Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ζ΄ 11-17).






«ΜΗ ΚΛΑΙΕ».



«Προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν καί ὅτι

 ἐπεσκέψατο ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ» (Λουκ.ζ΄16).



Μᾶς χαροποιεῖ ἡ διαπίστωσις ὅτι μεγάλος Προφήτης φανερώθηκε ἀνάμεσά μας καί ὅτι ὁ Θεός ἐπεσκέφθη τό λαό Του, γιά νά τόν προστατεύσῃ.

Εἶναι ἄπειρη ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία ὁ Κύριος καί, ὡς καρδιογνώστης, γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας του δέν κατενόησε τήν τιμήν τῆς λογικῆς του φύσεως καί, κάνοντας κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας του, περιῆλθε στή θέσι τῶν ἀνοήτων κτηνῶν καί ἔγινε ὅμοιος μέ  αὐτά κατά τήν σκέψι καί τήν ἀνοησίαν (ψαλμ. 48, 15).

Διά τῆς παρακοῆς συσσώρευσε καί συσσωρεύει συμφορές στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους γύρω του καί ὁδεύει πρός τον αἰώνιο θάνατο. Απομακρύνεται ἀπό τήν Πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεόν.

Ὅμως ὁ Πανάγαθος Θεός εὐσπλαγχνίζεται τά πλάσματά Του. Συγκαταβαίνει καί ἔρχεται κοντά μας, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά δεινά τῆς ἀποστασίας καί νά μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τόν Παράδεισο, νά κάμη τήν ψυχή καί τή ζωή μας Παράδεισο. Εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος: «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰωάν. α΄14).

Πράγματι διά τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ἐπεσκέψατο ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ». Ἔρχεται κοντά μας «ἐν σαρκί ἐληλυθώς» (Α΄Ἰωάν. δ΄ 2).



Ἔρχεται κοντά μας ἀθόρυβα, μέ στοργή καί τρυφερότητα, καί σπογγίζει τά δάκρυά μας, ἁπαλύνει τόν πόνο μας, θεραπεύει τά τραύματά μας, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά δεινά, πού σωρεύει στήν ψυχή καί τή ζωή μας ἡ ἁμαρτία καί γίνεται σέ μᾶς τύπος καί ὑπογραμμός, γιά νά ἀκολουθήσουμε τά Χνάρια Του καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τό Θάνατο. Προϋπόθεσις εἶναι νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας, νά πιστέψουμε στό Ὄνομά Του, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι».

Ἐπαναλαμβάνω καί ἐδῶ αὐτό, πού σᾶς γράφω πάντοτε, ὥστε νά γίνη σέ ὅλους «βίωμα» ὅτι «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ Ἀνάστασις,  ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα». Ἔρχεται ἡ Ζωή σέ συνάντησι μέ τό Θάνατο καί ἐξαφανίζει τό Θάνατο.



Μέ τό θάνατο καί τήν Ἀνάστασί Του καταργεῖ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολον καί μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τό φόβο τοῦ θανάτου, στόν ὁποῖον ὅλοι μας εἴμαστε ὑπόδουλοι σέ ὅλη μας τή ζωή (πρβλ. Ἑβρ. β΄ 14-15). Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς καί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή καί ὅτι ἔρχεται κοντά μας, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τή θλῖψι καί τό Θάνατο. Ἔρχεται σέ συνάντησι ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο, ἡ Ζωή μέ τό Θάνατο, ἡ Χαρά μέ τόν Πόνο, ἡ ἀφθαρσία μέ τή φθορά, τό Φῶς μέ τό σκοτάδι.
Ἐνδεικτικό παράδειγμα τῆς συναντήσεως αὐτῆς εἶναι ἡ συνάντησις π.χ. στό μικρό χωριό τῆς Ναῒν, ἐκεῖ ὅπου ὁ Χριστός, ὁ Ἀρχηγός τῆς Ζωῆς συναντᾷ τή συνοδεία τοῦ θανάτου τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ τῆς Χήρας.


Ἐκεῖ ὁ Χριστός σταματᾶ τήν θλιμμένη συνοδεία καί  ἀπευθύνεται στήν πονεμένη μητέρα καί τῆς λέγει μέ τρυφερότητα καί στοργή: «Μή κλαῖε». Θεϊκό τό πρόσταγμα. Ὅλοι ἀποροῦν καί μέ συγκίνησι καί δέος  προσβλέπουν στόν Ἰησοῦν. Καί τότε ἀκούεται τό Πρόσταγμα τοῦ Ἰησοῦ, ὡς φωνή βροντῆς: «νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι». Καί ἀμέσως ἀνεκάθισεν ὁ νεκρός καί ἤρξατο λαλεῖν, καί τότε ὁ Ἰησοῦς «ἔδωκεν αὐτόν τῇ μητρί αὐτοῦ».
Ὅλοι νοιώθουμε τήν παρουσία τῆς θείας δυνάμεως
μπροστά στό Θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας.
Ὅλοι  κυριευόμαστε ἀπό φόβο Θεοῦ καί μέ  βαθειά συναίσθησι τῆς ἀναξιότητός μας , δοξάζουμε τόν Θεόν, διότι διαπιστώνουμε ὅτι  πράγματι«μεγάλος Προφήτης  φανερώθηκε μεταξύ μας καί ὅτι ἐπεσκέφθη ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ».

Πράγματι ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἠ Ἀνάστασις καί ἡ ζωή, ἐπισκέπτεται δέ τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένους καί ἵσταται μπροστά στήν ψυχή τοῦ καθενός μας καί κρούει τήν θύραν. Πεῖνα καί δίψα Του εἶναι ἡ σωτηρία μας. Θέλει νά ἀκουσουμε τή φωνή Του καί τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Μᾶς βεβαιώνει δέ ὅτι ἐάν ἀκούσουμε τή φωνή Του καί Τοῦ ἀνοίξουμε τή θύρα θά εἰσέλθῃ καί θά κατασκηνώσῃ στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας. Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τή Χαρά, τήν ἀγαλλίασι καί τήν εὐφροσύνη, πού νοιώθει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχῃ στήν καρδιά του τό Χριστό; 


Ὁ Χριστός εἶναι τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος, ὁ Πρῶτος καί ὀ Ἔσχατος, ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ (Ἀποκ. α΄ 8. κα΄6. κβ΄ 13).

Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄ 6), Ὁ Ἴδιος μᾶς ἀπεκάλυψε καί εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ ζωή», μᾶς ἐβεβαίωσε δέ καί εἶπε ὅτι «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ  οὐ μή ἀποθάνῃ εἰς τόν αἰῶνα» (Ἰωάν. ια΄ 25-26).
Καιρός , λοιπόν, εἶναι νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά Τόν παρακαλέσωμεν νά μᾶς ἀξιώσῃ , ὄχι μόνον μέ τά χείλη, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας, νά Τόν δοξάζωμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ.στ΄ 31-36. Ματθ. ζ΄12).






«Ὁ χρυσοῦς κανών»
τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς Ἀσκητικῆς.


«Καί καθώς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι,
καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. στ΄  31).



«Πάντα οὖν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως· οὖτος γάρ ἐστιν ὁ νόμος καί οἱ προφῆται» (Ματθ. ζ΄ 12).



Ὁ Πάνσοφος Δημιουργός, «ὁ ἐρευνῶν νεφρούς καί καρδίας (Ἀποκ. β΄ 23. Ρωμ. η΄ 27), ὁ Kύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἔρχεται καί μᾶς πλησιάζει μέ ἄπειρη ἀγάπη. Εἰσέρχεται εἰς τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας. Βλέπει καί ἐξετάζει τά ἀπόκρυφα βάθη μας. Καθαρίζει τήν, διά τῆς παρακοῆς, διαφθαρεῖσαν  φύσιν ἡμῶν καί τήν ἀμαυρωθεῖσαν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καί ἀνασύρει ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς μας καί μᾶς ἀποκαλύπτει τόν ἔμφυτον Νόμον, τόν κεκρυμμένον εἰς τά μύχια τῆς καρδίας μας. Καί ὁ ὑπέρτατος αὐτός Νόμος συνοπτικά εἶναι ὅλος ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆται μαζί. Ὁ Νόμος τῆς Ἀγάπης καί τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ, τόν ὁποῖον ἐμφυτεύει ὁ Κύριος σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Κάθε ἄνθρωπος γεννιέται  καί φέρει στήν ψυχή του τόν ὑπέρτατον, τόν ἁπλούστατον καί φυσικώτατον αὐτόν Νόμον , τόν ὁποῖον μᾶς παρουσιάζει ὁ Καρδιογνώστης Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Πάνσοφος παιδαγωγός καί,  εἰς τήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία, μᾶς λέγει:

«Καθώς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καί ὑμεῖς  ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» (Λουκ. στ΄ 31). Καί ὁ Ευαγγελιστής Ματθαῖος (ζ΄ 12) λέγει: «Πάντα οὖν ὅσα ἄν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καί ἡμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως» καί προσθέτει: «Οὗτος γάρ ἐστιν ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆται».

Πράγματι εἶναι «ὁ χρυσοῦς Κανών» τῆς ζωῆς. Νόμος παγκόσμιος, ἁπλός, εὐκολονόητος, θεϊκός.

Ὁρίζει τό εὐσεβῶς ζῆν, τό περιπατεῖν ἐν δικαιοσύνῃ καί ἀγάπῃ, καθώς πρέπει ἁγίοις. Καί ὁ χρυσός αὐτός Κανόνας τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς Ἀσκητικῆς καί πνευματικότητος εἶναι ἔμφυτος σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους Χριστιανούς καί μή. Αὐτός ὁ Νόμος θά μᾶς κρίνῃ ὅλους καί στήν παροῦσα καί στή μέλλουσα ζωή.

Οἱ Ἰουδαῖοι ἐκτός ἀπό τόν ἔμφυτον ἠθικόν Νόμον εἶχαν καί νόμον γραπτόν. Ὅλα τά ἄλλα Ἔθνη δέν εἶχαν γραπτόν νόμον, εἶχαν ὅμως τόν αἰώνιον ἔμφυτον ἠθικόν Νόμον, τήν ἠθικήν συνείδησιν καί τους λογισμούς.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, πρός Ρωμαίους λέγει:
«Ὅταν γάρ ἔθνη τά μή νόμον ἔχοντα φύσει τά τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μή ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσί
νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τό ἔργον τοῦ νόμου
γραπτόν  ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καί μεταξύ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἤ καί ἀπολογουμένων».

Δηλαδή : Ὅταν οἱ Ἐθνικοί, ἄν καί δέν ἔχουν νόμον γραπτόν, πού νά ὁρίζει ποιές πράξεις νά πράττουν καί ποιές πράξεις νά ἀποφεύγουν, ὁδηγούμενοι ἀπό τόν ἔμφυτον ἠθικόν νόμον, πράττουν ἐκεῖνα πού ὁ γραπτός νόμος ὁρίζει, αὐτοί, ἄν καί δέν ἔχουν νόμον γραπτόν, εἶναι οἱ ἴδιοι, γιά τούς ἑαυτούς των, νόμος. Οἱ Ἐθνικοί δέν εἶναι χωρίς νόμον. Ἔχουν καί αὐτοί τήν συνείδησιν, ἡ ὁποία, πρίν ἀπό κάθε πρᾶξι, προτρέπειἀποτρέπει, καί μετά ἀπό κάθε πρᾶξι, ἐπιδοκιμάζειἀποδοκιμάζει. Ὁ Χρυσός Κανόνας, πού ἐνεφύτευσε ὁ Χριστός στήν καρδιά μας, στίς καρδιές ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἔχει μεγάλη σημασία καί ἀξία, διότι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ὁδηγόν τήν ἠθικήν συνείδησιν, αὐτόν τόν ἔμφυτον νόμον, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖον θά κριθοῦμε ὅλοι. Ἔτσι ἀποδεικνύεται ὅτι τό ἔργον τοῦ νόμου, πού ἀφορᾷ εἰς τήν διάκρισιν  τοῦ ἀγαθοῦ καί τοῦ κακοῦ, εἶναι γραπτόν στίς καρδιές μας, καί φαίνεται διά τῆς μαρτυρίας τῆς συνειδήσεώς μας, γιά κάθε πρᾶξι καί διά τῶν ἐσωτερικῶν λογισμῶν, πού ἀναμεταξύ τους  κατηγοροῦν, κατακρίνουν ἤ  καμμιά φορά καί  ἀπολογοῦνται.

Ἐνεφύτευσεν ὁ Χριστός στήν καρδιά μας αὐτόν τόν ἠθικόν νόμον, ἡ παράβασις τοῦ ὁποίου μᾶς καθιστᾶ ὅλους  ἀδικαιολογήτους καί  ἀναπολογήτους. Κανείς, ἀπολύτως κανείς δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθῇ ὅτι δέν γνωρίζει ποιά πρέπει νἆναι ἡ ὑγιής, ἡ ἁγία συμπεριφορά στή ζωή μας.

Καί ὅλοι ὀφείλουμε νά ζοῦμε  «εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ», «καθώς πρέπει ἁγίοις». Ὀφείλουμε νά γυμνάζουμε τόν ἑαυτό μας , νά ἀσκούμεθα καί νά γίνῃ ζωή μας ὁ Χρυσοῦς Κανών:

«Ὅπως θέλετε νά συμπεριφέρωνται σέ σᾶς οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι ἀκριβῶς νά συμπεριφέρεσθε καί σεῖς σ’ αὐτούς». «Ὅλα ὅσα θέλετε νά σᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, τά ἴδια ἀκριβῶς νά κάνετε καί σεῖς σ’ αὐτούς. Διότι αὐτός οὐσιαστικά εἶναι ὁ Νόμος καί οἱ Προφῆται, νά ἀγαπᾶτε, δηλαδή, γνήσια καί ἀληθινά, τόν πλησίον σας σάν τόν ἑαυτόν σας».

Θέλετε νά σέβωνται οἱ ἄλλοι τήν προσωπική σας ζωή, τήν περιουσία σας, τήν οἰκογενειακή σας γαλήνη, τήν ἐλευθερίαν σας, τήν προσωπικότητά σας; Ἀσφαλῶς ναί. Τότε καί σεῖς ὀφείλεται νά σέβεσθε τή ζωή, τήν περιουσία, τήν οἰκογενειακή γαλήνη καί τήν προσωπικότητα τῶν ἄλλων.
Θέλετε νά εἶναι ἐπιεικεῖς καί νά σᾶς συγχωροῦν τά λάθη σας οἱ ἄλλοι; Τότε νά κάνετε καί σεῖς τό ἴδιο. Εἶναι δέ γνωστόν ὅτι «ἐάν μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα,οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν».
Θέλετε συνεχῶς καί εἰλικρινά νά σᾶς ἀγαποῦν καί νά σᾶς συμπαραστέκουν οἱ ἄλλοι; Νά κάνετε καί σεῖς ἀκριβῶς τό ἴδιο. Θέλετε νά εἶναι δίκαιοι καί εἰλικρινεῖς ἀπέναντί σας; Νά εἶσθε καί σεῖς δίκαιοι καί εἰλικρινεῖς πρός τούς ἄλλους.
Κάθε ὥρα καί κάθε στιγμή ὀφείλουμε νά κάνουμε ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον καί ἐάν διαπιστώσουμε ὅτι ἡ συμπεριφορά μας δέν εἶναι σύμφωνη μέ τόν Χρυσό αὐτόν κανόνα, δηλαδή, ἐάν ἠ συμπεριφορά μας εἶναι προβληματική, καλόν εἶναι ἀμέσως νά τροποποιοῦμε καί νά θεραπεύουμε τήν κακή, τήν ἀρρωστημένη μας συμπεριφορά καί νά ζοῦμε πραγματικά μέ δικαιοσύνη καί γνήσια ἀγάπη, σύμφωνα μέ τό χρυσό Κανόνα.

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, γνωρίζει τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας καί τό εὐόλισθον, τό ὀλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Γι' αὐτό «ἐκένωσεν ἑαυτόν» ἔγινε ταπεινός ἄνθρωπος καί ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, ἔπαθε γιά χάρι μας, ἐσταυρώθη καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν «ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ». 

Ἔγινε τύπος καί ὑπογραμμός, φωτεινό σέ ὅλους μας παράδειγμα, γιά νά Τόν μιμηθοῦμε, νά Τόν ἀκολουθήσουμε καί νά φθάσουμε στήν κορυφή, στό Θεό. Σέ ὅσους Τόν δέχονται καί πιστεύουν στό Ὄνομά Του ἔδωκεν ἐξουσία τέκνα Θεοῦ γενέσθαι.
Γιά νά ἐφαρμόσουμε στή ζωή μας τόν χρυσό κανόνα τῆς  ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἀσκητικῆς ζωῆς, χρειάζεται  συνεχής γυμνασία εἰς εὐσέβειαν,
πνευματικές ἀσκήσεις, γιά νά ἀκολουθοῦμε ἀκριβῶς τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά νικήσουμε στήν πάλη, πού γίνεται στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας, στή βασική σύγκρουσι τῆς ἠθικότητας μέ τήν ἀνηθικότητά μας, στήν πάλη τοῦ Ἀγαθοῦ μέ τό Κακόν, πού τελεσιουργεῖται μέσα μας. Καί ἡ βασική αὐτή σύγκρουσις τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ, μέ τόν καλόν ἑαυτό μας, ἡ ἐσωτερική αὐτή πάλη «οὐκ ἔστιν ἡμῖν πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσ. στ΄ 12).

'Eάν δέν προσέξουμε καί, στήν πάλη αὐτή, στή βασική αὐτή σύγκρουσι, νικήσῃ ὁ κακός μας ἑαυτός, ἐάν νικήσῃ ἡ ἀνηθικότητα τήν ἠθικότητά μας, τότε νιώθουμε ἐνοχές, πού δημιουργοῦν φοβερό ἄγχος, καταλυτικό τῆς προσωπικότητάς μας καί αἰσθανόμαστε τήν ἀνάγκη νά λυτρωθοῦμε ἀπό αὐτό καί ἀντί νά τό ἐξετάσουμε καί νά διορθώσουμε τήν συμπεριφορά μας, τό ἀπωθοῦμε.
Ἐάν ὅμως προσέξουμε καί ἀποφύγουμε τή σύγκρουσι, ἐάν, δηλαδή, ἀφορῶντες ἐπί τόν Ἀρχηγόν τῆς πίστεως καί τελειωτήν Ἰησοῦν, παλαίψουμε ἐν Χριστῷ καί στήν πάλη νικήσῃ ἡ ἠθικότητα τήν ἀνηθικότητά μας, νικήσῃ ὁ καλός μας ἑαυτός , τότε, «τῷ νικῶντι» λέγει ὁ Κύριος, «δώσω  αὐτῷ φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ μου» (Ἀποκ. β΄  7).Καί εἶναι πλέον ἤ βέβαιον ὅτι θά νικήσουμε στήν πάλη μας μέ τόν κακό μας ἑαυτό ἐάν ἀκολουθοῦμε, πιστά, στή ζωή μας, τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτός ἐνσαρκώνει καί τόν Χρυσοῦν Κανόνα. Αὐτός εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἀγάπης. Αὐτός εἶναι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ ζωή. Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή ἡ μόνη μας ἐλπίδα. Αὐτός πρῶτος μᾶς ἀγάπησε καί μᾶς ἐλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, μέ τό πανάγιον αἷμα Του, καί μᾶς κατέστησε βασιλιάδες καί Ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί Πατρί αὐτοῦ.



Καιρός λοιπόν εἶναι νά βιώσουμε τόν χρυσόν κανόνα, νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του,νά τό κάνουμε «πρᾶξι». Νά ἀγαπήσουμε τόν πλησίον μας, ὅπως τόν ἑαυτόν μας, νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια  Του, νά μείνουμε ἑνωμένοι μαζί Του, καί, μέ τή Χάρι του, νά ἀξιωθοῦμε νά Τόν ὑμνοῦμε καί νά Τόν δοξάζουμε ἀδιαλείπτως,  σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι,  καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.






Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ε΄ 1-11).






  εὐλογία τῆς Παρουσία τοῦ Χριστοῦ
στή ζωή μας. Οἱ καρποί τῆς ὑπακοῆς.

«Ὡς δέ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρός τόν Σίμωνα·

ἐπανάγαγε εἰς τό βάθος, καί χαλάσατε τά δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.

Καί ἀποκριθείς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ·
Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιάσαντες οὐδέν
ἐλάβομεν· ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον (Λουκ. ε΄  4-5).




Ὁ θεηγόρος Λουκᾶς ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐμπνεόμενος, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν περικοπήν τοῦ Εὐαγγελίου του διηγεῖται ὅτι ὁ Υἱός καί λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ τέλειος Θεός, πού ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, τύπος τῶν πιστῶν σέ ὅλα, ἐνῶ ἐστέκετο πλησίον τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἀραγμένα κοντά στή λίμνη καί τούς ψαράδες, πού εἶχαν βγῆ ἐξω ἀπό αὐτά καί ἔπλεναν τά δίκτυα.  Ὅταν δέ διεπίστωσε  ὅτι εἶχαν συγκεντρωθεῖ πλήθη τοῦ Λαοῦ, μέ λαχτάρα νά ἀκούσουν τό λόγο Του, τότε ἐμπῆκε σέ ἕνα ἀπό τά πλοῖα, πού ἀνῆκε στό Σίμωνα καί τόν παρεκάλεσε νά ἀπομακρύνῃ λίγο τό πλοῖον ἀπό τήν παραλία καί ἀφοῦ κάθισε δίδασκε μέσα ἀπό τό  πλοῖον τά πλήθη τοῦ λαοῦ, πού βρίσκονταν στήν παραλία. Ὀφείλω νά σημειώσω ἐδῶ ὅτι ὁ Κύριος δέν μπῆκε στό πλοῖον τοῦ Σίμωνος ὡς ἐξουσιαστής, ἀλλά ζήτησε τήν ἄδεια, παρεκάλεσε τόν Πέτρο, νά τοῦ ἐπιτρέψῃ καί νά ἀπομακρύνῃ ἀπό τήν παραλία τό πλοῖον του, γιά νά διδάξῃ τό σεβασμό πρός ὅ, τι ἀνήκει στούς ἄλλους. Στή συνέχεια, ὡς τύπος τοῦ τελείου ἀνθρώπου ὁ Χριστός καί ὑπογραμμός σέ ὅλα ὑποδεικνύει ὅτι ἡ πρώτη καί βασική φροντίδα τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἐπιμέλεια πρός τελείωσιν τῆς ψυχῆς καί ἀκολουθεῖ ἡ φροντίδα τοῦ σώματος ὡς Ναοῦ τῆς ψυχῆς.
Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο «ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τούς ὄχλους». Προηγεῖται ἡ τροφή καί ἡ τρυφή τῆς ψυχῆς, πού εἶναι ἀθάνατη καί ἀκολουθεῖ ἡ τροφή τοῦ σώματος. Καί κατεξοχήν τροφή τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ ἐπί τῆς οὐσίας ἄρτος, «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ». Διότι ὁ ἄνθρωπος δέν ζῇ μόνον μέ τά καθημερινό ψωμί, μέ τά ὑλικά ἀγαθά τοῦ κόσμου τούτου, μέ τά πλούτη καί τά ἀξιώματα τοῦ κόσμου τούτου, ἀλλά «ἐπί παντί ῥήματιἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ»(Ματθ. δ΄ 4).



«Ὡς δέ ἐπαύσατο λαλῶν», ὑπέδειξε καί τήν τιμίαν ἐργασίαν διά τήν ἀπόκτησιν τῶν ἀναγκαίων ἀγαθῶν γιά τήν συντήρησιν τοῦ σώματος. Εὐλογεῖ τήν ἐργασίαν. Ἡ ἀργία εἶναι ἐπονείδιστη, ἀξιοκατάκριτη, αἰσχρή καί μητέρα πάσης κακίας.
Ὁ Κύριος τοποθετεῖ τόν ἄνθρωπο στόν παράδεισο ἐργάζεσθε αὐτόν καί φυλάσσειν, Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σ’ αὐτήν τήν παροικία ἔχουν τό δικό τους παράδεισο, τό δικό τους χῶρο, τή δική τους τέχνη ἤ ἐπιστήμη καί ὁ καθένας ὀφείλει νά ἐργάζεται τίμια καί νά κερδίζῃ, μέ τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, τόν ἄρτον του. Ὅλοι ἔχουν δικαίωμα καί ὑποχρέωσι στήν τίμια ἐργασία, τήν ὁποίαν εὐλογεῖ ὁ Κύριος. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι καί τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος δέν ἐκλέγει τούς μαθητάς Του ἀπό τούς κύκλους τῶν Γραμματέων καί Φαρισαίων, ἀπό τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, ἀλλά ἀπό τή μεσαία τάξι τοῦ λαοῦ, ἀπό τίς τάξεις τῶν ἁπλῶν, καί ἁγνῶν καί ἐργαζομένων ἀνθρώπων.
«Ὡς δέ ἐπαύσατο λαλῶν, συνέστησε στόν Σίμωνα νά φέρῃ τό πλοῖον στά βαθειά νερά τῆς λίμνης καί νά ρίξῃ τά δίκτυα καί νά πιάσῃ ψάρια: «ἐπανάγαγε εἰς τό βάθος καί χαλάσατε τά δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν».
Ἔμπειρος στήν τέχνη τῆς ἁλιείας, ὁ Πέτρος, ὁ μεγάλος Ψαρᾶς, ἀποκρίθηκε στόν Κύριο καί τοῦ εἶπε: Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιάσαντες, οὐδέν ἐλάβομεν·  ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον».
Μέ πολύ σεβασμό ἀποκρίνεται ὀ Πέτρος ἀναφέρει τό παράπονό του στόν Κύριο και λέγει· Διδάσκαλε, ὅλη τήν νύκτα ἐκοπιάσαμε, ρίξαμε τά δίκτυα καί δέν πιάσαμε τίποτε. Ἀλλά ἀφοῦ τό διατάσσεις, μέ τελείαν πεποίθησιν καί ὑπακοήν εἰς τόν λόγον σου, θά ρίψω τό δίκτυον.
Ὁ Πέτρος, μολονότι γνώριζε ὅτι ἡ ὥρα αὐτή τῆς ἡμέρας δέν εἶναι ἡ κατάλληλη, γιά ψάρεμα, ὑπήκουσε στήν προσταγή τοῦ Κυρίου ἀπό ἀπέραντο σεβασμό στό Διδάσκαλο. Δέν γνώριζε ὁ Πέτρος ὅτι ἔχει στό  πλοῖον του τόν Ἐξουσιαστήν, τόν Κύριον τῆς δόξης, τόν Πάνσοφον καί Παντοδύναμον Δημιουργόν τοῦ σύμπαντος κόσμου.
Ἁπλῶς ἀγαπᾶ καί ὑπακούει στήν προσταγή τοῦ Διδασκάλου καί ἀμέσως ἀπολαμβάνει τούς καρπούς τῆς ὑπακοῆς. Δέν λέει ἁπλῶς· ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον, ἀλλά καί κάνει «πρᾶξι» τό λόγο του.
Πῆραν τό πλοῖον στά βαθειά νερά τῆς λίμνης καί ἔρριψαν τό δίκτυό τους καί ἔκλεισαν μέσα στά δίκτυο πλῆθος ἰχθύων πολύ. Τόσα πολλά ψάρια, πού ἄρχισε νά σπάζῃ τό δίκτυον, ἐπειδή δέν ἄντεχε στό βάρος τοῦ πλήθους τῶν ψαριῶν.


Οἱ ἁποϊκοί καί ἁγνοί αὐτοί ψαράδες ἀμέσως σκέφθηκαν καί τούς ἄλλους, πού κι’ αὐτοί εἶχαν κοπιάσει ὅλη τήν νύκτα καί δέν εἶχαν πιάσῃ τίποτε. Δέν θέλησαν νά κρατήσουν, ἐγωϊστικά, γιά τόν ἑαυτό τους τή μεγάλη αὐτή ψαριά. Μέ νεύματα κάλεσαν καί τούς  συνεταίρους, τούς μετόχους, πού βρίσκονταν στό ἄλλο πλοῖον, νά πιάσουν μαζί μέ αυτούς τά δίκτυα καί νά τούς βοηθήσουν. Καί ἦλθαν καί ἐγέμισαν καί τά δυό πλοῖα τόσο πολύ, ὥστε ἀπό τό βάρος τῶν ψαριῶν ἐκινδύνευαν νά βυθισθοῦν τά πλοῖα.
Σ αὐτήν ἐδῶ τήν περικοπή του Εὐαγγελίου ὁ Κύριος μᾶς,  ἀκόμη μιά φορά,  μᾶς βοηθεῖ νά καταλάβουμε ὅτι ἡ Παρουσία Του στή ζωή μας εἶναι εὐλογία, εἶναι δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον, ἄνωθεν καταβαῖνον ἀπό τοῦ πατρός τῶν φώτων» (Ἰακ. α΄ 17).
Ἔρχεται καί ἵσταται ἐπί τήν Θύραν καί κρούει. Ζητεῖ τήν καρδιά μας. Θέλει νά ἀκούσουμε τή φωνή Του καί νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Θέλει, μέ τή θέλησί μας, νά ἀκούσουμε τή φωνή. Νά πιστέψουμε Σ’ Αὐτόν, ὡς Θεόν καί Σωτήρα μας. Νά ἐγκολπωθοῦμε τό λόγο Του, καί νά πράξουμε τό Θέλημά Του. Νά Τόν λατρέψουμε μέ τήν καρδιά μας, ὄχι μέ τά χείλη. Νά γίνῃ τροφή μας, ἡ δική Του τροφή,  δηλαδή, νά κάνουμε «πρᾶξι» τό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ-Πατρός. Ἧλθε καί θέλει νά μένῃ παντοτινά μαζί μας. Καί γιά νά ἔχουμε τή Χαρά τῆς εὐλογημένης καί ὁλοζώντανης Παρουσίας Του στή ζωή ὀφείλουμε ὑπακοή στίς πανάγιες Ἐντολές Του. Ἡ παρακοή μᾶς χώρισε ἀπό τό Θεό καί μᾶς βύθισε στό βόρβορο τῆς εἰδωλολατρίας. Ἡ παρακοή μᾶς ἐνέπηξε εἰς ἰλύν βυθοῦ καί μᾶς κατέστησε «δεσμίους τῆς γῆς». Ἡ παρακοή μᾶς στέρησε τήν εὐλογημένη Παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τή μακαριότητα. Ἡ παρακοή, διά τῆς διαφθορᾶς, διά τῶν παραβάσεων τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, μᾶς χωρίζει ἀπό τήν Πηγή πάσης ἀγαθότητος, τόν Θεόν, καί μᾶς ὁδηγεῖ στή φθορά καί τό Θάνατο, στό αἰώνιον σκότος.
Χωρίς τόν Χριστόν, χωρίς τήν Παρουσία Του στή ζωή μας, ἄκαρποι εἶναι οἱ κόποι μας, ματαίως κοπιάζομεν. Κοπιάζομεν καί οὐδέν λαμβάνομεν. Ὅταν εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του, φέρομεν καρπόν πολύν. Ὁ Κύριος μας  μᾶς ζητεῖ νά μένουμε ἑνωμένοι μαζί Του: «Μείνατε ἐν ἐμοί, κἀγώ ἐν ὑμῖν», καί  μᾶς πληροφορεῖ μέ ἀγάπη λέγων: «Καθώς τό κλῆμα οὐ δύναται καρπόν φέρειν ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἐάν μή μείνῃ ἐν τῇ ἀμπέλῳ, οὕτως οὐδέ ὑμεῖς. ἐάν μή ἐν ἐμοί μείνητε. Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπόν πολύν, ὅτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄ 4-6).
Ὁ Σίμων λέγει τό παραπονό του στό Χριστό: «Δι’ ὅλης τῆς νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ἐλάβομεν».
Προφανῶς ὁ Εὐαγγελιστής ὑπενίσσεται ὅτι τά ἔργα τῆς νυκτός εἶναι ἔργα πονηρά, φαῦλα, ἔργα τοῦ σκότους. Τελοῦνται κατά παράβασιν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ καί ὀφείλουμε ὅλοι νά ἀποφεύγουμε τά ἔργα τοῦ σκότους  καί νά ἐργαζώμαστε τά ἔργα τῆς ἡμέρας, τά ἔργα τοῦ φωτός, τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Τονίζεται ἡ ἀκαρπία τῶν ἔργων τῆς νυκτός. Καί μάλιστα τονίζεται ὅτι χωρίς τόν Χριστόν τά ἔργα μας εἶναι φαῦλα, χωρίς τή Χάρι Του.
Ἀντίθετα ὁ ἑνωμένος μέ τόν Χριστόν ἔχει τήν εὐλογίαν τῆς Παρουσίας Του εἰς τά ἔργα Του. Ποιεῖ τήν ἀλήθειαν. Ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τά ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστίν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ΄ 20-21). Εἶναι ἔργα ὑπακοῆς. Ἡ ὑπακοή μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεόν. Ἡ ὑπακοή μᾶς ἐπανεισάγει εἰς τόν Παράδεισο. Ἡ ὑπακοή κάνει τήν ψυχή καί τή ζωή μας Παράδεισος. Καί παράδεισος εἶναι ἡ ἕνωσίς μας μέ τόν Χριστόν.
Ὁ Σίμων Πέτρος μέ τήν ὑπακοήν εἰς τό Θεῖον Πρόσταγμα  εἶδεν νά καρποφοροῦν οἱ κόποι του. Ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου, Κύριε, χαλάσω τό δίκτυον»
Καί κάνοντας «πρᾶξι» τήν ὑπακοήν: «Καί τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δέ τό δίκτυον αὐτῶν».
Αὐτή καί μόνον αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια, Καί ὀφείλομεν νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι ὅτι χωρίς τόν Χριστόν ἡ ζωή μας εἶναι ἄδεια, κενή, καί οἱ κόποι μας ἄκαρποι. Ἀντίθετα ἡ ζωντανή Παρουσία τοῦ Κυρίου στή ζωή μας, ἡ ἕνωσίς μας μαζί Του εἶναι εὐλογία καί σύμφωνα μέ τίς Προσταγές Του οἱ κόποι μας καρποφοροῦν. Εἶναι καρποί τῆς ὑπακοῆς στά θεῖα προστάγματα.


Δέν συμβαίνει τό ἴδιο, μέ τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, μέ τή θέλησί τους, δέν πιστεύουν καί παραμένουν χωρισμένοι ἀπό τόν Χριστόν. Δέν θέλουν καί δέν ἀπολαμβάνουν τή Χαρά τῆς Παρουσίας Του στή ζωή τους. Διά τῆς παρακοῆς , χωρίζονται καί χάνουν τήν εὐλογία τῆς Παρουσίας Του. Γι’ αὐτό καί δέν καρποφοροῦν τά ἔργα τους.
«Οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ἤ  ὡσεί χνοῦς, ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς γῆς... Ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδόν δικαίων καί ὁδός ἀσεβῶν ἀπολεῖται» (Ψαλμ. α΄  4,6).
Ὁ Πανταχοῦ εἶναι πάντοτε μαζί μας, ὅπως μᾶς τό ὑποσχέθηκε. Ἔμεῖς ὅμως εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του διά τῆς ὑπακοῆς στά θεῖα Του προστάγματα;
Εἶναι βέβαιον ὅτι διά νά εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του καί νά ἀπολαμβάνουμε τά ἀγαθά (πνευματικά καί ὑλικά) τῆς Παρουσίας Του, ὀφείλουμε νά πιστεύουμε ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος Τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, πού ἀπό ἄπειρη ἀγάπη ἔγινε και τέλειος ἄνθρωπος καί εἶναι ὀ προσωπικός Σωτῆρας καί Λυτρωτής κάθε πιστοῦ, Σωτήρας δέ καί Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος. Καί Πιστεύω σημαίνει Λατρεύω τό Χριστό καί ὑπακούω σέ ὅλες τίς Ἐντολές Του. Ἡ ὑπακοή στά θεῖα προστάγματα εἶναι ἡ μόνη ἀπόδειξις τῆς πίστεώς μας καί τῆς «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» λατρείας μας. Αὐτό τό δρόμο χάραξε ὁ μεγάλος Ψαρᾶς , ὁ Σίμων Πέτρος σέ ὅλους μας. Τό Δρόμο τῆς Πίστεως στό Χριστό καί τῆς ὑπακοῆς στό Θέλημά Του καί καταξιώθηκε νά γίνη ὁ Κορυφαῖος Ἀπόστολος καί ἀπό ἁπλός ψαρᾶς ἰχθύων νά γίνει ψαρᾶς ψυχῶν. Καταξιώθηκε νά ἀγρεύει ψυχές, νά σώζῃ ψυχές καί νά τίς ὁδηγῇ εἰς τήν ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ, στή αἰώνια  Χαρά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός ἐβράβευσε τήν Πίστι, τήν ἀγάπη, τήν συντριβή τοῦ Πέτρου καί τόν ἀνέδειξε Μέγα καί τοῦ εἶπε: Δέχομαι τήν πίστι καί τήν ἀγάπη σου, πού ἀπέδειξες διά τῆς ὑπακοῆς σου. Δέχομαι τή βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός σου, δέχομαι τήν ἐξομολόγησί σου καί τό φόβο σου- τήν εὐλάβειά σου, καί «μή φοβοῦ· ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν».
Ὁ Ἰησοῦς κρούει τή θύρα τῆς ψυχῆς μας, μᾶς καλεῖ κοντά Του, «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός» ζητεῖ τήν καρδιά μας.
Εἶναι καιρός νά ἀκούσουμε τή γλυκειά φωνή τοῦ Ἰησοῦ. Νά δεχθοῦμε τήν πρόσκλησί Του καί νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας, γιά νά κατασκηνώσῃ ἐντός μας.
Εἶναι καιρός, λοιπόν, νά πάρουμε τήν ἀπόφασι νά ποῦμε τό μεγάλο ΝΑΙ στό Χριστό καί νά ἀκοληθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του.
Εἷναι καιρός νά μιμηθοῦμε τόν Πέτρο στήν Πίστι καί τήν ὑπακοή στό Χριστό καί ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό, να χαιρώμαστε μαζί του τήν εὐλογημένη ὁλοζώντανη Παρουσία τοῦ Κυρίου μας καί νά ἀπολαμβάνουμε τούς καρπούς τῆς ὑπακοῆς στό πανάγιον Θέλημά του. Καί καρποί τῆς ὑπακοῆς εἶναι οἱ εὔχυμοι καρποί τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πρᾳότης, ἐγκράτεια. Καί πάνω ἀπό ὅλα ἡ ὑπακοή στό Χριστό μᾶς φέρει σέ κοινωνία ἕνωσι μέ τό Χριστό, πού κάνει ἀπό τώρα τήν ψυχή καί τή ζωή μας Παράδεισο.
Εἶναι καιρός, λοιπόν, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά μιμηθοῦμε τόν Πέτρο καί, μέ τήν ἴδια προθυμία, νά πῇ ὁ καθένας μας στό Χριστό·
Ἐπιστάτα, Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου,
ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου χαλάσω τό δίκτυον.
Ἐπί δέ τῷ ρήματί Σου, θά καθαρίσω τόν ἑαυτό μου ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος
καί θά ἐπιτελῶ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου, ἀπό αὐτή τή στιγμή, θά σταυρώσω τήν σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου, Θά ἀπαρνηθῶ τόν κακόν μου ἑαυτόν, τόν παλαιόν ἄνθρωπον, τίς κακίες καί τά βρωμερά μου πάθη καί θά ἐνδυθῶ Ἐσένα, Κύριε, τόν ἐπουράνιον, Θά σηκώσω τόν προσωπικό μου σταυρό καί θά ἀκολουθῶ τά ματωμένα Χνάρια Σου.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου, δέν θά φονεύω, δέν θά μοιχεύω, δέν θά ψευδομαρτυρῶ, θά τιμῶ τόν πατέρα καί τή μητέρα μου καί δέν θά ἐπιθυμῶ πράγματα, πού ἀνήκουν στόν Πλησίον μου. Θά σέβομαι  τήν ἐλευθερία καί τήν περιουσία τῶν ἄλλων. Δέν θά κάνω ποτέ  στούς ἄλλους αὐτά πού δέν θέλω οἱ ἄλλοι νά κάνουν σέ μένα.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου, θά ἐργάζομαι γιά τήν ἐξάλειψι τῆς Κοινωνικῆς Ἀδικίας στόν κόσμο καί γιά τήν ἀποκατάστασι τῆς Κοινωνικῆς Δικαιοσύνης.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου, Θά κηρύττω, λόγῳ καί ἔργῳ, τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Σου, Κύριε καί θά ἀγαπῶ καί τούς ἐχθρούς μου, ὡς ἑαυτόν.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου, πεῖνα καί δίψα τῆς ψυχῆς μου, θἆναι ἡ δική Σου πεῖνα καί δίψα, ἡ τήρησι τοῦ Θελήματος τοῦ οὐρανίου Πατρός.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου, καί μέ τή Χάρι Σου, θά περιπατῶ ἐν ἀγάπῃ, θά ζῶ εὐσεβῶς, καθώς πρέπει ἁγίοις. Θά προσέχω, μέ τή Χάρι Σου, νά μή γίνομαι αἰτία νά βλασφημῆται τό ὄνομά Σου, ἀλλά νά δοξάζεται καί νά ὑμνῆται τό ὑπέρ πᾶν Ὄνομα. Διότι εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅλοι ὅτι Σύ, Κύριε εἶσαι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, καί ὅτι


«Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομα ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ΄ 12). Εἶναι καιρός να καταλάβουμε οἱ ἄνθρωποι, ὅτι Χωρίς Ἐσένα, Κύριε, δέν ἔχει νόημα ἡ ζωή μας καί μεῖς εἴμαστε ἕνα Τίποτε. Νά καταλάβουμε ὅλοι ὅτι ὑπάρχουμε, γιατί ὑπάρχεις Ἐσύ, πολυεύσπλαγχνε, καί ὅτι εἶναι καιρός νά ἐπιστρέψουμε κοντά Σου καί πρῶτο μέλημά μας νά εἶναι νά γίνεται τό Θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς.
Λάλει , Κύριε, ὁ δοῦλος Σου ἀκούει.
Ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου, χαλάσω τό δίκτυον.






Δοξασμένο νά εἶναι τό Ὄνομά Σου, Κύριε.
Μεῖνε κοντά μας. Μή μᾶς ξεσυνερίζεσαι.
Παράβλεπε τίς ἀδυναμίες μας καί ἔλα καί μεῖνε κοντά μας. Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε, ἀλλά ἐσένα μονάχα λατρεύουμε. Δῶσε μας τή Χάρι Σου νά κάνουμε πάντοτε τό Θέλημά Σου καί νά Σέ δοξάζουμε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς. Διότι μόνον Σέ Σένα, τό Λυτρωτή, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.