«Δ ι ψ ῶ»( Ἰωάν.ιθ΄28)
Ἔρχεται ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς. Ἔπισκέπτεται καί τούς Σαμαρεῖτες. Θέλει νά τούς καλέσῃ κοντά Του καί νά τούς ἐλευθερώσῃ ἀπό τά δεσμά τῆς πλάνης καί τῆς ἁμαρτίας. Σταμάτησε ἔξω ἀπό τήν Πόλιν τῆς Σαμαρείας, ἡ ὁποία ἐλέγετο Συχάρ, κοντά στό μέρος, πού ἔδωκε ὁ Ἰακώβ, στόν υἱόν του Ἰωσήφ. Κατάκοπος καί καταϊδρωμένος ἀπό τήν πεζοπορίαν ὁ Θεάνθρωπος, κάθισε κοντά εἰς τό πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, τό καταμεσήμερον. Οἱ μαθηταί πῆγαν νά ἀγοράσουν τροφές. Ὁ Καρδιογνώστης περίμενε...
Σέ λίγο ἦλθε ἐκεῖ μιά γυναίκα, πού κατήγετο ἀπό τή Σαμάρια,
γιά νά βγάλη ἀπό τό πηγάδι νερό καί ὁ Ἰησοῦς
τῆς ζήτησε νά Τοῦ δώσῃ νερό νά πιῇ: «Δός μοι ποιεῖν». Παρεξενεύτηκε ἡ
Σαμαρείτις, ὅταν ἕνας ἄγνωστος Ἰουδαῖος τῆς μίλησε καί μάλιστα τῆς ζήτησε νά τοῦ
δώσῃ νά πιῇ νερό, καί τοῦ εἶπε: Πῶς σύ, Ἰουδαῖος, ζητεῖς ἀπό μένα, μιά Σαμαρίτιδα,
ζητεῖς νά σοῦ δώσω νά πιῇς νερό. Οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦν τούς Σαμαρεῖτες καί δέν ἔρχονται
σέ σχέσεις μέ αὐτούς.
Τότε ὁ Λυτρωτής, μέ πολύ τρυφερότητα καί ἀγάπη ἀποκρίθηκε στήν ταλαιπωρημένη αὐτήν ψυχή καί τῆς εἶπε: «Ἐάν ἐγνώριζες τήν δωρεάν τοῦ Θεοῦ καί Ποιός εἶναι αὐτός πού σοῦ λεγει, δός μου νά πιῶ, σύ θά Τοῦ ζητοῦσες καί θά σοῦ ἔδιδε ζωντανό,τρεχούμενο νερό, πού δέν στερεύει ποτέ. Θά σοῦ ἔδιδε τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία σάν ἄλλο πνευματικό νερό καθαρίζει καί δροσίζει,παρηγορεῖ καί ζωοποιεῖ τίς ψυχές, πού τό δέχονται, χωρίς νά στερεύει ποτέ». Καταδέχεται ὁ Μακρόθυμος καί διαλέγεται μαζύ της. Τότε ἡ γυνή, μέ ἀπορία καί ἄκρα ταπείνωσι, τολμᾶ καί λέγει: «Κύριε, ἀσφαλῶς, αὐτό τό ζωντανό νερό δέν εἶναι ἀπό αὐτό ἐδῶ τό πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, διότι οὔτε ἄντλημα ἔχεις καί τό πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπό ποῦ, λοιπόν, ἔχεις τό τρεχούμενον καί ἀστείρευτον αὐτό νερόν; Μήπως εἶσαι ἀνώτερος ἀπό τόν πατέρα μας τόν Ἰακώβ;...»
Τότε ὁ Φιλάνθρωπος στήν ἀγωνιώδη ἀπορία τῆς
Σαμαρείτιδος εἶπε: «Ἀσφαλῶς
δέν ἐννοῶ αὐτό ἐδῶ τό φυσικό νερό. Βεβαίως ὅποιος πίνει ἀπό τό φυσικό αὐτό νερό,
θά διψάσῃ πάλιν. Ὅλα τά πράγματα τοῦ κόσμου εἶναι σκιᾶς ἀσθενέστρα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα,
δέν ἱκανοποιοῦν τίς μεταφυσικές ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, ἀντίθετα διευρύνουν τό
ΚΕΝΟΝ τῆς ψυχῆς τους, ὅπως αὐτό ἐδῶ τό φυσικό νερό. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά πιῆ ἀπό
τό ζωντανόν νερόν, τό ὀποῖον θά του δώσω Ἐγώ, δέν θά διψάσῃ ποτε εἰς τόν αἰῶνα.
Ἀλλά τό ζῶν ὕδωρ, πού θά τοῦ δώσω ἐγώ θά γίνῃ μέσα του πηγή ὕδατος, πού δέν θά
στερεύει, ἀλλά θά ἀναβλύζῃ, θά πηδᾶ, θά τρέχει πάντοτε καί θά παρέχῃ ζωήν αἰώνιον».
Ἡ ἁμαρτωλή Σαμαρείτιδα διψοῦσε τή σωτηρία της καί μέ
λαχτάρα ζητεῖ ἀπό τόν Κύριον τό ζωντανό Νερό. Ὁ Κύριος πού διψᾷ τήν σωτηρία τῆς
ψυχῆς αὐτῆς τήν φέρει σέ συναίσθησι, τῆς ἀποκαλύπτει «τά
κρυπτα» τῆς καρδίας της , καί τῆς λύει τίς ἀπωρίες της καί τῆς ἐμφανίζει
τόν Ἑαυτόν του, τῆς ἀποκαλύπτει τήν Θεότητά Του. Ὅταν ἡ Σαμαρείτις τοῦ εἶπε περιμένουμε
τόν Μεσσίαν, ὅταν ἔλθῃ Ἐκεῖνος ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. Τότε λέγει εἰς αὐτήν ὁ Ἱησοῦς: «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΛΑΛΩΝ ΣΟΙ».
Τότε ἀμέσως ἄφησε τήν Ὑδρία της στό Πηγάδι καί ἔτρεξε στήν Πόλιν, καί κήρυξε
εἰς τούς ἀνθρώπους τόν Ἐρχομό τοῦ Μεσσία: «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον, ὅς εἶπε μοι
πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ;» Δικαίως ἡ πρώην ἁμαρτωλός ἐκήρυξε τόν Χριστόν καί ἀνεδείχθη ἁγία. Εἶναι ἡ
Ισαπόστολος Φωτεινή ἡ Σαμαρείτις. Πολλοί ἄκουσαν τήν ὁμολογία της καί ἐπίστεψαν
στόν Χριστόν.
Οἱ Μαθηταί ὅταν ἐπέστρεψαν καί τόν εἶδαν νά συνομιλῇ μέ τή Σαμαρείτιδα, θαύμασαν, κανείς ὅμως δέ τοῦ εἶπε, γιατί μιλᾶς μαζί της. Ὅταν ἔφυγε ἡ γυναίκα, τοῦ πρόσφεραν τροφή καί τοῦ εἶπαν: «Ραββί, φάγε».
Ἐκεῖνος τότε τούς εἶπε: «Ἑγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε» καί στό λογισμό τους ἀπήντησε: «Ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό Θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» Δική μου τροφή, πού μέ χορταίνει καί μέ τρέφει εἶναι νά πράττω πάντοτε τό Θέλημα, τοῦ Οὐρανίου Πατρός μου, Ἐκείνου, πού με ἀπέστειλε εἰς τόν κόσμον καί νά φέρω σέ τέλειον πέρας τό ἔργον πού μοῦ ἀνέθεσε. Δηλαδή: «Πεῖνα καί δίψα μου, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου εἶναι ἡ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ»(Ἰωάν. δ΄32,34). Διψῶ τή σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ἁμαρτωλῶν.
Κύριέ μου, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου, ἄφωνος μένω, ὅταν σέ βλέπω νά ἵστασαι ἔξω ἀπό κάθε ψυχή καί νά κρούῃς τήν Θύρα. Πῶς μᾶς ἀνέχεσαι, Μακρόθυμε Κύριε;
Σέ θεωρῶ νά στέκεσαι ἔξω ἀπό τή θύρα,
τῆς βρωμερῆς ψυχῆς μας νά κρούης, καί νά μᾶς βεβαιώνεις, πώς ἄν ἀκούσουμε τή
φωνή σου καί ἀνοίξουμε τή θύρα θά εἰσέλθῃς καί θά κατοικήσῃς ἐντός μας, Σύ ὁ
Μόνος Ἀληθινός Θεός, ὁ προσωπικός μας Σωτῆρας καί ὁ Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος
Κόσμου, κι᾿ ἐμεῖς...
Κωφεύουμε. Σέ ἀφήνουμε νά περιμένῃς... Τί ντροπή; Πῶς νά περιγράψω τήν πώρωσι καί τήν ἀμετανοησία καί τήν κατάντια μας;... Καί Πῶς νά περιγράψω, τήν εὐσπλαγχνίαν Σου, τήν ἄφατον, Θεέ μου, Μακροθυμίαν σου; ...
Ἀκούω τήν γλυκειά Σου φωνή: «Υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν». Σέ θεωρῶ καρτερικά νά περιμένῃς καί νά κράζεις: Δός μοι ποιεῖν(Ἰωάν.δ΄7), ΔΙΨΩ (Ἰωάν.ιθ΄28). Κι᾿ ἐμεῖς...ὄχι μόνον δέν Σοῦ ἀνοίγουμε τήν ψυχή μας, ἀλλά σέ ὁδηγοῦμε στό Γολγοθᾶ καί Σέ ὑψώνουμε στό Σταυρό καί Σύ Κύριε συνεχίζεις νά διψᾶς τή σωτηρία ὅλων τῶν Σταυρωτῶν Σου... Καί πάνω ἀπό τό Σταυρό κράζεις καί ζητᾶς νά Σοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας καί μεῖς Σοῦ προσφέρουμε «ὄξος» ξύδι μεμιγμένον μετά χολῆς»(Ματθ.κζ΄34). Συγχώρησέ μας Θεέ μου... Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί κριμάτων Σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσῃ, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; ΔΟΞΑ Τῌ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤῼ , ΛΟΓΕ, ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΕΙ ΣΟΥ!
Ἄνθρωποι συνοδοιπόροι, ἄμυαλοι καί δυστυχεῖς, Τί ἄλλο θέλουμε νά κάμῃ ὀ Θεός γιά μᾶς; Εἶναι καιρός νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό. Νά δώσουμε λίγη ἀγάπη, λίγη Καλωσύνη, ἕνα ποτῆρι νερό στό διψασμένο ἐλάχιστον ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ. «Ἐφόσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε».λέγει ὁ Κύριος. Πάνω ἀπό τό Σταυρό Του κράζει ὀ Χριστός δός μοι πιεῖν. Καί, μέ τήν τελευταίαν Του πνοήν Κράζει ΔΙΨΩ, ζητώντας τήν καρδιά μας. Καί ξεψυχώντας μᾶς διαβεβαιώνει καί λέγει: «ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ»(Ἰωάν.ιθ΄30).Δηλαδή:«ΓΕΓΟΝΕΝ»(Ἀποκ.16,17). Συνετελέσθη ἠ Προαιώνιος Βουλή τοῦ Θεοῦ γιά τή ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ. Ἦλθεν ὁ Χριστός καί ἐκονιορτοποίησε καί ἐξαφάνισε τόν Ἀντίχριστον. Καί ἄνοιξε σέ ὅλους μας τίς ΠΥΛΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ. Στό χέρι μας καί τώρα ἀκόμη. εἶναι νά ἀνοίξουμε τήν Καρδιά μας στόν Χριστόν νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή καί νά ἐπανεισέλθωμεν εἰς τόν Παράδεισον καί νά ΧΑΡΟΥΜΕ «τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου καί ἀρρήτου Κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν, αἰωνίως.
καί ἀρρήτου Κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, εἰς μακρότητα ἡμερῶν, αἰωνίως. ΕΙΘΕ ! ΕΙΘΕ! ΕΙΘΕ!


