Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιστ΄ 19-31) 3ον.














Γ΄. «Μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν
χάσμα μέγα ἐστήρικται».

«Εἶπε δέ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου καί Λάζαρος ὁμοίως τά κακά· νυν δέ ὧδε παρακαλεῖται, σύ δέ ὀδυνᾶσαι.
Καί ἐπί πᾶσι τούτοις μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρός ὑμᾶς μή δύνωνται, μηδέ οἱ ἐκεῖθεν πρός ἡμᾶς διαπερῶσιν» (Λουκ. ιστ΄ 25-26).


Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, διακατεχόμενος ἀπό τό δαιμόνιον τῆς ἀλαζονίας, τῆς ὑπεροψίας, τοῦ Ἐγωϊσμοῦ, ἔχει ὑψηλήν  ἰδέαν, γιά τόν ἑαυτό του. Πιστεύει πώς αὐτός εἶναι σπουδαῖος καί κανένας ἄλλος. Ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι παρακατιανοί, τιποτένιοι. Αὐτός καί οἱ ὅμοιοί του, περιφρονοῦν τούς συνανθρώπους τους. Τούς θεωροῦν ὡς ἀντικείμενα ἐκμεταλεύσεως. Θεοποιοῦν τόν Ἑαυτούλη τους καί προσέχουν μόνον τήν καλοπέρασί τους. Ἐνδύονται πορφύραν καί βύσσον εὐφραινόμενοι καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. Εἶναι κακοί Οἰκονόμοι, κακοί διαχειριστές. Καταχρῶνται τά ἀγαθά, πού τούς ἔδωσε ὁ Θεός, νά τά μοιράσουν δίκαια σέ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη καί αὐτοί ὡς κακοί διαχειριστές  οἰκειοποιοῦνται, τόν πλοῦτον, πού δέν τούς ἀνήκει σέ βάρος τῶν δικαιούχων. Καί καυχῶνται γιά τόν πλοῦτο τους.





Ὁ Πλούσιος τῆς παραβολῆς, ὅπως καί ὅλοι οἱ ὅμοιοί του, δέν πιστεύει στό Θεό οὔτε στήν μέλλουσα ζωή. Πιστεύει πώς εἶναι μόνιμος στή γῆ καί ὅτι τά ἀγαθά πού ἔχει εἶναι δικά του.  Ἰσχυρίζεται δέ καί λέγει ὅτι «πλούσιός εἰμι καί πεπλούτηκα καί οὐδενός χρείαν ἔχω» καί δέν γνωρίζει, ὁ δυστυχής, ὅτι αὐτός εἶναι «ταλαίπωρος και ἐλεεινός καί πτωχός καί τυφλός καί γυμνός» (Ἀποκ. γ΄17-18). Αὐτήν τήν τραγική πραγματικότητα τήν ἀντιλαμβάνεται μετά τό θάνατό του, ὅταν, ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς του συμπεριφορᾶς, εὑρίσκεται στόν ᾏδη, στόν τόπον ἐκεῖνον τῆς βασάνου καί ὁδυνᾶται σέ κείνη τή φλόγα. Ἀπό ἐκεῖ βλέπει τόν Λάζαρον στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, στόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, νά ἀπολαμβάνει τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καί, αὐτός πού ποτέ δέν παρεκάλεσε κανέναν καί γιά τίποτε, τώρα ὀδυνόμενος , αὐτός ὁ ἀρνητής τῶν πάντων, κράζει καί λέγει: «Πάτερ Ἀβραάμ, λυπήσου με καί στεῖλε τό Λάζαρο νά βάψῃ τό ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ στό νερό καί δροσίσῃ τή γλῶσσα μου, διότι ὑποφέρω πολύ μέσα σ’ αὐτή τή φλόγα». Καί ὁ Ἀβραάμ μέ τρυφερότητα ἀποκρίνεται, διότι «ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει»:
«Παιδί μου, θυμήσου ὅτι σύ ἀπόλαυσες στή  ζωή σου τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, πού τά θεωροῦσες δικά σου καί ὁ Λάζαρος ὑπέφερε ὅλα τά κακά. Τώρα αὐτός ἀπολαμβάνει καί παρηγορεῖται καί σύ ὑποφέρεις.
Δίκαια ὑποφέρεις. Μέ τή θέλησί σου βρέθηκες σ’ αὐτή  τήν Ὀδύνη. Ἀλλά πρέπει νά ξέρῃς ὅτι μεταξύ μας ὑπάρχει ἕνα μεγάλο χάσμα, ὥστε ἐκεῖνοι, πού θέλουν νά περάσουν ἀπό ἐδῶ πρός  σᾶς, νά μή μποροῦν νά διαβοῦν, οὔτε αὐτοί, πού βρίσκονται ἐκεῖ, μποροῦν νά ἔλθουν πρός σ’ ἐμᾶς.
Τότε, αὐτός, πού ποτέ στή ζωή του δέν σκέφτηκε τούς ἄλλους, πού δέν πίστευε στό Θεό καί στή μέλλουσα ζωή, τώρα, πού καίγεται μέσα στή φωτιά τῶν προσωπικῶν του ἐνοχῶν, σκέπτεται τούς ἀδελφούς του καί παρακαλεῖ: «Πάτερ Ἀβραάμ, σέ παρακαλῶ, νά στείλῃς τό Λάζαρο στό σπίτι τοῦ πατέρα μου, διότι ἔχω πέντε ἀδελφούς, νά τούς νουθετήσῃ, γιά νά μήν ἔλθουν κι’ αὐτοί, σέ αὐτόν τόν τόπον τῶν βασάνων».
Τότε ὁ Ἀβραάμ τοῦ εἶπε : «Ἔχουν τόν Μωϋσῆν καί τούς Προφήτες, ἄς τούς ἀκούσουν». Σήμερα λέγει σέ ὅλους ὅσους σκέπτονται σάν τόν πλούσιον τῆς παραβολῆς: «Ἔχουν  τόν Μωϋσῆν καί τούς προφῆτες καί ἐπί πλέον ἔχουν τόν Ἰησοῦν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του. Ἄς ἀκούσουν τόν ζωοποιόν Του λόγον, ὥστε νά μήν ἔλθουν στόν τόπον αὐτόν τῆς βασάνου». Ἐπειδή ὁ πλούσιος δέν κατάλαβε τό λόγο τοῦ Ἀβραάμ, ὅτι μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, εἶπε στόν Ἀβραάμ: «Ὄχι, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλά ἐάν  κάποιος ἀπό τούς νεκρούς πάῃ σ’ αὐτούς, θά μετανοήσουν», ὁ Ἀβραάμ θετικά τοῦ ἀπήντησε ὅτι «Ἐάν δέν  μελετοῦν  καί δέν ἀκοῦνε τούς λόγους τῆς Ἁγίας Γραφῆς,  καί δέν τούς κάνουν «πρᾶξι», δέν θά πεισθοῦν καί δέν θά σωθοῦν καί ἄν ἀκόμη, ἀναστηθῇ κάποιος ἀπό τούς νεκρούς».





Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ πώρωσι καί ἡ ἀμετανοησία τῶν πολλῶν, πού καθημερινά παραβαίνουν τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί διευρύνουν τό χάσμα, ὄχι μόνον μεταξύ τους οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά κυρίως ἀνάμεσα σ’ αὐτούς καί τό Θεό. Ποια σχέσις καί ποια κοινωνία μπορεῖ νά ὑπάρξῃ ἀνάμεσα στό Θεό, πού εἶναι καθαρός, πού εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια καί ἡ Αὐτοζωή, καί στόν ἀκάθαρτο ἄνθρωπο, πού γεμᾶτος ψευτιά καί ὑποκρισία;
Τό μέγα χάσμα δημιουργεῖται καί διευρύνεται ἀπό τόν ἄνθρωπον, διά τῆς παρακοῆς στό Νόμο τοῦ Θεοῦ. Τό μῖσος, ὁ φθόνος, τό σαρκικό φρόνημα χωρίζει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν. Τό σαρκικό φρόνημα, ὁ Ἐγωϊσμός, ὁ Ἑωσφορισμός χωρίζει τούς ἀνθρώπους καί τούς ἀπομακρύνει ἀπό τήν Πηγή τῆς ζωῆς. Τό σαρκικό φρόνημα εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο (πρβλ. Ρωμ. η΄ 6).
Ἡ ὑπακοή στό ζωοποιό λόγο τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπόδειξις τῆς τελείας ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον, καί ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν.

 Ὁ Χριστός, ἡ ἐνσάρκωσις τής Ἀγάπης, ἦλθε νά καταργήσῃ τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, τήν ἔχθραν, ὥστε, διά  τοῦ αἵματος Αὐτοῦ, αὐτοί πού κάποτε ἦσαν μακρυά, νά ἔλθουν κοντά. Ἦλθε νά συμφιλιώσῃ καί νά ἑνώσῃ τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν Πατέρα (παρβλ. Ἐφεσ. β΄13-14). Ἦλθε νά  γεφυρώσῃ, νά ἐξαλείψῃ τό ἀγεφύρωτο, τό μέγα Χάσμα, πού δημιούργησαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀποστασίας, σάν τόν πλούσιον τῆς παραβολῆς. Καί ζητεῖ ὑπακοή στό λόγο Του. Ἡ παρακοή διευρύνει τό χάσμα, ἡ ὑπακοή τό γεφυρώνει ἤ καί τό ἐξαλείφει.
 Ὅταν στή ζωή ὁ Λάζαρος καί οἱ ὅμοιοί του ὑποφέρουν, στεροῦνται τά ἀναγκαία γιά τή ζωή τους ἀγαθά, τήν τροφή, τό ροῦχο, τά φάρμακα, ἐνῶ τήν ἴδια ὥρα ὁ πλούσιος  καί οἱ ὅμοιοί του ἐνδύονται πορφύραν καί βύσσον ἐνδυόμενοι καθ’ ἡμέρα λαμπρῶς, φυσικόν ἑπόμενον εἶναι νά δημιουργεῖται μεταξύ τους μέγα χάσμα, τό ὁποῖον θεμελιώνει τό μετά θάνατον χάσμα, ἀνάμεσα στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί στόν ᾏδη, τόν τόπον τῆς βασάνου. Καί τό χάσμα αὐτό εἶναι τόσον μέγα ,  ὥστε κανείς νά μή μπορεῖ νά μεταβῇ ἀπό τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ εἰς τόν τόπον τῆς Ὀδύνης, οὔτε ἀπό τόν τόπον αὐτόν  νά μεταβῇ  καί νά ἔλθῃ εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ. Νά μήν μπορεῖ νά διαβῇ τό μέγα χάσμα καί νά ἔλθῃ ἀπό τόν παράδεισο στήν κόλασιν, οὔτε ἀπό τήν κόλασιν στόν Παράδεισον. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν παροικίαν καλοπερνοῦν καί χαίρονται, καθ’ ὅν χρόνον, ἄλλοι συνάνθρωποί τους ὑποφέρουν καί στεροῦνται τά πάντα, δημιουργεῖται μεταξύ τους μέγα χάσμα ὄχι μόνον στήν παροῦσα ζωή, ἀλλά καί στήν μέλλουσα. Οἱ ἄθεοι, οἰ ὑλιστές ἀρνοῦνται τόν Θεόν καί « θεός τους εἶναι ἠ κοιλία καί ἡ δόξα ἐν τῇ αἰσχύνῃ αὐτῶν, οἱ τά ἐπίγεια φρονοῦντες, ὧν τό τέλος ἀπώλεια» (Φιλιπ. γ΄19).Ἔρχεται ἡ ὥρα, πού φεύγουν ἀπό τήν παρούσα ζωή καί ἔρχονται στόν ᾏδη, στόν τόπον τῆς βασάνου. Ἀλλά στόν ᾏδη δέν ὑπάρχει μετάνοια. Ὁ πλούσιος καί οἱ ὅμοιοί του ἀπόλαυσαν τά ἀγαθά, πού νόμιζαν δικά τους καί τώρα ὑποφέρουν στόν τόπο τῆς Ὀδύνης.



Πίστεψαν στό δόγμα: «Φάγωμεν καί πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνήσκομεν» (Α΄Κορινθ. ιε΄ 32). Ὁ Λάζαρος ὅμως πίστευε στό Θεό καί στή μέλλουσα ζωή καί ὑπέμενε  τά δεινά τῆς παρούσης ζωῆς, χωρίς νά ἀγανακτῇ. Περίμενε μέ λαχτάρα τό θεῖον κάλεσμα.
Ὁ Πολυέλεος  καί πανάγαθος Θεός μᾶς ὑπέδειξε τόν τρόπο ζωῆς, πού μᾶς ἑνώνει μέ τό Θεό καί μέ τούς συνανθρώπους μας, και δέν δημιουργεῖ χάσματα. Οἱ περισσότεροι ὅμως ἄνθρωποι συνεχίζουν, ἀμετανόητοι, τά ἄνομα ἔργα τους. Συνεχίζουν νά λατρεύουν τά εἴδωλα καί νά δημιουργοῦν καί νά διευρύνουν το χάσμα  ἀνάμεσα στό Θεό καί στούς ἀνθρώπους. Παραμένουν μέ τή θέλησί τους, ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ.
Βυθισμένοι εἰς τό Βόρβορο, παραμένουν κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου, θησαυρίζοντες ὀργήν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς. Προετοιμάζουν γιά τόν ἑαυτόν τόν τόπον τῆς Ὀδύνης. Τό χάσμα πού δημιουργοῦν οἱ ἄνθρωποι μέ τήν προβληματική τους συμπεριφορά εἶναι ἀδύνατον νά γεφυρωθῇ μετά θάνατον.
Χρέος ἔχουμε ὅλοι νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν καί νά κάνουμε πρᾶξι τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Καιρός νά μιμηθοῦμε τόν Λάζαρον στήν Πίστι, στήν ἀγάπη, στήν ὑπομονή καί νά διαχειρισθοῦμε τόν πλοῦτον ἤ τή φτώχεια, σύμφωνα μέ τό ζωοποιό λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ὥστε ὅσο ὁ Θεός μᾶς χαρίζῃ μέρες νά ζοῦμε καθώς πρέπει ἁγίοις. Νά ζοῦμε εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, νά ζοῦμε ἑνωμένοι μέ τόν Χριστόν καί μεταξύ μας, κάνοντας πρᾶξι τήν ἀγάπη. Νά μιμηθοῦμε τόν πτωχόν Λάζαρον, νά ἔχουμε ἔλεος ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον. Νά μοιράζουμε δίκαια τά ἀγαθά, ὑλικά καί πνευματικά, νά καίγονται οἱ καρδιές μας, γιά τό Χριστό, νά θεραπεύουμε τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων μας, τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ, ὥστε, ὅταν μᾶς καλέσῃ ὁ Κύριος, νά ἔλθουν οἱ ἄγγελοι νά παραλάβουν τήν ψυχή μας καί νά τήν ἐναποθέσουν εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, καί νά ἀξιωθοῦμε νά  ὑμνοῦμε τόν Χριστόν,  καί νά Τόν δοξολογοῦμε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.





Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ (ΛΟΥΚ.ΙΣΤ΄19-31) 2ον







Ἡ ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ καί ὁ τόπος τῆς βασάνου

Β΄

«Ἐγένετο ἀποθανεῖν τόν πτωχόν καί ἀπενεχθῆναι αὐτόν ὑπό τῶν ἀγγέλων εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ· ἀπέθανε δέ καί ὁ πλούσιος καί ἐτάφη.

Καί ἐν τῷ ᾏδῃ ἐπάρας τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τόν Ἀβραάμ ἀπό μακρόθεν καί Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ.

Καί αὐτός φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καί πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τό ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καί καταψύξῃ τήν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ.

Εἶπε δέ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καί ὁ Λάζαρος ὁμοίως τά κακά· νῦν δέ ὧδε παρακαλεῖται, σύ δέ ὀδυνᾶσαι» 
                                                                      (Λουκ. ιστ΄ 22-25





Σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία  μᾶς ἐπιτρέπει ὁ Φιλάνθρωπος νά ζοῦμε, μέ ἡμερομηνία λήξεως. Εἴμαστε πάροικοι καί παρεπίδημοι, προσωρινοί, διαβάτες. Δέν εἴμαστε μόνιμοι κάτοικοι. «Οὐ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄14).
παρούσα ζωή εἶναι δῶρον τοῦ Φιλανθρώπου Θεοῦ. Εἶναι καιρός μετανοίας, πού μᾶς χορηγεῖται  ἡ δυνατότητα, διά τῆς ὑπακοῆς, νά διορθώσουμε τό λάθος τῆς παρακοῆς τοῦ προπάτορος Ἀδάμ, καί νά ἐπιστρέψουμε κοντά στήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος, κοντά στόν Ἀληθινόν Θεόν, ὁ ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4).
Σκοπός τῆς ζωῆς μας σ’ αὐτήν τήν παροικία εἶναι νά ἐννοήσωμεν το βραχύ τῆς ζωῆς καί τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων καί νά κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: Δηλαδή: Νά ἀκολουθοῦμε πιστά τά ματωμένα Χνάρια Του καί νά διερχώμεθα την ζωήν μας μέ εὐεργεσίες θεραπεύοντας πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. Νά κάνουμε καλή χρῆσι, καλή διαχείρισι τῶν ἀγαθῶν, πού μᾶς ἐμπιστεύεται ὀ Θεός. Νά ἀνακουφίζουμε νά παρηγοροῦμε, νά θεραπεύουμε τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων μας. Νά μεταβάλουμε αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο καί πάλιν εἰς Παράδεισον. Νά γίνεται «πρᾶξι» τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς».



Ὁ πτωχός Λάζαρος τῆς Παραβολῆς, πίστευε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του στό Θεό καί στήν ἀθανασία, πίστευε στή μέλλουσα ζωή καί ὑπέμενε τά δεινά τῆς παρούσης ζωῆς καί τίς θλίψεις, μέ ἐμπιστοσύνη στό Θεό καί τήν πρόνοιά Του. Ἀντεμετώπιζε τίς δυσκολίες, χωρίς δυσανασχέτησι, χωρίς γογγισμό, μέ ὑπομονή καί προσευχή καί μέ λαχτάρα περίμενε τό θεῖον κάλεσμα, τή γεννέθλιον ἡμέραν, τήν ἡμέραν πού θά τόν καλοῦσε ὁ Θεός κοντά. Ὑπέμενε τήν κοινωνικήν ἀδικίαν καί ἐτρέφετο μέ τά ψιχία, πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Παρέμενε, μέ τήν καρδιά του, πιστός καί δίκαιος, προσπαθῶντας νά στηρίζῃ τούς συνανθρώπους του, μέ τήν πίστιν καί τήν ὑπομονήν Του. Μοιραζόταν τά ψίχουλα μέ ἐκείνους, πού εἶχαν ἀνάγκην. Ὑπῆρξε καλός Οἰκονόμος, καλός διαχειριστής τῆς φτώχειας του.
Ἦταν ὁ γνωστός σέ ὅλους Λάζαρος, ὁ πιστός καί δίκαιος. Ποτέ δέν παραπονέθηκε γιά τήν ἀρρώστια του καί γιά τίς ἀδικίες, πού ὑπέφερε. Δόξαζε τό Θεό πάντων ἕνεκεν. Θεωροῦσε ὅτι δέν εἶναι ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ, πρός τήν μέλλουσαν δόξαν, πού πρόκειται νά ἀποκαλυφθῇ καί νά δοθῇ σέ μᾶς (Ρωμ. η΄18). Ἦταν ζωντανό μέλος τῆς κοινωνίας τῶν Ἁγίων, ζωντανό μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Ἐξηγόρασε τόν χρόνον τῆς παρούσης ζωῆς , διά τῆς ὑπακοῆς στό Νόμο τοῦ Θεοῦ, τήν μέλλουσαν δόξαν.
Καί ὅταν ἐκοιμήθη ἄγγελοι παρέλαβαν τήν ψυχή του καί τήν ἐναπόθεσαν εἰς τήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος.




Τό ἀντίθετο συνέβη μέ τόν ἀνώνυμο πλούσιο. Αὐτός ἀπέθανε καί ἐκηδεύθη  μέ κοσμική πομπή.
Ἀλλά ἀπέθανε καί ἐτάφη. Καί εἰς τόν ᾏδη, στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης, εἰς τόπον ἐκεῖνον τῆς βασάνου, σήκωσε τά μάτια του καί βλέπει τόν Ἀβραάμ ἀπό μακρυά καί τόν  περιφρονημένο πτωχό, τόν Λάζαρον νά εἶναι εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ. Καί αὐτός ὁ ἄμυαλος πλούσιος, πού στή γῆ εἶχε ὅλα τά ἀγαθά καί δέν ζητοῦσε ποτέ τίποτε καί ἀπό κανέναν, τώρα παρακαλεῖ, φωνάζει καί λέγει: Πάτερ Ἀβραάμ ἐλέησόν με· λυπήσου με· καί στεῖλε τό Λάζαρο νά βάψῃ τό ἄκρον τοῦ δακτύλου του εἰς τό νερό καί νά δροσίσῃ  τή γλῶσσα μου, διότι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ, διότι τυραννοῦμαι καί πονῶ μέσα σ’ αὐτή τή φλόγα.




Καί τότε ὁ Ἀβραάμ τοῦ ἀποκρίνεται: «Τέκνον, θυμήσου ὅτι σύ ἀπόλαυσες μέ το παραπάνω τά ἀγαθά σου εἰς τήν ζωήν σου καί ὁ Λάζαρος ὁμοίως τά κακά, ὑπέφερε μέ ὑπομονή ὅλη τή σκληρότητα καί σκληροκαρδία τῶν ἀνθρώπων. Τώρα ὅμως, κατά λόγον δικαιοσύνης, αὐτός ἐδῶ, ὁ τόσο πονεμένος καί περιφρονημένος Λάζαρος, παρηγορεῖται καί προαπολαμβάνει «τά ἀγαθά, ἅ ὀφθαλμός οὐκ οἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Α΄ Κορινθ. β΄ 9), καί σύ,  δίκαια, ὑποφέρεις».
Ἐδῶ  μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεός, ὅτι εἰς τήν μετά θάνατον ζωήν, κάθε ἄνθρωπος παίρνει τή θέσι του ἀνάλογα μέ τή συμποριφορά του.
Ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς δέν πίστευε στό Θεό καί εἰς τήν μέλλουσαν ζωήν. Νόμιζε ὅτι εἶναι μόνιμος σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία. Ὑπῆρξε κακός Οἰκονόμος τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ, κακός διαχειριστής. Ἦταν καταχραστής, κλέπτης. Λήστευε τούς συνανθρώπους του. Εἶχε θεοποιήσει τόν Ἑαυτούλη, ντυνόταν μέ βασιλικά ἐνδύματα, εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. Περιφρονοῦσε τούς συνανθρώπους του. Πρόσφερε μόνον ψίχουλα στούς ἄλλους. Δέν κατόρθωσε μέ τίς ἀδικίες νά ἔχει ὄνομα, ἦταν ἀνώνυμος, ἤ μᾶλλον μεταξύ τῶν συνανθρώπων του εἶχε διάφορα ὀνόματα, ὅπως, κλέπτης, λῃστής, κακός, ἄδικος, καταχραστής, ἐκμεταλευτής, χωρίς ἔλεος. Ἐκμεταλευόταν καί ποτέ δέν ἐλεοῦσε τούς πτωχούς. Φρόντιζε μόνον τήν Καλοπέρασί του. Ἦταν Ἐγωϊστής, Ψεύστης , Ὑποκριτής. Δέν ἤθελε νά καταλάβῃ τό βραχύ τῆς ζωῆς καί ὅτι ὅλα τά ὑλικά ἀγαθά, οἱ κοσμικές δόξες καί τά ἀξιώματα, εἶναι «σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα. Ἐπελθών γάρ ὀ θάνατος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Σέ ὅλη τή ζωή δέν ἔδειξε ἔλεος. Καί φροντίζοντας μόνον τόν ἑαυτόν του καί τήν καλοπέρασί του, περιφρονοῦσε τούς πτωχούς συνανθρώπους του, «θησαυρίζοντας ἔτσι, γιά τόν ἑαυτόν του,  ὀργήν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καί ἀποκαλύψεως καί δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ» (Ρωμ. β΄ 5-6).























Δέν ἠθέλησε στή ζωή του νά καταλάβῃ ὅτι εἶναι ἀνελέητη  ἡ κρίσις, γιά κάθε ἄνθρωπο, πού δέν δείχνει ἔλεος σέ κανέναν. Ὁ Ἰάκωβος λέγει ὅτι «ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β΄13). Ἑπομένως ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς, ἀλλά καί οἱ ὅμοιοί του, μέ τή θέλησί τους πεθαίνουν καί θάβονται καί πηγαίνουν εἰς τόν ᾏδη, εἰς τόν τόπον τῆς Βασάνου, εἰς τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.
 Κατά λόγον δικαιοσύνης, «βάλλονται(ὡς βλήματα πυροβόλου ὅπλου) εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ» (Ἀποκ. ιθ΄ 20). Μέ τή θέλησί τους διάλεξαν νά σταθοῦν ἐξ  εὐονύμων τοῦ Κριτοῦ καί μέ τή θέλησί τους πορεύονται μακράν τοῦ Θεοῦ, (ὅπως σέ ὅλη τους τή ζωή ἔζησαν, χωρίς Θεόν), πορεύονται εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ, διότι ἐπείνασα, λέγει ὁ Κύριος καί οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καί οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καί οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός , καί οὐ περιβάλετέ με, ἀσθενής καί ἐν φυλακῇ, καί οὐκ ἐπεσκέψασθέ με». Ἀλήθεια σᾶς λέγω· «ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἐλαχίστων (τῶν πτωχῶν καί καταφρονημένων Λαζάρων),οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε»
(παρβλ. Ματθ. κε΄31-46).
Καιρός , λοιπόν, εἶναι νά καταλάβουμε ὅλοι ὅτι ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται καί ἡ μετά θάνατον ζωή μας. Στό χέρι μας εἶναι νά διαλέξουμε τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Του, ὥστε νά εὑρεθοῦμε στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Διότι μέ τό θεῖον κάλεσμα, οἱ δίκαιοι μεταφέρονται ἀπό τούς ἁγίους ἀγγέλους εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, εὑρίσκονται «ἐν χειρί Θεοῦ» καί ἀναπαύονται ἐν εἰρήνῃ». Οἱ δέ ἄδικοι, ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς καί οἱ ὅμοιοί του, ὅλοι οἱ πωρωμένοι καί ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί, «βάλλονται εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ», «εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δέ δίκαιοι εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ματθ. κε΄46).
Καιρός, λοιπόν, εἶναι, παιδιά μου, νά ἐννοήσωμεν τό βραχύ τῆς ζωῆς, νά ἀποφύγουμε τήν ἀφροσύνην τοῦ πλουσίου καί νά μιμηθοῦμε τήν σύνεσιν, τήν πίστιν, τήν ἀγάπην, τήν ὑπομονήν τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου καί νά ζήσουμε δικαίως καί εὐσεβῶς τόν ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς μας χρόνον, περιμένοντας μέ λαχτάρα, ἀπεκδεχόμενοι τό θεῖον κάλεσμα. Καιρός εἶναι νά παρακαλέσουμε τόν Κύριον τῆς δόξης, νά μᾶς ἀξιώσῃ τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παρατάξεως, ὥστε, μετά τήν κοίμησί μας, νά εὑρεθοῦμε στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν ὑμνοῦμεν ἀκαταπαύστως, μετά τῶν ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

 


Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ (Λουκ.ιστ΄ 19-31) 1ον.





Α΄.- Ὁ Πλούσιος καί ὁ πτωχός Λάζαρος.



«Ἄνθρωπος  δέ τις ἦν πλούσιος, καί ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καί βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς.

Πτωχός δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὅς ἐβέβλητο πρός τόν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καί ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπό τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπό τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλά καί οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τά ἕλκη αὐτοῦ» (Λουκ. ιστ΄ 19-21).



Πανάγαθος καί Παντοδύναμος Θεός, ἀφοῦ δημιούργησε τό Σύμπαν, μετά ἔπλασε τήν κορωνίδα τῆς Δημιουργίας Του, τόν ἄνθρωπον.

«Κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ» ἐποίησε τόν ἄνθρωπον, «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτόν καί εὐλόγησεν αὐτούς ὁ Θεός λέγων· αὐξάνεσθε καί πληθύνεσθε καί πληρώσατε τήν γῆν καί κατακυριεύσατε αὐτῆς...» (Γενέσ. α΄ 26-28). «Καί ἔλαβε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπον, ὅν ἔπλασε, καί ἔθετο αὐτόν, ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν» (Γενέσ. β΄ 15).

Ὁ Θεός δέν χώρισε τούς ἀνθρώπους σέ πλουσίους καί πτωχούς. Δημιούργησε τόν παράδεισο τῆς τρυφῆς, γιά τόν Ἀδάμ καί τούς ἐξ Ἀδάμ, γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους. Τά ἀγαθά τῆς γῆς ἐπαρκοῦν νά νά θρέψουν πλουσιοπάροχα ὅλους τούς ἀνθρώπους τῆς γῆς, ὥστε νά εἶναι ὅλοι χαρούμενοι καί εὐτυχισμένοι καί, ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν καί μεταξύ τους, νά  ἀπολαμβάνουν τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, δέν κατενόησε τήν τιμήν. Δέν στάθηκε στόν παράδεισον τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν. Ἐγκατέλειψε τήν Πηγήν τῆς ζωῆς, τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν, τόν Δημιουργόν καί Εὐεργέτην του καί ἔγινε ὅμοιος στή σκέψι μέ τά ἄλογα κτήνη. Μετέβαλε τόν Παράδεισο σέ «Χοιροστάσι». Κυριεύεται ἀπό τόν Ἐγωϊσμό καί τά βρωμερά, τά σαρκικά του πάθη. Ὑψώνει σέ Θεότητα τόν Ἑαυτούλη του, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα, τό Βόρβορο.

Χωρισμένος ἀπό τό Θεό τῆς Ἀγάπης, δέν κατανοεῖ τό «βραχύ τῆς ζωῆς» καί τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. Χωρίζεται ἀπό τόν Θεόν καί ἀπό τούς ἀνθρώπους καί καταργεῖ τήν Κοινωνική Δικαιοσύνη καί ἐγκαθιστᾶ τήν Κοινωνική Ἀδικία. Κυριεύεται ἀπό τήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσότερων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτόν του στή γῆ, νομίζοντας πῶς θά ζήσῃ αἰώνια, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία. Τό κοινωνικό πρόβλημα, ὁ Χωρισμός τῶν ἀνθρώπων σέ πλουσίους καί πτωχούς, εἶναι προϊόν τῆς ἀποστασίας, τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν Θεόν τῆς Ἀγάπης.

Ὁ ἀνώνυμος πλούσιος τῆς Παραβολῆς εἶναι ἀντιπροσωπευτικός τύπος τοῦ ἀνθρώπου χωρίς Θεόν. Δέν κατανοεῖ ὅτι ὅλα τά ἀγαθά εἶναι τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος τά ἀναθέτει στόν ἄνθρωπον, νά τά διαχειρισθῇ ὡς καλός Οἰκονόμος. Ἐκεῖνος, πού πιστεύει ὅτι εἶναι δικά του τά ἀγαθά καί δέν τά διαχειρίζεται καλά, ἀλλά τά χρησιμοποιεῖ ἐγωϊστικά γιά τήν καλοπέρασί του, σέ βάρος τῶν συνανθρώπων του εἶναι κακός Οἰκονόμος τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἁπόστολος Παῦλος ἐρωτᾷ κάθε ἄνθρωπον καί λέγει: «Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών;» (Α΄Κορινθ. δ΄ 7). Καί ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ ὅτι ὅλα εἶναι δῶρα τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπον καί ἡ σωτηρία μας εἶναι δωρεά τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ: «Καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται» (Ἐφεσ. β΄ 8-9). Καί γιά τόν ἑαυτόν του ὁμολογεῖ : «Χάριτι Θεοῦ εἰμι ὅ εἰμι» (Α΄Κορινθ. ιε΄10).

Ὁ Πλούσιος τῆς Παραβολῆς ἐνδύεται πορφύραν καί βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς καί δέν προσέχει τούς συνανθρώπους του, πού ὑποφέρουν. Δέν θέλει νά καταλάβῃ ὅτι  τά ἀγαθά εἶναι τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι δικά του καί ὀφείλει νά τά διαχειρίζεται δίκαια. Νά τά μοιράζῃ σέ κείνους, πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Ὅταν τά σφετερίζεται, τά οἰκειοποιῆται, ὅταν τά χρησιμοποιῇ γιά τόν ἑαυτόν του καί τά στερῇ ἀπό τούς δικαιούχους, τότε εἶναι κακός Οἰκονόμος, «κλέπτης ἐστι καί λῃστής» καί «θησαυρίζει, γιά τόν ἑαυτόν του, ὀργήν ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς καί  ἀποκαλύψεως καί δικαιοκρισίας τοῦ Θεοῦ, ὅς ἀποδώσει ἑκάστῳ κατά τά ἔργα αὐτοῦ» (Ρωμ.β΄5-6)




Ὁ πλούσιος τῆς Παραβολῆς εἶναι προσηλωμένος στή γῆ. Γι’  αὐτόν «Θεός εἶναι ἡ κοιλία», ἡ Καλοπέρασί του, ἔχει γήϊνα φρονήματα (παρβλ. Φιλιπ. γ΄19). Δέν ἔχει ἔλεος γιά τόν πτωχόν, πού κείτεται ἄρρωστος εἰς τόν πυλῶνα του, πολύ κοντά του, γνωρίζει τή φτώχεια του καί δέν τοῦ προσφέρει καμμιά ἀπολύτως βοήθεια. Οἱ σκύλλοι λείχουν τίς πληγές του, δείχνουν μεγαλύτερη συμπάθεια ἀπό τόν πλούσιον. Ἐκεῖνος τόν δρασκελίζει καί συνεχίζει τίς διασκεδάσεις μέ τούς ὁμοϊδεάτες φίλους του καί ἀδιαφορεῖ, γιά τίς δυστυχίες τῶν πλησίον του. Ὁ πτωχός Λάζαρος, πιστός στό Θεό καί στήν ἀθανασία τῆς Ψυχῆς, πιστεύει ὅτι εἶναι προσωρινός, διαβάτης, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, καί περιμένει μέ πίστι, μέ καρτερία, μέ ὑπομονή τήν ὥρα, πού Θεός θά τόν καλέσῃ κοντά Του. Δέν ἀγανακτεῖ, δέν δυσανασχετεῖ, δέν παραπονεῖται, ὑπομένει τίς δυσκολίες τῆς παρούσης ζωῆς, ἐργάζεται καί μέ τόν τίμιο ἱδρῶτα του, τόν ὁποῖον ἐκμεταλεύεται, χωρίς ντροπή, ὁ πλούσιος, ἀρκεῖται στά ψίχουλα, πού πέφτουν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου καί δέν ἐπαναστατεῖ. Δέν ἐπιχειρεῖ,  μέ τή βία, νά ἀνατρέψῃ τήν ἀθλιότητητα στήν ὁποίαν τόν ἔχει περιφέρει ἡ πλεονεξία καί ὁ Ἐγωϊσμός, ἡ σκληροκαρδία, ἡ πώρωσι καί ἡ ἀμετανοησία αὐτῆς τῆς συμμορίας τῶν συνανθρώπων του, (διότι πράγματι  ὁ πλούσιος τῆς παραβολῆς καί οἱ ὅμοιοί του ἔχουν συστήσει συμμορία κακοποιῶν). Μόνον πιστεύει ὁ Πανάγαθος δέν θά τόν ἐγκαταλείψῃ  καί ὑπομένει «τά ἀνάξια λόγου παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ, προσμένοντας μέ λαχτάρα τήν μέλλουσα δόξα, πού πρόκειται νά ἀποκαλυφθῇ καί νά δοθῇ στούς πιστούς» (παρβλ. Ρωμ. η΄18) καί προσεύχεται, γιά τή σωτηρία καί μεταστροφή τῶν κακοποιῶν αὐτῶν πλουσίων, ὥστε, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐπιστρέψουν στό Θεό, νά ἐγκολπωθοῦν τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά ξεριζώσουν τήν αἰτία, που χωρίζει τούς ἀνθρώπους σέ πλουσίους καί πτωχούς. Ὁ πτωχός Λάζαρος εἶναι πιστός καί δίκαιος καί ἄνθρωπος τῆς ὑπομονῆς. Ἐνσαρκώνει τήν ἀγάπη.

Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀποστασίας ἐπεχείρησαν πολλάκις νά ἐπιφέρουν τήν ἀλλαγή, χωρίς τόν Χριστόν καί ἀπέτυχαν. Ἅρπαξαν μέ τή βία τόν πλοῦτον ἀπό τους πλουσίους καί οἱ  πλούσιοι, ἔγιναν πτωχοί καί οἱ πτωχοί ἔγιναν, μέ τή βία, πλούσιοι. Τί ἄλλαξε; Ἀπολύτως τίποτε. Τό πνεῦμα τῆς πονηρίας, τό πνεῦμα τοῦ Ἐγωϊσμοῦ και τῆς Πλεονεξίας συνέχισαν νά ὐπάρχουν καί νά τυραννοῦν τούς ἀνθρώπους. «Ἄλλαξε ὁ Μανωλιός κι’ ἔβαλε τά ροῦχα ἀλλιῶς».  Οἱ Ἐπαναστάσεις, χωρίς Θεόν, δέν ἐξάλειψαν τήν Κοινωνική Ἀδικία, δέν ἐγκατέστησαν τήν Κοινωνική Δικαιοσύνη. Συνέχισαν νά ὑπάρχουν πλούσιοι καί πτωχοί καί ἐξαθλιωμένοι. Ἡ Λύσις τοῦ κοινωνικοῦ προβλήματος, πού θίγεται στήν παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, βρίσκεται στό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Λύεται διά τῆς πίστεως στό Χριστό, τῆς δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης (Γαλάτ. ε΄ 6).

Ο Χριστός ἵδρυσε τήν Ἐκκλησία του, ὡς κοινωνίαν προσώπων, κοινωνίαν Ἁγίων.  Θεμέλιον τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός, ἡ ἐνσαρκωμένη Ἀγάπη.

«Θεμέλιον γάρ ἄλλον οὐδείς δύναται θεῖναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός»(Α΄Κορινθ. γ΄10)

καί «κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὀ Χριστός» (Ἐφεσ. δ΄15. Κολοσ. α΄18). Καί «ὁ Χριστός ἠγάπησε τήν Ἐκκλησίαν καί ἑαυτόν παρέδωκεν ὑπέρ αὐτῆς...»(Ἐφες. ε΄ 25 ἑξ.)  Ἐκκλησία Χριστοῦ δέ εἶναι τό σύνολον τῶν ὀρθοδόξως εἰς Χριστόν πιστευόντων, εἶναι ἡ κοινωνία τῶν προσώπων, ἡ κοινωνία τῶν Ἁγίων, τό σύνολον ἐκείνων, πού πιστεύουν στό Χριστό ὡς Θεόν καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Κεφαλή δέ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός.

Στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ δέν ὑπάρχουν πλούσιοι καί πτωχοί. Δέν πρέπει νά ὑπάρχουν πλούσιοι καί πτωχοί. Ὁ Χριστός θέλει, τοῦ πλήθους τῶν εἰς αὐτόν πιστευόντων, νά εἶναι ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία. Νά μήν ὑπάρχει κανείς

πού νά λέγῃ ὅτι κάτι ἀπό τά ὑπάρχοντά του εἶναι δικό του, ἀλλά  ὅλα τά ἀγαθά, πού τούς χαρίζει ὁ Θεός, νά τά ἔχουν μεταξύ τους  σέ κοινήν ὠφέλειαν καί χρῆσιν (παρβλ. Πράξ. δ΄ 32).

Αὐτή εἶναι ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα τοῦ Χριστοῦ. Ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότης νά ἐπιστρέψῃ στήν Πηγή τῆς ζωῆς, στόν Ἀληθινόν Θεόν. Νά Πιστέψουν στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦν τό ζωοποιό λόγο Του καί νά τόν κάνουν «πρᾶξι». Ἔτσι θά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν ψυχή μας τήν αἰτία, πού μᾶς χωρίζει σέ πλούσιους καί πτωχούς. Καί πραγματικά τότε, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, μέ ἕνα στόμα καί μέ μιά ψυχή, λόγῳ καί ἔργῳ, θά ἀξιωθοῦμε νά ὑμνοῦμε καί νά δοξολογοῦμε τό Θεό, ὄχι μέ τά χείλη μόνον, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας, γιατί Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.  






Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

ΚΡΑΥΓΗ ΑΠΟΓΝΩΣΕΩΣ














Ἡ μόνη Ὁδός σωτηρίας


Ὦ πάντων Ἐπέκεινα,
Σύ, πού, μέ τό βλέμμα Σου,
κάνεις τή γῆ καί τρέμει, Σύ,
πού, ἀγγίζεις τά βουνά καί
βγάζουνε καπνό, Πατέρα,
Παντοκράτορα, ἀόρατε, 















πῶς Θεέ  μου, καταδέχεσαι
καί γίνεσαι ὁρατός;
Πῶς Θεέ μου, ψηλαφᾶσαι;
Ἀπόρρητο μυστήριον,
ἡ συγκατάβασί Σου!
Φανερώνεσαι «ἐν σαρκί»
Καί γίνεσαι, γιά ὅλους μας,
Ὁδός Ζωῆς, ἡ μόνη, πράγματι,
Ὁδός εἰς σωτηρίαν.
Εὐλογημένος, Σύ, Ἰησοῦ μου,
ὁ Ἐρχόμενος, ἔρχου ταχύ,
ρίξε τό βλέμμα σου στή γῆ,
σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία.

Χωρισθήκαμε ἀπό Σένα, τήν Πηγή
τῆς ὄντως ζωῆς καί μετουσιώσαμε
τόν Παράδεισο σέ «Χοιροστάσι».
Ξεντυθήκαμε τόν ἔνδυμα τῆς ζωῆς,
τῆς ἀφθαρσίας, καί ντυθήκαμε,
ἀναισχύντως τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς.
Στήν «πρᾶξι» ἀρνούμαστε Ἐσένα,
τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν, καί
λατρεύουμε σάν Θεόν τό Διάβολο,
τό Μαμωνᾶ,τό Χρῆμα.
Φαῦλα εἶναι τά ἔργα μας, σκοτεινά.
ργα Ντροπῆς, ἔργα Παραφροσύνης.
Στρέφει ὁ ἕνας καί τρώγει τίς σάρκες
του, τίς σάρκες τοῦ ἀδελφοῦ του.
Φαρμάκι στάζει τό στόμα μας.
Ξεφύγαμε ἀπ’ τό δρόμο Σου,
ἀπό τό Δρόμο τῆς ζωῆς.  

Δέν οἰκοδομοῦμε ἐπί  Σέ,
τόν μόνον θεμέλιον, χρυσόν,
ἄργυρον, οὔτε τιμίους λίθους.
Οἰκοδομοῦμεν ἄχυρον, ξύλα,
Χόρτον, καλάμην. Θεέ μου,
Ρίξε τό βλέμμα Σου στή γῆ,
ὡς «πῦρ καταναλίσκον».
Κάψε τό ἄχυρον τῶν ἔργων μας.

Ἄνοιξε τούς καταρράκτες τοὐρανοῦ,
γιά νά ξεπλύνης τίς ντροπές...
Καθάρισε τή λάσπη ἀπ’ τήν ψυχή μας.
Ρίξε, εὐσπλαγχνικό τό βλέμμα Σου,
Πολυέλεε, στή ρημαγμένη Ρωμιοσύνη!
Γνωρίζεις, Κύριε, τούς κρυφούς καί
Φανερούς, παμπόνηρους, ἐχθρούς της.
Μεθοδικά ἐργάζονται, μέ πονηριά,
στοχεύουν. Μέ κάθε τρόπο ἐπιχειροῦν,
μέσα ἀπό τήν ψυχή μας νά ξεριζώσουν,
Κύριε, τήν Πίστι μας Σέ  Σένα,
τήν μόνη μας ἐλπίδα.

Μολισματική ἀρρώστια φέρουν
οἱ ὀρδές τῶν Μοφιστοφελίδων.
Νά ρημάξουν θέλουνε τήν ἔρημη
Πατρίδα μας, τήν καθημαγμένην.

























Σύ ὁ Πανταχοῦ,
μ’ ἕνα Σου μόνο λόγο, μπορεῖς,
Παντοδύναμε, νά κάμῃς κονιορτό,
τόν ἄνομο, τόν υἱόν τῆς ἀπωλείας.
Σύ και τόν κάθε ἄνομο, Κύριε,
μπορεῖς νά τόν συντρίψῃς.
Μήν ἀφήσῃς πιά νά γίνεται
Κόλασις ἡ ζωή τῶν ἀθώων.
Φώτισε τά σκοτάδια μας...
Ξύπνησε τούς νεοέλληνες














Νά δοῦμε τήν μόνη Ἀλήθεια
Ὦ γλυκειά μου Ἄνοιξις!
Ὦ Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου!
Σύ, Κύριέ μου Ἰησοῦ, εἶσαι ὁ
μόνος πού γνωρίζεις καλά τά
ἐσώτατα, τά βάθη τῆς ψυχῆς μας
Σύ, πού τά πάντα οἶδας, 
Σύ γινώσκεις ὅτι φιλῶ Σε. 
Σύ εἶσαι ὁ Θεός μου.
Ἄκουσε,  σέ παρακαλῶ,
τήν ἄναρθρη κραυγή μου,
καί μήν ἀφήσῃς νά χαθῇ
τό γένος τῶν Ἑλλήνων!...
Δῶσε σέ ὅλους ἐμᾶς τό χάρισμα
τῆς ἐπιστροφῆς, τό χάρισμα
τῆς μετανοίας...
Σέ Σένα, Κύριε, προσφεύγουμε,
μέ ἄναρθρες κραυγές,
«στεναγμοῖς  ἀλαλήτοις»...
Καί Σένα ἱκετεύουμε,
λαχτάρα τῆς ψυχῆς μας.
Δός μας τή Χάρι Σου, Χριστέ,
νά καταλάβουμε καλά, πώς ἡ
 ἐπιστροφή κοντά σου,
εἶναι ἡ μία καί μοναδική,
ὁδός  τῆς σωτηρίας.
Λύτρωσέ  μας , Κύριε,
ἀπό πάσης ἐπιβουλῆς
ὁρατῶν ἐχθρῶν καί ἀοράτων.
Σπλαγχνίσου μας, Φιλάνθρωπε,
καί βοήθησέ μας νἀνοίξουμε
 Σέ Σένα τήν καρδιά μας,
καί νά Σέ λατρεύουμε 
παντοτινά, αἰώνια,
ὡς  τόν μόνον ἀληθινόν  Θεόν,
Σωτῆρα καί  Λυτρωτήν τοῦ 
Σύμπαντος Κόσμου. Ἀμήν.