Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΡΑΚΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ







ΣῼΖΕΙ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ.



«Σταθείς δέ Ζακχαῖος εἶπε πρός τόν Κύριον· Ἰδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καί εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. Εἶπε δέ πρός τόν Ζακχαῖον ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καί αὐτός υἱός Ἀβραάμ ἐστιν» (Λουκ. ιθ΄ 8-9).






Ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος γνωρίζει καλά «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, μακροθυμεῖ καί ἀνοίγει διάπλατες τίς Πύλες τῆς μετανοίας.

Ἔρχεται ὁ Σωτήρ καί μᾶς καλεῖ εἰς μετάνοιαν. Καταδέχεται  Σταυρόν καί θάνατον «ὁ Ἀμνός  τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α΄ 29), «Λούζει δέ καί καθαρίζει ὅλους ἐμᾶς τούς εἰλικρινά μετανοιωμένους ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ» (Ἀποκ. α΄ 5). Καί αὐτό εἶναι τό μόνον βέβαιον ὅτι δηλαδή «τό αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. α΄ 7). Μᾶς χαρίζει τήν τελικήν κάθαρσιν. Ὀφείλουμε νά τονίσουμε βέβαια ὅτι γιά νά λάβουμε τήν τελικήν κάθαρσιν, Πρέπει νά λάβουμε πρῶτα τήν ἀρχικήν κάθαρσιν. Δηλαδή ὀφείλουμε α) νά πιστέψουμε στό Χριστό, ὡς Θεόν καί Σωτῆρα μας, β) νά μετα-νοήσουμε εἰλικρινά καί ἔμπρακτα, ὡς ὁ  Ζακχαῖος, δηλ. νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον καί νά ἐνδυθοῦμε τόν  καινόν, τόν νέον ἄνθρωπον , τόν Χριστόν (Ἐφες. δ΄ 22-24) διά τοῦ Θείου Βαπτίσματος ἤ διά τοῦ λουτροῦ τῶν δακρύων, τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας καί γ) νά ἀκούσουμε τόν πανάγιον λόγον Του καί νά τόν κάνουμε πρᾶξι. Νά γίνουμε δηλαδή μέτοχοι τῆς πρώτης ἀναστάσεως (πρβλ. Ἰωάν. ε΄25.  καί Ἀποκ. κ΄ 5-6).  Μόνοι μας δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε, ἄν ὁ Κύριος δέν μᾶς χαρίσει τό χάρισμα τῆς μετανοίας.

Ὁ Κύριος μᾶς ἐξηγεῖ ὅτι «οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ Πατήρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν» (Ἰωάν. στ΄ 44) καί «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιδ΄ 6). Εἶναι, λοιπόν , δεδομένον ὅτι, ἐπειδή ὁ Θεός, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμόθ. β΄4), Καλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους κοντά Του, ἀνοίγει σέ ὅλους τίς Πύλες τῆς μετανοίας: Δεῦτε πρός με πάντες  πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς...» (Ματθ. ια΄ 28-30).





Ὁ Κύριος ἔρχεται πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Ἀνοίγει τις Πῦλες τῆς μετανοίας σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νά δεχθοῦμε τήν πρόσκλησιν τῆς Ἀγάπης Του, καί, ὡς διά Πύλης, διά τῆς μετανοίας, νά εἰσέλθουμε στήν αἰώνια Βασιλεία Του. ὑμνοῦντες Αὐτόν,  ὡς Θεόν, εἰς τούς αἰῶνας.


«Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας ζωοδότα· ὀρθρίζει γάρ τό πνεῦμα μου πρός ναόν τόν ἅγιόν σου, ναόν φέρον τοῦ σώματος ὅλον ἐσπιλωμένον· ἀλλ’ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον εὐσπλάγχνῳ σου ἐλέει».






Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, εὔσπλαγχνε καί πολυέλεε Κύριε,

Ἀπό τά ξημερώματα σύρω τά βήματά μου πρός τόν ἅγιον Ναόν Σου. Σηκώνομαι πολύ πρωῒ  ὁ ἀνάξιος καί

τολμῶ νά παρουσιάζομαι μπροστά Σου, μέ ἀκάθαρτη ψυχή. Ναί, Πολυεύσπλαγχνε καί Οἰκτίρμων, πραγματικά ὁ ναός τοῦ σώματός μου ὁλόκληρος εἶναι ἐσπιλωμένος, κηλιδωμένος, λερωμένος, κατάστικτος, ἀτιμασμένος, ἀπό ἀμέτρητες ἁμαρτίες, ἀπό φαντασίες ἀπρεπεῖς, ἐπιθυμίες βλαβερές, πονηρούς λογισμούς, ἀκάθαρτους, ἀπό λόγια βρωμερά, ἀστόχαστα, ἀσυλλόγιστα, καί ἀπό πράξεις ἄνομες, ὄχι καί λίγες.

Ἐλεήμων Κύριε, λαχταρῶ νά ξεφύγω ἀπό τό βοῦρκο, στόν ὁποῖον μέ βυθίζει ὁ κακός μου ἑαυτός. Αἰσθάνομαι τό βάρος, πού μέ πνίγει καί νά ἀνασάνω δέν μπορῶ...
Προστρέχω ἀσθμαίνων στό Ναό Σου ἀπό τά ξημερώματα, μέ στοναχές, μέ δάκρυα καί  μέ κραυγές, Ἰησοῦ μου, ζητῶ τό Ἔλεός Σου...
Ἐλέησέ με τόν ἁμαρτωλό. Ἀλήθεια, ποῦ ἀλλοῦ νά καταφύγω καί ἀνάπαυσι νά βρῶ;







Ποιός ἄλλος μπορεῖ νά μέ ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» στήν ὁποίαν ἔχω ἐμπαγῆ, ἐάν ὄχι Ἐσύ , Κύριε, πού σταυρώθηκες, γιά μένα, τόν πτωχό  καί  ἐλεεινό;
Ποιος ἄλλος, ἐκτός ἀπό Σένα, μπορεῖ νά μέ λυτρώσῃ ἀπό τό βέβαιο χαμό;...
Ἀχρεῖος δοῦλος Σου εἶμαι , Κύριε. Δέν ἀξιζω τό Ἔλεός Σου. Γνωρίζω ὅμως καλά ὅτι μόνον Σύ, ὡς Παντοδύναμος , μπορεῖς καί ὡς Πανάγαθος, θέλεις τή σωτηρία μου. Μόνον Σύ, τό Μέγα, τό Ἀληθινόν καί Ὑπερκοσμιον Πρόσωπον, ὁ Μόνος Ἀληθινός Προσωπικός Θεός, μόνον Σύ ἀκοῦς τίς κραυγές τῆς ἀγωνίας μου καί τούς στεναγμούς μου.






Μόνον Σ ύ, ὁ Πανταχοῦ, ὁ Παντοκράτωρ, μπορεῖς!...
Μόνον Σύ, Κύριε, ὁ ἅγιος καί ἀληθινός, μᾶς λούζεις καί μᾶς καθαρίζεις, μέ τό πανάγιον Αἷμα  Σου.
Μόνον Σύ, Πολυέλεε...
Δός μου τή Χάρι Σου νά μετανοήσω εἰλικρινά καί ἔμπρακτα, ὥστε νά σταθῶ στόν  πανάγιον  ναόν Σου, μέ καθαρό τό ναό τοῦ σώματός μου...
Ἔλεος Σοῦ ζητῶ! Ὄχι γιατί τό ἀξίζω ὁ πανάθλιος ἐγώ, «ἀλλ’ ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου», Γλυκύτατε καί Μακρόθυμε, πολυέλεε καί Οἰκτίρμων, Κύριε Ἰησοῦ!
ΕΛΕΟΣ!... ΕΛΕΟΣ !... ΕΛΕΟΣ Ἰησοῦ μου!...
«Ὡς Οἰκτίρμων κάθαρον εὐσπλάγχνῳ Σου ἐλέει».
«Ἕρχου ταχύ», Γλυκύτατε Ἱησοῦ, «ἀπολίκμησον τό ἄχυρον τῶν ἔργων μου», κάψε τά ξεροκλάδια...
«Καθάρισον, Κύριε, τόν ρύπον τῆς ψυχῆς μου καί σῶσον με, Ἀγαθέ, ὡς Φιλάνθρωπος».





Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ο ΛΑΟΣ Ο ΚΑΘΗΜΕΝΟΣ ΕΝ ΣΚΟΤΕΙ,







ΕΙΔΕ  ΦΩΣ  ΜΕΓΑ»



«Γῆ Ζαβουλών καί γῆ Νεφθαλείμ, ὁδόν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν Ἐθνῶν, ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιά θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (1).



Ὀκτακόσια  χρόνια πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ ἀληθινοῦ Μεσσία, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Εὐαγγελιστής Προφήτης Ἡσαῒας περιγράφει τήν ἀπελπιστική κατάστασι τοῦ κόσμου καί φέρνει παράδειγμα τό  ὑπόδουλο Ἰουδαϊκό Βασίλειο εἰς τόν Ἀσσύριον Μονάρχην. Αἰτιολογεῖ ὀ Προφήτης καί λέγει ὅτι ἡ ἀνθρωπότης ὑποφέρει ἐξ αἰτίας τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν Θεόν. Ἐπειδή δέν ἐπιστέψατε  εἰς τόν Κύριον θά ἔλθῃ ἐναντίον σας μεγάλη πεῖνα... Στήν ἀπελπισία τους οἱ ἄνθρωποι θά στρέφουν μάταια τά βλέμματά τους στόν οὐρανόν καί κατόπιν θά προσηλώνουν τά βλέμματά τους στή γῆ, γιά νά βροῦν κάποια βοήθεια καί δέν θά βρίσκουν καμμιά ἀπολύτως βοήθεια. Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μετανοοῦν εἰλικρινά, μέ φυσική συνέπεια νά βρίσκωνται σέ ἀδιέξοδο: «καί ἰδού ἀπορία στενή καί σκότος, θλῖψις καί στενοχωρία καί σκότος, ὥστε μή βλέπειν. Οἱ ἐν ἀπορίᾳ οὗτοι εὑρισκόμενοι δέν θά εἶναι ἔτσι πάντοτε, ἀλλά ἕως καιροῦ, μέχρις ὡρισμένου χρόνου(2).
Τό «ἕως καιροῦ» ἀναφέρεται εἰς τούς πιστούς, οἱ ὁποῖοι δέν θά ὑποφέρουν ἐπ’ ἄπειρον, ἀλλά μέχρις ὡρισμένου χρόνου. Αὐτό εἶναι προανάκρουσμα τοῦ ἀνεσπέρου φωτός τοῦ Ἐμμανουήλ, περί τῆς ἐλεύσεως τοῦ ὀποίου γίνεται λόγος στό ἐπόμενο κεφάλαιο (Ἡσ. θ΄ 1-7).




«Πίε πρῶτον τοῦτο τό πικρόν ποτήριον τῆς θλίψεως, μήν ἀργοπορῃς κάμε το σύντομα, πιές τό ποτήριον τοῦτο σύ, Χώρα Ζαβουλών, γῆ Νεφθαλείμ, σεῖς πού κατοικεῖτε τήν ὁδόν, πού φέρει πρός τήν Μεσόγειον   θάλασσαν, οἱ κατοικοῦντες τήν παραλίαν τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, οἱ κάτοικοι τῆς χώρας, πού βρίσκεται ἀνατολικῶς τοῦ Ἰορδάνου,  Γαλιλαία αὐτή  τῶν Ἐθνῶν (λέγεται ἔτσι, ἐπειδή οἱ κάτοικοί της ἦσαν ὡς ἐπί τό πλεῖστον  εἰδωλολάτρες),  καί ὁλόκληρη ἡ Ἰουδαία.
λαός τῶν χωρῶν αὐτῶν, πού ζῆ στό πνευματικό σκοτάδι καί πράττει τά ἔργα τοῦ σκότους,  ἴδετε πρῶτοι τό Μέγα Φῶς (τοῦ Ἀληθινοῦ Μεσσίου). Σέ σᾶς πού κατοικεῖτε σέ Χώρα, πού ἐπικρατεῖ τό πνευματικό σκοτάδι καί ἡ σκιά τοῦ Θανάτου, θά λάμψῃ Φῶς Μέγα.
Θεέ μου, τό μέγα μέρος τοῦ λαοῦ σου τό ἐπανέφερες, ἧλθες καί τό ἐξήγαγες ἀπό τό σκοτάδι καί  τό ἀποκατέστησες στήν εὐφροσύνην τοῦ φωτός.
Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος ἀναφέρεται στήν πργματοποίησι τῆς Προφητείας τοῦ Ἡσαῒου καί λέγει ὅτι ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, στήν ἀνθρωπότητα, πού βρισκόταν ἡμιθανής, κατάκοιτη στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου. Ἧλθε καί ἔλαμψεν τό Φῶς τό τῆς γνώσεως, καί διέλυσε καί διαλύει τό πνευματικό σκοτάδι. Φῶς Μέγα εἶναι ὁ Μεσσίας(3). Μετά τό σκοτάδι ἔρχεται τό φῶς. Τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Λυτρωτοῦ. Τό Φῶς πού φωτίζει πάντα ἄνθρωπον,πού ἔρχεται εἰς τόν κόσμον. Ἔρχεται τό Φῶς, πού διαλύει τά σκοτάδια τῆς ἀγνοίας, τῆς ἀδικίας, τοῦ μίσους, τά σκοτάδια τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης, τοῦ Ἐγωϊσμοῦ, τῆς πλεονεξίας καί παντός φαύλου πράγματος.
Ὁ Πανάγαθος καί πολυέλεος Θεός χαρίζει σέ μᾶς τούς ἐν σκοτει τό Μέγα Φῶς. Ἀνατέλει τόν Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης  , μέ σκοπόν νά  καταργήση τό Μῖσος καί τήν κοινωνική ἀδικία καί νά  ἀποκαταστήσῃ τήν Ἀγάπη, τήν εἰρήνην καί τήν κοινωνική Δικαιοσύνη Του στή γῆ.
Ἔρχεται ὁ Χριστός, τό Μέγα Φῶς, καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς καλεῖ νά δεχθοῦμε τό δικό Του Φῶς. Μᾶς καλεῖ νά δεχθοῦμε τόν φωτισμόν καί τόν ἁγιασμόν τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Φωτός, τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀγάπης , τῆς Εἰρήνης καί τῆς Δικαιοσύνης Του. Ἔρχεται  καί μᾶς ἀνασύρει ἀπό τό Βόρβορο τοῦ σκότους.  Καλεῖ ὅλους ἐμᾶς, πού γευτήκαμε ὅλο τό δηλητήριο, καί ἤπιαμε τό πικρό ποτήριο τῶν θλίψεων, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, νά  μετά-νοήσουμε ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι Θάνατος. Μᾶς καλεῖ νά μετά-νοήσουμε ὅτι τό φρόνημα τᾶς σαρκός μᾶς χωρίζει ἀπό τόν Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο, μᾶς βυθίζει στό αἰώνιο σκοτάδι καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά ἐπιστρέψουμε κοντά στό Θεό. Νά μετά-νοήσουμε.  «Νά φύγουμε ἀπό τήν πνιγερή ζωή» καί νά ἐπιστρέψουμε «στῆς Ὀμορφιᾶς τή σφαῖρα». Νά μετανοήσουμε. Νά φύγουμε ἀπό τό σκοτάδι καί νά δεχθοῦμε στήν καρδιά μας τόν Ἀληθινόν Μεσσία, τόν Χριστόν, τό Μέγα Φῶς, τόν Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης.
Τό πρῶτο κήρυγμα τοῦ Λυτρωτοῦ εἶναι: «Μετανοεῖτε· ἤγγικεν γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν» (4). Μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος «βαλεῖν ἀρχήν», νά βάλουμε ἀρχή στήν πνευματική  μας ζωή. Μᾶς καλεῖ ὁ Ἰησοῦς, ὁ  Χριστός νά Τόν δεχθοῦμε καί νά Τόν ἀκολουθήσουμε πιστά. Νά δεχθοῦμε τό Μέγα Φῶς καί νά ζοῦμε τοῦ λοιποῦ «ὡς τέκνα φωτός. Μή ὡς ἄσοφοι, ἀλλ’ ὡς σοφοί» (5). Νά ὑποδεχθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Χαρᾶς, τόν Ἐρχόμενον Σωτῆρα καί Λυτρωτήν, τόν Χριστόν, τό Μέγα Φῶς. Νά ὑποδεχθοῦμε Ἐκεῖνον, πού, ὡς παντοδύναμος μπορεῖ καί ὡς Πανάγαθος θέλει νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τή Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου καί νά μᾶς χαρίση τό Φῶς τῆς ζωῆς.




Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νά Τόν ἀκολουθήσουμε, εἰλικρινά  μετανοιωμένοι, καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι οἱ πιστοί Του ἀκόλουθοι,  αὐτοί δηλαδή πού θά  ἀκολουθήσουν πιστά τά Χνάρια Του καί θά τηρήσουν τίς Ἐντολές Του, δέν θά περπατήσουν  οὔτε  θά εὑρεθοῦν ποτέ στό σκοτάδι τῆς πλάνης καί τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά θά ἔχουν μέσα τους τό Μέγα Φῶς, τό Φῶς πού προέρχεται ἀπό τήν ἀληθινήν ζωήν, ἀπό τόν Θεόν: «Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (6).
Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης διαπιστώνει ὅτι, δυστυχῶς, οἱ ἄνθρωποι, μέ λυσσώδη μανίαν μισοῦν τό Φῶς καί δέν ἔρχονται πρός τό φῶς. Προτιμοῦν τό σκοτάδι καί τά ἔργα τοῦ σκότους. Μέ τή θέλησί τους, παραμένουν κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου καί δέν μετά-νοοῦν γιά τήν κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας τους , καί λέγει: «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό  σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ. Ὁ δέ ποιῶν τήν ἀλήθειαν ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τά ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν  εἰργασμένα»(7).
Αὐτή, δυστυχῶς, εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ κόσμου. Πετρῶσαν οἱ καρδιές. Ἀποκρούουν τή Χάρι. Καί ὁ Μακρόθυμος, πού θέλει τή σωτηρία μας, δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Θέλει μέ τή θέλησί μας νά φύγουμε ἀπό τό σκοτάδι καί νά δεχθοῦμε τό Μέγα Φῶς.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό κάθε φαυλότητα καί λέγει: «Ἀποθώμεθα οὖν τά ἔργα τοῦ σκότους καί ἐνδυσώμεθα τά ὅπλα τοῦ φωτός» (8).
Καί ὁ Κύριός μας, ὁ Γλυκύς Ἰησοῦς ,τό φῶς τοῦ κόσμου, ὀλίγον πρό του Πάθους Του , γιά τή σωτηρία μας, λέγει: «Ὀλίγο χρόνο θά μέ ἔχετε μαζύ σας, Ἐμένα πού εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν χρόνον ἔχετε μεταξύ σας τό φῶς περιπατεῖτε  σύμφωνα μέ τήν ὁδηγία καί τόν φωτισμόν τοῦ φωτός, γιά νά μή σᾶς κατακυριεύσῃ τό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καί τῆς πλάνης. Διότι ἐκεῖνος πού περιπατεῖ στό σκοτάδι, δεν ξέρει ποῦ πηγαίνει. Ἕως τό φῶς (δηλαδή Ἐμένα) ἔχετε, πιστεύετε εἰς τό φῶς, ἵνα υἱοί φωτός γένησθε» (9).




Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερο ἐπίτευγμα γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό τό νά κατορθώσῃ καί νά ἀξιωθῇ νά γίνη μέτοχος τοῦ Φωτός, νά γίνῃ υἱός φωτός. Ὕστερα ἀπό τήν ἐμφάνισι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, λάμπει τό Μέγα Φῶς καί διαλύει τά σκοτάδια μας. Καί εἶναι ἔσχατη μωρία  νά μισοῦμε τό Φῶς καί, μέ τή θέλησί μας, νά παραμένουμε κατάκοιτοι στό Βόρβορο τοῦ σκότους.
Εἶναι καιρός νά ἐξέλθουμε ἀπό τό σκοτάδι καί νά εἰσέλθουμε στό Βασίλειο τοῦ Φωτός, νά γίνουμε ὅλοι Φῶς. Τότε ἡ ψυχή μας γίνεται κατοικητήριον καί Θρόνος Θεοῦ.Ὁ Ἅγιος Μακάριος λέγει ὅτι «ἡ ψυχή, πού καταλαμβάνεται τελείως ἀπό τό ἄρρητον κάλλος  τῆς δόξης τοῦ φωτός τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ καί γίνεται τελείως κοινωνός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος , καταξιώνεται καί γίνεται κατοικητήριον καί θρόνος Θεοῦ, ὅλη ὀφθαλμός, καί ὅλη φῶς, καί ὅλη πρόσωπον, καί ὅλη δόξα, καί ὅλη πνεῦμα γίνεται» (10).



Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σύ, πού εἶσαι τό φῶς πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο, φώτιζε τά σκοτάδια μας, λάμπρυνε τήν ψυχή μας, ὅχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου.
Στερέωσε ὅλους ἐμᾶς, τούς ἀχρείους δούλους  Σου, ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου καί ἀξίωσέ μας,  μέ λόγια καί ἔργα φωτός, νά Σέ ὑμνοῦμε καί νά Σέ δοξάζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι , καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

------------

(1) Ματθ. δ΄ 15-16.παρβλ. καί  Ἡσ. θ΄ 1-2.

(2) παρβλ. Ἡσ.  η΄ 19-20.

(3) Ματθ. δ΄ 12-16.  (4) Ματθ. δ΄ 17.

(5) Ἐφεσ. ε΄ 8,15.     (6) Ἰωάν. η΄ 12.

(7)Ἰωάν. γ΄ 19-21.    (8) Ρωμ. ιγ΄  12.

(9) Ἰωάν. ιβ΄  35-36.

(10) Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου ,Ὁμιλ. Πνευματ.Α΄ β΄

        ΒΕΠΕΣ  41,146, 19 ἑξ.







Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

ΟΥΤΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΥΙΟΣ ΜΟΥ Ο ΑΓΑΠΗΤΟΣ










ΕΝ ᾯ ΕΥΔΟΚΗΣΑ (Ματθ. γ΄17)




Ἔκθαμβος, ἐκστατικός ἀτενίζω πρός Σέ, Θεέ καί Κύριε τοῦ Ἐλέους.
Ἔντρομος  βλέπω τά μεγαλεῖα Σου καί θαυμάζω τήν μεγαλοπρέπειά Σου! Καί  με φόβο ἀναφωνῶ:

«Μέγας εἶσαι, Κύριε, καί θαυμαστά εἶναι τά ἔργα Σου
καί κανείς ἀνθρώπινος λόγος δέν ἐξαρκεῖ, δέν φθάνει, δέν εἶναι ἱκανός νά συνθέσῃ  ὕμνον ἐπάξιον τῶν θαυμασίων Σου!»
Σύ, Κύριε, ὁ ἐπιβλέπων ἐπί τήν γῆν καί ποιῶν αὐτήν τρέμειν, Σύ, ὁ πάντων ἐπέκεινα, ὁ σοφός Δημιουργός καί Κτίστης τῶν ἁπάντων, Σύ, Κύριε, πού Σέ τρέμουν ὅλες οἱ νοερές Δυνάμεις καί Σέ ὑμνοῦν,  σέ δοξάζουν καί Σέ προσκυνοῦν  τά ἐπουράνια καί τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια, Σύ, Κύριε τοῦ Ἔλέους, ὁ πανταχοῦ Παρών καί τά πάντα πληρῶν, ἀνοίγεις τούς Οὐρανούς καί ἔμφανίζεσαι σέ μᾶς τούς παναθλίους, καί ἀποκαλύπτεις τήν πραγματοποίησι τῆς προαιώνιας Βουλῆς Σου, γιά τή σωτηρία μας.
Παρήγορη εἶναι ἡ Πατρική φωνή Σου, οὐράνιε

Πατέρα. Φωτίζει, στηρίζει, καθοδηγεῖ. Παρουρουσιάζεις σέ μᾶς τόν Μονογενῆ Σου Υἱό
καί μᾶς συνιστᾶς  να Τόν δεχθοῦμε, νά Τόν πιστέψουμε, νά Τόν ἐγκολπωθοῦμε καί να ἀκοῦμε μέ προσοχή τό ζωοποιό Του λόγο. «Ὡς αὔρα λέπτή» ἔρχεται καί δροσίζει τήν ψυχή μας ὁ λόγος Σου  καί ἀναπαύει τήν πονεμένη μας ψυχή, Ἐπουράνιε , στήν ἀναγγελία Σου ὅτι: «Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα, αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. γ΄ 17).




Πράγματι αὐτός, πού  ἔρχεται στόν Ἱορδάνη καί καταδέχεται δουλικόν Βάπτισμα, ὁ γλυκύς  Ἰησοῦς εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ  εἰρήνη μας, εἶναι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή, τό Φῶς, ἡ πάντων Χαρά, ὁ Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Εἶναι ὁ μόνος, πού στηρίζει καί ἀναπαύει τήν ταλαίπωρη ψυχή μας.
Εἷναι ὁ Μονογενής Σου Υἱός, Οὐράνιε Πατέρα, ὁ Ἀμνός ὁ ἄμωμος, ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου. Εἶναι αὐτός πού ἔρχεται καί γίνεται ὑπογραμμός  σέ ὅλα, γίνεται ὑπήκοος μέχρι θανάτου, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ. Μᾶς διδάσκει μέ τό παράδειγμά Του τό δρόμο τῆς ὑπακοῆς, τό δρόμο, πού θά μᾶς φέρει καί πάλιν εἰς τόν παράδεισο, τό δρόμο τῆς ὄντως Ζωῆς, πού μᾶς φέρει κοντά Σου, οὐράνιε Πατέρα.




«Καί ἰδού  ἀνεώχθησαν αὐτῷ  οἱ οὐρανοί καί εἴδαμε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καταβαῖνον  ὡσεί περιστερά καί ἐρχόμενον ἐπ’ αὐτόν», τό Πνεῦμα Σου, Θεέ μου, πού  συνεργεῖ καί βεβαιώνει «τοῦ λόγου τό ἀσφαλές».

Πράγματι ὁ Γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς εἶναι ὁ Υἱός Σου ἀγαπητός, οὐράνιε Πατέρα καί μόνον Σ’ αὐτόν ὀφείλουμε ἀπόλυτη ὑπακοή.

Ναί, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, πῶς νά μή θαυμάσουμε τή συγκατάβασί Σου; Πῶς  νά μήν ὑμνήσουμε τό ἄπειρον ἔλεος καί τήν Εὐσπλαγχνίαν Σου;

Πολλές φορές παραβαίνουμε τίς πανάγιες Ἐντολές Σου. Συγχώρησέ μας, Κύριε καί ἐλέησέ μας. Μή μᾶς ἐγκαταλείπῃς. Φώτιζε τά σκοτάδια μας, Ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης. Προστάτευέ μας ἀπό τόν πυρρό Δράκοντα.

«Σύ γάρ, Θεός ὤν ἀπερίγραπτος, ἄναρχός τε καί ἀνέκφραστος, ἦλθες ἐπί τῆς γῆς, μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος· οὐ γάρ ἔφερες, Δέσποτα, διά σπλάγχνα ἐλέους Σου, θεᾶσθαι ὑπό τοῦ διαβόλου τυραννούμενον τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀλλ’ ἦλθες καί ἔσωσας ἡμᾶς. Ὁμολογοῦμεν τήν χάριν, κηρύττομεν τόν ἔλεον, οὐ κρύπτομεν τήν εὐεργεσίαν».
Μή μᾶς ἀφήνῃς μόνους. Λύτρωσέ μας ἀπό τόν κακό μας ἑαυτό. Στερέωσέ μας ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου. Ἐνίσχυέ μας στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Στήριξε τά βήματά μας στό δρόμο τῆς ὑπακοῆς στό πανάγιο Θέλημά σου. Ἀξίωσέ μας νά σέ δοξάζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, μετά πάντων τῶν Ἁγίων καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν
αἰώνων. Ἀμήν.



Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΖΩΝ ΥΔΩΡ



ΕΙΝΑΙ Η ΑΦΘΟΝΟΣ ΘΕΙΑ ΧΑΡΙΣ ΚΑΙ
ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ



Ο Πάνσοφος  καί Παντοδύναμος Δημιουργός τοῦ Σύμπαντος κόσμου, ἐκ τοῦ μή ὄντος, ὁ Ἕνας καί Μόνος Ἀληθινός Θεός, ὁ πάντων Ἐπέκεινα, ὁ ἀόρατος καί  ἀναλλοίωτος, ὁ πανταχοῦ Παρών καί τά Πάντα πληρῶν, ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ, ἡ Αἰωνία Ὕπαρξις, εἶναι ἡ Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, εἶναι ἡ Πηγή τῆς Ζωῆς καί τῆς Ἀθανασίας. Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι «ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα».(1)






Ὁ Πανάγαθος ἔπλασε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ» καί τόν κατέστησε κύριον πάντων τῶν ἐπί τῆς γῆς. (2) Ὁ ἄνθρωπος ὅμως «ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς».(3) Ἐνῶ δηλαδή εἶχε τήν τιμήν τῆς λογικῆς του φύσεως, δέν ἐλογικεύθη, ὁ δυστυχής καί ταλαίπωρος, ἀλλά ἦλθε στή θέσι τῶν ἀνοήτων κτηνῶν καί ἔγινεν ὅμοιος μέ αὐτά κατά τήν σκέψιν, κατά τήν ἀνοησίαν. Δέν ἐννόησε τό μεγαλεῖον του, τά προνόμιά του.(4) Ἐταπεινώθη μέχρι τῶν κτηνῶν, ἔχασε τήν τιμήν διά τῆς παρακοῆς.

Ὁ Πανάγαθος, διά τοῦ Προφήτου Ἱερεμίου, ἀναφέρεται στήν ἀποστασία, στήν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου



ὁμοιωθέντος τοῖς κτήνεσι καί στά δεινά καί στίς συμφορές τῆς ἀποστασίας, στήν πώρωσι τοῦ ἀνθρώπου στό κακό καί στήν  Εἰδωλολατρία, πού εἶναι αἰσχύνη, ἡ χειρότερη ντροπή (5) καί ἐπιγραμματικά λέγει: «Δύο καί πονηρά ἐποίησεν ὁ λαός μου· ἐμέ ἐγκατέλιπον πηγήν ὕδατος ζωῆς, καί ὤρυξαν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν».(6) Μᾶς ἀποκαλύπτει τά δεινά τῆς ἀποστασίας καί τή ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιτευγμάτων, πού «εἶναι λάκκοι συντριμμένοι, στέρνες, δεξαμενές  τρύπιες, πού δέν μποροῦν νά συγκρατήσουν ὕδωρ». Ὁ Θεός παρομοιάζει τόν ἑαυτόν Του μέ ἄστείρευτη, ἀνεξάντλητη Πηγή πολυτίμου, καθάριου καί δροσεροῦ ὕδατος. Τό ζῶν ὕδωρ συμβολίζει τόν πραγματικόν, τόν ἀληθινόν Θεόν, τήν ἄφθονον θείαν Χάριν καί ὅλες τίς δωρεές τῆς Τριαδικῆς Θεότητος.

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, στό διάλογό Του μέ τή Σαμαρείτιδα, τονίζει τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων  καί τήν ὑπεροχήν τοῦ ζῶντος ὕδατος. Ξεχωρίζει τά φθαρτά καί ἀνάξια λόγου ἐγκόσμια πράγματα, ἀπό τά ἄφθαρτα καί αἰώνια ἀγαθά καί λέγει: « Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου (τοῦ φυσικοῦ) διψήσει πάλιν». Δηλαδή κάθε ἕνας πού προσπαθεῖ νά ξεδιψάση ἀπό τούς συντετριμμένους λάκκους, κάθε ἕνας πού προσπαθεῖ νά ἱκανοποιήσῃ τή δίψα του καί τίς μεταφυσικές του ἀνησυχίες ἀπό τά ἐγκόσμια πράγματα καί ἀπό τά ἀνόητα καί μάταια δικά του ἐπιτεύγματα, δέν ἱκανοποιεῖται. Δέν γεμίζει τό ὑπαρξιακό του κενό, ἀλλά τό διευρύνει καί κατατυραννεῖται ἀπό ἀκατάπαυστη δίψα. Ἡ Ψυχή ἀναζητεῖ τά ὑψηλά, ἀναζητεῖ τό Θεό καί ἀναπαύεται ἐν τῷ Θεῷ. Ἀνάγκη τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἐπιστροφή της στήν Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὑδατος. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ φιλάνθρωπος ἔρχεται κοντά μας καί μᾶς προσφέρει τό ὕδωρ τό ζῶν καί μᾶς ἀποκαλύπτει λέγων ὅτι «ὅς δ’ ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγώ δώσω αὐτῷ, οὐ μή διψήσῃ εἰς τόν αἰῶνα, ἀλλά τό ὕδωρ ὅ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον».(7)

«Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τις
ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου...» (Ἀποκ. γ΄ 20).



Βέβαια δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Μέ τρυφερότητα μᾶς καλεῖ καί λέγει: «Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω. Ὁ Πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ Γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν».(8)

Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας μᾶς προτρέπει νά δεχθοῦμε τήν δωρεάν τοῦ Θεοῦ καί λέγει: «Οἱ διψῶντες πορεύεσθε ἐφ’ ὕδωρ...». (9) «Καί ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου».(10) Πηγές τῆς Σωτηρίας εἶναι Χριστός. Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρας μας. Καί «ζῶν ὕδωρ» εἶναι ὁ ζωοποιός λόγος Του.







Αὐτός «ὡς ἀγαθότητος ὑπάρχων πηγή» ζητεῖ τήν σωτηρίαν  ὅλων μας καί μᾶς καλεῖ νά πιστέψουμε στό ὄνομά Του καί νά  ἐπιστρέψουμε κοντά Του. Καί μᾶς καλεῖ λέγων: «Ἐγώ τό Α καί τό Ω, ἡ ἀρχή καί τό τέλος. Ἐγώ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν». (11) «Καί ὁ διψῶν ἐρχέσθω, καί ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν». (12) Βέβαια εἶναι αὐτονόητον ὅτι ἐκεῖνος, πού διψᾶ καί θέλει νά λάβῃ τό τό ζῶν ὕδωρ, ὀφείλει νά πιστέψῃ, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του, στό Θεό, νά καθαρίσῃ τήν ψυχή του ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, καί ὡς καθαρός, νά ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ (13). Μέ ἄλλα λόγια,  ὀφείλει νά ἐνδυθῇ (14) καί νά ἐγκολπωθῇ τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Τότε καί μόνον τότε θά ἀξιωθῇ ὁ Πιστός νά λάβῃ τό ὕδωρ τό ζῶν, τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τίς δωρεές τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί νά πολιτογραφηθῇ εἰς τήν κοινωνίαν τῶν ἁγίων καί θά ὕμνῇ ἀκαταπαύστως τόν Δωρεοδότην  Σωτῆρα- Χριστόν εἰς τόν Ὁποῖον, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι,  ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Σημειώσεις:

(1) Πράξ. ιζ΄ 25. (2) Γενές, α΄ 26. (3) Ψαλμ. 48,13

(4)παρβλ. καί Ψαλμ. 8,5-9. (5) Παρβλ. Ἱερεμ. β΄ 4-28

(6) Ἱερεμ. β΄ 13. (7) Ἰωάν. δ΄ 13-14. (8) Ἰωάν ζ΄ 37-39

(9) Ἡσ. 55,1.   (10) Ἡσ. ιβ΄ 3.   (11) Ἀποκ. κα΄ 6.

(12) Ἀποκ.  κβ΄  17. (13) Β΄Κορινθ.  ζ΄ 1.

(14) Γαλατ. γ΄ 27.