Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ


Ζα

Τό κάθε βῆμα τοῦ Ἱερέως, ἀλλά καί κάθε πιστοῦ, πρέπει νἆναι διδαχή, «μαρτυρία Χριστοῦ».

 

   Τό κήρυγμα κατ’ ἀρχήν εἶναι ἑνωμένο μέ τήν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» λατρεία τοῦ Θεοῦ. Τό κηρυκτικό καί διδακτικό ἔργο τοῦ Ἱερέως δέν περιορίζεται στό 10λεπτο κήρυγμα ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀνάγκη, πολύ περισσότερο  ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, σήμερα νά πλησιάσουμε, μέ πνεῦμα πραότητος, τούς συνανθρώπους μας, πού βρίσκονται στήν πλάνη, καί νά σπείρουμε στίς καρδιές τους τό σπόρο, τόν ἰαματικό λόγο τοῦ Θεοῦ.

    Σάν «καλοί ποιμένες», συνετοί,  στοργικοί Πατέρες, «εἰσερχόμενοι διά τῆς θύρας εἰς τήν αὐλήν τῶν προβάτων» (πρβλ. Ἰωάν. ι΄ 1-21), καί ἔχοντες ὑπόδειγμα τόν Ἀρχιποίμενα Χριστόν, ὀφείλουμε, σέ συνεργασία μέ ἐκλεκτούς καί πιστούς συνεργάτες, νά ἀποδυθοῦμε στόν ἀγῶνα, γιά τήν ἀναμόρφωσι καί τήν ἐν Χριστῷ ἀναγέννησι τοῦ κόσμου, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α΄ Ἰωάν. ε΄ 19).

     Μέ  ὁδηγόν τήν ἀρχήν· «ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε» (Ματθ. ι΄8), καί τό· «Μηδενί μηδέν ὀφείλετε εἰ μή τό ἀγαπᾶν ἀλλήλους» (Ρωμ. ιγ΄ 8), ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἕτοιμοι, κατά τό ὑπόδειγμα τοῦ Κυρίου, νά θυσιάσουμε, καί τήν ψυχήν μας ἀκόμη «ὑπέρ τῶν προβάτων» (Ἰωάν ι΄11).




    Εἶναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν νά ὀργανώσουμε τό ποιμαντικό, τό ἐνοριακό μας ἔργο:

1

     Κατηχητικά Σχολεῖα-Πνευματικές Ὀάσεις, μέσα στίς ἐρήμους τῶν μεγαλουπόλεων, ὅπου, ἀπό σοφούς καί κατηρτισμένους Κατηχητάς, οἱ Νέοι καί οἱ Νέες θά ἀνακουφίζωνται ἀπό ἀνιαρές καί δυσάρεστες καταστάσεις, θά διαφωτίζωνται, θά ὁπλίζωνται μέ τά ὅπλα τοῦ Φωτός καί θά ἐφοδιάζωνται μέ τά κατάλληλα πολεμεφόδια, γιά τή Μάχη τῆς ζωῆς, ὡς καλοί στρατιῶται Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά νικοῦν τό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν.

    Πρός τόν σκοπόν αὐτόν θά καταρτίζωνται ἐπίσης α) Μαθητικές Ὁμάδες, β) Κύκλοι μελέτης τῆς ἁγίας Γραφῆς, γ) Ἀπογευματινές Ὁμιλίες καί Διαλέξεις, δ)  Ἑορταστικές  ἐκδηλώσεις, Ψυχαγωγικές κ.λ.π.

     δ) Ἵδρυσις Ἐκκλησιαστικῶν Κέντρων Νεότητος,

     ε) Σχολές γονέων,  στίς ὁποῖες νά διδάσκεται ὁ Ὀρθός Προγραμματισμός:

 Α) Προ-Περι-Μεταγεννητική Μέριμνα, γιά τά Παιδιά, Β) Σχέσεις μεταξύ τῶν συζύγων, Γ) Σχέσεις Γονέων – Παιδιῶν, Δ) Σχέσεις Οἰκογενείας καί Σχολείου, Ε) Σχέσεις Οἰκογενείας καί Ἐκκλησίας, ΣΤ) Σχέσεις Πνευματικοῦ συμβούλου μέ τήν Οἰκογένειαν καί τό Σχολεῖον καί Ζ) Ὀρθός Προσανατολισμός, ὥστε νά μάθῃ κάθε ἄνθρωπος

α) Ποῖος εἶναι, β) Πόθεν ἦλθε καί γ) Ποῦ ὑπάγει.
 
 
 
 

 Εἶναι ἀνάγκη, ἐπίσης,  ἡ Ἐκκλησία νά ὀργανώνῃ Ἐκδρομές-Προσκυνήματα καί νά μεριμνᾶ γιά τήν προστασία τῶν λογικῶν Προβάτων ἀπό τούς προβατόσχημους, «βαρεῖς λύκους», ἀπό τούς ψευδοπροφῆτες καί ψευδοδιδασκάλους καί ἀπό τούς «παρείσακτους ψευδαδέλφους», τούς δολίους ἐσωτερικούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, «τούς κρυφοδαγκανιάρηδες» (πρβλ. καί Ματθ. ζ΄15. Γαλάτ. β΄ 4).

2

Κατ’ οἶκον ἐπισκέψεις.

  Οἱ Ἱερεῖς μας, ἐπίσης, καλόν εἶναι  νά προσέχουν πολύ τίς κατ’ οἶκον ἐπισκέψεις, νἆναι διδαχή, μέ μοναδικό σκοπό τή σωτηρία. Ὁ Θεός μᾶς θέλει Θεολόγους καί ὄχι ἀλόγους.  Ἔχουμε χρέος νά ὑποφέρουμε κάθε εἴδους στερήσεις, «ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Κορινθ. θ΄ 12).

  ταν ὁ Κύριος εἶπεν· «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ, ὁ δέ ἐμέ ἀθετῶν, ἀθετεῖ τόν ἀποστείλαντά με» (Λουκ. ι΄16), μᾶς ὕψωσε, μᾶς τίμησε, μᾶς δόξασε, μᾶς ταύτισε μέ τόν ἑαυτόν Του. Ἄς μήν ξεχνᾶμε ποτέ ὅτι, ὅση ἡ τιμή, τόση καί ἡ εὐθύνη.


 

 



















Οἱ κατ’ οἶκον ἐπισκέψεις δέον νά εἶναι καθαρῶς ποιμαντικές, εὐκαιρίες γνωριμίας, μέ κάθε Οἰκογένεια καί μέ τόν καθένα χωριστά. Εὐκαιρίες νά γνωρίσουμε σέ βάθος τά προβλήματα, τίς ἀνησυχίες καί τίς ἀγωνίες τῶν μελῶν κάθε Οἰκογένειας καί νά γίνουμε μέτοχοι καί συμπαραστάτες εἰλικρινεῖς, ὥστε «εὐκαίρως ἀκαίρως» καί «παντί τρόπῳ», νά γράφουμε , μέ πράξεις στοργῆς,  στίς καρδιές τους, τή «Βίβλο γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ». Νά καταστήσουμε τήν κάθε Οἰκογένεια, «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία».

3

Βασική εἶν’ ἡ συμβολή τοῦ Πνευματικοῦ-Ἐξομολόγου-Ψυχοθεραπευτοῦ στή ζωή τῶν πιστῶν.



       Οἱ ἔχοντες τό «χρῖσμα» τοῦ Πνευματικοῦ-Ἐξομολόγου, τοῦ Ψυχοθεραπευτοῦ, ὀφείλουμε νά προσέξουμε πολύ τόν τρόπο ὑποδοχῆς τῶν πιστῶν στό Μυστήριο καί γενικά τόν τρόπο ἐπικοινωνίας μαζί τους. Ὁ Πνευματικός δέν εἶναι ἀνακριτής, δικαστής, τιμωρός. Ἀντίθετα εἶναι θεραπευτής ἰατρός τῆς ψυχῆς. Τό Ἐξομολογητήριον δέν εἶναι ἀνακριτικόν Γραφεῖον, δέν εἶναι δικαστήριον, ἀλλά ἰατρεῖον, Θεραπευτήριον. Ὁ Πνευματικός ὀφείλει νά γνωρίζει τόν βιορυθμό (Biorrythme), τίς περιοδικές μεταβολές φαινομένων καί λειτουργιῶν καί τόν ψυχισμό, δηλαδή τό σύνολο τῶν ψυχικῶν φαινομένων καί λειτουργιῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ὀφείλει νά γνωρίζῃ τήν ψυχήν καί τά τῆς ψυχῆς. Πῶς λειτουργεῖ  κάθε  ψυχή. Ἄν δέν μπορεῖ νά διεισδύσῃ εἰς τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, νά διαγνώσῃ τό σύνολο τῶν φαινομένων τῆς ψυχικῆς ζωῆς καί  νά μπορεῖ νά ἀναλύσῃ καί νά συνθέσῃ τήν προσωπικότητα, πῶς θά μπορέσῃ νά θεραπεύσῃ τίς τυχόν διαταραχές τῆς κάθε προσωπικότητος καί νά ἀναπαύσῃ τίς ψυχές;

     Θά πρέπει νά σημειώσω ἐδῶ ὅτι διαφέρει ἡ Ψυχανάλυσις ἀπό τήν Ἐξομολόγησι. Διότι στήν Ψυχανάλυσι γίνεται ἀνάλυσις τῆς ὑπάρξεως καί ἀφήνεται ὁ ἄνθρωπος μετέωρος. Στήν Ἐξομολόγησι ὁ Πνευματικός δέν κάνει ἁπλῶς ἀνάλυσι τῆς ὑπάρξεως, ἀλλά καί σύνθεσι, ἐποικοδομεῖ, προάγει ἐπί τά βελτίω τήν προσωπικότητα. Καί τό σπουδαιότερον στοιχεῖον, τό ὁποῖον δέν ὑπάρχει στήν Ψυχανάλυσι εἶναι ἡ ἀόρατος Θεία Χάρις, ἡ ὁποία ἐπενεργεῖ λυτρωτικά εἰς ἐκεῖνον, πού, κατά τόν Γιούγκ, βγάζει τή σκιά του στό Φῶς, σέ κεῖνον πού ἐξομολογεῖται εἰλικρινά. Αὐτό εἶναι καί τό πλεονέκτημα, πού ἔχει ὁ Πνευματικός ἔναντι τοῦ Ψυχαναλυτοῦ.

       πανακής τῆς ἀνθρωπότητος ἰατρός, ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐγκαθιστᾶ τόν Πνευματικόν εἰς τήν Ἐκκλησίαν Του, μέ τήν Ἐντολήν νά συγχωρῇνά μή συγχωρῇ τίς ἁμαρτίες. Ὁ Κύριος λέγει στούς Ἀποστόλους: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων  ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ἰωάν. κ΄ 22-23). Δηλαδή: Δίδει Ἐξουσία καί Χάρι στόν Πνευματικό, νά θεραπεύῃ  κάθε ἕναν, πού θέλει τήν ὑγεία του, προσέρχεται στόν Πνευματικό καί βγάζει τή σκιά του στό φῶς. Νά θεραπεύῃ κάθε ἕναν, πού θέλει νά θεραπευθῇ. Ὁ Πνευματικός ἔχει Ἐντολήν «νά θεραπεύει πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ», καί θεραπεύει ἐκεῖνον, πού θέλει «ὑγιής γενέσθαι» καί συνεργάζεται  μαζί του. Δέν συγχωρεῖ, δέν θεραπεύει ἐκεῖνον, πού δέν συνεργάζεται, δέν  μετανοεῖ καί δέν θέλει «ὑγιής γενέσθαι». «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον».

      Ὁ Πνευματικός χρειάζεται πολλή Προσοχή, ἀδιάλειπτη Προσευχή,  Νῆψι, ἀδιάκοπη μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, συνεχῆ, συνειδητή συμμετοχή στό Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί  γνῶσι τοῦ ψυχισμοῦ, τῆς προσωπικότητος ἑνός ἑκάστου τῶν θελόντων σωθῆναι. Ἡ συνειδητή συμμετοχή στήν λατρευτική ζωή τῆς Ἐκκλησίας θά μᾶς βοηθήσῃ πολύ στό δύσκολο ἔργο μας. Χρειάζεται ἐπίσης νά εἴμαστε ἑνωμένοι μεταξύ μας οἱ Πνευματικοί, ὥστε μέ συνεργασία νά λύνουμε τά δύσκολα προβλήματα καί νά ὑπάρχει μιά ἐνιαία μορφή στό ἔργο τῆς θεραπείας τῶν ψυχῶν, χωρίς νά μειώνεται ἡ διακριτική εὐχέρεια ἑνός ἑκάστου Πνευματικοῦ.

 Εἶναι ἀναγκαία ἡ συνεργασία τῶν Πνευματικῶν, ὥστε νά ἀνταλλάσσωνται οἱ πνευματικές, προσωπικές ἐμπειρίες ἑκάστου, ὑπό τόν ὅρον νά διαφυλάσσεται αὐστηρῶς τό ἀπόρρητον τῆς Ἐξομολογήσεως.

       Εἶναι ἀνάγκη, ὁ μέν Πνευματικός νά διακατέχεται ἀπό  λαχτάρα, πεῖνα καί δίψα, γιά τό φωτισμό, γιά τήν πνευματική πρόοδο, γιά  τή λύτρωσι καί τήν τελείωσι κάθε ψυχῆς «ὑπέρ ἧς Χριστός ἀπέθανεν», ἡ δέ ψυχή, πού προσέρχεται στόν Πνευματικό, ὀφείλει νά συνεργάζεται  μαζί του. Εἶναι καιρός νά μάθουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι ὁ Πνευματικός ἐνδιαφέρεται. «Αὐτῷ μέλει περί ὑμῶν» (Α΄ Πέτρ. ε΄7). Αὐτός ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτούς καί συνεπῶς ὀφείλουν οἱ ἄνθρωποι μέ τή σειρά τους νά συνεργάζωνται, γιά τό δικό τους καλό.

       Χριστός στέλνει τήν κάθε ψυχή σέ μᾶς (Ἰωάν. ιδ΄ 6), γιά νά πλύνουμε τίς πληγές της, νά δέσουμε τά τραύματά της, νά τή στηρίξουμε, νά τή θεραπεύσουμε, μέ τά ὑπέρ μέλι καί κηρίον ἁγνά λόγια τοῦ Κυρίου. Φέρουμε μεγάλη εὐθύνη γιά κάθε ψυχή. Δέν κτυπᾶμε ἐμεῖς τήν πόρτα της. Ἐκείνη ἔρχεται σέ μᾶς σταλμένη ἀπό τόν Κύριο. Μᾶς δίδεται μεγάλη εὐκαιρία, γιά τόν καταρτισμό, τή λύτρωσι καί τήν τελείωσι τῆς ψυχῆς. Εἶναι Χρέος μας νά θεραπεύουμε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Θά δώσουμε λόγο γι’ αὐτές. «Τάς ψυχάς αὐτῶν ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν ἐκζητήσω», λέγει Κύριος.  Κάθε Πνευματικός Πατέρας ὀφείλει νά βρεθῇ μπροστά στόν Κριτή, μαζί μέ τά πνευματικά του παιδία καί νά πῇ: «Ἰδού ἐγώ καί τά παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός» (Ἡσ. η΄ 18).

        Ὁ Καλός Ποιμήν φροντίζει γιά τό ποίμνιόν Του. Οἱ κακοί ποιμένες θά κριθοῦν ἀνάλογα μέ τά ἔργα τους (Ἰεζεκιήλ 34, 1-31).



   Θά πρέπει ἐπίσης νά σημειώσω ἐδῶ ὅτι κάθε πιστός ὀφείλει νά μάθῃ ὅτι ἡ αὐτοανάλυσι καί αὐτοθεραπεία εἶναι σχεδόν ἀνέφικτος. Ὁ ἄνθρωπος χειραγωγεῖται καί ἔχει ἀνάγκη ἀπό ἕναν καλό πνευματικό ὁδηγό καί σύμβουλο. Στό ἰσχύον δίκαιον ὑπάρχει ἕνα ἀξίωμα, πού μᾶς εἶναι ἀπαραίτητο, γιά τήν πνευματική μας τελείωσι.

Τό ἀξίωμα αὐτό λέγει ὅτι Nemo debet esse judex in propria causa. Δηλαδή: «Κανείς δέν μπορεῖ νά εἶναι κριτής, δικαστής εἰς τήν ἰδίαν ὑπόθεσιν». Ἐξ αὐτοῦ γεννᾶται ἡ ἀνάγκη ἑνός τρίτου προσώπου, ἀδεκάστου, ἀδιαφθόρου, ἀμερολήπτου, νά κρίνῃ δίκαια, γιά ὑλικά πράγματα. Πόσο μᾶλλον ἀναγκαῖον εἶναι τό τρίτον πρόσωπον ὅταν πρόκειται γιά τά πνευματικά, καί μάλιστα, γιά τήν τελείωσι τῆς ψυχῆς δεδομένου ὅτι «ἔστι ψυχή παντάπασιν ἀθάνατον καί ἀνώλεθρον». Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Χριστός, ἡ Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, μᾶς ἐχάρισε τόν Πνευματικόν Πατέρα, γιά νά προσφέρῃ εἰς τούς διψῶντας τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. « Καί ὁ διψῶν ἐρχέσθω, καί ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. κβ΄ 17).

 Εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε ἀνθρώπου ἡ ἀναζήτησις καί ἡ εὕρεσις ἑνός καλοῦ Πνευματικοῦ Πατρός και συμβούλου, ἱκανοῦ νά μᾶς βοηθήση εἰς τήν πνευματική μας τελείωσι. Ὁ Μέγας Βασίλειος μᾶς καθοδηγεῖ λέγων: «Ἐάν δέν ἔχῃς Πνευματικόν Πατέρα, ὀφείλεις νά προσέξῃς, νά προσευχηθῇς καί νά ψάξῃς νά βρῇς τόν καλόν σου Πνευματικόν Πατέρα. Καί ὅταν θά τόν βρῇς, καί τότε ὀφείλεις νά προσέχῃς καί νά προσεύχεσαι νά μήν τόν χάσῃς, διότι  ἄνθρωπος ἀσυμβούλευτος πλοῖόν ἐστιν ἀκυβέρνητον (Μέγας Βασ. Ι 452Β)» καί «ἀδελφός ὑπό ἀδελφοῦ βοηθούμενος ὡς πόλις ὀχυρά καί ὑψηλή, ἰσχύει δέ ὥσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον» (Παροιμ. ιη΄ 19).

    παναλαμβάνω ὅτι τό Ἐξομολογητήριον δέν εἶναι δικαστήριον, δέν εἶναι ἀνακριτικόν Γραφεῖον. Εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν ἰατρεῖον, εἶναι Θεραπευτήριον. Τά ἐπιτίμια ἔχουν σκοπό λυτρωτικό, χαρακτήρα σωτηριολογικό. Εἶναι φάρμακα, πού χορηγοῦνται, πάντοτε μέ διάκρισι, γιά νά θεραπεύσουν τήν ψυχή ἀπό τά συναισθήματα ἐνοχῆς καί ἀπό ὅλα τά πνευματικά τραύματα. Εἶναι πνευματικά γυμνάσματα.

    Καί γι’αὐτό χρειάζεται γνῶσις καί ἐπίγνωσις τοῦ Θελήματος τοῦ Θεοῦ, πρῶτα ἀπό ὅλα, ἀλλά καί γνῶσις τῆς Ἐξελικτικῆς Ψυχολογίας, τῆς Ψυχολογίας τῶν ἀτομικῶν διαφορῶν, τῆς Ψυχοπαθολογίας, τῆς Βαθυψυχολογίας,  γενικά τῆς Ψυχολογίας τοῦ ἀνθρώπου.

    τελευταία λέξις τῆς  Ἰατρικῆς Ἐπιστήμης,  τῆς Ψυχιατρικῆς καί τῆς Ψυχολογίας σήμερα εἶναι ἡ προσταγή: «Νά καταφεύγῃ ὁ ἀσθενής πρῶτα στόν Πνευματικό καί ὕστερα στό Γιατρό». «Πρῶτα ὁ Πνευματικός στό προσκεφάλι τοῦ ψυχικά καί σωματικά ἀρρώστου καί ὕστερα ὁ Γιατρός», γιατί ἀναμφισβήτητα ὑπάρχει μεγάλη ἀλληλεπίδρασις μεταξύ ψυχῆς καί σώματος. Εἶναι ἐπίσης αὐτονόητον ὅτι χρειάζεται ἐκ μέρους τῶν Πνευματικῶν, ἀλλά καί τῶν συνεργατῶν τους, ἡ ἀδιάκοπη καί προσεκτική μελέτη τῆς καθημερινῆς, τῆς σύγχρονης ζωῆς καί τῶν παντοειδῶν προβλημάτων της, χρειάζεται τοὐλάχιστον «ὁ κοινός νοῦς», διάκρισις,  σύνεσις  καί καθαρότητα, γιά νά μπορέσουμε νά φέρουμε σέ πέρας τήν ὑψηλή μας ἀποστολή. Γιά νά κηρύξουμε τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ στίς ψυχές τῶν συνανθρώπων μας καί αὐτῶν ἀκόμη πού καταβασανίζονται ἀπό πνευματική καί σωματική ἰδιωτεία, κάθε μας βῆμα, κάθε μας βλέμμα,  κάθε μας κίνησις, κάθε μας λόγος καί κάθε μας πρᾶξις πρέπει νἆναι διδαχή, πρός δόξαν Θεοῦ.

 


 

 

Τετάρτη 15 Ιουνίου 2016

ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ


ΣΤ

Περιεχόμενο καί χαρακτῆρας τοῦ θείου κηρύγματος.
 
 
 
 
       Περιεχόμενον τοῦ κηρύγματός μας εἶναι ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, ὁ Ἐσταυρωμένος (Α΄Κορινθ. α΄ 23-24. β΄ 2): «Ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησι δέ μωρίαν, αὐτοῖς δέ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καί  Ἕλλησι, Χριστόν Θεοῦ δύναμιν καί Θεοῦ σοφίαν».

  Οἱ Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ, γνήσιοι ὑπηρέτες τοῦ κηρύγματος, ἀλλά καί κάθε πιστός πνευματικός ἐργάτης, δέν ὀμιλοῦν σύμφωνα μέ τίς ἀτελεῖς καί λαθεμένες ἀνθρώπινες ἰδέες, οὔτε ἔχουν ἀνάγκην νά χρησιμοποιοῦν κοσμικά, ρητορικά τεχνάσματα καί σχήματα λόγου, γιά νά προσελκύουν τήν προσοχή καί τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν τους.

  Κηρύττουμε «λόγια Θεοῦ». «Τά λόγια  Κυρίου λόγια ἁγνά, ἀργύριον  πεπυρωμένον,  δοκίμιον τῇ γῇ κεκαθαρισμένον ἑπταπλασίως» (πού δοκιμάσθηκε ἡ καθαρότης του, καί ἔχει καθαρισθῇ τελείως) (Ψαλμ. ια΄ 7).

Ἔχουμε συνείδησιν ὅτι «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄ 14), «ἡμῶν γάρ τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει» (Φιλιπ. γ΄ 20). Μιλᾶμε ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ. Σάν δικοί Του ἀπεσταλμένοι, «ὡς ἔχοντες ἐξουσίαν καί οὐχ ὡς οἱ Γραμματεῖς» (Ματθ. ζ΄ 29. Μάρκ. α΄ 22).

   Ἀποβλέπουμε στό νά ὁδηγήσουμε τούς ἀνθρώπους  στήν «ἐν Χριστῷ ζωήν» καί σωτηρίαν. Αὐτό ἔχει ἀνάγκη καί αὐτό περιμένει ἀπό μᾶς ὁ κόσμος. Νά πληροφορήσουμε σωστά τόν καθένα, πού διψᾶ τή σωτηρία του καί μέ λαχτάρα ἐρωτᾶ : «Τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;» (Πραξ. ιστ΄ 30).

    Κριτήριο τῶν διδασκομένων ἡ Ὀρθοδοξία. Τό κήρυγμα τοῦ Θείου λόγου στηρίζεται στά δόγματα καί στίς Παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, στίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν  Συνόδων τῆς ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας. Πρᾶγμα πού σημαίνει πώς τό κήρυγμα πρέπει νἆναι «Ἐκκλησιαστικό». Κάθε κήρυκας τοῦ λόγου ὀφείλει νά παριστᾶ τόν ἑαυτόν του στό Θεό δοκιμασμένον καί τέλειον «ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τόν λόγον τῆς ἀληθείας», καί νά ἀποφεύγῃ «τάς βεβήλους κενοφωνίας» (Β΄Τιμόθ. β΄15-16).

Ὀφείλουμε νά ἀποφεύγουμε, δέν πρέπει νά κηρύττουμε:

·     Τά αὐστηρῶς ἐπιστημονικά Θέματα.

·     Ὅ,τι ἀνήκει αὐστηρῶς στίς Φυσικές Ἐπιστῆμες.

·     Ἀκόμη καί αὐτά τά αὐστηρῶς θεολογικά Θέματα. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἐμεῖς δέν μελετᾶμε τά Θέματα αὐτά. Ἀντίθετα ὀφείλουμε νά τά κατέχουμε, ἕτοιμοι νά δώσουμε λόγο στόν καθένα ἀνά πᾶσαν στιγμήν. Ἐπίσης δέν πρέπει νά κηρύττουμε:

·     Ὅ,τι δέν ἔχει ἄμεση ἤ ἔμμεση σχέσι μέ τό Χριστό. Δηλαδή:

·     α) Κανέναν ἀπολύτως πολιτικό Φατριασμό.  Κύριος μᾶς ὁδηγεῖ λέγων· «ἀπόδοτε τά Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ΄ 21).

Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι δέν πρέπει νά ἐλέγχουμε τά κακῶς κείμενα. Ὀφείλουμε νά στηλιτεύουμε, νά ἐλέγχουμε αὐστηρά κάθε ἀδικία, ὁποθενδήποτε προερχομένην. Νά πολεμοῦμε τό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν ἄχρι θανάτου. Νά ὑπερασπιζώμαστε τά δίκαια τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, μέ πραότητα καί μέ θυσιαστική Ἀγάπη. Νά προστατεύουμε τά πρόβατα ἀπό τούς βαρεῖς λύκους, «ἀπό τούς ληστές μέ τό λευκό κολλάρο», ἀπό ὅλους αὐτούς, πού παρουσιάζονται σάν Ἐθνοσωτῆρες, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι Ὀλετῆρες, Καταστροφεῖς.

Οἱ Ποιμένες ἔχουμε  χρέος, μέ τή θεία συμμαχία,
         νά πολεμοῦμε μέχρι θανάτου τήν ἀδικία, πού
         διαπράττεται σέ βάρος τοῦ Λαοῦ, ἀπό τούς 
         Ἄρχοντες  καί Ἐξουσιαστές τοῦ κόσμου τούτου.
 
     Ἔχουμε χρέος νά ἀφυπνίσουμε τό Λαό τοῦ Θεοῦ, νά ὁπλισθοῦμε μέ θάρρος καί  μέ τά ὅπλα τοῦ Φωτός καί νά ὑπερασπιζώμαστε τά δικαιώματά τους.

·     Τό κήρυγμά μας πάντοτε ἔχει σωτηριολογικό χαρακτῆρα, δέν εἶναι κήρυγμα αὐτοπροβολῆς, δέν κηρύττομεν τόν ἑαυτόν μας, ἀλλά τόν Χριστόν.

·     Συνεπῶς «οὔτε ἐν λόγῳ κολακίας, οὔτε ἐν προφάσει πλεονεξίας, οὔτε ζητοῦντες ἐξ ἀνθρώπων δόξαν» (παρβλ. Α΄ Θεσσαλ. β΄ 4).

·      Βασικό ἀξίωμα, γιά τόν κήρυκα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι τοῦτο:

·     «ΕΚΕΙΝΟΝ, (δηλ. τόν Χριστόν) δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι» (Ἰωάν. γ΄ 30).

·     Ὁ χαρακτήρας τοῦ κηρύγματός μας πρέπει νἆναι ΧΡΙΣΤΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ.  Ἐκθέτουμε ὁλόκληρο  τό
         «ἐν Χριστῷ πλήρωμα τῆς Ἀληθείας».
          Κηρύττουμε       Ἰησοῦν Χριστόν Ἐσταυρωμένον
           καί ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν.


          Δέν κηρύττουμε τόν Ἰησοῦν ὡς Διδάσκαλον ἁπλῶς τῆς ὑπέροχης καί μοναδικῆς Εὐαγγελικῆς Ἠθικῆς.
Ἀλλά τόν Ἰησοῦν ὡς ἀπεσταλμένον ἀπό τό Θεό ΣΩΤΗΡΑ καί  ΛΥΤΡΩΤΗ, πού, μέ τή Σταυρική Του Θυσία, μέ τό Αἷμα Του, μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες καί ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλεῖς, ἱερεῖς τῷ Πατρί αὐτοῦ (Ἀποκ. α΄ 5-6) καί πού μᾶς συμφιλίωσε μέ τόν Οὐράνιον Πατέρα καί μεταξύ μας καί ἔγινε σέ μᾶς «Σοφία ἀπό Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καί ἁγιασμός καί ἀπολύτρωσις» (Α΄ Κορινθ. α΄ 30).

   Τό κήρυγμά μας εἶναι ἡ «ΒΙΒΛΟΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ». Ὁμολογοῦμεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν
ἐν σαρκί ἐληλυθότα (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 2). Ἀναφερόμαστε ἀσφαλῶς καί διακηρύττουμε τό γεγονός τῆς Ἐνανθρωπήσεως,
 τά λόγια καί τά θαύματά Του, ἀλλά κυρίως μιλᾶμε γιά τή Σταυρική Του Θυσία καί τήν Ἀνάστασί Του, γιά τόν Θρίαμβόν Του πάνω στό Θάνατο, μέ τόν ὁποῖον μᾶς χάρισε ζωήν καί ἀφθαρσίαν.
     Κηρύττουμε ὡς διάκονοι «κατά τήν δωρεάν τοῦ Θεοῦ», πού δόθηκε σέ μᾶς «εὐαγγελίσασθαι τόν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καί φωτίσαι πάντας
τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπό τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ…» (πρβλ. Ἐφεσ. γ΄ 7-12).

ΣΚΟΠΟΣ τῆς, λόγῳ καί ἔργῳ, διδαχῆς μας εἶναι ἡ ἐν Χριστῶ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καί δόξα τοῦ Θεοῦ.

ΠΗΓΕΣ τῆς διδαχῆς μας εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή καί ἡ
διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἶναι ντροπή νά μή μελετᾶμε τά σοφά συγγράμματα τοῦ Μεγάλου  Βασιλείου, τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀλλά καί τῶν ἄλλων ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί μάλιστα μερικοί νά  καταφεύγουμε «στά λασπονέρια» τῆς θύραθεν σοφίας.

ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ τῆς διδασκαλίας μας:

·     Ὁ Χριστοκεντρικός,

·     Ὁ Βιβλικός καί

·     Ὁ Ἐκκλησιαστικός χαρακτήρας.

 Παρρησία, ἡ Καθολικότης τῆς διά τοῦ Χριστοῦ σωτηρίας καί ἡ Προσαρμοστικότης (σημεῖα ἐπαφῆς μέ τόν κόσμο, ἐξεύρεσις νέων τρόπων καί  μεθόδων προσεγγίσεως τῶν ἀνθρώπων). Σημειώνουμε ἐδῶ ὅτι τό κήρυγμά μας πρέπει  νἆναι σύγχρονο, νά εἶναι βγαλμένο μέσα ἀπό τή Γραφή καί νά ἀγγίζῃ τά καθημερινά προβλήματα τοῦ λαοῦ. Ὁ Κήρυκας τοῦ Θείου λόγου  ὀφείλει νά λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του τά σύγχρονα κοινωνικά προβλήματα. Νά γνωρίζῃ καλά τή σύγχρονη πραγματικότητα.

  Μερικά ἀπό τά ἀξιώματα, πού πρέπει νά ἐμπνέουν κάθε γνήσιον κήρυκα τοῦ Θείου λόγου καί νά διέπουν τό Ὀρθόδοξο κήρυγμα εἶναι τά κάτωθι:

·     «Θεμέλιον ἄλλον οὐδείς δύναται θῆναι παρά τόν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός» (Α΄Κορινθ. γ΄11).

·     «Ἐκεῖνον (δηλ. τόν Χριστόν) δεῖ αὐξάνειν, ἡμᾶς δέ ἐλαττοῦσθαι» (πρβλ. Ἰωάν. γ΄ 30).

·     «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πραξ. δ΄19. ε΄ 29).

·     «Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται» (Β΄Τιμόθ. β΄ 9).

·      Καί ὅτι «Οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός, ἀλλ’ ἐν παντί ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτόν καί ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτός αὐτῷ ἐστι» (Πραξ. ι΄ 34-35) κ. ἄ.

 
 

 

 

 

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ


Ε

Ὁ Κήρυκας τοῦ λόγου καί τό χάρισμα τῆς διακρίσεως.

 


   Γιά  τήν πραγματοποίησι τοῦ κηρυκτικοῦ μας ἔργου ὀφείλουμε νά καλλιεργοῦμε τό  χάρισμα τῆς διακρίσεως, ὥστε νά γνωρίζουμε καλά, στούς δύσκολους καιρούς μας, ὄχι μόνον τό Ποῦ καί τό Πότε, ἀλλά κυρίως τό Πῶς καί τό Τί θά διδάξουμε τό λαό τοῦ Θεοῦ.

    Τό «χρῖσμα», τό χάρισμα τοῦ λόγου μᾶς δόθηκε, ὄχι γιά νά ἐξαπολύουμε βροντές,  ἀστραπές, ἀφορισμούς καί κατάρες, γιά νά φοβίζουμε καί νά ἀναστατώνουμε τούς δυστυχεῖς συνανθρώπους μας, ἀλλά γιά νά τούς ἀναπαύουμε, νά γαληνεύουμε τήν ταραγμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχή τους καί νά τούς θεραπεύουμε. Ὁ Θεός τῆς ἀγάπης φανερώνεται «ὡς αὔρα λεπτή» (πρβλ. Γ΄ Βασιλ. ιθ΄ 12). Τό χάρισμα μᾶς δόθηκε, γιά νά διδάσκουμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἁπλᾶ, φυσικά, μέ σαφήνεια καί καθαρότητα («σοφόν τό σαφές»), χωρίς κοσμικά τεχνάσματα λόγου.

   «Ὁ λόγος ἡμῶν» πρέπει νἆναι «πάντοτε  ἐν  χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ἑνί ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι» (Κολοσ. δ΄ 6). Δηλαδή, ὁ λόγος μας πρέπει νἆναι χαριτωμένος, γλυκός, νόστιμος, ἀρτυμένος μέ τό ἁλάτι τῆς φρονήσεως, νά εἶναι εὐχάριστος, ἀλλά  ὄχι
βρωμερός, καί νά γνωρίζουμε πῶς νά ἀποκρινόμαστε στόν καθένα.

«Οἱ λόγοι  τῆς χάριτος» ἔχουν τή δύναμι τοῦ Θεοῦ, μεταδίδουν δύναμι καί ζωή, ἀναγεννοῦν τόν ἄνθρωπο, πού τούς δέχεται, τόν καθιστοῦν «καινήν κτίσιν». «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καί διϊκνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς  τε καί πνεύματος (εἰσχωρεῖ καί εἰς αὐτά τά ἀδιασπάστως ἑνωμένα βάθη τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδή, στήν ψυχή καί στίς ἀνώτερες πνευματικές δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου) ἁρμῶν τε καί μυελῶν, καί κριτικός ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας» (Ἑβρ. δ΄ 12).
    «Οἱ λόγοι τῆς χάριτος» ἀποτελοῦν πραγματικόν Εὐαγγέλιον ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, σωτηρίας καί ἀπολυτρώσεως, γιά τούς  ἀκροατές.

       στοργή καί ἡ συμπάθεια σέ κάθε ταλαιπωρημένη, πονεμένη καί πληγωμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχή, φανερώνει τή χάρι τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, «τοῦ καί ἀπό γλώττης μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή». Τά λόγια τοῦ Κυρίου, πάντοτε ἑλκυστικά καί εὐχάριστα θεράπευαν καί θεραπεύουν, χαροποιοῦν καί ζωοποιοῦν τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων.

  Οἱ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου (Λουκ.α΄2) ὀφείλουν νά   προσεγγίζουν, μέ στοργή καί ὑπομονή τούς ἀνθρώπους.
«Ὁ δοῦλος τοῦ Κυρίου δέν πρέπει νά φιλονικῇ. Ὀφείλει νά εἶναι ἤπιος πρός ὅλους, πρᾶος, ἱκανός νά διδάσκῃ («διδακτικός»), νἆναι «ἀνεξίκακος», νά ἐλέγχῃ, νά σωφρονίζῃ μέ πραότητα ἐκείνους πού ἔχουν ἀντίθετα φρονήματα. Ποιός ξέρει; Μήπως καμμιά φορά τούς δώσῃ ὁ Θεός μετάνοια καί ὁδηγηθοῦν στήν πλήρη καί ὀρθή γνῶσι («ἐπίγνωσιν») τῆς ἀληθείας» (πρβλ. Β΄Τιμόθ. β΄ 24-25).
    


Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ


Δ
Πρώτιστο καθῆκον Κλήρου καί Λαοῦ,
ἡ ἁλιεία τῶν ψυχῶν

   χι μόνον ὁ ἱερεύς, ἀλλά καί κάθε πιστός ὀφείλει νά διδάσκῃ τό λαό «εὐκαίρως ἀκαίρως», ὥστε μέ τή συνεχῆ διδασκαλία του καί μέ τό προσωπικό του παράδειγμα νά στερεώνει στήν ὀρθόδοξον πίστι τούς πιστεύοντας καί νά ὁδηγῇ στήν πίστι τούς ἀπίστους.
    Καί  σήμερα, περισσότερον ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, ὑπάρχουν πολύμορφα εἴδωλα, πού ἔχουμε στήσει μέσα μας καί γύρω μας. Ὑπάρχουν πολλῶν εἰδῶν Εἰδωλολάτρες, ἀπομεμακρυσμένοι, δέσμιοι τῆς γῆς, κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου, στή σύγχρονη Βαβέλ, πού ἀναζητοῦν τήν ἀλήθεια, μέσα  ἀπό τό σκοταδισμό τῆς μωρίας τοῦ κόσμου τούτου. Ἀναζητοῦν τόν Ἥλιον τῆς Δικαιοσύνης. Αἰχμάλωτοι τῆς ἀλαζονίας τοῦ αἰῶνος τούτου, ζοῦν «στήν παγωνιά τῆς ἐρημιᾶς» καί περιμένουν μέ λαχτάρα τή λύτρωσι. Δέν διορθώνεται τό Κακόν, δέν ἐλευθερώνονται οἱ ἄνθρωποι ἀπό τήν πλάνη καί τήν Αἵρεσι, μέ τήν κρίσι καί τήν κατάκρισι, μέ ἀφορισμούς καί κατάρες, ἀλλά θεραπεύονται μέ τόν ἰαματικό λόγο τοῦ Θεοῦ.

   Εἶναι καιρός, λοιπόν,  νά ριχτοῦμε ὁλόψυχα, θυσιαστικά στόν ἀγῶνα, Κλῆρος καί Λαός,, γιά νά λυτρώσουμε, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, ὅσους θαλασσοπνίγονται στό πέλαγος τῶν παρανοήσεων.
 
     Εἶναι καιρός «νά μάθουν οἱ Ἐθνικοί τή δύναμι τοῦ Χριστοῦ, ἀντικρύζοντας τήν ἀλήθεια πού προκύπτει ἀπό τά γεγονότα. Καί νά προσκυνήσουν τό Χριστό καί γιά τό ὅτι ἐξήγγειλε καί γιά τό ὅτι πραγματοποίησε  ἕνα τέτοιο κατόρθωμα (τή σωτηρία τοῦ κόσμου). Γιατί Αὐτός εἶναι πού γέμισε μέ δύναμι τό προζύμι. Καί  γι’ αὐτό ἀκριβῶς ἄφησε τούς πιστούς Του μέσα στό λαό, γιά νά  μεταδίδουμε  καί στούς ἄλλους τή δική μας σωστή σκέψι.
Κανένας,  λοιπόν, ἄς μήν προφασίζεται ἀνεπάρκεια. Ἡ δύναμι, πού ἔχει ἀπό μόνο του τό κήρυγμα εἶναι μεγάλη. Καί αὐτό πού θά ζυμωθῇ, ἀφοῦ ἀνακατευθῇ μέ τό προζύμι, μετατρέπεται καί τό ἴδιο σέ προζύμι. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ σπινθῆρας, ὅταν ἀνάψῃ τά ξύλα, τά μετατρέπει σέ νέες ἑστίες μεταδόσεως τῆς φωτιᾶς, ἔτσι γίνεται καί μέ τό κήρυγμα. Δέν μίλησε ὅμως ὁ Χριστός γιά φωτιά, μίλησε γιά προζύμι. Ἄν τώρα σκεφτῇς ὅτι δώδεκα ἄνθρωποι, οἱ Ἀπόστολοι, κατόρθωσαν νά μεταδώσουν τό μήνυμα τοῦ Χριστοῦ σ’ ὅλη τήν Οἰκουμένη, θά δῇς πόση  εἶναι ἡ ἀθλιότητά μας ὅταν, ἄν καί εἴμαστε τόσο πολλοί, δέν κατορθώνουμε νά γίνουμε προζύμι καί νά φέρουμε στήν πίστι τά ὑπολείμματα τῆς Εἰδωλολατρίας…»(Migne P.G. 58, 478-479).

   Kάθε ἱερεύς, ἀλλά καί κάθε πιστός, ὀφείλει νά διδάσκῃ « λόγῳ καί ἔργῳ». Νά παρακινῇ, νά ἀφυπνίζῃ τούς ἀνθρώπους καί νά τούς καθοδηγῇ σέ ἐνσυνείδητον αὐτοέλεγχον, αὐτοανάλυσι, σέ αὐτοεξέτασι, ὥστε νά ἔλθουν σέ αὐτογνωσία. Νά ἀποκτήσουν τήν μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος. Νά ἔλθουν σέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός τους  μπροστά στό Θεό. Οἱ πνευματικοί ἐργάτες τῆς Ἐκκλησίας συμβουλεύουν τούς  ἀνθρώπους νά μετανοήσουν καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά ἐπιστρέψουν κοντά στό Θεό, στήν Πηγήν τοῦ ζῶντος ὕδατος. Τούς προτρέπουν νά πιστεύσουν καί νά λατρεύουν τόν Ἕνα καί Μόνον ἀληθινόν Θεόν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Νά καθαρίσουν οἱ ἄνθρωποι, ἐπί τέλους, τόν ἑαυτό τους ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί ὑλική ἡδονή, νά ζοῦν δέ τόν ὑπόλοιπον  χρόνον τῆς ζωῆς αὐτῶν «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄Κορινθ. ζ΄ 1).
Οἱ Ἱερεῖς καί κάθε πιστός, μέ τό λόγο καί τό προσωπικό τους παράδειγμα διαγράφουν στόν κάθε ἄνθρωπο τήν πορεία τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ὑποδεικνύουν στόν καθένα τό Πῶς θά ἀποκτήσῃ  μιά ἱκανοποιητική ταυτότητα, μιά σαφῆ εἰκόνα τοῦ ποῖος εἶναι, πόθεν ἦλθε καί ποῦ ὑπάγει.
Ἀποκαλύπτουν τήν ἀλήθεια ὅτι ἡ πορεία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα» εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», ἀπό γῆς πρός οὐρανόν, ἀπό τό Α πρός τό Ω.

Οἱ Ἱερεῖς καί κάθε πιστός ἐποικοδομοῦν
Βοηθοῦν τούς συνανθρώπους τους νά προοδεύουν πνευματικά. Να γνωρίσουν, νά ἀποδεχθοῦν καί νά ἐφαρμόσουν τήν Ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
      Ὁδηγοῦν τούς ἀνθρώπους εἰς τήν ἐν Χριστῷ προκοπήν, ὥστε να φθάσουν «τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Ἐφεσ. δ΄ 13).

  Ὁ ἱερός Κλῆρος καί ὁ εὐσεβής Λαός, οἱ δύο αὐτοί  Μάρτυρες, διακηρύττουν στόν Κόσμο τήν Ἀλήθεια ὅτι, δηλαδή, ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ εἶναι τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος, ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, τό Φῶς καί ἡ Εἰρήνη τοῦ κόσμου. Διακηρύττουν ὅτι τελικός σκοπός τοῦ ἀνθρώπου στή γῆ εἶναι ἡ  πνευματική του τελείωσι,  ἡ Θέωσις. Νά γίνῃ Θεός κατά χάριν.

  Ὡς «ἄγγελος Κυρίου Παντοκράτορος» (Μαλαχ. β΄ 7), ὁ καλός ποιμένας καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ὄργανον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, συνεχίζει τό ἀπολυτρωτικό ἔργο τοῦ Κυρίου. Εἶναι ταγμένος εἰς τό «πτερῶσαι ψυχήν, ἁρπᾶσαι κόσμου καί δοῦναι Θεῷ καί τό κατ’ εἰκόνα ἤ μένον τηρῆσαι ἤ κινδυνεῦον χειραγωγῆσαι ἤ διαρρυέν ἀνασώσασθαι, εἰσποιῆσαι τε τόν Χριστόν ἐν ταῖς καρδίαις διά τοῦ Πνεύματος· καί τό κεφάλαιον Θεόν ποιῆσαι τόν ἄνθρωπον» (Γρηγορ. Θεολόγου, Περί Ἱερωσύνης, Migne P.G. 35,432, 821).

 


 

 

 

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

ΑΝΑΓΚΗ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Γ
 
Πρωταρχικόν Καθῆκον τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ, τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.
 
 
          «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τις
               ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν,
               καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ'
               αὐτοῦ καί αὐτός μετ' ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄   20).
                      
 
 
     Ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ «παντί τρόπῳ», μέ κάθε τρόπο, εἰλικρινά καί μέ εὐθύτητα νά καταγγέλλεται, νά κηρύττεται ὁ Χριστός.
    Καί πρός τόν Τιμόθεο, ἀλλά καί σέ κάθε πνευματικό ἐργάτη, γράφει: «Κήρυξε τόν λόγον, στάσου ἄξιος ὁδηγός τῶν ἀκροατῶν σου καί κήρυττε τό Λόγο τοῦ Θεοῦ σέ κάθε εὐκαιρία, στόν κατάλληλο  καί στόν ἀκατάλληλο καιρό, ἔλεγξε, ἐπίπληξε, συμβούλεψε, παρηγόρησε μέ κάθε μακροθυμία καί μέ κάθε προσεγμένη μέθοδο διδασκαλίας» (Β΄ Τιμόθ. δ΄ 2).
       «Σύ δέ νῆφε  ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τήν διακονίαν σου πληροφόρησον» (Β΄Τιμόθ. δ΄ 5). «Μή ἀμέλει τοῦ ἐν σοί χαρίσματος» (Α΄Τιμθ.  δ΄ 14).
       μεῖς σήμερα, Κλῆρος καί Λαός, ἀκολουθοῦμε τίς συστάσεις τοῦ Ἀποστόλου Παύλου; Ἔχουμε συλλάβει τό νόημα, τή μεγάλη σημασία καί ἀξία τῆς ἀποστολῆς μας στόν κόσμο;
      Δόξα τῷ Θεῷ! Ὀφείλω νά ὁμολογήσω ὅτι ὑπάρχουν ὀλίγοι ἐργάτες δόκιμοι, τίμιοι, πού στέκονται  ἄγρυπνοι στίς ἐπάλξεις. Θά ἀναφέρω ἐδῶ ἕνα ἐνδεικτικό παράδειγμα, τόν εὐλαβέστατον Ἐφημέριον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ  Ἁγίου Γεωργίου Κολωνοῦ, τόν π. Ἀντώνιον Παπανικολάου, τῆς




 σεμνῆς συζύγου του καί τῶν ἐκλεκτῶν συνεργατῶν τους, πού ἵδρυσαν καί συντηροῦν τήν πράγματι «Κιβωτόν τοῦ Κόσμου» καί ἔμπρακτα κηρύττουν τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.
 
 

 
 

       Θαυμάσιον ἔργον , ὑπόδειγμα πρός μίμησιν.
     
       Πολυεύσπλαγχνος Κύριος, ὅμως, διαπιστώνει ὅτι «ὁ θερισμός πολύς, οἱ δέ ἐργάται ὀλίγοι» καί λέγει στούς Μαθητάς Του: «Δεήθητε οὖν τοῦ Κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τόν θερισμόν αὐτοῦ» (Ματθ. θ΄ 37-38).
       Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι, Κλῆρος καί Λαός, ὅτι πρωταρχικόν μας καθῆκον
εἶναι  νά κηρύττουμε τό Εὐαγγέλιον «πάσῃ τῇ κτίσει».
        Κλῆρος καί Λαός  εἴμαστε οἱ δύο Μάρτυρες, στούς ὁποίους  δίδει ὁ Χριστός τήν ἐξουσίαν νά προφητεύσουμε καθ' ὅλην τήν διάρκειαν τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας καί νά κηρύττουμε στόν κόσμον κήρυγμα μετανοίας. Κλῆρος καί Λαός.
«Οὗτοί εἰσιν αἱ δύο ἐλαῖαι καί αἱ δύο λυχνίαι αἱ ἐνώπιον τοῦ Κυρίου τῆς γῆς ἑστῶσαι. Κανείς, ἀπολύτως κανείς, δέν θά μπορέσῃ νά μᾶς βλάψῃ. Ἐάν κανείς τολμήσῃ, θά τιμωρηθῇ. Εἴ τις θέλει ἡμᾶς ἀδικῆσαι, οὕτω δεῖ αὐτόν ἀποκτανθῆναι». Ἐάν κανείς θελήσῃ νά μᾶς ἀδικήσῃ, θά τιμωρηθῇ μέ θάνατον (πρβλ.Ἀποκ. ια΄ 3-5). 
      Τό κάθε μας βῆμα πρέπει νἆναι διδαχή. Ὄχι μόνον τῶν Ἐπισκόπων καί τῶν Ἱερέων, ἀλλά ὅλων τῶν πιστῶν Χριστιανῶν, διότι ὅλους μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε, μέ τό αἷμα Του, ἀπό τίς ἁμαρτίες μας καί ἐποίησεν ἡμᾶς βασιλεῖς, ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί Πατρί (πρβλ. Ἀποκ. α΄ 5-6) «καί ἀπέστειλεν ἡμᾶς κηρύσσειν τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί ἰᾶσθαι τούς ἀσθενοῦντας» (Λουκ. θ΄ 2).
      Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη νά ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ, νά γνωρίσουν τήν Ἀλήθεια καί νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τήν πλάνην καί τήν αἵρεσιν.
        «Γνώσεσθε τήν Ἀλήθειαν, καί ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς», λέγει ὁ Κύριος (Ἰωάν. η΄ 32).
 Καί ἐμεῖς, Κλῆρος καί Λαός, ἔχουμε Χρέος νά ἀντιπαρατάξουμε στό σκοτάδι τοῦ κόσμου, τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ, στήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία, τήν Ἀλήθεια καί τήν Εἰλικρίνεια. Νά μάθουν  οἱ ἄνθρωποι ὅτι τό Σκοτάδι, ἡ Ψευτιά καί ἡ Ὑποκρισία ὑποδουλώνουν, τό Φῶς, ἡ Εἰλικρίνεια καί ἡ Ἀλήθεια ἐλευθερώνουν. Πρωταρχικόν μας, λοιπόν, Καθῆκον εἶναι νά διδάξουμε στόν Κόσμο τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ. Διότι «Πῶς ἐπικαλέσονται εἰς ὅν οὐκ ἐπίστευσαν; Πῶς δέ πιστεύσουσιν οὗ οὐκ ἤκουσαν; Πῶς δέ ἀκούσουσι χωρίς κηρύσσοντος;...» (Ρωμ. ι΄ 14-15).
       Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος μᾶς συνιστᾶ προσοχή στούς λόγους μας. Κάθε κήρυκας τοῦ Θείου λόγου ὀφείλει νά  εἶναι πολύ προσεκτικός καί νά γνωρίζῃ καλά τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀποτρέπει ἐκείνους, πού δέν ἔχουν τό χάρισμα τοῦ λόγου, νά  κάνουν τό διδάσκαλο: «Μή πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε, ἀδελφοί μου, εἰδότες ὅτι μεῖζον κρῖμα ληψόμεθα· πολλά γάρ πταίομεν ἅπαντες» (Ἰακ. γ΄ 1-2).
     Αὐτή ἡ σύστασις δέν ἀπαλλάσσει τόν εὐσεβῆ καί πιστό Λαό τοῦ Θεοῦ τοῦ καθήκοντος νά διδάσκῃ τό λόγο τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἁγία του ζωή, μέ τό γλυκό του, παρήγορο καί χαριτωμένο λόγο καί μέ τή σιωπή του. Ὀφείλει κάθε πιστός νά ζῇ «καθώς πρέπει ἁγίοις» καί νά διδάσκῃ μέ τό  φωτεινό του παράδειγμα, μέ τήν ἀγάπη του νά διδάσκῃ τό λαό καί νά θεραπεύῃ τούς ἀσθενεῖς. Βεβαίως τό βάρος  τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου βαρύνει τόν Ἱερό Κλῆρο.
    Ἅγιος Ἀμβρόσιος λέγει ὅτι «κύριον τοῦ Ἐπισκόπου, καί κατ' ἀκολουθίαν τοῦ Ἱερέως, ἔργον εἶναι τό διδάσκειν τόν λαόν». «Τούτου δέ μή ὄντος, πάντα οἴχεται. (ἐάν, δηλαδή, οἱ Ἱερεῖς δέν διδάσκουν τόν λαόν, τά πάντα χάνονται). Διότι ἐκεῖνος πού δέν γνωρίζει νά μάχεται μέ τούς ἐχθρούς τῆς πίστεως καί δέν γνωρίζει νά ἀνατρέπῃ τούς συλλογισμούς καί  νά αἰχμαλωτίζῃ κάθε νόημα,  κάθε σκέψι, κάθε λογισμό, εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ, καί δέν καθαρίζει καί δέν ἐξαγνίζει τούς συλλογισμούς, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν ξέρει  νά διδάσκῃ αὐτά πού πρέπει, γιά τή σωστή, τήν ὀρθή διδασκαλία, εἶναι πολύ μακριά ἀπό τό διδασκαλικό θρόνο... δέ μάλιστα χαρακτηρίζει τόν διδάσκαλον, τοῦτό ἐστι, τό δύνασθαι   κατηχεῖν τόν λόγον» (Χρυσοστόμ., πρός Τίτον  ὁμιλ. Β΄2).
      Γι' αὐτόν πού εἶναι ἀνίκανος νά διδάσκῃ, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος λέγει: «Πρέπει νά γνωρίζῃς καί νά μήν ἀμφιβάλλῃς ὅτι πρίν μέν ἀπό τήν ἐκλογή σου ζοῦσες γιά τόν ἑαυτόν σου. Ἀπό τή στιγμή πού ἐκλέχτηκες δέν ζῆς πιά γιά τόν ἑαυτόν σου, ἀλλά γιά ἐκείνους, πού γιά χάρι τους καταστάθηκες ποιμένας. Καί πρίν μέν λάβῃς τήν χάριν τῆς ἐπισκοπῆς, κανείς δέν σέ γνώριζε. Ἀπό τή στιγμή ὅμως πού ἔγινες Ἐπίσκοπος (Ἱερεύς) καί στό ἑξῆς οἱ λαοί περιμένουν μέ λαχτάρα νά τούς φέρῃς πνευματική τροφή, τή διδασκαλία ἀπό τίς Γραφές. Ὅταν, λοιπόν,  αὐτοί πού περιμένουν ἀπό σένα τροφή, πεινοῦν, σύ δέ τρέφεις μόνο τόν ἑαυτόν σου, καί ἔλθῃ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, καί ἐμεῖς θά παρουσιασθοῦμε μπροστά Του, καί βλέπει τα πρόβατά Του νά πεθαίνουν ἀπό τήν πεῖνα, ποιά θά ἔχῃς δικαιολογία; Τί θά ἀπολογηθῇς;» (Ἐπιστολ. πρός Δρακόντιον 2 ΒΕΠΕΣ 33,171,33-172,5).
         Καί ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει ὅτι «ἴδιον Ἐπισκόπου (καί κατ' ἀκολουθίαν καί τοῦ ἱερέως) ποιεῖν τε καί διδάσκειν». «Διόπερ ἀνάγκη ἡμᾶς μέν, τούς τήν διακονίαν τοῦ λόγου πεπιστευμένους, ἐν παντί καιρῷ προθύμους εἶναι πρός τόν καταρτισμόν τῶν ψυχῶν» (Ὅροι, ΒΕΠΕΣ 53,137,7-9).
        Οἱ ἄνθρωποι διψοῦν καί περιμένουν νά ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἔχουν ἀνάγκη νά μάθουν τήν ἀλήθεια, γιά τό Θεό, γιά τόν ἄνθρωπο, γιά τόν κόσμο, γιά τήν ἀθάνατη ψυχή, καί γιά τήν αἰώνια ζωή. Καί  ἐμεῖς, Κλῆρος καί Λαός, ἔχουμε Χρέος νά διδάσκουμε τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ.


  «ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπό Ἱερουσαλήμ εἰς Ἰεριχώ, καί
  λησταῖς περιέπεσεν· οἵ καί ἐκδύσαντες αὐτόν καί πληγάς ἐπι-
  θέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα...» (Λουκ. ι΄ 30).
 
       πάρχουν πολλοί συνάνθρωποί μας, δυστυχῶς, ἄρρωστοι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος  λέγει ὅτι εἶναι ἀνάμεσά μας πολλοί ἀσθενεῖς καί ἄρρωστοι καί ὅτι ἀρκετοί ἀπό αὐτούς πεθαίνουν (Α΄Κορινθ. ια΄30) καί ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ἄμεση βοήθεια καί θεραπεία. Πολλοί μάλιστα ἀπό αὐτούς  δέν πάσχουν ἀπό τή συνήθη ἰδιωτεία (ἠλιθιότητα, ἀπό πλήρη διανοητική ἀνεπάρκεια), ὀφειλομένην εἰς ἐλλειματικήν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐγκεφάλου, ἀλλά πάσχουν ἀπό ἔλλειψιν ψυχικῆς, πνευματικῆς καλλιεργείας, ἔχουν, οἱ δυστυχεῖς, μηδέν  καί κάτω ἀπό τό μηδέν (Ο) ἠθικόν, πνευματικόν πηλῖκον τόσον, ὥστε κάθε τους λόγος, κάθε τους πρᾶξις  νά εἶναι «ὕβρις», ἔγκλημα καθοσιώσεως-ἐσχάτη προδοσία (παρβλ. καί Ρωμ.α΄21-32). Ἀρνοῦνται τόν ἀληθινόν Θεόν καί προσκυνοῦν τά Εἴδωλα «ἀργύριον καί χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων», ἀνατρέπουν τήν Ἱεραρχία τῶν Ἀξιῶν. Προδίδουν τήν Πατρίδα, τά Ἰδανικά καί τίς ἱερές  μας  Παραδόσεις, τά ἤθη καί τά ἔθιμα τοῦ μαρτυρικοῦ Γένους μας, τή Θρησκεία μας, τόν Πολιτισμό μας. Μέ μιά λέξι προδίδουν ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα, τόν Ἑλληνικό Πολιτισμό  καί τήν Ὀρθοδοξία.

       Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ κράτησε τό Γένος ὄρθιο, ζωντανό, τά
       χρόνια τῆς σκλαβιᾶς καί τό ὥπλισε μέ δύναμι καί θάρρος
        νά ἀποτινάξη τό ζυγό καί νά ζῇ σήμερα ἐλεύθερο.

       Εἶναι ἄρρωστοι οἱ συνάνθρωποί μας αὐτοί  καί ζοῦν ἀνάμεσά μας καί, λόγῳ τῆς ψυχικῆς τους ἀρρώστιας, ἀρνοῦνται τό Θεό καί ροκανίζουν τά θεμέλια τῆς Πατρίδος μας. Εἶναι δυνατόν νἆναι καλά στά μυαλά τους, εἶναι δυνατόν νά εἶναι ὑγιεῖς,  ὅταν ἀπαιτοῦν, στήν καρδιά τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας:
  • Τήν κατάργησι τῆς Προσευχῆς;
  • Τήν κατάργησι τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν στά Σχολεῖα τῆς Πατρίδος μας, ὅταν θεωρεῖται πρωτεῦον Μάθημα καί ὑποχρεωτικό σέ ὅλα τά Σχολεῖα  σέ παγκόσμια κλίμακα;
  • Τήν κατάργησι τῶν Θρησκευτικῶν (τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας), ποδοπατῶντας τό ἰσχῦον Σύνταγμα, τό ὁποῖον, ὡς βούλησι τοῦ Ἔθνους, ὁρίζει ὅτι «ἡ παιδεία ἀποτελεῖ βασική ἀποστολή τοῦ Κράτους καί ἔχει σκοπό τήν ἠθική, πνευματική καί φυσική ἀγωγή τῶν Ἑλλήνων, τήν ἀνάπτυξι τῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνειδήσεως καί τή διάπλασί τους σέ ἐλεύθερους καί  ὑπεύθυνους πολῖτες;» (Σύνταγμα ἄρθρον 16 παρ. 2  πρβλ. καί  ἄρθρ.1, παρ. 1α τοῦ Ν.1566\1985). Εἶναι τόσον ἄμυαλοι ὥστε νά μήν ἀντιλαμβάνονται ὅτι γελοιοποιοῦνται, ἀγνοῶντας ὅτι τό Μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν στά Σχολεῖα μας ἐνσαρκώνει καί μεταδίδει τόν Ἑλληνορθόδοξο Πολιτισμό στόν κόσμο καί ἐξευγενίζει τούς ἀνθρώπους;
       Πῶς θά μπορέσουμε νά βοηθήσουμε τούς συνανθρώπους μας αὐτούς, τούς ἀσθενεῖς,  καί πῶς θά θεραπεύσουμε τήν ψυχή τους, ἄν δέ κηρύξουμε, μέ ἀγάπη καί ὑπομονή, καί σ' αὐτούς τόν ἰαματικό λόγο τοῦ Εὐαγγελίου;
      Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «Μία τις μετά τά ἔργα δίδοται μηχανή καί θεραπείας ὁδός διά τοῦ λόγου διδασκαλία...» Δηλαδή: «Ὕστερα ἀπό τά ἔργα, ἕνας μονάχα ὑπάρχει τρόπος καί ἕνα μέσο θεραπείας ἡ διδασκαλία μέ τό λόγο. Ὁ λόγος εἶναι τό ὄργανο, αὐτός καί ἡ τροφή, αὐτός καί ἡ ἀρίστη ἀλλαγή κλίματος. Αὐτός ἀντικαθιστᾶ τά φάρμακα, αὐτός καί τή ζεστασιά. Αὐτός ἀντικαθιστᾶ καί τό χειρουργικό μαχαίρι· καί ἄν προκύψῃ ἀνάγκη, καί νά καυτηριάσῃς καί νά κόψῃς, αὐτόν πρέπει νά μταχειρισθῇς. Κι' ἄν αὐτός δέν φέρει κανένα ἀποτέλεσμα, κι' ἄν μέ τό λόγο τοῦ Θεοῦ δηλ. δέν κατορθώσουμε τίποτε, ὅλα τά ἄλλα πᾶνε χαμένα»
(Χρυσοστόμου, Περί Ἱερωσύνης, λόγ.Δ΄κεφ.3).
       Εἶναι καιρός νά μάθουν οἱ ἄνθρωποι τή μεγάλη Ἀλήθεια ὅτι:
  •     Φάρμακον θεραπευτικό γιά κάθε ἀρρώστια εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι  πραγματικά ὁ ἐπί  τῆς οὐσίας ἄρτος, τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἴαμα, θεραπεία.
  •      Παμφάρμακον εἶναι ἡ Θεία Κοινωνία, ἡ Θεία Μετάληψις τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι  τό φάρμακον τῆς ἀθανασίας, τό ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν», ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος.
  •     Ἰατρεῖον,  θεραπευτήριον νοσημάτων ἄμισθον  εἶναι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
  •      Πανακής τῆς ἀνθρωπότητος ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί βοηθοί Του εἰς τό ἔργον τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, ὅλοι ἐμεῖς, Κλῆρος καί Λαός.
      Θά παραθέσω ἐδῶ σχετικό κείμενον τοῦ Κλήμεντος τοῦ Ἀλεξανδρέως:
        «Ἔστιν οὖν ὁ παιδαγωγός  ἡμῶν λόγος διά παραινέσεων θεραπευτικός τῶν παρά φύσιν τῆς ψυχῆς παθῶν. Κυρίως μέν γάρ  ἡ τῶν τοῦ σώματος νοσημάτων βοήθεια ἰατρική καλεῖται, τέχνη ἀνθρωπίνη σοφίᾳ διδακτή. Λόγος δέ ὁ πατρικός μόνος ἐστίν  ἀνθρωπίνων ἰατρός ἀρρωστημάτων παιώνιος (θεραπευτικός) καί ἐπῳδός ἅγιος νοσούσης ψυχῆς...«ἰατρική μέν γάρ», κατά Δημόκριτον, «σώματος νόσους ἀκέεται (θεραπεύει), σοφίη δέ ψυχήν παθῶν ἀφαιρεῖται»· ὁ δέ ἀγαθός παιδαγωγός, ἡ σοφία, ὁ λόγος τοῦ πατρός, ὁ δημιουργήσας τόν ἄνθρωπον, ὅλου κήδεται (φροντίζει)  τοῦ πλάσματος, καί σῶμα καί ψυχήν ἀκεῖται (θεραπεύει) αὐτοῦ ὁ πανακής τῆς ἀνθρωπότητος ἰατρός» (Παιδαγωγός Α΄κεφ.ΙΙ, ΒΕΠΕΣ  7, 82,37-83,7).
       Ὁ Χριστός σώζει. Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.