθυμη ψυχή μας.
Πρίν εἰς τέλος ἀπολόμεθα, σῶσον ἡμᾶς, Κύριε.
Σῶσε μας, Κύριε, πρίν τελειωτικά χαθοῦμε.
Ἐκτός ἀπό Σένα, δέν ἔχουμε, καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανένα. Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε,ἀλλά μονάχα Ἐσένα λατρεύουμε, Κύριε.
Σάν δοῦλοι Σου, ζητοῦμε τό ἔλεός Σου, ὄχι γιατἰ τό ἀξίζουμε, ἀλλ’ ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου,
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ. Μή στερήσῃς ἡμᾶς τοῦ ἐλέους Σου,
ἵνα Σέ δοξάζωμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμην.






Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΘΕΡΜΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Παρακαλοῦνται οἱ αγαπητοί μας φίλοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς Τιμοῦν ἀναδημοσιεύοντας τά ἄρθρα μας ἀπό τήν παροῦσα ἰστοσελίδα σέ ἄλλους διαδυκτιακούς  χώρους, νά μνημονεύουν, ἕστω καί γιά λόγους τυπικούς, τήν πηγή καί τόν συγγραφέα τοῦ εκάστοτε ἀναδημοσιευομένου ἄρθρου.
   Εὕχομαι σέ ὅλους τούς ἐπισκέπτες τῶν Ἀναπαλμῶν, καλή Σαρακοστή, μέ ὑγεία καί χαρά.
                                     π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΜΗ ΘΗΣΑΥΡΊΖΕΤΕ ΥΜΙΝ ΘΗΣΑΥΡΟΥΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ.




ΘΗΣΑΥΡΙΖΕΤΕ ΔΕ ΥΜΙΝ ΘΗΣΥΡΟΥΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝῼ
                                                                                                        ( Ματθ. στ΄ 20).


Ἐκ τῶν πραγμάτων (de facto) γνωρίζομεν πάντες ὅτι σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία εἴμαστε προσωρινοί, διαβάτες, «πάροικοι καί παρεπίδημοι». «Οὐ γάρ  ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ 14). Κατοικοῦμε στή γῆ μέ ἡμερομηνία λήξεως. Ὁ Πανάγαθος Θεός μᾶς χαρίζει καιρόν μετανοίας. «Ἡμῶν γάρ τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20). Πολλοί ὅμως, δυστυχῶς, συνανθρωποί μας ,δέν καταλαβαίνουν, δέν ἔχουν ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα καί παραφέρονται. Πολεμοῦν δέ ἀκόμη καί τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, καί τῶν ὁποίων τό τέλος θά εἶναι ἡ ἀπώλεια διότι θά καταλήξουν εἰς τήν αἰώνιον κόλασιν. Αὐτοί ὡς Θεόν λατρεύουν τήν κοιλίαν καί θεωροῦν δόξαν τους πράξεις ντροπῆς.Αὐτοί φρονοῦν τά ἐπίγεια! (πρβλ. Φιλιπ. γ΄ 18-19).


Αὐτοί δέν θέλουν νά κατανοήσουν «τό βραχύ τῆς ζωῆς» καί τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. Κυριεύονται ἀπό τήν ἀγχώδη βιοτικήν μέριμναν, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό τους στή γῆ καί ἔτσι καταστρέφουν, ὄχι μόνον τή δική τους ζωή, ἀλλά καί τῶν συνανθρώπων τους. Διότι τό ἄγχος εἶναι πάθος καταλυτικό τῆς προσωπικότητός τους.

Εἶναι πασίδηλον ὅτι «πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετά θάνατον·» λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός. «Οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται...».

 «Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά».

Εἶναι ἐπίσης πασίδηλον ὅτι ὁ ἄνθρωπος γυμνός ἐξέρχεται ἐκ κοιλίας μητρός του καί γυμνός ἐπιστρέφει ἐκεῖ» (Ἰώβ α΄21), εἰς τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη (Γενέσ.  γ΄19). Φεύγοντας ἀπ’ αὐτή τήν παροικία ὅλα τά γήϊνα μένουν ἐδῶ. Δέν παίρνουμε τίποτε μαζί μας. Αὐτή εἶναι ἠ πραγματικότητα τῆς ζωῆς. Συνεπῶς ἡ ἀγχώδης βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσoτέρων ὑλικῶν  ἀγαθῶν γιά τόν ἑαυτό μας στή γῆ εἶναι ἀφροσύνη. Στήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λουκ. ιβ΄ 15-21) ὁ Κύριος ψέγει τήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, καυτηριάζει τήν πλεονεξία, κεραυνώνει τήν ἀφροσύνη καί λέγει σέ κάθε ἄπιστο, ἄμυαλο ἄνθρωπο:
« ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν» (Λουκ. ιβ΄  20-21).

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τό καταλυτικό τῆς προσωπικότητός μας ἄγχος  καί ἀπό τήν ἀφροσύνη τῆς πλεονεξίας, πού εἶναι εἰδωλολατρία, μᾶς ὁδηγεῖ στό δρόμο τῆς ζωῆς, μέ τίς πάνσοφες, θεϊκές Του Ὁδηγίες. Μᾶς συνιστά  να ἀποφύγουμε νά θησαυρίζουμε θησαυρούς στή γῆ, γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά νά θησαυρίζουμε θησαυρούς γιά τόν ἑαυτό μας στόν οὑρανόν, νά πλουτίζουμε, δηλαδή, εἰς Θεόν, καί λέγει:





«Μή θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ὅπου σής καί βρῶσις ἀφανίζει, καί ὅπου κλέπται διορύσσουσι καί κλέπτουσι· θησαυρίζετε δέ ὑμῖν θησαυρούς ἐν οὐρανῷ,ὅπου οὔτε σής οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καί ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδέ κλέπτουσιν. Ὅπου γάρ ὁ Θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. στ΄ 19-21).

 Ἕρχεται ὁ Κύριος μέ τίς ὀδηγίες του νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τά δεσμά τῆς γῆς, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ, ἀπό τό βόρβορο μέσα στόν ὁποῖον βυθιζόμαστε καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς. Θέλει νά μᾶς ἐπανεισάγῃ εἰς τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς καί μᾶς προτρέπει νά πλουτίζουμε εἰς Θεόν, νά θησαυρίζουμε, γιά τόν ἑαυτόν μας θησαυρούς ἐν οὐρανῷ. Μᾶς συνιστᾶ, δηλαδή, νά χρησιμοποῦμε τόν πλοῦτο, πού μᾶς χαρίζει, τόν ὑλικό καί τόν πνευματικόν, πρός ἀνακούφισιν τῶν συνανθρώπων μας, ὥστε μέ τή γνήσια ἀγάπη μας στήν πρᾶξι νά εἴμαστε καλοί οἰκονόμοι, καλοί διαχειριστές. Νά θυσιάζουμε τά πάντα στό βωμό τῆς Ἀγάπης γιά τό Θεό καί τούς συνανθρώπους μας. Νά κατανοήσουμε ὅτι τό μόνο πού μένει σ’αὐτόν τόν κόσμο εἶναι ἡ Ἀγάπη, ἡ Καλωσύνη. Εἷναι ὁ Χριστός, πού εἶναι ὁ Θησαυρός τῶν Θησαυρῶν, Καί ἐκεῖ στόν Οὐρανόν πρέπει νἆναι καί ἠ καρδιά μας. Αὐτός εἶναι ὁ Λυτρωτής καί Θεός.


Αὐτός εἶναι ὀ δοτήρ τῶν ἀγαθῶν, Αὐτόν ὀφείλουμε νά λατρεύουμε ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ καί νά ἀποδεικνύουμε τή λατρεία μας στό Χριστό, μέ τήν γνήσια καί θυσιαστική ἀγάπη μας στούς ελαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ. Καί νά γνωρίζουμε ὄτι αὐτή ἡ ἀγάπη μένει καί μᾶς συνοδεύει εἰς τήν πέραν τοῦ τάφου Ζωήν.
Καί ὅπως λέει ὁ ποιητής:

                                   «Μονάχα ἡ Καλωσύνη
ὅλα στόν κόσμο χάνονται
                                     μόνη ἀπομένει ἐκείνη».

Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μᾶς βεβαιώνει ὅτι εἶναι
«μακάριοι οἱ  νεκροί
οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ’ ἄρτι. Ναι, λέγει τό Πνεῦμα, ἵνα     ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν·  τά δέ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ
μετ' αὐτῶν» (Ἀποκ. ιδ΄ 13).




                                                                     

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ


«Αὕτη ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν»


Ἡ ἀληθινή  νηστεία εἶναι ἀναγκαῖος ὅρος τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἶναι ὅρος sine qua non ἐπανεισαγωγῆς εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν. Καί ἀληθινή, εὐπρόσδεκτη ἀπό τό Θεό νηστεία δέν εἶναι ἡ ἀλλαγή τῶν φαγητῶν, ἀλλά ἡ ἀποχή, ἡ ἀπομάκρυνσις

ἀπό τό κακό καί τήν ἁμαρτία.

Ὀρθόδοξος ἀληθινή νηστεία εἶναι ἡ μίμησις τοῦ Χριστοῦ, ἡ τῶν ἀγγέλων ὁμοίωσις, ἡ τῶν δικαίων ὁμόσκηνος, ἡ τροφός τῶν ἀρετῶν, ἡ πρός Θεόν παρρησία.

Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι εὐπρόσδεκτος ἀπό τόν Θεόν, ἀληθινή νηστεία δέν εἶναι ἡ τυπική, ἡ φαρισαϊκή, ἡ ψεύτικη καί πρός τό «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», νηστεία, ἀλλά «ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἀποχή γλώσσης, θυμοῦ, καταλαλιᾶς, πορνείας, μοιχείας. Καί γενικά ἡ ἀποχή ἀπό πάσης κακίας. Ἡ τούτων ἔνδεια αὕτη ἐστίν εὐάρεστη στό Θεό νηστεία.



Ὁ Κύριος ἐνήστευσε τεσσαράκοντα ἡμέρας καί τεσσαράκοντα νύκτας. Ἀπεῖχε ἀπό κάθε εἴδους τροφῆς προσευχόμενος. Τροφή Του ἦτο ἡ συνομιλία μέ τόν Θεόν-Πατέρα καί διεκήρυξεν ὅτι  «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπί παντί ῥήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ» (Ματθ. δ΄ 4). Καί ὅταν οἱ Φαρισαῖοι κατηγόρησαν τούς Μαθητάς Του ὅτι δέν νηστεύουν εἶπε: «Μή  δύνανται οἱ υἱοί τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ’ ὅσον χρόνον μετ’ αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος; ἐλεύσονται δέ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ’ αὐτῶν ὁ νυμφίος, καί τότε νηστεύσουσιν» (Ματθ. θ΄ 15). Καθιερώνει ὁ Κύριος τόν θεσμόν τῆς νηστείας ἡ ὁποία πράγματι ὁπλίζει τόν πιστόν εἰς τόν πόλεμον κατά τῶν παντός εἴδους δαιμόνων καί τοῦ χαρίζει τήν νίκην. Συνιστᾶ ὅμως ὁ Κύριος σέ κάθε πιστόν Μαθητήν Του νά ἀποφεύγῃ τήν ψεύτικη, τήν τυπικήν, τήν ὑποκριτικήν νηστείαν. Νά ἀποφεύγει τήν πρός τό «θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» νηστείαν.

Συνιστᾶ τήν θεάρεστον νηστείαν  εἰς τούς Μαθητάς Του  καί λέγει:

«Ὅταν νηστεύητε μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί σκυθρωποί·

ἀφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες·  ἀμήν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τόν μισθόν αὐτῶν» (Ματθ. στ΄ 16). Ἀλήθεια σᾶς λέγω ἤδη ἔχουν λάβει ἐξ ὁλοκλήρου τόν μισθόν τους, ἔλαβαν δηλαδή ὡς ἀμοιβή τούς ἐπαίνους τῶν ἀνθρώπων.

Ἀπεχθάνεται ὁ Θεός τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία.  Τί σημαίνει τό· ἀφανίζουσι τά πρόσωπα αὐτῶν; Αὐτό σημαίνει ὅτι οἱ Φαρισαῖοι κρύβουν τό ἀληθινό τους πρόσωπο, προσπαθοῦν νά δείξουν στούς ἀνθρώπους ὅτι εἶναι δίκαιοι καί θεοσεβεῖς, ἐνῶ εἶναι γεμᾶτοι ἀπό κάθε ὑποκρισία καί παράβασιν τοῦ Νόμου (παρβλ Ματθ. κγ΄ 28), ἀλλοιώνουν τά πρόσωπά τους, προσπιοῦνται  ὅτι καταβάλονται ἀπό τίς στερήσεις, γιά νά φανοῦν στούς ἀνθρώπους ὅτι νηστεύουν , ἐνῶ συγχρόνως καταδυναστεύουν, ληστεύουν καί κατατυραννοῦν τούς ἀνήμπορους συνανθρώπους τους.




«Σύ δέ νηστεύων ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν καί τό πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὀ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. στ΄ 17-18).

Καθάρισε τό πρόσωπόν σου, φανέρωσε στό Θεό τό ἀληθινό σου πρόσωπο, τόν καλόν σου ἑαυτόν. Πρόσφερε τά ἀγαθά, πού σοῦ χάρισε ὁ Κύριος, πού εἶναι ἠ Κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, σέ ὅλους ἐκείνους πού ἔχουν ἀνάγκη, Στήριξε τούς πτωχούς, θρέψε τούς πεινασμένους  καί ντύσε τούς γυμνούς. Ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν , εὐαρέστησε τόν Κύριον μέ ἐλεημοσύνες, διότι ὁ Θεός δέν θεραπεύεται κατ’ ἄλλον τρόπον, παρά μονάχα μέ ἔργα ἀγάπης καί καλωσύνης καί ζητεῖ νά τοῦ προσφέρουμε καθαρή τήν καρδιά μας. Ζητεῖ νά νηστεύουμε. Δηλαδή, νά καθαρίσουμε τό πρόσωπό μας εἰς τό λουτρόν τῶν δακρύων, τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας, καί μέ χαρά καί μέ καθαρό πρόσωπο νά προσφέρουμε τήν ἀγάπη μας στόν συνάνθρωπόν μας.




Νά εἴμαστε καλοί οἰκονόμοι τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Νά κάνουμε καλή διαχείρησι. Καί, ἄν χρειασθῇ, νά στερηθοῦμε ἐμεῖς προκειμένου νά ἀνακουφίσουμε τούς συνανθρώπους μας ,πού ἔχουν ἀνάγκην. Αὐτό τό σκοπό ἔχει ἡ νηστεία. Τό ἔλεος, τήν ἐλεημοσύνην ἤ καλλίτερα τήν δικαίαν διαχείρησιν τῶν ἀγαθῶν, πού μᾶς ἀνέθεσεν ὁ Θεός νά διαχειρισθοῦμε. Καί ὅ, τι κάνουμε, νά γίνεται ἐν τῷ κρυπτῷ. ὅχι πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλά πρός δόξαν Θεοῦ. Καί ὁ Θεός ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ βλέπει τά πάντα καί μᾶς βεβαιώνει λέγων:

«Ἰδού ἔρχομαι ταχύ, καί ὁ μισθός μου μετ’ ἐμοῦ, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τό ἔργον ἔσται αὐτοῦ. Ἐγώ τό Α καί τό Ω, ὁ πρῶτος καί ὀ ἔσχατος, ἀρχή καί τέλος.

Μακάριοι οἱ ποιοῦντες τάς ἐντολάς αὐτοῦ» (Ἀποκ. κβ΄ 12-14).






Η ΓΝΗΣΙΑ ΑΓΑΠΗ


ΒΑΣΙΚΟΣ ΟΡΟΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ



Ὁ πανάγαθος Θεός, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ»( Γενέσ. α΄26-27). Δηλαδή τόν ἔπλασε «δυνάμει» θεόν καί τόν τοποθέτησε εἰς τόν παράδεισον τῆς τρυφῆς «ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (Γενέσ. β΄ 15), μέ σκοπόν δηλ. νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ» θεός ἤτοι, μέ τή θέλησί του, νά γίνῃ θεός κατά χάριν, νά φθάσῃ μέ τή θέλησι, μέ τήν προσωπική ἐργασία ἀπό τό κατ’ εἰκόνα εἰς τό καθ’ ὁμοίωσιν. Ὁ Πανάγαθος κατέστησε τόν ἄνθρωπον κύριον πάσης τῆς Δημιουργίας, «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» καί εὐλόγησεν αὐτούς. Ὡς ἄπειρη ἀγάπη ἔδωσε στά πλάσματά Του «Ὕλην εἰς τό αὐτεξούσιον», τήν Ἐντολήν. Ἡ ἐργασία τους εἰς τόν παράδεισον ἦτο ἡ καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας των, ἡ ὑπακοή εἰς τήν Ἐντολήν, ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἀγάπης των πρός τόν  Θεόν,  τόν Εὐεργέτην τους. Θέλει ὁ οὐράνιος Πατέρας νά μείνουν τά παιδιά Του ἑνωμένα μαζί Του, μέ τή γνήσια ἀγάπη. Ὅμως δέν τά ἐξαναγκάζει. Τά ἀφήνει ἐλεύθερα νά ἀποφασίσουν, ἄν θέλουν νά μείνουν ἐν τῇ ἀγάπῃ.






Οἱ Πρωτόπλατοι, κατά τάς Γραφάς, ἔκαμαν κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας τους. Δέν ὑπήκουσαν εἰς τήν Ἐντολήν τῆς ἀγάπης. Καί διά τῆς παρακοῆς, ἀπεμακρύνθησαν ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, ἀπό τόν Θεόν. Μέ τή θέλησί τους, ξεντύθηκαν τό ἔνδυμα τῆς ἁγιότητος, τῆς ἀθωότητος, τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ντύθηκαν τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ Θανάτου. Ἔγκατέλειψαν τόν παράδεισο τῆς τρυφῆς, ἔχασαν τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, ἀπώλεσαν τήν μακαριότητα καί κατῴκισαν εἰς τήν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου γῆν, μέ ἡμερομηνίαν λήξεως («Ἕως τοῦ ἀποστρέψαι αὐτόν εἰς τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη» Γενεσ. γ΄ 19).  Καί αὐτό  συνέβη χάρις εἰς τήν τοῦ

Θεοῦ Φιλανθρωπίαν. Διότι ὁ Θεός «ἔκτισε τόν ἄνθρωπον ἐπ’ ἀφθαρσίᾳ...» (Σοφ. Σολομ. β΄ 23) καί «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄4).

Ἐπειδή ὅμως  ὁ ἄνθρωπος μακράν τοῦ Θεοῦ « ἔρχεται εἰς τήν θέσιν τῶν ἀνοήτων κτηνῶν καί γένεται ὅμοιος μέ αὐτά κατά τήν σκέψιν καί τήν ἀνοησίαν» (παρβλ. Ψαλμ. 48,21), ὁ Θεός μακροθυμεῖ, εὐσπλαγχνίζεται τόν ἄνθρωπον καί τοῦ δίδει καιρόν μετανοίας.




Ὁ Θεός δηλαδή συγκαταβαίνει καί  ἀποστέλλει τόν Μονογενῆ Του Υἱόν στόν κόσμον, ὁ ὁποῖος γίνεται ὑπήκοος στόν Πατέρα μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, εἰς ἀπόδειξιν τῆς τελείας, τῆς γνησίας ἀγάπης πρός τόν Θεόν. Γϊνεται ὑπόδειγμα ὐπακοῆς, ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα ἀγάπης σέ ὅλους μας, «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» ( Α΄ Πέτρ, β΄ 21)




Μέ τό αἷμα Του ὁ Χριστός μᾶς ἑνώνει καί μᾶς συμφιλιώνει μεταξύ μας καί μέ τόν Θεόν-Πατέρα. Ἀρκεῖ νά πιστέψουμε Σ’ Αὐτόν καί νά ὑπακούσωμεν εἰς τάς Ἐντολάς τῆς Ἀγάπης Του.

Ανοίγει ὁ Φιλάνθρωπος τήν Πύλην τῆς μετανοίας. «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε τόν Υἱόν  Αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν,  ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 15-16). Διά τῆς παρακοῆς χάσαμε τόν Παράδεισο, διά τῆς ὑπακοῆς θά εἰσέλθωμεν καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον. Διότι ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ μόνη ἀπόδειξις τῆς γνησίας ἀγάπης μας στό Θεό, ἡ ὀποία ἀγάπη, μᾶς κρατάει ἑνωμένους μέ τόν Θεόν.

Πῶς εἶναι δυνατόν νά λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε τόν Θεόν, ὅταν δέν ἀγαπᾶμε τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, τούς συνανθρώπους μας;

Πῶς τολμᾶμε νά ζητοῦμε νά συγχωρήσῃ ὁ Θεός τίς ἁμαρτίες μας

Νά μᾶς ἐλεήσῃ καί νά μᾶς ἐπιτρέψῃ νά εἰσέλθουμε καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον. ὅταν ἐμεῖς δέν ἔχουμε ἔλεος πρός τούς ἄλλους;

Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἰσχυριζώμαστε ὅτι  ἀγαπᾶμε τό Θεό,
ὅταν τρέφουμε μῖσος, γιά τούς ἀδελφούς μας,
ὅταν ἡ ψυχή μας κυριεύεται ἀπό τή μνησικακία,
ὅταν δέν συγχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας γιά τά κακά,
πού μᾶς ἔχουν κάνει.




Ἀπόδειξις τῆς γνησίας ἀγάπης μας στό Θεό εἶναι ἡ ἀγάπη μας πρός τούς  ὁμοιοπαθεῖς ἀδελφούς μας. Κανείς δέν εἶναι ἀναμάρτητος. Ὅλοι εἴμαστε ὑπόδικοι μπροστά στό Θεό. Ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τό ἔλεός Του. Ἔάν λοιπόν θέλουμε νά μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός, ὀφείλουμε νά ἀποβάλουμε τήν ὠμότητα, τή σκληρότητα. Ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἐπιεικεῖς πρός τούς ἄλλους. Νά ἔχωμε ἔλεος. Διότι «ἡ κρίσις τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β΄ 13 ). Γιά νά ἔχουμε ὅμως ἔλεος πρός τούς ἄλλους, πρέπει ὁπωσδήποτε νά  ἔχουμε τέλεια, γνήσια ἀγάπη στό Θεό καί πρός τόν πλησίον διά τόν Θεόν. Τότε θά μπορέσουμε νά συγχωρήσουμε ἀκόμη καί τούς Σταυρωτές μας, κατά τό ὑπόδειγμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τότε καί μόνον τότε θά συγχωρήσῃ ὁ Θεός τίς ἁμαρτίες μας καί μᾶς ἐπιτρέψῃ νά εἰσέλθουμε καί πάλιν εἰς τό Παράδεισον.

Καθημερινά, στήν Προσευχή μας, παρακαλοῦμε τό Θεό νά συγχωρήσῃ τίς ἁμαρτίες μας λέγοντες «... Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν...» (Ματθ. στ΄ 12).

 Καί ὁ Κύριος ἀποκρίνεται στό αἴτημά μας αὐτό καί,  μέ ἁπλᾶ  καί κατανοητά λόγια, μᾶς καθορίζει πῶς θά συγχωρηθοῦμε, ὥστε νά εἴμαστε ἀναπολόγητοι, καί λέγει:

«Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· Ἐάν γάρ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν,  οὐδέ ὀ πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» ( Ματθ. στ΄ 14-15).






Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΟΤΑΝ ΕΛΘῌ Ο ΚΡΙΤΗΣ







Ὁ Παγκόσμιος Κριτής θά ἔλθῃ
«μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς»
(Ματθ. κδ΄ 30).


Ἐπαγρύπνησις.

Τό βέβαιον εἶναι ὅτι ὁ Κύριος θά ἔλθῃ «μετά δυνάμεως
καί δόξης πολλῆς», νά κρίνῃ ζῶντας καί νεκρούς καί
νά ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του.  

Τό Πότε θά ἔλθῃ δέν ἀποκαλύπτεται. Εἷναι γνωστόν μόνον στόν Πατέρα.  Ὁ χρόνος τῆς ἐλεύσεώς Του εἶναι ἄγνωστος σέ μᾶς, γιά τόν ἴδιο λόγο, πού εἶναι ἄγνωστος καί ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ μας θανάτου.« Περί τῆς ἡμέρας ἐκείνης καί  ὥρας οὐδείς οἶδεν, οὐδέ οἱ ἄγγελοι τῶν οὐρανῶν, εἰ μή ὁ Πατήρ μου μόνος» (Ματθ. κδ΄ 36). «Οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἤ καιρούς οὕς ὁ πατήρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσία» (Πραξ. α΄  7).

 Τό ὅτι δέν γνωρίζουμε τήν ἡμέραν καί τήν ὥραν τοῦ τέλους, μᾶς κρατᾶ σέ ἐπαγρύπνησι, σέ νῆψι καί ἐγρήγορσι. Ὁ Κύριος ἐφιστᾶ τήν προσοχήν μας καί λέγει:

 «Προσέχετε δέ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κρεπάλῃ καί μέθῃ καί μερίμναις βιωτικαῖς, καί αἰφνίδιος ἐφ’ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· ὡς παγίς γάρ ἐπελεύσεται ἐπί πάντας τούς καθημένους ἐπί πρόσωπον πάσης τῆς γῆς.
Ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντί καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τά μέλλοντα γίνεσθαι καί σταθῆναι ἐμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. κα΄34-36). «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. κδ΄ 42. κε΄ 13). « Γίνου γρηγορῶν,... Ἐάν οὖν μή γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπί σέ ὡς κλέπτης, καί οὐ μή γνώσῃ ποίαν ὥραν ἥξω ἐπί σέ» (Ἀποκ. γ΄  2-3).




«Ὥσπερ γάρ ἀστραπή ἐξέρχεται ἀπό ἀνατολῶν καί φαίνεται ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται καί ἡ παρουσία τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Ματθ. κδ΄ 27). Εἶναι δέ πλέον ἤ βέβαιον ὅτι «ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετά δέ τοῦτο κρισις» (Ἑβρ. θ΄ 27). Εἷναι δέ πολύ παρήγορον ὅτι δίκαιος Κριτής θά εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος θά εἶναι συγχρόνως Κριτής, ἀλλά καί ὁ πρῶτος παράκλητος, ὁ πρῶτος παρηγορητής καί συνήγορός μας, γιατί σταυρώθηκε,γιά μᾶς.



Θά ἔλθῃ ἐν δόξῃ.

« Καί  ὅταν ἔλθῃ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ» (Ματθ. κε΄ 31),«τότε φανήσεται τό σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ, καί κόψονται πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς καί ὄψονται τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί τῶν νεφελῶν του οὐρανοῦ μετά δυνάμεως καί δόξης πολλῆς» (Ματθ. κδ΄ 30. Πράξ. α΄11).

Ὁ Θεάνθρωπος, ὁ Βασιλεύς τῆς δόξης «Ἰδού ἔρχεται μετά τῶν νεφελῶν, καί ὄψεται αὐτόν πᾶς ὀφθαλμός καί οἵτινες αὐτόν ἐξεκέντησαν, καί κόψονται ἐπ’ αὐτόν πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς. Ναί, ἀμήν» (Ἀποκ. α΄ 7). Καί «τότε καθίσει ἐπί θρόνου δόξης αὐτοῦ», θά εἶναι δέ  μαζί Του καί ὅλοι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι. Καί τότε θά συναχθοῦν ἐμπρός Του πάντα τά ἔθνη, ὅλοι, δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι καί θά τούς ξεχωρίσῃ ὅπωςὁ ποιμένας ξεχωρίζῃ τά πρόβατα  ἀπό τά ἐρίφια.

Καί θά τοποθετήσῃ τά μέν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τά δέ κατσίκια θά τά τοποθετήσῃ στά ἀριστερά του. Καί τότε ὁ Δικαιοκρίτης θά πῇ εἰς ἐκείνους, πού θά εἶναι εἰς τά δεξιά του:

«Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε΄ 34). Καί θά αἰτιολογήσῃ τή δίκαιη ἀπόφασί του λέγων: Εἰσέλθετε εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου  σας, εἰς τήν αἰώνιον βασιλείαν, διότι τηρήσατε τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ στήν καθημερινή σας ζωή. Διότι
«ἐπείνασα, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν,
ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με,
ξένος ἤμην, καί συνηγάγετέ με,
γυμνός, καί περιεβάλετέ με,
ἠσθένησα, καί ἐπεσκέψασθέ με,
ἐν φυλακῇ ἤμην, καί ἤλθετε πρός με» 
                                 (Ματθ. κε΄ 35-36).




Οἱ δίκαιοι, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, ὅπως σέ ὁλόκληρη τή ζωή τους ἦταν ταπεινοί, μέ συντριβή ἀποκρίνονται στήν Εὐσπλαγχνία Του:

« Φιλάνθρωπε Κύριε, πότε σέ εἴδομεν πεινῶντα καί ἐθρέψαμεν, ἤ  διψῶντα καί ἐποτίσαμεν, κλπ.» (Ματθ. κε΄ 37-39). Καί τότε ὁ Κύριος θά ἀποκριθῇ σ’ αὐτούς καί θά τούς πῇ, ἔτσι ἁπλᾶ:

«Ἀμήν λέγω ὑμῖν (ἀλήθεια σᾶς λέγω),
Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν
ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40).

Ὕστερα στραφῇ σ’ αὐτούς, πού ἔχει τοποθετήσῃ στά ἀριστερά του καί θά τούς πῇ:

«Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ  οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ
καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ (Ματθ. κε΄ 41).


Καταδικάζονται διότι δέν τήρησαν στήν καθημερινή τους ζωή τίς πανάγιες Ἐντολές τῆς γνήσιας ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον. ’Επικυρώνει ὁ Δικαιοκρίτης τήν ἐκλογή τους καί τούς καταδικάζει  μέ  αὐτό, πού διάλεξαν.  Δηλαδή διάλεξαν α) τόν αἰώνιον χωρισμόν ἀπό τόν Θεόν, β) συγκατοίκησι μέ τούς δαίμονας καί γ) πῦρ αἰώνιον. Μόνοι τους  ἀρνήθηκαν τόν Θεόν καί τήν Ἀγάπην καί γεύονται τήν Ὀδύνην τῆς δικῆς τους ἐκλογῆς, τήν πικρία τῆς ἀρνήσεως. Διάλεξαν μόνοι τους τόν τόπον τῆς βασάνου καί θά ὀδυνῶνται ἐν τῇ φλογί ταύτῃ, βεβλημένοι ἐν τῇ λίμνῃ τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ.

«Ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος»
                                                     (Ἰακ. β΄13).

Καί αἰτιολογεῖ ὁ Κύριος τήν καταδίκη τῶν ἀμετανοήτων ἁμαρτωλῶν καί λέγει : Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ, διότι
«ἐπείνασα καί οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν,
ἐδίψησα, και οὐκ ἐποτίσατέ με...» (Ματθ. κε΄ 42-43).
Θά ἀρνηθοῦν μέ θρασύτητα τό κατηγορητήριον.
Ὁ Κύριος ὅμως καί σ’ αὐτούς, τούς ἀμετανοήτους,
θά ἀποκριθῇ ἁπλᾶ καί τούς πῇ: «Ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε
ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων,
οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 45).

«Καί ἀπελεύσονται οὗτοι( οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί) εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε΄ 46).

 Εἶναι καιρός νά κατανοήσουμε, πού μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ἄρνησις τοῦ Θεοῦ καί ἡ παρακοή στόν Νόμο τῆς γνήσιας Ἀγάπης. Εἷναι καιρός νά μετανοήσουμε καί νά ἀκολουθήσουμε τόν δρόμον τῶν Ἐντολῶν. Εἶναι καιρός, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά ζητήσουμε ἔλεος,  τό ἔλεός Του ὥστε εἰλικρινά μετανοιωμένοι, τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μας, νά κάνουμε πρᾶξι τήν ἀγάπη  καί νά ἀποφύγουμε τήν αἰώνια καταδίκη.