Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Η ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ


Ἡ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ

Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τήν 8ην Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους ὥρισε νά ἑορτάζουμε τό Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας.

Ἡ ἀρχαία παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας  ἀναφέρει ὅτι οἱ γονεῖς της ἦσαν ἄτεκνοι καί ἔφεραν βαρέως «τό  ὄνειδος τῆς ἀτεκνίας». Ἦσαν ὅμως θεοσεβεῖς, πιστοί στό Θεό. Καθημερινά προσηύχοντο, μέ δάκρυα εἰς τόν Θεόν, καί Τόν παρακαλοῦσαν, νά τούς λυτρώσῃ ἀπό τόν ὀνειδισμόν τῆς ἀπαιδίας. Δέν ἔπαυσαν νά ἱκετεύουν τόν Κύριον, μολονότι οἱ στειρεύοντες, ὁ Ἰωακείμ καί ἡ Ἄννα εἶχαν φθάσει  σέ προκεχωρημένη ἡλικία. Πίστευαν ὅτι «ὅπου βούλεται Θεός νικᾶται φύσεως Τάξις». Καί βραβεύτηκε ἡ πίστις τους  Ὁ Πανάγαθος καί Πάνσοφος Θεός ἄκουσε τήν Προσευχή τους καί τούς χάρισε «καρπόν κοιλίας ἅγιον»,  ἕνα πανέμορφο καί χαριτωμένο κοριτσάκι, τή ΜΑΡΙΑΜ. Ὁ Πανάγιος Θεός προεγνώριζε ὅτι τό κοριστάκι αὐτό θά ἀνεδεικνύετο «ἡ Μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή», ἡ μόνη ἀξία νά δεχθῇ, ὡς ταπεινή δούλη Κυρίου, νά ἐπέλθῃ ἐπ᾿ αὐτήν τό Πανάγιον Πνεῦμα καί νά γεννήσῃ τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν  τοῦ Κόσμου.

Καί πραγματικά οἱ θεοσεβεῖς Ἰωακείμ καί Ἄννα δέχθηκαν τό κοριτσάκι τους, ὡς προϊόν Προσευχῆς, ὡ δῶρον Θεοῦ. Τό ἀφιέρωσαν εἰς τόν Θεόν, τό ὡδήγησαν εἰς τόν Ναόν καί ἀνέθεσαν τήν ἀνατροφήν του εἰς τούς Ἱερεῖς, ἐτρέφετο δέ, ἀπό ἁγίους Ἀγγέλους, κατά τήν Παράδοσιν.



Ἡ Κεχαριτωμένη διέρχεται τήν ζωήν της ἀπό τήν τρυφερή της ἡλικία ἐν τῷ Ναῷ, λατρεύει μέ τήν καρδιά της «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» τόν Θεόν καί  ἀφωσιώνεται εἰς Αὐτόν. Μελετᾶ μέρα καί νύκτα τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ καί τόν κάνει «Πρᾶξι», καί ἀναδεικνύεται «ἄσπιλος. ἀμόλυντος, ἄφθορος, ἁγνή, τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα καί τῶν ἁγίων ἁγιωτέρα Παναγία, Παρθένος ΘΕΟΤΙΚΟΣ. Καί καταξιώνεται καί γίνεται «ἡ τροφός τῆς ζωῆς ἡμῶν».«Καί τίς ἱκανός τοιοῦτον φράσαι Μυστήριον; Ποῖον δέ φθέγξασθαι στόμα; Ποία δέ γλῶσσα λαλῆσαι περί τῆς Μεγαλονύμου Θεοτόκου, τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου; Αὕτη γάρ καί τάς τῶν οὐρανίων Δυνάμεις ἐξένισεν», ἀναφωνεῖ ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης .

Καί πραγματικά ὅταν ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου καί ἐξαπέστειλεν, πρός τήν δούλην Αύτοῦ ὁ Θεός,  τόν Ἀρχάγγελον Γαβριήλ πρός τήν Θεοτόκον  νά τῆς ἀναγγείλλῃ ὅτι τήν ἀξίωσεν ὁ Θεός, νά γεννήσῃ τόν Υἱόν Του, τόν ἀληθινόν Μεσσίαν τόν ΛΥΤΡΩΤΗΝ, ἄφωνος ἔμεινεν ὁ, Ἀρχάγγελος,  μπροστά στό Κάλλος τῶν ἀρετῶν της,  καί μέ θαυμασμό ἀνεφώνησεν καί εἶπεν:

«Τήν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας Σου καί τό ὑπέρλαμπρον τό τῆς ἁγνείας Σου, ὁ Γαβριήλ καταπλαγείς, ἐβόα Σοι Θεοτόκε. Ποῖόν σοι ἐγκώμιον προσαγάγω  ἐπάξιον; Τί δέ ὀνομάσω Σε; Ἀπορῶ καί ἐξίσταμαι. Διό ὡς προσετάγην βοῶ Σοι' ΧΑΙΡΕ, Η ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ».

Παναγιά μου, ὅλοι μένουμε ἄφωνοι ἐνώπιόν σου! Συγχώρησε, Πάναγνε, ὡς στοργική Μητέρα, ὅλους ἐμᾶς, πού σέ πικραίνουμε μέ τά ἀστόχαστα καμώματά μας, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Δέου καί ἰκέτευε τόν Υἱόν Σου καί Θεόν ἡμῶν, ὤ Κεχαριτωμένη, ὅτι «πολλά ἰσχύει δέησις Μητρός, πρός εὐμένειαν Δεσπότου»! Μή παρίδης, ναί, μή παρίδης ἁμαρτωλῶν ἱκεσίας ἡ Πάνσεμνος. Εἶμαι σίγουρος πώς θά ἀκούσῃ τήν προσευχή Σου, Πανάμωμε, καί θά μᾶς Λυτρώσῃ. 



 Θά δεχθῆ τήν μετάνοιά μας, ὁ Εὔσπλαγχνος, γιατί Αὐτός ΣΤΑΥΡΩΘΗΚΕ,         γιά μᾶς, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τόνΠονηρό καί νά μᾶς ἐπανεισάγῃ εἰς τόν Παράδεισον.  Σῶσαι μας Παναγιά μου ταῖς ἱκεσίαις Σου! «Τήν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς Σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον ἡμᾶς ὑπό τήν Σκέπην Σου!




Σάββατο 22 Αυγούστου 2026

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

 

                         «ΔΙΚΑΙΩΝ ΨΥΧΑΙ ΕΝ ΧΕΙΡΙ ΘΕΟΥ»(Σοφ.Σολ.3,1).

 

ΣΗΜΕΡΑ συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια, ἀπό τήν ὑπό τοῦ Κυρίου μετάθεσιν εἰς τά οὐράνια,στά ἀγγελικά Στρατόπεδα, τοῦ ἀγαπημένου μου Γιοῦ, τοῦ Παναγιώτη μου. Ἔχω διαρκῶς τό βλέμμα μου στραμμένο στόν ἔναστρο Οὐρανό καί ἔχω τήν αἴσθησι, ὅτι κι’ αὐτός μέ βλέπει ἀπό τά οὐράνια ὕψη. Τόν νοιώθω δίπλα μου, τόν Συνταγματάρχη, ζῆ μέσα στήν καρδιά μου καί συνεχίζω νά τόν νοιώθω κοντά μου νοερά στίς Λειτουργίες.  Εἴμαστε μέλη τοῦ σώματος τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ, ἑνωμένοι μαζί Του, καί μεταξύ μας. Ψάλλουμε μαζί τούς ὕμνους Δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, πού συντόμευσε τίς ἡμέρες τῆς Θλίψεως καί τόν πῆρε μαζί Του, στά οὐράνια, Εἶμαι σίγουρος ὅτι  τώρα δέν πονάει καί ὅτι ἀναπαύεται «ἐν χειρί Θεοῦ» καί  ἀπό τά οὐράνια συμπροσεύχεται μαζί μου, ὅπως πάντοτε, διότι, μεγάλωσε μέσα στό ΙΕΡΟ καί ἀπό τήν τρυφερή του ἡλικία πίστευε στό Θεό καί λάτρευε τόν Κύριο, γι’ αὐτό καί: «Εὐάρεστος Θεῷ γερνόμενος ἠγαπήθη καί ζῶν μεταξύ ἁμαρτωλῶν μετετέθη· ἡρπάγη, μή κακία ἀλλάξῃ σύνεσιν αὐτοῦ ἤ δόλος ἀπατήσῃ ψυχήν αὐτοῦ»( Σοφ, Σολομ. 4, 10-11).

Καί βεβαιώνω αὐτό τό λόγο, μέ τήν ἀναδημοσίευσι μιᾶς σελίδος τοῦ Περιοδικοῦ ΑΝΑΠΑΛΜΟΙ(τεύχος 107 σελ. 49 τοῦ ἔτους 1983): Ὁ Παναγιώτης μου, τότε Μαθητής τῆς Δ΄ Δημοτικοῦ, μέ παρεκάλεσε νά τοῦ ἐπιτρέψω νά γράψῃ κάτι. Ἰχνογράφησε τόν Ἱερό Λόφο, τόν ΓΟΛΓΟΘΑ, μέ τρεῖς Σταυρούς καί ἕνα ἑπτάστιχο, μέ τίτλο «Ο ΘΕΟΣ», πού κατά τή γνώμη μου ἀποτελεῖ περίληψι τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀγάπης:


 

 

                          Ο ΘΕΟΣ

 

                  Ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα.

                 Μᾶς περιβάλλει, μέ ἀγάπη.

                 Μᾶς ἀκολουθεῖ ὅπου κι’ ἄν πᾶμε.

                 Αὐτός μᾶς προστατεύει,

                 ἀγαπάει τούς πτωχούς, τούς πλουσίους

                 τούς ταπεινούς ἀκόμη καί τούς ἁμαρτωλούς,

                 τούς Φαρισαίους. Θέλει νά γίνουμε ὅλοι καλοί.

                                                                 

                                                            ΠΑΝΟΣ  ΠΟΥΛΗΣ

                                                         Μαθητή  Δ΄ Δημοτικοῦ

  

    Τήν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἑορτῆς τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, πῆρε ἡ Μεγαλόχαρη μαζί της τόν Παναγιώτη μου στά Οὐράνια γιά μήν πονάη. Ὁ πόνος τοῦ ἀποχωρισμοῦ, εἶναι ἀβάσταχτος γιά μένα... Ἐρήμωσε τό σπίτι μου, αἱμορραγεῖ ἠ καρδιά μου... Πιστεύω πώς ἡ Παναγιά καί ὁ Κύριος, τόν λύτρωσαν ἀπό τόν Πόνο καί ὅτι τώρα βρίσκεται στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν παύω νά πονῶ, μοῦ λείπει τό Παιδί μου...

Γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου, σέ παρακαλῶ συγχώρεσέ μου, πού θρηνῶ τό ἀποχωρισμό μου, ἀπό τό Παλικάρι μου, ἀπό τήν Παρηγοριά μου. Σύ Κύριέ μου γνωρίζεις καλά, καλλίτερα ἀπό μένα τήν Πίστι μου Σέ Σένα. Πιστεύω ὅτι Σύ εἶσαι ἡ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ κι᾿ ὁλόψυχα Σέ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, πού λύτρωσες τό Γιό μου ἀπ᾿ τόν πόνο, ἔχε τον σέ παρακαλῶ στήν ἀγκαλιά Σου. Συγχώρεσέ με, Κύριε καί πάρε μου τή θλῖψι ἀπό τήν ψυχή μου! Καί ἀξίωσέ με νά Σέ ὑμνῶ  ἐν τῇ ζωῇ μου ἕως ὑπάρχω. Διότι Σέ Σένα, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ πνεύματι, ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.





Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

ΟΙ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΔΙΑΠΡΕΨΑΝΤΕΣ

 


ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΘΕΟΥ ΔΟΞΗΣ ΑΞΙΩΘΗΣΟΝΤΑΙ»

 «πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ», ὁ γλυκύς Ἰησοῦ κατέβη κάτω, ἔρχεται στή γῆ, κοντά μας, γίνεται ταπεινόςἄνθρωπος, γιά νά μᾶς ἀνεβάσῃ ἄνω, στά οὐράνια σκηνώματα τοῦ Θεοῦ. Γίνεται τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλους μας, ὥστε νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του.

Ὁ Προφήτης Μιχαίας, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, μᾶς καλεῖ νά ἀνέβουμε στό ὕψος στής Θεότητος, λέγων:

«Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου καί εἰς τόν οἶκον τοῦ θεοῦ Ἰακώβ, καί δείξουσιν ἡμῖν τήν ὁδόν αὐτοῦ, καί πορευσόμεθα ἐν ταῖς τρίβοις αὐτοῦ· ὅτι ἐκ Σιών ἐξελεύσεται νόμος καί λόγος Κυρίου ἐξ Ἱερουσαλήμ» (Μιχ. δ΄ 2).

Ἔρχεται ὁ Χριστός καί μᾶς ἀναφέρει, μᾶς ἀνεβάζει εἰς τό Ὄρος τοῦ Θεοῦ, γιά νά μᾶς δείξῃ τή Θεϊκή Του Δόξα, νά φανερώσῃ τή Θεότητά Του εἰς τούς ἀξίους καί καθαρούς, σέ Κείνους, πού πρόκοψαν στίς ἀρετές, σέ Κείνους πού βίωσαν τήν Πίστιν, «τήν δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένην», σέ κείνους, πού ἀνέβησαν εἰς τό ὕψος τῆς  ἐνθέου ζωῆς, πού δέχθηκαν βαθειά μέσα στήν καρδιά τους τό ζωοποιό Του λόγο, καί ἀνέβησαν ψηλά, πάνω ἀπό τά γήϊνα καί φθαρτά, μέ λαχτάρα γιά τά ἄφθαρτα, τά ἐπουράνια.

Δέν εἶναι τυχαῖον ὅτι ὁ Χριστός ,   στό Θαβώριον Ὄρος, δέν πῆρε, δέν ἀνέβασε μαζί Του καί τούς δώδεκα Μαθητάς, ἀλλά μόνον τούς τρεῖς. Ἦταν προσωπολήπτης ὁ Κύριος; Ὄχι, ἀσφαλῶς. Μή γένοιτο. Ἀνέβασε μαζί μαζί Του, μόνον τούς τρεῖς, τόν Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, διότι μόνον αὐτοί, πάλεψαν καί ἀγωνίσθηκαν, μέ τή χάρι τοῦ Κυρίου, ἀνέβησαν  «εἰς  ὕψος θείας ἀναβάσεως» καί  διέπρεψαν εἰς τάς ἀρετάς, καί ὡς ἐκ τούτου ἔγιναν δεκτικοί τῶν θείων ἀποκαλύψεων καί ἀξιώθηκαν τῆς ἐνθέου δόξης.

Καί οἱ ἄλλοι Μαθηταί ἄκουσαν τό ζωοποιό Του λόγο, ἀλλά δέν εἶχαν κατορθώσῃ νά ἀνέβουν ἔστω στό πρῶτο σκαλοπάτι τῆς πνευματικῆς Κλίμακος, ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Κύριος, δέν τούς ἀνέβασε μαζί Του, στό Ὄρος τῶν θείων ἀποκαλύψεων. Γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεός ἡμῶν εἶναι πῦρ καταναλίσκον. Φωτίζει καί δροσίζει τούς καθαρούς, τούς εὐσεβεῖς, κατακαίει δέ φλογίζει τούς ἀκαθάρτους, τούς ἀσεβεῖς.

Οἱ ὑπόλοιποι Μαθηταί ἔμειναν στούς πρόποδας τοῦ Ὅρους τῆς Θεϊκῆς ἀποκαλύψεως, ὡς μή δεκτικοί τῆς ἐνθέου δόξης. Ὅταν ἀργότερα θά ρωτήσουν τόν Κύριο· Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά θεραπεύσουμε τόν νέον; Γιατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; Ὁ Κύριος : θά τού ξεκάθαρα: «Διά τήν ἀπιστίαν ὑμῶν». Αὐτός ἦταν καί ὀ λόγος, πού δέν τούς πῆρε μαζί Του καί, συνεπῶς,  δέν ἀξιώθηκαν τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἐνθέου Δόξης.

Ἑπομένως εἶναι αὐτονόητον ὅτι, γιά νά ἀξιωθῆ ὁ ἄνθρωπος νά γίνῃ θεατής τῆς ἐνθέου δόξης εἶναι ἀνάγκη πρῶτα ἀπό ὅλα νά ἀνοίξῃ  τήν καρδιά του τό Χριστό, νά πιστεύσῃ στό Χριστό, νά ἐγκολπωθῇ τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του καί νά ἀγωνίζεται νά τό κάνῃ «πρᾶξι», στήν καθημερινή Του. Δηλαδή νά λατρεύῃ τό Χριστό «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Νά ἔχῃ πίστιν «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένην».  Νά νικᾷ τό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν, καί, μέ νῆψι, νηφαλιότητα, ἐγρήγορσι, προσοχή, μέ ἀδιάλειπτη Προσευχή καί τήν κατά Θεόν Νηστείαν, νά ἀνέβη εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως. Διότι μόνον τότε θά ἀξιωθῇ   τῆς ἀποκαλύψεως  καί τῆς ἐνθέου Δόξης. Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος καί νά φανερώσῃ καί σέ μᾶς τή Θεία Του Δόξα! Εἴθε!

Ἐμπρός, λοιπόν, στό ἀγῶνα, νά ἀνέβουμε ψηλά καί ἀπό τό ὕψος αὐτό τῆς  θείας ἀναβάσεως νά γίνουμε ἄξιοι, δεκτικοί, τῶν Ἀποκαλύψεων!

 «Δεῦτε ἀναβῶμεν εἰς τό ὄρος Κυρίου, καί εἰς τόν οἶκον τοῦ θεοῦ ἡμῶν, καί θεασώμεθα τήν δόξαν τῆς Μεταμορφώσεως Αὐτοῦ, δόξαν ὡς Μονογενοῦς παρά Πατρός· φωτί προσλάβωμεν Φῶς καί μετάρσιοι γενόμενοι τῷ πνεύματι, Τριάδα ὁμοούσιον ὑμνήσωμεν εἰς τούς αἰῶνας».


Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Ἡ Ἔμψυχος Κιβωτός

 


  Ἔμψυχος Κιβωτός

 

« Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ Κιβωτῷ,

ψαυέτω μηδαμῶς χείρ ἀμυήτῳ.

Χείλη δέ πιστῶν τῇ Θεοτόκῳ 

ἀσιγήτως, φωνήν τοῦ ἀγγέλου

ἀναμέλποντα, ἐν ἀγαλλιάσει

 βοάτω: Χαῖρε Κεχαριτωμένη

 ὁ Κύριος μετά σοῦ».

 

Ὁ Φιλάνθρωπος Θεός ἐπραγματοποίησε τήν προαιώνια Βουλή Του, γιά τή λύτρωσι τοῦ Γένους τῶν ἀνθρώπων. «Ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλάτ. δ΄4).Ἐπραγματοποίησε τό«Πρωτευαγγέλιον», «ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», ὅταν εὑρέθη «ἡ

μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή, ἡ ἀξία νά δεχθῇ στήν καθαρή καρδιά της τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἡ Κεχαριτωμένη καί νά προσφέρει στό Θεό τήν ἀνθρωπίνη σάρκα. «Δούλη Κυρίου, ἀφοσιωμένη στό Θεό, ἡ πιστή, ἡ ταπεινή, Παρθένος τῆς Ναζαρέτ, ἁγνή,  σκεῦος, ἐκλεκτό, ἄσπιλον, καθαρόν ἄξιον καί ἱκανόν νά δεχθῇ τίς δωρεές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βρέθηκε ἡ μόνη ἱκανή νά γεννήσῃ τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Χάρις στίς ἀρετές της ἀξιώθηκε νά συνδέσῃ αἰώνια τόν ἑαυτόν της,   μέ τόν Θεόν καί τήν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Κεχαριτωμένη ἐκπροσωπεῖ ἄξια τό ἀνθρώπινον Γένος. Προσφέρει στόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἐνέργεια τοῦ ἁγίου Πνεύματος καθαρή καί πάναγνη τήν ἀνθρωπίνην σάρκα. Ἔγινε τό καθαρόν σκήνωμα τοῦ Λόγου, ἡ ἔμψυχος Κιβωτός,  «Φωτός κατοικητήριον», ὁ πανάμωμος Ναός τοῦ Ὑψίστου Θεοῦ.

Ὁ Ἱερός ὑμνωδός ἀπευθύνεται σέ κάθε ἄνθρωπο καί ζητεῖ τόν ἀπόλυτο σεβασμό καί τήν εὐλάβεια πρός τήν Θεοτόκον :

«Αὐτή εἶναι ἡ ἔμψυχος Κιβωτός τοῦ Θεοῦ. Ἄς προσέξει κάθε ἄνθρωπος νά προσεγγίζῃ μέ ἀπόλυτο σεβασμό καί εὐλάβεια τήν Πάναγνη Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἄς προσέξει ἀνθρώπινο χέρι, πού δέν ἔχει μυηθεῖ στό μέγα Μυστήριον τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ  νά μή προσεγγίσῃ καί νά μήν ἀγγίξῃ τήν ἔμψυχον Κιβωτόν. Τά δέ χείλη τῶν πιστῶν, ἄς προσεγγίσουν τό Μυστήριον τοῦτο, μέ τόν πυρῆνα τῆς ψυχῆς, μέ τήν ὀρθόδοξον Πίστιν καί ἄς ψάλλουν ἀκατάπαυστα  ὕμνους Εὐχαριστίας πρός τήν Θεοτόκον, μέ τήν φωνήν τοῦ Ἀρχαγγέλου δέ, καί μέ ἀγαλλίασι ἄς φωνάζουν, μέ ὅλη τήν δύναμιν τῆς ψυχῆς τους : ΧΑΙΡΕ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ Ο  ΚΥΡΙΟΣ ΜΕΤΑ ΣΟΥ».

Ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει νά σταθοῦμε μέ εὐλάβεια, εἰς τόν Οἶκο τοῦ Θεοῦ, καί νά ψάλλουμε ὕμνους Εὐχαριστίας στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Μητέρα ὅλων μας,  διότι εἶναι, χωρίς ὑπερβολή,   ἡ μόνη, πού μᾶς παραστέκει στό κάθε μας βῆμα καί πολλές φορές, ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς μας συμπεριφορᾶς, «δακρύζουν ἀκόμη καί οἱ εἰκόνες της»: Λοιπόν ἀδελφοί:

«Στῶμεν εὐλαβῶς ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν καί ἐκβοήσωμεν: Χαῖρε κόσμου Δέσποινα, Χαῖρε Μαρία, κυρία πάντων ἡμῶν, Χαῖρε ἡ μόνη ἄμωμος ἐν γυναιξί καί καλή, Χαῖρε σκεῦος, μύρον τό ἀκένωτον ἐπί Σέ κενωθέν εἰσδεξάμενον».

Ἡ ταπεινή Κόρη τῆς Ναζαρέτ, χάρις εἰς τήν ἀφιέρωσίν της εἰς τόν Θεόν, χάρις εἰς τήν θερμήν της Πίστιν, εἰς τήν γνησίαν Ἀγάπην της καί γενικά χάρις εἰς τάς ἀρετάς της καταξιώθηκε καί ἔγινε Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Μητέρα ὅλων μας. Ἀνεδείχθη «ὑψηλοτέρα τῶν Οὐρανῶν καί καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα καί τῶν Ἁγίων ἁγιωτέρα. ΠΑΝΑΓΙΑ. Μπροστά της στέκονται εὐλαβικά οἱ Προφῆτες, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Ὁμολογητές τῆς Πίστεως, οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες, οἱ Ἄγγελοι, οἱ Ἀρχάγγελοι καί ὅλοι οἱ Ἅγιοι, ἄ φ ω ν ο ι, θαυμάζοντες τό Κάλλος τῶν ἀρετῶν της. Κάθε εὐσεβής ψυχή αἰσθάνεται ἀδύναμη νά τήν ἐγκωμιάσῃ ἐπάξια.  Ὁ Ἅγιος Ἐπιφάνιος ἀναφωνεῖ  χαρακτηριστικά : «Καί τίς ἱκανός τοιοῦτον φρᾶσαι μυστήριον; Ποῖον δέ φθέγξασαι στόμα ἤ ποία γλώσσα λαλῆσαι  π ε ρ ί τ ῆ ς   μ ε γ α λ ω ν ύ μ ο υ ΘΕΟΤΟΚΟΥ  ΜΑΡΙΑΣ, τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου... Αὕτη γάρ καί τάς τῶν Οὐρανῶν Δυνάμεις  ἐξένισεν».

Τό μόνο, πού ἀπομένει σέ ὅλους ἐμᾶς, εἶναι νά φυλάξουμε στήν ψυχή μας τήν παναγίαν της Μορφήν, νά μιμηθοῦμε τόν πανάρετον βίον της, καί σάν ἐγκώμιον εὐλαβικά νά τῆς προσφέρουμε  τήν προκοπή μας εἰς τήν ἐν Χριστῷ ζωήν. ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ, πού μποροῦμε, μέ τή Χάρι της, νά τό κατορθώσουμε.

Ἡ Παναγία Μητέρα μας προπορεύεται καί μᾶς καθοδηγεῖ. Εἶναι «πύρινος στῦλος ὁδηγῶν τούς ἐν σκότει, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα Νεφέλης». Μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά συνεχῆ, καθημερινή πρᾶξι θυσιαστικῆς Ἀγάπης. Ἡ πνευματική μας τελείωσις ἀποτελεῖ τόν μελωδικώτερον καί τελειότερο ὕμνον εἰς τόν Υἱόν της, τόν Κύριόν μας ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ καί τήν μεγαλύτερη χαράν, πού μποροῦμε καί ἐπιθυμεῖ νά τῆς προσφέρουμε.

Παναγιά μου, Μεγαλόχαρι,  δέξου τήν πενιχράν μου δέησι καί μή μᾶς ἐγκαταλείπης! Συγχώρησε τά λάθη μας καί φώτιζε τά βήματά  μας, ὥστε, μέ τή Χάρι Σου, νά προκόψουμε στήν ἐν Χριστῷ ζωή μας  καί νά Σέ δοξάζωμεν τήν ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΝ.

 

 


Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ

 


                      Ο ΤΕΛΙΚΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΑΣ ΣΚΟΠΟΣ

 

Ἀνάγκη νά ἐννοήσωμεν τήν τιμήν τοῦ· «κατ᾿  εἰκόνα», πού μᾶς χάρισεν ὁ Πανάγαθος Θεός καί νά ἀκολουθήσωμεν τήν ἀνοδικήν μας Πορείαν ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν, ἀπό τό· «κατ᾿ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ᾿  ὁμοίωσιν», νά γίνουμε θεοί, κατά χάριν.

Ὁ Στοργικός μας Πατέρας, μᾶς ἔπλασε «δυνάμει θεούς» καί μᾶς καλεῖ νά γίνουμε καί «ἐνεργείᾳ θεοί». Μᾶς καλεῖ νά ἐννοήσωμε τήν ἀξίαν τοῦ· «κατ᾿ εἰκόνα», νά ἐννοήσωμεν δηλαδή ὅτι σκοπός τῆς ἐπί γῆς ζωής μας εἶναι νά ἐνεργοποιήσουμε τίς δυνατότητες, πού μᾶς χάρισεν ὁ Κύριος, δηλαδή τόν ΝΟΥΝ καί τήν Ἐλευθερίαν, νά διακρίνουμε τό ΚΑΛΟΝ ἀπό τό ΚΑΚΟΝ καί νά ἐκλέξωμε τό Καλόν.

Νά ἐκλέξωμε «τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν, τό εὐάρεστον καί τέλειον»(Ρωμ. ιβ΄ 2). Θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά γίνῃ ὁ ἄνθρωπος καί ΜΈ τή θέλησί του θεός. Ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσῃ ὁ ἄνθρωπος ὅτι μόνος του ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά τελειωθῇ καί ὀφείλει νά  συνεργασθῇ μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι δεδομένη, διότι ὁ Θεός δημιούργησε τόν ἄνθρωπον ἐξ ἀπείρου Ἀγάπης καί εἶναι ἀπαραίτητη ἡ συγκατάθεσις τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε μέ τή Θέλησί του, ἀπό τό κατ᾿ εἰκόνα νά φθάσῃ εἰς τό καθ᾿ ὁμοίωσιν. Συνεπῶς πρός πραγματοποίησιν τοῦ τελικοῦ σκοποῦ μας ἐπί τῆς γῆς εἶναι ἀναγκαῖοι δύο παράγοντες :

Ἡ Θεία Χάρις καί ἠ Θέλησι τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ συνεργασία τῶν δύο αὐτῶν παραγόντων εἶναι ἀναγκαία, γιά νά γίνῃ ὁ ἄνθρωπος καί ἐνεργείᾳ Θεός.

Ὁ Εὐγγελιστής τῆς Ἀγάπης λέγει ὅτι «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ»(Α΄Ἰωάν.δ΄16). Ὁ Πάνσοφος Δημιουργός, ἐξ ἀπείρου ἀγάπης ἔπλασε τόν ἄνθρωπος κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν αὐτοῦ καί ΘΕΛΕΙ νά ἔχῃ τόν ἄνθρωπον αἰωνίως κοντά Του καί νά συνομιλεῖ μαζί Του , ὅπως συνομιλεῖ ὁ φίλος μέ τόν φίλον του. «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό Αὐτεξούσιον. Δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον ἐλεύθερον, μικρόν Θεόν, καί ἐπιθυμεῖ νά μείνῃ κοντά Του, τό πλᾶσμα Του, ὄχι ἀναγκαστικά, ἀλλά μέ τή ΘΕΛΗΣΙ του. Ζητεῖ ἀπό τά πλάσματά Του νά μείνουν ἐν τῇ ἀγάπῃ, μέ τή ΘΕΛΗΣΙ τους. Ἄν θέλουν, νά μείνουν ἐν τῷ Θεῷ. ἌΝ ΘΕΛΟΥΝ νά μείνουν μαζί Του. Καί μέ τόν Ποινικόν Νόμον τῆς Ἀγάπης Του, δίδει  Ὕλην εἰς τό Αὐτεξούσιον, γιά νά διαλέξῃ ὀ ἄνθρωπος ἐλεύθερα ὅ,τι Θέλει. Ὁ Θεός ΠΡΟΛΕΓΕΙ καί ὁ ἄνθρωπος ΠΡΟΓΝΩΡΙΖΕΙ ὅτι ἡ ΥΠΑΚΟΗ εἰς τόν Νόμον, εἶναι ΖΩΗ καί ἡ ΠΑΡΑΚΟΗ εἶναι ΘΑΝΑΤΟΣ. Ὁ ἅνθρωπος προγνωρίζει ὅτι διά τῆς ΥΠΑΚΟΗΣ δηλώνει ὅτι ἀγαπᾶ τόν Θεόν καί Θέλει νά μένῃ ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ὅπως ἐπίσης προγνωρίζει ὅτι διά τῆς ΠΑΡΑΚΟΗΣ δηλώνει ὅτι δέν ἀγαπᾶ τόν Θεόν, δέν θέλει νά μένῃ ἐν τῇ ἀγάπῃ. Προγνωρίζει ὅτι διά τῆς ΠΑΡΑΚΟΗΣ Χωρίζεται ἀπό τήν Πηγήν τῆς ΖΩΗΣ,μέ τή Θέλησί του, καί ὅτι ἐκλέγει τόν αἰώνιον θάνατον.    



Κύριέ μου, Γλυκύτατέ μου Ἱησοῦ, πόσο ἀστόχαστοι εἴμαστε, πόσο ἀπερίσκεπτοι!... Μισοῦμε τό Φῶς καί ἀγαπᾶμε τό σκοτάδι. Πῶς μᾶς ἀνέχεσαι, Μακρόθυμε, πῶς μᾶς ὑπομένεις;... Σταματάει ὁ Νοῦς μου, δέν ξέρω τή νά πῶς γιά τήν τόση ἀναίδεια, γιά τήν τόση ἀναισχυντία... Ἐκλέγουμε χωρίς ἴχνος ντροπῆς τό θάνατο καί καυχώμαστε. Ἀφήνουμε τόν Μόσχον τόν σιτευτόν καί ἐκλέγουμε τά ξυλοκέρατα τῆς Ἀποστασίας. ἐγκαταλείπουμε τήν Πηγήν τοῦ Ζῶντος  Ὕδατος καί προσπαθοῦμε νά ξεδιψάσουμε στά «λασπονέρια τῆς ἀπιστίας».

Δόξα στή Μακροθυμία Σου, Κύριε, Δόξα Σοι!  Δόξα τῇ ἀνεκφράστω, Λόγε συγκαταβάσει Σου!

«Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί Κριμάτων Σου ἀβύσσους, Τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;»

Σπλαγχνίσου μας , Οἰκτίρμων καί σῶσε μας Κύριε, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ  Ὀνόματός Σου, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ!


 

 

 

 

 

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

«ΚΑΙ ΑΛΛΟΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΝ...» (Ἰωάν. ιδ΄16, ιε΄26).



ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΟ ΑΓΙΟΝ, ΤΟ

ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

( Ἰωάν. ιδ΄ 17, 26. ιστ΄ 13).

 «Οὐκ ἀφήσω ὑμᾶς ὀρφανούς· ἔρχομαι πρός ὑμᾶς» (Ἰωάν. ιδ΄18). «Ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε, καί ἐγώ ἐρωτήσω (θά παρακαλέσω) τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον δώσει ὑμῖν, ἵνα μένῃ μεθ’ ὑμῶν εἰς τόν αἰῶνα, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ  ὁ κόσμος οὐ δύναται λαβεῖν, ὅτι οὐ θεωρεῖ αὐτό οὐδέ γινώσκει αὐτό, ὅτι παρ’ ὑμῖν μένει καί ἐν ὑμῖν ἔσται» ( Ἰωάν. ιδ΄ 15-17).

 

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ὁ Πρῶτος Πλησίον μας καί ὁ Πρῶτος Παράκλητος, ὁ Πρῶτος Παρηγορητής. Ἀφήνει τό Θεϊκό Του Θρόνο καί ἔρχεται κοντά μας, μᾶς πλησιάζει μέ τρυφερότητα καί στοργή καί μᾶς παρηγορεῖ. Εἶναι ὁ πρῶτος πλησίον καί ὁ μόνος, πού θεραπεύει πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. Μᾶς τρέφει, μέ τόν ζωοποιόν Του λόγον, μᾶς φωτίζει, μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό «τήν ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ καί μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων». Γίνεται, γιά χάρι μας, «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ». Τύπος καί ὑπογραμμός ὑπακοῆς εἰς τόν Πατέρα, ζωντανό Παράδειγμα, «Ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ» καί «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον». Γίνεται «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή», πού ὁδηγεῖ πρός τόν Πατέρα. Καί πράγματι κανείς δέν μπορεῖ νά ἔλθῃ πρός τόν Πατέρα, παρά μονάχα διά τοῦ Ἰησοῦ. Μᾶς συμφιλιώνει μέ τό Αἷμα Του, μεταξύ μας καί μέ τόν Πατέρα. Φέρει σέ τέλειον πέρας τό ἔργον πού Τοῦ ἀνέθεσε ὁ Οὐράνιος πατέρας μας.

Μᾶς λύτρωσε ἀπό τή φθορά καί τό Θάνατο καί ἄνοιξε τίς Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὥστε ὅποιος θέλει νά μπορεῖ νά ἐπιστρέψῃ στήν Πατρικήν Ἑστίαν.

Προσέλαβε τήν πεπτωκυῖαν καί ἀμαυρωθεῖσαν  φύσι ἡμῶν καί τήν ἐξαγίασεν τήν ἀφθαρτοποίησεν, τήν ἀνέστησεν, τήν ὕψωσε καί τήν δόξασε καί τήν ἀνέλαβε μαζί Του καί τήν ἕστησεν εἰς τά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί Πατρός. Ἐπραγματοποίησεν τήν εἰς Οὐρανούς ἀποκατάστασιν πάντων τῶν κλητῶν, ἐκλεκτῶν καί πιστῶν Μαθητῶν,τῶν καταδικῶν Του. Πρός πραγματοποίησιν τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν Μαθητῶν εἰς τούς Οὐρανούς, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ ὁ Ἱησοῦς  καί ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ὡς ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ, πῆρε δηλαδή μαζί καί τά ἐξαγιασθεῖσαν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἀνέπλασεν δηλαδή τήν ἑαυτοῦ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσιν. Οὕτως ἐλύτρωσε τόν κόσμον ὁ Χριστός, ὡς Παντοδύναμος.

Οἱ Μαθηταί βλέπουν τόν Κύριον νά ἀναλαμβάνεται εν δόξῃ εἰς τούς οὐρανούς καί θρηνοῦν, γιά τόν προσωρινόν ἀποχωρισμόν τους ἀπό τόν ΗΓΑΠΗΜΕΝΟΝ καί παρακαλοῦν τόν Κύριον, μετά δακρύων λέγοντες: «Κύριε μή μᾶς ἀφήσῃς ὀρφανούς!... Μεῖνε κοντά μας, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου!

Ὁ Κύριος ὅμως βεβαιώνει τούς Μαθητάς Του καί ὅλους ἐμᾶς καί λέγει: Ὄχι. Δέν θά σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς. Θά ἔλθω, διά τοῦ ἄλλου Παρακλήτου, πού θά κατοικήσῃ μέσα σας καί θά σᾶς ἑνώσῃ μαζί μου ὡς μέλη δικά μου. Ἑάν μέ ἀγαπᾶτε καί τηρήσετε τάς Ἐντολάς μου, θά παρακαλέσω τόν Πατέρα καί ἄλλον Παράκλητον, καί ἄλλον βοηθόν καί ὁδηγόν καί Παρηγορητήν θά σᾶς δώσῃ, γιά νά μένῃ μαζί σας αἰωνίως. Θά σᾶς δώσῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Πνεῦμα δηλαδή τῆς ἀληθείας, τό ὁποῖον ὁ κόσμος δέν μπορεῖ νά τό λάβῃ, διότι δέν τό βλέπει οὔτε τό ξέρει. Σεῖς ὅμως τό ξέρετε, διότι μένει κοντά σας καί θά εἶναι μέσα σας. Δέν θά σᾶς ἀφήσω, λοιπόν, ὀρφανούς. Θά ἔλθω κοντά σας. Διότι ὅπου εἶναι τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὁ ἄλλος Παράκλητος, ἐκεῖ εἶναι καί  ὁ Πατέρας καί ὁ Υἱός, ἡ ὁμοούσιος καί ἀχώριστος Ἁγία Τριάς. «Ὁ Παράκλητος δέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ὅ πέμψει ὁ Πατήρ ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐκεῖνος ὑμᾶς διδάξει πάντα καί ὑμνήσει ὑμᾶς  πάντα ἅ εἶπον ὑμῖν»( Ἰωάν. ιδ΄26).

Πράγματι δέ ὁ ἄλλος Παράκλητος, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τό ὁποῖον θά στείλῃ ὁ Πατέρας στό ὄνομά μου, Ἐκεῖνος, σέ ὅλους ἐσᾶς, πού μέ ἀγαπᾶτε καί τηρεῖτε τούς λόγους μου, θά διδάξῃ ὅλα καί θά σᾶς ὑπενθυμίσῃ ὅλα, ὅσα σᾶς εἶπα.

ΕΠΟΜΕΝΩΣ « ὅταν δέ ἔλθῃ ὁ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΣ, ὅν ἐγώ πέμψω ὑμῖν  παρά τοῦ Πατρός, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, Ἐκεῖνος μαρτυρήσει περί ἐμοῦ· καί ὑμεῖς δέ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε»( Ἰωάν. ιε΄26-27).

Ὅταν ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, τόν ὁποῖον ἐγώ θά σᾶς στείλω ἀπό τόν Πατέρα, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, τό ὁποῖον ἐκπορεύεται ἀπό  τούς κόλπους τοῦ Πατρός, ὅπως ὁ ποταμός ἀναπηδᾶ ἀπό τήν φυσικήν Του Πηγήν, Ἐκεῖνος θά μαρτυρήσῃ περί ἐμοῦ. Ἀλλά καί σεῖς θά μαρτυρῆτε περί ἐμοῦ, διότι ἀπό τήν ἀρχήν τῆς δημοσίας δράσεώς μου, εἶσθε μαζί μου, ἄμεσοι, αὐτόπτες μάρτυρες τῆς διδασκαλίας καί τῶν ἔργων μου, φωτιζόμενοι δέ καί ἀπό τόν Παράκλητον θά δίδετε μαρτυρίαν ὀρθόδοξον, σύμφωνη μέ τήν μαρτυρίαν τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας.

Τό ἐρώτημα εἶναι: Ποιός καί Πῶς μπορεῖ νά δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος τόν φωτισμόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;

Εἶναι αὐτονόητον ὅτι μόνον ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ εἶναι δεκτικός τῆς Χάριτός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «Ταύτας οὖν ἔχοντες τάς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός  μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»(Β΄Κορινθ. ζ΄1). Ὄχι μόνον νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, ἀλλά καί νά ἐπιτελοῦμε Ἁγιωσύνην, νά γινώμαστε τέλειοι εἰς τήν ἁγιότητα, μέ φόβο Θεοῦ. «Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ  δεῖ προσκυνεῖν» ( Ἰωάν. δ΄24). Ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα καί εἶναι Πανταχοῦ Παρών καί πληροῖ τά Σύμπαντα. Ἐκεῖνοι, πού Τόν λατρεύουν, πρέπει νά Τόν προσκυνοῦν  καί νά Τόν λατρεύουν, μέ τήν καρδιά τους, μέ ὁλόκληρη τήν ψυχή τους καί μέ ἀληθῆ ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ καί τῆς λατρείας , πού ἁρμόζει εἰς τόν Ἕνα καί Μόνον ἀληθινόν, τόν Τριαδικόν, Θεόν. Ὅπως μαρτυρεῖ τόν πανάγιον Πνεῦμα, Ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα καί ὀφείλομεν νά ἀπονέμωμεν εἰς Αὐτόν πνευματικήν λατρείαν. Εἶναι ὅμως καί ἀγάπη, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής τῆς Ἀγάπης: «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄16). Μένωμεν δέ ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν, μένωμεν ἐν τῇ ἀγάπῃ, καί  γνωρίζωμεν ὅτι ἀγαπῶμεν τά τέκνα τοῦ Θεοῦ, τούς ἀδελφούς μας ὅταν ἀγαπᾶμε τόν  Θεόν, μέ τήν καρδιά μας, καί τηροῦμε τίς πανάγιες Ἐντολές Του (πρβλ. Α΄ Ἰωάν. ε΄2-3). Γιά νά δεχοῦμε μέσα στήν ψυχή καί στή ζωή τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὀφείλουμε νά νεκρώσουμε τήν σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις. Νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ. Ὅπως «ὁ Χριστός μᾶς ἀγάπησε καί ἔδωκε τόν ἑαυτόν Του προσφοράν καί θυσίαν στό Θεό εἰς ὀσμήν εὐωδίας»(Ἐφεσ. ε΄2), ἔτσι καί μεῖς ὀφείλουμε νά ζοῦμε. Ἡ Μίμησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ θά μᾶς ἀξιώσῃ νά λάβουμε τή Χάρι καί τίς δωρεές τοῦ Αγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖον «τά ἀσθενῆ θεραπεύει καί τά ἐλλείποντα  ἀναπληροῖ» καί θά μᾶς ὁδηγεῖ εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν. ΕΙΘΕ !  ΕΙΘΕ! ΕΙΘΕ!.

«Πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξεν, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξεν, ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας.  Ὁμοούσιε καί ὁμόθρονε, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ, Παράκλητε,δόξα σοι».





 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

«Καί παράγων ὁ Ἰησοῦς...»

 


                     «Εἶδεν ἄνθρωπον  τυφλόν ἐκ γενετῆς».

 

Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Ἀληθινός Μεσσίας, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν», ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται κοντά μας ὡς ταπεινός ἄνθρωπος, καί δέν ἐντρέπεται νά μᾶς ἀποκαλεῖ ἀδελφούς Του, ὁ Εὔσπλαγχνος, καί μέ ἄπειρη Ἀγάπη, «Χθές καί σήμερον ὁ Αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», «διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καί κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεός(Πατήρ) ἦν μετ᾿ αὐτοῦ» (Ματθ. δ΄23. Πραξ. ι΄38).

Γίνεται σέ ὅλους μας Ὑπόδειγμα ἁγίας ζωῆς, ὑπόδειγμα εὐσπλαγχνίας πρός τούς πάσχοντας. Μετά τή διαβεβαίωσι, πού ἔκαμε διά τόν ἑαυτόν Του εἰς τό ἱερόν καί εἶπεν εἰς τούς  Ἰουδαίους ὁ Ἰησοῦς: «Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, πρίν Ἀβραάμ γενέσθαι ἐγώ εἰμι», ἐξῆλθεν ἀπό τό Ἱερόν καί διέφυγε τόν κίνδυνον λιθοβολισμοῦ ἀπό τούς ἀνοήτους αὐτούς. Καί ἐνῷ διέβαινε ἀπό τό μέσον τῆς Πόλεως, εἶδεν ὁ Πανακής ἰατρός, ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς, ἄνθρωπον τυφλόν πού εἶχε γεννηθῆ τυφλός. Οἱ Μαθηταί Του, πού δέν εἶχαν ἀκόμη λάβει τήν Χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἠρώτησαν τόν Κύριον καί εἶπαν· Διδάσκαλε, ποιός ἡμάρτησε, διά νά γεννηθῆ ὁ ἄνθρωπος αὐτός τυφλός; Αὐτός ἤ οἱ γονεῖς αὐτοῦ καί τιμωρεῖται αὐτός, διά τάς ἁμαρτίας αὐτῶν; Ὁ Κύριος ἀπεκρίθη καί εἶπε· οὔτε αὐτός ἡμάρτησεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ.

Ἐδῶ ὁ Κύριος μᾶς διδάσκει πῶς ὀφείλουμε νά ἀντιμετωπίζουν, τήν ἀσθένεια καί τήν κάθε ἀδυναμία τῶν συνανθρώπων μας, χωρίς ἀνακρίσεις. Δέν χρειάζεται νά μάθουμε Ποιός ἔφταιξε, γιά νά γεννηθῆ τυφλός ἤ ἄν ἀξίζει ἤ δέν ἀξίζει νά θεραπεύσουμε τήν ἀνημπόρια τοῦ Πλησίον. Ἁλλά τονίζει ὅτι ΧΡΕΟΣ μας εἶναι νά θεραπεύσουμε τήν ἀνάγκην του, μέ ἀγάπη. Γι᾿ αὐτό ἀναφέρει τό γεγονός καί λέγει ὅτι αὐτός ἐγεννήθη τυφλός. Χρέος δικό μας εἶναι νά  θεραπεύσουμε τήν τύφλωσί του, γιά νά φανερωθοῦν τά ἔργα, ἡ δύναμις καί ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. Καί σᾱς τονίζω Ἐγώ πρέπει νά ἐργάζομαι τά, πρός σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μέ  ἔστειλε στόν κόσμον, ἐφ᾿ ὅσον ζῶ εἰς τήν παροῦσαν ζωήν καί νά δίδω σέ σας τό καλό παράδειγμα. Νά δείχνουμε τήν ἀγάπη μας ὅσο ζοῦμε, διότι ἔρχεται νύχτα, δηλαδή ὁ μέλλων βίος καί τότε κανείς δέν μπορεῖ νά ἐργάζεται πρός ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Δέν πρέπει λοιπόν νά χάνω οὔτε στιγμή. ἐφ᾿ ὅσον εἶμαι εἰς τόν κόσμον, μέ τήν διδασκαλίαν μου καί μέ τά θαύματά μου εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου. Καί σεῖς οἱ Μαθηταί μου ὀφείλετε νά ἀκολουθῆτε τό παράδειγμά μου. Ὅταν δέ εἶπεν αὐτά, ἔπτυσε χάμω καί ἔκαμε πηλόν καί ἔχρισε μέ αὐτόν τά μάτια τοῦ τυφλοῦ. Καί τώρα ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, «ὁ δι᾿ οὗ τά πάντα ἐγένετο», φανερώνει εἰς τόν κόσμον τῆ Θεότητά Του, μέ τήν χρῆσι τῶν ὀφθαλμῶν τοῦ τυφλοῦ, μᾶς μεταφέρει νοερά εἰς τόν παράδεισον, ἐκεῖ ὅπου μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιον Πνεῦμα «Χοῦν λαβών ἀπό τῆς γῆς»  ὁ τριαδικός Θεός ἐποίησε τόν ἄνθρωπον. Ἐδῶ τώρα ὁ συνδημιουργός, δοκιμάζων τήν πίστιν τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, χρίει πηλόν τούς ὀφθαλμούς του καί τοῦ λέγει: Πήγαινε, νίψου εἰς τήν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ,(πού στήν ἑλληνικήν σημαίνει ἀπεσταλμένος). Καί ἀμέσως ὁ τυφλός ὑπήκουσε, ἐπῆγε ἐκεῖ καί ἐνίφθη καί ἐπέστρεψε βλέπων, ἀπόλυτα ὑγιής. Ὁ Πανακής ἱατρός ἐθεράπευσε τόν τυφλόν καί δέν περίμενε εὐχαριστίες. Μᾶς διδάσκει νά θεραπεύουμε τίς ἀνάγκες τῶν συναθρώπων μας, χωρίς νά περιμένουμε ἀνταπόδοσιν. Ἡ Ἁγάπη οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς.

Πόση χαρά, ἀλήθεια, νοιώθουμε μέσα στήν ψυχή μας, ὅταν μέ τήν Χάριν Σου, Κύριε, καί μέ τήν δύναμίν Σου, θεραπεύουμε τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων μας, μέ ἀνυπόκριτη, ἀνιδιοτελῆ, θυσιαστικήν ἀγάπην, μέ λαχτάρα τῆς ψυχῆς μόνον νά δοξάζεται τό πανάγιον Ὄνομά Σου, Πολυεύσπλαγνε καί Οἰκτίρμων!

Ὥ γλυκύ μου Ἔαρ! Ὥ Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, ἀξίωσέ με, νά ἀκολουθῶ τά ματωμένα Χνάρια Σου καί ἐγώ ὁ πανάθλιος δοῦλος Σου, νά ἐπιτελῶ μέ τή Χάρι Σου τήν ἀποστολήν μου στή γῆ ὅσο ζῶ καί νά θεραπεύω, μέ τη δική Σου δύναμι, πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ καί νά δοξάζεται τό ὑπερύμνητον καί Πανάγιον Ὄνομά Σου, Ὕψιστε Θεέ! Λυπήσου με, Πανάγιε, καί ἀξίωσέ με νά ἀκολουθῶ τά Ἴχνη Σου, Ἐσένα τό ἄκακον Ἀρνίον, ὅπου ἄν ὑπάγῃς καί μετά τῶν ἁγίων καί τῶν Ἀγγέλων νά ὑμνῶ, ἔργῳ καί λόγῳ  καί ἐν  ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδοντες καί ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν Σέ Σένα τόν Κύριον τῆς Δόξης καί Λυτρωτήν τοῦ Σύμπαντος Κόσμου. ΑΜΗΝ.