Κυριακή 3 Μαΐου 2026

« Τοῦτον ἰδών ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον

 

                     Ἡ Θεραπεία τοῦ παραλύτου της Βηθεσδά

 

« Τοῦτον ἰδών ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καί γνοῦς ὅτι πολύν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· ΘΕΛΕΙΣ ΥΓΙΗΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ;»(Ἰωαν.ε΄6).

 


Τριάκοντα καί ὀκτώ(38) ἔτη κατάκειται, εἶναι ξαπλωμένος στή προβατική Κολυμβήθρα τῆς βηθεσδᾶ. Εἶναι παράλυτος, πού καρτερικά περιμένει τό Θαῦμα, τή θεραπεία του ἀπό τήν παράλυσι, ἀπό τήν ὁποίαν ἔπασχε, ὑπέφερε, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του. Γι᾿ αὐτό καί, μετά τή θεραπεία του, θά τόν συναντήσῃ ὁ Θεραπευτής εἰς τόν Ναόν καί θά τοῦ πῇ: «ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν.ε΄14).

38 Χρόνια δέν βρέθηκε ἄνθρωπος νά τόν βοηθήσῃ, νά μπῆ πρῶτος στήν Κολυμβήθρα, μετά τήν ταραχή τοῦ ὕδατος καί νά θεραπευθῇ. Αὐτός καρτερικά περίμενε τό Θαῦμα. Εἷχε συνειδητοποιήσῃ ὅτι ὑπέφερε ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν Του. Δέν φύλαξε τίς Ὁδηγίες Ὑγείας πού δίδει ὁ Θεός στά πλάσματά Του. Καί δίκαια περιῆλθε εἰς τήν ἀθλίαν αὐτήν κατάστασιν. Τό Γεγονός ὅτι περίμενε ἐκεῖ 38 χρόνια. δείχνει ὅτι΄εἶχε συνειδητοποιήσῃ τήν προσωπικήν του ἐνοχήν, τό φταίξιμό του. Προφανῶς μετενόησε εἰλικρινά, ἀναγνώρισε ὅτι δέν φύλαξε τήν Ὑγείαν, πού τοῦ εἶχε χαρίσει ὁ Θεός, δηλαδή παρεδέχθη,  ὅτι δέν τηροῦσε τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, τόν Νόμον τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Θά πρέπει νά τονίσουμε ἐδῶ ὅτι ὅλες οἱ Ἐντολές τοῦ Θεοῦ, εἶναι Ἑντολές Ὑγείας. Ὁ Στοργικός Πατέρας, μᾶς χαρίζει τήν ζωή καί τήν ὑγεία καί μᾶς ὁδηγεῖ, μέ τίς Ἐντολές τῆς Ἀγάπης Του, πῶς νά διαφυλάξουμε τό ὑπέρτατο αὐτό Ἀγαθόν τῆς Ψυχικῆς καί τῆς σωματικῆς μας Ὑγείας.  Ὑπακοή εἰς τόν Νόμον τῆς Ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί πρός τόν Πλησίον, μᾶς προστατεύει ἀπό κάθε τί, πού μπορεῖ νά βλάψῃ ἀνεπανόρθωτα τῆν Ψυχοσωματικήν μας Ὑγεία. «Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί ὀ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ»(Α΄ Ἰωάν. δ΄16). Ἡ Ἁγάπη μᾶς προστατεύει ἀπό ὅλες τίς ἀρρώστιες. Ὅταν μέσα στήν ταλαίπωρη ψυχή μας θεριεύουν τά βρωμερά μας Πάθη καί προσπαθοῦν μᾶς καταβάλλουν νά παραβοῦμε τίς Ἐντολές Ὑγείας, πού μᾶς δίνει ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας, ἄν δέν προσέξουμε, ἐάν ὑποπέσουμε στή μέθη, στήν κρεπάλη, στήν ἀσωτία, στόν πλεονεξία, στόν  Ἐγωϊσμό, σέ κάθε μορφή ΚΑΚΙΑΣ, ἀν παραβοῦμε τόν Νόμον τῆς ΑΓΑΠΗΣ, τότε σίγουρα θά βλάψουμε τό πολυτιμώτατον Ἀγαθόν,  τήν ψυχική καί τή σωματική μας ὙγείαΤΟΤΕ διατρέχουμε τόν Κίνδυνον νά περιέλθουμε  στήν χειρότερη μορφή ψυχοσωματικῆς Παραλύσεως.

Γιά νά ἀποφύγουμε τόν κίνδυνον νά βλαψουμε τήν Ὑγείαν πού μᾶς χαρίζει ὁ Θεός εἶναι ἀνάγκη νά ἀνοίξουμε τήν Καρδιά μας στόν ΧΡΙΣΤΟΝ,τόν Ἀληθινόν Μεσσίαν. Νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι» στήν καιθημερινή μας ζωή καί νά ἀποκριθοῦμε εἰλικρινά στό Ἐρώτημά Του: ΘΕΛΕΙΣ ΥΓΙΗΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ; Πρέπει δηλαδή νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι, γιά νά διατηρήσουμε τήν ΥΓΕΙΑ μας  ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ νά θελήσουμε νά τηρήσουμε τόν ΝΟΜΟΝ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, νά θελήσουμε νά τηρήσουμε τίς ὉΔΗΓΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ, Τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ. 

Τό Ἐρώτημα μᾶς καλεῖ νά ἀποκριθοῦμε στόν Λυτρωτήν:

ΝΑΙ, Κύριε θέλω νά θεραπευθῶ, Θέλω νά γίνω καλά, Θέλω νά συμμορφωθῶ μέ τούς Κανόνες Ὑγείας, νά ζῶ σύμφωνα μέ τίς Ἐντολές τῆς Ἀγάπης Σου. ΜΕΤΑΝΟΩ. 38 χρόνια ζώ μέ περισυλλογή καί αὐτοεξέτασι. 38 χρόνια περιμένω τή Χάρι Σου, Κύριέ μου, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου!

Από δίπλα μου περνᾶνε ἀρχιερεῖς καί Ἰερεῖς καί Λευίτες, Γαμματεῖς καί Φαρισαῖοι καί κανείς στά 38 χρόνια, δέν ἔδειξε συμπόνια καί κατανόησι. Κανείς δέν προσπάθησε νά μέ βοηθήσῃ. Κανείς δέν μέ εἶδε, σάν ἄνθρωπο πού ὑποφέρει, πού πονᾶ. Ὅλοι μέ δρασκέλισαν μέ ἀδιαφορία καί ἀσπλαγχνία. Καί πολλοί ἐπολλαπλασίαζαν τόν πόνο μου μέ τή συμπεριφορά τους κρίνοντας καί κατακρίνοντάς με. Ναί, Κύριε.  Ἔφταιξα καί παρέλυσα . Καί κατέφυγα Σέ Σένα. Σέ περίμενα μέ λαχτάρα καί ἦλθες κοντά μου καί μέ εἶδες. Εἷσαι ὁ μόνος, πού μέ εἶδες καί μέ λυπήθηκες καί ἀθόρυβα σπόγγισες τά δάκρυά μου, ἁπάλυνε τόν πόνον μου, θεράπευσες τήν παραλυσία μου καί μοῦ ἔδωσες τήν δύναμι νά συνεχίσω νά ζω σωστά.ΝΑΙ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΥΓΙΗΣ. Βοήθησέ με, Λυτρωτά, νά μήν ξαναγυρίσω ἐπί τό ἴδιον ἐξέραμα. Βοήθησέ με, νά τηρῶ τόν Νόμον τῆς Ἀγάπης Σου, στή ὑπόλοιπη ζωή μου καί νά Σέ ΔΟΞΑΖΩ. Μόνον Σύ ὑπάρχεις γιά μένα. Σύ ἔγινες γιά χάρι μου ἄνθρωπος. Σταυρώθηκες ἀπό Ἀγάπη γιά μένα. Σύ εἶσαι ἡ Ζωή μου καί ἡ εἰρήνη μου,  ἡ μόνη μου παρηγοριά, ἡ μόνη μου ἐλπίδα, τό Φρούριόν μου, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Ναί θέλω νά ζῶ ὑγιής κοντά Σου, ἀξίωσέ με, Κύριε, νά Σέ δοξάζω. Γιατί μονάχα Σέ Σένα ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό Κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.








 νά Σέ δοξάζω. Γιατί μονάχα Σέ Σένα ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό Κράτος, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΜΙΚΡΟΝ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΝ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΝ ΤΟΝ Α΄.

        


           Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

                   ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ Ο Α΄, Ο ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ.


Ἑκατόν τεσσαράκοντα ἔτη ἔχουν περάσει ἀπό τή Γέννησι τοῦ Μεγάλου  Ἡγέτη τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Μακαριστοῦ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ τοῦ Α ΄.

Υπῆρξε πράγματι Μεγάλη, Ἁγία Μορφή, «δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον, τοῦ Παναγάθου Θεοῦ πρός τήν Ὀρθοδοξία, σέ μιά πολύ  δύσκολη Ἐποχή.

Γεννήθηκε 6 Ἀπριλίου τοῦ 1886, στό Βασιλικό Ἰωαννίνων καί ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ καί ἀνεπαύθη ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ,  ὁ πράγματι Μέγας ἐν Πατριάρχαις, στίς 7 Ἰουλίου 1972 στήν Κωνσταντινούπολι. Ἀνετράφη ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου. Ἀπό τήν τρυφερή του ἡλικία ἀφιερώθηκε εἰς τόν Θεόν. Πίστεψε εἰς τόν Χριστόν καί ἀφιερώθηκε ψυχῇ τε καί σώματι εἰς τήν Ἐκκλησίαν.

Τόν Δεκέμβριον τοῦ 1922 ἐξελέγη Μητροπολίτης Κερκύρας καί  ἐποίμανε τήν Ἐκκλησίαν κατά τρόπον ὑποδειγματικόν καί ἔμεινε εἰς τάς καρδίας τῶν Κερκυραίων ὡς «ὁ Καλός Ποιμήν» καί ὡς «Ἐλεήμων». Θά ἀναφέρω ἐδῶ δύο ἐνδεικτικά παραδείγματα, πού μοῦ διηγήθηκε ὁ ἀδελφικός του φίλος, ὁ ἀείμνηστος δικηγόρος Ἀνδρέας Καρύδης: Μιά φορά κάλεσε ὁ Δεσπότης, σέ γεῦμα τόν Καρύδη, ἀφοῦ τόν ρώτησε τί θέλει νά τοῦ παραθέσῃ στό γεῦμα. Ὁ Καρύδης τοῦ ζήτησε νά τοῦ φτιάξῃ «Παστιτσάδα», δηλαδή Μοσχαρι κοκκινιστό μέ χονδρό μακαρόνι. Πῆγε στό γεῦμα ὁ Ἀνδρέας ὁ Καρύδης καί ἀφοῦ κάθησε στό Τραπέζι εἶδε στά πιάτα τους μερικές ἐλιές καί ἕνα ξερό κομμάτι ψωμί. Τότε ὁ Ἀνδρέας εἶπε στό Δεσπότη: Δεσπότη μου τί ἀστεῖο εἶναι αὐτό; Δέν μοῦ εἶπες...Καί ὁ Ἀθηναγόρας τότε τοῦ εἶπε. Ἀνδρέα μου, συγχώρεσέ με, Αὐτό ἔχω γιά γεῦμα σήμερα.  Τί εἶχε συμβῆ; Λίγο πρίν, ἦλθε ἕνας πονεμένος Πατέρας, ἕνας πτωχός, πού δέν εἶχε νά πάρει στά παιδιά οὔτε ἕνα κομμάτι ψωμί, οὐτε λίγο γάλα  καί ὀ Δεσπότης τοῦ ἔδωκε τό φαγητό μέ τήν κατσαρόλα, τό ψωμί καί ὅ,τι ἄλλο εἶχε. Καί αὐτό, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ Καρύδης, τό ἔκανε πολλές φορές.

Μιά ἄλλη φορά εἶχαν οἱ δύο φίλοι συμφωνήσει νά πάνε τό ἀπόγευμα ἕνα περίπατο στό «Λιστόν». Πῆγε ὁ Καρύδης τήν ὥρα πού εἶχαν συμφωνήσει καί ὁ Δεσπότης καθόταν ξυπόλυτος στό Γραφεῖο του καί δέν σηκωνόταν. Ὅταν τόν ρώτησε · Τί συμβαίνει; Θά βγοῦμε; Ὁ Ἁθηναγόρας τόν παρεκάλεσε νά περιμένει λίγο. Περίμενε ὁ Ἀνδρέας καί σέ λίγο ἦλθε ἕνας μπαλωματής τσαγκάρης καί ἔφερε τά παλιά, μπαλωμένα παπούτσια τοῦ Δεσπότη, ὁ ὁποῖος εἶχε δώσει τά παπούτσια του σέ ἕνα φτωχό. Δέν κρατοῦσε τίποτε γιά τόν ἑαυτόν του ὁ Ἀθηναγόρας, ἔδινε καί τήν καρδιά του στούς ἄλλους. Ἦταν γνήσιος μιμητής τοῦ Χριστοῦ, ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ. Ὅλοι οἱ Κερκυραῖοι ξέρουμε τόν Ἁθηναγόρα ὡς τόν Ἐλεήμονα, τόν Καλόν Ποιμένα. 

Τόν Αὔγουστο τοῦ 1930, ἔχασε τό Θησαυρό της ἡ Κέρκυρα, ἀλλά χάρηκε, διότι ὁ Καλός Ποιμήν ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Βορείου καί Νοτίου Ἀμερικῆς. Καί στήν Ἀμερική ἔκανε θαυμάσια ἔργα  Ὁ Μέγας Ἀθηναγόρας. Ὀργάνωσε, κατά θαυμαστόν τρόπον,  ὅλες τίς  Ἑλληνικές Κοινότητες τῆς Ἀμερικῆς. Τά ὄντως  Θαυμάσια ἔργα του δέν περιγράφονται, σέ αὐτό τό μικρό ἀφιέρωμα, ἀλλά στήν Ἱστορία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς, στήν ὁποίαν  ἐργάσθηκε καί διέπρεψε 18 ὁλόκληρα χρόνια. Τήν 1ην Νοεμβρίου 1948 ἐξελέγη παμψηφεί  Οἰκουμενικός Πατριάρχης ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ὁ Α΄.

Ἡ Σεπτή Κορυφή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ ὐπῆρξε πράγματι Μέγας  Ἡγέτης,  Ἀσκητής, καί ρηξικέλευθος. Κάθε του Βῆμα ἦταν Θεόπνευστον. Κατώρθωσε καί ἕνωσε σέ μιά Ψυχή τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Συνεκάλεσε τήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν, τό Πανορθόδοξον θαυμάσιον Συνέδριον εἰς τήν Ρόδον, πού, ὀρθῶς, ἐχαρακτηρίσθη ὡς ΘΑΥΜΑ, ὡς  τό  Ἕνα ἐκ τῶν  σημαντικοτέρων γεγονότων τῆς Ἐποχῆς μας. Διότι, ὡς ὑπό τῶν ξένων παρατηρητῶν ἐτονίσθη, «Μετά 10 ὁλοκλήρους αἰῶνας συνῆλθεν ἐπί τό αὐτό  ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ εἰς κοινήν Τράπεζαν». Καί αὐτό χάρις τόν Μέγαν Ὀραματιστήν Ἀθηναγόραν τόν Α΄. Ὅπως ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως,μέ  τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος  εἶχε προείπει «ὁ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ὁ Α΄ ἀνεδείχθη  ἐξαιρετική Ἐκκλησιαστική φυσιογνωμία, διαδραματίσασα  πράγματι σπουδαιότατον ρόλον εἰς τήν Ἐκκλησίαν». Εἶχε  Ὄραμα καί εἶχε ἀφιερώσῃ τή ζωή του  εἰς τόν Χριστόν.  Εἶχε διακαῆ Πόθον τήν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν δόξαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐβίωσε τό Εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τόσον, ὥστε, μετά παρρησίας ἠδύνατο νά εἴπει τό τοῦ Παύλου:

«Ἐν οὐδενί αἰσχυνθήσομαι, ἀλλ᾿ ἐν πάσῃ παρρησίᾳ ὡς πάντοτε καί νῦν μεγαλυνθήσεται Χριστός ἐν τῷ σώματί μου εἴτε διά ζωῆς εἴτε διά θανάτου. Ἐμοί γάρ τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ.1,20-21). Ὁ Μεγαλοπράγμων αὐτός ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐβάδιζε πάντοτε ἐμπρός. Ἠγωνίζετο «τόν καλόν ἀγῶνα τῆς Πίστεως(Α΄ Τιμ. 6, 12) τῆς Ὀρθοδόξου καί, πρό οὐδενός καμπτόμενος, ἐμάχετο ὑπέρ τῶν ἀναλλοιώτων ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Εἰρήνης, συνεπής εἰς τόν λόγον τοῦ Παύλου: «Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καί στοιχῶμεν»(Γαλάτ.5,25).

«Πιστός ἄχρι θανάτου»(Ἀποκ.2,10) ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄, ἐβάδιζεν, ὡς Μέγας τῆς Οἰκουμένης Ἡγέτης καί Διδάσκαλος, εἰς πραγματοποίησιν τοῦ πόθου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «Ἵνα οἱ πάντες ΕΝ ὦσιν»(Ἰωάν. 17,21). Ἐμάχετο δέ πάντοτε ὑπέρ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ  ΑΧΡΙ  ΘΑΝΑΤΟΥ.

Δικαίως ἐχαρακτηρίσθη ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ καί «Μέγας Πρωταγωνιστής τῆς συνδιαλλαγῆς ὅλων τῶν Χριστιανῶν γενικῶς».

Εὑρέθησαν δέ τινες, ἰδιῶτες τῷ λόγῳ καί τῇ γνώμῃ, ἐξ αὐτῶν δέ καί τινες θεολόγοι, μικρόνοες καί μικρολόγοι, οἵτινες ἀδυνατοῦντες νά  ἐννοήσουν  καί νά παρακολουθήσουν τόν Ἄρχοντα, τόν Μεγάλον Ἡγέτην, ἠθέλησαν νά ἀνακόψουν τήν μεγάλην Πορείαν του, νά σκιάσουν τό Ἔργον του καί νά τόν πολεμήσουν. Αὐτό εἶναι χαρακτηριστικόν  γνώρισμα ὅλων τῶν μεγάλων πνευματικῶν Ἐργατῶν, νά διώκωνται, εἰς  ἐκπλήρωσιν τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου εἰπόντος· «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰωάν.15,20). Ἀλλά οὗτος ὁ Μέγας, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εἶχε βιώσει τήν Ἐσταυρωμένην Ἀγάπην καί ἐβάδιζεν πάντοτε ἐμπρός ἀγαπῶν τούς πάντας καί αὐτά ἀκόμη τά ἄγρια θηρία.

Ἐζήτει εἰς τήν ζωήν του πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν Δικαιοσύνην Αὐτοῦ, διά τοῦτο καί ἀπέλαβε δικαίως «τόν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον» (Α΄Πέτρ.5,4). Ὁ ἀείμνηστος ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ὑπῆρξε πρότυπον ἐν πᾶσιν, ἄξιον πρό μίμησιν. Εἶμαι εὐτυχής, πού Τόν γνώρισα. Καί πραγματικά ὅσοι τόν γνωρίσαμε ἀπό κοντά καί γευτήκαμε τή Χάρι Του, ὁμολογοῦμεν ὅτι  ἐκοιμήθη, ἀλλά ζῆ μέσα στήν καρδιά μας καί μᾶς ἐμπνέει.




«Ἐκοιμήθη, ἀλλά ζῇ  ἐν Κυρίῳ, ὅτι δίκαιοι εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι»(Σοφ. Σολ. 5,16).

                                         π. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΟΥΛΗΣ

 


Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

«ΠΟΥ ΠΟΡΕΥΕΙ.ΤΕΚΝΟΝ;

 

«ΤΙΝΟΣ ΧΑΡΙΝ,ΤΟΝ ΤΑΧΥΝ ΔΡΟΜΟΝ ΤΕΛΕΙΣ;»


«Τόν ἴδιον Ἄρνα, ἡ Ἀμνάς θεωροῦσα πρός σφαγήν ἑλκόμενον, ἠκολούθει Μαρία τρυχομένη μεθ᾿   ἑτέρων γυναικῶν, ταῦτα βοῶσα. Ποῦ πορεύῃ, τέκνον; Τίνος χάριν, τόν ταχύν δρόμον τελεῖς; Μή  ἕτερος γάμος πάλιν ἐστίν ἐν Κανᾷ, κἀκεῖ νῦν σπεύδεις ἵνα ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσῃς; συνέλθω σοι τέκνον, ἤ μείνω σοι μᾶλλον; Δός μοι λόγον Λόγε· μή σιγῶν παρέλθῃς με, ὁ ἁγνήν τηρήσας με· Σύ γάρ ὑπάρχεις ὁ Υἱός καί Θεός μου».

Πράγματι σιωπηλά, ἀθόρυβα, ταπεινά, ἡ Πάναγνος Παρθένος, ἡ μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή, ἡ Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν, ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ, τόν Μονάκριβό της Γιό, τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν τοῦ Σύμπαντος Κόσμου καί χαίρεται, διότι ὁ Ἠγαπημένος,  ὁ Γιός της, ὁ γλυκύς, ὁ πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ Ἰησοῦς, πλησιάζει, ὡς αὔρα λεπτή, κάθε  ἀνήμπορο,  κάθε πονεμένο,  κάθε ἄρρωστο ἄνθρωπο καί τόν θεραπεύει. Χαίρεται καί καμαρώνει τό Γιό της νά σπογγίζει τά δάκρυά μας καί νά ἁπαλύνει τόν Πόνο μας, νά θεραπεύει τά τραύματά μας, καί νά δίνει ζωή. Χαίρεται νά βλέπῃ τόν ἀγαπημένο της, ὄχι μόνον νά μεταβάλῃ τό νερό σέ γλυκύτατο κρασί, ἀλλά «νά διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν, κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας, καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» καί πικραίνται ἡ Πάναγνος, ὅταν διαπιστώνει τήν ἀχαριστίαν τῶν ἀνθρώπων καί τήν ὑποκρισίαν τῶν κακίστων Φαρισαίων, ὅταν διαπιστώνει ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι σκευοροῦν καί ἀποφασίζουν νά θανατώσουν τόν Εὐεργέτην τους, τόν Ἀληθινόν ΜΕΣΣΙΑΝ.



 Ἀποφασίζουν νά θανατώσουν ἀκόμη καί τόν Λάζαρον, τόν ὁποῖον ὁ Χριστός, τώρα  τόν ΑΝΕΣΤΗΣΕΝ  ἐκ νεκρῶν,  μολονότι  ἦτο τεσσάρων ἡμερῶν νεκρός καί εἶχε ἀρχίσῃ νά βρωμᾷ. ΠΙΚΡΑΙΝΕΤΑΙ ἡ Παναγία,  ὅταν βλέπῃ νά  συλλαμβάνουν ὡς Κακοῦργον, Τόν Ἐλευθερωτήν, Τόν Σωτῆρα, τόν Λυτρωτήν τοῦ κόσμου καί ἀκούῃ τίς ἄγριες κραυγές, τῶν εὐεργετημένων  νά φωνάζουν στόν Πιλάτον· Ἆρον Ἆρον, σταύρωσον Αὐτόν. Ἐμεῖς δέν ἔχουμε ἄλλον Βασιλιᾶ, παρά τόν Καίσαρα!!! Ἀκούει τίς κραυγές ἀχαριστίας καί βλέπει νά δικάζεται, νά ραπίζεται , νά ἐμπτύεται καί ἀνεβαίνει τόν ἀνηφορικό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ καί νά πέφτει κάτω ἀπό τό Βάρος τοῦ Σταυροῦ, ὁ Μονάκριβός της,  καί δίστομος Ρομφαία διαπερνᾶ τήν πάναγνη  καρδιά της... Ἀπορεῖ. δέν μπορεῖ νά ἐξηγήσῃ τήν ἄφατη Μακροθυμία τοῦ Υἱοῦ της καί σπαράσσει, ματώνει ἡ Μάννα καί δακρύζει, χωρίς νά μπορῇ νά ἐξηγήσῃ τό Μέγα Μυστήριον τῶν ΦΡΙΚΤΩΝ ΠΑΘΩΝ ΤΟΥ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥ...

Θεωρεῖ  ἡ Ἀμνάς νά ὁδηγῆται ὁ Γιός της, ὁ ἀγαπημένος της, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, ὁ Εὐεργέτης, τό ἄκακον Ἀρνίον, ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν καί σπαράζει, καταξεσκίζεται ἀπό δίκοπο μαχαίρι ἡ καρδιά καί πονάει, ὑποφέρει καί κλαίει μαζί μέ ἄλλες γυναῖκες, πού τή ἀκολουθοῦν καί ὀδυρομένη κραυγάζει: Ποῦ πηγαίνεις Παιδί μου; Ποῦ πηγαίνεις, γλυκύτατό μου τέκνο; Πρός χάριν τίνος ἀνεβαίνεις τόν ἀνηφορικό αὐτό δρόμο, καί εἶσαι τόσο Χαρούμενος; Μήπως γίνεται πάλιν ἄλλος Γάμος στήν ΚΑΝΑ, καί ἐκεῖ τώρα, μέ τόση βιασύνη καί χαρά, πηγαίνεις, γιά νά μεταβάλῃς σέ αὐτούς τό νερό, σέ γλυκό κρασί; Νά ἔλθω μαζί Σου, Γιέ μου; ἤ εἶναι καλλίτερα νά μείνω;  Δός μου λόγον, Λόγε... Ἀποκρίσου μου, γλυκό μου Παιδί... Μή με προσπεράσῃς σιωπηλός... ἁποκρίσου μου... Μή με προσπεράσῃς σιωπηλός, Σύ, γλυκειά μου Ἄνοιξις! ... Σύ, Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, μή σιγών παρέλθῃς με, ὁ Ἁγνήν τηρήσας με...Σύ πού μέ τήρησες Ἁγνήν... ΣΥ ΕΙΣΑΙ Ο ΥΙΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΣ ΜΟΥ !

  «Μή ἐποδύρου μου Μῆτερκαθορῶσα ἐν τάφῳὅν ἐν γαστρί ἄνευ σπορᾶς,συνέλαβες Υἱόν· ΑΝΑΣΤΗΣΟΜΑΙ γάρ καί δοξασθήσομαικαί ὑψώσω ἐν δόξῃ, Ἀπαύστως ὡς Θεός, τούς ἐν πίστει καί πόθῳ, σέ μεγαλύνοντας».
















































































 λαῷ». Καί πικραίνεται, ἡ Πάναγνος, διαπιστώνει τήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων καί τήν ὑποκρισία τῶν ΚΑΚΙΣΤΩΝ Φαρισαίων, ὅταν διαπιστώνει ὅτι οἱ Ἀρχιερεῖς καί οἱ γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι σκευωροῦν  καί 

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ἀδιόρθωτος ἔμεινεν,

 



Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος.

 

Ἀφοῦ ἔλαβε  τόν ἄρτον τῆς Ζωῆς, ὁ προδότης ἁπλώνει τά βρωμερά του χέρια καί παίρνει χρήματα  ἀπό τούς Φαρισαίους ἀπό τά «γεννήματα ἐχιδνῶν», ὡς τιμήν, γιά τήν προδοσίαν  Ἐκείνου, ποῦ  ἔπλασε μέ τά χέρια Του τόν ἄνθρωπον. Ὁ δόλιος προδίδει τόν Δημιουργόν, τόν Διδάσκαλόν του, τόν Εὐεργέτην τοῦ Σύμπαντος, τόν Ἐλευθερωτήν «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων». Ὅταν κυριεύθηκε ὁ ἀχρεῖος ἀπό τό βρωμερό Πάθος τῆς φιλαργυρίας, τότε μπῆκε ὁ διάολος μέσα του. Ὁ Καρδιογνώστης, γνώριζε ὅτι αὐτός θά τόν προδώσῃ. Καί ὄχι μόνον τόν δέχθηκε ὡς Μαθητήν Του.ἀλλά καί τόν τίμησε μέ τήν ἄπειρη Ἀγάπη Του καί τήν ἐμπιστοσύνη Του. Παρόλην τήν ἀγάπην, πού τοῦ ἔδωσε ὁ Χριστός, ἀδιόρθωτος ἔμεινε, ὁ Ἰούδας ὀ δοῦλος καί δόλιος.  Στό Μυστικόν Δεῖπνον πρῶτα εἰς αὐτόν ἔδωσε τόν ἄρτον τῆς Ζωῆς, ἐξήντλησεν εἰς αὐτόν ὅλην τήν ἀγάπην Του, καί ὄχι μόνον ἔπλυνε τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του, ἀλλά ἔπλυνε ἀκόμη καί τά βρωμερά πόδια τοῦ Ἰούδα. Καί μολονότι τόν περιέβαλε μέ τόσην στοργήν, δέν κατενόησεν ὁ ἄθλιος τήν τιμήν καί ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καί δόλιος. Ἔγινε Προδότης τοῦ  ΗΓΑΠΗΜΕΝΟΥ παρά πάντας ἀνθρώπους,  προδότης τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἱησοῦ Χριστοῦ.

Πόσοι ἀπό μᾶς Πιστεύουμε καί λατρεύουμε μέ τήν καρδιά μας τόν Σωτῆρα; Πόσοι ἀπό μᾶς  εὐγνωμονοῦμε τόν Εὐεργέτην, τόν Θεραπευτή. Πόσοι ἀπό μᾶς κάνουμε «Πρᾶξι» στή ζωή μας τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του;

Ἀγανακτοῦμε γιά τήν προδοσία τοῦ Ἰούδα. Καί πολύ σωστά. Μᾶς  εἶναι ἀδιανόητη μιά τέτοια βρωμερή καί ἀπεχθής συμπεριφορά. Ἀναλογισθήκαμε ὅμως, πόσες φορές κυριευόμαστε ἀπό τά βρωμερά μας Πάθη καί μπαίνει ὀ διάολος μέσα μας  καί προδίδουμε τήν Πίστι μας καί τήν ἁγάπη μας στό Χριστό, ὄχι μόνον «ἀντί πινακίου φακῆς», «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων» ἤ ἀκόμη γιά εὐτελέστερα πράγματα;

Μήπως μᾶς τυφλώνει  ἡ ἀλαζονία τοῦ βίου, ἡ Ὑποκρισία καί τά σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα, καί μένουμε  σάν τόν Ἰούδα, δόλιοι καί ἀδιόρθωτοι; Μήπως ὁ Ἐγωϊσμός,  μᾶς σύρει πίσω ἀπό τόν δόλιον Ἰούδα, καί μένουμε ἀδιόρθωτοι  δοπυλοι καί δόλιοι;


Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ὁ Ἀληθινός Μεσσίας, ὁ  Σωτηρ,ὁ  Πάνσοφος   καί Παντέλειος  Καθοδηγητής,  ἔπλυνε τά πόδια   τῶν Μαθητῶν Του, ἀκόμα καί  τά πόδια τοῦ Ἰούδα καί εἶπε:

«ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΔΕΔΩΚΑ ΥΜΙΝ, ἵνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν, καί Ὑμεῖς ποιεῖτε »( Ἰωάν.ιγ΄15).

Εἶναι καιρός νά μιμηθοῦμε τόν Πάνσοφον Διδάσκαλον τόν Λυτρωτήν καί Θεραπευτήν  τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν. Νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν Φαρισαϊκήν λέπραν, ἀπό τήν Ὑποκρισίαν καί διώξουμε τόν Ἐγωϊσμόν, Νά σκοτώσουμε τόν Ὄφιν πού φωλιάζει μέσα μας καί μᾶς θανατώνει, νά διώξουμε τόν διάβολον ἀπό τήν ζωήν μας. Νά ἀνοίξουμε τήν Καρδιά μας εἰς τόν ΧΡΙΣΤΟΝ καί νά ἐγκολπωθοῦμε τό εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του,  νά τό κάνουμε «Πρᾶξι» στήν καθημερινή μας καί νά δοξάζουμε τόν ΛΥΤΡΩΤΗΝ, γιατί εἰς Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή. ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

 

 

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Δεινόν ἡ ἁμαρτία! Μεγάλη ἠ Μετάνοια!

 



                  Οὐδείς ἐπί γῆς ἀναμάρτητος.

 

Κανείς, ἀπολύτως κανείς δέν ὑπάρχει ἐπί γῆς ἀναμάρτητος. Ἕνας Μόνον εἶναι Ἀναμάρτητος, Ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Εἷναι σέ ὅλους γνωστόν τό εὐόλισθον, τό ὀλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Κληρονομήσαμε ἀπό τόν Πρωτόπλαστο τήν Ροπήν πρός τό ΚΑΚΟΝ καί τήν ἁμαρτίαν (Concupiscentia). Καί εἶναι φοβερό Κακόν ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ ἀνομία, ἡ Παράβασις τοῦ Νόμου τῆς Ἀγάπης, πού φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τόν Θάνατον. «Ὅτι τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας Θάνατος»(Ρωμ.στ΄23). Εἶναι δεινόν, φοβερό Κακόν, διότι δέν εἶναι μόνον χωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, ἀλλά διότι εἶναι χωρισμός ἀπό τήν Πηγήν τῆς  Ζωῆς, ἀπό τόν ΕΝΑ καί Μόνον Ἀληθινόν ΘΕΟΝ.

Γνωρίζει ὁ Κύριος τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί μᾶς εὐσπλαγχνίζεται καί μᾶς δίδει καιρόν Μετανοίας. Ἡ Μετάνοια εἶναι δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπον.

Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «Τό ἁμαρτάνειν ἀνθρώπινον, τό ἐ μ μ έ ν ε ι ν ἐ ν  τ ῇ ἁ μ α ρ τ ί ᾳ  σ α τ α ν ι κ ο ν καί τό ἐξομολογεῖσθαι Θεῖον». Ὁ δέ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι «Οὐ φοβερόν τό πεσεῖν, ἀλλά τό κεῖσθαι». Τό πιό φοβερό εἶναι ἡ ἀμετανοησία , τό νά μένῃ, δηλαδή κανείς στήν ἁμαρτία.

ΝΤΡΟΠΗ εἶναι  τό νά ἁμαρτάνῃ κανείς. Δέν εἶναι ΝΤΡΟΠΗ νά μετα-νοεῖ κανείς καί νά ἐξομολογεῖται. Εἷναι ΚΑΛΟΝ, λέγει ὁ Γιούγκ, «νά βγάζουμε τή σκιά μας στό Φῶς». Καλόν εἶναι νά ἀποτινάσουμε τή βρωμιά ἀπό τήν ψυχή μας. Ὁ Παῦλος λέγει, «νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή καί νά ἐπιτελοῦμεν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»(Β΄Κορινθ. ζ΄1).Νά σταυρώσουμε τήν σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις(Γαλάτ.ε΄24).

Ὁ Παντέλειος Νομοθέτης μᾶς παραδίδει τόν Νόμον τῆς ἀγάπης καί καλεῖ τούς παραβάτες τοῦ Νόμου εἰς Μετάνοιαν. Εἶναι Χάρισμα ἡ Μετάνοια. Καί τά πρῶτα λόγια τοῦ Θεανθρώπου εἶναι «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ· ΗΓΓΙΚΕ ΓΑΡ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ. Καί ἠ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες μᾶς καλεῖ εἰς μετάνοιαν.

 Κύριε, Γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, ἐξομολογοῦμαι δημοσίᾳ: «Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί κριμάτων Σου καί κριμάτων Σου ἀβύσσους, τίς ἐξιχνιάσει ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;»

Καί μαζί μέ τόν ὑμνῳδό προστρέχω στή Χάρι Σου, Κύριε, καί κράζω:

«Ὑπέρ τήν πόρνην, πολύ περισσότερο ἀπό αὐτήν, Ἀγαθέ, ἀνομήσας, δέν σοῦ πρόσφερα κατ᾿ οὐδένα τρόπον, κατακλυσμό, πλημμύρα δακρύων, ἀλλά σιωπηλά, σιγά σιγά, πίπτω στά πόδια  σου, Πανάγαθε, ταπεινά δεόμενος, καί Σέ ἱκετεύω. Μέ πόθο, μέ λαχτάρα ἀσπάζομαι τά ἄχραντα πόδια Σου καί Σέ παρακαλῶ νά μέ συγχωρήσῃς.  Δός μου, ὡς Δεσπότης τήν ἄφεσιν τῶν παραπτωμάτων μου, Σωτῆρα μου. Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ρῦσαι με. Λύτρωσέ με, Κύριε, ἀπό τή λάσπη,  καθάρισέ με ἀπό τή βρωμιά, ἀπό τό βόρβορο τῶν ἔργων μου!                         

                                                                   (Κοντ. Μεγ. Τετάρτ.)






 



Τρίτη 7 Απριλίου 2026

«Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ».

 

                       Διά τοῦτο γρηγορεῖτε

 

«Τήν ὥραν, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα, τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καί κράζουσα. Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ»            

                                           (Τροπάριον Μεγ.Τρίτης). 

 

Δυστυχῶς, πολλοί ἄνθρωποι ξεχνᾶμε «τό βραχύ τῆς ζωῆς» καί τήν ματαιότητα τῶν  ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. Κυριευόμαστε ἀπό τήν  ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτόν μας εἰς τήν γῆν καί δέν προσέχουμε, ἀλλἀ ἀμελοῦμε, δέν φροντίζουμε, γιά τήν ἐπιμέλειαν καί τήν τελείωσιν τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας. Αἰχμαλωτίζεται ἡ ψυχή μας εἰς τόν Ἐγωϊσμόν, τήν Ὑπεροψίαν, τήν ἀλαζονίαν τοῦ βίου, στήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισίαν. Ζοῦμε χωρίς ἴχνος ἀγάπης καί εὐσπλαγχνίας πρός τόν πλησίον, χωρίς Θεόν, χωρίς σκοπόν, χωρίς περιεχόμενον, ὡς παράφρονες. Μᾶς ἀφυπνίζει ὁ Φιλάνθρωπος Θεός καί καί μᾶς θυμίζει ὅτι, εἰς αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία εἴμαστε προσωρινοί, διαβάτες, παροικοι καί παρεπιδημοι. Μᾶς ἐπισημαίνει ὁ Κύριος ὅτι ἄδικα βασανιζόμαστε καί κατατυραννοῦμε καί τούς ἄλλους γύρω μας. Ἐλεεινολογεῖ τήν ἀφροσύνη μας καί ἐλέγχει τήν τρέλλα   μας καί λέγει:«Ἄφρον ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ (οἱ δαίμονες, τούς ὁποίους ἐξυπηρέτησες)· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; Ὅλα αὐτά πού ἑτοίμασες σέ ποιούς κληρονόμους θά περιέλθουν;

«Λοιπόν, ψυχή μου, τώρα πού κατεννόησες τήν ὥραν τοῦ τέλους καί ἐδειλίασες, γιά τήν ἐκκοπήν τῆς ἀκάρπου συκῆς, ξύπνα,ἀγάπησε τήν ἔντιμον ἐργασία, ταλαίπωρη ψυχή μου, πολλαπλασίασε τό τάλαντον πού σοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεόν, μεῖνε ἄγρυπνη, προσεκτική καί κραζε εἰς τόν ἑαυτόν σου καί εἰς τούς ἄλλους καί λέγε:Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ».

 Θυμήσου, ψυχή μου, «Πῶς καί γιατί παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκή;» Προσπάθησε,ψυχή μου, νά παρουσιάσῃς καρπούς ἀξίους τῆς Μετανοίας, τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι «χαρά εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»(Γαλάτ.ε΄22-23). Ο Νυμφίος τῆς Ψυχῆς μας, ζητεῖ Ταπείνωσι, καθαρή καρδιά γεμᾶτη Καλωσύνη. ΖΗΤΕΙ ἔλεος, εὐσπλαγχνίαν πρός τόν πλησίον. Θά εἶναι δέ ἀνελέητη ἡ κρίσις εἰς αὐτούς πού  δέν  δείχνουν ἔλεος, εὐσπλαγχνίαν, συμπάθειαν εἰς τούς συνανθρώπους τους. «Ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος»(Ἰακ. β΄13). Κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως. Δηλαδή: Ἡ Εὐσπλαγχνία ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ἔναντι τῆς Κρίσεως, λέγει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Οἱ πέντε μωρές Παρθένες ἔμειναν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ, διότι δέν εἶχαν λάδι στά λιχνάρια τους. Δέν εἶχαν δείξει ἔλεος, εὔσπλαγχνίαν, εἰς τούς συνανθρώπους τους. Ἐνῷ «οἱ φρόνιμες Παρθένες εἶχαν δείξει Ἔλεος καί Εὐσπλαγχνίαν εἰς τούς συνθρώπους τους καί ἤσαν ἕτοιμες καί εἰσῆλθον μετά τοῦ Νυμφίου εἰς τόν Νυμφωνα καί ἐκλείσθη ἡ θύρα»(Ματθ. κε΄1-13).

ΛΟΙΠΟΝ :

«Τί ραθυμεῖς, γιατί τεμπελιάζεις, ἀθλία ψυχή μου; Γιατί πλάθεις μέ τήν φαντασία σου, ἄκαιρα, ἀπλοϊκές μέριμνες; γιατί ἀσχολεῖσαι μέ τά ἀνάξια λόγου πράγματα;  Σέ λίγο φθάνει ἡ  ἐσχάτη, ἡ τελευταία ὥρα, κατά τήν ὁποίαν πρόκειται νά χωρισθοῦμε ἀπό τῶν ἐνταῦθα, ἀπό αὐτόν ἐδῶ τά μάταιο κόσμο. Ὅσο ἀκόμη ἔχεις λίγο καιρό, ξεμέθησε, ξαναβρές τήν νηφαλιότητα καί τή σωστή πίστι, ξαναβρές τόν καλόν ἑαυτόν σου καί μετανόησε  καί φώναξε δυνατά: Σωτῆρα μου, ἔχω ἁμαρτήσει σέ Σένα, συγχώρησέ με Θεέ μου, μή  με κόψῃς, ὅπως ἀκριβῶς τήν ἄκαρπον συκήν, ἀλλά ὡς Εὔσπλαγχνος, Χριστέ, δές μέ πολλήν συμπάθειαν τό πάθημά μου, λυπήσου με, καί ἄκουσε τήν ταλαίπωρη ψυχή μου, πού μέ φόβο κράζει: Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ»( Μετάφρασις Οἴκου Μεγ.Τρίτης).









 μου, πού μέ φόβο κράζει: Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ»( Μετάφρασις Οἴκου Μεγ.Τρίτης).

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

«Ὅς ἐάν θέλῃ ἐν ὑμῖν μεγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος» Ματθ. κ΄26).

 


 

«Ὁ θέλων πρῶτος εἶναι, ἔστω πάντων δοῦλος»(Ματθ. κ΄27).

«Κύριε, τά τελεώτατα φρονεῖν, τούς οἰκείους παιδεύων μαθητάς, μή ὁμοιοῦσθαι τοῖς ἔθνεσιν ἔλεγες, εἰς τό  κατάρχειν τῶν ἐλαχιστοτέρων· οὐχ οὕτω γάρ ἔσται ὑμῖν, τοῖς ἐμοῖς μαθηταῖς, ὅτι πτωχός θέλων ὑπάρχω·  ὁ πρῶτος οὖν ὑμῶν, ἔστω πάντων διάκονος, ὁ δέ ἄρχων, ὡς ὁ ἀρχόμενος, ὁ προκριθείς(αὐτός πού ἐξελέγει πρῶτος) δέ ὡς ὁ ἔσχατος· καί γάρ ἀληλυθα αὐτός, τῷ πτωχεύσαντι Ἀδάμ διακονῆσαι, καί λύτρον δοῦναι ἀντί πολλῶν, τήν ψυχήν τῶν βοώντων μοι, δόξα σοι»( Τροπ. Μ.Δευτ.).

 

Κύριε, ἔρχεσαι καί μᾶς καλεῖς κοντά Σου καί γίνεσαι  σέ μᾶς τούς Μαθητάς Σου, τύπος καί ὐπογραμμός σέ ὅλα,μᾶς ἐκπαιδεύεις στή μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος. Μᾶς διδάσκεις τήν ἄκρα Ταπείνωσι καί τήν ἄπειρη ἀγάπη. Μᾶς ζητεῖ νά εἴμαστε ταπεινοί καί νά ἔχουμε καθαρή καρδιά γεμᾶτη Καλωσύνη καί νά φρονοῦμε τά τελεώτατα. Μᾶς προτρέπεις νά ἐπιδιώκουμε τήν ἀρετή, καί μή ὁμοιάζουμε μέ τούς ἐθνικούς, πού θελουν νά ἐξουσιάζουν καί νά κατατυραννοῦν τούς ἐλαχιστοτέρους ἀδελφούς. Μᾶς ἀποτρέπεις, Ἀγαθέἀπό τήν ἀρχομανίαν. Μᾶς προτρέπεις, γλυκύτατέ μου Ἱησοῦ, νά ἀπκτήσουμε τή μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος, ὥστε νά διαφέρῃ ἡ ζωή μας ἀπό τήν ζωήν τῶν ἐθνικῶν, οἱ ὁποῖοι κατέχονται ἀπό τήν ἀρχομανία καί κατεξουσιάζουν καί κατατυραννοῦν τούς συνανθρώπους τους. Δέν θέλεις ,Πανάγαθε  στή δική μας πνευματική Οἰκογένεια, στήν Κοινωνίαν τῶν ἁγίων, στήν Βασιλεία Σου,  νά συμβαίνουν αὐτά, πού συμβαίνουν εἰς τούς εἰδωλολάτρες, «Οὐχ Οὕτως δέ ἔσται ἐν ὑμῖν». Δέν θέλεις νά συμβαίνουν αὐτά σέ μᾶς. Θέλεις νά εἴμαστε πιστοί μιμητές τῆς ἁγίας Σου ζωῆς. Πράγματι, μέ τή θέλησί σου ἐπτώχευσες, ἔγινες ταπεινός ἄνθρωπος, μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ καί ὑπηρέτης ὅλων μας. Θέλεις ὁ Πρῶτος, λοιπόν, ἀπό μᾶς νά εἶναι ὑπηρέτης ὅλων,πάντων δοῦλος, πάντων διάκονος. Ὁ Ἅρχων ὡς ὁ ἀρχόμενος, ὁ προκριθείς, αὐτός πού ἐξελέγει πρῶτος, νά εἶναι ὡς ὁ ἔσχατος. Διότι, καί Σύ ,Κύριέ μου ἔγινες δοῦλος ὅλων μας, ἐκένωσες τόν ἑαυτόν Σου, ἕως θανάτου, νά ὑπητρετήσῃς τόν πτωχεύσαντα Ἀδάμ καί τούς ἐξ Ἀδάμ καί πρόσφερες ὡς λύτρον τήν ψυχήν Σου, γιά νά σώσῃς κάθε ψυχή πού πιστεύει σέ Σένα καί Σέ δοξάζει.

ΔΟΞΑ Τῌ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤῼ,ΛΟΓΕ, ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΕΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ,ΔΟΞΑ ΣΟΙ!



«Ὁ  δέ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος τούς Μαθητάς αὐτοῦ εἶπεν· οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καί οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. οὐχ  οὕτως  ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὅς ἐάν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος (ὑπηρέτης), καί ὅς ἐάν ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος.

Ὥσπερ Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι(Δέν ἦλθε γιά νά ὑπηρετηθῇ), ἀλλά διακονῆσαι καί δοῦναι τήν ψυχήν αὐτοῦ λύτρον ἀντί πολλῶν»( ἔδωσε τήν ζωήν Του λύτρον, γιά νά ἐξαγορασθοῦν καί νά ἐλευθερωθοῦν ἀπό τήν ἁμαρτίαν καί τόν Θάνατον πολλοί).

             (Ματθ. κ΄25-28. Λουκ. κβ΄24-28).