Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ι΄ 25-37) 2ον








«Καί τίς ἐστί μου πλησίον;»

Β΄



Γνήσιος Φαρισαῖος, ὁ Νομοδιδάσκαλος,  ψέφτης, ὐποκριτής καί δόλιος, ἐνῶ ἐκάθητο μετά τῶν ἄλλων καί ἄκουε τό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού ἔρρεεν ἀπό τό Πανάγιον στόμα Του, κι’ ἀπό τό μέλι πιό γλυκός, καί ὅλοι ἐκρέμοντο ἀπό τά χείλη του, ἐφθόνησε, ὁ ἀχρεῖος, τόν Κύριον θαυμαζόμενον, καί, χωρίς ντροπή, ἀνέστη, καί, ὡς ἀλαζών, τόλμησε νά ἐκπειράσῃ τόν Κύριον,  μέ σκοπόν, δολίως,  νά Τόν ὑποσκελίσῃ, νά Τοῦ ρίξῃ τρικλοποδιά, μέ ἀπρόοπτες ἐρωτήσεις. Θέλησε, ὁ ἄμυαλος, νά περιπλέξῃ τόν Κύριον, τόν πάνσοφον καί καρδιογνώστην. Ἡ πονηριά τοῦ νομοδιδασκάλου φαίνεται καί ἀπό τό πρῶτο δόλιο ἐρώτημά του, πού εἶπε: «Διδάσκαλε, τί ποιήσας  ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;».




Ὡς διδάσκαλος τοῦ Νόμου, γνώριζε τί ἔχει γραφῆ στό νόμο. Ὑπεκρίθη ἄγνοια. Γνῶσιν εἶχε, ἀγάπην δέν εἶχε ὁ Φαρισαῖος. Καί ὀ Κύριος τόν κάθισε στό σκαμνί. Τοῦ εἶπε: «ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; Πῶς  ἀναγινώσκεις;». Καί τότε ἀμέσως, ὁ ἄμυαλος, ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».
Ὁ πανάγιος Θεός ζητεῖ ὁλοκληρωτική ἀφιέρωσι τοῦ ἀνθρώπου στό Θεό. Ζητεῖ θερμή πίστι καί τέλεια ἀγάπη στό Θεό, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται μέ τήν ἀγάπην πρός τόν πλησίον. Ζητεῖ νά εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί του καί μεταξύ μας. Νά βρισκώμαστε, μέ τή θέλησί μας, κάτω ἀπό τή δική Του Παντοδύναμον προστασία. Θέλει νά νοιώθουμε ἀσφαλεῖς. Νά μή φοβούμαστε τίποτε καί κανέναν. Καί μόνον ἡ ἀγάπη στήν «πρᾶξι» μᾶς ἐξασφαλίζει αὐτή τήν ἑνωσιν. Μόνον μέ τήν ἀγάπη ἡ ἀνθρωπότης γίνεται «κοινωνία προσώπων», «κοινωνία ἁγίων».
Ὁ ὑποκριτής νομικός γνώριζε τήν ἐντολήν καί τήν δίδασκε, ἀλλά δέ τήν τηροῦσε. Δέν εἶχε ἀγάπην.
Ὅταν ἀπήντησε, ὁ Κύριος ἐβεβαίωσε τήν ὀρθότητα τῆς ἀπαντήσεώς του καί τοῦ εἶπε: «Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει και ζήσῃ».
Ἐπειδή ὁ Κύριος, ὡς φιλάνθρωπος, ἐπῄνεσε τήν ὀρθότητα τῆς ἀπαντήσεως τοῦ νομικοῦ, ἐνῶ θά ἔπρεπε νά ταπεινωθῇ μπροστά στόν μέγαν διδάσκαλον, ἀντίθετα φούντωσε, ἐξήφθη ἡ ἀλαζονία του καί τόλμησε καί πάλιν νά ὑποβάλῃ δεύτερο, δόλιον ἐρώτημα,  καί θέλοντας νά δικαιώσῃ τόν ἑαυτόν του, εἶπε πρός τόν Ἰησοῦν:
«Καί τίς ἐστί μου πλησίον;»
Οἱ Ἰουδαῖοι δυστυχῶς παρερμήνευαν τόν νόμον τοῦ Θεοῦ. Δέν θεωροῦσαν πλησίον κάθε συνάνθρωπόν τους. Πλησίον, γι’ αὐτούς ἦταν μόνον οἱ ὁμοεθνεῖς, οἱ ὁμόθρησκοι, οἱ συγγενεῖς. Ἐάν κάποιος δέν εἶχε δεσμούς συγγενείας, θρησκεύματος ἤ ἐθνικότητος δέν ἐθεωρεῖτο πλησίον, ἀλλά ἐχθρός. Κάθε ἐθνικός, εἰδωλολάτρης καί οἱ Σαμαρεῖτες ἀκόμη, ἦσαν ἐχθροί καί ἐάν δέν ἦσαν σέ πόλεμο, δέν ἔπρεπε νά τόν φονεύσῃ, ἀλλά δέν εἶχε ὑποχρέωσι νά τον βοηθήσῃ  στήν ἀνάγκη του, δέν εἶχε ὑποχρέωσι νά τόν σώσῃ, ἄν κινδύνευε. Ὅλοι ὅσοι δέν ἦσαν Ἰουδαῖοι, πάντα τά ἔθνη, δέν ἦσαν «πλησίον», ἦσαν ἐχθροί. Καί οἱ Ἑβραῖοι ἐδιδάσκοντο:
«Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου καί μισήσεις τόν ἐχθρόν σου».
Ὁ Κύριος ἔρχεται νά ἀλλάξῃ αὐτή τή νοοτροπία καί νά διδάξῃ τήν ἀγάπη καί πρός τούς ἐχθρούς, τήν ἀγάπη σέ κάθε ἄνθρωπο ἀνεξαρτήτως φύλου,  ἔθνους, φυλῆς καί γλώσσης. Θέλει νά μάθουν καλά οἱ ἄνθρωποι ποιός εἶναι ὁ πλησίον καί δέν λέγει ἀπ’ εὐθείας στόν νομικό ὅτι «πλησίον εἶναι κάθε ἀνθρωπος, πού ἔχει τήν ἀνάγκη σου», ἀλλά ἀπαντᾶ μέ τήν Παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου.



Θά πρέπει νά τονίσω ἐδῶ ὅτι ἡ παραβολή αὐτή εἶναι λακωνικά, «ἡ Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ἱστορία τῆς πτώσεως, ἀλλά καί τῆς, διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀναστάσεως καί σωτηρίας τῆς ἀνθρωπότητος».
Ἡ Ἱερουσαλήμ συμβολίζει τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τόν Παράδεισο τῆς Ἐδέμ, τόν ὁποῖον, μέ τή θέλησί του, ἐγκατέλειψε ὁ ἄνθρωπος, διά τής παρακοῆς.
Ἡ Ἱεριχώ συμβολίζει τή Χώρα τῆς ἀποστασίας, τῆς
ἀπομακρύνσεως ἀπό τό Θεό, ἀπό τήν Πηγή τοῦ Ὕδατος τῆς Ζωῆς. Συμβολίζει τή Χώρα, χωρίς Θεόν, τή Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου, τή Χώρα τῆς ἁμαρτίας.
Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατέβαινεν ἀπό Ἱερουσαλήμ  εἰς Ἱεριχώ, συμβολίζει τόν Ἀδάμ καί τούς ἐξ Ἀδάμ, ὁλόκληρη τήν πεπτωκυῖαν ἀνθρωπότητα.
Τό κατέβαινεν συμβολίζει τήν πτῶσι, τήν κάθοδο ἀπό τά ὕψη τοῦ οὐρανοῦ στά τάρταρα τοῦ ᾏδου, σημαίνει τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τό Θεό, τήν ὑποδούλωσι στά πάθη καί τίς κακίες. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅμοιος μέ τά κτήνη στή σκέψι, καί στή συμπεριφορά ἀκόμη χειρότερος.
Οἱ λῃστές συμβολίζουν τούς δαίμονες καί τά δαιμονικά πάθη, ἀπό τά ὁποῖα κυριεύεται ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος «λῃσταῖς περιέπεσεν, οἵ καί ἐκδύσαντες αὐτόν καί πληγάς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα». Καί πραγματικά ὅταν ὁ ἄνθρωπος κυριεύεται ἀπό τά βρωμερά του πάθη, εἰσέρχεται στήν ψυχή του ὁ Σατανᾶς καί περιέρχεται, γυμνός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, γεμᾶτος ψυχικές καί σωματικές πληγές, κείτεται ἡμιθανής, εἰς τήν ἐσχάτην ἀθλιότητα.
Λῃστές εἶναι οἱ δαιμονάνθρωποι, οἱ κακοῦργοι κάθε ἐποχῆς καί  τῆς ἐποχῆς μας, οἱ ἔμποροι τῶν Ναρκωτικῶν (τοῦ λευκοῦ Θανάτου), οἱ ἔμποροι τῆς λευκῆς σαρκός (οἱ σωματέμποροι), οἱ δουλέμποροι, καί πάνω ἀπό ὅλους οἱ ληστές μέ τό λευκό κολλάρο
Αὐτοί ξανασταυρώνουν τό Χριστό στό πρόσωπον τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν Του. Ρωφοῦν τό αἷμα τῶν πτωχῶν, κλέβουν, λῃστεύουν, τυραννοῦν, ἐκμεταλεύονται τούς συναθρώπους τους καί τούς περιφέρουν στήν ἔσχατη ἀθλιότητα.



Σωρεύουν συμφορές, ἀνάβουν φωτιές, δημιουργοῦν πολέμους καί ἀκαταστασίες πολέμων. Ἡ ἀγριότητα τῶν λῃστῶν καί σήμερα, δέν συγκρίνεται μέ τήν ἀγριότητα τῶν ἀνήμερων θηρίων τῆς Ζούγκλας. Θά ἦταν προσβολή τῶν Θηρίων τῆς Ζούγκλας, ἄν τούς λῃστές, τούς δαιμονανθρώπους αὐτούς, πού ζοῦν χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπη, ἄν  τούς χαρακτηρίζαμε σάν ἄγρια ζῶα. Διότι τά ἄλογα ζῶα δέν κατασπαράσσουν τά ὅμοιά τους, ἐνῷ οἱ λῃστές αὐτοί, οἱ κακοῦργοι, οἱ χωρίς Θεόν κατασπαράσσουν καί κατατυραννοῦν τούς ὅμοιούς τους, τούς συναθρώπους τους.
 Εἴδατε ποτέ Λιοντάρι νά τρώγει Λιοντάρι; 
Ἤ Τίγρη νά κατασπαράσσῃ Τίγρη; 
Ἐνῷ ἀντίθετα οἱ ἄνθρωποι, μακράν τοῦ Θεοῦ, κατατρώγουν τίς σάρκες τους, κατασπαράσσουν τούς ἀδελφούς τους.
Ὁ Κύριος, μέ τήν παραβολή τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου, ἔρχεται νά μᾶς διδάξῃ ὅτι  ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιά τοῦ Θεοῦ, ἀδέλφια μεταξύ τους,   καί ὀφείλει ὁ ἕνας νά εἶναι «πλησίον», γιά τόν ἄλλον. Ὀφείλει νά ἀγαπᾷ ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅπως ἀγαπᾷ τόν ἑαυτόν του.
Σκόπιμα στήν παραβολή ἀναφέρει δύο πρόσωπα, τόν Ἱερέα καί τόν Λευῒτην.  Εἶναι οἱ πλέον ἐκλεκτοί στόν κόσμο, εἶναι οἰ ἄρχοντες, πού ὑπηρετοῦν τόν Εὔσπλαγχνον Θεόν καί θά περίμενε κανείς νά δείξουν ἔλεος εἰς τόν περιπεσόντα εἰς τούς λῃστάς, τόν ἡμιθανῆ, τό μισοπεθαμένο συνανθρωπό τους. 
«Κατά συγκυρίαν δέ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ καί ἰδών αὐτόν ἀντιπαρῆλθεν. Ὁμοίως δέ καί Λευῒτης γενόμενος κατά τόν τόπον, ἐλθών καί ἰδών ἀντιπαρῆλθε».
Τόν εἶδαν οἱ ἐκλεκτοί αὐτοί τοῦ λαοῦ, οἱ ἄρχοντες, τόν συμπατριώτη τους, τόν Ἰουδαῖον, γεμᾶτον πληγές, λάσπες καί αἵματα, μισοπεθαμένο σ’ αὐτή τήν ἐρημιά. Δίδασκαν ἀγάπη στούς ὁμοεθνεῖς τους, ὤφειλαν νά σπεύσουν καί νά βοηθήσουν τόν συνάνθρωπό τους, στήν ἀνάγκη του. Αὐτοί ὅμως οἱ Ὑποκριτές, πού γνώριζαν τήν Ἐντολή τῆς Ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον,  καί  ὄχι μόνον γνώριζαν, ἀλλά  καί δίδασκαν, δέν εἶχαν μέσα τους ἀγάπη. Εἶχαν τήν ἰδέα γιά τόν ἑαυτόν τους  ὅτι εἶναι ἅγιοι καί ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι εἶναι παρακατιανοί. Ἔκαναν τά πάντα «πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις». Σκέφθηκαν· ἐμεῖς τώρα πάμε νά ὑπηρετήσουμε τόν εὔσπλαγχνον Θεόν, πῶς θά σκύψουμε πάνω σ’ αὐτόν τόν λασπομένο, τόν γεμᾶτο πληγές καί αἵματα;  Πῶς νά λερώσουμε τά χέρια μας; Ἡ περίθαλψις αὐτοῦ χρειάζεται  πολύ  χρόνο καί χρῆμα. Ἐξ ἄλλου ποιός θά μᾶς δῆ καί θά μᾶς ἐπαινέσῃ σ’ αὐτή τήν ἐρημιά; 
Καί τόν ἐγκατέλειψαν μισοπεθαμένο καί ἀβοήθητο καί ἔφυγαν ὁλοταχῶς νά πᾶνε νά ὑπηρετήσουν τό Θεό ... 
Τί εἰρωνία , Θεέ μου!...
Πόσοι καί σήμερα συνάνθρωποί μας, ὄχι μόνον δέν δείχνουν ἔλεος, σ’ αὐτούς πού ἔχουν ἀνάγκην, ἀλλά καί οἱ ἴδιοι τούς περιφέρουν στήν ἀθλιότητα;
Πόσοι εἶναι αὐτοί, σήμερα, πού, κυριευόμενοι ἀπό τό πάθος τῆς φιλαυτίας καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ, δέν καταδέχονται, σάν τόν ἱερέα καί τόν Λευῒτην, νά σκύψουν πάνω στό φτωχό, στόν πληγωμένο, τόν ἄρρωστο, γιά νά πλύνουν τίς πληγές του καί νά τόν περιθάλψουν;
Πόσοι εἶναι ἐκεῖνοι, πού, χωρίς ἔλεος, διαπιστώνουν τή δυστυχία τῶν συνανθρώπων τους καί ἀντιπαρέρχονται. Ἐπικίνδυνος εἶναι ὁ δρόμος, συλλογίζονται, ὁ κόσμος εἶναι γεμᾶτος λῃστές, ἐγκληματίες, ἄς σώσουμε τόν Ἐαυτούλη μας, τά χρήματά μας. Τί μᾶς ἐνδιαφέρει γιά τόν ἄλλον; Κυριαρχεῖ ἡ Φλαυτία. Ἡ περίθαλψις  ἑνός πληγωμένου θέλει χρόνο καί χρῆμα. Θέλει ἐνδιαφέρον. Ἀπαιτεῖ θυσίες. Καί λείπει, δυστυχῶς, ἀπό τούς πολλούς τό πνεῦμα τῆς αυταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας.
Πρίν λίγα χρόνια ἕνας λῃστής, ἕνας μεθυσμένος ἤ ἀπρόσεκτος ὁδηγός στήν Ὁδό Λένορμαν κτύπησε μέ τό αὐτοκίνητό του ἕναν ἐξαίρετο νέο τριάντα περίπου ἐτῶν, τόν πέταξε μισοπεθαμένο στήν ἄκρη τοῦ δρόμου, λίγο παρακάτω ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, καί τόν ἐγκατέλειψε ἀβοήθητο καί ἔφυγε ὁλοταχῶς. Πολλοί περαστικοί εἶδαν τό παλικάρι, γεμᾶτο πληγές και αἴματα, νά ψυχορραγῇ  καί κανείς δέν πήγαινε νά τόν βοηθήσῃ. Τόν δρασκέλιζαν καί ἔφευγαν ὁ ἕνας πίσω ἀπό τόν ἄλλον καί σιγοψιθύριζαν: Τί θέλουμε τώρα νά μπλέξουμε; Θά μᾶς ἀνακρίνῃ ἡ ἀστυνομία. Τί ἐγινε; Πότε καί πῶς ἔγινε; Ποιός τό ἔκανε; Πᾶμε νά φύγουμε γρήγορα. Τί θέλουμε;  Νά βροῦμε τό μπελά μας; Κάποιος  φιλοτιμήθηκε καί πῆρε τηλέφωνο τήν ἄμεσο δρᾶσι καί τίς πρῶτες βοήθειες. Κανείς δέν βρέθηκε νά βοηθήσῃ τόν τραυματισμένο. Ἕνας μόνον τόν πλησίασε. Ὄχι ὅμως γιά νά τόν βοηθήσῃ, ἀλλά γιά τόν λῃστέψῃ. Τοῦ ἅρπαξε τό βαπτιστικό του Σταυρό καί τό ρολόϊ του καί ἔφυγε τρέχοντας.
Ὅταν ἦλθαν οἱ πρῶτες βοήθειες, εἶχε ξεψυχήσῃ. 
Ἡ μητέρα του τόν βρῆκε νεκρό καί ἦλθε καί μέ βρῆκε στό Ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Λένορμαν. Μοῦ διηγήθηκε τί εἶχε συμβῆ στό μονάκριβό της καί μέ παρεκάλεσε νά προσευχηθῶ, γιά τήν ψυχούλα του.
Αὐτή εἶναι ἡ εἰκόνα καί ἡ πραγματικότητα τῆς Κοινωνίας μας καί σήμερα στήν καρδιά τῆς Ἀθήνας. Σ’ αὐτή τήν ἀθλιότητα, σ’ αὐτή τήν ντροπή μᾶς ὁδηγοῦν ἡ διδασκαλία στά Σχολεῖα μας τῶν  Οὐπανισάδς, τῆς Βεδάντα καί τοῦ κορανίου τοῦ μίσους.
Πετρῶσαν οἱ καρδιές. Ἐψύγει ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. Δρασκελίζουμε τόν ἡμιθανῆ συνάνθρωπό μας καί τόν ἐγκαταλείπουμε ἀβοήθητο. Κι’ ἐμεῖς, οἱ Χριστιανοί; Πολλές φορές φερόμαστε χειρότερα ἀπό τόν ἱερέα τῆς παραβολῆς καί τό Λευῒτη.
Καί θά εἶναι ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος. Ὁ Θεός νά μᾶς λυπηθῆ καί νά μᾶς ἐλεήσῃ.
Στήν ἑπόμενη ἀνάρτησι θά δοῦμε τί περιμένει ὁ Κύριος ἀπό μᾶς. Θά μᾶς ὑποδείξῃ νά ἀκολουθήσουμε τό Παράδειγμά Του, τό παράδειγμα τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου. Θά μᾶς διδάξῃ νά πράξουμε, ὅπως Ἐκεῖνος, ἔτσι κι’ ἐμεῖς. Μέ τήν ἀγάπη Του θά μᾶς πῇ:
«Πορεύου καί σύ ποίει ὀμοίως». Μόνον ἄν παρασταθούμε μέ τρυφερότητα καί στοργή στόν κάθε ἐμπερίστατο ἀδελφό μας, τότε θά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν.
  












Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ι΄25-37). 1ον






«Διδάσκαλε, τί ποιήσας

ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω

Α΄



«Καί ἰδού νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων τόν Ἰησοῦν καί λέγων· Διδάσκαλε τί ποιήσας ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;

Ὁ δέ(Ἰησοῦς) εἶπε πρός αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; Πῶς ἀναγινώσκεις;

Ὁ δέ ἀποκριθείς εἶπεν·

Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καί τόν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν» (Λουκ. ι΄ 25-27).





Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος προσθέτει ὅτι «Ἐν ταύταις ταῖς δυσίν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆται κρέμανται» (Ματθ. κβ΄ 40).

Γιά νά κληρονομήσῃ ὁ ἄνθρωπος τήν αἰώνιον ζωήν, ὀφείλει νά  ἀγαπᾷ  μέ ὅλη του τήν ψυχή του, μέ ὅλο τό εἶναι του τό Θεό,  νά ἀγαπᾶ  δέ καί τόν πλησίον του ὅπως ἀκριβῶς ἀγαπᾷ τόν ἑαυτόν του. Σέ αὐτές τίς δύο Ἐντολές στηρίζονται ὁ νόμος καί ἡ διδασκαλία τῶν προφητῶν.

Ἐάν οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν σύμφωνα μέ αὐτές τίς δύο

Ἐντολές τῆς ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον, ἡ ἀνθρωπότης ἀσφαλῶς θά ζοῦσε σέ ἕνα κόσμο παραμυθένιο. Θά βασίλευε στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων ἡ γαλήνη. Οἱ ἄνθρωποι θά ἦταν ἑνωμένοι μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν. Δέν θά ὑπῆρχαν Ἐγωϊσμοί, μίση, ἔχθρες, ἔριδες, διαιρέσεις.

 Ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ, παιδιά τῆς Ἀγάπης Του


Δέν θά ὑπῆρχαν πόλεμοι. Θά βασίλευε ἡ εἰρήνη.

Θά βασίλευε στίς καρδιές ὅλων ἡ τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον. Θά εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τόν Θεόν καί μεταξύ μας. Θά βασίλευε στίς καρδιές μας ὁ Θεός. Ὅτι «ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ὀ μένων ἐν τῇ   ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ».

Δυστυχῶς ὅμως οἱ ἄνθρωποι δέν μένουν «ἐν τῇ ἀγάπῃ», δέν τηροῦν τόν νόμο του Θεοῦ, τόν νόμον τῆς Ἀγάπης καί δημιουργοῦν τεράστια προβλήματα στόν κόσμο, σωρεύουν δυστυχία καί συμφορές. Χωρίς ἀγάπη, χωρίς Θεό, μεταβάλουμε σέ «Χοιροστάσι», τόν  Παράδεισο, πού μᾶς χάρισε ἡ ἄπειρη Ἀγάπη, ὁ Θεός μας.

Ἄν μελετήσουμε τή ζωή μας, τά ἔργα μας, ἄν δοῦμε κατάματα τήν ἀλήθεια, θά διαπιστώσουμε ὅτι ἡ συμπεριφορά μας, χωρίς ἀγάπη, εἶναι πολύ προβληματική καί ὀφείλουμε νά τήν τροποποιήσουμε, νά τή θεραπεύσουμε. Τά κηρύγματα «φιγούρας» ὅτι ἀγαπᾶμε το Θεό, ἐνῶ συγχρόνως στήν καθημερινή πρᾶξι, δέν ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας , τόν συνάνθρωπό μας, ὅπως τόν ἐαυτόν μας, εἶναι Ψευτιές. Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης , ὀ Ἰωάννης, λέγει ὅτι ὅποιος ἰσχυρίζεται πώς ἀγαπᾷ τό Θεό καί τόν ἀδελφόν αὐτοῦ μισεῖ εἶναι ψεύστης, ὑποκριτής.

Ἄν θέλουμε νά δοῦμε «ἄσπρη μέρα», ἄν θέλουμε νά γαληνέψῃ ἡ ψυχή μας, ἄν θέλουμε νά δοῦμε Θεοῦ πρόσωπο, ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε τό Θεό μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας, καί τούς συνανθρώπους νά τούς ἀγαπᾶμε ὅπως τόν ἑαυτό μας. Τί πιό ἁπλό;

Τί μᾶς ὠφέλησαν οἱ πόλεμοι, οἱ ἔχθρες, τά μίση;

Τί κερδίζουμε μέ τήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσότερων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό μας στή γῆς; Ποιός μπόρεσε μέ τά ὑλικά ἀγαθά, μέ τήν πλεονεξία, μέ τήν κακία νά ἀπαλλαγῇ ἀπό τήν ἀρρώστια του ἤ νά προσθέσῃ στή ζωή ἕνα κλᾶσμα δευτερολέπτου;

Ἡ ζωή ,χωρίς ἀγάπη,  χωρίς Θεό, εἶναι κόλασι.

Δέν θέλω νά σᾶς κουράσω ἄλλο. Θά συνεχίσουμε σέ ἑπόμενη ἀνάρτησι. Τώρα, ἄς γράψουμε βαθειά μέσ’ στήν καρδιά μας τίς δύο αὐτές Ἐντολές τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον γιά τό Θεό, μέ πράξεις γνήσιας ἀγάπης στήν καθημερινή μας ζωή, ὄχι μόνο μέ λόγια καί τότε θά διαπιστώσουμε τί, πραγματικά σημαίνει νά  μένουμε «ἐν τῇ ἀγάπῃ»  καί τί σημαίνει νά μένῃ ὁ Θεός μαζί μας.



ΜΙΚΡΟΝ, ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΟΝ ΣΧΟΛΙΟΝ.







ΤΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΝ ΙΔΕΩΔΕΣ,

ΓΕΝΝΗΜΑ ΚΑΙ ΘΡΕΜΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ



Εἶναι πασίδηλον ὅτι κοιτίς τοῦ Πολιτισμοῦ καί γενέτειρα τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἡ Ἑλλάς.

Ἡ ἀξία τοῦ δημοκρατικοῦ ἰδεώδους διεκηρύχθη ὑπό τῶν Ἑλλήνων σέ ὅλον τόν κόσμον. Μέ τίς θυσίες τους οἱ Ἕλληνες φύτεψαν στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων τό δημοκρατικόν Ἰδεῶδες καί τό ἐπέβαλαν εἰς τήν πολιτικήν, κοινωνικήν καί θρησκευτικήν συνείδησιν τῆς πολιτισμένης ἀνθρωπότητος. Εἰς τήν πραγματοποίησιν αὐτοῦ τοῦ Ἰδεώδους συνέβαλε καί ὁ Χριστιανισμός, κυρίως ἡ Ἀνατολική Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, τῆς ὁποίας βάσις καί θεμέλιον τοῦ πολιτεύματός της εἶναι τό δημοκρατικόν Ἰδεῶδες. Καί ἡ λέξις «Ἐκκλησία» ἐσήμαινε καί σημαίνει συνέλευσιν τοῦ λαοῦ, τοῦ κυριάρχου Λαοῦ, ἀπό τόν ὁποῖον ὑπάρχουν ὅλες οἱ ἐξουσίες. Ὅπου γίνεται συνετή σύναξις τοῦ Λαοῦ, ἐκεῖ ὑπάρχει καί ὁ Θεός καί ἠ εὐλογία Του:

«Οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη΄ 20).

Γι’ αὐτό καί ὁ Λαός μας λέγει:

«Φωνή Λαοῦ, φωνή Θεοῦ».



Τό 1822 ὁ Λαός, οἱ ἀγωνιστές τοῦ Γένους τῶν Ἑλλήνων, ζήτησαν νά ψηφισθῇ τό πρῶτον ἑλληνικόν  Σύνταγμα («Προσωρινόν πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος») καί ἐψηφίσθη ὑπό τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως. Καί ἐκεῖνοι, πού πολέμησαν καί θυσιάστηκαν, «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν Ἁγίαν καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν», ἐκείνη ἡ λαϊκή κυριαρχία, οἱ Ἀγωνιστές τοῦ Γένους, Ψήφισαν τό Σύνταγμα, «ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ» καί καθώρισαν ὅτι θά εἶναι

 «Ἐπικρατοῦσα Θρησκεία  ἐν Ἑλλάδι, ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας...

ὅτι τό κείμενον τῆς Ἁγίας Γραφῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτον, ὅτι ἀπαγορεύεται ὁ προσηλυτισμός

κλπ. Τό ἴδιο ἔπραξαν καί ὅλα τά μετεπαναστατικά Συντάγματα. Σεβάστηκαν τή θέλησι τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας τῶν ἀγωνιστῶν, αὐτῶν πού θυσιάστηκαν γιά νά εἴμαστε ἐμεῖς σήμερα ἐλεύθεροι. Οἱ ἀγωνιστές εἶχαν πάνω ἀπό ὅλα ἱστορική μνήμη, ἐθνική καί θρησκευτική συνείδησι καί εὐγνωμοσύνη στήν Ἐκκλησία τους, πού τά πρόσφερε ὅλα γιά τή Λευτεριά.

Ὁ Σγουρίτσας, στό Συνταγματικό του Δίκαιο,  ἀναφέρει ὅτι «ἡ πρόταξις τῶν περί Θρησκείας ἄρθρων γενομένη ἀρχικῶς εἰς τά Συντάγματα τῆς Ἐπαναστατικῆς περιόδου, διά λόγους  σεβασμοῦ «πρός τήν Θρησκείαν τῶν Πατέρων μας, εἰς ἥν ὀφείλομεν τήν ἐθνικήν  ἀνεξαρτησιαν»,(ἡ πρόταξις) διετηρήθη, πρός συνέχισιν τῆς παραδόσεως εἰς ὅλα τά μετέπειτα ἑλληνικά Συντάγματα. Εἰς τούς αὐτούς λόγους ὀφείλεται καί ἠ διατήρησις τῆς ἀναγραφῆς ἐπί κεφαλῆς ὅλων τῶν Συνταγμάτων τῆς  ἐπικλήσεως· «Εἰς τό ὄνομα τῆς ἁγίας καί ὁμοουσίου καί ἀδιαιρέτου Τριάδος».

Κάποιος, προφανῶς, ἄμυαλος καί ἀρνησίπατρις, τόλμησε νά ζητήσῃ τήν κατάργησιν τῆς ἐπιγραφῆς καί τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ συντάγματος. Ζήτησε δηλαδή, στή νέα ἀναθεώρησι τοῦ Συντάγματος, νά   ἀναθεωρηθοῦν θεμελειώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, πρᾶγμα ἀνεπίτρεπτον, αὐτό σημαίνει   ὄχι μόνον περιφρόνησι τῆς θελήσεως τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, δηλαδή, τῶν ἀγωνιστῶν του Γένους, ἀλλά συγχρόνως καί γκρέμισμα ἐκ θεμελίων τοῦ Κράτους.

Θέλω νά παρακαλέσω τούς ἁρμοδίους νά προσέξουν πολύ καί νά ἀπομακρύνουν τούς Μεφιστοφελίδες, τούς διαβόλους αὐτούς, καί νά προφυλάξουν «τά ὅσια καί τά ἱερά τοῦ Γένους μας» καί νά σεβασθοῦν τή θέλησι τοῦ λαοῦ, πού θυσιάσθηκε γιά τή Λευτεριά.

Εἴθε ! Εἴθε!


Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Ο ΘΕΟΣ ΕΒΑΛΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗΝ ΤΟΥ



ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 
ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΠΙΣΩ.



«Lo nira chi Jodea Tsebaoth immanu, misgav lanu Eloche Jaakob» (Ψαλμ. 45, 3). Δέν φοβούμαστε τίποτε, διότι ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, ὀ Παντοδύναμος Θεός εἶναι μαζί μας, φρούριόν μας, ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας.


Καί ὅταν βογγοῦν τά κύματα καί συνταράσσεται τό Σύμπαν, κι’ ἀλλάζουν θέσι τά βουνά, στοῦ ὠκεανοῦ τά βάθη, «ἐν καρδίαις θαλασσῶν», ὅταν παφλάζουν τά νερά τους καί ταράζονται, φουσκώνουν καί τραντάζουν καί μετακινοῦνται τά βουνά καί βυθίζονται στό μέσον τῶν ὠκεανῶν, μέ τήν τρομερῆ δύναμι τοῦ Κυρίου, ἐμεῖς δέν θά φοβηθοῦμε, διότι ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας. Ὁ Θεός εἶναι τό κααταφύγιον τῶν πιστῶν. Ὁ Θεός δέχθηκε στούς κόλπους Του τήν Ἑλλάδα καί τῆς ἀνέθεσε νά μεταδίδει τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο.


Πολλές φορές ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τῆς Πίστεως, διατρέχοντες τόν κίνδυνο τοῦ καταποντισμοῦ ,τοῦ ἀφανισμοῦ. Ἀλλά ἡ Ἱστορία διδάσκει ὅτι ἀπό ὅλους τούς κινδύνους μᾶς λύτρωσε ὁ Κύριος. Τήν ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ διεπίστωσε καί ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ὅταν φώναξε σέ ὅλους ὅτι «Ὁ Θεός ἔβαλε τήν ὑπογραφή Του, γιά τή σωτηρία τῆς Ἑλλάδος καί δέν τήν παίρνει πίσω».















Καί τώρα εἶναι καιρός νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν ἔνδοξη Ἱστορία τῆς Πατρίδος τῶν πατρίδων, ἀπό τήν Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος καί νά μή ἐπιτρέψουμε σέ κανέναν τήν παραχάραξι τῆς Ἱστορίας.




Πάνω ἀπό ὅλα ἡ ἱστορική μνήμη,
Ἐθνική μας συνείδησις.
«Historia vero testis temporum, lux veritatatis,
Vita memoriae, magistra vitae, nuntia  vetustatis».
(Ἡ Ἱστορία εἶναι μάρτυς τῶν καιρῶν, εἶναι τό φῶς
τῆς ἀληθείας, διατήρησι στή ζωή τῆς  ἱστορικῆς
μνήμης, διδάσκαλος τῆς ζωῆς, ἀγγελιαφόρος τῆς
ἀρχαιότητος,λέγει ὁ Κικέρων, De Oratore,II, 36).
Ἡ Ἱστορία εἶναι ἡ ἐπιστήμη ἡ ὁποία  συστηματικά καί ἀντικειμενικά ἐκθέτει,ἀναλύει, κατατάσσει, ἐρευνᾶ καί ἑρμηνεύει τόν ἐσωτερικόν καί ἐξωτερικόν βίον τῆς ἀνθρωπότητος,  ἐκθέτει ὅλα τά συμβάντα τοῦ παρελθόντος καί μέχρι σήμερα, ὅλα τά   γεγονότα  τῆς  ζωῆς τῶν ἀνθρώπων , ὅπως ἀκριβῶς  λαμβάνουν χώραν ἐν χρόνῳ.
Ὁ ἔντιμος ἱστορικός ὀφείλει νά μελετᾶ τήν ζωήν τῶν ἀνθρωπίνων κοινωνιῶν καί νά  περιγράφῃ τά γεγονότα, ὅπως ἀκριβῶς ἔγιναν, χωρίς προσθαφαιρέσεις, χωρίς νά τά ἀλλοιώνῃ, ἀνάλογα μέ τήν ἱδεολογική του τοποθέτησι. Ἱστορῶ, ἐρευνῶ, ἐξετάζω, ἀφηγοῦμαι.
Ἡ Ἱστορία δέν ἀνέχεται τό ψέμα. Περιγράφει γεγονότα πραγματικά. Περιγράφει τήν ἀλήθεια, τά γεγονότα ὅπως ἀκριβῶς ἔγιναν. Μοῦσα, εἶναι ἡ Κλειώ, πού ἐγγυᾶται τήν πιστότητα τοῦ ἀρχικοῦ λόγου. Ἵστωρ, ἀπό τή ρίζα Fιδ- τοῦ ρήμ. Οἶδα καί  εἶδα, πού σημαίνει γνωρίζω. Ἵστωρ, αὐτός πού γνωρίζει. Ἵστωρ εἶναι αὐτός, πού ἔχει δῆ κάτι καί τώρα μπορεῖ νά παρουσιαστῆ, σάν αὐτόπτης μάρτυς. Ἔτσι ἱστορίη εἶναι ἡ ἐξερεύνησις καί διήγησις μέ βάσι τήν προσωπική παρατήρησι.
Ὁ ἱστορικός καί Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὁ ἰατρός, γράφει:
«Ἐπειδήπερ πολλοί ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περί τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων καθώς παρέδωσαν ἡμῖν οἱ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτόπται καί ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου, ἔδοξε κἀμοί, παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς, καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ἵνα ἐπιγνῷς περί ὧν κατηχήθης λόγων τήν ἀσφάλειαν» ( Λουκ. α΄ 1-4)
Ἀργότερα ἐκτός τῆς αὐτοψίας, ἔχομεν τήν ἐξέτασιν  ἀξιοπίστων μαρτύρων. Διότι ὅπως ἔχουμε πῆ, μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ ἀλήθεια.
Ὁ Γεώργιος Παχυμέρης ἔλεγε ὅτι «ἡ ψυχή τῆς Ἱστορίας εἶναι ἡ ἀλήθεια». Ὁ Κικέρων ἀναφερόμενος στήν ἱστορία λέγει ὅτι εἶναι, (καί ἔτσι πρέπει νἆναι),  Φῶς τῆς ἀλήθειας, μάρτυρας τῶν καιρῶν, δάσκαλος τῆς ζωῆς. Μᾶς ὁδηγεῖ στή μίμησι τῶν καλῶν καί στήν ἀποφυγήν τῶν λαθῶν τοῦ παρελθόντος. Ἡ Ἱστορία διδάσκει καί πρέπει νά διδάσκεται στά Σχολεῖα, χωρίς νά διαστρεβλώνεται. Καί δυστυχῶς σήμερα παρουσιάζονται πολλοί ἀνεγκέφαλοι παραχαράκτες στήν ἔνδοξη Πατρίδα μας.
Ὁ Γερμανός φιλόσοφος καί ποιητής Γκαῖτε ἔλεγε ὅτι «ὅποιος τήν ἱστορία του τήν ἴδια δέν ξέρει, τό πῶς  καί τό γιατί ἐδῶ καί τρεῖς χιλιάδες χρόνια, στῆς ἀλήθειας τό σκοτάδι μένει καί ζεῖ μονάχα ἀπό τή μιά μέρα στήν ἄλλη».
Κάθε Λαός ὀφείλει νά μελετᾶ καί νά γνωρίζει τήν Ἱστορία του, ἄν ἔχει βέβαια ἱστορία. Καί εἶν’ ἀλήθεια τό λεγόμενον, ὅτι «Λαοί πού δέν γνωρίζουν τήν Ἱστορία τους, εἶναι καταδικασμένοι σέ ἀφανισμό».
Πολύ δέ περισσότερο ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ὀφείλουμε νά μελετοῦμε τήν ἔνδοξη Ἱστορία μας καί νά διδασκόμαστε: τόν ἡρωισμό, τήν ἑλληνική λεβεντιά, τή φιλοπατρία, τίς παραδόσεις. τά ἰδανικά, τήν Πίστι στό Θεό, τήν Ἀγάπη στήν Πατρίδα, ὅτι «Οὐδέν γλύκιον Πατρίδος», τήν ἀγάπη πρός τήν Οἰκογένεια, πού ἀπό τό Χριστιανισμό ὑψώθηκε σέ «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία» καί νά ἀποφεύγουμε τά ἐλαττώματα τῶν προγόνων μας , ὅπως ὁ Ἑγωϊσμός, ἡ διχόνοια κ.ἄ.
Ἔχουμε δέ χρέος, πολύ περισσότερο σήμερα νά προστατεύουμε τήν ἱστορική ἀλήθεια καί νά καλλιεργοῦμε τήν ἱστορική μνήμη καί τήν Ἐθνική μας συνείδησι καί νά διατηροῦμε ζωντανή τήν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητά μας, ἀπό τούς «βαρεῖς λύκους, πού ἔχουν  ἀναβῆ «ἀλλαχόθεν» καί, χωρίς ντροπή, αὐτοί οἱ πατριδοκάπηλοι, πού ὑποκρίνονται τόν πατριώτη, γιά νά ἱκανοποιήσουν τά ἀτομικά τους συμφέρονται, οἱ ἄθεοι προδότες, πληρωμένοι ἤ  ἀπό ἰδιωτεία, ροκανίζουν τά θεμέλια τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας, πολεμοῦν, μέ λυσσώδη μανία, τήν πίστι μας στό Χριστό καί τήν ἀγάπη μας στήν Πατρίδα καί τήν Οἰκογένεια, παραχαράττουν τήν ἔνδοξη Ἑλληνική Ἱστορία, νομιμοποιοῦν τή διαστροφή, προπαγανδίζουν, μέσα στά Σχολεῖα μας, τήν ἀθεῒα , προσπαθοῦν, μέ κάθε δόλιο τρόπο, νά ξεριζώσουν μέσ’ ἀπό τήν ψυχή τῆς νέας γενιᾶς τήν Πίστι στό Χριστό καί τήν ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα μας, οἱ ἄθλιοι αὐτοί προδότες !
Εἷναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι χωρίς γνῶσι τῆς ἔνδοξης Ἑλληνικῆς Ἱστορίας μας, δέν εἶναι δυνατόν νά καλλιεργηθῇ ἐθνική συνείδησις καί ἀγωνιστικό φρόνημα.
Ὅπως  ἔχουμε πῆ, οἱ σκοτεινές δυνάμεις καί ἡ ἄθεη παγκοσμιοποίησις, μέ τίς μαριονέτες, πού μᾶς κυβερνοῦν, προσπαθοῦν, μέ κάθε ἄνομο τρόπο, μέ τή νομιμοποίησι κάθε εἴδους διαστροφῆς, μέ τή βεβήλωσι τῶν ὁσίων καί ἱερῶν τῆς Ρωμιοσύνης, νά σβύσουν μέσ’ ἀπό τίς ψυχές τῶν Νεοελλήνων, καί μάλιστα τῶν Νέων, μέ τά νέα Προγράμματα Σπουδῶν, τήν ἱστορική μνήμη,  τήν ἐθνική μας συνείδησι καί τήν Ἑλληνοχριστιανική μας Ταυτότητα.
Γιά μᾶς τούς Ὀρθοδόξους Ἕλληνες ἡ ἱστορική μνήμη, ἡ ἐθνική συνείδησις, ἡ Θρησκευτική μας Ταυτότητα, ἡ «ἑλληνική Παράδοσις, ἡ γλῶσσα, ἡ ἔννοια τοῦ Ἔθνους,
εἶναι οἱ δυνάμεις, πού μᾶς κράτησαν καί μᾶς κρατοῦν στή ζωή. Ὁ Ἑλληνοχριστιανικός Πολιτισμός καί ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ὁ μοναδικός καί βασικός πλοῦτος μας. Εἷναι ἡ ψυχή τῆς Ἑλλάδος.
Μέ αὐτόν τόν πλοῦτο θρέψαμε τούς λαούς τῆς γῆς καί τους ἐξανθρωπήσαμε.
Δέν θά θυσιάσουμε τίς Ἀρχές ,τά Ἰδανικά  καί τίς Παραδόσεις μας, στό βωμό «τῆς Παγκοσμιοποίησης καί τῆς Πολτοποίησης, πού ἐπιδιώκουν οἱ σκοτεινές δυνάμεις καί τά Ἕβραϊκά Lobi.
Καιρός νά περισυλλεγοῦμε, ὡς Ἕλληνες, νά  μελετήσουμε σέ βάθος  τήν ἔνδοξη Ἱστορία  μας  καί  νά καλλιεργήσουμε τήν ἐθνική μας συνείδησι καί τή θρησκευτική μας ταυτότητα καί νά προστατεύουμε,  μέ τήν ἑλληνική μας Λεβεντιά, τήν Ἱστορία μας ἀπό τούς Παραχαράκτες,  ἀπό τούς διεστραμμένους  διαστροφεῖς τῆς Ἱστορίας μας, ἀπό ὅλους αὐτούς τούς ἀθέους, πού δηλητηριάζουν τίς ψυχές τῶν Παιδιῶν μας μέ τίς ὑλιστικές, ἀθεϊστικές ἰδέες τους,  ἀπό ὅλους αὐτούς, πού  ὑπηρετοῦν τούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος μας καί μᾶς ἀπειλοῦν, μέ ἀφανισμό. ΝΥΝ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ ΑΓΩΝ !


«Οἱ Ἕλληνες καβάλα πᾶν'  στήν Ἐκκλησιά, καβάλα προσκυνᾶνε»





Ὁ Μεγάλος δραματουργός Εὐριπίδης (ὁ ἀπό σκηνῆς φιλόσοφος), ὡσάν νά προέβλεπε τό σημερινό μας κατάντημα, ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων, πατρικά,  μᾶς βροντοφωνάζει (Εὐριπίδου, Ἀντιόπη, Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, Στωματεῖς  Δ΄ 25, ΒΕΠΕΣ  8, 103,3-11):
«Ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίας ἔσχε μάθησιν,
μήτε πολιτῶν ἐπί πημοσύνην
μήτ’ εἰς ἀδίκους πράξεις ὁρμῶν,
ἀλλ’ ἀθανάτου καθορῶν φύσεως
κόσμον ἀγήρω, πῇ τε συνέστη
καί ὅπῃ καί ὅπως (χὦθεν χὤπως),
τοῖς δέ τοιούτοις οὐδέποτ’ αἰσχρῶν
ἔργων μελέτημα προσίζει».
(Δηλαδή: Εὐτυχής, μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού γνωρίζει τήν Ἱστορία, διότι εἶναι κάτοχος σοφίας! Δέν ἐπιδιώκει βλάβη τῶν πολιτῶν, μήτε σέ ἄδικες πράξεις ἔχει τό νοῦ του. Ἐξετάζοντας πάντα τό αἰώνιον Σύμπαν καί γιά ποιό σκοπό καί ἀπό ποῦ καί πῶς ὁρίστηκε ἡ ἀμετάβλητη τάξι του  δέν σκέπτεται νά πράξῃ  αἰσχρά ἔργα).
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε καλά ὅλοι οἱ γνήσιοι Ἕλληνες, οἱ πατριῶτες, ὅτι ἡ Πατρίδα μας, ἡ Ἑλλάδα μας, τό φῶς τοῦ κόσμου, σκλαβώθηκε στήν κοπριά τῆς Εὐρώπης, μέ ἀδικαιολόγητα Χρέη καί ξεπουλιέται καί διακυβεύεται ἡ Ἐθνική ἀκεραιότητα τῆς Πατρίδος μας  ἀπό τούς ἐπίβουλους, δόλιους καί ἄσπονδους φίλους μας.



Εἷναι καιρός νά ξυπνήσουμε καί, ὁπλισμένοι μέ τήν ἑλληνική λεβεντιά, μέ Πίστι Χριστό  καί μέ ἀγάπη στήν Πατρίδα καί τήν Οἰκογένεια, νά ὑπερασπισθοῦμε τά ὅσια καί τά ἱερά μας, τά ἀθάνατα ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης, πού βεβυλώνονται, χωρίς ντροπή, ἀπό τούς ἀχρείους τῶν σκοτεινῶν Δυνάμεων, ἀπό τούς  δεδηλωμένους ἐχθρούς τῆς Πατρίδος μας καί ἀπό τούς Γραικύλους συνεργάτες τους, ἀπό τούς  δεξιούς καί ἀριστερούς, κρυφούς καί φανερούς ἀθέους.
«Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, ἐλευθεροῦτε Πατρίδα
ἐλευθεροῦτε δέ παῖδας, γυναῖκας Θεῶν τε πατρῴων
ἔδη (τά ἱερά τῶν Πατέρων) θήκας τε προγόνων, νῦν  ὑπέρ πάντων ἀγών !».





Ἀγαπητά μου παιδιά, συγχωρεῖστε τόν πόνο μου, γιά ὅλα τά τεκταινόμενα (τά κρυφίως καί φανερῶς δολίως παρασκευαζόμενα σέ βάρος τῆς Πατρίδος μας. Συγχωρεῖστε τήν ἀγωνία, γιά ὅσους σιωποῦν μπροστά σ’ αὐτά τά ἀνοσιουργήματα καί κρύβονται κάτω ἀπό τήν καρέκλα τους, ἐνῶ θἄπρεπε... Δέν κρίνουμε κανέναν. Δέν μποροῦμε ὅμως νά μένουμε ἀπαθεῖς  μπροστά σ’αὐτούς , πού, κατ’ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ, δολίως κατεργάζονται τόν ἀφανισμό μας, στό γκρέμισμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί στόν ἀφανισμό τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἄς προσέξουμε καί τώρα, στήν νέα ἀναθεώρησι τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Χώρας, νά κατοχυρώσουμε τά ὅσια καί τά ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης.
Μέ συμμαχο τό Χριστό, τόν Νικητή καί Θριαμβευτή πάνω στό Κακό, ἄς ἀναχαιτήσουμε τή λαίλαπα τῶν Κακῶν. Διότι «ὁ Θεός, πού ἔχει ὐπογράψει τή σωτηρία καί τή λευτεριά τῆς Ἑλλάδος, δέν παίρνει πίσω τήν ὑπογραφή Του», ὅπως ἔλεγε  ὁ Γέρος τοῦ Μωριά.
Ἀρκεῖ νά ξυπνήσουμε καί νά δώσουμε τή Μάχη μέ θάρρος καί λεβεντιά, ὅπως ἔπραξαν καί οἱ Πατέρες μας σέ δύσκολες ὧρες καί νά πολεμήσουμε, ὅπως ἐκεῖνοι,
«γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία
καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν».
Ἐμπρός, λοιπόν, ἄς ἑνωθοῦμε ὅλοι οἱ Ἕλληνες, καί,  μέ μια ψυχή, μέ καρδιά ἄς δώσουμε τή μάχη, γιά τό Χριστό γιά τήν Πατρίδα, γιά τήν καλῶς ἐννοουμένη Λευτεριά.
Καί κλείνω θυμίζοντάς σας καί πάλιν τήν προτροπή τοῦ Ἐθνικοῦ μας ποιητοῦ, τοῦ Κωστή Παλαμᾶ:
«Κι’ ἄν εἶναι πλῆθος τ’ ἄσχημα
Κι’ἄν εἶναι τ’ ἄδεια ἀφέντες
Φτάνει μιά σκέψι, μιά ψυχή
Φτάνεις ἐσύ, ἐγώ φτάνω,
νά δώση νόημα στῶν πολλῶν τήν
ὕπαρξι,
ἕνας φτάνει».















Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

ΛΑΧΤΑΡΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ





ΝΑ ΔΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ



Εἶναι γεγονός ἀναμφισβήτητον ὅτι πάντοτε οἱ Ἕλληνες ἀναζητοῦσαν καί ἀναζητοῦν τό Θεό, τήν Ἀλήθεια. Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶχαν μέσα τους, ἔμφυτον «τό ἅγιον», «τό ἱερόν», «τό θεῖον ἐμφύσημα». Οἱ Ἕλληνες ὅμως, περισσότερον ὅλα τά ἄλλα εἰδωλολατρικά Ἔθνη, διατηροῦσαν ζωντανή στήν ψυχή τους «τήν πνοήν τῆς Ζωῆς» «τό ἔμφυτον Θρησκευτικόν συναίσθημα», καί ἐφέροντο πάντοτε πρός τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο εἶχον στήσει καί βωμόν «τῷ ἀγνώστῳ Θεῷ».

Μετά τήν ἔλευσιν τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στόν κόσμον, ἦσαν καί μερικοί Ἕλληνες προσήλυτοι, πού ἀνέβαιναν στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά προσκυνήσουν τόν ἁληθινόν Θεόν κατά τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα. Αὐτοί, λοιπόν, οἱ Ἕλληνες πλησίασαν τόν Φίλιππον καί τόν παρεκάλεσαν λέγοντες:

«Κύριε, Θέλομεν τόν Ἰησοῦν ἰδεῖν». Τότε ὁ Φίλιππος μαζί μέ τόν Ἀνδρέαν, ἀναφέρουν στόν Ἰησοῦν τήν λαχτάρα τῶν Ἑλλήνων, νά Τόν δοῦν καί νά συνομιλήσουν μαζί Του. Ὁ δέ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο εἰς αὐτούς λέγων:

«Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου» (Ἱωάν. ιβ΄ 20-23).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, «ἡ προσδοκία τῶν Ἐθνῶν» διαβλέπει στήν ἐπίσκεψι αὐτή, τή λαχτάρα τῶν Ἐθνῶν, τά ὁποῖα βιάζονται νά Τόν δοῦν καί νά Τόν γνωρίσουν, νά γνωρίσουν τόν ἀληθινόν Θεόν, νά γνωρίσουν τήν Αὐτοαλήθεια, εἶπε :«Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα». Διότι ἐπλησίαζε ἡ ὥρα τῆς Σταυρικῆς Του Θυσίας καί τῆς Ἀναστάσεώς Του, μετά τήν ὁποίαν θά ἀκολουθοῦσε ἀμέσως ἡ κλῆσις τῶν Ἐθνῶν.

Ὑπεδέχετο τούς Ἕλληνες, πρό τοῦ Πάθους Του, διέβλεπε δέ  καί καθώριζε, ἐκείνην τήν ὥρα ὁ Κύριος, τήν ἀποστολήν τῶν Ἑλλήνων, ὡς φορέων τοῦ Ευαγγελίου τῆς Ἀγάπης Του «εἰς πάντα τά Ἔθνη», «πάσει τῇ κτίσει». «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, μετά τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασίν Του, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου, ὑπό πάντων τῶν Ἐθνῶν. Αὐτή τήν ὥρα ὁ Ἰησοῦς ἐκλέγει τό Γένος τῶν Ἑλλήνων, ὡς τόν νέον περιούσιον Λαόν, διότι οἱ δικοί Του δέν τόν δέχθηκαν  ὡς  τόν Βασιλέα καί Θεόν τους, Τόν ἀρνήθηκαν καί ἀνακήρυξαν Βασιλιά τους τόν Καίσαρα, καί σταύρωσαν τόν ἀληθινόν Μεσσίαν. Ἡ Ἑλλάς δέχθηκε τόν ἀληθινόν Μεσσίαν, δέχθηκε τό Φῶς τό ἀληθινόν καί τό  μετελαμπάδευσε στόν κόσμον, μετέδωσε εἰς πάντα τά Ἔθνη τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, τήν γνῶσιν, τόν Πολιτισμόν.



Ἡ Ἑλλάς, ὁλόκληρη ἡ Ρωμιοσύνη, δέχθηκε τήν Πίστι στό Χριστό καί ἔζησε χάρις εἰς τήν δύναμιν τῆς Πίστεως. Ἡ ὀρθόδοξος Χριστιανική Πίστις εἶν’ ἡ ψυχή τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πίστις στό Χριστό τή διατήρησε στή ζωή τά χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας. Ἀποτίναξε τό ζυγό, τήν τυραννία, μέ μοναδικό ὅπλο τήν Πίστι στό Χριστό.  Οἱ πρόγονοί μας ἔλυωσαν τά καντύλια καί τά ἀφιερώματα, καί τά ἔκαναν βόλια, γιά τόν ἀγῶνα. Ἐπολέμησαν καί θυσιάστηκαν, «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν Ἁγίαν καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν».



 Ἡ Ὀρθόδοξος Χριστιανική Πίστις, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ψυχή τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Χωρισμός τοῦ Ἔθνους, ὁ Χωρισμός τῆς Ἑλλάδος ἀπό τήν Ἐκκλησία, θά σημάνῃ σίγουρα τό Θάνατο τοῦ Ἔθνους, πρᾶγμα τό ὁποῖον ἐπιδιώκουν  ἀπ’  ἀρχῆς οἱ ἐχθροί της Ρωμιοσύνης. Ἐπιχειροῦν δολίως τόν ἀφανισμό τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας.

Αὐτό προβλέποντας οἱ Πατέρες μας, μετά τήν ἀπελευθέρωσι ἀπό τόν Τουρκικό ζυγό, ψήφιζαν καί ψηφίζουν μέχρι σήμερα ὅλα τά Συντάγματα, τόν Καταστατικό Χάρτη τῆς Χώρας, «ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ
ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΟΥ ΤΡΙΑΔΟΣ». Καί εἰς τό 3ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀπό εὐγνωμοσύνην πρός τήν Ἐκκλησίαν, γιά τήν συμβολήν της καί τίς θυσίες της πρός τό Γένος, καθώριζαν ὅτι: «Ἐπικρατοῦσα Θρησκεία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας... Τό κείμενον τῆς Ἁγίας Γραφῆς τηρεῖται ἀναλλοίωτον...» (Ἄρθρον 3).
Στό δέ ἄρθρον 16,2 τονίζεται ὅτι:
«Ἠ παιδεία  ἀποτελεῖ βασικήν ἀποστολήν τοῦ Κράτους, ἔχει δέ ὡς σκοπόν τήν ἠθικήν, πνευματικήν, ἐπαγγελματικήν καί φυσικήν ἀγωγήν τῶν Ἑλλήνων, τήν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς καί θρησκευτικῆς συνειδήσεως καί τήν διάπλασιν αὐτῶν ὡς ἐλευθέρων καί ὑπευθύνων πολιτῶν».

Εἶναι δέ αὐτονόητον ὅτι ἡ βασική αὐτή ἀποστολή τοῦ Κράτους δέν ἐπιτυγχάνεται, μέ τήν διδασκαλίαν, εἰς τά παιδιά τῶν Ἑλλήνων, τῶν Οὐπανισάδς, τῆς Βεδάντα τοῦ Κορανίου τοῦ μίσους, ἀλλά ἐπιτυγχάνεται μόνον μέ τήν διδασκαλίαν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, μέ τά νάματα τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως καί ζωῆς.

Παρακαλοῦμεν τούς ὑπευθύνους, οἱ ὁποῖοι  προετοιμάζονται, γιά τήν νέαν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, νά προσέξουν τίς διατάξεις, πού ἀναφέρονται στήν ἐπικρατοῦσα Θρησκεία, τήν μόνην ἀληθινήν Θρησκείαν, καί νά μή λησμονήσουν, ὅτι ἡ πίστις στό Χριστό κράτησε  καί κρατεῖ ζωντανό τό Γένος μας μέχρι σήμερα. Νά μή παίξουν τό παιχνίδι τῶν ἔχθρῶν τῆς Πατρίδος μας. Νά φυλάξουν «ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ» τήν Πίστι μας στό Χριστό. Διότι λαχτάρα τῶν Ἑλλήνων εἶναι ὀ Χριστός. Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Πιστεύομεν δέ ὅτι ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἀπό τό Θεό σταλμένη καί ποτέ δέν πεθαίνει. Ὁ Χριστός σκεπάζει, μέ τή Χάρι Του καί μέ τή δύναμί Του, τήν Ἑλλάδα μας.
Σ’ Αὐτόν πιστεύουμε καί Αὐτόν Μόνον λατρεύουμε. Καί Αὐτόν παρακαλοῦμε νά διαφυλάττῃ τό Γένος μας, ἀπό πάσης ἐπιβουλῆς ὁρατῶν καί ἀοράτων ἐχθρῶν, καί νά μᾶς ἀξιώνει νά Τόν δοξάζουμε εἰς πάντας τούς αἰῶνας, Ἀμήν.