Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

4.- «ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑι, ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ»

Δ
 
 
 
Ἡ καθαρότης τῆς καρδίας ἀποκτᾶται καί διατηρεῖται μέ τήν προσωπική προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ.


    Χριστός, ὡς ἀγαθός Θεός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, ὅπως ἔχουμε πῆ, μᾶς καθαρίζει μέ τό πανάγιον αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας (Ἀποκ. α΄ 5-6). Γιά νά μᾶς προσφέρῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ζητεῖ τή θέλησί μας, τή συγκατάθεσί μας. Ἡ Χάρις Του εἶναι δεδομένη. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον».
     Χρειάζεται νά πιστέψουμε καί νά δεχθοῦμε  «τό λουτρόν τοῦ ὕδατος», γιά νά λάβουμε τό «χρῖσμα», τό χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί γιά νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα, ἐκτός ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι δεδομένη, χρειάζεται καί ἡ δική μας ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια.
      Ρυθμίζουμε ὅμως τή ζωή μας σύμφωνα μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ; Πιστεύουμε καί λατρεύουμε τό Θεό τόσον, ὥστε νά διαφυλάττουμε τόν Θεῖον Χάρισμα, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας;
      λύς, λάσπη, βοῦρκος κατακλύζει τήν ψυχή μας. Δυστυχῶς, δέν προσέχουμε. Ξεχνᾶμε τό Θεό καί τίς εὐεργεσίες Του καί μολύνουμε τήν ψυχή μας, διά τῆς παρακοῆς.
    Σπέρνουμε  καταστροφές καί συντρίμμια στό κάθε μας βῆμα. Παραβαίνουμε τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
    Τήν ἀπώλεια τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας μποροῦμε νά τήν ἐπανακτήσουμε, μέ ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι δεδομένη. Πεῖνα καί δίψα Του εἶναι ἡ σωτηρία μας. Γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. η΄ 8). Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι  μόνον ἡ ἀκριβής τήρησις τῶν Ἐντολῶν καθιστᾶ τόν πιστό δεκτικόν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διά τῆς τηρήσεως τῶν Ἐντολῶν, σιγά-σιγά ἐπανακτᾶ ὁ πιστός τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Τηρεῖ δέ τάς Ἐντολάς ἀπό τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί ὄχι ἀπό τό φόβο κάποιας τιμωρίας ἤ ἀπό ἄλλα ἰδιοτελῆ ἐλατήρια.




      Δαβίδ  λέγει: «Ἀθῷος  χερσί καί καθαρός τῇ καρδίᾳ, ὅς οὐκ ἔλαβεν ἐπί ματαίῳ τήν ψυχήν αὐτοῦ καί οὐκ ὤμοσεν ἐπί δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ. Οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρά Κυρίου καί ἐλεημοσύνην παρά Θεοῦ Σωτῆρος αὐτοῦ» (Ψαλμ. 23, 4-5). Ὁ Δαβίδ δεικνύει ὅτι πρωταρχικοί ὅροι προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐξωτερική τῶν χειρῶν καί ἡ ἐσωτερική τῆς καρδίας καθαρότης. Τά χέρια εἶναι τά ἐκτελεστικά ὄργανα τῶν βουλημάτων τῆς καρδίας. Ὁ ἀθῷος χερσί ἀποφεύγει κάθε κακή πρᾶξι. Ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ δέν ἀγαπᾷ καί δέν ἐπιθυμεῖ τίποτε τό κακό. Εἶναι ἐσωτερικά ἅγιος καί ἐξωτερικά δίκαιος.
     Στή Χάρι τοῦ Θεοῦ, βέβαια,  καί στήν ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια τοῦ πιστοῦ ὀφείλεται, ὅπως ἔχουμε πῆ, ἡ ἐπανάκτησις καί ἡ διαφύλαξις τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας.
     Στούς Γαλάτες ὁ Παῦλος γράφει ὅτι ὅσοι πράγματι ἀνήκουν στό Χριστό, ὅσοι εἶναι γνήσιοι καί πιστοί Μαθητές Του «τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλάτ. ε΄ 24). Οἱ πιστοί νεκρώνουν τόν σαρκικόν ἄνθρωπον μέ τά πάθη καί τίς κοσμικές ἐπιθυμίες του. Ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀποφεύγουν κάθε ρύπο, κάθε ἀκαθαρσία. Διώχνουν μέσα ἀπό τήν ψυχή τους τά βρωμερά τους πάθη, τήν κενοδοξία, τό φθόνο καί κάθε τί πού μολύνει τήν ψυχή.  Προσπαθοῦν νά διαφυλάττουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας (πρβλ. καί Γαλάτ. ε΄ -25-26).
      φέλεια εἶναι ἡ συμμόρφωσις ὅλων μας μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Πνεύματος πρός διατήρησιν τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, ἡ ὁποία καταξιώνει τόν ἄνθρωπον νά δῆ τόν Θεόν. Καλόν εἶναι νά ἐκλέξουμε  τήν ἀγαθήν μερίδα, νά ἐκλέξουμε τό Ἕνα, τό ὑπέρτατο ἀγαθό καί, ὡς ἡ Μαρία, νά καθήσουμε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά ἀκοῦμε τόν λόγον Αὐτοῦ (Λουκ. ι΄ 39, 42).


          Ζωηρή εἶναι ἡ παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς Φιλιππισίους, ἀλλά καί πρός ὅλους τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, μέ τήν ὁποίαν  μᾶς προτρέπει  σέ  ἕναν προσωπικό, ἐπίπονο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί νά ἐπιτύχουμε τόν τελικό σκοπό τῆς ζωῆς μας στή γῆ, πού εἶναι ἡ πνευματική μας τελείωσις, ἡ ὁμοίωσίς μας μέ τόν Θεόν, ἡ Θέωσις, πού θά μᾶς ἀξιώσῃ νά ἐπανεισαχθοῦμε εἰς τόν Παράδεισον, ὅπου θά βρεθοῦμε μπροστά στό Θεό καί θά ἀπολαμβάνουμε τό ἄπειρον Κάλλος τοῦ Προσώπου Του εἰς μακρότητα ἡμερῶν. «Τό λοιπόν, ἀδελφοί», λέγει ὁ Παῦλος, «ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε·  ἅ καί ἐμάθετε καί παρελάβετε καί ἠκούσατε καί εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καί ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ' ὑμῶν» (Φιλιπ. δ΄ 8-9).
      ρχεται δέ ὁ Χριστός, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, καί παραδίδει σέ ὅλους μας τό ἄριστον διάγραμμα  τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί  τοποθετεῖ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ὅπως ἔχουμε πῆ, μιά βαθμίδα ψηλότερα ἀπό τή Βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, ἀπό τήν Ἐλεημοσύνη, γιά νά δείξῃ ὅτι ἡ ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν δέν νοεῖται χωρίς τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Ὁ Κύριος εἶναι ἡ πηγή τοῦ ὕδατος τῆς Ζωῆς καί  προσφέρει «ὕδωρ ζωῆς δωρεάν» στόν καθένα πού διψᾶ τήν καθαρότητα καί τήν ἁγιότητα.


       Ἴσως ἀναρωτηθεῖ κανείς· ἡ Ἐλεημοσύνη δέν ἀξιώνει τόν ἄνθρωπον νά γίνῃ εἰρηνοποιός καί υἱός τοῦ Ὑψίστου; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὄχι, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
        ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «ἐπειδή πολλοί ἐλεοῦσι μέν, καί οὐχ ἁρπάζουσιν οὐδέ πλεονεκτοῦσι, πορνεύουσι δέ καί ἀσελγαίνουσι· δεκνύς ὅτι οὐκ ἀρκεῖ τό πρότερον, καί τοῦτο προσέθηκεν». Δηλαδή: Ἐπειδή ὑπάρχουν πολλοί πού ἐλεοῦν καί δέν πλεονεκτοῦν, δέν ἀποφεύγουν ὅμως τήν πορνείαν καί τήν ἀσέλγειαν, ἐπρόσθεσε τόν μακαρισμόν αὐτόν τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, γιά νά δείξῃ ὅτι δέν εἶναι ἀρκετή ἡ ἐλεημοσύνη.Τοποθέτησε πάνω ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τήν καθαρότητα τῆς καρδίας (Ὁμιλ. ΙΕ΄ , 4  εἰς Ματθ. ἐν Migne P.G. 57,228). «Οὐδενός γάρ ἡμῖν οὕτω δεῖ πρός τό τόν Θεόν ἰδεῖν, ὡς τῆς ἀρετῆς ταύτης» (αὐτόθι).
       Θέλει ὁ Θεός καί ζητεῖ νά διαφυλάττουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί ὅλοι οἱ Πατέρες τονίζουν τήν ὑψίστη ἀξία τῆς καθαρότητος, διά τῆς ὁποίας ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά δῇ τό Θεό.
       ρμηνεύων ὁ Ζιγαβηνός τόν Μακαρισμόν (Ὑπόμν. Εἰς Ματθ. κεφ.Ε΄) λέγει: «Καθαρούς τῇ καρδίᾳ νόει, τούς μηδέν τι πονηρόν ἑαυτοῖς συνειδότας, ἤ τούς φυλάσσοντας τήν καρδίαν, ἀμόλυντον ἀπό τῶν ἡδυπαθειῶν, ὅπερ ὁ Παῦλος ἁγιασμόν ἐκάλεσεν, εἰπών· εἰρήνην διώκετε μετά πάντων, καί τόν ἁγιασμόν, οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον (Ἑβρ. ιβ΄14). Ὄψονται δέ τόν Θεόν, ὡς δυνατόν ἀνθρωπίνῃ φύσει. Τέθεικε τόν μακαρισμόν τοῦτον μετά τόν τῆς ἐλεημοσύνης, διότι πολλοί δικαιοσύνην καί ἐλεημοσύνην κατορθοῦντες, ἡττῶνται τῆς ἡδυπαθείας, καί δείκνυσιν, ὅτι οὐκ ἀρκοῦσιν ἐκεῖναι μόναι αἱ ἀρεταί» (Migne P.G. 129,194,196).


        Κύριος, μέ τό λόγο καί τό παράδειγμά Του μᾶς τονίζει ὅτι  ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ ἀπελευθέρωσις δηλαδή τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ὕλη καί τήν κατώτερη ζωή καί ἡ ἐπιστροφή στήν ἀρχέγονη λάμψιν της, στήν προπτωτική της κατάστασιν, ἐπιτυγχάνεται μέ τήν τέλεια ὑπακοή στόν πανάγιον Νόμο τοῦ Θεοῦ καί μέ τή Χάρι τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
        Στόν πνευματικό μας ἀγῶνα εἶναι ἀναγκαία ἡ συνύπαρξις δύο στοιχείων, γιά τήν κάθαρσι τῆς ψυχῆς. Τό ἕνα στοιχεῖο εἶναι ἡ προσωπική, ἐπίπονη, πνευματική ἄσκησις στήν τήρησι τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀπό ὁλοκληρωτική ἀγάπη, καί τό ἄλλο εἶναι ἡ Χάρις, ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἐλευθέρα Θέλησις τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ.
      νας ἀρχαῖος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας λέγει ὅτι «οὕτως ἀδύνατον καθαρίσαι τήν ἡμῶν καρδίαν ἐξ ἐμπαθῶν νοημάτων καί ἀποδιῶξαι νοητούς ἐχθρούς ἐξ αὐτῆς, ἄνευ συχνῆς ἐπικλήσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἡσυχίου πρεσβ. πρός Θεόδουλον, ἐν Φιλοκλ. Α΄145,κη΄).

        ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέγει:


  «Καθαράν δέ καρδίαν, οὐχί μία ἀρετή, οὐδέ δύο, οὐδέ δέκα πεφύκασιν ἐκτελεῖν, ἀλλά πᾶσαι ὁμοῦ, ὡς εἰπεῖν, οἱονεί μία τις οὖσα καί εἰς ἄκρον κατορθωθεῖσα. Καί οὐδέ οὕτω καθαράν τήν καρδίαν μόναι ποιεῖσαι δύνανται, δίχα τῆς ἐνεργείας καί παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Καθάπερ γάρ ὁ χαλκεύς, τήν μέν τέχνην διά τῶν ἐργαλείων αὐτοῦ ἐπιδείκνυται, δίχα δέ τῆς τοῦ πυρός ἐνεργείας, οὐδέν ὅλως  κατασκευάσαι εἰς  ἔργον δύναται· οὕτω δή καί ὁ ἄνθρωπος, πάντα μέν ποιεῖ καί ὡς ἐργαλεῖα χρῆται ταῖς ἀρεταῖς· ἄνευ δέ τῆς τοῦ πνευματικοῦ πυρός παρουσίας, ἀνενέργητα μένει καί ἀνωφελῆ, τόν ῥύπον καί τόν ἰχῶρα μή καθαίροντα τῆς ψυχῆς (Κεφάλ.πρακτ. θεολογ. ογ΄ ἐν Φιλοκαλ. Γ΄ 250).
       Οἱ πνευματικές ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων ἔδειξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ μόνος του νά κατορθώσῃ τίποτε καλόν. Πολύ δέ περισσότερο εἶναι ἀδύνατο νά ἐπιτύχῃ μόνος του τήν πνευματική του τελείωσι, τήν ὁμοίωσί του μέ τόν Θεόν, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, πού θά τόν ἀξιώσῃ νά δῇ τό Θεό.
    Αὐτό ὀφείλεται στό χωρισμό, στήν ἀπομάκρυνσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, τόν Θεόν. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτή εἶχε ὡς  τραγική συνέπεια τήν ἀχρείωσι τῶν  πνευματικῶν του δυνάμεων. Τήν ἀμαύρωσι τοῦ «κατ' εἰκόνα», τήν ἐξασθένησι τῆς ἐλευθέρας θελήσεως, τήν κλίσι, τή ῥοπή πρός τό Κακόν (concupiscentia).
       Γι'  αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, γίνεται ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, διότι γνωρίζει «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί ὅτι χωρίς τή Χάρι Του καί τή Δύναμί Του, δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά σωθῇ.
       Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει αὐτή τήν ἀλήθεια καί λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα... Μείνατε ἐν ἐμοί... Ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ,  οὗτος φέρει καρπόν πολύν,   ὅτι


              χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν
              οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄ 5).

     Προφήτης Δαβίδ, ἔχοντας βαθειά συνείδησι τῆς πραγματικότητος, παρακαλεῖ τό Θεό καί λέγει:
      «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ.50,12). Ἐπειδή ἡ ἁμαρτία συντρίβει τόν ἄνθρωπον, τόν φέρει σέ κατάστασι χειρότερη τοῦ μηδενός, ὁ Προφήτης χρησιμοποιεῖ  ἀντί τοῦ «κτίσον» τό ἑβραϊκό «μπαρά», πού δηλώνει τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ μηδενός  (Γενέσ. α΄ 1).
       ἁμαρτία φθείρει τόσο πολύ τήν ψυχή, ὥστε  εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία καί τήν ἐπαναφορά της στήν προπτωτική κατάστασι, ἀπό τήν ὁποία θά ξεκινήσῃ τόν ἀγῶνα γιά τήν πνευματική της τελείωσι, τήν ὁμοίωσί της δηλαδή μέ τό Θεό.
         Ὠριγένης σχετικά λέγει: «Ὥσπερ ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοποίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες αὐτόν (Ψαλμ. 126,1)· οὕτως ἐάν μή Κύριος κτίσῃ καρδίαν καθαράν ἔν τινι, οὐκ αὐτάρκης πρός τοῦτο προαίρεσις καί δύναμις ἀνθρωπίνη. Πρῶτον δέ καρδία κτίζεται καθαρά, εἶτα ἐπί ταύτῃ εὐθές πνεῦμα ἐγκαινίζεται τοῖς ἐγκάτοις, καί ταῦτα, (καί ὅλα αὐτά συμβαίνουν),  μή ἀνταναιρεθέντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Δηλαδή τό ἅγιον Πνεῦμα δέν ἐξαλείφει τήν δι' Υἱοῦ δημιουργικήν ἐνέργειαν τοῦ Πατρός, ἀλλά συνεργεῖ (Εἰς Ψαλμ. ΒΕΠΕΣ 16, 30,9-16).
        Προφήτης Ἰεζεκιήλ( 36, 26) λέγει ὅτι ὁ Θεός θά δώσῃ «καρδίαν καινήν» καί «πνεῦμα καινόν» καί ὁ Ἱερεμίας (38, 31) λέγει ὅτι ὁ Θεός θά δώσῃ  «Διαθήκην καινήν». Τά προφητικά αὐτά χωρία πραγματοποιοῦνται μέ τήν ἔλευσι τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μέ τή Χάρι καί τή δύναμί Του ἀνακαινίζει τόν ἄνθρωπο καί φέρει τήν ψυχή του εἰς τό ἀρχαῖον κάλλος. Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι ὁ ἄνθρωπος καταθέτει τή θέλησί του. Θέλει, ἀποδέχεται τή Χάρι, διά τῆς πίστεως γίνεται  δεκτικός τῆς θείας χάριτος, ἐπικαλούμενος πάντοτε τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.


     Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει συμπερασματικά:
«Ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κρίσις· τά ἀρχαῖα παρῆλθον, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» (Β΄Κορινθ. ε΄ 17). «Ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλά καινή κτίσις» (Γαλάτ. στ΄ 15). Καί προτρέπει ὅλους νά καταβάλουμε τή δική μας προσωπική, ἐπίπονη προσπάθεια, ὥστε μέ τή χάρι του Θεοῦ, νά ἐνδυθοῦμε τόν καινόν ἄνθρωπον: «Ἀποθέσθαι ὑμᾶς  κατά τήν προτέραν ἀναστροφήν τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἀνανεοῦσθαι δέ τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν καί ἐνδύσασθαι τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσ. δ΄ 22-24).
     Προηγεῖται λοιπόν ἡ πρόσκλησις τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ἀκολουθεῖ ἡ ἀπόφασι τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐλεύθερη καί ἀβίαστη ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως καί ὁ πνευματικός ἀγῶνας τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποκτήσῃ καί νά διαφυλάξῃ τήν ἀπωλεσθεῖσα καθαρότητα τῆς καρδίας καί συνοδεύει ἡ Χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού συντελεῖ βασικά στήν ἐπιτυχία τῆς πνευματικῆς προσπαθείας τοῦ ἀνθρώπου «εἰς το καθ' ὁμοίωσιν».
      Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (Φιλοκλ.Γ΄220-221,ρκα΄) λέγει ὅτι  ὀφείλει νά καθαρίζῃ τήν καρδιά του ἀπό κάθε γήινη ἀκαθαρσία, γιά νά βλαστήσῃ ὁ σπόρος.
 
 
 
      Λέγει ὅτι:   «Καθαίρειν πρότερον χρή τῆς ἑαυτοῦ καρδίας γῆν, ἵν' ὁ σπόρος πεσών τοῦ Πνεύματος, ἐντελεῖς καί πολλαπλασίους ἀποδῷ τούς καρπούς. Ὡς εἰμή τοῦτο γένηται πρότερον καί καθάρῃ τις ἑαυτόν ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, σάρξ ἐστιν ἔτι καί αἷμα καί μακράν ἐφέστηκε τῆς ζωῆς».
 
 
 
     Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ προσωπική προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν ἀπόκτησι τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας. Ἡ προσοχή, ἡ νῆψις καί ἡ ἐγρήγορσις,  ἡ  ἀδιάλειπτη Προσευχή καί εὐάρεστος στό Θεό νηστεία, «ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν», εἶναι τά ἀναγκαῖα ὅπλα στόν πνευματικό μας ἀγῶνα.
    Εἶναι δέ αὐτονόητον ὅτι «ἀδύνατον χωρίς φυλακῆς νοός καί  καθαρότητος καρδίας, ὅ ἐστι καί λέγεται νῆψις, εἰς τι πνευματικόν καί ἀρέσκον Θεῷ φθάσαι τήν ψυχήν, ἤ ἐλευθερωθῆναι τῆς κατά διάνοιαν ἁμαρτίας, εἰ καί βιάζεταί τις ἑαυτόν διά τόν φόβον τῶν κολάσεων μή ἁμαρτάνειν» (Ἡσυχίου πρός Θεόδουλον, ἐν Φιλοκλ. Α΄ 157, ρθ΄).
      ἴδιος Πατέρας μιλῶντας γιά τήν καθαρότητα, πού ἐκριζώνει ἀπό τήν ψυχή μας τήν κακίαν καί ἀντεισάγει ἀγαθά, λέγει:
       «Ἡ δέ καθαρότης τῆς καρδίας, ἤγουν ἡ τοῦ νοῦ τήρησις καί φυλακή, ἧς τύπος ἡ Καινή Διαθήκη, εἴπερ ὡς δεῖ παρ' ἡμῶν φυλάττεσθαι, πάντα τά πάθη καί πάντα τά κακά  ἀπό τῆς καρδίας ἐκριζοῦσα, ἀποκόπτει· καί ἀντεισάγει χαράν, εὐελπιστίαν, κατάνυξιν, πένθος, δάκρυον, ἐπίγνωσιν ἑαυτῶν καί τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν, μνήμην θανάτου, ταπείνωσιν ἀληθῆ, ἀγάπην τε  ἄπειρον  πρός τε Θεόν καί ἀνθρώπους καί ἔρωτα θεῖον ἐγκάρδιον» (Φιλοκλ.Α΄158, ριγ΄).
      κάθαρσις τῆς ψυχῆς δέν εἶναι  εὔκολον πρᾶγμα. Ἀπαιτεῖ  θυσίες καί συνεχῆ ἐπίπονο ἀγῶνα, δεδομένης τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
 
 
 
      Μεγάλος ὁ ἀγῶνας, ἀλλά καί τό ἔπαθλο πολύ μεγάλο. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά δῇ τό Θεό ἤ καλλίτερα νά φανερωθῇ σ' αὐτόν ὁ Θεός. Ὁ Κύριος λέγει ὅτι  «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ εἶναι μακάριοι, διότι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Φθάνει ὁ πιστός, ὡς καθαρός τῇ καρδίᾳ, στό ὕψος τῆς Θεότητος.
      «Καθαρότης γάρ, ἀπάθεια, καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις ἡ Θεότης ἐστίν. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν σοί ἐστι, Θεός πάντως ἐν σοί ἐστίν. Ὅταν οὖν ἀμιγής πάσης κακίας καί πάθους ἐλεύθερος, καί παντός κεχωρισμένος μολύσματος, ὁ ἐν σοί λογισμός ἦ, μακάριος εἰ τῆς ὀξυωπίας (τῆς μεγάλης ὀξύτητος τῆς ὁράσεως), ὅτι τό τοῖς μή καθαρθεῖσιν ἀθέατον, ἐκκαθαρθείς κατενόησας, καί τῆς ὑλικῆς ἀχλύος τῶν τῆς ψυχῆς ὀμμάτων ἀφαιρεθείσης ἐν καθαρᾷ τῇ τῆς καρδίας αἰθρίᾳ τηλαυγῶς βλέπεις τό μακάριον θέαμα. Τοῦτο δέ ἐστι τί; Καθαρότης, ὁ ἁγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τά τοιαῦτα τά φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι' ὧν Θεός ὁρᾶται» (Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τούς Μακαρισμούς, λόγ. 6ος ἐν : Migne P.G. 44,1272 καί ΒΕΠΕΣ  66, 410,28-36).
    



 
 
 
    
 
      
  
        
        
 
 
 
 
      

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

3.-« ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑι, ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ»

 
Γ
  Ἡ ἔννοια τῆς καρδίας καί ἡ καθαρότης αὐτῆς
κατά τήν ἁγ. Γραφή καί τούς Πατέρας.



 
 
 
 
    Ὁ Κύριος, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, ἐπειδή, ὡς Καρδιογνώστης, γνωρίζει «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», μέ τούς Μακαρισμούς, μᾶς δίδει  ἕνα τέλειον διάγραμμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Καί πραγματικά οἱ Μακαρισμοί καθορίζουν τήν πνευματικήν ἐν Χριστῷ ζωήν τῶν πιστῶν. Διαγράφουν τήν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Θεόν. Ἀποτελοῦν μιά Κλίμακα, πού τό ἕνα της ἄκρο στηρίζεται στή γῆ καί τό ἄλλο φθάνει στόν Οὐρανόν. Κάθε σκαλοπάτι τῆς Κλίμακος εἶναι καί μιά χριστιανική ἀρετή, εἶναι ὑπακοή στίς πανάγιες Ἐντολές Του. Καί ὅλες μαζί οἱ βαθμίδες τῆς Κλίμακος συνιστοῦν «τήν καθ' ὑπερβολήν ὁδόν», τήν ὁδόν τῆς τέλειας ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον διά τόν Θεόν. Ὁ Κύριος καλεῖ τούς πιστούς, καί κάθε ἄνθρωπον, νά ἀκολουθήσουμε τήν ὁδόν τῆς Ἀγάπης, γιά νά μείνουμε ἑνωμένοι μαζί Του καί νά διαφυλάξουμε τό θεϊκό χάρισμα, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
 
       Κύριος τοποθέτησε στήν ἀρχή τῆς Κλίμακος, στό πρῶτο σκαλοπάτι, τή μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος, τήν Ταπείνωσι, τή βαθειά συναίσθησι τῆς οὐτιδανότητός μας μπροστά στό Θεό, ἀρετή, πού μᾶς ὑψώνει μέχρι τό θρόνο τοῦ Θεοῦ. Στή συνέχεια ὑπέδειξε τό μακαριστό πένθος, στό ὁποῖον ὁδηγεῖται ὁ εἰλικρινά μετανοιωμένος πιστός. Σέ ὑψηλότερη βαθμίδα τοποθέτησε τήν πραότητα, σάν συνέπεια τῶν δύο προηγουμένων  ἀρετῶν. Τοποθετεῖ δέ, μέ πανσοφία ὁ Χριστός, τήν μίαν ἀρετήν μετά τήν ἄλλην, διότι ἡ μία γεννᾶ τήν ἄλλην. Ἡ πραότης π.χ. γεννᾶ στήν ψυχή μας τήν πεῖνα καί τή δίψα γιά τή δικαιοσύνη, πού ἀνεβάζει τόν πιστό στό ὕψος τῆς ἐλεημοσύνης, μέ τήν εὐρεία  ἔννοια, πού ἔδωσε ὁ Χριστός μέ τή σταυρική Του Θυσία, στή βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, τήν τέλεια Ἀγάπη, ἡ ὁποῖα καί μᾶς συγκρατεῖ στό  ὕψος τῆς θεότητος.
       Ψηλότερα καί ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τοποθετεῖ ὁ Κύριος τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Κι' αὐτό, γιατί, ἐάν χάσῃ ὁ ἄνθρωπος τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, δέν μπορεῖ νά τήν ἐπανακτήσῃ, ἄν, μέ σκληρό πνευματικό ἀγῶνα, δέν ἀποκτήσῃ τίς προηγούμενες μεγάλες ἀρετές.
        πορεία εἶναι καθωρισμένη: Μακαριστή πτωχεία τοῦ πνεύματος, μακαριστό πένθος  (εἰλικρινής μετάνοια καί ἐξομολόγησις), πραότης, πεῖνα καί δίψα γιά τή δικαιοσύνη, ἐλεημοσύνη, καθαρότης τῆς καρδίας. Αὐτό σημαίνει μίμησι τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, πορεία εἰς τό καθ' ὁμοίωσιν, θέωσις.
        Στήν Ἁγία Γραφή ἡ λέξις «καρδία» δέν ἐξετάζεται ἀπό ἰατρική ἄποψι, ἀλλά ἔχει μεταφορική ἔννοια. Π.χ. «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου...» (Μάρκ. ιβ΄ 30. Ματθ. κβ΄ 37), ἡ λέξις «καρδία» σημαίνει τό συναισθηματικό τῆς ψυχῆς  (πρβλ. καί Δευτερ. 30,6), ἐνῷ στά χωρία: «Ἵνα τί  ἐνθυμεῖσθε πονηρά ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν», «Καί  διατί διαλογισμοί ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» (Ματθ. θ΄ 4. Λουκ. κδ΄ 38), σημαίνει τή νόησι, τή σκέψι, τό διαλογισμό, τό συλλογισμό.
        λλοτε πάλιν σημαίνει τήν ψυχή, τόν ὅλον ἐσωτερικόν ἄνθρωπο, ὅπως π.χ. στά χωρία Ματθ. στ΄ 21: «ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν», καί Μάρκ. ζ΄ 21: «Ἔσωθεν ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοί οἱ κακοί ἐκπορεύονται».
       Στό μακαρισμό· «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ», μέ τή λέξι «καρδία» ἐννοεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπον, τήν ὅλη ψυχή, τό νοητικό, τό συναισθηματικό καί τό βουλητικό τῆς ψυχῆς.
      Καθαρότητα καρδίας σημαίνει καθαρότητα τῆς ὅλης ψυχῆς. Καθαρότητα σέ κάθε ψυχική ἐνέργεια, καθαρότητα δηλαδή συνειδήσεως. Σημαίνει καθαρότητα στό νοῦ, στό συναίσθημα, στή θέλησι.
      Καθαρός στήν καρδιά εἶναι ὁ πιστός, πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, κατορθώνει νά διαφυλάξῃ καθαρή τή διάνοιά του ἀπό κάθε πονηρή σκέψι, ἀπό κάθε ἐφάμαρτο διαλογισμό, ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί μιαρή ἐντύπωσι, ἀνάμνησι ἤ φαντασία καί γενικά ἀπό κάθε ἐμπαθῆ λογισμό.
      Καθαρός στήν καρδιά εἶναι ὄχι μόνον ὅταν διαφυλάττῃ καθαρό τόν νοῦν, ἀλλά καί καθαρό τό συναισθηματικό τῆς ψυχῆς, ἀπό πονηρές καί ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες, ἀπό μάταιους καί ἀνόσιους πόθους καί συγχρόνως ἔχει ἐλεύθερη θέλησι, ἕτοιμη νά πράττῃ τό πανάγιον θέλημα του Θεοῦ.
       Καθαρός εἶναι ὁ ἁγνός, ὁ ἀμόλυντος, ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ἅγιος. Καί αὐτός εἶναι μόνον ὁ Χριστός. Αὐτός μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Καί ἔχουμε χρέος νά διαφυλάξουμε τό θεῖον δῶρον, καί ἐάν τό χάσουμε, μᾶς δίνει, ὁ Πανάγαθος, τή δυνατότητα νά τό ἐπανακτήσουμε.
        Καθαρότητα εἶναι ἡ ἰδιότητα τοῦ καθαροῦ, ἐκείνου πού εἶναι χωρίς ρύπο, χωρίς κηλίδες.
         Κάθαρσις εἶναι ἡ πρᾶξις τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ὁποία κάνει κάτι καθαρό ἤ τό ἀποτέλεσμα, πού ἔχει ὅταν καθαρίζει, ὅταν ἐξαγνίζει  π.χ. τήν ψυχή ἀπό κάποια ἁμαρτία, ὅταν ἀποβάλει κάτι περιττό, κάτι ἐφάμαρτο ἀπό τήν ψυχή.


 «Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐάν μή στραφῆτε καί γένησθε  ὡς τά παιδία, οὐ μή εἰσέλθητε εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» Ματθ. ιη΄ 3). 

        «καθαρός τῇ καρδίᾳ» εἶναι ἀθῶος ἀπό κάθε κακό, ὄχι μόνο μέ τά ἔργα, ἀλλά καί μέ τήν πρόθεσι. Ὁ ὀφθαλμός του εἶναι ἁπλούς (Ματθ. στ΄
22). Δέν ἐπιθυμεῖ νά προσβάλῃ ποτέ τόν Θεόν ἤ τόν πλησίον του, πού εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἔχει καθαρότητα διανοίας καί εἰλικρίνεια προθέσεων.
      Προφήτης Δαβίδ λέγει ὅτι «ἀθῶος χερσί καί καθαρός τῇ καρδίᾳ» εἶναι ἐκεῖνος, «ὅς οὐκ ἔλαβεν ἐπί ματαίῳ τήν ψυχήν αὐτοῦ καί οὐκ ὤμοσεν ἐπί δόλῳ  τῷ πλησίον αὐτοῦ» (Ψαλμ. 23,4).
     Καθαροί τῇ καρδίᾳ εἶναι ἐκεῖνοι, πού μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ καί μέ ἐπίπονη συνεχῆ πνευματική ἄσκησι κατορθώνουν νά διαφυλάττουν τήν καθαρότητά τους, ὥστε νά μήν τούς τύπτῃ ἡ συνείδησι γιά κανένα ἁμάρτημα. Ὁ Κύριος μακαρίζει τούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ. Καί «Καθαρούς» ἐδῶ, λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, ἐννοεῖ «τούς καθολικήν ἀρετήν κεκτημένους καί μηδέν ἑαυτοῖς συνειδότας πονηρόν, ἤ τούς ἐν σωφροσύνῃ διάγοντας» (Ἑρμην. εἰς Ματθ. Ὁμιλ. ΙΕ΄ δ΄).
       Οἱ πιστοί διαφυλάσσουν τό χάρισμα ἤ ἐάν τό χάσουν  τό ἐπανακτοῦν καί ἀνέρχονται στό ὕψος αὐτό τῆς καθαρότητος, μέ ἐπίπονη καί ἀδιάκοπη πνευματική ἄσκησι, μέ συνεχῆ πνευματικόν ἀγῶνα. Διότι ἔχουμε νά παλαίψουμε μέ τρεῖς φοβερούς ἐχθρούς: Μέ τόν κακόν μας ἑαυτόν, πού εἶναι καί ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός μας, ἀλλά καί μέ τό Διάβολο καί μέ τόν κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α΄ Ἰωάν ε΄19). Ὀφείλω δέ νά σημειώσω ἐδῶ, ὅτι στόν ἀγῶνα μας χρειάζεται νῆψις καί ἐγρήγορσις, διότι ἀφ' ἑνός μέν  «ὁ ἀντίδικος ἡμῶν διάβολος ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄Πέτρ.ε΄ 8) καί ἀφ' ἑτέρου «ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Έφεσ. στ΄ 12). Ὀφείλουμε μέ ἐπίπονη προσπάθεια, μέ προσοχή καί προσευχή, νῆψι καί ἐγρήγορσι νά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας κάθε πονηρή καί ἀκάθαρτη ἡδονή, κάθε ἐφάμαρτο πάθος, κάθε κακία. Πολλές φορές χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ, λατρεύουμε τά εἴδωλα καί γίνεται ἡ ζωή μας κόλασις.


      ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ὁ μέγας βαθυψυχολόγος τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς συμβουλεύει καί μᾶς λέγει πῶς μπορεῖ νά κατορθώσῃ ὁ ἄνθρωπος τήν πραγματική του τελείωσι. Καί τονίζει τήν ἀνάγκην νά εἰσέλθῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς του καί νά φονεύσῃ τόν Ὄφι, πού φωλιάζει μέσα του καί  θανατώνει τήν ψυχή του: «Οὐ γάρ ἡ ἀποχή τῶν κακῶν αὔτη ἐστίν ἡ τελείωσις, ἀλλ'  εἰ  εἰσῆλθες εἰς τόν νοῦν τόν ἠφανισμένον καί ἀπέκτεινας τόν ὄφιν τόν κατώτερον τοῦ νοῦ καί βαθύτερον τῶν λογισμῶν, εἰς τά λεγόμενα ταμιεῖα  καί ἀποθήκας τῆς ψυχῆς καί φωλεύοντα καί φονεύοντά σε (ἄβυσσος γάρ ἐστι ἡ καρδία)· εἰ τοίνυν ἐκεῖνον ἐφόνευσας, καί πᾶσαν τήν ἐν σοί ἀκαθαρσίαν ἐξέβαλες » ( Ὁμιλ.ΙΖ΄ ΒΕΠΕΣ 41,248, 7-12).
         Κύριος στρέφει τήν προσοχή μας εἰς τόν ἔσω ἄνθρωπον καί μᾶς προτρέπει εἰς ἐνσυνείδητον αὐτοέλεγχον, ὥστε νά καταλάβουμε καλά, ποῦ φωλιάζει τό Κακόν, πού μολύνει τήν καρδιά μας καί δηλητηριάζει τή ζωή μας. Λέγει ὅτι «τά ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ (κάνουν ἀκάθαρτον) τόν ἄνθρωπον» (Ματθ. ιε΄18). «Ἔσωθεν γάρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοί οἱ κακοί ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι, κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμός πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τά πονηρά ἔσωθεν ἐκπορεύεται καί κοινοῖ τόν ἄνθρωπον» (Μάρκ. ζ΄ 21-23). Ἐάν δέν φονεύσουμε τόν Ὄφι καί ἄν κάνουμε τρόπο ζωῆς τή διαστροφή, βαίνουμε ὁλοταχῶς πρός τήν αὐτοκαταστροφή καί τήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι.
 

    Ἡ ἀκάθαρτη ψυχή , κάνει τή ζωή τἀνθρώπου             καί γενικά  τή ζωή τῆς ἀνθρωπότητος  
                        Σόδομα καί Γόμορα.
      καθαρότητα τῆς καρδίας βοηθεῖ τόν ἄνθρωπον, ἄν θέλῃ καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ νά μετουσιώσῃ αὐτήν ἐδῶ τήν κόλασι σέ Παράδεισο.
         Γιά νά πετύχῃ ὅμως αὐτή τή μετουσίωσι εἶναι ἀνάγκη νά νεκρώσῃ  τό φρόνημα τῆς σαρκός, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο (Ρωμ. η΄ 6).
        Παῦλος  συμβουλεύει τούς πιστούς καί λέγει: «Νεκρώσατε οὖν τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς, πορνείαν, ἀκαθαρσίαν, ἐπιθυμία κακήν καί τήν πλεονεξίαν, ἥτις  ἐστίν εἰδωλολατρία» (Κολοσ. γ΄ 5). Καί πάλιν λέγει: «Καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄Κορινθ. ζ΄ 1). Δέν ἀρκεῖ, δηλαδή, ὁ πιστός νά καθαρίσῃ τήν καρδιά του ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, ἀλλά χρειάζεται νά παραμένῃ στερεωμένος στό ὕψος τῆς καθαρότητος καί νά ἐπιτελῇ ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Ὁ Ἰεζεκιήλ λέγει: «Ὁ φόβος τοῦ Κυρίου ἁγνός» ( Ἰεζεκ. 21, 9). φόβος τοῦ Κυρίου, ὅπως λέγει ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, εἶναι ἁγνοποιός. «Καί σημεῖον τοῦ φοβεῖσθαι τόν Κύριον τοῦτ' ἄν γένοιτο, τό καθαρεύειν μέν πάσης ῥυπαρίας καί αἰσχρᾶς πράξεως, φυλάττειν δέ αὐτούς ἁγίους καί σώματι καί πνεύματι» (Ἑρμην. εἰς ψαλμ. λγ΄ ΒΕΠΕΣ  21, 138,5-7).
    
 


Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

2.-«ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑι , ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ»

Β
 
 
 
Ἔχουμε χρέος νά διαφυλάσσουμε ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ  τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
 

 
     Διά τῆς παρακοῆς χάσαμε τήν καθαρότητα καί ἦλθεν ὁ Χριστός καί μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό Τίμιον αἷμα Του.Ἔχουμε χρέος νά προσέχουμε τό Θεῖον Χάρισμα τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, διότι ἡ καθαρότητα ἀποτελεῖ τήν βασική, τήν ἀναγκαία προϋπόθεσι τῆς πνευματικῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.
      Χωρίς αὐτήν δέν νοεῖται χριστιανική ζωή, πολύ δέ περισσότερο δέν νοεῖται κοινωνία, συνομιλία καί ἕνωσις μέ τόν Θεόν. Γι'  αὐτό καί ὁ Κύριος εἶπε ὅτι εἶναι πανευτυχής, μακάριος, ἐκεῖνος, πού ἔχει καθαρή καρδιά, διότι αὐτός θά ἀξιωθῇ νά δῇ τό Θεό.
       ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ἀναφωνεῖ: «Τίς κοινωνία φωτί πρός σκότος; Τίς ζωῆς καί θανάτου συγγένεια; Τίς οἰκειότης τῷ καθαρῷ τήν φύσιν πρός τόν ἀκάθαρτον;» (Migne P.G. 44,1144). Δέν φανερώνεται ὁ Θεός στόν ἀκάθαρτον ἄνθρωπον. Καί ἔχουμε χρέος νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία, διότι εἶναι ρύπος τῆς ψυχῆς.
       Ὁ Θεός ζητεῖ ἀπό τούς ἀνθρώπους ὄχι μόνον  τή σωματική, ἀλλά κυρίως  τήν ἐσωτερική,  τήν ψυχική καθαρότητα, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Χριστός μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό τίμιον αἷμα Του(πρβλ. καί Α΄ Πέτρ. α΄ 18-19).



       Γρηγόριος ὁ Νύσσης φέρει τό Θεό νά λέγει: «Ἐάν σύ εἶσαι δικό μου παιδί, ὁπωσδήποτε θά ἔπρεπε καί ἡ ζωή σου νά χαρακτηρίζεται ἀπό τά δικά μου πνευματικά ἀγαθά, θά ἔπρεπε νά εἶναι στολισμένη μέ θεϊκά χαρίσματα. Δέν θεωρῶ, δέν ἀναγνωρίζω σέ σένα τήν εἰκόνα τῆς φύσεώς μου» (Εἰς τήν Κυριακήν Προσευχήν, λόγ.ΙΙ, Migne P.G. 44,1133).
         Εὐαγγελιστής Προφήτης Ἡσαῒας(α΄ 16-18), τό στόμα τοῦ Θεοῦ, ὡς ἐκπρόσωπός Του, ἀπευθύνεται στούς ἀνθρώπους καί τονίζει ὅτι οἱ κακίες καί οἱ ἁμαρτίες εἶναι ρύπος, βρωμιά  τῆς ψυχῆς, ἀκαθαρσία τῆς καρδίας, καί ζητεῖ τήν ἀποβολή αὐτοῦ τοῦ ρύπου, ζητεῖ λούσιμο καί κάθαρσι ἀπό κάθε ἀνομία: «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τάς πονηρίας ἀπό τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου, παύσασθε ἀπό τῶν πονηριῶν ὑμῶν, μάθετε καλόν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, ρύσασθε ἀδικούμενον, κρίνατε ὀρφανῷ καί δικαιώσατε χήραν· καί δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος».
      Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μετά τήν πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων ἐξαχρειώθηκε ἡ εἰκόνα τοῦ Θεού μέσα στόν ἄνθρωπο. Μετά τήν κάθαρσι, πού μᾶς χάρισεν ὁ Χριστός μέ τό αἷμα Του, κάθε παράβασις καί παρακοή στό Νόμο τοῦ Θεοῦ, κάθε
ἁμαρτία, εἶναι νέα πτῶσι, πού ἐπιφέρει μεγαλύτερη ἐξαχρείωσι στήν ἀνθρώπινη ψυχή,  πνευματική τύφλωσι, ὥστε ἀπό φθόνο νά σκοτώνῃ ὁ ἀδελφός τόν ἀδελφόν.


     
        ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, μέγας βαθυψυχολόγος, παρατηρεῖ  πῶς ὁ ἄνθρωπος δελεάζεται ἀπό τήν κακία καί λέγει:«Δι' ἀγάπην τινα γηῒνην καί σαρκικήν, εἰς ἥν δεσμεῖται  ἄνθρωπος θελήματι ἰδίῳ, δελεάζεται ὑπό τῆς κακίας, ὅπως γίνεται αὐτῷ ἅλυσις καί δεσμός καί φορτίον βαρύ, καταβυθίζον καί πνῖγον ἐν τῷ αἰῶνι τῆς πονηρίας, μή συγχωροῦν ἀνακύψαι, καί πρός τόν Θεόν ἀπελθεῖν. Ἐπειδή ὅπερ τις ἠγάπησε τοῦ κόσμου, καταβαρεῖ τόν νοῦν αὐτοῦ καί κατακρατεῖ, καί οὐκ ἐᾷ ἀνακύψαι» Ὁμιλ. ε΄ Migne P.G. 34, 504). Ἀγαπᾶ, δηλαδή, τά γήϊνα καί τά σαρκικά, τά ἀνάξια λόγου, λερώνει τήν καρδιά του καί ἀλυσοδένεται μέ αὐτά, γίνεται δέσμιος τῆς γῆς καί δέν μπορεῖ νά σηκώσῃ τό κεφάλι καί νά δῇ Θεοῦ πρόσωπο.
     Προφήτης Δαβίδ, θέλοντας νά μᾶς  ἀφυπνίσῃ καί νά μᾶς ἀνασύρῃ μέσα ἀπό τό «γνόφο» καί «τήν ἀχλύ τῆς ἁμαρτίας» καί νά μᾶς ὠθήσῃ στόν ἀγῶνα γιά τήν ἐπανάκτησι τῆς πνευματικῆς καθαρότητος τοῦ ἔσω ἀνθρώπου, γιά τήν ἐπανάκτησι τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, λέγει:«Υἱοί ἀνθρώπων ἕως πότε βαρυκάρδιοι; Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καί ζητεῖτε ψεῦδος;» (Ψαλμ. 4,3). Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό στίχο τοῦ Δαβίδ λέγει:«Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε παχυκάρδιοι, σαρκικοί, τῇ γῇ προσηλωμένοι, κακίαν διώκοντες, πονηρίαν μετιόντες, ταῖς ἡδυπαθείαις κατασηπόμενοι;»    (Migne P.G. 55, 47).


      ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης, μέ ἀγάπη, μᾶς προτρέπει νά ἀποφύγουμε τήν ἁμαρτία  καί  κάθε τί μάταιον σ'  αὐτόν τόν  κόσμο καί νά ἐγκολπωθοῦμε τήν ἀγάπη, γιά νά διαφυλάξουμε τήν καρδιά μας καθαρή, διότι ὁ δρόμος τοῦ μίσους, πού ἀκολουθοῦμε εἶναι σκοτεινός καί  ἄξιος ἀποστροφῆς και ὅτι εἶναι καιρός  νά μισήσουμε τό Κακόν καί νά ἀγαπήσωμεν τό Ἀγαθόν, δεδομένου ὄντος ὅτι τό Καλόν εἶναι καθαρότης καί εὐωδία καί τό Κακόν εἶναι βρῶμα καί δυσωδία:
«Τί πλανᾶσθε τοῦ βίου, ὦ ἄνθρωποι; Τί ἀγαπᾶτε τά μάταια καί φιλεῖτε τά ἀνυπόστατα καί προστετήκατε τῇ διαθέσει τούτοις, ὧν οὐκ ἔστιν ὑπόστασις; Ἄλλη ἐστίν ὁδός ἀπλανής τε καί σωτήριος. Ἐκείνην φιλήσατε, ἐν ἐκείνῃ διά τῆς ἀγάπης ὁδοιπορήσατε, ἧς τό ὄνομα ἀλήθειά  ἐστι καί ζωή (πρβλ. Ἰωάν. ιδ΄ 6. ιβ΄46) καί φῶς καί ἀφθαρσίᾳ καί τά τοιαῦτα. Αὕτη δέ ἡ ὁδός, δι' ἧς νῦν τρέχετε (ὁ τρόπος ζωῆς, πού ζῆτε τώρα εἶναι) μίσους καί ἀποστροφῆς ἀξία· ἀφεγγής γάρ ἐστι καί σκότῳ  διειλημμένη, εἰς κρημνούς δέ ἄγει καί βάραθρα καί θηριώδεις τόπους καί λῃστῶν ἐνέδρας» ( Εἰς τόν Ἐκκλησιαστήν ὁμιλ. Η΄ ἐν Migne P.G. 44, 740.ΒΕΠΕΣ 65Α, 259,3ἑξ.).

   
 

      
 
 

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

1.-«ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑι , ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ»

Α
 
   Ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας
                                       Εἶναι Θεῖον Χάρισμα.
 
      Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, μέ τήν παράβασι τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, χάσαμε καί χάνουμε τό ἔνδυμα, πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος, τή λευκότητα, τήν καθαρότητα, τήν ἁγιότητα. Μολύναμε καί μολύνουμε τήν ψυχή μας καί γυμνοί τῆς Χάριτος  τοῦ Θεοῦ, μέ κάθε παράβασι καί παρακοή, μέχρι σήμερα, χωριζόμαστε ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, από τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν. Παραμένουμε «ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ, καί οὐκ ἔστιν ὑπόστασις» (Ψαλμ. 68,3). Παραμένουμε βουτηγμένοι σέ βαθύ βοῦρκο, καί δέν ὑπάρχει σ'  αὐτόν βάσις στερεά, ὁλοένα καί βυθιζόμαστε καί διατρέχουμε τόν κίνδυνον νά ταφοῦμε σέ  αὐτόν.
     χρειώσαμε καί ἀχρειώνουμε, ἀμαυρώσαμε  καί ἀμαυρώνουμε συνεχῶς τό κατ' εἰκόνα καί χάσαμε καί χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, τήν καθαρότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου καί βρεθήκαμε πράγματι  κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου (παρβλ. Ματθ. δ΄ 16), μέ τήν καρδιά μας ἀκάθαρτη, γεμάτη λάσπη.  «Δέσμιοι τῆς γῆς» (Θρῆνοι γ΄34), «Δέσμιοι σκότους καί μακρᾶς πεδῆται νυκτός», δηλαδή δέσμιοι τοῦ σκότους καί αἰχμάλωτοι μακρᾶς, παρατεταμένης νυκτός (Σοφ. Σολ. ιζ΄ 2). 
      Προφήτης Δαβίδ λέγει ὅτι οἱ ἄνθρωποι «πᾶντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν χρηστότητα, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. ιγ΄ 3). Ἀπομακρυνθήκαμε τόσο πολύ ἀπό τόν Θεόν ὥστε ἦταν ἀπολύτως ἀδύνατον μόνοι μας νά σωθοῦμε.
      Γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά τά πλάσματά Του, «τόν Μονογενῆ Υἱόν αὐτοῦ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπώληται, ἀλλ' ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄16).
 
 
      Μόνον  ὁ Χριστός μπορεῖ, ὡς Παντοδύναμος καί θέλει, ὡς πανάγαθος, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ, στήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Μόνο Αὐτός θέλει καί μπορεῖ νά ἀναστήσῃ τήν, περιπεσοῦσαν εἰς τούς ληστάς-δαίμονας, ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα, μόνον Αὐτός  θέλει καί μπορεῖ  νά
 καθαρίσῃ τή μολυσμένη μας καρδιά ἀπό τήν πολλή λάσπη καί καθαρούς νά μᾶς παρουσιάσῃ στόν Πατέρα καί νά μᾶς συμφιλιώσῃ μαζί Του, ἄν τό θελήσουμε.
     «Καί ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον· Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄Τιμόθ. γ΄ 16).
      Καί πραγματικά «ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν ἐυωδίας» (Ἐφεσ. ε΄ 2).
     Ὁ Χριστός ἀπέδειξε τήν ἀγάπη Του, γιά τόν κάθε ἕναν ἀπό μᾶς, ἀλλά καί γιά ὅλους μας, «ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8). Τόσο πολύ ἀγάπησε τήν Ἐκκλησίαν, (ὅλους ἐμᾶς), ὥστε «παρέδωκε τόν ἑαυτόν Του εἰς θάνατον ὑπέρ αὐτῆς, γιά νά τήν ἁγιάσῃ, ἀφοῦ τήν καθαρίσῃ διά τοῦ λουτροῦ τοῦ ὕδατος, δηλ. διά τοῦ Ἁγ.Βαπτίσματος, μέ τόν λόγον πού συνοδεύει τό λουτρόν τοῦτο. Καί ἔτσι, ἀφοῦ τήν καθαρίσῃ καί τήν ἁγιάσῃ, νά τήν στήσῃ στό πλευρόν Του ὡς ἄλλη νύμφην, ἔνδοξον, τήν Ἐκκλησίαν, χωρίς νά ἔχῃ λέρα(σπῖλον) ἤ ρυτίδα(ζαρωματιά), ἤ ἄλλο τίποτε ἀπό ἐκεῖνα, πού τήν ἀσχημίζουν, ἀλλά νά εἶναι ἁγία καί ἄμωμος(ἄμεμπτος) (Ἐφεσ. ε΄ 25-27).
 
 
 
      
       Μέ τό πανάγιον αἷμα Του καθαρίζῃ τήν καρδιά μας  ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος. Διότι «τό αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱου τοῦ Θεοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας» (Α΄ Ἰωάν. α΄ 7). Καί αὐτό συμβαίνει ἐπειδή ὁ Χριστός εἶναι ἀγάπη καί πρῶτος μᾶς ἀγάπησε καί μᾶς ἀγαπᾶ. Καί ἐμεῖς ὀφείλουμε νά Τόν λατρεύουμε «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».
       «Τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καί λούσαντι ἡμᾶς ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ... Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Ἀποκ. α΄5-6).
         Ἡ καθαρότητα, λοιπόν,  τῆς καρδίας, ἡ καθαρότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ δικοῦ μας ἀγῶνα, ἀλλά εἶναι χάρισμα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς. Ἐμεῖς ὀφείλουμε νά διατηροῦμε καθαρόν τό ἔνδυμα, τήν λευκότητα, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας,  τήν ἁγιότητα, πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός μέ τό αἷμα Του. Γι' αὐτον ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Χριστός, «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ», μᾶς ὑποδεικνύει τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον μποροῦμε νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα, πού μᾶς χάρισε, μιμούμενοι τό Παράδειγμά Του. Διότι ὁ Κύριος «ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ, β΄ 21-22). Γιά νά διατηρήσουμε καθαρή τήν καρδιά μας ὀφείλουμε νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ.
 
 
  

  
 
      

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΘΑΡΗ ΚΑΡΔΙΑ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΗ ΤΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΡΝΕΙΤΑΙ.

Ἡ καθαρότης τῆς καρδίας μας εἶναι ὅρος sine qua non, γιά νά φανερωθῇ σέ μᾶς ὁ Θεός.

              «Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, ὅτι
              αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται»(Ματθ. ε΄ 8).

            «Σέ ἀνθρώπους πού ἡ ἁμαρτία μιαίνει, 
            κρυμμένη ἡ θεότητά μου θά μένῃ»(Schiller)



        Εἶναι πικρή ἡ διαπίστωσις ὅτι ὑπάρχουν μερικοί συνάνθρωποί μας, πού δέν καταλαβαίνουν ὅτι εἶναι περιορισμένη ἡ ἀνθρωπίνη νοητική ἱκανότητα καί δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύση τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Τά Μυστήρια τοῦ Θεοῦ εἶναι «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν».
     Τό γεγονός ὅμως ὅτι οἱ Βουλές  τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνεξιχνίαστες ἀπό τόν ἄνθρωπο, δέν εἶναι λόγος, γιά νά ἀρνεῖται τόν Θεόν καί νά ἀπομακρύνεται ἀπό τήν πηγή τῆς Ζωῆς καί μέ τή θέλησί του νά στερεῖται  τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
      Χρέος ὅλων μας εἶναι νά μάθουμε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖον μποροῦμε νά προσεγγίσουμε τό «Ὁμολογουμένως μέγα μυστήριον τῆς εὐσεβείας»
(Α΄Τιμόθ. γ΄ 16), διότι ἡ ἄρνησις μᾶς ὁδηγεῖ στό Θάνατο,
στό μηδενισμό καί στήν ἀπαξίωσι τῶν Ἀξιῶν, στή στέρησι τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, στήν ἐξαθλίωσι, στή δυστυχία.
     Καί εἶναι πικρή ἡ διαπίστωσις αὐτή, γιά ἕναν πατέρα, νά βλέπῃ τά παιδιά του, νά στεροῦνται «τόν μόσχον τόν σιτευτόν» καί νά προσπαθοῦν νά χορτάσουν τήν πεῖνα τους μέ τά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας, «ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ».
     Καί, δυστυχῶς, αὐτό τό φαινόμενο τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν ἕνα καί μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ἀπό τόν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν ὁποῖον ἀπέστειλεν ὁ Πατήρ εἰς τόν κόσμον ὡς Σωτῆρα καί Λυτρωτήν τοῦ κόσμου, κατατυραννεῖ  ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα.
       Εἶναι δέ περισσότερο ὀδυνηρό  φαινόμενο τό νά διαπιστώνει κανείς ὅτι, καί στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν Ἑλλάδα μας, ἐμφανίζονται μερικοί δυστυχεῖς συνάνθρωποί μας, πού ὄχι μόνον ἀρνοῦνται τόν ἀληθινόν Θεόν, ἀλλά καί προσπαθοῦν μέ λυσσώδη μανία νά ξεριζώσουν τήν Πίστιν ἀπό τίς ψυχές ὅλων μας καί μάλιστα ἀπό τίς ψυχές τῶν Παιδιῶν μας.
      Τόσον οἱ προηγούμενες Κυβερνήσεις, μέ τό «λευκό κολλάρον», ὅσο καί ἡ σημερινή Κυβέρνησις «χωρίς γραβάτα», κήρυξαν ἀμέσως καί ἐμμέσως, κρυφά καί φανερά, τόν πόλεμον ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Πολεμοῦν τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία, πολεμοῦν τίς Ἀρχές καί Τά Ἰδανικά τοῦ Γένους.
 
 
 
       Προσπαθοῦν μέ κάθε τρόπο, μιά φοῦχτα Γραικύλοι, νά ροκανίσουν τά θεμέλια τῆς Ρωμιοσύνης. Προσπαθοῦν νά ἀμαυρώσουν τήν ἔνδοξη Ἱστορία μας, κυρίως δέ νά ξεριζώσουν τήν Πίστι ἀπό τίς καρδιές τῶν Παιδιῶν μας.
 Πόσο πλανῶνται οἱ δυστυχεῖς !...
Θεσπίζουν τό Αὐτόματο Διαζύγιον,  τόν πολιτικόν Γάμον καί τό Σύμφωνον Συμβίωσης.
Πετοῦν τήν ἄχραντη Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς Αἴθουσες διδασκαλίας τῶν Σχολείων, τῆς Βουλής, τῶν Δικαστηρίων.
 Βγάζουν τό Σταυρό ἀπό τό κοντάρι τῆς Γαλανόλευκης καί αἱματοβαμμένης Σημαίας μας.
 φαιροῦν τήν Ἐθνικότητα καί τό Θρήσκευμα ἀπό τίς Ταυτότητες.
Καταργοῦν τά ἀρχαῖα Ἑλληνικά στά Σχολεῖα.
Καταργοῦν τά Θρησκευτικά Μαθήματα, κατά παράβασιν θεμελιωδῶν Διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Καταργοῦν τήν Πρωϊνή προσευχή στά Σχολεῖα μας καί τόσα ἄλλα, νομίζοντας, πώς ἔτσι θά σβύσουν ἀπό μέσα μας τό ἱερόν, τό θεῖον ἐμφύσημα, θά διώξουν τό Χριστό μέσα ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας.
     Λησμονοῦν, οἱ δύσμοιροι, ὅτι εἶναι «σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν» (Πράξ. κστ΄ 14);



 
      Ξεχνοῦν, οἱ δυστυχισμένοι,  ὅτι ὄχι ἁπλῶς «τεθνήκασιν», ἀλλά καί ἀφεύκτως «πεθαίνουν σκωληκόβρωτοι οἱ ζητοῦντες τήν ψυχήν τοῦ Παιδίου» (παρβλ.Ματθ. β΄ 20); Διότι ὁ πόλεμος ἐναντίον τοῦ Εὐεργέτου εἶναι ἁμαρτία καί «τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας Θάνατος» (Ρωμ. στ΄ 23).
      Μέ πατρική  συντριβή, στοργή καί ἀγάπη ἀπευθύνομαι σέ ὅλους ἐκείνους, πού ἀρνοῦνται τόν Θεόν καί πολεμοῦν τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό. Παρακαλῶ ὅλους αὐτούς τούς  μικρόνοες, πού καυχῶνται ὅτι εἶναι ἄθεοι καί ὡς τοιοῦτοι, στεροῦνται τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, νά ἔλθῃ ὁ καθένας τους «εἰς ἑαυτόν».  Καί ὅπως συνιστᾶ «ὁ ἀνδρῶν ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτης»,  νά βάλουν ὡς ἀρχήν τό δελφικόν «γνῶθι σαυτόν». Καί ἀντί νά κλωτσοῦν ξυπόλυτοι  στά καρφιά, νά μελετήσουν τήν Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, γιά νά μάθουν ὅτι ὅσοι πολέμησαν τόν Χριστόν καί τήν Ἑκκλησία Του, ὅλοι ἐξαφανίσθηκαν. Διότι ἐξ αἰτίας τῆς ἐμμονῆς τους στό Κακόν καί στήν ἀμετανοησία τους κονιορτοποιοῦνται, ἐξαφανίζονται «ὡσεί χνοῦς, ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς γῆς»(Ψαλμ. α΄ 4).
    



 
     ς πατέρας, μέ πόνον ψυχῆς, παρακαλῶ ὅλους ἐκείνους, πού ἐπλανήθησαν καί, λόγῳ ἀδυναμίας νά προσεγγίσουν τό Μυστήριον, ἀρνοῦνται τό Θεό καί στεροῦνται τίς δωρεές Του, νά  ἀφουγκρασθοῦν καί νά  ἀκούσουν τή γλυκύτερη καί ἀπό τό μέλι φωνή τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς κυνηγάει μέ τό Ἔλεός Του καί ἵσταται διαρκῶς ἐπί τήν θύραν καί κρούει. Εἶναι καιρός νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό. Νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»
 

 

          «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω·
          ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ
          τήν θύραν, καί εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν
          καί δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καί αὐτός μετ'
          ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄ 20).
   
       Ἀπαραίτητη προϋπόθεσις νά ἀκούσουμε τή φωνή τοῦ Χριστοῦ καί νά δεχθοῦμε τή Χάρι του, εἶναι ἡ ὀρθή Πίστις καί ἡ καθαρή καρδιά. Διότι, ὅπως ἔχουμε πῇ, μόνον « οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται».
     Τί εἶναι  ὅμως καθαρότης τῆς καρδίας;
      Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀποκτήσῃ καί νά        διατηρήσῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας;
  1.  Αὐτά εἶναι θέματα, τά ὁποῖα, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, θά ἀναπτύξωμε σέ ἄλλες ἀναρτήσεις. Διότι Πιστεύω ὅτι, ἐκτός ἀπό τήν Προσευχή μας, γιά ὅλους τούς πλανεμένους ἀδελφούς, θά βοηθήσῃ πολύ ὁ ζωοποιός λόγος τοῦ Θεοῦ. «Ζῶν γάρ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καί διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καί πνεύματος, ἁρμῶν τε καί μυελῶν, καί κριτικός ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας» (Ἑβρ. δ΄ 12).
  2.    
       Εἶναι ἄπειρη ἀγάπη ὁ Θεός καί θέλει τή σωτηρία ὅλων μας. Μᾶς καλεῖ κοντά Του καί περιμένει νά ἐπιστρέψουμε, μέ τή θέλησί μας, στήν πατρική Ἑστία,  ἕτοιμος νά μᾶς δεχθῇ καί νά μᾶς χαρίσῃ τή θεϊκή Του δόξα. Μέ καθαρή  καρδιά, ἄς πλησιάσουμε τό Θρόνο τῆς Χάριτος,
 καί ἄς δοξάσουμε τόν Κύριο. Διότι
«τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τῷ ἀγαπῶντι ἡμᾶς καί λούσαντι ἡμᾶς ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ, ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Α΄Τιμ. α΄17.Ἀποκ. α΄5).