Πέμπτη, 28 Δεκεμβρίου 2017

ΤΟ ΝΕΟΝ ΕΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΟΝ ΘΕΟΥ



ΝΕΑ  ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΠΡΟΣ  ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ.

«Ἰδού νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, ἰδού νῦν
  ἡμέρα σωτηρίας» (Β΄Κορινθ. στ΄ 2).

Ὁ Ἕνας καί Μόνος ἀληθινός Θεός εἶναι ἄπειρη Ἀγάπη, ἄπειρον Ἔλεος καί μακροθυμεῖ. Ἐπειδή, ὡς καρδιογνώστης, γνωρίζει τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας καί «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί ἐπειδή, ὡς Πανάγαθος, «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄ 4), μᾶς χαρίζει καί πάλιν ἕναν καινούριο χρόνο, μιά νέα εὐκαιρία περισυλλογῆς, αὐτοεξετάσεως, πρός αὐτογνωσίαν καί Θεογνωσίαν.





Τό Νέον Ἔτος εἶναι  δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον. «Καί πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπό τοῦ Πατρός τῶν φώτων» (Ἰακ. α΄ 17). Τό νέον ἔτος εἶναι νέα εὐκαιρία μετανοίας πρός σωτηρίαν. Εἶναι δῶρον Θεοῦ. Ὁ Ἑλεήμων καλεῖ τόν καθένα, πού βρίσκεται «ἐκτός ἑαυτοῦ», νά ἔλθῃ «ἑαυτόν», νά περισυλλεγῇ, καί μετά ἀπό ἕνα ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον, νά ἔλθῃ σέ αὐτογνωσία καί, εἰλικρινά μετανοιωμένος, νά ἐπιστρέψῃ  πίσω στό
Πατρικό σπίτι, «στήν Πατρική Ἑστία», στήν Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὑδατος, κοντά στό Θεό. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ Πανάγαθος μᾶς χαρίζει μέρες, ἕναν Καινούριο Χρόνο. Ἕρχεται μέ τή Χάρι Του νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό Βόρβορο, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», στήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγεῖ καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς», ἀρκεῖ νά τό θελήσουμε. Ἀρκεῖ νά ἀφήσουμε τό «Χοιροστάσι» καί τά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας καί,  μέ τή θέλησί μας, νά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρικήν Ἑστία καί νά γευθοῦμε «τόν μόσχον τόν σιτευτόν».


Τό Νέο Ἔτος εἶναι ὁ κατάλληλος καιρός, ἰδού τώρα εἶναι  ἡμέρα σωτηρίας,  ἡμέρα πού ὁ Πολεύσπλαγχνος δείχνει σέ μᾶς τήν εὔνοιά Του καί τά Ἐλέη Του (Β΄ Κορινθ στ΄ 2).
Εἶναι καιρός «νά φύγουμε», ὅπως λέει ὁ ποιητής, «ἀπό τήν πνιγερή ζωή» καί νά εἰσέλθουμε «στῆς Ὀμορφιᾶς τή σφαῖρα». Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει νά φύγουμε ἀπό τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας, νά πιστέψουμε στό Χριστό, νά ἑνωθοῦμε μαζί Του καί νά γίνουμε φῶς Χριστοῦ. «Γίνεσθε, λοιπόν, μιμηταί τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά. Καί περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ. ε΄ 1-2). Εἶναι καιρός, λέγει ὁ Παῦλος, ἡ πορνεία καί κάθε εἶδος σαρκικῆς
ἀκαθαρσίας ἤ πλεονεξίας δέν πρέπει οὔτε κἄν ὡς ἁπλῆ ὀνομασία νά ἀναφέρεται μεταξύ τῶν πιστῶν, ἀλλά ὀφείλουμε νά ζοῦμε καθώς πρέπει ἁγίοις... καί συνεχίζει ὁ Ἀπόστολος καί λέγει σέ ὅλους μας: «Ὡς τέκνα φωτός περιπατεῖτε... Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε, μή ὡς ἄσοφοι, ἀλλ’ ὡς σοφοί, ἐξαγοραζόμενοι τόν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσι...» (Ἐφεσ. ε΄ 1-21).
Καιρός νά ἀξιωποιήσουμε τίς μέρες, πού μᾶς χαρίζει ὁ Θεός, τίς μέρες τοῦ  τοῦ Νέου Ἔτους καί νά ἀποφύγουμε τίς ἀνοησίες καί μέ σύνεσι καί σωφροσύνη, νά κατανοήσουμε τό θέλημα τοῦ Κυρίου σέ κάθε περίστασι καί νά συμπεριφερώμαστε σάν πραγματικά σοφοί καί συνετοί. Νά ἀποφεύγουμε τή μέθη καί κάθε διαφθορά καί ἀσωτία καί νά γεμίζουμε τήν ψυχή μας μέ τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὥστε μέ τήν καρδιά μας νά  ψάλλουμε ψαλμούς καί ὕμνους καί ᾠδές πνευματικές στόν Κύριο. Νἆναι ἡ ζωή μας ὁλόκληρη «πρᾶξις  γνησίας Ἀγάπης». Νά Ψάλλουμε δέ ὄχι μόνον μέ τό στόμα, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας καί νά Τόν εὐχαριστοῦμε, γιά ὅλες τίς φανερές καί ἀφανεῖς Εὐεργεσίες Του σέ μᾶς. Νά Τόν εὐγνωμονοῦμε καί γιά τόν καινούριο Χρόνο. Διότι Σ’ Αὐτόν καί μόνον ἀνήκει ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. Αὐτός καί μόνον Αὐτός, ὁ Ἀγαπημένος μας Ἰησοῦς Χριστός, ὁ ἀληθινός Θεός, πού ἔγινε γιά Χάρι μας ταπεινός ἄνθρωπος, ἔδειξε καί καθε
στιγμή  δείχνει σέ ὅλους μας τήν μακροθυμία Του καί μᾶς σκεπάζει μέ τή Χάρι Του καί τήν εὐεργετική Του Παρουσία. Αὐτός καί μόνον Αὐτός μᾶς ἀγαπᾶ καί συνεπῶς μόνον Σ’ Αὐτόν ἀνήκουν ὠδές καινές καί ὕμνοι Εὐχαριστίας. «Τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καί λούσαντι ἡμᾶς ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ, καί ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλείαν, ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί Πατρί αὐτοῦ, αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (πρβλ. Α΄ Τιμ. α΄ 17. Ἀποκ. α΄ 5-6).





Ἐπ' Εὐκαιρίᾳ  τοῦ Νέου Ἔτους 2018 Ὁλοψύχως εὔχομαι σέ ὅλους τούς ἐπισκέπτας μας χρόνια πολλά καί καλά, μέ Υγεία καί χαρά καί τό Νέο Ἔτος εὐλογημένο ἀπό τό Θεό, χαρούμενο καί καρποφόρο! Εὔχομαι ὁ Θεός νά χαρίζῃ τήν εἰρήνη στόν κόσμο καί νά καθοδηγῇ  τά βήματα ὅλων μας εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν πρός δόξαν τοῦ Παναγίου Ὀνόματός Του!
                       Μέ  γνήσια ἀγάπη
                            π. Στέφανος








Προσθήκη λεζάντας


Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

ΚΥΡΙΕ, ΣΥ ΠΑΝΤΑ ΟΙΔΑΣ





ΣΥ  ΓΙΝΩΣΚΕΙΣ  ΟΤΙ  ΦΙΛΩ  ΣΕ(1)

Κύριέ μου, Ἰησοῦ, ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι μπροστά στό Μέγα τῆς Οἰκονομίας μυστήριον, ὅτι Σύ, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀτρέπτως καί ἀναλλοιώτως γέγονας ταπεινός ἄνθρωπος, δι’ ἡμᾶς τούς ἁμαρτωλούς καί ἀναξίους δούλους Σου.
Κύριέ μου, Ἰησοῦ, ὡς καρδιογνώστης γνωρίζεις καλά, ὅτι Σέ ἀγαπῶ μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μου. Μονάχα Ἐσένα λατρεύω, γνήσια,  εἰλικρινά καί προσπαθῶ. Προσπαθῶ, μέ τή Χάρι Σου, νά κάνω «πρᾶξι», (ὅπως κάθε ἄνθρωπος ὀφείλει), τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Σου. Καί κάθε στιγμή διαπιστώνω ὅτι χωρίς τή δική Σου συμμαχία, εἶναι ὁλόκληρη ἡ ζωή μου,  ὁλοφάνερη  ἀποτυχία.
Χωρίς τή Χάρι Σου, βυθίζομαι στά ἔγκατα τῆς γῆς.
Κατά γενικήν ὁμολογίαν χωρίς Ἐσένα, Κύριέ μου,




εἶν’ ἀλήθεια δέν μποροῦμε τίποτε νά κάνουμε καλό. Μέσα μας καί γύρω μας ὑπάρχει πολλή λάσπη. Μέσα μας καί γύρω μας θεριεύουν ἀνήμερα Θεριά. Μέσα μας κυριαρχεῖ ἄλλος νόμος, ὁ νόμος καί ἡ δύναμις τῆς ἁμαρτίας. Ὄφις φωλιάζει μέσα μας. Ἡ σάρκα ἀντιστρατεύεται στό νόμο τοῦ νοός μου. Καί «οὐ γάρ ὅ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ’ ὅ μισῶ τοῦτο ποιῶ... Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω »(2)Ἡ πάλη εἶναι θανάσιμη. Ἡ σύγκρουσις εἶναι βασική. Παλεύει ἡ ἠθικότητα μέ τήν ἀνηθικότητά μου. Καί ἡ πάλη μας αὐτή δέν εἶναι πρός σάρκα καί αἷμα. Εἶναι πάλη πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις»(3).
Ἀριστεροί, ἀρνητικοί, πονηροί, κάκιστοι λογισμοί
Κατακλύζουν τήν ψυχή μου, θολώνουν τόν νοῦν, μέ δέρνουν μέρα-νύχτα καί δέν βρίσκω ἀναπαμό.
Πολλές φορές βυθίζομαι στή λάσπη, κι’ εἶναι ὀδυνηρή ἡ πτῶσις. Καί τό σκότος βαθύ...
Πολλές φορές χρειάζεται νά γδάρω τό πετσί μου, νά ματώσω τίς σάρκες μου. Θέλω νά νικήσω μέσα μου τήν ἄγρια ροπή πρός τό Κακό. Πολλές φορές Σέ χάνω, Κύριέ μου, Ἰησοῦ. Κι’ ὅταν Σέ χάνω, χάνομαι. Καί ἀπεγνωσμένα Σέ ἀναζητῶ καί ζητῶ τό Ἔλεός Σου. Συγγνώμη... Δέξου, πολυέλεε, τά δάκρυά μου.
Συγγνώμη,  Εὔσπλαγχνε Κύριέ μου, Ἰησοῦ. Δέν μπορῶ νά καταλάβω, πῶς Σ’ ἀρνοῦμαι. Ἀρνοῦμαι τήν ἀγάπη Σου, Χριστέ μου, ἀνερυθριάστως; Ἀνεπαισθήτως ὁ κακός μου ἑαυτός μέ χωρίζει ἀπό Σένα; Συγχώρησέ με Θεέ μου, Μακρόθυμε Κύριε. Μή μ’ ἀφήσῃς νά χαθῶ στήν ἄβυσσο τῶν παρανοήσεων, στό βόρβορο τῶν χαμηλῶν  παθῶν μου. Ποιός ἄλλος θέλει καί μπορεῖ νά μέ λυτρώσῃ ἀπό τόν κακό μου ἑαυτό, ἀπό τό σῶμα μου, πού κυριεύεται ἀπό τήν ἁμαρτία καί σταθερά μέ ὁδηγεῖ στό βέβαιο θάνατο, ἄν ὄχι Ἐσύ, ἀνθρωποκυνηγέ; Ποιός ἄλλος, ἐκτός ἀπό Σένα, μπορεῖ καί θέλει νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς καί νά μᾶς χαρίσῃ τήν ἀθανασία, ἄν ὄχι Ἐσύ, πού καταδέχεσαι καί γίνεσαι ταπεινός ἄνθρωπος δι’ ἡμᾶς;



Ἔκθαμβος στέκομαι μπροστά στό γεγονός, «ὅ  ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν... Ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαυῒδ»(4)
Κύριέ μου, Ἰησοῦ, Σύ, πού  ἔρχεσαι γιά  χάρι μας στή γῆ καί γεννιέσαι μέσα σ’ ἕνα παγωμένο Σπήλαιο καί θερμαίνεσαι ἀπό τά χνῶτα τῶν ἀλόγων ζώων, ἀξίωσε κι’ ἐμᾶς τούς ἀναξίους δούλους Σου νά Σέ προσκυνοῦμε καί νά Σέ λατρεύουμε μέ τήν καρδιά μας. Ὄχι μέ τά χείλη, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας.


Μέ ὁδηγό τόν ἀστέρα φέρνω τά βήματά μου στή Βηθλεέμ, Κύριε. Εἰσέρχομαι στό Σπήλαιο καί συλλογιέμαι, ὅτι «ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· ἐγώ δέ Σέ οὐκ ἔγνω καί ὁ λαός Σε οὐ συνῆκεν» (5). Συγχώρησε τήν πώρωσι καί τήν παραφροσύνη καί γίνε Ἔλεος, Πολυεύσπλαγχνε κι’ ἐλέησε τόν κόσμο Σου καί μή με ἀποδοκιμάσῃς. Δέξου τή δέησί μου. Προσκυνῶ, Κύριε τή συγκατάβασί σου. Προσκυνῶ τήν ἀνερμήνευτη Γέννησί Σου, Χριστέ!  Δέξου τά δάκρυά μου...
Δέξε με μετανοοῦντα καί σῶσον με, ὡς ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος. Συγχώρησέ με, Θεέ μου, ἐσένα μονάχα λατρεύω. « Παντοκράτωρ Κύριε, Σύ πάντα οἶδας, Σύ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε»(1).






«Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί; ὁ ἐν
κόλποις τοῦ Πατρός, πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός; Πάντως ὡς οἶδεν ὡς ἠθέλησε  καί ὡς ηὐδόκησεν· ἄσαρκος γάρ ὤν, ἐσαρκώθη ἑκών· καί γέγονεν ὁ Ὤν, ὅ οὐκ ἦν δι’ ἡμᾶς· καί μή ἐκστάς τῆς φύσεως (6), μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος.
Διπλοῦς ἐτέχθη, Χριστός τόν ἄνω, κόσμον θέλων ἀναπληρῶσαι»

___
(1)       Ἰωάν. κα΄ 17.   (2) Ρωμ. η΄14-25.
(2)        (3) Ἐφεσ. στ΄ 12.   (4) Λουκ. β΄1-20.
(5)       Ἡσ. α΄  3. 
(6)       Χωρίς νά ἀλλάξῃ καθόλου τή θεϊκή Του φύσι, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος. Προσέλαβε τήν ἀνθρωπίνην φύσιν  καί τήν ἐξαγίασε. Ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος , δι’  ἡμᾶς , γιά νά γίνουμε θεοί κατά χάριν καί γιά νά μᾶς ἐπανεισάγει στόν Παράδεισο. Διπλοῦς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου, Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, θέλων νά ἀναπληρώσῃ τόν ἄνω κοσμον. Διότι ὁ Πανάγαθος Θεός δέν μᾶς ἔπλασε, γιά τή γῆ, ἀλλά γιά τόν ἄνω κόσμο, γιά 
τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας αἰωνίως καί νά ὑμνοῦμεν ἀκαταπαύστως τήν Τριαδικήν Θεότητα.
(7) Κάθισμα τῶν Χριστουγέννων.





Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΣΕΝΑ






ΔΕΝ  ΕΧΟΥΜΕ  ΑΛΛΟΝ ΚΑΝΕΝΑ





Ἀνεξίκακε Κύριε, μακρόθυμε καί πολυέλεε
Μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μου,
προσεγγίζω τή Χάρι Σου καί ζητῶ τό Ἔλεός Σου.
Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη, καρδιογνῶστα, νά Σοῦ
ἀνοίξω τήν καρδιά μου. Προσπαθῶ νά βρῶ λόγια...
Λόγια κατάλληλα καί νά συνθέσω ὕμνον ἐπάξιον
τῆς μεγαλειότητός Σου, ὕμνον Εὐχαριστίας 
Σέ Σένα, πού εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, τό
Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο,πού
ἔρχεται στόν κόσμο. Ὕμνον εὐχαριστίας Σέ Σένα,
Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ, πού ἔρχεσαι κοντά μας καί
εἶσαι ὁ μόνος πού ἁπαλύνεις τόν πόνο μας, ὁ μόνος,
πού σπογγίζεις τά δάκρυά μας, γιαίνεις τίς πληγές,
θεραπεύεις τά τραύματα, ὁ μόνος, πού θωπεύεις καί
γαληνεύεις τήν ψυχή μας καί μᾶς χαρίζεις τή ζωή.
Σέ Σένα, τόν πάντων ἐπέκεινα, πού εὐσπλαγχνίζεσαι
τά πλανεμένα πλάσματά Σου, Σέ Σένα, πού, γιά χάρι
μας καταδέχεσαι, καί λαμβάνεις «δούλου μορφήν»,





γεννιέσαι σέ ἕνα παγωμένο Σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, 
γιά νά  ζεστάνῃς τίς παγωμένες ψυχές ὅλων ἡμῶν τῶν
ἁμαρτωλῶν. Ναι, Κύριε, γνωρίζεις  πολύ  καλά, τήν
προσπάθειά μου καί τήν ἀγωνία μου, νά πλέξω ἐπάξιο
ἐγκώμιον, Ὕμνον Εὐχαριστίας, Σέ Σένα, πού εἶσαι
ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, Σέ  Σένα, «Τόν δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο», Σέ Σένα, πού ἐπιβλέπεις
ἐπί τήν γῆν καί τήν κάνεις νά τρέμῃ. Σέ Σένα, πού καταδέχεσαι καί γίνεσαι ταπεινός ἄνθρωπος, καί μέ τήν
ἄκρα ταπείνωσί Σου καί τήν ἄπειρη ἀγάπη σου προτρέπεις  ὅλους ἐμᾶς, τούς ἐραστές τῆς Ἀφροσύνης, «μή ἀνακάμψαι πρός Ἡρώδην», ἀλλά  «ζῆν καθώς πρέπει ἁγίοις» καί γίνεσαι γιά ὅλους μας ἡ Ὁδός τῆς ὄντως ζωῆς. Ὕμνον Σέ Σένα, τό Λυτρωτή καί Θεό, τήν ἄπειρη ἀγάπη, καί δέν βρίσκω λόγια ἐπάξια, καί φοβοῦμαι. Νοιώθω ἀνάξιος. Δέξου, Μακρόθυμε, ἀντί ὕμνου, τά δάκρυά μου, δάκρυα Εὐγνωμοσύνης  σέ Σένα, τόν Εὐεργέτη καί Λυτρωτή καί ἐλέησε ὅλους ἐμᾶς τούς ἀναξίους δούλους Σου. Ἰησοῦ μου, ἐλέησον τόν κόσμον Σου ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά «ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου». Σύ καί μόνον Σύ, μέ τήν ἁγιασμένη Παρουσία Σου, φωτίζεις τά σκοτάδια μας, λαμπρύνεις τή ταλαίπωρη ψυχή μας. Σύ καί μόνον Σύ, κύριε, δίνεις νόημα


καί περιεχόμενον στή ἄχαρη ζωή μας. Ἰησοῦ μου, Σύ εἶσαι τό Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, τό γλυκύ μου Ἔαρ, βοήθησε  ὅλους ἐμᾶς τά πλάσματά Σου  καί φώτιζέ μας, ὥστε νά σέ ὑμνοῦμε καί νά Σέ δοξάζουμε ὄχι μόνο μέ τά λόγια, ἀλλά, πρό πάντων, μέ τά ἔργα τῆς ἁγνῆς καί ἀνυπόκριτης ἀγάπης. Ἰησοῦ μου, μή μᾶς ἀποδοκιμάσης. Σύ, πού ἄφησες τό Θεϊκό σου θρόνο καί  φανερώθηκες «ἐν σαρκί», μόνο γιά τή δική μας σωτηρία, σῶσε μας, ὁ Χριστός, Χανόμαστε , Κύριε, ἐλέησέ μας. Βοήθησέ μας, νά συνειδητοποιήσουμε τά μεγαλεῖα τῆς συγκαταβάσεώς Σου. Ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τῆς ζωῆς καί ὁλοένα ὁδεύουμε πρός τήν αὐτοκαταστροφή μας. Στό διάβα μας συναντᾶμε ἀγκάθια καί τριβόλους, θλῖψι, πόνο, συμφορές. Πουθενά δέν βρίσκει ἀνάπαυσι ἡ ψυχή μας. Μάθε μας, μέ τό θεϊκό Σου τρόπο, νά Σέ ὑμνοῦμε καί νά Σέ δοξάζουμε. Βοήθησέ μας νά καταλάβουμε, ὅσο εἶναι καιρός, τό σκοπό τῆς ζωῆς μας στή γῆ. Να μάθουμε ὅτι τελικός σκοπός τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ΔΟΞΑ ΣΟΥ, Κύριε.




Ἄκουσε τίς κραυγές τῆς ἀγωνίας μας. Δέξου τά δάκρυά μας. Δέξου τά ψελίσματα τῶν νηπίων καί ἀναξίων δούλων Σου. Σάν ὕμνο Εὐχαριστίας δέξου τίς ἁμαρτίες μας. Δέξου τή μετάνοιά μας. Μήν χρονίσῃς. Μήν ἀργοπορῇς. Σύ εἶσαι ὁ Ἐρχόμενος. Σύ εἶσαι ἡ ἐλπίδα μας, ἡ μόνη παρηγοριά μας. Ἔλα γρήγορα καί μεῖνε κοντά μας. Σπεῦσε καί πρόφθασε. Καταποντιζόμαστε. Βυθιζόμαστε στό βόθρο, πού σκάψαμε ὁ ἕνας, γιά τόν ἄλλο. Σέ Σένα, τόν προαιώνιον Θεόν, πού γεννᾶσαι στό Σπήλαιον τῆς Βηθλεέμ, ὡς Παιδίον νέον, Σέ Σένα πού, ἀνερμηνεύτως, ἀνακλίνεσαι στή φτωχική Φάτνη, ὡς θεῖον Βρέφος, προσπίπτουμε καί γονατιστοί Σέ προσκυνοῦμεν, Ὕψιστε Θεέ. Σπεῦσε καί πρόφθασε, Θεέ μου. Μήν ἀργοπορῇς. Σύ καί μόνον Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Γιά μᾶς δέν ὑπάρχουν ἄλλοι θεοί. Γιά μᾶς μόνον Σύ ὑπάρχεις. Ἀχρεῖοι δοῦλοι Σου εἴμαστε. Ἀχρεῖοι μέν, ἀλλά δικοί Σου δοῦλοι. Μή μᾶς ἐγκαταλείπῃς. 
Ποιός ἄλλος, ἄν ὄχι Ἐσύ, θά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῇ; 
Σέ ποιόν ἄλλον νά καταφύγουμε; Κύριε, ἐκτός ἀπό Σένα, δέν ἔχουμε ἄλλον κανένα.  Κύριε, Μόνον Σύ μᾶς ἔσωσες καί μᾶς σώζεις ἀπό κάθε συμφορά. Μόνον Σύ, ὡς Παντοδύναμος, μπορεῖς, καί, ὡς Πανάγαθος, θέλεις τή σωτηρία μας. 
Σύ  εἶσαι γιά μᾶς τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον.
Εὐσπλαγχνίσου μας  καί ἐλέησέ μας, πολυέλεε Κύριε.
Σέ Σένα μονάχα πιστεύουμε, Σέ Σένα ἀμαρτάνουμε, ἀλλά καί Ἐσένα μονάχα  λατρεύουμε. Ἕρχου, Κύριε Ἰησοῦ, νά γεννηθῇς καί μέσα στήν ψυχή μας καί ἀξίωσέ μας, νά Σέ ὑμνοῦμε ἀκατάπαυστα καί νά Σέ λατρεύουμε αἰώνια, «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», διότι Σέ Σένα, Ἰησοῦ μου τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀνήκει ἠ τιμή, ἠ δύναμις , ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.






Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

«ΟΠΟΥ ΓΑΡ ΒΟΥΛΕΤΑΙ ΘΕΟΣ,





ΝΙΚΑΤΑΙ  ΦΥΣΕΩΣ  ΤΑΞΙΣ».



              «Θεός τό τεχθέν, ἡ δέ Μήτηρ Παρθένος.
              Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις;»



Πραγματικά οὔτε ὑπῆρξε οὔτε πρόκειται νά ὑπάρξῃ ἄλλο γεγονός καινόν, νέον, μεγαλύτερο ἀπό τό γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, γεννηθέντος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου.



Τό γεγονός αὐτό εἶναι «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν», ὑπέρλογο, ξεπερνάει τήν ἀνθρωπίνην νοητικήν ἱκανότητα. Δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας.

Ὁ ἱερός ὑμνῳδός τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λέγει:

« Μυστήριον ξένον, ὁρῶ καί παράδοξον!
Οὐρανόν τό Σπήλαιον· θρόνον Χερουβικόν,
τήν Παρθένον· τήν φάτνην χωρίον, ἐν ᾧ  
ἀνεκλίθη ὁ ἀχώριτος, Χριστός ὁ Θεός· ὅν
ἀνυμνοῦντες μεγαλύνομεν».








Ὅμως ὁ ἀνήσυχος ἀνθρώπινος νοῦς εὐχαριστεῖται νά ἐρευνᾶ. Καί στήν προσπάθειά του νά ἐρευνᾷ προσπαθεῖ νά ἐξιχνιάσῃ καί τά ἀνεξιχνίαστα, δέν θέλει νά συνειδητοποιήσῃ ὅτι ἡ νοητική του ἱκανότητα εἶναι πεπερασμένη, ἔχει ὅρια, τά ὁποῖα 
ὀφείλει νά μήν ξεπερνᾶ. Θέλει π.χ. νά ἐρευνήσῃ καί νά κατανοήσῃ τό Μυστήριον τῆς Τριαδικῆς Θεότητος. Θέλει νά ἐξιχνιάσῃ καί τά ἀνεξιχνίαστα. Φθάνει στήν ὑπερβολή, στήν ὑπεροψία.

Ὁ Θεός, ὁ πάντων ἐπέκεινα, ὁ Ὑπέρτατος νοῦς, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀκατάληπτος, ὁ ἀνεξιχνίαστος, ὁ μόνος «νοῒ νοητός», εἶναι ὡς πρός τήν οὐσία Του ἀμέθεκτος καί ἀπρόσιτος. Προσιτές εἶναι μόνον οἱ ἐνέργειές Του καί ἀποκαλύπτεται σταδιακά στούς ἀνθρώπους. Ἀποκαλύπτει μόνον «τό  δυνατόν γνωσθῆναι» ὑπό τῶν ἀνθρώπων, Καί στόν καθένα φανερώνεται κατά τήν ἀναλογίαν τῆς καθάρσεώς του. Κάθε ἄνθρωπος ὀφείλει νά κλίνει τόν αὐχένα σέ ζητήματα, πού ὑπερβαίνουν τή νοητική Του ἱκανότητα. Ζητήματα ὅπως «τό Πῶς ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ γεννᾶται ἐκ Παρθένου» ὑπερβαίνουν τήν ἀνθρωπίνην νοητικήν ἱκανότητα. Ἡ ἔρευνα αὐτῶν εἶναι τρέλλα. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος τονίζει ὅτι «Παραπληκτήσομεν μυστήρια ἐρευνῶντες Θεοῦ».
Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει:
«Ἄνθρωπε, ἄνθρωπος ὤν Θεόν προλυπραγμονεῖς;»
Τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί μάλιστα τό Μυστήριον τῆς ἐναθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ κανείς νά τό προσεγγίσῃ, μέ τόν πυρῆνα τῆς Ψυχῆς, μέ τήν ὀρθόδοξον Πίστιν, τήν πίστιν τήν δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένην. «Ἔστι δέ πίστις  ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. ια΄ 1).
Ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί ηὐδόκησεν ὀ Θεός νά πραγματοποιήσῃ τήν προαιώνιον βουλήν Του, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ Του, μέ σκοπόν τήν ἐπιστροφήν καί σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους καί ἀπέστειλε τόν Ἀρχάγγελον Γαβριήλ πρός  τήν
Παρθένον νά τῆς ἀναγείλει τό ὑπέρλογο τοῦτο γεγονός (Λουκ. α΄ 26-38), ἡ Παρθένος ταπεινά ἐξέφρασε τήν ἀπορία της στόν Ἀρχάγγελον καί εἶπε: ΠΩΣ ;

«Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω;», Καί ὁ Ἀρχάγγελος ἀπήντησεν: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελέυσεται ἐπί σέ καί δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γενόμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ».



Καί ἡ ἁγνή καί ἄχραντος Παρθένος, ὡς πιστή, ἀποκρίθηκε: «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ῥῆμά σου». Ἐγνώριζε, ἡ πάναγνος, ὅτι «ὅπου γάρ βούλεται Θεός , νικᾶται φύσεως τάξις» καί «ὅτι οὐκ ἀδυνατίσει παρά τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα».

Καί  Ἰωσήφ ὅταν ἀντελήφθη τό παράδοξον, ἀναρωτήθηκε  τό· ΠΩΣ; Καί «δίκαιος ὤν καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν. Ταῦτα δέ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδού ἄγγελος Κυρίου κατ’ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσήφ υἱός Δαυῒδ, μή φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκά  σου· τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου· τέξεται δέ υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ ΙΗΣΟΥΝ· αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α΄19-21).
Ἔτσι μυεῖται εἰς τό μυστήριον, κατά θείαν οἰκονομίαν. Πιστεύει, ὑποτάσσεται καί  τό ὑπηρετεῖ πιστά. Συλλειτουργεῖ εἰς τό μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Ὁ ἱερός ὑμνῳδός ἐρωτᾶ τόν Ἰωσήφ: Πές μας Ἰωσήφ: ΠΩΣ  φέρεις ἔγκυον στήν Βηθλεέμ, τήν  Κόρην, πού παρέλαβες ἁγνήν ἀπό τά Ἅγια τῶν Ἁγίων; Καί ὑμνεῖ  τόν ἀληθινόν Μεσσίαν, τόν σαρκωθέντα δι’ ἡμᾶς ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου λέγων:



«Ἰωσήφ, εἰπέ ἡμῖν, πῶς ἐκ τῶν Ἁγίων ἥν παρέλαβες Κόρην, ἔγκυον φέρεις ἐν Βηθλεέμ; Ἐγώ φησι, τούς Προφήτας ἐρευνήσας, καί χρηματισθείς ὑπό Ἀγγέλου, πέπεισμαι, ὅτι Θεόν γεννήσει ἡ Παρθένος ἀνερμηνεύτως·  οὗ εἰς προσκύνησιν,  Μάγοι ἐξ  
ἀνατολῶν ἥξουσι, σύν δώροις τιμίοις λατρεύοντες. Ὁ σαρκωθείς δι’ ἡμᾶς, Κύριε δόξα σοι».

Οἱ Ποιμένες, ὅταν κατά τήν Γέννησιν τοῦ Κυρίου, ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καί δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.






Καί εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· Μή φοβεῖσθε· ἰδού γαρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην,ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαυῒδ. Καί τοῦτο ὑμῖν τό σημεῖον· εὑρήσετε βρέφοςσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ» (Λουκ. β΄ 8-12).

Ὁ ἀόρατος ὁρᾶται. Ὁ ἀναφής σπαργανοῦται καί ἀνακλίνεται στήν φτωχική Φάτνη τῆς Βηθλεέμ. Πραγματικά τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον, ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅτι ὁ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, καί βρίσκεται ὡς βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ, τό γεγονός αὐτό τῆς θεϊκῆς συγκαταβάσεως, δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας.





Οἱ Μάγοι ἀπό  ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα μέ ὁδηγό τόν ἀστέρα ἦλθον προσκυνῆσαι αὐτῷ (Ματθ. β΄ 1-12).
Οἱ ἀγνοί καί ἁπλοϊκοί Ποιμένες δέχθηκαν μέ χαρά τό μήνυμα τοῦ Οὐρανοῦ. Πῆραν τή μεγάλη ἀπόφασι καί εἶπον πρός ἀλλήλους:

«Διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ καί ἴδωμεν τό ῥῆμα τοῦτο τό γεγονός, ὅ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν».
Καί πραγματοποίησαν τήν ἀπόφασί τους. Ὁδήγησαν  τά βήματά τους πρός τή Βηθλεέμ, συνοδευόμενοι ἀπό πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τόν Θεόν καί λεγόντων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» Καί ἦλθαν γρήγορα καί βρῆκαν τήν Μαριάμ καί τόν Ἰωσήφ καί τό Θεῖον Βρέφος 


κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ καί χαρούμενοι ὑπέστρεψαν οἱ Ποιμένες δοξάζοντες  καί αἰνοῦντες τόν Θεόν, γιά τή θεϊκή Του συγκατάβασι.
Μήπως εἶναι καιρός κι’ ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι καί
ἄθλιοι θνητοί, νά πάρουμε τήν ἀπόφασι νά σύρουμε τά βήματά μας πρός τή Βηθλεέμ καί γονατιστοί καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά εἰσέλθουμε στό Σπήλαιον; Μήπως εἶναι καιρός νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον,  καί νά ἀποθέσουμε, ἀντί δώρων, στά  πόδια τοῦ Θείου Βρέφους, τίς ἁμαρτίες μας; Μήπως εἶναι καιρός νά προσκυνήσουμε τό Θεῖον Βρέφος;

Πιστεύω, πώς εἶναι καιρός, ἀδελφοί μου, νά φέρουμε τά βήματά μας πρός τή Βηθλεέμ, νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν, τήν ἐσαρκωμενην Ἀγάπη καί νά πάρουμε τήν ἀπόφασι νά κάνουμε πρᾶξι τό Εὐαγγέλιον τῆς  Ἀγάπης Του, δοξάζοντες καί αἰνοῦντες τόν σαρκωθέντα δι’ ἡμᾶς, γιά τήν ἄπειρην αὐτοῦ συγκατάβασι. Διότι μόνον αὐτός μᾶς  ἔσωσε  καί μᾶς σώζει ἀπό κάθε Κακό καί μόνον σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δύναμις, ἡ τιμή, τό κράτος καί ἡ δόξα, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.















Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ





«Πολλοί εἰσιν οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί»
                                                  (Ματθ. κβ΄ 14).

«Ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καί ἐκάλεσε πολλούς· καί ἀπέστειλε τόν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. Καί ἤρξαντο ἀπό μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες...» (Λουκ. ιδ΄ 15-24).




Παραβολικός εἶναι ὁ λόγος. Ὁ ἅνθρωπος, πού μᾶς προσκαλεῖ στό μέγα δεῖπνον εἶναι ὁ Φιλάνθρωπος Θεός. Συνεπῶς καί τό Δεῖπνον εἶναι  μέγα καί καλεσμένοι εἶναι πολλοί.
Ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, ἐπειδή εἶναι ἄπειρη ἀγάπη,
«πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4) προσκαλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους κοντά Του καί λέγει: «Δεῦτε πρός με πάντες  οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς...» (Ματθ. ια΄ 28-30), ἀλλά δέν ἐξαναγκάζει κανέναν. Ὁ ἱερός Δαμασκηνός λέγει ὅτι «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον».
«Ὅστις θέλει...» (Μάρκ. η΄ 34). «Ἐάν τις διψᾷ ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» (Ἰωάν. ζ΄27).
Στέλνει τούς δούλους Του καί προσκαλεῖ στό Μέγα Δεῖπνον ὅλους τούς ἀνθρώπους. Οἱ περισσότεροι
ὅμως ἀπό τούς προσκεκλημένους  δέν δέχονται τήν πρόσκλησι.
«Καί ἤρξαντο ἀπό μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες, προφασιζόμενοι «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις» δέν προσέρχονται στό Δεῖπνον. Ὁ ἕνας λέγει· ἀγρόν ἠγόρασα... ἔχε με παρῃτημένον. Ὁ ἄλλος λέγει· πέντε ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε... Ἔχε με παρῃτημένον. Καί ἄλλος ὡς πρόφασιν ἀρνήσεως προφασίζεται τό μέγα μυστήριον τοῦ γάμου καί λέγει· γυναῖκα ἔγημα καί διά τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. Καί πολλοί ἄλλοι ἀρνοῦνται τή θεϊκή πρόσκλησι μέ ἀνόητες προφάσεις.
«Δέσμιοι τῆς γῆς», Βυθισμένοι στό Βόρβορο τῆς Ὕλης, κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου, ἀρνοῦνται «τόν μόσχον τόν σιτευτόν» καί προσπαθοῦν νά ἱκανοποιήσουν τήν πείνα τους μέ τά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας, «ἐπιθυμοῦν νά γεμίσουν τήν κοιλίαν αὐτῶν ἀπό τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοίροι» (Λουκ. ιε΄ 16).




Αὐτή εἶναι, δυστυχῶς  ἠ κατάντια ὅλων ἐκείνων, πού δέν δέχονται τήν πρόσκλησιν τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί δέν προσέρχονται στό Μέγα Δεῖπνον.
Τό χειρότερο ὅμως εἶναι ὅτι ὄχι μόνον ἀρνοῦνται τήν πρόσκλησιν, ἀλλά καί βασανίζουν, τυραννοῦν, καί θανατῶνουν τούς δούλους τοῦ Θεοῦ: «Λαβόντες τούς δούλους αὐτοῦ ὅν μέν ἔδειραν, ὅν δέ ἀπέκτειναν, ὅν δέ ἐλιθοβόλησαν» (Ματθ. κα΄35). Ἀπερίγραπτη εἶναι ἡ πώρωσι καί ἡ σκληροκαρδία μας. Πετρῶσαν οἱ καρδιές τῶν πολλῶν. Πῆραν τόν κατήφορο καί ὀδεύουνε ὁλοταχῶς  πρός τήν αὐτοκαταστροφή τους.
Τό παράδοξον καί θαυμαστόν εἶναι ὅτι, παρ’ ὅλην τήν σκληροκαρδία καί ἀπολιθοποίησί μας, ὁ Θεός, Μακρόθυμος καί πολυέλεος, συνεχίζει νά μᾶς προσκαλεῖ κοντά Του , στό Μέγα Δεῖπνον τῆς Βασιλείας του. Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμον,



ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκε, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 15-16). Στό τέλος «ἀπέστειλε πρός αὐτούς τούς διεστραμμένους καί κακούς τόν Υἱόν Αὐτοῦ.  Ὅμως, οἱ κακοί γεωργοί, δέν δέχονται τήν πρόσκλησιν τοῦ Πατρός, πού τούς γίνεται διά τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ. «Καί λαβόντες τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καί ἀπέκτειναν» (παρβλ. Ματθ. κα΄ 39).
Καί πραγματικά ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ Χρόνου ἐξαπέστειλε τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον. Καί σκοπός τῆς ἐλεύσεώς Του νά μᾶς προσκαλέσῃ στό Μέγα Δεῖπνον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καί οἱ δικοί Του δέν Τόν δέχονται καί μένουν ἔξω τῆς Βασιλείας Του. «Λέγω γάρ ὑμῖν ὅτι οὐδείς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου» (Λουκ. ιδ΄ 24).
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα.
Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἔλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄19-20).
Στήν παραβολή τῶν κακῶν γεωργῶν ὁ Κύριος λέγει ὅτι τούς μή  δεχομένους τήν πρόσκλησι τῆς Ἀγάπης, τούς ἀμετανοήτους,  «τούς πονηρούς ἐργάτες», «τούς κακούς γεωργούς, κακῶς ἀπολέσει αὐτούς καί τόν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τούς καρπούς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν» (Ματθ. κα΄ 41). Ὁ περιούσιος λαός ἐξ αἰτίας τῆς σκληροκαρδίας καί ἀμετανοησίας του χάνει τήν υἱοθεσίαν, μένει ἔξω τῆς Βασιλείας καί ὁ Χριστός καλεῖ στό Μέγα Δεῖπνον τῆς Βασιλείας  πάντα τά Ἔθνη (παρβλ. Λουκ. ιδ΄ 21-23).
Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «Εὔχου νά εἶσαι μετά τῶν ὀλίγων.  Σπάνιον γάρ τό ἀγαθόν». Καί πραγματικά· «Πολλοί γάρ εἰσιν οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί» (Ματθ. κβ΄14). Ἐκλεκτοί καί πιστοί εἶναι οἱ δεχόμενοι τήν πρόσκλησι στό Μέγα δεῖπνον. Εἷναι οἱ νικῶντες, μέ τή συμμαχία τοῦ Ἀρνίου, τό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν. Εἶναι οἱ νικῶντες τόν Ἀντίχριστον καί τούς ἀντιχρίστους (πρβλ. Ἀποκ. ιζ΄ 14).
Ἐκλεκτοί καί πιστοί  εἶναι ὅσοι δέχθηκαν τήν πρόσκλησι, ὅσοι ἐγκολπώθηκαν τόν Χριστόν, ὅσοι ἄνοιξαν τήν καρδιά τους στό νεογέννητο Θεῖον Βρέφος, ὥστε νά γεννηθῆ  μέσα τους ὁ Χριστός. Αὐτοί καταξιώθηκαν «τέκνα Θεοῦ γενέσθαι», «κατοικεῖν ἐν τῷ οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα  ἡμερῶν» (Ψαλμ. 22, 6).
Ὅποιος δέχεται τήν πρόσκλησι στό Μέγα Δεῖπνον, γεύεται ἀγαθά «ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορινθ. β΄ 9).
Γίνεται συγκληρονόμος καί ὁμοτράπεζος τοῦ Χριστοῦ στήν αἰώνια Βασιλεία Του. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ Χριστός γεννᾶται καί μᾶς καλεῖ νά ἔλθουμε κοντά Του καί νά  μετέχουμε συνειδητά στό Μέγα Δεῖπνον τῆς Βασιλείας Του αἰώνια, εἰς μακρότητα ἠμερῶν.
Κύριε, μέγα τό μυστήριον τῆς Οἰκονομίας Σου!
Μᾶς καλεῖς νά μετέχουμε στό Μέγα Δεῖπνο τῆς Βασιλείας Σου, μέ καθαρή καρδιά, διατηροῦντες
καθαρή τήν στολήν τῆς ψυχῆς.
Σέ δοξάζουμε, Κύριε. Σύ μᾶς ἔλουσες καί μᾶς ἐκαθάρισες μέ τό πανάγιον αἷμα Σου ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Σύ μᾶς ἀξιώνεις κατοικεῖν ἐν τῷ Οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν. Μᾶς ἀξιώνεις  νά παρακαθήσουμε μαζί Σου στό Μέγα  Δεῖπνον, νά γευθοῦμε τά ἀγαθά τῆς μυστικῆς καί ἀθανάτου τραπέζης. «Ἡ γάρ ἀπόλαυσις τοῦ Θεοῦ
ἀκόρεστός ἐστι, καί ὅσον αὐτοῦ γεύεταί τις καί ἐσθίει, τοσοῦτον ἔκπεινος (τόσο πολύ πεθαίνει τῆς πείνας) γίνεται. Καί τήν καῦσιν καί τόν ἔρωτα πρός τόν Θεόν ἔχουσιν ἀκατάσχετον οἱ τοιοῦτοι»
(Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ΒΕΠΕΣ 41,360,34-36).
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ ἐν Σπηλαίῳ γεννηθείς  ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐν Φάτνῃ ἀνακλιθείς, ἐλθέ καί σκήνωσον καί μέσα
στήν καρδιά μας καί ἀξίωσέ μας νά καθίσουμε κοντά Σου στό Μέγα Δεῖπνον καί νά Σέ ὑμνοῦμε και νά Σέ δοξάζουμε ἀκατάπαυστα, μετά πάντων τῶν Ἁγίων. Διότι Σέ Σένα , Κύριε ἀνήκει ἡ τιμή, τό Κράτος καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.