Σάββατο 29 Ιουνίου 2019

Ο ΦΑΝΑΤΙΚΟΣ ΔΙΩΚΤΗΣ






Διαπρύσιος κήρυκας τοῦ Ευαγγελίου.




«Σαούλ Σαούλ, τί με διώκεις;
Εἶπε δέ ὁ Σαούλ· Τίς εἶ, Κύριε;
Ὁ δέ Κύριος εἶπεν·
Ἐγώ εἰμι Ἰησοῦς ὅν σύ διώκεις·
ἀλλά ἀνάστηθι καί εἴσελθε εἰς
τήν πόλιν, καί λαληθήσεται σοι
τί σε δεῖ ποιεῖν» (Πράξ. θ΄ 4-6).





Κύριέ μου Ἰησοῦ,
Ἦμουν ψυχικά τυφλός, ζοῦσα
σέ πυκνό, βαθύ σκοτάδι, καί,
χωρίς κακή προαίρεσι, βάδιζα
μέ ταχύ ρυθμό στόν ᾏδη, γύρω
μου  σκορπίζοντας  τόν πόνο,
δάκρυα καί συμφορές, ὡς ζηλωτής
τῶν πατρικῶν μου Παραδόσεων.
Νόμιζα πώς ὑπηρετοῦσα τό Θεό,
καί πότιζα μέ «χολήν καί ὄξος»
τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς Σου,
Πολυεύσπλαγνε Κύριε...

Σύ ὅμως, πού γνωρίζεις τά ἐσώτατα
βάθη τῆς ψυχῆς, τοῦ καθ’ ἀνθρώπου,
ἔξαφνα ἄστραψες γύρω μου τό δικό
Σου Φῶς, καί διέλυσες τά σκοτάδια
τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μου.
Ἔνοιωσα, ξαφνικά, βαθειά, μεσα
στήν καρδιά μου, «τήν ἰλύν βυθοῦ»
τῆς πλάνης, εἰς τήν ὁποίαν εἶχα  ἐμπαγῆ,
ἀπό κακή, Φαρισαϊκή καθοδήγησι, καί,
μολονότι ἔγινα  φανατικός διώκτης τῆς
Ἐκκλησίας Σου,  ὡς Μακρόθυμος, Κύριε,
ἦλθες καί μέ ἀνέσυρες ἀπό τό βόρβορο τῆς
Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας καί μέ ἀξίωσες
νά συνειδητοποιήσω ὅτι  μόνον Σύ, εἶσαι
τό φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε
ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο, Κύριέ μου.




Πῶς μπορῶ νά περιγράψω τή Χαρά καί τή χάρι,
ὅταν ἔπεσαν ἀπό τά μάτια μου κάτι σάν λέπια
καί ἀνέβλεψα καί γέμισε ἡ ψυχή μου ἀπό ἅγιον
Πνεῦμα;... Μένω ἔκθαμβος, ἐκστατικός, μπροστά
στό θαῦμα τῆς Συγκαταβάσεώς Σου, Πολυέλεε!
Τώρα, μετά ἀπό τή ζωντανή ἐπίσκεψι στή ζωή
μου, τῆς Εὐσπλαγχνίας Σου, νοιώθω τό μέγεθος τῆς 
Πλάνης μου καί ὁμολογῶ ὅτι, Σύ καί μόνον εἶσαι



τό Φῶς τοῦ κόσμου καί τό Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου. 
Σύ καί μόνον Σύ εἶσαι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια,  ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή. Σύ εἶσαι τό γλυκύ μου ἔαρ. Δέν βρίσκω λόγια, νά ἐκφράσω τή λατρεία μου, Σέ Σένα. Τώρα πιά ὁ κόσμος εἶναι νεκρός, γιά μένα. Κι’ ἐγώ εἶμαι νεκρός γιά τόν κόσμο. «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».




καί «ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος». Ναί. Ἐγώ ὁ ἐλεεινός διώκτης, διακηρύττω σέ κάθε πλανεμένο, ὅτι τώρα ζωή μου εἶναι ὁ Χριστός καί τό νά πεθάνω γιά τό Χριστό, γιά μένα εἶναι «κέρδος», γιατί θά βρεθῶ συντομότερα κοντά στό Λυτρωτή μου!...
Πόσο θἄθελα τά φτωχικά μου λόγια νά ἀγγίξουν
τίς ψυχές τῶν πλανεμένων ἀδελφῶν μου, ὥστε νά
νοιώσουν τήν πλάνη τους καί νά ἐπιστρέψουν στήν Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, νά ἀνοίξουν τήν καρδιά τους στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦν τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουν «Πρᾶξι»!...Ἀλήθεια, καί τήν ψυχή μου θἄδινα, γιά νά σωθοῦν οἱ ἀδελφοί μου!...

Ἄμυαλε ἄνθρωπε, πάρε τό κολλύριον, πού σοῦ προσφέρει ὁ Χριστός δωρεάν καί ἄλειψε τά μάτια τῆς ψυχῆς σου, γιά νά δῆς τόν Κύριο, νά δῆς τό Φῶς, τήν Ἀλήθεια. 

Μετανόησε, λάβε τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, δέξου τό λόγο Του, πού εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἴαμα, θεραπεία.

Ταλαίπωρε τυφλέ, ἀγαπημένε, πῶς ἀφήνεις  τά καθάρια, τά κρυστάλινα νερά τῶν πηγῶν τῆς Ζωῆς καί παρασύρεσαι ἀπό τό Χείμαρο τῆς Πλάνης καί ἀπό τά λασπονέρια τῆς Ἀποστασίας, πού σταθερά, ξεχύνονται στή «λίμνη τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ»;
Πῶς ἀλλάζεις τήν Πατρική Ἑστία μέ τό Χοιροστάσι αὐτῆς ἐδῶ τῆς παροικίας;
Πῶς ἀρνεῖσαι τόν «μόσχον τόν σιτευτόν» καί
προτιμᾶς τά κεράτια, πού ἐσθίουν οἱ χοῖροι;
Πῶς, μέ ποιά λογική, ἀφήνεις τόν οὐράνιον
ἄρτον, πού σίγουρα δίνει ζωή, και προτιμᾶς
τά «ξυλοκέρατα», πού τρῶνε τά γουρούνια;
Θεέ μου, λυπήσου μας καί ἄφησε νά ἀστράψη
καί στίς δικές μας καρδιές τό Θεϊκό Σου Φῶς,
πρίν νά εἶναι ἀργά... Ἔλεος Σοῦ ζητῶ...Ἔλεος!





Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Ο ΜΕΝ ΘΕΡΙΣΜΟΣ ΠΟΛΥΣ, ΟΙ ΔΕ ΕΡΓΑΤΑΙ ΟΛΙΓΟΙ



ΟΙ 12 Ἀπόστολοι, τό ἔργο καί ἡ ἐξουσία τους.

(Ματθ. θ΄ 36- ι΄ 1—8).



Κύριος, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, ἔρριξε εὐσπλαγχνικόν τό βλέμμα Του στή γῆ καί εἶδε τήν ἔσχατη ἀθλιότητα εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε περιέλθει, ἀπό δικό μας φταίξιμο. Ἄκουσε τούς ἀλάλητους  στεναγμούς μας καί τίς ἄναρθρες κραυγές τῆς ἀγωνίας μας. Διεπίστωσε τήν ἀδυναμία μας, νά   κόψουμε τά δεσμά μέ τήν Ὕλη, «μή δυνάμενοι ἀνακῦψαι εἰς τό παντελές». Διεπίστωσε τήν ἀδυναμία μας νά ἀνέβουμε ἄνω, πάνω ἀπό τά γήϊνα καί φθαρτά καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπομακρύνσεως, ἀπό κοντά Του, Ὀδύνη καί τόν Πόνο, ἀπεφάσισε, ὡς Φιλάνθρωπος, καί, ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, κατέβη Ἐκεῖνος κάτω, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά δεινά καί τό Θάνατο καί νά μᾶς ἀνεβάσῃ μαζί Του στά οὐράνια, ὡς συγκληρονόμους στή Βασιλεία Του.



Ἦλθε, λοιπόν, ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτῆρας, ὁ Λυτρωτής. Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος διότι «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4). Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς κοντά μας καί, ἀθόρυβα, «ὡς αὔρα λεπτή», πλησιάζει τόν καθένα μας, ὅποιος κι’ ἄν εἶναι, ὅ,τι κι’ἄν  κάνῃ, ὅπου κι’ ἄν βρίσκεται. Καί μέ  τρυφερότητα σπογγίζει τά δάκρυά μας, ἁπαλύνει τόν πόνο μας, θεραπεύει τά τραύματά μας, μᾶς στηρίζει, μᾶς ἐνδυναμώνει, μᾶς φωτίζει, μᾶς διδάσκει, μᾶς καθοδηγεῖ καί μᾶς ἀνασταίνει ἀπό κάθε μας πτῶσι. Ὁ γλυκύς Ἰησοῦς ἔρχεται κοντά μας, «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8), καί διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ διδάσκων καί κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. θ΄ 35). Καταδέχεται δέ νά Σταυρωθῇ  Αὐτός, ἀντί ἡμῶν. Καταδέχεται νά ὑποστῇ τόν ἐπώδυνο σταυρικό Θάνατο, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τό Κακό καί τήν ἁμαρτία καί νά μᾶς  διδάξῃ τήν τέλεια ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί τόν Πλησίον. Ἔπαθε, γιά χάρι μας, «ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. β΄21). Ἔπαθε, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη γιά μᾶς, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄15-16).
Καί  ἐπειδή εἶδε τούς ὄχλους, διεπίστωσε πόσο πολύ δυστυχισμένοι, ταλαιπωρημένοι καί ἀποκαμωμένοι πνευματικά  καί παραμελημένοι ἦσαν, σάν πρόβατα μή ἔχοντα ποιμένα, εἶπε στούς Μαθητάς Του, τονίζοντας τήν μεγάλην ἀνάγκην τοῦ Λαοῦ, γιά καθοδήγησι, ὅτι ὑπάρχουν πολλοί καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι, πού εἶναι ἕτοιμοι νά δεχθοῦν τό Εὐαγγέλιον καί νά σωθοῦν  καί ὑπογράμμισε ὅτι εἶναι πολύ  ὀλίγοι οἱ  πνευματικοί
ἐργάτες, πού θά ὑπηρετήσουν εἰς τό πνευματικό αὐτό ἔργο, ὀλίγοι οἱ πνευματικοί ἐργάτες, πού θά συνεχίσουν τό δικό Του κοσμοσωτήριον ἔργον. Ζητεῖ δέ ἀπό ὅλους τούς πιστούς νά παρακαλέσουν τόν Κύριον τοῦ θερισμοῦ, τόν Οὐράνιον Πατέρα, τόν Θεόν, νά στείλῃ ἐργάτες εἰς τόν θερισμόν αὐτοῦ. Καί ἀμέσως ἀναφέρει τά ὀνόματα τῶν δώδεκα Ἀποστόλων, τούς ὁποίους ἀποστέλλει εἰς τόν κόσμον, γιά νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιον πάσει τῇ κτίσει (πρβλ. Ματθ. θ΄ 36- ι΄ 1-8).
Ὁ Πανάγαθος τιμᾶ τούς πιστούς Μαθητές Του,  μέ τήν ὑψίστην τιμήν, νά συνεχίσουν τό δικό Του κοσμοσωτήριον ἔργον.  Ἐφοδιάζει δέ τούς ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου Του, μέ θεϊκήν ἐξουσίαν «τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ», τούς χαρίζει δέ «καί τήν δύναμιν νά θεραπεύουν πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» καί λέγει: «Κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας (ψυχικά καί σωματικά) θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε». Καί, ὁ καρδιογνώστης τονίζει:  «ΔΩΡΕΑΝ ΕΛΑΒΕΤΕ, ΔΩΡΕΑΝ ΔΟΤΕ» (Ματθ. ι΄ 8).
Οἱ Ἀπόστολοι δέχθηκαν τή Χάρι καί, μέ θυσία τῆς ζωῆς τους, ἀνταποκρίθηκαν στήν ὑψηλήν τους ἀποστολήν, συνέχισαν τό κοσμοσωτήριον ἔργον, πού τούς ἀνέθεσεν ὁ Κύριος. Ἐκράτησαν τήν ὁμολογίαν τοῦ Ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, καί, μέ τήν καρδιά τους, κήρυξαν τό Εὐαγγέλιον εἰς πάντα τά ἔθνη, καθοδήγησαν τό Λαό,  δίδαξαν τούς ἀνθρώπους νά τηροῦν ὅλα, ὅσα «ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς», καί ὄχι μόνον δέν ἀρνήθηκαν τήν Πίστιν τους, ἀλλά καί ἐθυσιάσθηκαν, γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου(Ματθ. κη΄ 19-20.Ἑβρ. δ΄ 15 κ. ἄ.), καί ἀξιώθηκαν «ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, νά καθίσουν ἐπί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ Ἰσραήλ» (Ματθ. ιθ΄ 28).
Στήν μνήμην τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων γεννῶνται τά ἐρωτήματα: Ἐμεῖς, οἱ διάδοχοι τῶν Ἀποστόλων κατά κύριον λόγον, καί ὕστερα ὅλοι οἱ Πιστοί, ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων Του; Ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό; «Κρατῶμεν τῆς Ὁμολογίας»; Κηρύσσουμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης, λόγῳ καί ἔργῳ;


Εἶναι καιρός νά κατανοήσουμε ὅτι ὁ Κύριος «ἔρχεται ταχύ» καί ἀποκαλύπτει σέ ὅλους ἐμᾶς καί λέγει: «ἔρχομαι  ὡς κλέπτης ἐν νυκτί» καί συνιστᾷ στόν καθένα μας: «Κράτει ὅ ἔχεις, ἵνα μηδείς λάβει τόν στέφανόν σου» (Ἀποκ. γ΄11). Καί εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅτι ὁ μόνος θησαυρός, πού ἔχουμε εἶναι ὁ Χριστός, ἡ ὀρθόδοξος Πίστις στό Χριστό, καί ἔχουμε Χρέος νά κρατᾶμε  τό Ὄνομά Του καί τήν πίστιν μας στό Χριστό, πού εἶναι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μοναδικόν ἀσφαλές Καταφύγιον. Ὁ Χριστός εἶναι τό μόνον, πού μᾶς ἀπομένει. Καί Αὐτόν ὀφείλουμε νά προσέχουμε νά μήν Τόν χάσουμε, γιατί χωρίς Αὐτόν ἡ ζωή μας εἶναι ἄδεια, κενή. Εἶναι θάνατος.
Εἷναι ἀνάγκη νά καταστήσουμε τήν Ψυχή μας κατοικητήριον καί Θρόνον Θεοῦ καί, μιμούμενοι τούς ἁγίους Ἀποστόλους, νά Τόν δοξολογοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμεν σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.



Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

Ι Κ Ε Σ Ι Α


   

                        Πρός τόν Κύριον



Ἰησοῦ, Κύριέ μου, πῶς νά Σέ ὑμνήσω;
Ψάχνω ναὔρω λόγια νά Σοῦ πῶ, καί
ὁμολογῶ, Οἰκτίρμων, μένω ἄφωνος,
μπροστά στή Χάρι Σου καί τή δόξα Σου
καί τή μεγαλοπρέπειά Σου!...

Μένω ἄφωνος... Δέν βρίσκω λόγια...
Μέ δέος στρέφω τό βλέμμα μου Σέ Σένα,
Μακρόθυμε, κι’ οἱ ἄναρθρες κραυγές κι’ οἱ
στεναγμοί μου, δέν μποροῦν νά ἐκφρασθοῦν,
μέ λόγια, μά νοιώθω  τήν ἀνείπωτη, τήν
ἀνεκλάλητη χαρά τῆς,  ὄντως, ζωντανῆς Σου
παρουσίας στή ζωή μου καί Σ’ εὐχαριστῶ,
Μακρόθυμε καί ἀνεξίκακε, Καρδιογνῶστα.

Σύ, Κύριέ μου Φῶς καί Ζωή καί Χαρά καί
Μόνον Σύ εἶσαι ὁ χορηγός τῆς ζωῆς καί
μᾶς ὁδηγεῖς «εἰς ζωῆς πηγάς ὑδάτων».

Σύ, Κύριε, «ὁ ἐρευνῶν νεφρούς καί καρδίας»,
Σύ μόνος  ἐξετάζεις τά ἐσώτατα βάθη τῆς
ψυχῆς μας καί γνωρίζεις τά πάντα γιά μᾶς.

Γνωρίζεις ὅτι, ἀπό δικό μας φταίξιμο, ἔχουμε
Βυθισθῆ στό Βόρβορο, ἔχουμε ἐμπαγῆ «εἰς
ἰλύν βυθοῦ». Κύριε, ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν
ἔργων μας σῶσε μας!.. Ἔλεος ζητῶ, Ἔλεος...























Κύριε σῶσε μας, πρίν νά εἶν’ ἀργά.
Γνωρίζεις πώς σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία, οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς ξεβρακώνονται, χωρίς
ντροπή, στούς δρόμους καί καυχῶνται, γιά
τήν ξετσιπωσιά τους... 
Πατώσαμε, φθάσαμε στό βυθό  τῆς Ἀφροσύνης 
καί τῆς Παραφροσύνης.
Ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό Σένα. Δέν κατανοοῦμε
τήν τιμή, μέ τήν ὁποίαν μᾶς τίμησες, Κύριε.

Γίναμε  κατά τή σκέψι καί κατά τήν ἀνοησίαν
χειρότεροι καί ἀπό τά ἄλογα κτήνη(Ψαλμ. 48,13,21).
Φθάσαμε στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι καί, χωρίς
ντροπή, νομιμοποιοῦμε κάθε εἴδους διαστροφή.

Μερικοί ἀσελγοῦν στούς δρόμους, σάν σκυλιά.
Ὀνομάζουμε, τίς ἀνωμαλίες καί τίς διαστροφές,
ἰδιαιτερότητες. Γυρίζουμε πίσω, ὁλοταχῶς, στίς
τρῶγλες καί στά Σπήλαια καί, ἀνερυθριάστως,
ἀποκαλοῦμε πρόοδο, τήν ὀπισθοδρόμησι...

Ἄν κάποιος τολμήσῃ νά μιλήσῃ, γιά Πίστι στό
Θεό, γι’ ἀγάπη στήν Πατρίδα καί τήν Οἰκογένεια,
χλευάζεται καί, εἰρωνικά, ἀποκαλεῖται ρατσιστής.

Κύριε, ποιός θά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό αὐτήν τήν
ἄθλια Βαβυλῶνα, ἄν ὄχι μόνον Ἐσύ, πού, 
Σταυρώθηκες, γιά μᾶς ; 
Σέ ἱκετεύω, Κύριε, μήν ἀργοπορῇς... Ἔρχου ταχύ. 

Πιστεύω ὅτι μονάχα Σύ θέλεις ,ὡς Πανάγαθος, 
καί μπορεῖς , ὡς Παντοδύναμος, νά μᾶς 
λυτρώσῃς, Κύριε, καί ζητῶ τό Ἔλεός Σου.

Ἀξίωσέ μας, μέσα σ’ αὐτήν κόλασι, πού ζοῦμε,
νά κρατήσουμε Ψηλά τό ὄνομά Σου, νά μήν
ἀρνηθοῦμε τήν Πίστι μας, καί κάψε, ὡς πῦρ
καταναλίσκον, τά ἄχυρα τῶν ἔργων μας...

Δῶσε μας τή Χάρι Σου, Ἀνεξίκακε, νά ἀνοίξουμε
τήν καρδιά μας Σέ Σένα καί, μέ ὁλόκληρη τήν
ψυχή μας, νά ὁμολογοῦμε τήν ὀρθόδοξον Πίστιν 
μας Σέ Σένα τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί Σωτῆρα μας. Ἀξίωσέ μας  νά Σέ δοξολογοῦμε, μέ τήν καρδιά μας, καί, μετά Πάντων τῶν ἁγίων, ἀσιγήτως, νά Σέ ὑμνοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. ’Αμήν.



Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΑΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ἐμεῖς εἴμαστε Ὁμολογητές τῆς Πίστεως;


«Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· ὅστις δ' ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι  αὐτόν κἀγώ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ι΄  32-33).

 Οἱ ἅγιοι Πάντες, εἶναι πασίδηλον ὅτι, ὅπως στό παρελθόν, ἔτσι καί σήμερα καί πάντοτε, πιστεύουν καί λατρεύουν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» τόν Χριστόν, ὡς Θεόν καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου, εἶναι ἀφοσιωμένοι στό Χριστό, ἐγκολπώνονται τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του καί τό κάνουν «πρᾶξι» στήν καθημερινή τους ζωή καί ἔτσι ὁμολογοῦν τήν Πίστιν τους, ἀκόμη καί μέ τή θυσία τῆς ζωῆς τους, μέ τό  μαρτύριόν τους.


Καί γεννῶνται εὔλογα τά ἐρωτήματα, σέ κάθε συνετό ἄνθρωπο:  Ἐμεῖς, σήμερα, ὁμολογοῦμε τήν Πίστι μας στό Χριστό; Ζοῦμε εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ; Ζοῦμε καθώς πρέπει ἁγίοις; Μιμούμενοι τόν Κύριον, «περιπατοῦμεν ἐν ἀγάπῃ, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας; 

Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τήν Πίστι μας στό Χριστό καί παραδίδουμε τόν ἑαυτόν μας  προσφοράν καί θυσίαν στό Θεό, θυσιαζόμαστε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον, εἰς ὀσμήν εὐωδίας: Μᾶς κυβερνᾶ στή ζωή μας τό πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας;






Δυστυχῶς, δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι σήμερα οἱ περισσότεροι συνάνθρωποί μας ἐκτρέπονται, φεύγουν ἀπό τό δρόμο τῆς Θυσιαστικῆς ἀγάπης καί συνεχίζουν νά λατρεύουν τά δαιμόνια καί τά εἴδωλα τά χρυσᾶ καί τά ἀργυρά καί τά ξύλινα, τά ἄψυχα καί νεκρά. Λατρεύουν τίς διαστροφές, τά βρωμερά τους πάθη. Λατρεύουν τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα. «Ἄνθρωπος ἐν τιμή ὤν, οὐ συνῆκε· παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς» λέγει ὁ Δαβίδ.
Ἡ ὁμολογία τῆς Πίστεως θεωρεῖται ὡς ρατσισμός.
Γνωρίζουμε ὅλοι, δυστυχῶς,  «τήν ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Ἔχουμε ὁλότελα ξεφύγει ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ καί ὁδεύουμε ὁλοταχῶς πρός τήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.




Κύριέ μου, Ἰησοῦ, λυπήσου με καί σῶσε μας, πρίν νά εἶναι ἀργά. Μήν ἀργοπορῇς. Ἔρχου ταχύ!...
Ποιός, θά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τόν ἐπώδυνο αὐτό Θάνατο; Ποιός θά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό αὐτήν ἐδῶ τή Βαβυλῶνα; Ποιός ἄλλος, ἐκτός ἀπό Σένα, πού σταυρώθηκες γιά μᾶς; Κύριε, γνωρίζεις πολύ καλά, ὅτι ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν. Κύριέ καί Θεέ μου, δικοί Σου δοῦλοι εἴμαστε, εὐτελεῖς, πτωχοί, γυμνοί καί ἀνόητοι, ἀλλά δικοί σου. Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας. « Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε, ἀλλά καί Ἐσένα μονάχα λατρεύουμε», μή μᾶς ἐγκαταλείψῃς...
Δῶσε μας τό χάρισμα τῆς μετανοίας. Φώτισέ μας, ὥστε ἔγκαιρα νά καταλάβουμε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας νά ἐπιστρέψουμε κοντά Σου. Καί μέ τή δική Σου χάρι καί συμμαχία, νά ὁμολογήσουμε μπροστά σ’ αὐτόν τό Σατανοκρατούμενο κόσμο, τήν Πίστι μας Σέ Σένα, τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν. Βοήθησέ μας νά καταθέσουμε τή δική μας θέλησι στά Χέρια Σου καί νά σέ παρακαλέσουμε, νά δεχθῇς, τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς μας καί  νά μᾶς  ὁμολογήσῃς, σάν δικούς πιστούς ἀκολούθους, ἐμπρός εἰς τόν Οὐράνιον Πατέρα Σου, πού εἶναι εἰς τούς Οὐρανούς. Ἀξίωσέ μας, Μακρόθυμε, νά ἐπιστρέψουμε  καί νά μείνουμε κοντά Σου. Ἀξίωσέ μας  νά Σέ δοξολογοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Σέ ὑμνοῦμε, μαζί μέ  ὅλους τούς Αγίους Σου, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.





Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

ΜΕΓΑΛΑ ΤΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ !




«Καί αὕτη ἐστίν ἡ νίκη, ἡ νικήσασα τόν κόσμον,

ἡ πίστις ἡμῶν» (Α΄Ἰωάν. ε΄ 4).



Καί πραγματικά. Ἐάν μελετήσουμε μέ προσοχή τή ζωή τῶν Ἁγίων, διαπιστώνουμε ὅτι ὅλοι ὅσοι ζοῦν μέ πίστι θερμή στό Θεό νικοῦν τόν κόσμο. Διότι ἡ ὀρθόδοξος Πίστις εἶναι φῶς, πού διαλύει τά σκοτάδια, τήν Ψευτιά καί τήν πλάνην, τοῦ κόσμου, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»(Α΄Ἰωάν. ε΄19). Ἡ ὀρθόδοξος Πίστις εἶναι δύναμις, νέας πνευματικῆς καί ἁγίας ζωῆς, πού ἀντιτίθεται καί νικᾶ τή φαυλότητα τοῦ κόσμου. Τά κατορθώματα τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως δέν περιγράφονται, εἶναι θαυμαστά καί μεγάλα!



Ὁ Ἰησοῦς Χριστός «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄ 2). «ὅτι πᾶν τό γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τόν κόσμον» (Α΄Ἰωάν. ε΄ 4). Καί μαζί μέ τόν Χριστόν νικοῦν καί οἱ δικοί Του κλητοί καί ἐκλεκτοί καί πιστοί (Ἀποκ.ιζ΄14). Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης λέγει: «Ποιός  ἄλλος νικᾷ τόν κόσμο στήν ἀντίδρασί του κατά τῆς ἀληθείας; Ποιός νικᾶ στό πόλεμο κατά τῆς Βρωμιᾶς, τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας; Νικᾷ μόνον ἐκεῖνος πού, μέ ὁλοκληρωτική ἀφιέρωσι, πιστεύει ὅτι ὁ Ἱησοῦς εἶναι ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Θριαμβευτής, ὁ Νικητής, πάνω στό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν» (πρβλ. Α΄Ἰωάν. ε΄ 5).



ἁμαρτίαν» (παρβλ. Α΄ Ἰωάν. ε΄ 5).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στή μνήμη τῶν Ἁγίων Πάντων, γνωστῶν ἀγνώστων, ἀναφέρει τά μεγάλα καί θαυμαστά κατορθώματα τῶν Ἁγίων, τά διά τῆς Πίστεως στό Χριστό  καί λέγει ὅτι «ὅλοι οἱ Ἅγιοι διά τῆς Πίστεως κατετρώπωσαν καί ἀνέτρεψαν Βασίλεια, ἐπέβαλαν τό δίκαιον, δηλ. ἔκαναν ἔργα δικαιοσύνης, πέτυχαν τήν πραγματοποίησιν τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων,  ἔσβησαν τή δύναμι τοῦ πυρός, διέφυγαν τήν σφαγή, ἔγιναν ἀπό ἀδύνατοι ἰσχυροί, ἀναδείχθηκαν  ἥρωες στόν πόλεμο, ἔτρεψαν σέ φυγή τίς παρατάξεις τῶν ἐχθρῶν, κατατρόπωσαν δηλ. τά ἐχθρικά στρατεύματα. Γυναῖκες ξαναπῆραν πίσω στή ζωή, διά τῆς ἀναστάσεως, τούς ἀνθρώπους τους. Ἄλλοι βασανίσθηκαν ὡς τό Θάνατο καί δέν δέχθηκαν νά ἀρνηθοῦν τήν Πίστι τους καί νά ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι, διότι πίστευαν ὅτι θά ἐπιτύχουν μιά καλλίτερη ἀνάστασι ζωῆς, σέ σύγκρισι μέ τήν ἀποκατάστασί τους σ’ αὐτήν ἐδῶ τή ζωή. Ἄλλοι ἐδοκίμασαν ἐμπαιγμούς, μαστιγώσεις, ἀκόμη δέ δεσμά καί φυλακήν. Ἐλιθοβολήθηκαν, ἐπριονίσθηκαν, ἐδοκίμασαν πολλούς πειρασμούς καί δικιμασίες, ὑπέστησαν τόν διά μαχαίρας θάνατον, περιπλανῶντο ἐδῶ κι’ ἐκεῖ, φοροῦντες δέρματα προβάτων καί αἰγῶν, στερούμενοι τά πάντα, θλιβόμενοι, ὑπέφεραν θλίψεις καί κακουχίες πολλές. Ὅλων αὐτῶν τῶν Ἁγίων, δέν ἦταν ἄξιος ὁ κόσμος, οὔτε μποροῦσε ὁ βρωμερός αὐτός κόσμος νά συγκριθῇ μέ τούς ἁγίους αὐτούς. Καί οἱ πιστοί καί ἅγιοι αὐτοί, μέ πίστι καί ὐπομονή, χωρίς νά δυσανασχετοῦν, δοξάζοντες τόν Θεόν, ἐπεριπλανῶντο στάς ἐρήμους, στά βουνά καί στά σπήλαια καί στίς τρύπες  τῆς γῆς» (παρβλ. Ἑβρ. ια΄ 33-38).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφερόμενος στά μεγάλα κατορθώματα τῆς Πίστεως τῶν Ἁγίων πάντων τονίζει ὅτι «Ὅλοι αὐτοί οἱ Ἅγιοι, ἄν καί εἶχαν καλήν μαρτυρίαν διά τήν πίστιν τους, δέν  ἀπήλαυσαν τήν ὑπόσχεσιν τῆς οὐρανίου κηρονομίας. Διότι ὁ Θεός προέβλεψε γιά μᾶς κάτι καλλίτερο, ὥστε αὐτοί νά μή λάβουν σέ τέλειο βαθμό τή σωτηρία, χωρίς ἐμᾶς, ἀλλά νά σωθοῦμε ὅλοι μαζί» (Ἑβρ. ια΄ 39-40). Καί τέλος ὁ Ἀπόστολος, ἀναφέρεται στά εὐεργετικά ἀποτελέσματα τῶν θλίψεων καί μᾶς προτρέπει λέγων: «Λοιπόν καί μεῖς, ἀφοῦ ἔχομεν τριγύρω μας τόσο μεγάλο καί πυκνό νέφος ἀνθρώπων, πού μαρτύρησαν, γιά τήν ἀλήθεια τῆς Πίστεως, ἄς πετάξουμε ἀπό πάνω μας κάθε ὑλικό καί ἀκάθαρτο βάρος, κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή,  ἄς  ἀποστραφοῦμε τά γήϊνα ἐνδιαφέροντα, τά ἀνάξια λόγου πράγματα, τά σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα, ἄς ἀποτινάξουμε κάθε βάρος καί τήν ἁμαρτίαν, εἰς τήν ὁποίαν κανείς εὔκολα παρασύρεται, καί, ἄς τρέχουμε μέ ὑπομονή τόν ἀγῶνα, πού προβάλλει μπροστά μας. Καί πουθενά ἀλλοῦ ἄς μή στρέφουμε τό βλέμμα, παρά μονάχα πρός τόν Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ ἀρχηγός καί θεμελειωτής τῆς Πίστεως καί μᾶς τελειοποιεῖ εἰς αὐτήν. Αὐτός γιά τή χαρά πού εἶχε μπροστά Του καί θά ἀπελάμβανε, ὅταν μέ τή σταυρική Του θυσία θά ἔσωζε πολλούς, ὑπέμεινε τό Σταυρικό Θάνατο καί κατεφρόνησε τήν ντροπή καί τήν ἀτίμωσι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, γι’ αὐτό καί ἔχει καθίσει στά δεξιά τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ( Ἑβρ. ιβ΄1-2).

Εἴθε κι’ ἐμεῖς νά ἀφήσουμε τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία! Εἴθε νά ἀποτινάξουμε ἀπό πάνω μας τήν ἁμαρτίαν! Εἴθε νά  μιμηθοῦμε τόν Χριστόν καί τούς ἁγίους Του καί δι’ ὑπομονῆς νά τρέχωμεν

Τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως Ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν!









Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (τῶν Ἁγίων Πάντων).






Πρότυπα ἁγίας  ζωῆς.





Τήν Α΄ Κυριακή, μετά τήν Κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνευματος, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νά ἑορτάζωμεν τήν Ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἔτσι ἐξηγεῖ καί τόν σκοπόν τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς τούς πιστούς Μαθητάς τοῦ Χριστοῦ.



Τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό τρίτον πρόσωπον τῆς Μιᾶς , ἁγίας καί ὁμοουσίου Τριάδος, τό ὁποῖον ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί πέμπεται στόν κόσμο, διά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, σκοπόν ἔχει νά μᾶς φωτίζῃ, νά μᾶς ἁγιάζῃ, νά μᾶς θερμαίνῃ, νά μᾶς στηρίζῃ, νά μᾶς παρηγορῇ, νά μᾶς ἐνισχύῃ στόν πνευματικό μας ἀγῶνα καί νά μᾶς ὁδηγῇ εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν.
Ὁ Χριστός, ὁ Πρῶτος Παράκλητος, ὁ Πρῶτος Παρηγορητής, μετά τήν Ἀνάστασίν Του, μᾶς ὑποσχέθηκε ὅτι θά εἶναι καί εἶναι παντοτινά μαζί μας ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Μᾶς στέλνει τόν «ἄλλον Παράκλητον», νά μένῃ μαζί μας καί νά μᾶς θυμίζῃ ὅλα, ὅσα μᾶς ἔχει διδάξῃ ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί νά μᾶς συνοδεύῃ στήν ἀνοδική μας πορεία, ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα, εἰς τό καθ’ ὁμοίωσιν», ὥστε νά πραγματοποιήσουμε τόν τελικόν σκοπόν τῆς ζωῆς μας
ἐπί τῆς γῆς, πού εἶναι ἡ Θέωσις, νά γίνουμε θεοί κατά


 χάριν, σύμφωνα μέ τό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ πού λέγει: «Ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγώ Ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. κ΄7,26. Α΄Πέτρ. α΄16), «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν» (Ματθ. ε΄ 48).





Ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ κοντά Του, διότι εἶναι Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν...», «Ἐάν τίς διψᾷ ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν». Ζητεῖ τή συγκατάθεσί μας. Ζητεῖ τήν καρδιά μας, τήν ἀγάπη μας.
Οἱ Ἅγιοι Πάντες, γνωστοί καί ἄγνωστοι, ἄνοιξαν τήν καρδιά τους στό Χριστό. Πίστεψαν στόν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ὁποῖος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ. Πίστεψαν καί ἀφοσιώθηκαν στό Χριστό. Τόν λάτρεψαν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» καί, μέ τή Χάρι Του, ὁμολόγησαν τήν Πίστιν τους στό Χριστό ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων. Θυσίασαν τή ζωή τους, γιά τό Χριστό, γι’ αὐτό καί, χάριν στήν καλή  τους προαίρεσι, ὡμολόγησε καί ὁ Χριστός αὐτούς, ὡς γνησίους Μαθητάς Του, ὡς πιστούς ἀκολούθους Του, μπροστά στόν Πατέρα Του, πού εἶναι εἰς τούς οὐρανούς ( πρβλ.Ματθ. ι΄  32-42).



Οἱ Ἅγιοι Πάντες ἀξιώθηκαν, διά τῆς ὀρθοδόξου Πίστεώς των στό Χριστό καί  μέ τή Χάρι Του, νά γίνουν ἅγιοι, νά γίνουν τέλειοι, ὅπως ἀκριβῶς  ἁγιος καί τέλειος εἶναι ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας.
Οἱ Ἅγιοι Πάντες  ἐγκολπώθηκαν τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί τό ἔκαναν «πρᾶξι». Πίστεψαν καί μέ πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας ἀκολούθησαν τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἅγιοι  πιστεύουν στό Χριστό καί ἀγωνίζονται ἐν Χριστῷ, νά φθάσουν στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό. Ἀκολουθοῦν τό Αρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ (Ἀποκ. ιδ΄4). Οἱ Ἅγιοι Πάντες πολεμοῦν τόν κακόν τους ἑαυτόν καί  τόν κόσμον πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται». Πολεμοῦν καί «τόν Δράκοντα, τόν Ὄφι τόν ἀρχαῖον, τόν καλούμενον Διάβολον καί Σατανᾶ, πού πλανᾶ τήν Οἰκουμένην ὅλην, καί νικοῦν αὐτόν διά τό αἷμα τοῦ Ἀρνίου καί διά τόν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν καί οὐκ ἠγάπησαν τήν ψυχήν αὐτῶν ἄχρι θανάτου» (πρβλ. Ἀποκ. ιβ΄ 7-12). Ὁμολογοῦν, καί μέ τή ζωή τους, τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νικοῦν κατά κράτος τούς ἔχθρούς αὐτῶν καί φθάνουν στήν Κορυφή.
Ἕνας εἶναι ὁ δρόμος, πού ὁδηγεῖ στήν ἁγιότητα, στήν τελειότητα. Κι’ αὐτός ὀ δρόμος εἶναι ὀ Χριστός. Τό διακηρύσσει ὁ Ἵδιος και λέγει ὅτι «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα, εἰ μή δι’ ἐμοῦ. Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή». Ὁ Χριστός ἐνσαρκώνει τήν Ὁδόν. Καί Ὁδός εἶναι ἡ ἀγάπη. Καί ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι· καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. ιδ΄6 . Α΄ Ἰωάν.δ΄16). Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ἐνσαρκωμένη ἀγάπη, πού ὁδηγεῖ στήν ἁγιότητα. Τό Α , ἡ ἁρχή τῆς Ὁδοῦ καί τό Ω, τό Τέλος εἶναι ὀ ΧΡΙΣΤΟΣ καί μόνον ὅποιος πιστέψει στό Χριστό μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του, ἐγκολπώνεται τό Χριστό, ἐγκολπώνεται τήν ἀγάπη, ὁμολογεῖ τήν Πίστι του στό Χριστό, ἀκολουθεῖ τά ματωμένα Χνάρια Του, καί, ἐν Χριστῷ, πραγματοποιεῖ τόν τελικό τῆς ζωῆς του σκοπό, γίνεται ἅγιος καί τέλειος, θεός κατά χάριν.


Ἡ ἑορτή τῶν Ἁγίων Πάντων σημαίνει μίμησι τῆς ζωῆς τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἐμεῖς μελετᾶμε τή ζωή τους; Μιμούμαστε τούς ἀγῶνες τῶν Ἁγίων; Ὁμολογοῦμεν τήν ὀρθόδοξη Πίστι μας στό Χριστό; Ζοῦμε εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ; Περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, ὅπως ὁ Χριστός;
Κύριε, ἀξίωσον καί ἠμᾶς, τούς εὐτελεῖς καί ἀναξίους δούλους Σου, νά ἐξέλθωμεν ἀπό τήν Βαβυλῶνα, καί, ὁμολογοῦντες Πίστιν εἰς Σέ τόν μόνον Ἀληθινόν Θεόν, νά προσκυνοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά ὑμνοῦμε  τόν Πατέρα, Σέ, Κύριε,  τόν Υἱόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα Ὁμοούσιον καί ἀχώριστον, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.