Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΓΑΜΩΝ (Κυριακή ιδ΄ Ματθ. κβ΄ 2-14).






«Πολλοί εἶναι οἱ καλεσμένοι,
ὀλίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί».



Ὁ Πανάγαθος Θεός δέν θέλει νά χαθοῦν τά πλάσματα Του. Ὡς ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος θέλει τήν σωτηρίαν ὅλων μας καί μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του. Ἀποστέλλει τούς δούλους Του καί τέλος στέλνει καί τόν Ἴδιο τόν μονογενῆ Του Υἱόν καί μᾶς καλεῖ στή ΧΑΡΑ τῆς Βασιλείας Του, στούς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του. Εἶναι παραβολικός ὁ λόγος.
Μᾶς καλεῖ νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν, τόν διεφθαρμένον ἄνθρωπον μαζί μέ τίς πράξεις του  νά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν ψυχή μας πᾶσαν κακίαν, καί, ὡς ἔνδυμα γάμου, νά φορέσουμε τόν νέον ἄνθρωπον, νά φορέσομεν τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου, καί ὡς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς ἔκτισε, μέ τήν ἁγία ζωή μας νά φθάσουμε στήν τελεία γνῶσιν τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Κορινθ. ιε΄ 49.Κολος. γ΄ 9-10).
Μᾶς καλεῖ ὅλους στή χαρά τῶν γάμων τοῦ Υἱοῦ Του. Γιά νά  γευθοῦμε τή Χαρά, βασική προϋπόθεσις εἶναι, νά δεχθοῦμε τήν Πρόσκλησι τῆς Ἀγάπης Του. Καί ἀποδοχή τῆς Προσκλήσεως σημαίνει νά ἐνδυθοῦμε «βύσσινον λαμπρόν καθαρόν· τό γάρ βύσσινον τά δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί» (Ἀποκ. ιθ΄ 8). Τό  ἔνδυμα ἀπό καθαρόν βύσσινον συμβολίζει τήν, διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς προσκλήσεως, συμμόρφωσιν  πρός τό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ, συμβολίζει τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας, τήν χάριν καί τήν ἁγιότητα, τίς ἀρετές τῶν Ἁγίων. Χωρίς αὐτό τό ἔνδυμα κανείς δέν γίνεται δεκτός εἰς τούς γάμους.
Οἱ πολλοί ἐπίσημοι προσκεκλημένοι, Ἱερεῖς, Ἀρχιερεῖς, Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι καί οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ Λαοῦ, πού πίστευαν στόν ἀληθινόν Θεόν, ἀλλά οἱ περισσότεροι δέν ζοῦσαν σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τῆς Πίστεως, ἀλλά ἦσαν Ψεῦστες καί ὑποκριτές, γεννήματα ἐχιδνῶν, δέν δέχθηκαν τήν πρόσκλησιν. Περιφρόνησαν τόν καλέσαντα Κύριον. Εἷχαν ὑψηλή ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους. Θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους ἅγιον καί περιφρονοῦσαν ὅλους τούς ἄλλους συνανθρώπους τους ὡς παρακατιανούς. Δέν θέλησαν νά μετανοήσουν καί νά συμμορφωθοῦν μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἔμειναν ἔξω  ἀπό τό τραπέζι τοῦ Γάμου.


«Οἱ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι» νά λάβουν μέρος εἰς αὐτό. Καί οἱ δοῦλοι τοῦ Βασιλέως, κατ’ ἐντολήν Του «ἐξελθόντες εἰς τάς ὁδούς ἐμάζευσαν πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καί ἀγαθούς καί ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων». Κάλεσε πάντα τά ἔθνη. Κάλεσε κάθε πονεμένο, κάθε περιφρονημένο,  κάθε ταλαιπωρημένο καί κάθε φορτωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία. Κάλεσε ὅλους ἐκείνους , πού δέχθηκαν τήν Πρόσκλησί Του καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι, ἐπέστρεψαν στήν Πατρική Ἑστία  καί ἔχοντες ἔνδυμα γάμου, παρακάθησαν στό Τραπέζι τοῦ Γάμου καί γεύθηκαν «τόν μόσχον τόν σιτευτόν».










Ὡς ἄπειρη ἀγάπη, ὁ Φιλάνθρωπος, μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστί» (Ματθ. ια΄ 28-30). Δέν ἐξαιρεῖ κανέναν, ἀλλά καί δέν ἐξαναγκάζει κανέναν. «Ὅστις θέλει...» Ὅποιος θέλει καί συμμορφωθῇ μέ τούς ὅρους τῆς προσκλήσως, ὅποιος ξεριζώσῃ μέσα ἀπό τήν ψυχή του πᾶσαν κακίαν, ὅποιος ἐνδυθῇ τό ἔνδυμα γάμου ἀπό βύσσινον λαμπρόν καθαρόν, ὅποιος  δεχθῇ τήν πρόσκλησι καί θελήσῃ, νά ἀκολουθήσῃ τόν Καλέσαντα αὐτόν εἰς τούς γάμους, μέ Πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας, ὅποιος ἀκολουθήσῃ  τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, ὅποιος ἐνδυθῇ τόν Χριστόν, ὅποιος δεχθῇ στήν καρδιά του τό Χριστό, τήν τέλεια ἀγάπη, αὐτός καί μόνον αὐτός γίνεται δεκτός στό Τραπέζι τοῦ Γάμου. Αὐτός καί μόνον αὐτός γίνεται ὁμοτράπεζος τοῦ Χριστοῦ στήν αἰώνια βασιλεία Του.




Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ ἀπό καταβολῆς κόσμου μᾶς προσκαλεῖ. «Ἰδού», λέγει, «ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν, εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄ 20). Ἄπειρη εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία Του. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Μᾶς προσκαλεῖ. Κρούει τήν θύραν. Ἑκεῖνος, πού θά δεχθῇ τήν πρόσκλησί Του, θά ἀκούσῃ τή φωνή Του καί θά  Τοῦ ἀνοίξῃ τή καρδιά του, θά λάβῃ μέρος στό Τραπέζι τοῦ Γάμου, θά ἀξιωθῇ νά γίνῃ ὁμοτράπεζός Του.
Ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρά ἀπό τό Γάμο τοῦ Χριστοῦ μέ τήν νύμφη Ἐκκλησία, ἀλλά καί μέ κάθε ψυχή ξεχωριστά;
Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα.
Πότε, ἐπί τέλους, θά καταλάβουμε τή μεγάλη αὐτή καί σωστική ἀλήθεια;
Πότε θά κατανοήσουμε ὅτι χωρίς τόν Χριστόν ἡ ζωή μας εἶναι ἄδεια, κενή, χωρίς νόημα;
Εἶναι καιρός νά  συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ μόνος δρόμος, ὁ δρόμος τῆς ὄντως ζωῆς,  εἶναι ἡ ἀποδοχή
τῆς Προσκλήσεως τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ὁ προσωπικός μας Σωτῆρας καί ὁ Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος κόσμου.










Εἶναι καιρός  νά καταλάβῃς δύσμοιρε θνητέ, προσωρινέ, διαβάτη αὐτῆς ἐδῶ τῆς παροικίας, ὅτι

Ὅταν κλείνῃς ἔξω ἀπό τήν ψυχή σου τό Χριστό,
Ἐκεῖνος, μένει ἔξω ἀπό τήν ταλαίπωρη ψυχή σου,
ἐσύ ὅμως, μικρόψυχε, μένεις ἔξω ἀπό τήν αἰώνια Βασιλεία Του. 
Ὅταν κλείνῃς ἔξω ἀπό τήν ψυχή σου τό Χριστό, μέ τή θέλησί σου, παραμένεις κατάκοιτος στή χώρα καί τή σκιά του θανάτου.
Mέ τήν κακοκεφαλιά σου, μέ τήν κακή σου θέλησι, ἔρχεσαι καί παραμένεις «εἰς τόν τόπον ἐκεῖνον τῆς βασάνου καί ὀδυνᾶσαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ» , μέ τή θέλησί σου καταδικάζεις τόν ἑαυτόν σου νά βληθῇ εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ (πρβλ. Λουκ. ιστ΄ 19-31, Ἀποκ. ιθ΄ 20, κ΄10,14. κα΄ 8). Ὅλοι οἱ  ἀμετανόητοι, οἱ δειλοί, καί ἄπιστοι, οἱ ἐβδελυγμένοι καί φονιάδες, οἱ πόρνοι καί φαρμακοί καί εἰδωλολάτρες καί ὅλοι ὅσοι ἀγάπησαν τό ψεῦδος τῆς ἁμαρτίας, ὅλοι, δηλαδή, ὅσοι δέν δέχονται τήν πρόσκλησι τοῦ Θεοῦ, μόνοι τους καταδικάζουν τόν ἑαυτόν στόν αἰώνιο θάνατο, καί βάλλονται εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ, μέ τή θέλησί τους ἔρχονται εἰς τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.









Ὅταν κλείνῃς ἔξω ἀπό τήν καρδιά σου τό Χριστό, Ἐκεῖνος μένει ἔξω ἀπό τήν καρδιά σου καί κρούει... Ἐσύ ὅμως μένεις ἔγκλειστος εἰς τήν κόλασι τοῦ  ἄγχους τῆς προσωπικῆς σου ἐνοχῆς.

Στό διάβα τῶν αἰώνων πολλοί νόμισαν πώς μποροῦν νά ξεγελάσουν καί τόν ἴδιο τό Θεό. Νόμισαν ὅτι μποροῦν νά λάβουν μέρος τό βασιλικό Τραπέζι, χωρίς νά τηρήσουν τούς ὅρους τῆς προσκλήσεως, χωρίς ἔνδυμα γάμου.

Κατά καιρούς «λύκοι βαρεῖς εἰσέρχονται εἰς τήν λογικήν ποίμνην τοῦ Χριστοῦ μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Πραξ. κ΄ 29) καί ἄλλοι ἄνθρωποι αἱρετικοί καί παρείσακτοι ψευδάδελφοι (Γαλάτ. β΄4), μέ σκοπό νά ὑποδουλώσουν τούς ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ. Εἰσῆλθον εἰς τό γαμήλιο Τραπέζι χωρίς ἔνδυμα γάμου.

Ποιός ὅμως μπορεῖ νά ξεφύγῃ ἀπό τό πανάγιον καί ἐξεταστικόν βλέμμα τοῦ Δικαιοκρίτου ;

Τούς ἀνθρώπους μπορεῖ κανείς νά τούς ἐξαπατήσῃ. Τόν Θεόν  ὅμως κανείς δέν μπορεῖ νά τόν ξεγελάσῃ. Ὁ Δικαιοκρίτης Κύριος τά βλέπει ὅλα , κρυφά και φανερά. Ἕτσι, λοιπόν ὁ Κύριος, πού μέ τόση ἀγάπη μᾶς προσκαλεῖ στούς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, στή Χαρά τῆς Βασιλείας Του, μᾶς προσκαλεῖ στούς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, ἀλλά θέλει νά ἔχουμε ἔνδυμα Γάμου, θέλει νά εἴμαστε περιβεβλημένοι βύσσινον λαμπρόν καθαρόν. Χωρίς αὐτό κανείς δέν γίνεται δεκτός. Ἄν κανείς τολμήσῃ νά εἰσέλθῃ χωρίς τό κατάλληλον ἔνδυμα, ἐκβάλλεται ἔξω (Ματθ. κβ΄ 11-13).
«Ἔξω οἱ κύνες καί οἱ φαρμακοί καί οἱ πόρνοι καί οἱ φονεῖς καί οἱ εἰδωλολάτραι καί πᾶς ὁ φιλῶν καί ποιῶν ψεῦδος» (Ἀποκ. κβ΄ 15). Ἔξω ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι, οἱ μή ἔχοντες  ἔνδυμα γάμου. Ὅλοι εἶναι προσκεκλημένοι. Γίνονται ὅμως δεκτοί ὅσοι ἀνοίγουν τήν καρδιά τους στό Χριστό, ὅσοι δέχονται τήν Πρόσκλησι καί, μέ χαρά, περιβάλλονται ἔνδυμα ἀπό βύσσινον λαμπρόν καθαρόν, μόνον ὅσοι ἀπεκδύονται τόν παλαιόν, τόν διεφθαρμένον ἄνθρωπον καί ἐνδύονται τόν νέον, τόν ἐπουράνιον, ὅσοι περιβάλλονται τήν ἁγιότητα, τάς ἀρετάς τῶν Ἁγίων, ὅσοι ἐνδύονται τόν Χριστόν. Κανείς δέν γίνεται δεκτός μή ἔχων τοῦτο τό ἔνδυμα Γάμου, «πολλοί γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί» (Ματθ. κβ΄ 14).







Τρίτη, 28 Αυγούστου 2018

ΨΑΛΜΟΣ ΡΚ΄ (120ος)





Σέ Σένα, ὕψιστε Θεέ, τούς ὀφθαλμούς μου ὑψώνω!



«Σήκωσα  τά μάτια μου ψηλά, πάνω ἀπό  τά γήϊνα

Σήκωσα τά μάτια πρός τά ὄρη, στά  οὐράνια ὕψη,

πρός τά θεῖα καί ἅγια σκηνώματά Σου, Κύριε.

Μύριες ἁμαρτίες, γήϊνες ἀγάπες καί σαρκικές

βαραίνουν τήν ψυχή μου καί τήν κρατοῦν αἰχμάλωτη τῶν χαμηλῶν παθῶν, δούλη τοῦ σκότους... Ποιός ἄλλος, ἐκτός ἀπό Σένα, μπορεῖ νά ἀνασύρῃ τήν ψυχή μου, ἀλλά καί ὁλόκληρη τήν ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα, ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχει ἐμπαγῆ, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μονάχα Σύ θέλεις, ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖς ὡς Παντοδύναμος, μόνον Σύ, Κύριε, ὁ Πάντων ἐπέκεινα, ὁ Πανταχοῦ, ὁ μόνος Ἀνεξίκακος καί Οἰκτίρμων. Μόνον Σέ Σένα τούς ὀφθαλμούς μου αἴρω. Μόνον ἀπό Σένα ζητῶ βοήθεια. Ἐκτός ἀπό Σένα, δέν ἔχω καί δέν θέλω νά ἔχω ἄλλον κανέναν βοηθόν στή ζωή μου. Καί εἶμαι ἀπόλυτα σίγουρος, γιά τήν ἄπειρη ἀγάπη καί εὐσπλαγχνίαν σου, Κύριε καί ὁμολογῶ καί διακηρύττω σέ ὅλους ὅτι ἡ βοήθειά μου ἔρχεται ἀπό Σένα τόν Κύριον, τόν ποιητήν τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, τόν πάνσοφον Δημιουργόν τοῦ Σύμπαντος κόσμου. Ναί, Σέ σένα στρέφω τό βλέμμα, Ὕψιστε Θεέ!




Σύ εἶσαι ἡ Πηγή πάσης ἀγαθότητος. Εἶσαι Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ Ἀγαθοῦ καί πιστεύω ὅτι ἀπό Σένα προέρχεται πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον, ἄνωθεν ἔστι καταβαῖνον, ἀπό Σένα, τόν οὐράνιον,  τόν Πατέρα τῶν φώτων (πρβλ. καί Ἰακ. α΄ 16-17).

Εἷναι βέβαιον ὅτι ὁ Πανάγαθος, ὁ ἐν τοῖς Οὐρανοῖς, ἀνά πᾶσαν στιγμήν καί ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ, σπεύδει εἰς βοήθειάν μας, ὁ Πανταχοῦ.

Ἀρκεῖ νά σηκώσουμε στόν οὐρανόν τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχής μας, νά χωρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τά γήϊνα καί φθαρτά. Ἀρκεῖ νά ἐπιστρέψουμε στό δρόμο τοῦ Θεοῦ καί νά μή ἐπιτρέψουμε νά σαλευθῇ, νά κλονισθῇ τό πόδι μας, νά μήν ξεφύγουμε, μέ τή Χάρι τοῦ Κυρίου, ἀπό τήν ὁδόν τῆς Πίστεως, ἀπό τήν ὁδόν τῆς ζωῆς. Νά μή διώξουμε τή Χάρι, μέ τήν ἀστάθειά μας, ὥστε νά μή νυστάξῃ οὔτε νά ἀδιαφορήσῃ ὁ    Φυλάσσων ἡμᾶς,  ὁ ἀκοίμητος Φύλακάς μας. Εἷμαι σίγουρος. Ναι, δέν θά νυστάξῃ, οὔτε θά κοιμηθῇ ὁ Φυλάσσων τόν λαόν Του Κύριος. Ἀντίθετα, ψυχή μου καί σύ,  σύντροφε, συνοδοιπόρε, μάθε ὅτι θά σέ φυλάξῃ ὁ Κύριος, θά σέ σκεπάσῃ μέ τή Χάρι Του καί μέ τήν παντοδύναμον Παρουσία Του. Ὁ Κύριος θά εἶναι  ὁ σκεπαστής καί ὑπερασπιστής σου. Θά στέκεται στά δεξιά σου καί θά σέ προστατεύῃ, ὥστε νά μή μπορεῖ νά σέ βλάψῃ τίποτε. Ὥστε κατά  τήν ἡμέρα δέν θά  σέ καύσῃ ὁ ἥλιος, οὔτε κατά τήν νύκτα  θά σε βλάψῃ ἡ σελήνη.

Ὁ Κύριος θά σέ φυλάξῃ ἀπό κάθε κακόν , θά  φυλάξῃ τήν ψυχή καί τήν ζωήν σου ὁ Κύριος.

Ὁ Κύριος θά σέ παραστέκει στό κάθε σου βῆμα καί θά ἀποτρέπει κάθε κίνδυνον, θά σέ προστατεύῃ ἀπό κάθε πειρασμό, θά σέ στηρίζῃ σέ κάθε ἀγαθό ἔργο. Θά σέ προστατεύῃ σέ ὅλη σου τή ζωή καί θά εὐλογῇ   τήν καλή σου συμπεριφορά, τά καλά σου ἔργα. Ὅσο στρέφεις τό βλέμμα σου πρός Αὐτόν, ὁ Κύριος θά φυλάξῃ τήν εἴσοδό σου καί τήν ἔξοδόν σου ἀπό τό σπίτι σου. Θά προστατεύῃ γενικά τήν πορεία τῆς ζωῆς σου, καί τώρα, στό Παρόν, ἀλλά καί πάντοτε, αἰώνια. Ἀμήν»


Περνᾶμε δύσκολες ὧρες. Καιρός εἶναι νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὅλοι καί ὅλα μᾶς ἔχουν ἀπογοητεύσει, καί ὅτι μόνον ἡ Πίστις καί ἡ ἐλπίδα μας στό Χριστό μᾶς ἀπομένει. Καί εἶναι καιρός νά κατανοήσουμε ὅτι μόνον ἀπό Αὐτόν μποροῦμε νά περιμένουμε βοήθεια. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Εἶναι καιρός νά σηκώσουμε τούς ὀφθαλμούς μας ψηλά, πρός τά οὐράνια ὕψη ὅθεν ἥξει ἡ βοήθειά μας.

Κύριε, Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα.

«Κύριε, ἔρχου ταχύ. Μή ἀργοπορῇς.  Σῶσον ἡμᾶς ἀπολλύμεθα» (Ματθ. η΄ 25).









ΕΠΙ ΤΑ ΙΧΝΗ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ








ΖΗ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΟΔΕΥΕΙ

ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΝΤΩΣ ΖΩΗΝ.



Κάθε ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἀγαπᾷ τή ζωή. Εἶναι δέ  αὐτονόητο ὅτι ὀφείλει νά φροντίζῃ τό «εὖ ζῆν»,  «τό εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Β΄ Τιμ. γ΄12), τό ζῆν «καθώς πρέπει ἁγίοις» (Ἐφεσ. ε΄ 3).

Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος του Θεοῦ, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (Ἰωάν. α΄14), «ἑαυτόν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 7-8). Ὁ τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος   ἄνθρωπος καί ἔπαθε γιά χάρι μας, ὁ ἀναμάρτητος, «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς», «ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄Πέτρ. β΄ 21).



Ὁ Ἰησοῦς Χριστός γίνεται τύπος καί ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα τοῦ τελείου ἀνθρώπου, τοῦ «κατ’ εἰκόνα καί ὀμοίωσιν Θεοῦ». «Πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» διδάσκει τό ζῆν καθώς πρέπει ἁγίοις, χαράσσει τά Ἴχνη τῆς ἁγίας καί θεαρέστου ζωῆς, γιά νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του, ὥστε νά καταξιωθοῦμε καί νά γίνουμε εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, ὅπως  ὁ Χριστός εἶναι εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου (Β΄Κορινθ. δ΄ 5, Κολοσ. α΄15).

«Ὁ Ἰησοῦς Χριστός χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» ( Ἑβρ. ιγ΄ 8) «διῆλθεν καί διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν, κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον  τῆς  βασιλείας  καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ καί ἰώμενος  πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου» (παρβλ. Ματθ. δ΄ 23. Πράξ. ι΄ 38), καί μᾶς διδάσκει ποιο πραγματικά εἶναι τό νόημα τῆς ζωῆς. Μᾶς διδάσκει ὅτι τό πραγματικό νόημα τῆς ζωῆς εἶναι τό περιπατεῖν ἐν ἀγάπῃ.






Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Παῦλος μᾶς προτρέπει νά γίνουμε  «Μιμηταί τοῦ Θεοῦ» καί λέγει: «Γίνεσθε οὖν μιμηταί τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά, καί περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ. ε΄ 1-2). Ἀπό ἄπειρη ἀγάπη. Σταυρώνεται Αὐτός ἀντί ἡμῶν, Αὐτός γιά μᾶς, γιά νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του καί νά μᾶς διδάξῃ τήν Ὁδόν τῆς πραγματικῆς, τῆς ὄντως ζωῆς, νά μᾶς διδάξῃ ὅτι  ἡ Ὁδός τῆς ὄντως ζωῆς εἶναι ἡ Ὁδός τῆς γνήσιας,  τῆς  τέλειας Ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον, εἶναι ἡ Ὁδός τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα. Καί ἐνσάρκωσις αὐτῆς τῆς Ὁδοῦ εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, «ὁ δεύτερος ἄνθρωπος ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ» (Α΄Κορινθ. ιε΄47), ὁ ὁποῖος ἔρχεται καί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι μόνον «Αὐτός εἶναι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ ζωή τό Φῶς καί ἠ εἰρήνη τοῦ κόσμου». Μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ὁ ἐπί τῆς οὐσίας ἄρτος, «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ» (Ἰωάν. στ΄ 33, 48 ἑξ.). Καί μᾶς καλεῖ νά  Τόν μιμηθοῦμε, νά ἀκολουθήσουμε τά Χνάρια Του, νά ζήσουμε τή δική Του ζωή. Διότι  Αὐτός εἶναι ὁ Ὁδός τῆς ὄντως ζωῆς. Κάθε ἄλλος δρόμος, εἶναι λάθος δρόμος, ζωή χωρίς νόημα, που ὁδηγεῖ στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει καί λέγει: «καθώς ἐφορέσαμεν τήν εἰκόνα τοῦ χοϊκοῦ, φορέσομεν καί τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου» (Α΄Κορινθ. ιε΄ 49), πρᾶγμα τό ὁποῖον σημαίνει ὅτι «ἀφοῦ ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν διεφθαρμένον ἄνθρωπον μαζί μέ τίς πράξεις του, νά ἐνθυθοῦμε τόν νέον ἄνθρωπον,  πού συνεχῶς ἀνανεώνεται καί γίνεται καινούργιος σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὥστε μέ τή ζωή του νά φθάσῃ εἰς τήν τελείαν γνῶσιν τοῦ Θεοῦ» (Κολοσ. γ΄ 9-10).

Τί κέρδισαν οἱ ἄνθρωποι πού, μέχρι σήμερα,  δέν ἀκολούθησαν τά Χνάρια του Χριστοῦ;

Ποῦ τούς ὡδήγησε ὁ λάθος δρόμος;

Τί πρόσφερε στούς ἀνθρώπους ὁ ΕΓΩΙΣΜΟΣ, Η ΨΕΥΤΙΑ, Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ, Η ΑΠΑΤΗ, Ο ΔΟΛΟΣ ;

Τί ἀπεκόμισαν οἱ  ἄνθρωποι μέ τίς ἀδικίες, μέ τήν ἐκμετάλευσιν τῶν συνανθρώπων τους; ΜΟΝΟΝ ΣΥΜΦΟΡΕΣ, ΟΔΥΝΗ ΚΑΙ ΠΟΝΟ.

«Γυμνός ἔρχεται στόν κόσμο ὁ ἄνθρωπος καί γυμνός πάλιν ἐπιστρέφει στή γῆ. Δέν παίρνει τίποτε μαζί του. «Οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα. Ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται».

Πανευτυχεῖς,« μακάριοι εἶναι ἀπό τώρα οἱ νεκροί, πού πεθαίνουν πιστεύοντες εἰς τόν Κύριον καί εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του. Ναι· εἶναι μακάριοι, λέγει τό Ἅγιον Πνεῦμα. Διότι πεθαίνουν, διά νά ἀναπαυθοῦν ἀπό τούς κόπους των. Καί θά ἀναπαυθοῦν, διότι τά ἅγια ἔργα τους, τά ἔργα τῆς ἀγάπης τους ἀκολουθοῦν μαζί τους εἰς τήν ἄλλην ζωήν» (Ἀποκ. ιδ΄ 13).

Ὅσοι ἔχουν λίγη σύνεσι συνειδητοποιοῦν την ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων καί ἀλλάζουν ζωή, ἐπιστρέφουν στό Θεό, ἀκολουθοῦν τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ καί ὁδεύουν τήν Ὁδόν τῆς ὄντως ζωῆς.

Συνειδητοποιοῦν ὅτι, ὅπως σωστά λέγει ὁ ποιητής,   «Μονάχα ἡ Καλωσύνη,

ὅλα στόν κόσμο χάνονται.

Μόνη ἀπομένει ἐκείνη».

Διότι

«ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄Ἰωάν. δ΄ 16).










Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2018

Η ΣΕΒΑΣΜΙΑ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ






Ἡ τῶν οὐρανῶν Ὑψηλοτέρα
καί πάσης κτίσεως τιμιωτέρα



«Τήν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον
καί προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα,
τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν· ὡς γάρ
ζωῆς Μητέρα, πρός τήν ζωήν μετέστησεν, ὁ
μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον» (Κοντάκιον ἑορτῆς).

Παντάνασα, Πανύμνητε, Παρθένε, Θεοτόκε,
φύλαξον ἡμᾶς ὑπό τήν σκέπην σου.

Παναγιά μου, ποιός ἀπό μᾶς τούς  ἀναξίους
δούλους σου μπορεῖ νά πλέξῃ ἐπάξιον
ἐγκώμιον στή Χάρι σου;

Οἱ Ἄγγελοι καί οἱ Ἀρχάγγελοι, οἱ Θρόνοι καί
Οἱ Κυριότητες, τά Χερουβίμ καί τά Σεραφείμ.
ἄφωνοι στάθηκαν μπροστά στό κάλλος τῶν
ἀρετῶν σου, Ἁγνή, Ἀειπάρθενε, Δέσποινα.

Ὑποδειγματική εἶναι ἠ πίστις σου στό Θεό.
Τέλεια ἡ ἀγάπη σου, ὁλόψυχη ἠ ἀφοσίωσί σου.
Πραγματικά βρέθηκες στά μάτια τοῦ Θεοῦ
Μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή, ἄξια
νά δεχθῇς στήν ἄχραντη ψυχή σου τό πανάγιον
Πνεῦμα καί νά  γίνης ἡ Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί


Λόγου τοῦ Θεοῦ, Μητέρα τοῦ Φωτός, Μητέρα
τῆς ζωῆς, παναγία Μητέρα ὅλων μας!  ...
Βρέθηκες στά μάτια τοῦ Θεοῦ ὑψηλοτέρα τῶν
Οὐρανῶν καί καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν.
Τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ  καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ. Τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα καί τῶν ἁγίων ἁγιωτέρα. ΠΑΝΑΓΙΑ.

Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος  ἔκθαμβος ἀναφωνεῖ:
«Καί τίς ἱκανός τοιοῦτον φρᾶσαι μυστήριον;
Ποῖον δέ φθέγξασθαι στόμα, ποῖα δέ γλώσσα
λαλῆσαι περί τῆς μεγαλωνύμου Θεοτόκου τῆς
μητρός τοῦ Κυρίου; Αὕτη γάρ καί τάς τῶν
οὐρανῶν δυνάμεις ἐξένισε».
Καί πραγματικά. Παναγιά μου, Μεγαλόχαρη,   μέ τόν προσωπικό σου ἀγῶνα κατόρθωσες καί ἔγινες ἡ ἐνσάρκωσις πάσης ἀρετῆς, καί εἶσαι ἡ Μεγάλη  Μητέρα τοῦ Σύμπαντος, τί Ἱερό Σύμβολον, ἡ παναγία ΕΙΚΟΝΑ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ.

Ὁ ἱερός ὑμνῳδός τῆς Ἐκκλησίας μας περιγράφει
τό δέος καί τό θαυμασμό, πού ἔνοιωσε ὁ Γαβριήλ
ὅταν βρέθηκε ἐνώπιόν σου, Πανάχραντε!...:

«Τήν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας σου καί τό
ὑπέρλαμπρον τό τῆς ἁγνείας σου, ὁ Γαβριήλ
καταπλαγείς,  ἐβόα σοι, Θεοτόκε· Ποῖόν σοι
ἐγκώμιον προσαγάγω ἐπάξιον· τί δέ ὀνομάσω
σε; ἀπορῶ καί ἐξισταμαι· διό, ὡς προσετάγην,
βοῶ σοι· Χαῖρε, ἡ Κεχαριτωμένη».

Ἐάν οἱ Ἄγγελοι καί οἱ Ἀρχάγγελοι καί οἱ Ἅγιοι
Πατέρες καί Οἰκουμενικοί διδάσκαλοι στέκονται
ἄφωνοι, μπροστά στή Χάρι σου καί ἀδύναμοι νά
σέ ἐγκωμιάσουν ἐπάξια, Τί θά μποροῦσα νά πῶ
ἐγώ ὁ ἀνάξιος, ὁ ἁμαρτωλότερος τῶν ἁμαρτωλῶν;
Ἀναλογίζομαι τήν μητρική σου ἀγάπη καί τήν
Θείαν Σκέπη σου, Πάναγνε, καί τίς Ἄπειρες, ὄντως,
Εὐεργεσίες σου ὄχι μόνον στό ταλαίπωρο Γένος
μας, ἀλλά καί τίς εὐεργεσίες σου στόν καθέναν
ἀπό μᾶς, ἀλλά κυρίως ἀναλογίζομαι τίς εὐεργεσίες
σου προσωπικά σέ μένα τόν ἀνάξιο καί ἁμαρτωλό.
Λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου εἶναι νά σέ ὑμνῶ, νά ὑμνῶ ἀκατάπαυστα τή Χάρι σου, νά μακαρίζω
σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί Παναμώμητον καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Θέλω νά ψάλλω στή Χάρι σου ὕμνους καί Ὠδές καί δέν βρίσκω τά λόγια, πού ταιριάζουν. Μόνον δέξου τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης μου, "Αγνή,Παρθένε, Θεοτόκε.
Αἰσθάνομαι ἀνάξιος νά σέ ἐγκωμιάσω Παναγία μου. Ἀλλά ἐάν σιωπήσω, οἱ λίθοι κεκράξονται, γιά τό μέγεθος τῆς ἀχαριστίας μου. Εἶσαι, Μεγαλόχαρη, στοργική Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, ἀλλά καί Μητέρα ὅλων μας.
Μανοῦλα μου, Παναγιά μου, θυμᾶσαι πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια, ὅταν ἕνα πρωί ξύπνησα, μέ ἐκεῖνον τόν ὄγκον , σάν μικρό αὐγό, στή γλῶσσα μου; Τότε δέν μποροῦσα νά μιλήσω οὔτε νά ἀναπνεύσω καλά. Τότε ποιός μέ ἔσωσε, Παναγιά μου; Ποιά ἄλλη προστασία εἶχα, ἐκτός ἀπό Σένα; Μονάχα Ἐσένα εἶχα στήν καρδιά μου καί στή δική Σου κούρνιασα ἀγκαλιά.
Ὅταν πῆγαν στήν Ἀθηναϊκή Κλινική, ὁ Χειρούργος(ὁ κ. Χωματᾶς), μοῦ εἶπε ὅτι πρέπει[σύντομα, ἀμέσως νά χειρουργηθῶ. Θυμᾶμαι τά λόγια του:
«Πάτερ Στέφανε, σάν γιατρός, δέν μέ ἐνδιαφέρει ἄν θά μπορῇς να μιλᾶς μετά τήν ἐγχείρισι. Ἐγώ ὀφείλω νά κάνω ριζική ἀφαίρεσι τοῦ ὄγκου, γιά νά σέ κρατήσω στή ζωή. Αὔριο τό πρωῒ θά ἔλθῃ ὁ ἀναισθησιολόγος νά σέ προετοιμάσῃ».
Θυμᾶμαι τή νύχτα τῆς προσμονῆς τοῦ Χειρουργείου. Προσπαθοῦσα νά ἀρθρώσω τή λέξι:
Παναγιά μου καί δέν μποροῦσα. Ποσπαθοῦσα νά ἐπικαλεσθῶ τή Χάρι σου, Παναγία Μητέρα μου, καί ὅλη νύχτα ψέλιζα: Πα... Πααγιά μου καί νοερά ἔλεγα μόνον Παναγιά μου, Παναγιά μου, Παναγιά μου...
Καί κατά τά ξημερώματα ἔκανες τό Θαῦμα σου,  Παναγιά μου, γλυκειά μου Μητέρα!...
Καί μέ τή Χάρι Σου, ἄρχισα σιγά-σιγά νά μιλάω. Ὅταν ἦλθε ὁ ἀναισθησιολόγος καί μέ ἄκουσε νά μιλάω  ἔφυγε τρέχοντας νά φέρει τό Χειροῦργο, πού ἔμεινε ἄφωνος μπροστά στό Θαῦμα σου, ἄμωμε Παναγία.
«Τί ἔκαμες, Πάτερ μου;» «Τίποτε,  γιατρέ μου. Μόνον ἔλεγα, Παναγιά μου, Παναγιά μου καί μέ ἄκουσε ἡ μεγαλόχαρη, γιατί πῶς θά μποροῦσα νά ζήσω χωρίς νά ψάλλω καί νά κηρύττω τό λόγο τοῦ Θεοῦ;»
Καί ὁ Γιατρός μοῦ εἶπε: «ἡ Παναγιά ἔκαμε τό Θαῦμα της, σοῦ ἔδωσε πιστοποιητικό καλοηθείας. Σήμερα θά σᾶς δώσω καί τό ἐξιτήριον».
Πῶς μπορῶ νά σιωπήσω καί νά μή διαλαλήσω τή σωστική, μητρική σου Παρουσία στή ζωή μου,
Πάναγνε, Παναγία; 
Συγχώρησε με, Πανάμωμε, γιά  τά λάθη μου.
Σ' Εὐχαριστῶ. Σέ εὐχαριστῶ, Παναγιά μου.
Δέξου τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης μου...
κουσε τή δέησί μου, γιά ὅλους ἐκείνους, πού βρίσκονται  ἔξω ἀπό την Ἁγία μας Ἐκκλησία.
Ξέρω ὅτι δακρύζουν ἀκόμη καί οἱ εἰκόνες, γιά τά ἄπρεπα καμώματά μας. Ἀλλά  καί γνωρίζω πολύ καλά
πόσο μεγάλη Μητέρα εἶσαι, γεμᾶτη στοργή.
Δέου καί ἰκέτευε τόν Υἱόν σου νά μᾶς  δώσῃ τό χάρισμα τῆς μετανοίας, ὥστε εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του καί νά κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του καί νά σέ ὑμνοῦμε, ὤ Κεχαριτωμένη!
Σκέπασέ μας μέ τή Χάρι σου καί ἀξίωσέ μας μέ τίς
πρεσβεῖες σου νά συνταχθοῦμε μέ τούς Ἁγίους καί νά ψάλλουμε ὕμνους δοξολογίας στόν Υἱό σου καί Σωτήρα μας ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.





Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ






«Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μή πάντοτε χαμερπεῖς»



Ἐπειδή ὁ Κύριος πολλές φορές  μίλησε στούς Μαθητάς Του ὄχι μόνον γιά τά φρικτά Του Πάθη, ἀλλά καί γιά τούς μελλοντικούς διωγμούς καί τίς θλίψεις, πού ἐπρόκειτο νά ὑποστοῦν οἱ ἴδιοι οἱ Μαθηταί διά τό ὄνομά Του, ἠθέλησε νά τούς πληροφορήσῃ καί γιά τήν μέλλουσα καί ἐλπιζομένη δόξα, πού εἶναι ἡτοιμασμένη ἀπό καταβολῆς κόσμου, γιά  κείνους, πού θά πιστέψουν στό Ὄνομά του,  θά κηρύξουν τό λόγο Του καί θά ὑπομείνουν μέχρι τέλος. Θέλησε νά τούς ἀποδείξῃ ὅτι δέν εἶναι ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς αὐτούς (Ρωμ. η΄18). Θέλησε νά τούς ἐμψυχώσῃ. Παρέλαβε, λοιπόν, τούς τρεῖς ξεχωριστούς, διά τήν ἀρετήν, Μαθητάς Του, τόν Πέτρον τόν Ἰάκωβον καί τόν Ἰωάννην, ὡς τούς πλέον ἱκανούς νά δεχθοῦν τήν ἀποκάλυψι τῆς θείας δόξης, τούς ἀνέβασε μαζί Του εἰς τό Θαβώριον Ὄρος καί μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν. Καί ἔλαμψε τό πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ Ἥλιος, τά δέ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένοντο λευκά ὡς τό φῶς. Καί φανερώθηκαν σ’ αὐτούς ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἡλίας καί συνωμιλοῦσαν μαζί Του, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει ὅτι «ζώντων καί νεκρῶν κυριεύει». Καί ἐνῶ μιλοῦσε ὁ Κύριος μαζί τους καί ἰδού νεφέλη ἐπεσκίασεν αὐτούς, καί ἰδού φωνή (ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἠκούσθη)  ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα:

Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ιζ΄ 1-5).




Ὁ Κύριος πῆρε μαζί Του μόνον τούς τρεῖς κορυφαίους τῶν Μαθητῶν, κατά λόγον δικαιοσύνης, διότι «οἱ τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες καί τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται».

Ὁ ἱερός ὑμνῳδός μᾶς προτρέπει νά σηκωθοῦμε πάνω ἀπό τά γήϊνα, νά ὑψωθοῦμε «εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως». Νά ἀφήσουμε τήν ὀκνηρία, νά μήν εἴμαστε νωθροί, ράθυμοι, νωθεῖς. Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς. Γίνετε δραστήριοι. Ἀγαπήσατε τά πνευματικά. Ὑψώθητε. Μή παραμένετε πάντοτε χαμερπεῖς, μήν παραμένετε στερεωμένοι στή γῆ. Πάψετε πιά νά εἶσθε εὐτελεῖς, ποταποί, τιποτένιοι. Τά ἄνω ζητεῖτε. Τά ἄνω φρονεῖτε, μή τά ἐπί τῆς γῆς, γιά νά ἀξιωθῆτε τῶν θείων ἀποκαλύψεων, γιά νά δῆτε μαζί μέ τούς τρεῖς Μαθητάς τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ καί νά δεχθῆτε τήν  φανέρωσι ἀπό τόν Πατέρα τοῦ Υἱοῦ Του, ἐνανθρωπήσαντος καί νά μάθετε ὅτι μόνον ἡ ὑπακοή στό Χριστό, δίνει δύναμι καί χάρι καί ὀδηγεῖ στήν πνευματική τελείωσι.

Οἱ ὑπόλοιποι Μαθηταί ἔμειναν στούς πρόποδες τοῦ Ὄρους. Δέν ἀξιώθηκαν νά δοῦν τόν Κύριό τους μεταμορφούμενον, διότι δέν εἶχαν πιστέψει καί δέν εἶχαν προκόψει στίς ἀρετές. Ἀπόδειξις τῆς ἀπιστίας τους ἦταν καί ἡ ἀδυναμία τους νά θεραπεύσουν τόν σεληνιαζόμενον νέον. Ὅταν ἀργότερα ρώτησαν τόν Κύριον : «Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; Ὁ Κύριος θά τούς πῇ ξεκάθαρα:Δέν μπορέσατε, «Διά τήν ἀπιστίαν ὑμῶν» (Ματθ. ιζ΄ 19-20).

Ἀπό ὅλα αὐτά συμπεραίνουμε ὅτι γιά νά ἀξιωθοῦμε τῶν θείων ἀποκαλύψεων εἶναι ἀνάγκη νά πιστέψουμε μέ τήν καρδιά μας στό Χριστό καί νά  γράψουμε βαθειά μέσα στήν ψυχή μας τή σύστασι τοῦ οὐρανίου Πατρός ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὀ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί ὀφείλουμε ἀπόλυτη ὑπακοή σ’Αὐτόν: Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· Αὐτοῦ ἀκούετε».



Ἐγέρθητε οἱ νωθεῖς, μή πάντοτε χαμερπεῖς· οἱ συγκύπτοντες εἰς γῆν τήν ψυχήν μου λογισμοί, ἐπάρθητε καί ἄρθητε εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως· προσδράμωμεν Πέτρῳ καί τοῖς Ζεβεδαίου, καί ἅμα ἐκείνοις τό Θαβώριον ὄρος προφθάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν σύν αὐτοῖς τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· φωνῆς δέ ἀκούσωμεν, ἧς περ ἄνωθεν ἤκουσαν, και ἐκήρυξαν τοῦ Πατρός τό ἀπαύγασμα» (Οἶκος ἑορτῆς).