Τρίτη, 26 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ









ΤΟ ΣΗΜΕΙΟΝ
ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ




«Καί τότε φανήσεται τό σημεῖον


 τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν  τῷ
οὐρανῷ, καί τότε κόψονται πᾶσαι
αἱ φυλαί τῆς γῆς καί ὄψονται τόν
υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί
τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά
δυνάμεως καί δόξης πολλῆς»
                            (Ματθ. κδ΄ 3 0  Ἀποκ.  α΄  7).

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, τήν Τρίτη Κυριακή τῶν νηστειῶν προβάλλει, εἰς προσκύνησιν, τόν Τίμιον Σταυρόν.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τό ἔμβλημα, τό κόσμημα, τό λάβαρον τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι τό σύμβολον τῆς αἰωνίας Νίκης, τοῦ αἰωνίου Θριάμβου κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ Θανάτου.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τό σημεῖον, πού προπορεύεται καί μᾶς ὁδηγεῖ στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Μᾶς ἐμπνέει, μέ τό πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας καί μᾶς ἐνισχύει στή μάχη κατά τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ, κατά τοῦ κόσμου, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», καί κατά τοῦ διαβόλου.
Στόν ἀγῶνα, γιά τήν πνευματική μας τελείωσι προπορεύεται ὁ Πρῶτος, ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεώς μας, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄2). Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄6). Στήν ἀνοδική μας πορεία, ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν, ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», προπορεύεται ὀ Χριστός, ὁ τέλειος τύπος, τό τέλειον πρωτότυπον τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου, καί μᾶς ὁδηγεῖ ψηλά, στήν κορυφή τῆς τελειότητος, στό Λόφο, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό.





Ὁ Χριστός κρεμᾶται ἐπί τοῦ Ξύλου τοῦ Σταυροῦ καί αὐτό τό Ξύλον τῆς κατάρας, τό ἐξαγιάζει μέ τό αἷμά Του, μέ τή Θυσία Του, καί ἀπό Ξύλον κατάρας, ὁ Σταυρός, γίνεται Ξύλον Εὐλογίας.


Ὁ τέλειος Θεός, πού γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀγωνίζεται καί νικᾶ τό Κακό καί τήν ἁμαρτία καί γίνεται σέ ὅλους ἐμᾶς τύπος καί ὐπογραμμός σέ ὅλα. Προπορεύεται καί μᾶς ἐνισχύει ὥστε, ἀγωνιζόμενοι τόν καλόν ἀγῶνα τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό τή λάσπη καί νά μεταβάλουμε τή σάρκα σέ πνεῦμα καί νά φθάσουμε στήν Κορυφή, στό Θεό.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ὁρίζει ὁποία πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη μας στό Θεό καί τόν πλησίον. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ καί πρέπει νἆναι καί δική μας δόξα. Κανείς δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι Χριστιανός, ἐάν δέν συνειδητοποιήσῃ τό βαθύτερο νόημα τῆς Σταυρικῆς  Θυσίας τοῦ Χριστοῦ καί δέν ἐγκολπωθῇ τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Ὁ Σταυρός ὁρίζει τήν ἁγνή, τή Θυσιαστική, τήν ἐσταυρωμένη Ἀγάπη. Καί ὅποιος συντάσσεται μέ τό Χριστό καί περιπατεῖ ἐν ἀγάπῃ, κάτω ἀπό τή σημαία τοῦ Χριστοῦ, κάτω ἀπό τό σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, κάτω ἀπό τόν Ζωοποιόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, ὁπλίζεται μέ τή Δύναμι καί τή Χάρι τοῦ Σταυροῦ καί δέχεται ἀπό τόν Χριστόν τήν «ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καί οὐδέν αὐτόν οὐ μή ἀδικήσει» (Λουκ. ι΄19). Ὁ Σταυρός εἶναι τό ἰσχυρότατον ὅπλον στόν ἀγῶνα μας κατά τῆς ἁμαρτίας. Μόνον μέ τόν Σταυρόν Χριστοῦ θά μπορέσουμε νά νικήσουμε τόν κακόν μας ἑαυτόν, τόν κόσμον, τά κοσμικά καί τόν Διάβολον. Καί αὐτή ἡ ἀλήθεια πρέπει νά γίνῃ σέ ὅλους  συνείδησις.
Δυστυχῶς ὅμως, στήν ἀλλοπρόσαλλη καί  ἐξωφρενική, τή σατανοκρατούμενη ἐποχή μας κυριαρχεῖ στίς ψυχές τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων ἡ ὑλιστική, ἐγωϊστική καί εἰδωλολατρική ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀρνούμαστε τό Χριστό καί τή Σταυρική Του Θυσία καί λατρεύουμε τό Βόρβορο. Λατρεύουμε τό Σατανᾶ, τόν Μαμωνᾶ. τό Χρῆμα. Προσέχουμε τόν Ἑαυτούλη μας, τή Θεσούλα μας, τήν καλοπέρασί μας καί ἀδιαφοροῦμε, γιά τόν συνάνθρωπό μας. Ἀρνούμαστε τά ὅσια καί τά ἱερά μας «ἀντί πινακίου φακῆς». Προδίδουμε τό Χριστό καί τή Θυσία Του, «ἀντί  τριάκοντα ἀργυρίων». Καί ὄχι μόνον. Πολλοί τολμοῦν καί πολεμοῦν τόν Χριστόν, βλασφημοῦν τόν  ζωοποιόν, τόν Τίμιον Σταυρόν καί προσπαθοῦν μέ κάθε δόλιο τρόπο νά ξεριζώσουν μέσ’ ἀπό τήν ψυχή μας καί ἀπό τίς ψυχές τῶν παιδιῶν μας τήν Πίστι στό Χριστό. Καί αὐτή ἡ προσπάθεια τῶν ἀνεγκέφαλων, γίνεται σέ παγκόσμια Κλίμακα, ἀκόμη καί ἐδῶ στήν εὐλογημένη μας Πατρίδα, τήν κοιτίδα τοῦ πολιτισμοῦ, στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δέν ξέρουν, οἱ δύσμοιροι, ὅτι εἶναι «σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν;» Λησμονοῦν, οἱ ἄφρονες,  ὅτι «τεθνήκασι και θνήσκουν οἱ ζητοῦντες τήν ψυχήν τοῦ Παιδίου;» Δέν καταλαβαίνουν ὅτι ὁ Χριστός «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ;».
Πολεμοῦν οἱ ἀντίχριστοι τήν Ὀρθοδοξία. Ποδοπατοῦν τόν Σταυρόν καί τίς Εἰκόνες καί τά ἱερά μας σύμβολα. Καταργοῦν τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά Σχολεῖα μας καί προετοιμάζουν τόν κόσμο νά δεχθῇ τόν Παγκόσμιον Κυβερνήτην, τόν Ἀντίχριστον, τόν Μετρέγια(Maitrejia).
Εἶναι καιρός νά καταλάβουν, οἱ ἄφρονες, ὅτι στόν πόλεμό τους ἐναντίον τοῦ Ἀρνίου, θά συντριβοῦν, θά κονιορτοποιηθοῦν.  Ὁ Κύριος θά ἐξαφανίσῃ μέ τό φύσημα τοῦ στόματός Του καί θά ἐκμηδενίσῃ τόν υἱόν τῆς ἀπωλείας, μέ τήν ἔνδοξον ἐμφάνισιν τῆς Παρουσίας Του( Β΄ Θεσσαλ. β΄ 8).
Οἱ ἀντίχριστοι «Οὗτοι μετά τοῦ Ἀρνίου πολεμήσουσι καί τό Ἀρνίον νικήσει αὐτούς, ὅτι Κύριος κυρίων ἐστι καί Βασιλεύς βασιλέων, καί οἱ μετ’ αὐτοῦ (καί μαζί Του θά νικήσουν καί οἱ δικοί Του) κλητοί, ἐκλεκτοί καί πιστοί» (Ἀποκ. ιζ΄14).
Πολεμοῦν τό Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ οἰ ἀντίχριστοι διότι  φοβοῦνται τή δύναμί του. Εἶναι βρωμερά τά ἔργα τους καί δέν μποροῦν νά ἀτενίσουν τό Φῶς τοῦ Σταυροῦ.
Ὁ ἱερός ὑμνωδός τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναφέρει ὅτι ὁ Κύριος μᾶς χάρισε τόν Σταυρόν Του, ὡς τό ἰσχυρότατον ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου καί λέγει:
«Κύριε, ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου, τόν Σταυρόν σου ἡμῖν δέδωκας· φρίττει γάρ καί τρέμει, μή φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τήν δύναμιν· ὅτι νεκρούς ἀνιστᾷ καί θάνατον κατήργησε. Διά τοῦτο προσκυνοῦμεν, τήν ταφήν σου καί τήν ἔγερσιν».
Πράγματι ὅλοι οἱ πιστοί κρατοῦν στά χέρια τους τόν Τίμιον Σταυρόν, ὡς ὅπλον καί νικοῦν, διότι ὁ Διάβολος καί διαβολάνθρωποι δέν μποροῦν νά ἀτενίσουν τόν Τ. Σταυρόν καί τρέμουν τή Δύναμί του. Φεύγουν μακρυά. Δέν τολμοῦν νά μᾶς πλησιάσουν. Ἀρκεῖ νά πιστεύουμε καί νά λατρεύουμε τό Χριστό καί ἐκφράζουμε  τή λατρεία μας μέ πράξεις γνήσιας, ἁγνῆς, θυσιαστικῆς, ἐσταυρωμένης ἀγάπης. Ἀρκεῖ, νά κρατᾶμε ψηλά τό
Σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀρκεῖ νά προσκυνοῦμε τόν Τίμιον Σταυρόν, ὄχι μέ τά χείλη, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας.

«Τόν Σταυρόν Σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα,
Καί τήν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν»







Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ







Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, 
ὁ Ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, πρότυπον ἁγιότητος.





Εἶναι ἀναντήρητη ἀλήθεια ὅτι ζοῦμε σέ μιά ἐποχή σκοταδισμοῦ. Σέ μιά ἐποχή, πού οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό τους νόημα. Σέ μιά ἐποχή, πού οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες, τίς διαστροφές, τίς λένε ἰδιαιτερότητες.

Ὁ Σαίξπηρ λέει ὅτι «Ζοῦμε σέ μια ἐποχή, πού τό νά βλάψῃς ἄλλον, εἶναι πρᾶξι ἐπαινετή, καί ὅταν κάνῃς τό Καλό, οἱ πιο πολλοί σέ παίρνουν γιά τρελλό».

Βασιλεύει τό σκοτάδι τῆς ἀθεῒας. Οἱ πιο πολλοί ἄνθρωποι μισοῦν τό Φῶς. Τά ἔργα τους εἶναι βρωμερά, σκοτεινά, ἀποτρόπαια, φρικτά, ἀπαίσια. Ἀγαποῦν, σάν τρωκτικά, νά ζοῦν στό σκοτάδι.
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» ( Ἰωάν. γ΄ 19-20).
Σ’ αὐτή τήν Σατανοκρατούμενη ἐποχή μας, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, προβάλλει πρός μίμησιν, τόν Ἅγιον Γρηγόριον, τόν Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης




τόν Παλαμᾶν, τόν φωστήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, τό στήριγμα τῆς Ἐκκλησίας, τόν Μέγαν Διδάσκαλο, τήν καλλονή τῶν πιστῶν, τόν ἀπροσμάχητον ὑπέρμαχον τῶν θεολόγων, τῆς Θεσσαλονίκης τό καύχημα, τόν Κήρυκα τῆς Χάριτος.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔλαμψε κατά τόν ΙΔ΄ αἰῶνα καί κατεφώτισε μέ τά θεόπνευστα συγγράμματά του τό βαθύτερο νόημα τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέν κλείστηκε στό  κελί του. Πολέμησε, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του τήν κακοδοξίαν ὀποθενδήποτε προερχομένην. Ἀληθής καί γνησιώτατος Μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἀνεδείχθη Καλός Ποιμήν, ἕτοιμος ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά θυσιάσῃ τήν ψυχήν του ὑπέρ τῶν προβάτων. Δέν φοβήθηκε νά βγάλῃ ἀπό τήν τρύπα τό Φίδι τοῦ Παπισμοῦ. Ἐπολέμησε τήν πλάνη καί τήν αἵρεσι, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Δέν κάθισε νά φυλάῃ τήν Καρέκλα του. Στάθηκε πρόμαχος , Ὑπερασπιστής τῶν Ἀρχῶν, τῶν Ἰδανικῶν, τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Πίστεως καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ. Στάθηκε ἐναντίον ὅλων τῶ κακοδοξιῶν τῆς Δύσεως. Πολέμησε τίς Ὀχιές, πού προσπαθοῦσαν, να δηλητηριάσουν τά παιδιά του. Δέν ἔκανε συμβάσεις συναλλαγῆς, σέ βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὑπῆρξε ἱερόν, θεῖον καί θαυμαστό ὄργανον τοῦ Πνεύματος, θεοειδής Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ θείου Φωτός ἐκφάντωρ, στάθηκε δίπλα στό ποίμνιόν του, ὑπερασπιζόμενος τά δίκαια τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, χωρίς ἀνοήτους συμβιβασμούς, καί μάλιστα σέ βάρος τῶν Ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδοξίας.
Εἶναι ὑπόδειγμα ἁγιότητος κυρίως δέ σοφός Ὁδηγός στούς Ἱερεῖς, καί στούς Ἀρχιερεῖς μας πού καλοῦνται, πολύ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, σήμερα νά σταθοῦν μπροστάρηδες καί, ἀνά πᾶσαν στιγμήν, νά ὑπερασπίζονται τά ὅσια καί τά ἱερά μας.
Εἷναι καιρός νά σταθοῦμε στίς Ἐπάλξεις καί μέ τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ, τά ὅπλα τοῦ Φωτός, καί νά πολεμήσουμε τό σκοταδισμό τῆς ἐποχῆς μας. Πολλοί εἶναι οἱ ἀντίχριστοι ἀνάμεσά μας. Ἀλλά «τό Ἀρνίον πολεμήσει καί νικήσει αὐτούς, ὅτι Κύριος κυρίων ἐστι καί Βασιλεύς βασιλέων, θά νικήσουν δέ καί οἱ μετ’αὐτοῦ κλητοί, ἐκλεκτοί καί πιστοί» (Ἀποκ. ιζ΄ 14). Αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια ἀπέδειξε μέ τή ζωή καί τούς ἀγῶνες του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ὅτι δηλαδή ὁ Θρίαμβος καί ἡ Νίκη  ἀνήκει στό Χριστό καί στούς Μαθητές του. Ἀρκεῖ νά μήν εἶναι κιοτῆδες. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Χριστός δέν μᾶς ἔδωκε πνεῦμα δειλίας, ἀλλά πνεῦμα δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ» (Β΄ Τιμόθ. α΄ 7). Καί στήν ἀποκάλυψι τονίζει ὅτι  «τούς χλιαρούς θά τούς ξεράσῃ ἀπό τό στόμα Του, λέγει ὁ Κύριος (Ἀποκ. γ΄ 16). Ἄς κλείσουμε μέσα στήν καρδιά μας τό Χριστό καί μαζί μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο, ἄς Τόν παρακαλοῦμε νά φωτίζει τά σκοτάδια μας.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, τό Φῶς τό ἀληθινόν,
πού φωτίζεις κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται 
στόν κόσμο, φώτιζε τά σκοτάδια μας, 
λάμπρυνε τήν ψυχή μας, σκέπαζε μέ τή 
Χάρι Σου τήν ἄχαρη ζωή μας! 
Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας.
Σύ, εἶσαι ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη
μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον 
ἀσφαλές καταφύγιον.  Σέ ἱκετεύουμε, 
Κύριε Ἰησοῦ,  ἔρχου ταχύ. Στήριξε τή 
σαλεμένη μας καρδιά ἐπί τήν πέτρα τῶν
Ἐντολῶν Σου, μήν ἀφήσῃς τούς ἐχθρούς
μας, νά καυχῶνται ὅτι μᾶς νίκησαν καί
νά μᾶς χλευάζουν καί νά μᾶς ποδοπατοῦν.
Σύ εἶσαι ὁ ὑπερασπιστής μας, Κύριε.
Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε  καί δέν 
θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν.
Βοήθησέ μας στούς ἀγῶνες μας ἐναντίον
τῶν ἔχθρῶν τῆς Πίστεώς μας. Βοήθησέ μας
καί ἀξίωσέ μας νά Σέ  ὑμνοῦμε καί νά Σέ
δοξάζουμε σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ
Πνεύματι εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.






Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

ΟΙΜΟΙ ΜΕΛΑΙΝΑ ΨΥΧΗ!







Ἕως πότε τῶν κακῶν οὐκ ἐκκόπτεις;»



ἱερός  ὑμνωδός διαπιστώνει ὅτι ἡ ἀνθρωπότης πάσχει, μακράν τοῦ Θεοῦ, καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι πάσχει ἀπό μιά ἀρρώστια μή ἀναστρέψιμη.

Ἡ διαστροφή καί ἡ ἀμετανοησία τῶν ἀνθρώπων ἔχει χαρακτήρα ἐπιδημίας.   Ἀνήσυχος προσπαθεῖ νά ἀφυπνήσῃ τούς ἀνθρώπους καί νά τούς φέρει σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός τους, πρίν νά εἶναι ἀργά. Διαπιστώνει ὅμως, δυστυχῶς, ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ὄχι μόνον δέν μετανοοῦν, ἀλλά καί καυχῶνται «ἐπί τοῖς ἀτοπήμασι». Καί μάλιστα θεωροῦν ὅτι οἱ διαστροφές τους εἶναι ἰδιαιτερότητες καί τίς νομιμοποιοῦν.

Μέ τήν ἐλπίδα ἐπιστροφῆς τῶν ἀνθρώπων στό Θεό, ὁ ἱερός ὑμνωδός καλεῖ κάθε ψυχή εἰς μετάνοιαν καί λέγει: «Ἀλλοίμονο σέ  σένα μαύρη καί ἄραχνη, ἐλεεινή ψυχή! Μέχρι πότε  θἆσαι δέσμια στό Κακό καί τήν ἁμαρτία; Ἕως πότε θά τυραννιέσαι ἀπό τίς κακίες σου; Πότε ἐπί τέλους θά κόψῃς τά δεσμά τῶν κακῶν; Μέχρι πότε θά παραμένῃς, μέ τή θέλησί σου, κατάκοιτη στή ραθυμία, τή νωθρότητα,τή τεμπελιά; Ἀλήθεια, πῶς μπορεῖς καί ξεχνᾶς τή φοβερή ὥρα τοῦ θανάτου; Τί, δέν τρέμεις ὁλόκληρη τό φρικτόν Βῆμα τοῦ Σωτῆρος, τοῦ Κριτοῦ; Ἄρα γε τί θά ἀπολογηθῇς, ταλαίπωρη ἤ τί θά ἀποκριθῇς στό Δικαιοκρίτη; Τά ἔργα σου παρευρίσκονται, γιά νά σέ ἐλέγξουν· οἱ πράξεις σου ἐλέγχουν καί σέ κατηγοροῦν. Λοιπόν, Ψυχή, ὁ χρόνος ἔφθασε· τρέξε γρήγορα, πρόφθασε, καί, μέ μεγάλη φωνή φώναξε· Ἀμάρτησα, Κύριε, Ἀμάρτησα σέ Σένα. Ἀλλά γνωρίζω, Φιλάνθρωπε, τήν εὐσπλαγχνίαν Σου. Σύ εἶσαι ὀ Ποιμήν ὁ καλός, λυπήσου με καί μή μέ χωρίσῃς ἀπό Σένα. Ἀξίωσέ με, νά σταθῶ στά δεξιά Σου, ὄχι γιατί τό ἀξίζω, ἀλλά χάρις στό μέγα Σου Ἔλεος».

Ὁ Προφήτης Δαυῒδ, ἐξετάζοντας τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, πού βρίσκονται μακράν τοῦ Θεοῦ, ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός ἔριξε τό βλέμμα Του στή γῆ καί διαπιστώνει




 ὅτι σ’ αὐτόν τόν κόσμον, «δέν ὑπάρχει δίκαιος, οὔτε ἕνας, δέν ὑπάρχει κανένας συνετός, δέν ὑπάρχει κανείς, πού νά ζητῇ τόν Θεόν, ὅλοι παρεξέκλιναν, και συγχρόνως ἐξαχρειώθηκαν, δέν ὑπάρχει κανένας, πού νά κάνει τό καλόν, δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας. Τάφος ἀνοικτός εἶναι ὁ λάρυγγάς τους, μέ τή γλώσσα τους ἦσαν δόλιοι, φαρμάκι ἀπό ὀχιές εἶναι κάτω ἀπό τά χείλη τους. Τό στόμα τους εἶναι γεμᾶτο κατάρα καί πικρίαν, τά πόδια τους τρέχουν γρήγορα, γιά νά χύσουν αἷμα, καταστροφή καί δυστυχία σπέρνουν στό διάβα τους, σωρεύουν συμφορές, καί δέν γνώρισαν τό δρόμο τῆς εἰρήνης. Καί δέν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ στά μάτια τῆς ψυχῆς τους» (Ψαλμ. ιγ΄  3 ἑξ. Ρωμ. γ΄ 10-18).

Ὁ Προφήτης Δαυῒδ καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά ὑπακούσουν στό λόγο τοῦ Θεοῦ τό ζωοποιό καί νά  ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τίς ματαιότητες τοῦ κόσμου τούτου. Ὑπάρχουν ὅρια, πού δέν πρέπει νά τά  ξεπερνοῦμε. Ἔρχεται ὁ Προφήτης νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὀποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Ἡ ἐμμονή στό Κακόν  καί τήν ἁμαρτία σωρεύει στή ζωή μας συμφορές καί εἶναι ἀπορίας ἄξιον, τό πῶς καί ποῦ  κατήντησεν ὁ Θεόπλαστος ἄνθρωπος. Ὁ Προφήτης ἀναρωτιέται καί βροντοφωνάζει, μέ σκοπό νά μᾶς ἀφυπνήσῃ. Μᾶς καλεῖ νά ἔλθουμε σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος μας καί νά μετανοήσουμε. Καί τονίζει ὅτι ἡ ματαιότητα, ἡ διαστροφή καί ἡ ἀμετανοησία εἶναι βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνευματος, εἶναι «ὕβρις» καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τόν πραγματικό, τόν αἰώνιον Θάνατον.
«Υἱοί ἀνθρώπων», λέγει ὁ Προφήτης, «ἕως ποτε βαρυκάρδιοι; ἵνατί  ἀγαπᾶτε ματαιότητα καί ζητεῖτε ψεῦδος;» (Ψαλμ. δ΄ 3).
Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς καλεῖ νά βάλουμε τέλος στή ραθυμία, νά ἀνακτήσουμε τήν πνευματική μας διαύγεια καί νά παύσουμε νά εἴμαστε «δέσμιοι τῆς γῆς» καί τῶν γηῒνων καί λέγει: «Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε παχυκάρδιοι, τῇ γῇ προσηλωμένοι, κακίαν διώκοντες , πονηρίαν μετιόντες, ταῖς ἡδυπαθείαις κατασηπώμενοι;».
Ἄν ὅμως εἶναι τόσο βαρειά ἡ  ψυχική τύφλωσις, ἡ Πώρωσις καί ἠ ἀμετανοησία τῶν ἀνθρώπων καί δέν ἀφυπνίζονται, μέ τά ἐγερτήρια σαλπίσματα τῶν ἁγίων, καλόν εἶναι νά προβληματισθοῦμε καί  νά προσέξουμε ὅλοι, μηδενός ἐξαιρουμένου, καί πρίν νά εἶναι ἀργά, τό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού λέγει: «Ὦ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη! Ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; Ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. ιζ΄ 17). Ὦ γενεά , πού δέχεσαι τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καί ἀκόμη εἶσαι ἄπιστη καί διεστραμμένη, βυθισμένη στίς κακίες καί τήν ἀμετανοησία! Μέχρι πότε θἆμαι μαζί σας; Μέχρι πότε θά σᾶς ἀνέχομαι;
Μᾶς καλεῖ νά συναισθανθοῦμε τήν ἀθλιότητα στήν ὁποίαν μᾶς ἔχει ὁδηγήσῃ ἡ ἀπιστία μας καί νά θεραπεύσουμε,  μέ τή χάρι Του, κάθε μας διαστροφή, καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι,  νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του καί νά ἀφοσιωθοῦμε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας στό Λυτρωτή,  νά βροῦμε ἀνάπαυσι.
«Βαρειά εἶναι τά μάτια μας, βαρειά  'ναι κι' ἡ ψυχή μας, ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, δέν μποροῦμε τό βλέμμα νά σηκώσουμε   καί ἀτενίσουμε τόν αἰθέρα τοῦ οὐρανοῦ, δέν μποροῦμε νά δοῦμε τό Ἅγιον Πρόσωπόν Σου!
Δέξου μας μετανοιωμένους, ὁ Θεός καί ἐλέησον ἡμᾶς».

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σύ πού σταυρώθηκες, γιά μᾶς τούς ἐλεεινούς, Δῶσε μας τό χάρισμα τῆς μετανοίας. Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον! 
Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν. Κύριε, μή ἀπορρίψῃς ἡμᾶς ἀπό τοῦ προσώπου Σου! Σῶσον ἡμᾶς, Κύριε, πρίν τελειωτικά χαθοῦμε. Ἔρχου ταχύ. Μήν ἀργοπορῇς.
Κύριε Ἰησοῦ, Μακρόθυμε, λυπήσου μας, καί σῶσε μας, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλ’ ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός  Σου! Ἀξίωσέ μας, Κύριε, εἰλικρινά  μετανοιωμένους, νά σταθοῦμε στά δεξιά Σου, μαζί
μέ τούς Ἁγίους Σου, καί νά ὑμνοῦμε, Ἐσένα τόν Θεόν καί Σωτήρα μας, εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ





Διπλῆ γιά μᾶς τούς Ἕλληνες Γιορτή.


«Σήμερον τῆς σωτηρίας ἡμῶν τό κεφάλαιον,

καί τοῦ ἀπ’ αἰῶνος Μυστηρίου ἡ φανέρωσις·

ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, Υἱός τῆς Παρθένου γίνεται,

καί Γαβριήλ τήν χάριν εὐαγγελίζεται. Διό καί

ἡμεῖς σύν αὐτῷ τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν·

Χαῖρε Κεχαριτωμένη ὁ Κύριος μετά σοῦ».



Μᾶς λυπήθηκ’ ὁ Θεός. Ρίχνει εὐσπλαγχνικό τό βλέμμα Του στή γῆ καί βλέπει τά πλάσματά Του νά στενάζουν κάτω ἀπό τή δουλεία τοῦ Σατανᾶ. Ἐμπεπηγμένοι «εἰς ἰλύν βυθοῦ», «δέσμιοι τῆς γῆς», δοῦλοι στά βρωμερά τους πάθη, βουτηγμένοι στό Βόρβορο τῆς Εἰδωλολατρίας, κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου. Καί μᾶς εὐσπλαγχνίζεται.

Ἀποφασίζει, ὁ Πολυέλεος, νά μᾶς λυτρώσῃ, ἀπό τή δουλεία τοῦ ἐχθροῦ. Αποκαλύπτει σήμερον τό «χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένον Μυστήριον», «τό Μυστήριον τό κεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ», τό Μέγα Μυστήριον τῆς Οἰκονομίας Αὐτοῦ, γιά τή Λύτρωσι τοῦ Γένους τῶν ἀνθρώπων. Καί πραγματοποιεῖ τήν Ἀπόφασί Του.


Σήμερον ἀποστέλει τόν Ἀρχάγγελον Γαβριήλ πρός τήν Παρθένον, πρός τήν ὁποίαν εὐαγγελίζεται τήν Χάριν τῆς ἀπολυτρώσεώς μας, διά τῆς Γεννήσεως ἐξ αὐτῆς τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ καί Λόγου Αὐτοῦ, ἐκ Πνεύματος Ἁγίου.

Ἡ ἁπλῆ καί ταπεινή κόρη τῆς Βηθλεέμ, προϊόν Προσευχῆς τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννης, ἀνατρέφεται στό Ναό. Νυχθημερόν μελετᾶ καί τηρεῖ ἐπ’ ἀκριβῶς τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ καί ἀναδεικνύεται δοχεῖον καθαρόν, ἄξιον νά δεχθῆ τό Ἅγιον Πνεῦμα. Διαφυλάττει τόν ἑαυτόν της ἄσπιλον, ἄμωμον, ἁγνόν, ἄφθορον, ἄχραντον.Ἡ καθαρή της καρδία εἶναι ἁγία καί ἄμωμος. Ὄχι μόνον στά μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά στά μάτια τοῦ Θεοῦ εὑρέθη, ἡ ἄχραντος Παρθένος, «ἡ Μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή», ἄξια νά γίνῃ ὄργανον στά Χέρια τοῦ Θεοῦ, νά  δεχθῆ τό Ἅγιον Πνεῦμα καί νά γεννήσῃ τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἑκουσίως καταδέχεται καί γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν ἐπάρατη δουλεία, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς», νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς Ζωῆς Πηγάς ὑδάτων».

Γαβριήλ στέκεται ἄφωνος μπροστά στό κάλλος τῶν ἀρετῶν τῆς Παρθένου καί ἔκθαμβος ἀναφωνεῖ:

«Τήν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας σου καί τό ὑπέρλαμπρον τό τῆς ἁγνείας σου, ὁ Γαβριήλ καταπλαγείς, ἐβόα σοι, Θεοτόκε· Ποῖόν σοι ἐγκώμιον προσαγάγω ἐπάξιον· τί δέ ὀνομάσω σε; ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι· διό, ὡς προσετάγην, βοῶ σοι·

Χαῖρε, ἡ Κεχαριτωμένη».

Ἀνεδείχθη τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν καί καθαροτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα καί τῶν ἁγίων ἁγιωτέρα. Παναγία!

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης ἀναφωνεῖ:

«Καί τίς ἱκανός τοιοῦτον φρᾶσαι Μυστήριον; Ποῖον δέ φθέγξασθαι στόμα; Ποῖα δέ γλώσσα λαλῆσαι περί τῆς μεγαλωνύμου Θεοτόκου; Αὕτη γάρ καί τάς τῶν οὐρανῶν δυνάμεις ἐξένισε».

Πράγματι, μᾶς παραξενεύει ὅλους, Ἀγγέλους καί ἀνθρώπους, ἡ Χάρι της. ’Ανεδείχθη πρότυπον ἀγιότητος. Ἔκανε πρᾶξι, στή ζωή της, τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Καταξιώθηκε νά γίνῃ Μητέρα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, Μητέρα τοῦ Φωτός, Μητέρα τῆς Ζωῆς, Μητέρα τῆς Χαρᾶς, Μητέρα τοῦ πόνου, Μητέρα τοῦ κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, Μητέρα ὅλων μας, σκέπη τοῦ κόσμου «πλατυτέρα νεφέλης».

Ἀνεδείχθη καί εἶναι «Κλῖμαξ ἐπουράνιος, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός, γέφυρα ἡ μετάγουσα ἡμᾶς ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν». Καί ἠ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά μιμηθοῦμε τάς ἀρετάς της.

Θά πρέπει νά σημειώσω ἐδῶ ὅτι ἡ σημερινή Γιορτή
εἶναι γιά μᾶς τούς Ἕλληνες διπλῆ. Διότι γιορτάζουμε ἀφ’ ἑνός μέν τή Λύτρωσι  ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους, ὑπό τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἀφ’ ἑτέρου δέ γιορτάζουμε τήν ἀπελευθέρωσι τῆς ρωμιοσύνης, τοῦ Γένους μας, ἀπό τόν τουρκικό ζυγό. Διότι ἀποτινάξαμε τόν ἐπάρατο ζυγό, μέ μοναδικά μας ὅπλα: τήν Πίστι μας στό Χριστό καί τήν ἀγάπη μας στήν Πατρίδα καί ἔχοντας σκέπη μας καί προστασία καί Ὑπέρμαχο Στρατηγό καθ’ ὅλην τήν διάρκεια τοῦ Ἀγῶνος, τήν Θεοτόκον.




Ὁ Θεός εὐλόγησε τόν Ἀγῶνα μας καί μᾶς χάρισε τή Λευτεριά.

Δέν καταλαβαίνουμε τό Μυστήριον τῆς Συγκαταβάσεως τοῦ Θεοῦ. Ὑπερβαίνει τή νοητική μας ἰκανότητα. Ἀπολάμβάνουμε ὅμως τή Χάρι τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς χάρισε τήν ἐλευθερία ἀπό κάθε μορφή δουλείας. Ἀναγνωρίζουμε τή δωρεά τοῦ Θεοῦ καί τήν σκέπη καί προστασία τῆς Θεοτόκου στή ζωή μας; Προσέχουμε νά εἴμαστε ἄξιοι τῆς ἐλευθερίας, πού μᾶς χαρίζει ὀ Θεός;

Ὁ Κύριος ἔγινε γιά χάρι μας ἄνθρωπος καί εἶναι μαζί μας, τύπος καί ὑπογραμμός, γιά νά ἀκολουθήσουμε τό Παράδειγμά του καί ἡ Παναγιά μᾶς παραστέκει, σάν στοργική Μητέρα, ἡ Μεγαλόχαρη. Ἐμεῖς εἴμαστε ἄξιοι τῆς θείας Προστασίας;

Εἷναι καιρός νά ἐγκολπωθοῦμε τό Χριστό καί νά κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του.

Εἶναι καιρός, νά γιορτάσουμε τή διπλῆ Γιορτή, ἐκφράζοντας τήν εὐγνωμοσύνης μας στό Χριστό καί στήν Παναγία Μητέρα Του, γιά τίς ἄπειρες ὄντως

Εὐεργεσίες τους σέ μᾶς. Καί ὀ καλλίτερος τρόπος εἶναι νά ἀκούσουμε τή σύστασι τῆς Παναγιᾶς, πού μᾶς δείχνει τό Λυτρωτή, τόν Υἱόν της καί Θεό μας, καί μᾶς λέγε: «Ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε». Νά κάνουμε ὑπακοή στό Χριστό. Διότι ἡ παρακοή μᾶς ὑποδουλώνει καί μᾶς θανατώνει, ἐνῷ ἡ ὑπακοή μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό κάθε μορφή δουλείας καί μᾶς σώζει. ΧΡΕΟΣ μας νά δοξάζουμε, λόγῳ καί ἔργῳ, τόν Ἐλευθερωτήν, ὑμνοῦντες Αὐτόν ὡς Θεόν εἰς τούς αἰῶνας.







Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

Ἡ 25η Μαρτίου τοῦ 1821, Ἡμέρα ἐθνικοῦ ἀναβαπτισμοῦ.





Ἡμέρα ἐθνικῆς, ἠθικῆς καί πνευματικῆς ἀναγεννήσεως.


Βαθειά λαξευμένοι στήν ἔνδοξη ἑλληνική Ἱστορία, ἀτόφιοι, ὑψώνονται, πάνω  ἀπ’ τό χρόνο, οἱ ἀσύγκριτοι ἀγῶνες τῶν ἀθανάτων θνητῶν τοῦ ’21!
Τούς ἐνδόξους ἀγωνιστές τούς στεφάνωσαν «Ἥρωες», τούς  ὠνόμασαν «ἀθανάτους», τούς τίμησαν «ἡμιθέους» καί ΕΙΝΑΙ.
Διότι οἱ ἀγῶνες, γιά τήν ἀποτίναξι τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ, γιά τήν ἀποτίναξι 400 χρόνων ἐπάρατης δουλείας, οἱ ἀγῶνες τοῦ 1821, μέ μοναδικά ὅπλα τήν Πίστι στό Χριστό, τήν ἀγάπη στήν Πατρίδα καί τήν Ἐλευθερίαν, δέν ἦσαν ἀγῶνες ἐναντίον φανταστικῶν ἐχθρῶν, ἀλλά πραγματικοί, αἱματηροί ἀγῶνες αἰώνων, πού ἔζησε τό Γένος κάτω ἀπό τό Μισοφέγγαρο, καί δέν συγκρίνονται μέ Δονκιχωτισμούς.





Οἱ Ἕλληνες ἀγωνιστές τοῦ  21, ἐνδεδυμένοι τή σεμνότητα, τή Λεβεντιά καί τό ἑλληνικό φιλότιμο, μέ Πίστι στό Χριστό καί ἀγάπη στήν «Πατρίδα τῶν πατρίδων», μέ ἐθνική συνείδησι καί ἱστορική μνήμη,  ἐπολέμησαν καί θυσιάσθηκαν

«Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστι τήν ἁγίαν
Καί γιά τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερίαν».

Ἔγραψαν μέ τό τίμιο αἷμα τους χρυσές, ἀθάνατες σελίδες στήν Ἱστορία μας, πού εἶναι, γιά κάθε γνήσιο Ἕλληνα, ἐμπνεύσεων  ἀστείρευτη Πηγή. Χάραξαν καί ἄφησαν στήν καρδιά καί στή μνήμη κάθε γνήσιου Ἕλληνα, ἀλλά καί κάθε τίμιου ἀνθρώπου ΑΣΥΓΚΡΙΤΗΣ ΔΟΞΗΣ, ΑΝΕΞΙΤΗΛΑ ΙΧΝΗ !
Τό 1821, μέ τίς θυσίες καί τά ὁλοκαυτώματα τῶν ἀγωνιστῶν του ἐμπνέει καί διδάσκει, ὄχι μόνο στούς Ἕλληνες, ἀλλά καί σέ ὅλο τόν κόσμο, Πίστι στό Θεό καί τή Λευτεριά, καί ἀγάπη στήν Πατρίδα.

Καμμιά δύναμις τοῦ σκότους δέν θά μπορέσῃ Νά σκιάσῃ ἤ νά ἐξαλείψῃ μέσ’ ἀπό τήν ψυχή μας, τή Λεβεντιά, τήν Ὀμορφιά, τή Δύναμι, τό Θάρρος, τή συγκίνησι, τήν τόλμη, τή σωφροσύνη, τήν ἀνδρεία καί γενικά τήν ἑλληνική Ἀρετή, πού, τόσο πλούσια, μᾶς χαρίζει τό ἀνεπανάληπτο, τό ἀσύγκριτο, τό Ἀθάνατο 1821.




Εἶναι πολλοί, πού προσπαθοῦν
Τίς ρίζες μας νά κόψουν,
νά σβύσουν τά Ἰδανικά,
νά μᾶς ἐξαφανίσουν.
Ἰοῦδες, ἀνεγκέφαλοι,πού,
χωρίς ντροπή, πασχίζουνε
μεθοδικά καί σέ συνεργασία,
μέ τούς κρυφούς καί φανερούς
ἐχθρούς μας, νά ἐξαφανίσουν
θέλουνε , τά παχύδερμα αὐτά,
τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία.

Ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες, ἄς ἀναρωτηθοῦμε,
μπροστά σ’ αὐτόν τόν κίνδυνο,
Τό Χρέος ποιό εἶναι;
Θά ἀφήσουμε ἀφύλακτα, τά ὅσια καί
τά ἱερά μας; Ἤ θά παλαίψουμε γι’ αὐτά;
Ἀφήσαμε στῶν ἄχρηστων τά χέρια
τήν Πατρίδα, κι’ αὐτοί τήν ξεπούλησανε
ἀντί πινακίου φακῆς», κι’ « ὅταν τούς
φτύσῃς χαμογελοῦν καί λέν, πώς ψιχαλίζει».

 Φίλοι μου, Ἕλληνες πατριῶτες, εἶναι καιρός νά περισυλλεγοῦμε, νά ἀναβαπτισθοῦμε καί νά μή λησμονήσουμε οὔτε στιγμή τίς Θυσίες τῶν προγόνων μας, πού ἔγιναν ὁλοκαυτώματα, γιά νά ζοῦμε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι. Νά γίνουμε ἄξιοι τῆς ἐλευθερίας πού μᾶς χάρισαν μέ τό αἷμα τους.
Εἷναι Χρέος μας νά γνωρίζουμε ποιό εἶναι τῆς ἀρετῆς τό χρῶμα. Καί «κάλλιστον χρῶμα τό τῆς αἰδοῦς ἐρύθημα». Κάλλιστον χρῶμα εἶναι τό χρῶμα τῆς τροπῆς, πού, δυστυχῶς, εἶναι ἄγνωστο στούς Ἐφιάλτες καί τούς ΠήλιοΓούσιδες, στούς σύγχρονους Ἰοῦδες.
Καί τό τονίζω αὐτό, γιατί δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι, πού,  ἔχουν χάσει σήμερα τελείως τήν ντροπή. Ἀρνοῦνται τό Θεό, λησμονοῦν τίς Θυσίες τῆς Ἐκκλησίας μας,  εὐτελίζουν τήν Πατρίδα, διαλύουν τήν Οἰκογένεια, ποδοπατοῦν ὅλες τίς υπέροχες ἠθικές Ἀξίες καί τά Ἰδανικά τῆς Πατρίδος μας, μέ τόν ἰσχυρισμό ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι καί μποροῦν νά κάνουν ὅ,τι θέλουν. Τολμοῦν, μάλιστα, οἱ ἀνεγκέφαλοι καί οἱ παράφρονες, νά μᾶς προτείνουν νά μιμηθοῦμε τά εὐρωπαϊκά ἔθνη.



Δέν σκέπτονται, οἱ ἄφρονες, πώς , ὅταν ἐμεῖς κτίζαμε Παρθενῶνες, τά βάρβαρα αὐτά ἔθνη, πηδοῦσαν σάν πήθικοι ἀπό δένδρο σέ δένδρο, καί ὅτι ἐμεῖς, οἱ Ἕλληνες, μέ ἀγῶνες καί Θυσίες, τούς ἐξανθρωπίσαμε καί τούς βγάλαμε ἀπό τίς τρῶγλες καί τά σπήλαια; 





Θέλω ἐπίσης ἐδῶ, φίλοι μου, νά τονίσω ὅτι ὅλοι ὀφείλουμε νά γνωρίζουμε πώς τή Λευτεριά μας δέν τήν ὀφείλουμε στούς ἄσπονδους αὐτούς φίλους μας(;), ἀλλά τήν χρωστᾶμε στό Θεό, στήν Ἐκκλησία καί σέ ὅλες ἐκεῖνες τίς ὑψηλές χριστιανικές Ἀξίες, πού ἦσαν καί τά μοναδικά ὅπλα ὅλων ἐκείνων, πού ἔπεσαν·

«Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία
Καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν».

Καί τελειώνω μέ τό φωτισμένο λόγο τοῦ Κωστή Παλαμᾶ:

«Αὐτό τό λόγο θά σᾶς πῶ, δέν ἔχω ἄλλον κανένα:
  Μεθῦστε μέ τ’ ἀθάνατο κρασί τοῦ Εικοσιένα».



Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

ΨΑΛΜΟΣ Α΄






  μακάριος ἀνήρ.



«Μακάριος ἀνήρ,
ὅς οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν
καί ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη
καί ἐπί καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν·


Στόν πρῶτο του Ψαλμό ὁ Προφήτης Δαυῒδ μακαρίζει τόν εὐσεβῆ ἄνθρωπον καί ὑποδεικνύει τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖον θά κατακτήσῃ ὁ ἄνθρωπος τή μακαριότητα.
Καί πρῶτον τονίζει τήν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Κακόν καί τήν ἁμαρτία. Χρησιμοποιεῖ τρία ρήματα, πού ἐκφράζουν τήν ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, στήν πορεία του ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν», σάν βασικά σκαλοπάτια τῆς πνευματικῆς Κλίμακος.
«Οὐκ ἐπορεύθη», δέν πῆγε σέ συνάξεις καί συσκέψεις ἀσεβῶν. «Οὐκ ἔστη», δέν στάθηκε στό δρόμο τῶν ἁμαρτωλῶν, δέν εἶχε καμμιά ἀπολύτως σχέσι μέ τόν τρόπο ζωῆς καί μέ τή νοοτροπία τῶν ἁμαρτωλῶν. Καί «Οὐκ ἐκάθισε», δέν κάθισε σέ μολυσματική καθέδρα διεφθαρμένων, χλευαστῶν ἀνθρώπων.

Τονίζει ὁ Προφήτης ὅτι γιά νά κατακτήσῃ ὁ ἄνθρωπος τήν μακαριότητα, ὀφείλει νά κόψει κάθε σχέσι καί ἐπικοινωνία μέ τό Κακό καί τήν ἁμαρτία. Νά ἐξέλθῃ ἀπό τή Βαβυλῶνα. Νά ἀποφύγῃ τίς σκέψεις, τίς ἐπιθυμίες, τούς λογισμούς καί τίς πράξεις τῶν κακῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, πού, μέ τή θέλησί τους, βυθίζονται εἰς «ἰλύν βυθοῦ» καί παραμένουν κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου, καί δέν μετανοοῦν.
Οἱ τρεῖς κατηγορίες τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν (ἀσεβεῖς, ἁμαρτωλοί, λοιμοί (Letsim- χλευαστές), εἶναι τύποι
ἀντιπροσωπευτικοί , ὄχι μιᾶς ἐποχῆς, ἀλλά ὅλων τῶν ἐποχῶν.
Οἱ ἀσεβεῖς  πλανῶνται καί μένουν στήν πλάνη τους. Οἱ ἁμαρτωλοί γνωρίζουν ὅτι ἁμαρτάνουν, καί μέ τή θέλησί τους, μένουν στήν ἁμαρτία καί στίς κακές τους συνήθειες. Καί οἱ λοιμοί, οἱ φθοροποιοί, οἱ χλευαστές, ὄχι μόνον ἔχουν ἐπίγνωσι τῆς ἁμαρτίας στήν ὁποίαν εὑρίσκονται, ἀλλά καί τή
διδάσκουν και παρακινοῦν καί ἄλλους στήν ἁμαρτία. Εἶναι οἱ ἄθεοι, ἀλλά καί οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ὑποκριτές ὅλων τῶν αἰώνων, πού, μέ «τήν ἐσχηματισμένην εὐσέβειάν» τους, διαφθείρουν ψυχές   και μολύνουν καρδιές, μέ τή διεφθαρμένη διδαχή τους.
Αὐτοί οἱ ὑποκριτές, ἀνά τούς αἰῶνες, διδάσκουν κάθε εἴδους διαφθορά, «ἀποδεκατοῦν  τό ἠδύοσμον, τό ἄνηθον καί τό κύμινον, καί ἐγκαταλείπουν τά βαρύτερα τοῦ νόμου, τό δίκαιο, τήν ἀγάπη καί τήν πίστι» (Ματθ.κγ΄23). Καί οἱ τρεῖς κατηγορίες αὐτές  συνεχίζουν, οἱ ἄφρονες, νά ἀδικοπραγοῦν χλευάζοντες τούς πάντες καί τά πάντα. Μέ τή θέλησί τους, ἀκολουθοῦν τήν εὐρύχωρη Ὁδό καί ὁδεύουν πρός τήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.
Πανευτυχής, μακάριος, λοιπόν, εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού δέν ἔχει καμμιά ἀπολύτως σχέσι μέ τούς ἀνθρώπους αὐτούς, ἀλλά, πιστός στό Θεό, ἔχει μοναδική, ξεχωριστή  χαρά καί ἀπόλαυσι, θέλημα καί ἐπιθυμία του τήν ἀδιάκοπη μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Κυρίου.
«Μακάριος ἀνήρ,...ὅς ἐπορεύθη, ἔστη καί ἐκάθισεν ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου, τό θέλημα δηλ. αὐτοῦ εἶναι ἐν τῷ Νόμῳ τοῦ Κυρίου, καί ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καί νυκτός» (Ψαλμ.α΄2).

Δέν θέλει νά ξέρῃ τίποτε ἄλλο, παρά μόνο τό νόμο τοῦ Κυρίου. Μελετᾷ μέρα καί νύκτα τό Νόμου, πεῖνα δέ δίψα τῆς ψυχῆς του εἶναι νά κάνῃ «πρᾶξι» στή ζωή του τό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ (Ἰωάν. δ΄ 34).

Μακάριος  ἀνήρ εἶναι αὐτός, πού δίνει τήν καρδιά του στή μελέτη, στήν ἐπίγνωσι καί τήν τήρησι τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Νόμου τῆς Ἀγάπης. Κατ’ ἐξοχήν μακάριος εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄Πέτρ. β΄ 22). Εἶναι ὁ πρῶτος καί ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος « οὐκ ἐπορεύθη ἐν βουλῇ ἀσεβῶν καί ἐν ὁδῷ ἁμαρτωλῶν οὐκ ἔστη καί ἐπί καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν», τύπος καί ὐπογραμμός γενόμενος σέ ὅλους ἐμᾶς. «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας»(Ἰωάν. α΄14). Τοῦτον ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἔδωκεν εἰς ἠμᾶς  ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 16) καί ὁ Ὁποῖος, ἑκουσίως, «ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, «ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὐπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄Πέτρ. β΄21). Ἐάν ἀκολουθήσωμε τά ματωμένα Χνάρια Του, σίγουρα θά κατακτήσωμεν τήν μακαριότητα.

«Καί ἔσται (ὁ δίκαιος καί εὐσεβής) ὡς τό ξύλον τό πεφυτευμένον παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, 
ὅ τόν καρπόν αὐτοῦ δώσει ἐν καιρῷ αὐτοῦ·
καί τό φύλλον αὐτοῦ οὐκ ἀπορρυήσεται καί πάντα ,
 ὅσα ἄν ποιῇ, κατευοδωθήσεται» (Ψαλμ.α΄3).

Πηγή ζωῆς κι’ ἁγιασμοῦ ἀστείρευτ’
εἶν’ ὁ νόμος τοῦ Κυρίου, νερό καθάριο,
δροσερό, σωτήριο καί ζωηρό, νερό ἀπ’
τίς αἰώνιες Πηγές τοῦ Σωτηρίου.
Σε κάθε ἀνθρώπινη ψυχή, πού,
διψασμένη τρέχει, σάν τό ἐλάφι,
νά ξεδιψάσῃ στήν Πηγή, πνοή ζωῆς,
γαλήνη καί χαρά κι’ ἀνάπαυσι παρέχει.

Δέν ἠμπορεῖ ὁ ἄνθρωπος,μέ λόγια νά
ἐκφράσῃ, πόση αἰσθάνεται χαρά καί χάρι
στήν καρδιά, στό νοῦ καί στήν ψυχή του,
ὅταν μέ πόθο μελετᾷ ἀδιάκοπα τό νόμο
τοῦ Κυρίου καί προσπαθεῖ νυχθημερόν,
κάθε στιγμή νά ζήσῃ εὐσεβῶς, σύμφωνα
μέ τό ἅγιον καί θεῖον θέλημά Του!...



Ὁ ἄνθρωπος, πού μελετᾶ ἀδιάκοπα τό Νόμο τοῦ Κυρίου, ὁμοιάζει, λέγει ὀ Δαυῒδ, μέ τό δένδρον ,πού εῖναι φυτεμένο «παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων». Ἐκεῖ, δηλαδή, ὅπου ρέουν καί χύνονται ἄφθονα νερά, καί εἶναι καρποφόρο, δίνει τόν καρπό του στόν κατάλληλο καιρό, εἶναι δέ καί  ἀειθαλές, στολισμένο πάντοτε μέ καταπράσινα φύλλα.

Ἄφθονα νερά εἶναι ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ξεχύνεται μέσα ἀπό τή Βίβλο καί μεταδίδεται μέσα στήν ψυχή ἐκείνου, πού μελετᾶ μέρα καί νύκτα, μέ προσευχή καί προσοχή, τό νόμο τοῦ Κυρίου. Καί πραγματικά, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνθρωπος, πού μελετᾶ, τά γλυκύτερα καί ἀπό τό μέλι, θεῖα λόγια, ὁμοιάζει μέ τό δένδρο τό καρποφόρο καί ἀειθαλές, πού ἀποδίδει στή ζωή του τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης (γλυκύτης στήν συμπεριφορά καί καταδεκτικότης), ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλάτ. ε΄ 22). Το καρποφόρο καί ἀειθαλές αὐτό δένδρον, ὁ δίκαιος καί εὐσεβής ἄνθρωπος, μελετᾶ καί κάνει «πρᾶξι» τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί καρποφορεῖ. Ἔχει ἄκρα ταπείνωσι, βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του καί πενθεῖ , γιά τίς ἁμαρτίες του καί ζητεῖ τό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πρᾷος. Πεινᾶ καί διψᾷ τή δικαιοσύνη. Εἶναι ἐλεήμων, καθαρός τῇ καρδίᾳ, εἰρηνικός καί εἰρηνοποιός, διώκεται ἕνεκεν δικαιοσύνης καί ὑπομένει τούς διωγμούς, διώκεται καί ὀνειδίζεται ἕνεκεν τοῦ Κυρίου καί χαίρεται διωκόμενος, γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί εἶναι πραγματικά μακάριος (πρβλ.Ματθ. ε΄ 3-12).
«Καί πάντα, ὅσα ἄν ποιῇ, κατευοδωθήσεται». Δηλαδή, κάθε του πρᾶξις, κάθε του ἔργον , ἐπειδή τό εὐλογεῖ ὁ Θεός εὐοδοῦται, ἔχει αἴσιον πέρας, στέφεται ἀπό ἐπιτυχία.


               «Μαρία δέ παρακαθίσασα παρά τούς πόδας
               τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τόν λόγον αὐτοῦ»
Τρανό  ἐνδεικτικό παράδειγμα μακαρίας ψυχῆς,  ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, ἡ ὁποία  εἶχε συνειδητοποιήσει ὅτι «Ἑνός ἐστί χρεία» καί ὅτι αὐτό τό «Ἕν» εἶναι ὁ Κύριος, τό ὑπέρτατον Ἀγαθόν (bene Supremo). Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο «τήν ἀγαθήν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς». «παρακαθίσασα παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τόν λόγον αὐτοῦ» (Λουκ. ι΄ 38-42).
Τρανώτατο δέ παράδειγμα ἡ ταπεινή κόρη τῆς Βηθλεέμ, ἡ Μαριάμ, ἡ ὁποία ἀνετρέφετο εἰς τόν Ναόν καί νυχθημερόν μελετῶσα τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀνεδείχθη   



«Μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή», «τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα καί τῶν ἁγίων ἁγιωτέρα», Παναγία. Διά τοῦτο ἐδέχθη εἰς τήν ἁγίαν της ψυχήν τό Ἅγιον Πνεῦμα καί ἐγέννησεν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ καί ἔγινε Μητέρα τοῦ Θεοῦ, Θεοτόκος, Μητέρα τοῦ φωτός, Μητέρα τῆς ζωῆς, Μητέρα ὅλων μας ( Λουκ. α΄ 26-38) καί τήν μακαρίζουν πᾶσαι αἱ γενεαί.




Ἐνῷ μιλοῦσε ὁ Χριστός μιά γυναῖκα  μέσα ἀπό τόν ὄχλον τοῦ φώναξε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καί μαστοί οὕς ἐθήλασας». Καί ὁ Ἰησοῦς ἀποκρίθηκε στό μακαρισμό αὐτό καί εἶπε: «Μενοῦνγε(βεβαιότατα)  μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν» (Λουκ. ια΄ 27-28).

Παράβαλε καί Ἀποκ. α΄ 3 :
«Μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καί οἱ ἀκούοντες τούς λόγους τῆς προφητείας καί τηροῦντες τά ἐν αὐτῇ γεγραμμένα· ὁ γάρ καιρός ἐγγύς».
Ὁ εὐσεβής καί δίκαιος ἄνθρωπος, πού νυχθημερόν μελετᾷ τόν Νόμον τοῦ Κυρίου δέχεται στήν ψυχή καί τή ζωή τοῦ ὅλες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ καί εἶναι ὄντως μακάριος.



Εἶναι βεβαία ἡ δυστυχία τῶν ἁμαρτωλῶν(Ψαλμ. α΄4-6).

«Οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ἤ ὡσεί χνοῦς, ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς γῆς. Διά τοῦτο οὐκ ἀναστήσονται ἀσεβεῖς ἐν κρίσει, οὐδέ ἁμαρτωλοί ἐν βουλῇ δικαίων.
Ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδόν δικαίων καί ὁδός ἀσεβῶν ἀπολεῖται» (Chi Jodea derech tsadikim vederech ressaim tovet).
Στή ζωή τῶν ἀσεβῶν, τῶν ἁμαρτωλῶν καί τῶν χλευαστῶν,  σύμφωνα μέ τή  ἐκλογή τους καί τήν ἐπιμονή τους στό κακό καί τήν ἁμαρτίαν, δέν ἔρχεται ἡ εὐλογία Τοῦ Θεοῦ. Ἀποκρούουν τή θεία Χάρι. Ἐνῷ στή ζωή τῶν δικαίων ὅλα εὐοδοῦνται, δέν συμβαίνει ἔτσι μέ τούς ἀσεβεῖς. Δέν εὐδοκιμοῦν τῶν ἀσεβῶν τά ἔργα, διότι ἀπουσιάζει ἀπό τή ζωή τους ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ.
Δέν κάθονται παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, δέν μελετοῦν τό νόμο τοῦ Θεοῦ καί εἶναι πονηρά τά ἔργα τους. Ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Πηγήν τοῦ ζῶντος ὕδατος. Ὀρύσσουν λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν, λέγει ὁ Ἱερεμίας. Τρέχουν νά ξεδιψάσουν στά θολόνερα τοῦ κόσμου, «στά λασπονέρια» τῆς ἀποστασίας. Μένουν στήν πλάνη καί τήν αἵρεσι. Στερεώνουν στήν κακία καί τή ματαιότητα τοῦ φθαρτοῦ, τοῦ προσωρινοῦ. Δέν τηροῦν τόν πανάγιο, τόν  ἀναλλοίωτο καί αἰώνιον Νόμον τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτό καί ἀποτυγχάνουν. Δέν εὐδοκιμοῦν, ἀλλά ἐκμηδενίζονται. Ἐξαφανίζονται ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς, ἀνατινάσσονται  σάν τό χνοῦδι, σάν τό ἄχυρον, πού τό ἁρπάζει ὁ ἄνεμος, καί τό ρίχνει μακρυά ἀπό τήν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, λέγει ὁ Προφήτης Δαυῒδ.
Γι’αὐτό καί οἱ ἀσεβεῖς δέν θά μπορέσουν νά σταθοῦν ὄρθιοι κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ἀλλά θά πέσουν, θά συντριβοῦν, θά καταδικασθοῦν, θά τιμωρηθοῦν, γιά τίς ἁμαρτίες τους. Ὅλοι οἱ ἀσεβεῖς, οἱ ἁμαρτωλοί καί οἱ χλευαστές δέν θά μπορέσουν νά σταθοῦν καί νά ἀποτελέσουν μέλη τῆς κοινότητος τῶν δικαίων. Διότι ὁ Κύριος εὐλογεῖ, κατευθύνει τά βήματα τῶν δικαίων, ὅλων αὐτῶν, πού συντάσσονται μαζί Του, τῶν δικῶν Του. Φροντίζει, μεριμνᾷ γιά τή ζωή τους. Εὐλογει τήν πορεία  καί τήν ἐξέλιξι τῶν εὐσεβῶν τέκνων Του.
Ὁ Κύριος ἔχει κάτω ἀπό τήν ἐπίβλεψι καί προστασία Του τούς δικαίους, «γινώσκει τήν Ὁδόν τῶν δικαίων», ἐνῷ ἀντίθετα οἱ ἀσεβεῖς, οἱ μή μετανοοῦντες, ἐξ αἰτίας τῆς ἐμμονῆς τους στό Κακό, θά καταστραφοῦν.
Εἷναι καιρός, λοιπόν, νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι ὅτι  ἡ Ὁδός, ὁ τρόπος ζωῆς, τῶν ἀσεβῶν ἀπολεῖται.
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅτι γιά νά γίνουμε ἄξιοι τῆς θείας Εὐλογίας, δεκτικοί τῆς Θείας Χάριτος, ὀφείλουμε νά κόψουμε κάθε σχέσι μέ τό Κακό καί τήν ἁμαρτία, νά σταθοῦμε ὡς δένδρα καρποφόρα καί ἀειθαλῆ, παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων. Νά σταθοῦμε παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἀκούοντες τόν λόγον αὐτοῦ. Διότι «μακάριοι εἶναι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν».