Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

ΔΑΚΡΥΑ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ




ΣΤΟ ΛΥΤΡΩΤΗ

Τή μεγάλη Τρίτη τό βράδυ ψάλλεται ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν νά γίνεται λόγος, γιά τήν εἰλικρινῆ μετάνοια καί ἐξομολόγησι «τῆς ἀλειψάσης τόν Κύριον Μύρῳ πόρνης γυναικός».
Στά Εὐαγγέλια ἀναφέρονται τρεῖς διαφορετικές γυναῖκες, πού σέ διάφορα διαστήματα ἄλειψαν τόν Κύριον μύρον. Πρώτη εἶναι ἐκείνη ἡ ἁμαρτωλή, πού κατά τά μέσα περίπου τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου, ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια Του στό σπίτι Σίμωνος τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ζ΄ 1-11).
Δεύτερη εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ ἀγαπημένου φίλου τοῦ Χριστοῦ Λαζάρου, πού ζοῦσε βίο σεμνό καί ἅγιο. Ὅταν ἦλθε ὁ Κύριος στή Βηθανία, τοῦ παρέθεσαν δεῖπνο, στή διάρκεια τοῦ ὀποίου  ἡ Μαρία, γιά νά ἐκφράσῃ τήν εὐγνωμοσύνη  καί τήν ἀφοσίωσί της στόν ἀγαπημένο Διδάσκαλο, πού εἶχε ἀναστήσει τόν ἀδελφό της «ἤλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, μέ πολύτιμο μύρον, καί ἐξέμαξε ταῖς θριξίν αὐτῆς τούς πόδας αὐτοῦ» (Ἰωάν. ιβ΄ 1-11).
Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρει ὅτι αὐτό τό γεγονός συνέβη ἕξι μέρες πρό τοῦ Πάσχα.
Ἡ Τρίτη γυναῖκα εἶναι ἡ Πόρνη, πού, δυό μέρες πρό τοῦ Πάσχα, ἄλειψε τόν Κύριο   μέ πολύτιμο μύρο στή Βηθανία, στό σπίτι  Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, ὅπως  ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελιστές Ματθαῖος καί Μάρκος (Ματθ. κστ΄ 6-13. Μάρκ. ιδ΄ 3-9).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δέχεται ὅτι οἱ γυναῖκες δέν εἶναι τρεῖς, ἀλλά δύο. Αὐτή ἡ ἄποψι υἱοθετήθηκε καί ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Δηλαδή ἡ ἁμαρτωλή γυναῖκα, πού ἀναφέρει ὁ Λουκᾶς εἶναι μία καί ἡ αὐτή μέ τήν πόρνη, γιά την ὁποία μιλᾶνε ὁ Ματθαῖος καί ὁ Μάρκος. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ «θαυμαστή τόν βίον ἔχουσα σεμνόν», ἡ τοῦ Λαζάρου ἀδελφή.Θά πρέπει ἐπίσης νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι κακῶς ταυτίζεται ἡ πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τήν Μαρία τή Μαγδαληνή, ὅπως δέχεται μεταγενέστερη παράδοσι τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή εἶναι Ἁγία, τήν ὁποίαν εἶχε θεραπεύσῃ ὁ Κύριος καί ἦτο ἀφιερωμένη σ’Αὐτόν καί πρώτη ἀξιώθηκε νά τόν δῇ μετά τήν Ἀνάστασί Του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου καί ἡ ἁμαρτωλή τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι τρία διαφορετικά καί διακεκριμένα μεταξύ τους πρόσωπα.
Λίγο πρίν ἀπό τό Πάθος, ὅταν ὁ Χριστός βρισκόταν στή Βηθανία, στό σπίτι Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ, μια  γυναῖκα πόρνη πλησίασε τόν Κύριο εἰλικρινά μετανοιωμένη. Μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός της μπροστά στό Λυτρωτή, Τόν πλησίασε ταπεινά καί ἄρχισε νά περιχύνῃ μέ πολύτιμο μύρο τό κεφάλι καί τό σῶμα Του, νά καταφιλῇ καί νά βρέχῃ μέ τό μύρο καί τά δάκρυά της τά ἄχραντα πόδια Του καί νά τά σπογγίζῃ, μέ τά ξέπλεκα μαλλιά της.




Αὐτή τήν τόσο δραματική εὐαγγελική σκηνή ἐπεξεργάζεται ἡ ὁσία μοναχή Κασσιανή, μεγάλη ποιήτρια καί ὑμνῳδός τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἁγία Κασσιανή συνέθεσε τό πιό γνωστό ποιητικό ἀριστούργημά της, τό περίφημο Δοξαστικό, πού ψάλλεται σέ ὅλες τίς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τό βράδυ τῆς Μεγάλης Τρίτης, τό· «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...».

Τό ἐξαίσιο αὐτό ποίημα, μέ τά βαθειά νοήματα, πού περιέχει, προξενεῖ δάκρυα κατανύξεως, σέ κάθε καλοπροαίρετη ψυχή. Φέρει σέ συναίσθησι καί εἰλικρινῆ μετάνοια. Δείχνει πόσο σκοτεινή εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού ξεφεύγει ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τονίζει, πώς  ὁ οἶστρος τῆς ἀκολασίας, «ὁ ζοφώδης τε καί ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας» τυφλώνει τήν ψυχή καί κουρελιάζει τήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα. Καί γεννᾶ στήν ψυχή μας τήν ἀνάγκη τῆς ἐπιστροφῆς στό Θεό, πού εἶναι ἄπειρη Ἀγάπη καί ἀμέτρητον Ἔλεος.

Στή θρησκευτικά καί ἠθικά ἀφυδατωμένη  τεχνοκρατική καί σατανοκρατούμενη ἐποχή μας,

προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιστροφῆς στό Χριστό καί τίς ἠθικές Ἀξίες τῆς ζωῆς.

Καί μποροῦμε, ἄν θέλουμε, αὐτές τίς ἅγιες μέρες νά ἀποτινάξουμε ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας «τόν ἔρωτα τῆς ἁμαρτίας». Νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί ὑλική ἡδονή, ἀπό τήν πολλή λάσπη. Νά προσπέσουμε  στά πόδια τοῦ Χριστοῦ, πού ἀγωνίζεται ὡς τέλειος ἄνθρωπος νά φθάσῃ στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό καί Σταυρώνεται, γιά τή σωτηρία μας. Νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του. Καί νά Τόν παρακαλέσουμε νά δεχθῇ τήν εἰλικρινῆ μας μετάνοια, νά μᾶς δώση ἄφεσι, νά μᾶς χαρίσῃ τή λύτρωσι, νά δεχθῇ τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης μας καί νά μᾶς ἀξιώσῃ νά Τόν δοξάζουμε, διότι σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

«Κύριε, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ζωντανῆς Παρουσίας τῆς Θεότητος  καί τῆς Εὐσπλαγχνίας Σου καί, μέ ψυχή συντετριμμένη ἀπό τίς πολλές ἁμαρτίες, σάν μυροφόρος, τολμῶ καί προσέρχομαι πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ Σου, καί  Σοῦ προσφέρω ταπεινά, μύρα καί δάκρυα εὐγνωμοσύνης. Γλυκύτατε Ἱησοῦ. Ἀλλοίμονό  μου, ἐξομολογοῦμαι, Κύριε, ὑπάρχει στήν ψυχή μου τό σκοτάδι μιᾶς ἀτέλειωτης νύχτας, μέ κυριεύει ὁ οἶστρος, ἡ μανία τῆς ἀκολασίας, πού εἶναι νύχτα ζοφώδης τε καί ἀσέληνος, ὁ ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τίς πηγές

τῶν δακρύων, δέξου, Κύριε, τήν μετάνοιά μου, Σύ πού διεξάγεις,  διά τῶν νεφελῶν, τῆς θαλάσσης τό ὕδωρ. Λύγισε , Κύριε, μπροστά στούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς μου. Λυπήσου με, Κύριε, Σύ πού ἔκλινες τούς Οὐρανούς μέ τήν ἄφατη καί ἀνέκφραστη κένωσί Σου, μέ τήν ἄκρα ταπείνωσί Σου καί ἔγινες γιά χάρι μου ταπεινός ἄνθρωπος.

Ἄφησέ με νά καταφιλήσω τά ἄχραντα πόδια Σου καί νά τά σπογγίσω μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς μου. Ἄφησέ με νά καταφιλήσω τά πόδια ἐκεῖνα, πού,  ὅταν ἡ Εὔα στόν παράδεισο, μετά τήν παρακοή,  ἄκουσε τόν κρότο τοῦ Θεϊκοῦ Σου βαδίσματος, ἀπό τό φόβο τῆς κρύφτηκε. Ποιός μπορεῖ νά ἐξιχνιάσῃ  τά πλήθη τῶν ἁμαρτιῶν μου καί τάς ἀβύσσους τῶν κριμάτων Σου, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μή παραβλέψῃς, Κύριε, τήν  ταλαίπωρη ψυχή μου, Σύ πού ἔχεις ἀμέτρητον τό ἔλεος».











Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ






Γιά τή συντριβή
καί
τήν ἀπώλεια τῶν ἀμετανοήτων.



«Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ ἡ ἀποκτείνουσα τούς
προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους
πρός αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν  τά
τέκνα σου, ὅν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τά νοσσία
ἑαυτῆς ὑπό τάς πτέρυγας, καί οὐκ ἠθελήσατε.
Ἰδού ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος.
Λέγω γάρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ’  ἄρτι ἕως  ἄν
εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι
Κυρίου» (Ματθ. κγ΄ 37-39).

 Ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄4). Διαπιστώνει ὅμως ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν  Τόν δέχονται. Μισοῦν τό Φῶς, γιατί εἶναι πονηρά τά ἔργα τους καί, μέ τή θέλησί τους, παραμένουν κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Συνεχίζουν νά ἀδικοπραγοῦν καί νά ὁδεύουν ὁλοταχῶς πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας ὀδύνης, πρός τήν συντριβή τους, ἐξ αἰτίας τῆς πωρώσεως καί τῆς ἀμετανοησίας τους. Δέν θρηνεῖ ὁ Χριστός, ὁ Ἀληθινός Μεσσίας, γιατί δέν Τόν δέχθηκαν, γιατί δέν σεβάσθηκαν τή Θεϊκή Του συγκατάβασι καί δέν πίστεψαν στήν ἀγάπη Του, ἀλλά θρηνεῖ, γιατί, ἐξ αἰτίας τῆς συμπεριφορᾶς τους αὐτῆς, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους,  δέν σώζονται, ἀλλ’ ὁδηγοῦνται στόν ὄλεθρο, στήν καταστροφή, στό Θάνατο.
Ἔρχεται ὁ Λυτρωτής, ὁ Ἐλευθερωτής, κρούει τή Θύρα, κι’ οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς  δέν ἀκοῦμε τή φωνή Του. Κλείνουμε τήν καρδιά στό Χριστό κι’ ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας στό Διάβολο. Ἐνεργοῦμε «κατ’ ἐνέργεια τοῦ Σατανᾶ» καί δέν μετανοοῦμε.
Εἰσέρχεται στά Ἱεροσόλυμα καί ἐπευφημεῖται ἀπό τό Λαό καί ὑμνεῖται ὡς Βασιλιᾶς καί Ἐλευθερωτής:
«Ὡσαννά τῷ υἱῷ Δαυῒδ· Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος  ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις»(Ματθ. κα΄ 9).
Ὡς καρδιογνώστης ὅμως προγνωρίζει ὅτι μετά ἀπό δυό μέρες, θά ἀκούσῃ τίς κραυγές  Παραφροσύνης τῶν Σταυρωτῶν καί ὅλων τῶν ἀχαρίστων: ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν, καί θρηνεῖ, ὄχι γιατί Τόν σταυρώνουν, ἀλλά γιατί διψᾶ τή σωτηρία καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν Σταυρωτῶν, καί θρηνῶν προσεύχεται στόν Πατέρα γι’  αὐτούς. Θρηνεῖ διότι προβλέπει ὅτι ἡ Κακία τους, τούς ὁδηγεῖ στή συντριβή. Θρηνεῖ διότι προβλέπει, μέ πόνο ὅτι «Οὐ μή ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπί λίθον, ὅς οὐ καταλυθήσεται» (Ματθ κδ΄ 2).





Θρηνεῖ, διότι «Ἰδού ἐγκαταλείπεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος». Θρηνεῖ καί λέγει σέ ὅλους μας :
«Λέγω γάρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ’ ἄρτι ἕως ἄν εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ματθ. κγ΄ 38-39).
Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας, ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ κυρίου στόν κόσμο, προβλέπει τήν ἀχαριστία, τήν πώρωσι καί τήν ἀμετανοησία τῶν εὐεργετουμένων, οἱ ὁποῖοι δέν δέχονται τόν ἀληθινόν Μεσσία, καί τόν καταδικάζουν στό Σταυρικό Θάνατο. Ἀρνοῦνται τόν Ἄρχοντα τῆς εἰρήνης, τόν Λυτρωτή καί Θεό καί, μέ κραυγές Παραφροσύνης δηλώνουν ἀναισχύντως στόν Πιλάτο: «Οὐκ ἔχομεν Βασιλέα εἰ μή Καίσαρα», καί ζητοῦν τή Σταύρωσι τοῦ Ἀληθινοῦ Μεσσία.
Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας(α΄ 21-31) μένει ἄφωνος μπροστά στή πώρωσι τοῦ Λαοῦ αὐτοῦ καί μέμφεται τήν Ἱερουσαλήμ, γιά τίς παρανομίες τῶν κατοίκων της:
«Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνῃ ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δέ φονευταί» (Ἡσ. α΄21). Δικαίως «καλεῖται πνευματικῶς Σόδομα καί Αἴγυπτος, ὅπου καί ὁ Κύριος ἡμῶν ἐσταυρώθη» (Ἁποκ. ια΄8).
Ἀκούει καί περιγράφει ὁ Προφήτης καί τόν θρῆνον τοῦ Μεσσία, γιά τήν ἀπώλεια τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, πού δέν δέχθηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί παρέμειναν  «δέσμιοι τῆς γῆς», βυθισμένοι στό Βόρβορο τῶν ἁμαρτιῶν τους, δοῦλοι τῆς Κακίας, καί λέγει: «Καί ἐγώ εἶπα· Κενῶς  ἐκοπίασα, εἰς μάταιον καί εἰς οὐδέν ἔδωκα τήν ἰσχύν μου· διά τοῦτο  ἡ κρίσις μου παρά Κυρίῳ καί ὁ πόνος μου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μου» (Ἡσ. 49, 4).




Πικραίνεται ὁ Κύριος μπροστά στή σκληροκαρδία,
τήν πώρωσι καί τήν ἀμετανοησία τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος. Διῆλθε καί διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ καί καταδέχεται νά ὑψωθῇ στό Σταυρό, μέ τή θέλησί Του, ἀντί γιά μᾶς.


Αὐτός , ἀντί ἡμῶν. Τί ἄλλο θά μποροῦσε νά κάνῃ, γιά νά ἔλθουμε στόν ἑαυτό μας καί νά ἐγκολπωθοῦμε τόν ἀληθινόν Μεσσία καί τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του;
Ὡς τέλειος ἄνθρωπος ἐξαντλεῖ τήν ἀγάπη Του, καί τίς δυνάμεις Του καί ἀντιμετωπίζει τή σκληρότητα και τήν ἀμετανοησία τῶν περισσοτέρων. Μᾶς προσφέρει τήν ἀγάπη Του καί δέν τή δεχόμαστε καί μένουμε στό Βόρβορο, στή λάσπη. Θρηνεῖ, γιά  τή συντριβή καί τό Χαμό μας.
Θρηνεῖ καί μονολογεῖ: «Λοιπόν εἰς μάτην ἐκοπίασα, εἰς μάτην ἐξήντλησα τάς δυνάμεις μου;
Ἔ, λοιπόν, ὄχι. Ἐναποθέτω τό δίκαιόν μου εἰς τόν Κύριον, καί ὁ πόνος, ἡ θλῖψις μου εἶναι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου». Συνεχίζω τόν ἀγῶνα γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἀγωνίζομαι νά φθάσω καί θά φθάσω στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό, γενόμενος τύπος καί ὐπογραμμός, ὑπόδειγμα τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου.
Ἔχει συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς Του καί φέρει σέ πέρας τό ἔργον, πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ Οὐράνιος Πατέρας, ὁ ὁποῖος δέχεται τή Θυσία Του. Καί πραγματικά, διά τοῦτο ὁ Θεός-Πατήρ, τόν Υἱόν Του, γενόμενον ὑπήκοον μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, καί ὡς ἄνθρωπον αὐτόν ὑπερύψωσε καί ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων και ἐπιγείων καί καταχθονίων, καί πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β΄ 8-11).


Ὁ Χριστός ἔφθασε στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό. Μετέβαλε τή σάρκα  σέ πνεῦμα, ἀφήνοντας τόν ἑαυτόν Του ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ.
Ὁ Κύριος μᾶς παρακολουθεῖ καί θρηνεῖ ὅταν βλέπῃ νά παίρνουμε τή ζωή μας λάθος καί νά μή μετανοῦμε. Ὡς ἄπειρη ἀγάπη, συνεχίζει καί κρούει τή Θύρα καί μέ ἄφατη μακροθυμία περιμένει νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας καί θρηνεῖ καί δακρύζει ὁ γλυκύς Ἰησοῦς μπροστά στίς πετρωμένες καρδιές τῶν ἀνθρώπων...

Ἄχ! Ἄς μποροῦσα, ὁ ἄθλιος ἐγώ, νά ἁπαλύνω τόν πόνο Σου,  Ἀνεξίκακε Κύριε...
Πόσο μεγάλη θά ἦταν ὀ Χαρά, νά καταλάβουμε ἐμεῖς, οἱ ἀξιοθρήνητοι ἄνθρωποι, πρίν νά εἶναι ἀργά, τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχνία Σου, Μακρόθυμε Κύριε, καί νά δεχθοῦμε τό θεῖον δῶρον  Σου, τό Χάρισμα τῆς εἰλικρινοῦς καί ἐμπράκτου μετανοίας!...
Σύ, Ζωοδότα Κύριε, μέ τή Σταυρική Σου Θυσία καί τήν Ἀνάστασί Σου, ἄνοιξες τίς Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ, τίς Πύλες τῆς Μετανοίας. Μή μᾶς ἐγκαταλείψῃς. 
Ὡς πῦρ καταναλίσκον, κάψε τά ἄχυρα τῶν ἔργων μας, φώτιζε τά σκοτάδια μας , λάμπρυνε τήν τάλαινα ψυχή μας, ὡς ἄπειρον Ἔλεος!  Ὅσο κι’ ἄν δέν θέλουμε νά τό καταλάβουμε, Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό Μόνον ἀσφαλές καταφύγιον.
Σέ Σένα καταφεύγουμε καί Σέ ἱκετεύουμε. Λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας, μόνε Οἰκτίρμον!
Δέξου μας, ὡς τόν ληστή,  εἰλικρινά μετανοιωμένους, καί ἀξίωσέ μας νά Σέ ὑμνοῦμε αἰώνια.




«Τόν λῃστήν αὐθημερόν τοῦ Παραδείσου ἠξίωσας, Κύριε· κἀμέ τῷ ξύλῳ τοῦ Σταυροῦ φώτισον καί σῶσον με».




Παρασκευή, 19 Απριλίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ ((Ἰωάν. κα΄ 1-17)




  Ὕμνος  Εὐχαριστίας
καί
Κραυγές Παραφροσύνης


«Ὡσαννά  τῷ υἱῷ Δαυῒδ· εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος
ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις»(Ματθ. κα΄9).




«Οἱ δέ ἐκραύγασαν· ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν· τόν
βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς·
οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μή Καίσαρα. Τότε οὖν παρέδωκεν
αὐτόν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ» (Ἰωάν. ιθ΄15-16).






Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Μονογενής υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά τά πλάσματά Του. Ὁ πάντων Ἐπέκεινα καί πανταχοῦ Παρών μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι θά εἶναι καί εἶναι παντοτινά μαζί μας. «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός  χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς  τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8) διδάσκει καί κηρύσσει τό Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας «διέρχεται δέ τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ»(Ματθ. δ΄ 23).




Ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Ιησοῦ «τυφλοί ἀναβλέπουσιν καί χωλοί περιπατοῦσιν, λεπροί καθαρίζονται καί κωφοί ἀκούουσιν, νεκροί ἐγείρονται καί πτωχοί εὐαγγελίζονται» (Ματθ. ια΄ 5).
Ὁ Ἰησους εἶναι ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ.
Ὁ ἐπέκεινα χώρου και χρόνου, ὁ ἀχώρητος καί ἄχρονος Θεός, ὡς ἀεί ὤν, αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος, εἶναι ὁ Δημιουργός, Ἐξουσιαστής καί Κυβερνήτης τοῦ Χώρου καί τοῦ Χρόνου τοῦ σύμπαντος κόσμου. Ὡς φιλάνθρωπος, θέλει καί εἶναι παντοτινά μαζί μας, ὁ Λυτρωτής, θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. Εἶναι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, τό Φῶς καί ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ὅμως  «πολλοί εἶναι οἱ κλητοί, ὀλίγοι δέ οἱ ἐκλεκτοί». Πολλοί δέν βλέπουν τή Χάρι Του καί, μέ τή θέλησί τους, παραμένουν κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου.
Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος διαπιστώνει τήν τύφλωσι τήν πνευματική τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων καί λέγει:
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς·  ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 19-20).
«Εἰς κρῖμα, λέγει ὁ Κύριος, ἐγώ εἰς τόν  κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ  μή  βλέποντες  βλέπωσι καί οἱ βλέποντες τυφλοί  γένωνται. Καί ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων  ταῦτα οἱ ὄντες μετ’ αὐτοῦ, καί εἶπον αὐτῷ· μή καί ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν;

Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Εἰ τυφλοί ἦτε, οὐκ ἄν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δέ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. θ΄ 39-41).
Δέν ἔχετε συναίσθησιν τῆς ἁμαρτωλότητός σας. Νομίζετε ὅτι εἶσθε ἅγιοι καί δέν μετανοεῖτε. Εἶσθε ψυχικά καί πνευματικά τυφλοί. Κυριεύεσθε ἀπό τήν Ἑωσφορικήν ἔπαρσιν. Εὑρίσκεσθε εἰς τό ἄκρον ἄωτον τῆς πωρώσεως καί τῆς ἀμετανοησίας, τῆς πνευματικῆς τυφλώσεως. 
Τρανώτατο παράδειγμα εἶναι ἡ συμπεριφορά τους κατά καί μετά τήν θριαμβευτική Εἴσοδο τοῦ Ἰησοῦ εἰς τά Ἱεροσόλυμα.
Ἡ Θριαμβευτική εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα προκαλεῖ τό Θαυμασμό καί ἐπευφημεῖται. «Πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» εἰσέρχεται ὁ γλυκύς Ἰησοῦς καθήμενος ἐπί πῶλον ὄνου, καί ὁ Λαός  Τόν  ὑποδέχεται ὡς τόν Χριστόν Κυρίου, ὡς τόν Ἀληθινόν Μεσσία, ὡς Βασιλέα καί Κύριον, ὡς Λυτρωτήν καί Ἐλευθερωτήν.
Στρώνουν στό διάβα Του τά ἱμάτιά τους καί κρατοῦν στά χέρια τους βαῒα  φοινίκων καί ὅλοι, μαζί μέ τά ἄκακα νήπια, φωνάζουν λέγοντας: 




«Ὡσαννά τῷ υἱῷ Δαυῒδ· εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις».
Ὡσαννά, σῶσε μας, λοιπόν, Κύριε. Σῶσε μας ἀπό τόν κακό μας ἑαυτό. Σῶσε μας ἀπό αὐτήν ἐδῶ τήν Κόλασι. Σύ, Κύριε, πού εἶσαι τό Φῶς , πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο, φώτισε τά σκοτάδια μας, Υἱέ τοῦ Θεοῦ! Λάμπρυνε τήν ψυχή μας. Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος! Σύ, Κύριε, ὁ Λυτρωτής. «ὁ πανακής» ἱατρός  τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν, εἶσαι ὁ μόνος, πού θέλεις, ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖς, ὡς Παντοδύναμος, νά μᾶς ἀνασύρῃς ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ»,  εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ…
Ἐλευθέρωσέ μας ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Μόνον Σύ, Κύριε, μπορεῖς νά μᾶς ἐξαγάγῃς ἀπό τήν Κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος καί νά  μᾶς ὁδηγήσῃς εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «εἰς ζωῆς πηγάς ὐδάτων». Ὡσαννά, σῶσε μας, λοιπόν, δέν ἀντέχουμε ἄλλο τή σκλαβιά, τό βόρβορο, τή λάσπη. Σῶσε μας, λοιπόν, Εὐλογημένε Κύριε. Ἐκτός ἀπό Σένα, δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανένα. Δικοί Σου δοῦλοι εἴμαστε. Σύ καί μόνον Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε, ἀλλά καί Ἐσένα μονάχα λατρεύουμε, Ὡσαννά, σῶσε μας, λοιπόν Ὕψιστε Θεέ, υἱέ Δαυῒδ, υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος. Σύ, πού σταυρώνεσαι γιά μᾶς, Μοναδικέ Σωτῆρα. Σύ εἶσαι ὁ λυτρωτής καί Θεός μας ἡ γλυκειά μας ἄνοιξις, τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μας!



Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου. Ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις. Οἱ Ἄγγελοι καί οἱ Ἀρχάγγελοι φωνάζουν Ὡσαννά. Δόξα σέ Σένα ὕψιστε Υἱέ τοῦ Θεοῦ. Ἐσένα δοξάζουν οἱ Ἄγγελοι, θαυμάζουν τή θεϊκή Σου συγκτάβασι καί ἀσιγήτως ψάλλουν: Ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις!

Μόνον τά τρωκτικά  καί οἱ ἀσπίδες, τά γεννήματα ἐχιδνῶν σιωποῦν καί κρύπτονται στό σκοτάδι καί συναποφασίζουν ὄχι μόνον,  «ἵνα τόν Ἰησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καί ἀποκτείνωσιν» (Ματθ. κστ΄ 4), ἀλλά «οἱ ἀρχιερεῖς  ἐβουλεύσαντο ἵνα καί τόν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν ὅτι πολλοί δι’ αὐτόν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καί ἐπίστευον εἰς τόν Ἰησοῦν» (Ἰωάν. ιβ΄ 9-11).

Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Γραμματεῖς καί οἱ  Φαρισαῖοι, «τά γεννήματα ἐχιδνῶν», Γιοί τῆς Παραφροσύνης, δέν χαίρονται, γιά τήν λαμπροφόρο καί θριαμβευτική Του εἴσοδο. Αὐτοί ὄχι μόνον δέν ὑποδέχονται τόν Ἀληθινόν Μεσσία, ἀλλά ἀγανακτοῦν καί ἀποφασίζουν τόν ἐπώδυνον θάνατόν Του. Ἐκρηγνύονται, ξεσποῦν σέ ἄγριες κραυγές Παραφροσύνης  καί λένε στόν Κύριο: «Οὐκ ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσι; Καί ὁ Κύριος «πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ», τούς ἀποκρίνεται: «Ναι ἀκούω. Οὐδέποτε ἀνέγνωται ὅτι ἐκ στόματος νηπίων καί θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον;» (Ματθ. κα΄ 16, Ψαλμ. 117,25 ἑξ.). Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι «ἅπαν τό πλῆθος τῶν Μαθητῶν χαίροντες ἤρξαντο αἰνεῖν τό Θεόν φωνῇ μεγάλῃ περί πασῶν ὧν εἶδον δυνάμεων λέγοντες· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος βασιλεύς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ, καί δόξα ἐν ὑψίστοις» (Λουκ. ιθ΄ 37-39). Μόνον οἱ Φαρισαῖοι δέν χαίρονται καί δέν ὑμνοῦν, ἀλλά ξεσποῦν σέ κραυγές Παραφροσύνης. Ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἀναφέρει ὅτι «Καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπό τοῦ ὄχλου εἶπον πρός τόν Ἰησοῦν·
«Διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς Μαθηταῖς σου. Καί ἀποκριθείς εἶπεν αὐτοῖς· Λέγω ὑμῖν ὅτι ἐάν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται» (Λκ. ιθ΄ 40).

Μακρόθυμε Κύριε, λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, γκυκύτατε Ἰησοῦ καί ἀξίωσέ μας, μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους Σου, Ἀγγέλους καί ἀνθρώπους, ἀσιγήτως, νά Σέ ὑμνοῦμε καί νά Σέ δοξολογοῦμε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.













































































Τρίτη, 16 Απριλίου 2019

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ (Ἰωάν. ια΄1-44)







ΥΜΝΕΙΤΑΙ ΩΣ ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ 
ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,

ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ.





«Τήν κοινήν Ἀνάστασιν πρό τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τόν Λάζαρον, Χριστέ ὁ Θεός. Ὅθεν καί ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τά τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, Σοί τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννά  ἐν τοῖς  ὑψίστοις· Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου». 

 μακράν τοῦ Θεοῦ ἀνθρωπότης, χωρισμένη ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, χωρισμένη ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον ἀληθινόν Θεόν, ζῆ στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου. Κυριεύονται οἱ ἄνθρωποι ἀπό τό σαρκικό φρόνημα, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή τους τό Θάνατο (Ρωμ. η΄6-7).Βυθίζονται   στόσκοτάδι,  στό   βόρβορο, στή λάσπη καί   τυραννοῦνται, ἀπό τό διάβολο, καί σέ ὅλη τους τή ζωή βασανίζονται ἀπό τό φόβο τοῦ Θανάτου.
Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος καί προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύσι. Ἔρχεται κοντά μας καί δέν ἐντρέπεται νά μᾶς καλεῖ ἀδελφούς του καί κηρύσσει τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Γίνεται τύπος καί ὑπογραμμός ὑπακοῆς στόν Οὐράνιον Πατέρα, «ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄Πέτρ. β΄ 21).

Γίνεται ὑπήκοος  μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, «ἵνα διά τοῦ θανάτου αὐτοῦ καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολοννά καταργήσῃ ἐκεῖνον δηλαδή, πού ἔχει τή δύναμι τοῦ θανάτου καί νά ἐλευθερώσῃ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού σέ ὅλη τους τή ζωή ζοῦν μέ τό φόβο τοῦ θανάτου» (Ἑβρ. β΄ 14-15). Μέ τό θάνατο καί τήν Ἀνάστασί Του ὁ Κύριος μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε φόβο καί ἀπό κάθε ἀνησυχία, διότι ἐπάτησε τῷ θανάτῳ, τόν θάνατον καί χάρισε σέ ὅλους μας ζωήν τήν αἰώνιον.

 Ἡ ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου ὑμνεῖται ὡς τύπος τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ὡς τύπος δέ καί τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως, ὡς τό λυκαυγές, τό γλυκοχάραγμα, ἡ χαραυγή τοῦ ἀνατέλλοντος Ἡλίου  Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κατῆλθεν εἰς τόν ᾏδην, νά κηρύξῃ καί εἰς τούς ἐν ᾏδῃ τό θεϊκό Του λόγο τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του,  καί ἐπειδή, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, «οὐκ ἦν δυνατόν κρατεῖσθαι ὑπό τῆς φθορᾶς τόν ἀρχηγόν τῆς ζωῆς, ἔλυσε τάς ὀδύνας τοῦ θανάτου, ἀναστήθηκε τήν τρίτην ἡμέραν καί ἄνοιξε σέ κάθε ἄνθρωπο, τό δρόμο τῆς ἀναστάσεως, ἔγινε αὐτός πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, γιά νά γίνῃ αὐτός καί ὡς ἄνθρωπος πρωτεύων σέ ὅλα, ἐνδόξως ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ τάφου» καί «ἡρπάσθη πρός πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ» (Ἀποκ. ιβ΄ 5), ἀνῆλθεν εἰς τούς οὐρανούς καί ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης τοῦ πατρός ἐν ὑψηλοῖς καί δυνάμει τῆς Θεότητος Αὐτοῦ ὕψωσε καί ἐδόξασε καί ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα. Συνεπῶς ἀπό τόν καθένα μας ἐξαρτᾶται νά εὐρεθοῦμε ἐν τῷ Χριστῷ, διά τῆς πίστεως. Δηλαδή, εἶναι δυνατόν στόν κάθε ἄνθρωπον, ἐάν θέλῃ, νά ἑνωθῇ μέ τόν Χριστόν, διά τῆς πίστεως τῆς δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης, καί νά συναναστηθῇ μέ τόν Χριστόν καί νά σταθῇ μαζί Του εἰς τά δεξιᾷ τοῦ Πατρός, ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς.






Ὁ Χριστός «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8) ἔρχεται κοντά μας καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς ἀνασύρει ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καί ἠ Ζωή, τό Φῶς καί ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Μᾶς βεβαιώνει ὅτι Αὐτός εἶναι «ἡ ἀνάστασις καί ἡ Ζωή καί τονίζει ὅτι «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται· καί πᾶς ὁ  ζῶν καί πιστεύων εἰς Ἐμέ οὐ μή ἀποθάνῃ εἰς τόν αἰῶνα» (Ἰωάν. ια΄ 25-26).
Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Λαζάρου εἶναι προτύπωσις, τύπος, ὑπόδειγμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς δικῆς μας.
Δέξου, Κύριε, τήν μετάνοιά μας καί ἀξίωσέ μας νά Σέ δοξάζουμε καί ἀσιγήτως νά Σέ ὐμνοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.
«Κύριε, ὡς ἄπειρη ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία, πρίν ἀπό τό  φρικτόν Σου  Πάθος, ἀνέστησες τόν τετραήμερον σεσηπότα Λάζαρον, γιά νά μᾶς βεβαιώσῃς, γιά τήν κοινήν ἀνάστασιν, γιά τήν ἀνάστασιν ὅλων μας, Χριστέ ὁ Θεός. Γι’ αὐτό καί ‘μεῖς  ὅπως οἱ παῖδες, φέροντες τά σύμβολα τῆς Νίκης, τούς κλάδους τῶν φοινίκων, μαζί μέ τά ἄκακα νήπια, ὑποδεχόμαστε Ἐσένα τόν Νικητή τοῦ θανάτου. Σέ  ἱκετεύουμε  καί μέ μεγάλη φωνή Ἐσένα κράζουμε λέγοντες· σῶσε μας λοιπόν, Ὕψιστε Θεέ, σῶσε μας Σύ ὁ εὐλογημένος, ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ἐν Ὀνόματι τοῦ Θεοῦ καί Πατρός».
 
Σύ, Κύριε Ἰησοῦ, εἶσαι ἡ πάντων χαρά, Σύ εἶσαι  ὁ Χριστός, ἡ Ἀλήθεια, τό φῶς, ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ Ἀνάστασις. Σύ, Κύριε, φανερώθηκες στή γῆ, χάρις εἰς τήν ἀγαθότητά σου, καί ἔγινες τύπος τῆς Ἀναστάσεως καί παρέχεις σέ ὅλους τούς πιστούς θείαν ἄφεσιν». 
Δέξου, Κύριε, τήν μετάνοιά μας καί ἀξίωσέ μας νά Σέ δοξάζουμε καί ἀσιγήτως νά Σέ ὐμνοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.