Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Η ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ



Υπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας




Ἡ ὁσία Μαρία λέγεται Αἰγυπτία διότι κατήγετο ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου. Ζοῦσε δέ ἀπό τήν παιδική  της ἀκόμη ἡλικία  ἔκλυτο, ἔκφυλο, ἀκόλαστο, ἀνήθικο βίο. Δέκα ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια παρέμεινε στήν ἀκολασία καί πολλές ψυχές παρέσυρε στό Θάνατο, διότι ἡ πορνεία εἶναι θάνατος τῆς ψυχῆς. Μετά ὅμως ἀπό τήν πολυχρόνιον αὐτήν παραλυσίαν, κατά ἕνα θαυμαστόν τρόπον, παρέδωκε τόν ἑαυτόν της εἰς τήν ἐγκράτειαν καί ἔφθασε  σέ τέτοιο ὕψος πνευματικῆς τελειότητος, ὥστε νά περιπατεῖ ἐπάνω στά ὕδατα τοῦ Ἰορδάνου καί νά κρατῆται μετέωρη πάνω στή γῆ. Προξενεῖ κατάπληξιν καίς εἰς τούς Ἀγγέλους. Διότι μέ τήν εἰλικρινῆ της καί ἔμπρακτη  μετάνοια, δι’ ἐπιπόνου ἀσκήσεως καί ἐγκρατείας ἔφθασε στό ἀκρότατον ὕψος τῆς ἀρετῆς.




Ποιός δέν θαυμάζει «τήν καλήν ἀλλοίωσιν», τήν ἁγίαν μεταβολήν, τῆς ὁσίας Μαρίας; Ποιός δέν παραδειγματίζεται ἀπό τήν μετάνοια τῆς Ἁγίας; Ποιός δέν ἐνθαρρύνεται νά πάρῃ τήν ἀπόφασι τῆς ἐπιστροφῆς;

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας, Ἐπίσκοπος Κρήτης , στόν Μ. Κανόνα, ἀναφερόμενος στήν ὁσία Μαρία, λέγει:
«Μεγάλων ἀτοπημάτων εἰς βάθος κατενεχθεῖσα,
οὐ κατεσχέθης· ἀλλ’ ἀνέδραμες λογισμῷ κρείττονι πρός τήν ἀκροτάτην διά πράξεως σαφῶς ἀρετήν παραδόξως, ἀγγέλων φύσιν, Μαρία, καταπλήξασα».

Πῶς ὅμως ἐπῆλθε ἡ μεταβολή αὐτή; Κάποτε πληροφορήθηκε ὅτι πολλοί προσκυνητές θά πήγαιναν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά παραστοῦν στήν Ὕψωσι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἀπό περιέργεια ἤ μᾶλλον, μέ σκοπόν νά ἀγρεύσῃ πελάτες ἀκολούθησε καί αὐτή καί πῆγε στά Ἱεροσόλυμα. Στήν προσπάθειά της νά εἰσέλθῃ στόν Ναόν, πού θά γινόταν ἡ Ὕψωσις τοῦ Σταυροῦ, αἰσθάνθηκε μιά ἀόρατη δύναμι νά τήν κρατάῃ ἀκίνητη στήν εἴσοδο  καί νά τήν  ἔμποδίζῃ νά εἰσέλθῃ στό Ναό.Ἔβλεπε ὅλους τους προσκυνητές νά εἰσέρχονται στό Ναό καί αὐτή μόνον δέν μποροῦσε νά εἰσέλθῃ. Καί τότε ἦλθε στόν ἑαυτόν της. Ὁ Φιλάνθρωπος Θεός τήν βοήθησε μέ αὐτόν τόν τρόπον νά συναισθανθῇ τήν ἁμαρτωλότητά της. Νά ἀποδεχθῇ τήν προσωπική της ἐνοχή καί νά μετανοήσῃ εἰλικρινά. Τότε μέ δάκρυα παρεκάλεσε τή Μεγαλόχαρη, τήν ἁγνήν καί ἄχραντον Παρθένον, νά πρεσβεύση στόν Υἱόν της καί νά τῆς ἐπιτραπῇ ἡ εἴσοδος στό Ναό. Τῆς ὑπόσχεται δέ ὅτι θά ἀλλάξῃ ζωή. Δέν πρόκειται νά ξαναγυρίσῃ πίσω στόν ἀκόλαστο βίο. Καί πράγματι μετά τήν εἰλικρινῆ της μετάνοια μπόρεσε, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, νά εἰσέλθῃ εἰς τόν Ναόν. Προσκύνησε τόν Τίμιον Σταυρόν. Εὐχαρίστησε τήν Παναγία καί συντετριμμένη γιά τά πολλά καί μεγάλα ἁμαρτήματά της, πῆρε τή μεγάλη ἀπόφασι: Νά ζήση τόν ὑπόλοιπον χρόνο τῆς ζωῆς της ἐν Χριστῷ.Καί ἀμέσως ἀνεχώρησε καί πῆγε στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου καί ἔζησε ἐκεῖ σαράντα ἑπτά ἔτη ἐπίπονης ἀσκήσεως. Μέ ἀσκητικούς πόνους ἐχαλίνωσε καί νέκρωσε τῆς σαρκός τά σκιρτήματα καί ἀπέδειξε τό ἀνδρεῖον φρόνημα τῆς ψυχῆς. Κατόρθωσε καί νέκρωσε πάντα τά μέλη τῆς σαρκός τά ἐπί τῆς γῆς. Σταυρώθηκε γιά τόν κόσμο, γιά νά ζήσῃ γιά τό Χριστό.

Ἔζησε  σαράντα ἑπτά χρόνια, μέ ἐγκράτεια, προσευχή καί νηστεία καί ἐδόξασε τόν Θεόν, πού τῆς ἔδωσε τή Χάρι τῆς μετανοίας καί τή δέχθηκε  εἰλικρινά μετανοιωμένη εἰς τήν Βασιλεία Του.
«Ἡ πορνείαις πρότερον, μεμεστωμένη παντοίαις,
Χριστοῦ νύμφη σήμερον, τῇ μετανοίᾳ ἐδείχθης,
Ἀγγέλων, τήν πολιτείαν ἐπιποθοῦσα, Δαίμονας,
Σταυροῦ τῷ ὅπλῳ καταπατοῦσα· διά τοῦτο βασιλείας, ἐφάνης νύμφη Μαρία πάνσεμνε».

Δύο χρόνια πρίν ἀπό τήν Κοίμησί της συνήντησε στήν ἔρημο ἕναν ἅγιον ἐρημίτην, τόν Ζωσιμᾶ καί ἐξομολογήθηκε ἀπό τήν ἀρχή ὁλόκληρη τή ζωή της καί τόν παρεκάλεσε νά τήν κοινωνήσῃ.Ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς τόν ἑπόμενον χρόνον τήν Μεγάλην Πέμπτην ἔφερε τά ἅγια Μυστήρια πρός κοινωνίαν


καί εἶδε ὅτι ἡ  ὅσία, πού βρισκόταν στήν ἀπέναντι ὄχθην τοῦ Ἰορδάνου,κάνει τό σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, πατᾶ πάνω στά νερά τοῦ ποταμοῦ, καί διεπέρνᾶ τόν ποταμόν, διά τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ἦλθε καί κοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων.




 Ἀφοῦ κοινώνησε, παρέδωκε τήν ἁγιασμένη ψυχή της στόν Κύριο. Τόν ἑπόμενον χρόνον ἐπανῆλθεν ὁ Ἅγιος Ζωσιμᾶς τήν βρῆκε νεκρή, ἁπλωμένη στήν Ἄμμο, μέ τά χέρια σταυρωμένα καί βλέπουσα πρός Ἀνατολάς, στή θέσι πού τήν εἶχε κοινωνήσει τόν προηγούμενον χρόνον, καί γράμματα πλησίον αὐτῆς, πού ἔλεγαν:


«Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, θάψον ὧδε τό σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τήν αὐτήν ἡμέραν, καθ’ ἥν ἐκοινώνησα τῶν ἀχράντων μυστηρίων. Εὔχου ὑπέρ ἐμοῦ».
Λέγεται ὅτι ὁ πατήρ Ζωσιμᾶς προσπάθησε νά τή θάψῃ στή θέσι αὐτή  καί ἐπειδή δέν μποροῦσε νά ἀνοίξῃ τόν τάφο, βρίσκόταν σέ ἀπορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς ὁσίας παρεστῶτα καί τά ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα». Δηλαδή εἶδε ἕνα μεγάλο Λιοντάρι νά στέκεται δίπλα στό  ἅγιο λείψανο τῆς ὁσίας καί νά γλείφῃ τά ἴχνη της. Τρόμαξε ὁ Ἀββᾶς. Ἀλλά τό Λιοντάρι, μετά ἀπό παράκλησι τοῦ Ἀββᾶ, ἔσκαψε μέ τά μπροστινά του πόδια τό λάκκο, γιά νά ἐνταφιασθῇ τό σκήνωμα τῆς Ἁγίας. Τόν βίον της ἔγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων. Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν μνήμη της τήν πρώτην Ἀπριλίου. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὅμως ὥρισαν καί τήν Ε΄ Κυριακήν τῶν νηστειῶν νά τιμᾶται ἡ Ἁγία, μέ σκοπόν νά διεγείρῃ τούς ῥαθύμους καί ἀμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν. Προβάλλουν δέ  ἀφ’ ἑνός μέν τήν Ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτίαν ὡς ὑπόδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ, διακηρύττουν τό ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ, καί τή χαρά πού γίνεται στόν Οὐρανό ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι.
Τό μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σαφές: Ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο, νά σώσῃ ὅλους ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς, διότι θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν.




Τώρα ἀπομένει ἡ δική μας θέλησι.

Νά ἔλθουμε δηλαδή σέ περισυλλογή καί ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον. Νά ἔλθουμε σέ αὐτογνωσία. Νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί ἔμπρακτα. Νά ἀναγνωρίσῃ ὁ καθένας μας τήν προσωπική του ἐνοχή, νά ἐπιστρέψουμε κοντά στό Θεό καί,  ἀφοῦ καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἀποφασισμένοι νά ἐπιτελοῦμεν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ (πρβλ. Β΄ Κορινθ. ζ΄1) , νά ζητήσουμε  καί νά λάβουμε τό ἕλεός Του. Ἕνα ἄριστο πρότυπο, ζωντανό παράδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας καί ἐπιστροφῆς εἶναι καί ἠ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Μέ τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἐν Χριστῷ ζωήν, ἄν θέλῃ ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ νά γίνῃ πράγματι «καινή κτίσις». Μπορεῖ νά μεταμορφωθῇ ὁλοκληρωτικά.

Καί εἶναι καιρός, πρίν νά εἶναι ἀργά, ὁ καθένας μας νά ἔλθῃ «εἰς ἑαυτόν». Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιησουμε ὅλοι «τό βραχύ τῆς ζωῆς» καί «τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων».

Εἶναι καιρός νά μετά-νοήσουμε καί νά βάλουμε «ἀρχήν» στή ζωή μας. Νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν καί νά κάμουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγελιον. Φιλάνθρωπος Θεός μᾶς δέχεται εἰλικρινά μετανοιωμένους. Θύει γιά χάρι μας «τόν μόσχον τόν σιτευτόν». Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό σκοπό «ὁ Χριστός, ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα. Αὐτόν προσκυνήσωμεν».





Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ 1821






ΕΝΣΑΡΚΩΣΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΤΗΣ ΑΥΤΑΠΑΡΝΗΣΕΩΣ, ΤΗΣ  ΑΥΤΟΘΥΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΕΒΕΝΤΙΑΣ.



Δέν εἶναι τυχαῖον τό γεγονός ὅτι, ὡς ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ὁρίζεται ἡ 25η Μαρτίου, ἡ ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, ἡ ἡμέρα κατά τήν ὁποίαν ὁ Θεός εὐαγγελίζεται τήν ἀπελευθέρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους ἀπό τήν πραγματική δουλεία τῶν ἀνθρώπων στήν ἁμαρτία, στά βρωμερά μας Πάθη, στό Θάνατο. Δεδομένου ὄντος ὅτι «ὁ ἐλεύθερος παθῶν, (εἶναι) ὄντως ἐλεύθερος».


Τετρακόσια(400) ὁλόκληρα Χρόνια ἡ Ρωμιοσύνη στέναζε κάτω ἀπό τόν ἐπώδυνο Τουρκικό ζυγό. Ἡ ἔνδοξη Ἑλληνική ἱστορία, σκόπιμα, σήμερα παραχαράσεται, διαστρέφεται. Ὑπάρχουν, δυστυχῶς,  καί σήμερα, Γραικύλοι, Ἐφιάλτες, Πήλιο-Γούσηδες, Ἰοῦδες, δοσίλογοι, προδότες, πού, χωρίς ντροπή, συνεργάζονται μέ τούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος, «ἀντί πινακίου φακῆς» ἤ «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων» καί διαστρέφουν τήν Ἱστορία μας. Ὑπάρχει ὅμως γραμμένη, μέ τό αἷμα τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821, καί δέν ξεγράφεται, καί καλόν εἶναι ἡ Νέα Γενιά, νά μελετᾶ μέ προσοχή τήν πραγματική ἔνδοξη Ἱστορία, γιά νά γνωρίσῃ ὅλα τά ἀνατριχιαστικά μαρτύρια καί τίς Θυσίες τῶν ραγιάδων, τετρακόσια ὁλόκληρα χρόνια,



Καί ἦταν ὅλα σιωπηλά,

Γιατί τἄσκιαζε ἡ φοβέρα,

Καί τά πλάκωνε ἡ σκλαβιά.

Εἶναι ἀνάγκη ἡ Νέα Γενιά νά μελετήσῃ τήν πραγματική Ἑλληνική Ἱστορία, γιά νά μάθῃ καί νά ἐκτιμήσῃ τήν Ἀλήθεια, Γιά νά μάθῃ ποιός κράτησε

ζωντανό τό Γένος σ’ αὐτά τά τετρακόσια χρόνια τῆς ἐπώδυνης σκλαβιᾶς. Σ’ αὐτήν τήν ἀνάρτησι δέν κάνουμε μάθημα Ἱστορίας, ἀλλ’ ἁπλῶς συνιστοῦμε μελέτη τῆς ἱστορίας πρός γνῶσιν καί συμμόρφωσιν. Διότι «ὄλβιος (εὐτυχής εἶναι) ὅστις τῆς Ἱστορίας ἔσχε μάθησιν» καί διότι, ἀναμφισβήτητα, ἡ ἱστορία εἶναι διδάσκαλος τῆς ζωῆς (Historia magistra vitae).

Εἶναι καιρός νά μάθῃ ἡ Νέα Γενιά ὅτι ἡ Ἑκκλησία, ἡ Ὀρθοδοξία, κράτησε στή ζωή τή Ρωμιοσύνη καί τετρακόσια χρόνια προετοίμαζε τόν ξεσηκωμό τοῦ Γένους.





Ἵδρυσε τό «Κρυφό Σχολειό», πού

λειτουργοῦσε καθ’ ὅλην τήν διάρκεια τῆς ἐπάρατης Τουρκοκρατίας.  Διατηροῦσε ζωντανή τή γλῶσσα καί τήν ἱστορική μνήμη, διότι ὁ λαός, πού δέν γνωρίζει τό παρελθόν του δέν μπορεῖ νά οἰκοδομήσῃ τό μέλλον του. Κράτησε ἀκμαῖο, ὑψηλό τό Θρησκευτικό καί τό Ἐθνικό φρόνημα τῶν ραγιάδων. Σύσσωμος  ὁ Κλήρος (Δεσποτάδες, Παπάδες, Καλόγεροι), δίδασκε, ἐνθάρρυνε, ἐνίσχυε τό Λαό, ἀψηφῶντας τούς κινδύνους.




Κήρυξε τήν ἔναρξι τῆς Ἐπαναστάσεως τήν 25ην  Μαρτίου τοῦ 1821 καί εὐλόγησε τόν ἀγῶνα, γιά τήν ἀποτίναξι τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ.

 Μετέτρεψε τά Μοναστήρια καί τίς Ἐκκλησιές ὄχι μόνον σέ ἀσφαλῆ  Νοσηλευτήρια τῶν λαβωμένων ἀγωνιστῶν, ἀλλά   καί σέ καταφύγιον ὅλων τῶν καταδιωκομένων.

 γνώριζε ἡ Ἐκκλησία ὅτι μοναδικά ὅπλα τῶν σκλαβωμένων ἦταν ἡ Πίστις στό Χριστό, ἡ Ἀγάπη στήν Πατρίδα καί τή Λευτεριά, τό θάρρος, ἡ τόλμη, ἡ σωφροσύνη, ἠ ἀνδρεία, μέ δυό λέξεις: «τό ἑλληνικό φιλότιμο», «ἡ ἑλληνική Λεβεντιά». Γι’  αὐτό ἀγκάλιασε τούς ἀγωνιστές. Γι’ αὐτό ἔλιωσε τά καντήλια, τά δισκοπότηρα, καί τά ἀφιερώματα καί τά ἔκαμε «βόλια», γιά τόν ἀγῶνα.

Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα (1821) εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ Πνεύματος τῆς αὐταπαρνήσεως, τῆς αὐτοθυσίας καί τῆς ἑλληνικῆς Λεβεντιᾶς.

Ἡ Ἐπανάστασις ἔγινε γιά νά σταματήσῃ ὁ ἐμπαιγμός, ἡ τυραννία, τό παιδομάζωμα, ὀ ἐξευτελισμός, ἡ καταφρόνια, ἡ ἀτίμωσις. Νά παύση νά βλασφημῆται ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ και νά μολύνονται τἄχραντα Μυστήρια, νά γκρεμίζονται οἱ Ἐκκλησιές καί νά μετατρέπονται σέ μιαρά προσκυνήματα τοῦ Μωάμεθ.
Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα ἔγινε ὄχι μόνον, γιά
νά λυτρωθοῦμε ἀπό τή σωματική σκλαβιά, ἀπό τή  στέρησι καί τή σωματική κακοπάθεια, ἀλλά κυρίως ἔγινε γιά  τήν ὀρθόδοξη Πίστι μας στό Χριστό καί γιά τήν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος ὅτι «Οὐδέν γλύκιον Πατρίδος».



Οἱ ἀγωνιστές τοῦ Εἰκοσιένα μαζί μέ τόν ὕμνο στή Μεγαλόχαρη· «Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τά νικητήρια...»· συνθέτουν καί Νέον Ὕμνον, τό πολεμικόν ᾆσμα τοῦ 1821, πού αἰτιολογεῖ τόν ξεσηκωμό τῶν ραγιάδων, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν, καί μάλιστα χωρίς πολεμεφόδια:
«Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστι τήν ἁγία
 καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερία
γι’ αὐτά τά δύο πολεμῶ
 κι’ ἄν δέν τά ἀποκτήσω,
τί μ’ ὠφελεῖ νά ζήσω;»

Πολεμοῦν γιά τήν Πίστι καί τή Λευτεριά. Γι’ ὅλους αὐτούς τούς τιμίους καί ἁγνούς ἀγωνιστές,                «Κάλλιο εἶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή
               παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά καί φυλακή».
«Ὁ Γέρος τοῦ Μωριά», ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
διαπιστώνει τή σκληρή πραγματικότητα καί λέγει «Ὅ,τι κάμωμε  μονάχοι καί δέν ἔχομε ἐλπίδα καμμία ἀπό τούς ξένους».



Ἡ Ἑλλάδα, πού ἔθρεψε μέ τό γάλα της ὁλόκληρο τόν κόσμο καί φώτισε πάντα τά Ἔθνη, τώρα βαδίζει ὁλομόναχη, γιά τήν ἀνάκτησι τῆς Ἐλευθερίας της.
Αὐτή  τήν ἴδια διαπίστωσι κάνει καί ὁ Ἐθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός, στόν ὕμνο εἰς τήν Ἐλευθερίαν (10), λέγων:

«Μοναχή τό δρόμο ἐπῆρες,
ἐξανάλθες μοναχή
Δέν εἶν’ εὔκολες οἱ θύρες
ἐάν ἡ χρεία τές κουρταλεῖ».

Ὁ Ἀρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης καί μαζί του οἱ περισσότεροι ἀγωνιστές ξεκινοῦν τήν Ἐπανάστασι μέ μοναδικά ὅπλα τήν Πίστι στό Θεό καί τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα. Χαριτολογῶντας ὁ Γέρος τοῦ Μωριά ἔλεγε:



«Ἡμεῖς ἄν δέν εἴμεθα τρελλοί δέν θά ἐκάμαμεν τήν Ἐπανάστασι, διατί θά ἠθέλαμε συλλογισθῇ πρῶτον διά πολεμεφόδια...»

Ἀντλοῦν θάρρος ἀπό τήν Πίστι τους. Πολεμοῦν καί κινδυνεύουν τή ζωή τους «εἰς πόλεμον ἱερόν. Εἶναι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Πατρίδος». Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα «εἶναι μάχη μεταξύ  εὐσεβείας καί ἀσεβείας, ἀληθείας καί ψεύδους, νόμου καί τυραννίας» (δές Ἀπομνημονεύματα).

            Τήν ἴδια πίστι καί τήν ἴδια ἀγάπη ἔχει καί
             ὁ Μακρυγιάννης.

Ὁ Κολοκοτρώνης προστάζει· «Νά κινηθοῦν ὅσοι βαστοῦν ἅρματα καί πιστεύουν στό Χριστό καί ἀγαποῦν τήν Πατρίδα». (Δές Τερτσέτη, Ἀπομν. Σελ.211):

«Ἥμεῖς δέν προσκυνοῦμεν..., γράφει στό Κεχαγιά. «Μόνον ἕνας Ἕλληνας νά μείνῃ, πάντα θά πολεμοῦμε καί μήν ἐλπίζῃς πώς τή γῆ μας θά τήν κάμῃς δική σου. Βγάλτο ἀπ’ τό νοῦ σου».

Καί σάν μια ψυχή,  Κλῆρος καί Λαός, μέ θαυμαστή Ὁμοψυχία παίρνουν τήν ἀπόφασι: «Ἐλευθερία ἤ Θάνατος». Ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης λέγει χαρακτηριστικά: «Ἕλληνες πηγαίνετε εἰς τά σπίτια σας, μή ἔχετε κανένα φόβον, καί τοῦ Θεοῦ ἡ δύναμις θέλει τά οἰκονομήσῃ ὅλα».

«Ὁ κόσμος δέν εἶναι ἔρημος Θεοῦ. Διαλέγει κατοικίαν Του τήν καρδίαν τῶν ἐναρέτων, ραῒζεται τό ἀγγεῖο, συντρίβεται ὁ ἀλάβαστρος, ἀλλά τό θυμίαμα δέν ξεθυμαίνει, ζωογονεῖ ἄλλες καρδίες ἀνθρώπων, καί ἐπί τέλους τό Καλό θριαμβεύει» (Γ.Τερτσέτη- Πολυζωῒδη,  Ἀπομν. Κολοκοτρώνη, σέλ.268-9).

«Ἐβαπτίσθημεν μία φορά μέ τό λάδι, βαπτιζόμεθα καί ἄλλην μίαν μέ τό αἷμα διά τήν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος. Ἐλευθερία Πατρίδος εἰς τά χείλη του ἦτον Θρίαμβος Πίστεως».

«Μή μικροψυχοῦμε, ὁ Θεός ἔδωσε τήν ὑπογραφή Του διά τήν ἐλευθερίαν τῆς Ἑλλάδος, δέν τήν παίρνει πίσω».
Μέ αὐτήν τήν Πίστιν ἀποτινάσσουν τόν τουρκικό ζυγό καί μεγαλουργοῦν.

Τά σοφά  λόγια τοῦ Κολοκοτρώνη βγαίνουν μέσ’ ἀπό τήν καρδιά του καί βασίζονται στίς Θυσίες καί τά αἵματα τῶν Ἡρώων τοῦ Εἰκοσιένα.




Καί πολύ σοφά, ὁ ἐθνικός μας ποιητής Κωστῆς Παλαμᾶς διακηρύττει ὅτι
«Ἡ μεγαλοσύνη στά Ἔθνη
δέν μετριέται μέ τό στρέμμα.
Μέ τῆς καρδιᾶς τό πύρωμα
Μετριέται καί μέ τό αἷμα».



Μεγαλουργοῦν καί  θριαμβεύουν οἱ Ἕλληνες ὅσο εἶναι ἑνωμένοι σέ μια ψυχή. Ἀπό τή στιγμή, πού μπαίνει ὁ Διάολος μέσα  σέ μερικούς ἀθλίους Πηλιο-Γούσηδες, τά πράγματα ἀλλάζουν. Καί, δυστυχῶς, δέν ἔλειψαν οἱ μικρόψυχοι, ἐγωϊστές, ἀρχομανεῖς, πού μπῆκε ὁ διάολος μέσα τους καί θέλησαν, πρίν ἀκόμη καλά-καλά ἐλεθερωθοῦμε, νά ἀμαυρώσουν τόν τίμιον ἀγῶνα καί νά  πάρουν τήν ἐξουσία, συνθηκολογῶντας μέ τούς ξένους, τούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος.

Μέ πικρία ἀναφέρεται ὁ πιστός καί φιλόπατρις Κολοκοτρώνης, σ’ αὐτή τήν πληγή τῆς Φυλῆς, στή διχόνοια, καί λέγει:






«Καί ἀναμφιβόλως τοῦ Κυβερνήτου εἰς τές ἡμέρες (ἐννοεῖ τοῦ Καποδίστρια) ἤθελαν στοιχειωθεῖ θεμέλια Ἑλληνικῆς καλοζωῒας μακρόβια, ἄν ἡ διχόνοια, παλαιό ἁμάρτημα καί βλάβη θανατηφόρα τῆς φυλῆς μας δέν ἔχυνε εἰς τόν τόπον τά μαῦρα της φίδια» (Ἀπομνημ. σελ. 280).

Στή διχόνοια, πού τυραννεῖ τόν νοῦν μερικῶν Γραικύλων, ἀναφέρεται καί ὁ Διον. Σολωμός στόν Ὕμνον εἰς τήν Ἐλευθερίαν (144-145):

«Ἡ διχόνοια πού βαστάει
Ἕνα σκῆπτρο ἡ δολερή·
Καθενός χαμογελάει,
Πάρτο, λέγοντας καί σύ».

Καί τό σκῆπτρο, πού σᾶς δείχνει
Ἔχ’ ἀλήθεια ὡραία θωριά·
Μήν τό πιάστε, γιατί ῥίχνει
Εἰσέ δάκρυα θλιβερά».

Ἀλλά δόξα τῷ Θεῷ δέ μπόρεσε αὐτή ἡ Ὄχιά, ἡ διχόνοια νά χράνῃ τίς ἅγιες Μορφές τῶν Ἡρώων τοῦ Εἰκοσιένα, διακρίθηκαν διά τήν Πίστι τους καί τήν ἀνυπόκριτη, τήν ἀνιδιοτελῆ καί θυσιαστική ἀγάπη τους στήν Πατρίδα. Ἐνδεικτικά ἀναφέρω μερικές ἀπό τίς ἱερές μορφές, πού δεσπόζουν στήν ψυχή μας ὅπως π.χ.  οἱ Μορφές τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Καραϊσκάκη, τοῦ Μπότσαρη,  τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανοῦ, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ καί πολλῶν ἄλλων ἁγίων Ἡρώων.
Πῶς θά μπορέσουν, οἱ σημερινοί «μιζαδόροι», νά σταθοῦν μπροστά στίς θυσίες καί τή φιλοπατρία τοῦ Κανάρη;


Ξεχνιέται ὁ Μιαούλης, οἱ ἀγῶνες καί οἱ θυσίες του γιά τή Λευτεριά;


 Μπορεῖ κανείς τίμιος νά λησμονήσῃ  τήν προσφορά τῆς Μπουμπουλίνας καί τῆς Μαντώς Μαυρογένους, στόν ἀγῶνα, γιά τή Λευτεριά τῆς Πατρίδος;




Γιατί ἀπηγχονίσθησαν ὁ Γρηγόριος ὁ Ε΄, καί ὁ
ὁ Χρυσόστομος Σμύρνης καί γιατί ἀποτρόπαια κατακρεουργήθηκαν τόσοι ἄλλοι ἀγωνιστές;



Διδάσκονται σήμερα στά Σχολεῖα μας τά ἀνδραγαθήματα τῶν  ἱερῶν αὐτῶν Μορφῶν; Διδάσκεται ἡ Πίστις στό Θεό καί ἡ ἀγάπη στήν Πατρίδα, μέσα ἀπό τά βιβλία, πού ὥπλισαν μέ θάρρος καί ἀνδρεία τούς ἀγωνιστές τῆς Λευτεριᾶς μας; Ἤ μήπως διαστρέφοντες τήν ἔνδοξη Ἱστορία τῆς Ρωμιοσύνης διδάσκουμε στά παιδιά μας τό Κοράνιο τοῦ μίσους και προπαγανδίζουμε τό σοδομισμό, μέ τίς ἔμφυλες ταυτότητες, στήν προεφηβεία;
Τί κρύβεται πίσω ἀπό ὅλα αὐτά, πού συμβαίνουν σήμερα στήν Πατρίδα μας; Latet anguis in herba(κρύπτεται Ὄφις ὑπό τόν χόρτον).

 Εἶναι καιρός νά ξυπνήσουμε ὅλοι, κυρίως δέ οἱ Νέοι καί οἱ Νέες μας, μπροστά στήν ἄβυσσο, πού ἀνοίγουν μπροστά στά μάτια μας οἱ ἐχθροί τῆς Πατρίδος.




Εἶναι καιρός νά  κλείσουμε στήν καρδιά μας  ἐκεῖνες τίς ἅγιες Μορφές τῶν ἀγωνιστῶν, πού πολέμησαν
γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία
καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερία».

Εἶναι καιρός  σήμερα, στή διπλῆ Γιορτή, τήν Ἡμέρα  τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί ἡμέρα τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Γενους ἀπό τόν Τουρκικό ζυγό, νά διακηρύξουμε σέ ὅλους τούς ἐχθρούς μας, μαζί μέ τόν ἐθνικό μας ποιητή ὅτι ἕχουμε μέσα στήν καρδιά μας τό Χριστό καί τήν Ἑλλάδα, καί ὅτι καμμιά δύναμις δέν θά μπορέσῃ νά ξεριζώση ἀπό μέσα μας τά ἱερά αὐτά τῆς Ρωμιοσύνης (Ὕμνος εἰς τήν Ἐλευθερία 97-98):

«Σήμερ’ ἄπιστοι, ἐγεννήθη,
Ναί, τοῦ κόσμου ὁ Λυτρωτής».

«Αὐτός λέγει... ἀφογκρασθῆτε·
Ἐγώ εἶμ’ Ἄλφα, Ὠμέγα ἐγώ·
Πέστε· ποῦ θ’ ἀποκρυφθῆτε
Ἐσεῖς ὅλοι, ἄν ὀργισθῶ






Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουν ὅλοι ὅτι εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄ 2) καί ὅτι «αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄ Ἰωάν. ε΄ 4).

Αὐτή ἡ ὀρθόδοξος Πίστις ἐνίκησε καί τό 1821 καί αὐτό κανείς μας δέν ἐπιτρέπεται νά τό ξεχνάει. Ἀντίθετα ὀφείλουμε νά ἀντλοῦμε θάρρος  ἀπό τήν Πίστι μας καί νά συνεχίζουμε τόν ἀγῶνα μέ τή βεβαιότητα τής νίκης μας «ἐν Χριστῷ».





Ὁ ἐθνικός μας ποιητής Κωστῆς Παλαμᾶς λέγει:

«Τοῦτο τό λόγο θά σᾶς πῶ
δέν ἔχω ἄλλο κανένα
μεθῦστε μέ τ’ ἀθάνατο
κρασί τοῦ Εἰκοσιένα».





















Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ἤ ΘΑΝΑΤΟΣ»

Ἡ ἐλευθερία εἶναι δῶρον Θεοῦ στον ἄνθρωπον

Χθές μέ εἶδες ἱδρωμένο καί μέ ρώτησες, «γιατί;»
κι’ ἐγώ, στενοχωρημένος, σοῦ ἀπάντησα εὐθύς:

«Τῶν ἀνθρώπων τό κατάντημα μέ θλίβει καί ἱδρώνω ἀπό ντροπή».
Ἡ ζωή μας εἶναι «ὕβρις» στό Δημιουργό.


Τί σκέψεις καί τί λόγια ξεστομίζουμε, χωρίς ντροπή; Οἱ λογισμοί μας πονηροί, οἱ φαντασίες μας ἀπρεπεῖς, τά λόγια μας στάζουν φαρμάκι καί οἱ πράξεις μας; Πράξεις ἄδικες, πράξεις μίσους.


Μετουσιώσαμε τόν Παράδεισο σέ «χοιροστάσι».
Μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός μικρούς θεούς, μέ νοῦν καί ἐλευθερίαν, κι’ ἐμεῖς δέν νοιώσαμε τήν τιμήν καί γίναμε χειρότεροι ἀπό τά ἀνόητα, τά ἄλογα ζῶα. Ἀποκτηνωθήκαμε. Στήν πρᾶξι στρέφει ὁ Μανασῆς καί τρώγει τίς σάρκες του, κατεσθίει τόν ἀδελφό του (πρβλ. Δ΄ Βασιλ. κα΄ 16).

Ὁ Πανάγαθος Θεός μᾶς  χάρισε «νοῦν», γιά νά διακρίνουμε καί νά ξεχωρίζουμε τό Καλόν ἀπό τό Κακόν, τήν ζωήν ἀπό τόν Θάνατο, τό πῦρ ἀπό τό ὕδωρ. Μᾶς ἐχάρισε δέ καί «ἐλευθερίαν», ὥστε νά μποροῦμε νά διαλέξουμε. Κι’ ἐμεῖς, δυστυχῶς, κάνουμε κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆ ἐλευθερίας, καί ἔτσι κάνουμε τή ζωή μας «κόλασι». Καί αὐτό, πού λέω, δέν εἶναι ὑπερβολή.

Εἶναι κοινή διαπίστωσις.

Ὁ Θεός ὡς παντοδύναμος μπορεῖ νά μᾶς ἐξαναγκάσῃ νά κάνουμε καλή χρῆσι τῆς ἐλευθερίας, πού μᾶς χάρισε. Ὅμως ὡς Πανάγαθος δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Θέλει νά φθάσουμε ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα εἰς τό καθ’ ὀμοίωσιν», μέ τή θέλησί μας. Θέλει νά γίνουμε συνεργάτες Του στή δημιουργία, ὥστε νά νοιώσουμε καί  τή χαρά τῆς δημιουργίας. Ἡ ἐλευθερία εἶναι θεῖον δῶρον τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπον. Εἶναι «δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον».

Πότε θά κατανοήσουμε τήν τιμήν; Πότε θά  συνειδητοποιήσουμε τήν ἀξία τῆς ἐλευθερίας στή ζωή μας; Πότε θά καταλάβουμε ὅτι ἡ πραγματική ἐλευθερία, δέν ἔχει ἀπολύτως καμμιά σχέσι μέ τήν ἀσυδοσία;


Εἶναι καιρός νά ἔλθῃ κάθε ἄνθρωπος «εἰς ἑαυτόν». Νά ἔλθουμε ὅλοι μας εἰς ἐπαφήν μέ τήν πραγματικότητα. Νά ἐννοήσουμε ὅτι ἡ ἐλευθερία μας ἔχει ὅρια, τήν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων. Ὁ καθένας, δηλαδή, μπορεῖ νά κάνῃ ὅ,τι δέν βλάπτει τόν ἄλλον. Ὁ καθένας ὀφείλει νά συλλειτουργῇ ἐποικοδομητικά μέσα στό κοινωνικό σύνολον.
Δέν ἐπιτρέπεται ὁ ἕνας νά ἐκμεταλλεύεται τήν ἀδυναμία ἤ τήν κουφότητα τοῦ ἄλλου. Ὀφείλει ὁ ἕνας νά στηρίζῃ τόν ἄλλον.
Ὁ ἁπόστολος Παῦλος λέγει:
«Μείνετε στερεοί  σεβαστῆτε τήν ἐλευθερίαν, πού
σᾶς  χάρισε ὁ Χριστός καί μή ὑποκύπτετε πάλιν εἰς ζυγόν δουλείας... Σεῖς ἔχετε κληθῆ ἀπό τόν Κύριον, γιά νά εἶσθε ἐλεύθεροι ἀπό κάθε δουλείαν. Μόνον προσέξατε, μήπως ἐκλάβετε τήν ἐλευθερίαν ὡς πρόφασιν, γιά νά ζῆτε σύμφωνα μέ τίς ἐπιθυμίες τῆς σαρκός. Ὀφείλετε νά ἀποφεύγετε τήν ἁμαρτωλή διαγωγή καί μέ  γνήσια ἀγάπη νά ὑπηρετῆτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἄλλωστε ὅλος ὁ Νόμος συνοψίζεται σέ μια φρᾶσι· στό νά ἀγαπήσῃς  τόν πλησίον σου σάν τόν ἑαυτόν σου. Εἰ δέ ἀλλήλων δάκνετε καί κατεσθίετε, βλέπετε μή ὑπό ἀλλήλων ἀναλωθῆτε. Δηλαδή, ἄν δαγκώνετε  καί τρῶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, προσέξτε μήπως ἀλληλοεξοντωθῆτε καί ἀφανισθῆτε μεταξύ σας (Γαλάτ. ε΄ 1-13).
Ἄν ἐξετάσουμε προσεκτικά σήμερα τή ζωή τῆς ἀνθρωπότητος , θά διαπιστώσουμε ὅτι βαδίζουμε ὁλοταχῶς στήν αὐτοκαταστροφή μας. Κι’ αὐτό, γιατί δέν κάνουμε καλή χρῆσι τῶν θείων δώρων, τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας. Γιατί θεριεύουν τά βρωμερά Πάθη μέσα μας καί λειτουργοῦμε στή ζωή μας σάν ἄγρια, σαρκοφάγα ζῶα. Ἔχουμε ξεφύγει ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἀρνούμαστε τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί λατρεύουμε τά Εἴδωλα, ἀργύριον καί χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. Ὑψώσαμε σέ Θεότητα τό Βόρβορο.























Τόν Ἐγωϊσμό, τήν ὑπερηφάνια, τήν ἀλαζονία, τόν Πανσεξουαλισμό  τήν Ψευτιά, τήν Ὑποκρισία καί πᾶν φαῦλον πρᾶγμα. Δέν κάνουμε καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας μας. Δέν ἐκλέγουμε τή ζωή, ἀλλά τό Θάνατο. Παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς» (Θρῆνοι γ΄ 34), «δέσμιοι σκότους καί  μακρᾶς πεδῆται νυκτός»
(Σοφ. Σολομ. ιζ΄ 2), δηλαδή δέσμιοι τοῦ σκότους καί αἰχμάλωτοι μακρᾶς, παρατεταμένης νυκτός.
Παραμένουμε, μέ τή θέλησί μας, κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου.
Ἄν θέλουμε, μποροῦμε νά ξεφύγουμε ἀπό τήν ὑποδούλωσι στά βρωμερά μας πάθη, κάνοντας καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας μας.





Ὁ Χριστός μέ τή Σταυρική Του θυσία καί τήν Ἀνάστασί Του καταργεῖ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολον, καί ἔτσι μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Κύριος  ἀπαλλάσσει  καί ἐλευθερώνει
ὅλους ἐκείνους, πού ὁ φόβος  τοῦ θανάτου τούς εἶχε καταδικάσει νά εἶναι δοῦλοι τῆς ἀγωνίας  καί τοῦ φόβου τοῦ θανάτου σέ ὅλη τους τή ζωή (πρβλ. Ἑβρ. β΄ 14-15). Δυστυχῶς ὅμως ἐμεῖς ἐμμένουμε τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ καί καθοδηγοῦμε καί τά παιδιά μας στήν ἀπομάκρυνσιν ἀπό τό Θεό, στήν ὑποδούλωσι τῶν βρωμερῶν μας παθῶν.
Δέν εἶναι καιρός νά ξεφύγουμε ἀπό τήν Ὀδύνη, πού γεννᾶ στήν ψυχή καί τή ζωή μας ἡ ὑποδούλωσι στά Πάθη καί τίς κακίες, καί νά ἀποτινάξουμε τόν ζυγόν τόν τῆς ἁμαρτίας;
Δέν εἶναι καιρός νά χαροῦμε τήν ἐλευθερίαν, πού
μᾶς χάρισεν ὁ Θεός, παραμένοντας πραγματικά ἐλεύθεροι;
Δέν εἶναι καιρός νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τά χαμηλά πάθη καί τίς κακίες μας καί νά ἀγκαλιάσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον μέ γνήσια ἀγάπη καί καλωσύνη;
Ὁ Κύριος δέν θέλει νά ζοῦμε σ' αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία, τόν καιρόν τῆς μετανοίας,   σάν  «ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη» (Ματθ.η΄30),
ἀλλά ἐπιθυμεῖ νά εἴμαστε μεταξύ μας μέ τή δική Του γνήσια ἀγάπη ἄρρηκτα   ἑνωμένοι, ὡς «κοινωνία προσώπων», «κοινωνία Ἁγίων».
Ὁ Θεός  δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Μακροθυμεῖ καί περιμένει νά μετανοήσουμε  νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐγκολπωθοῦμε τή γνήσια ἀγάπη Του καί εἴμαστε  ἑνωμένοι μαζί Του, ἐν τῇ ἀγάπῃ,«ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὀ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).