Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2020

ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΑ Η ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ



ΤΟ ΣΩΜΑ ΕΙΝΑΙ ΦΘΑΡΤΟ,

Η ΨΥΧΗ ΕΙΝ’ ΑΘΑΝΑΤΗ.

«Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδίσῃ τόν κόσμον ὅλον, καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦἬ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;». 

Ὁ Πάνσοφος Δημιουργός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον, «χοῦν λαβών ἀπό τῆς γῆς καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ «πνοήν ζωῆς καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν»(Γενέσ. β΄7). Ἀποτελεῖται, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος, ἀπό σῶμα καί ψυχή. Τό σῶμα εἶναι φθαρτό, θνητό καί ἡ ψυχή εἶναι ἄφθαρτη, ἀθάνατη.

Κάθε ἄνθρωπος, λοιπόν, ὀφείλει νά φροντίζει καί νά θάλπῃ τό  φθαρτόν σῶμα, ὡς ναόν τῆς ἀθάνατης ψυχῆς του, ἀλλά πολύ περισσότερον ὀφείλει νά φροντίζει τήν ἀθάνατη ψυχή του.

Δυστυχῶς ὅμως παρατηροῦμε ὅτι συμβαίνει τό ἀντίθετον. Καί δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι στή σχιζοφρενική μας ἐποχή, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι φροντίζουν γιά τό σῶμα καί τά σωματικά, τά γήϊνα, τά ἀνάξια λόγου πράγματα, πού εἶναι «σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα» καί παραμελοῦν ὅ,τι πολυτιμώτερον ἔχουν.Παραμελοῦν τήν ἀθάνατη ψυχή τους.




Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης παρατηρεῖ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀγαποῦν τόν κόσμον καί τά κοσμικά, τά γήϊνα. Καί μέ ἀγάπη, μᾶς προτρέπει «νά μή ἀγαπῶμεν τόν κόσμον μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ» καί τονίζει ὅτι «ἐάν τις ἀγαπᾷ τόν κόσμον οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρός ἐν αὐτῷ». «Διότι τό κάθε τί πού ὑπάρχει στόν κόσμο δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός, ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, ἡ  ὑπερηφάνεια εἰς τά πλούτη, αὐτά δηλαδή τά ὁποία δέν προέρχονται ἀπό τόν Πατέρα, ἀλλά ἀπό τόν κόσμον. Καί τό σίγουρο εἶναι ὅτι ὁ κόσμος καί ἡ ἐπιθυμία του καί ὅλα τά κοσμικά παρέρχονται, ἐξαφανίζονται καί μαζί τους ἐξαφανίζονται καί ὅσοι ἀγαποῦν τόν κόσμον καί τά κοσμικά. Δέν φροντίζουν τήν ἀθάνατη ψυχή τους. Ἐνῶ ἐκεῖνος, πού κάνει τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα»(πρβλ. Α΄ Ἰωάν. β΄ 15-17).



Ὁ ἀνδρῶν ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτης  ξεχώριζε πάντοτε τίς κοσμικές ἀπολαύσεις καί τά πράγματα τοῦ κόσμου, ἀπό τά πνευματικά, καί ἔστρεφε τήν προσοχή τῶν μαθητῶν του στά πνευματικά καί στήν καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς. Καί τόνιζε πάντοτε ὅτι πάνω ἀπό ὅλα εἶναι φροντίδα, γιά τήν τελείωσι τῆς ψυχῆς καί ἔλεγε ὅτι:

«Ὑπέρ πάντα ἡ ἐπιμέλεια καί ἡ τελείωσις τῆς ψυχῆς. Ἔστι ψυχή παντάπασιν(ὁλοτελῶς) ἀθάνατος καί ἀνώλεθρος» (πρβλ. καί Πλάτωνος, Φαίδων 243ε-247c κ.  ἄ.).




Μέγας Βασίλειος, ὁ ὁποῖος εἶχε σπουδάσει καί στήν Ἀθήνα, εἰς τήν ὁμιλία του εἰς τό· «Πρόσεχε σεαυτῷ» (Migne P.G. 31, 198 ἑξ.), γνωρίζει καλά τό «εὐόλισθον, τό ὁλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», μᾶς προτρέπει νά προσέχουμε στόν ἑαυτόν μας. Μᾶς συμβουλεύει νά κοιτάζουμε μέ προσοχή τόν ἑαυτό μας ἀπό ὅλα τά μέρη. Νά ἔχουμε ἀκοίμητον τό ὄμμα τῆς ψυχῆς, νά προφυλάσσουμε τόν ἑαυτόν μας ἀπό κάθε κακόν. Διότι διαβαίνουμε μέσα ἀπό παγίδες πολλές(εἰς τό «Πρόσεχε σεαυτῷ»2.Μigne P.G.31,201). Καί συνεχίζει ὁ Ἅγιος τή σύστασί του στόν καθένα μας καί λέγει:  «Πρόσεχε, λοιπόν, στόν ἑαυτό σου μήτε τοῖς θνητοῖς ὡς ἀϊδίοις ἐναπομείνῃς, μήτε τῶν ἀϊδίων ὡς παρερχομένων καταφρονήσῃς. Τά θνητά δέν μένουν, παρέρχονται, εἶναι προσωρινά. Τά αἰώνια μένουν,  δέν παρέρχονται και κανείς δέν πρέπει  νά τά καταφρονῇ. Καί ἰδιαιτέρως  μᾶς συνιστᾶ ὁ Μέγας Βασίλειος καί λέγει: «Ὑπερόρα σαρκός, παρέρχεται γάρ· ἐπιμελοῦ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου» (ἔνθ’ἀνωτ.3 σελ.204).

Ὁ Κύριος προστάσσει, ὡς πρωταρχική, τή φροντίδα, γιά τήν τελείωσι τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας, ἡ ὀποία εἶναι ὅ,τι πιό πολύτιμο ἔχουμε καί τῆς ὁποίας δέν ὐπάρχει ἀντάλλαγμα. Χρειάσθηκε νά Σταυρωθῇ ὀ Χριστός γιά νά σώσῃ τήν ψυχή μας. Ὅλος ὁ κόσμος, μέ τά ἀγαθά του, δέν ἀξίζουν τίποτε, μπροστά στήν ψυχή μας, πού εἶναι ἀθάνατος καί ἀνώλεθρος.

Ὁ Κύριος μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τά γήϊνα καί φθαρτά καί στρέφει τήν προσοχή μας στά πνευματικά καί στήν ἐπιμέλεια τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας. Μᾶς καλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε, μέ πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί  αὐτοθυσίας, φροντίζοντας πάνω ἀπό ὅλα τήν τελείωσι τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας καί λέγει: Ὅποιος ἀφιερώσῃ καί θυσιάσῃ τή ζωή του, γιά τήν ὁμολογία τῆς Πίστεως καί γιά τήν ὑπακοή του σέ Μένα καί τό Εὐαγγέλιόν μου, αὐτός θά σώσῃ τήν ψυχή του καί θά κερδίσῃ τήν αἰώνια μακαριότητα. Ὀφείλουμε νά ἔχουμε διαρκῶς τό βλέμμα μας στραμμένο στό Θεό. Ἡ σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας εἶναι τό «Πᾶν».

«Τί γάρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδίσῃ τόν κόσμον ὅλον, καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ; Ἤ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;».

Δέν ὑπάρχει ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς μας. Χρειάσθηκε νά σταυρωθῇ ὁ Χριστός , γιά τή σωτηρία της.

Τά πάντα εἶναι σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα. Μία ροπή καί ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται, ἐνῶ ἡ ψυχή εἶναι ἀθάνατος καί ἀνώλεθρος.


ΤΡΟΜΕΡΟ καί συνταρακτικόν εἶναι τό ἐρώτημα τοῦ  
Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι « ὁ Θεός  τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ’ ὑπέρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν»(Ρωμ.η΄32), και ὄχι μόνον, ἀλλά ἐπέτρεψε καί νά σταυρωθῇ γιά τή σωτηρία τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας (πρβλ. Ἰωάν. γ΄ 15-16). Δέν λυπήθηκε τόν Μονογενῆ Του Υἱό, Τόν θυσίασε γιά τής σωτηρία τῆς ψυχῆς μας, Πῶς  ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; (Ἑβρ. β΄ 3). Πῶς ἐμεῖς θά ξεφύγουμε ἀπό τή δικαία ὀργή τοῦ Θεοῦ, ἐάν δείξωμεν ἀμέλειαν διά μίαν τόσο μεγάλη σωτηρία; Πῶς θά σταθοῦμε μπροστά στό Θεό, ἐάν δέν φροντίζουμε γιά την τελείωσι τῆς ψυχῆς, ὑπέρ ἧς Χριστός ἀπέθανεν;




 

ΓΕΝΙΚΟΝ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟΝ




«ΟΥ ΒΙΑΖΕΤΑΙ ΔΕ ΤΙΝΑ

ΔΙΑ ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟΝ.

 

Ὁ Πανάγαθος Θεός, διαπιστώνει ὅτι ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τῆς ζωῆς καί ὁλοταχῶς βαίνουμε πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης. Διαπιστώνει ὅτι ὁλοένα καί ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Πηγήν τοῦ ζῶντος Ὕδατος, ἀποκρυνόμαστε ἀπό κοντά Του, καί ὅτι ἔχουμε φθάσει στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι καί ὑποφέρουμε «ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ»(Ψαλμ.62,1). Διαπιστώνει τήν  ἀγωνία μας, τήν πεῖνα καί τή δίψα τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί τήν ἀδυναμία νά ξεφύγουμε ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ (Ψαλμ. 68,3) καί ὅτι

«εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε καί

τό ψωμί πού τρῶμε εἶναι ἄρτος  Ὀδύνης».

Καί ἐπειδή, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται, καί «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄4), μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του. Καί ἐνῶ, ὡς Παντοδύναμος, δύναται καί πάντας ἠναγκασμένως πορεύεσθαι, οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον». Θέλει ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, χωρίς κανέναν ἀπολύτως ἐξαναγκασμό, μέ τή δική μας θέλησι, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του. Ἡ Πρόσκλησις εἶναι γενική. Ὁ Καθένας, ἄν θέλῃ, μπορεῖ νά ἐπιστρέψῃ στήν Πατρική Ἑστία καί νά γευθῇ «τόν μόσχον τόν σιτευτόν». Κάθε συνετός ἄνθρωπος, διερωτᾶται· Πῶς εἶναι δυνατόν νά γίνουμε δεκτοί καί νά σωθοῦμε ἐμεῖς οἱ τόσο ἁμαρτωλοί; Ἀνεξιχνίαστες οἱ Βουλές τοῦ Θεοῦ.

Μέγα τό μυστήριον τῆς Οἰκονομίας Σου Θεέ μου! Ἄφατη εἶναι ἠ μακροθυμία Σου! Ἄπειρη ἡ Εὐσπλαγχνία Σου, Κύριε, Δόξα Σοι! Παρήγορη εἶναι ἡ πρόσκλησι τοῦ Θεοῦ. Ποιός μπορεῖ νά μή θαυμάσῃ τό ἄπειρον Ἔλεος καί νά μή συγκινηθῇ μέ τήν Πρόσκλησι τῆς ἄφατης μακροθυμίας τοῦ  Θεοῦ;

Ὁ Πανάγαθος προγνωρίζει τήν Πώρωσι καί τήν ἀμετανοησία, πού μᾶς ταλανίζει καί ὅμως ἐπιμένει καί μᾶς προσκαλεῖ: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς  καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια΄ 28-30). Καί ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης μᾶς βεβαιώνει καί λέγει: «Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἵνα τάς Ἐντολάς αὐτοῦ τηρῶμεν· καί αἱ Ἐντολαί αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν»(Α΄Ἰωάν.ε΄3).

Συγκαταβαίνει ὁ Σωτήρ. «Πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ», ὁ Ἱησοῦς «ὡς αὔρα λεπτή», ταπεινά καί ἀθόρυβα,  μᾶς πλησιάζει καί μᾶς καλεῖ κοντά Του, ὁ Λυτρωτής. Εἶναι ὁ Μόνος, πού θέλει, ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖ, ὡς Παντοδύναμος, νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο. Καί μᾶς καλεῖ νά λυτρωθοῦμε, μέ τή θέλησί μας, ἀπό τόν κακό μας ἑαυτό, ἀπό τον κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» καί ἀπό τόν Διάβολο.


Ἔρχεται κοντά μας ὁ Χριστός καί «
κρούει τήν Θύραν» γιά νά μᾶς ἀφυπνήσῃ καί νά μᾶς ἐνισχύσῃ, μέ τή Χάρι Του καί μέ τή Δύναμί Του,  νά θέσουμε σέ λειτουργία τά χαρίσματα, πού μᾶς ἔδωκεν ὁ Θεός καί νά φθάσουμε ἀπό τό· «κατ’  εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν», νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα. Νά γίνουμε καί «ἐνεργείᾳ» θεοί.

Ἔρχεται κοντά μας καί δέν ἐντρέπεται νά μᾶς ἀποκαλεῖ ἀδελφούς Του. Καί μᾶς βεβαιώνει γιά τήν ἀδιάλειπτη, παντοδύναμον Προστασίαν Του. «Κρούει τήν Θύραν» καί μᾶς καλεῖ νά ἀκούσουμε τή φωνή Του. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς πτώσεως καί τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπό τήν Πηγήν τοῦ ζῶντος ὕδατος, ἀπό τήν Πατρικήν Ἑστίαν, «κρούει τήν Θύραν»: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν Θύραν καί κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν Θύραν, εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄ 20).

Δέν ἐξαναγκάζει, Προσκαλεῖ: «Δεῦτε πρός πάντες...», ἀλλά  «Ἐάν τις ἀκούσῃ...»,«Ἐάν τις διψᾷ...», «Ὅστις θέλει...». Καλεῖται κάθε ἄνθρωπος νά θέσῃ σέ λειτουργία τά θεῖα δῶρα τόν «νοῦν» καί τήν «ἐλευθερίαν». Καλεῖται νά διακρίνῃ τό Καλόν ἀπό τό Κακόν καί νά διαλέξῃ, ὥστε νά εἶναι καί ὑπεύθυνος τῆς ἐκλογῆς του. Ὁ Ἐξαναγκασμός δέν ἔχει καμμιά ἀξία.  Στόν ἄνθρωπον καταλογίζεται τό κάθε τί πού πράττει ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, χωρίς ἐξαναγκασμό. Ὁ Πανάγαθος Θεός θέλει τή σωτηρία ὅλων μας, ἀλλά πρέπει κι’ ἐμεῖς νά θέλουμε. Γι’ αὐτό καί μᾶς ἐρωτᾶ, ἄν θέλουμε τή σωτηρία μας, ἄν θέλουμε τήν ὑγεία μας: ΘΕΛΕΙΣ  ΥΓΙΗΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ ;

Ὡς στοργικός  ὅμως Πατέρας δέν παύει νά ΘΕΛΗι τή σωτηρία μας. Δέν παύει νά μᾶς καλεῖ καί νά μᾶς ὁρίζῃ καί τό Πῶς θά ἐπιυτύχουμε τήν ἐπιστροφή μας κοντά Του, ἀλλά καί Πῶς θά κατορθώσουμε νά μείνουμε ἑνωμένοι μαζί Του καί Πῶς θά ἀκολουθοῦμε τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ. Καί λέγει: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθήτω μοι» (Μάρκ. η΄34. Ματθ.ιστ΄24. Λουκ. θ΄23).


Ὁ Κύριος ζητεῖ ἀπό τούς Μαθητάς Του
   τέλεια ἀγάπη, Πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας. Ζητεῖ ἀπό ὅλους μας νά ἀπαρνηθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον, τόν κακόν μας ἑαυτόν, τίς κακές μας συνήθειες, τά βρωμερά μας πάθη. Ζητεῖ νά ἀρνηθοῦμε  φρόνημα τῆς σαρκός, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τόν Θάνατον. Καί ἀφοῦ ἀναχωρήσουμε ἀπό τό κακόν καί τήν ἁμαρτίαν, νά ἐγκολπωθοῦμε τό φρόνημα τοῦ πνεύματος, πού εἶναι ζωή καί εἰρήνη καί νά σηκώσουμε τό Σταυρό μας, νά κάνουμε τό Χρέος μας, τό Καθῆκον μας, νά τηροῦμε τάς ἐντολάς τοῦ Κυρίου,  καί τέλος νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Του, νά περιπατοῦμεν ἐν ἀγάπῃ. Εἶναι δέ πλέον ἤ βέβαιον ὅτι ἀκολουθοῦντες τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἄν ὑπάγῃ, προσέχουμε στόν ἑαυτό μας, ἐπιτελοῦμε ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ, φροντίζουμε τήν ἀθάνατη ψυχή μας, καί ὁδηγούμεθα ὑπό τοῦ Ἀρνίου ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων.

 



Κύριε καί Θεέ μου, ἄκουσε τή δέησί μου.

Ἄνοιξε τούς καταρράκτες τοὐρανοῦ, Κύριε,

 γιά νά ξεπλύνῃς τίς ντροπές.

Καθάρισε τή λάσπη ἀπ’ τήν ψυχή μας.

Σύ, πού μᾶς ἔλουσες καί μᾶς ἐκαθάρισες

μέ τό πανάγιον αἷμα Σου ἀπό τίς ἁμαρτίες

μας, ὡς πῦρ καταναλίσκον, κάψε τά ἄχυρα

τῶν ἔργων μας, φώτισε τά σκοτάδια μας.

Θεέ μου, μή βραδύνῃς !  Ἔρχου ταχύ.

Στερέωσέ  ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου

τή σαλεμένη μας καρδιά καί ἀξίωσέ μας

νά Σέ  ἀκολουθοῦμε πιστά. Ἀξίωσέ μας ,

Κύριε νά Σέ λατρεύουμε «ἐν Πνεύματι καί

ἀληθείᾳ» καί ἀσιγήτως , νά Σέ ὑμνοῦμε καί

νά Σέ δοξολογοῦμε, ἐν ἑνί στόματι καί

 μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ καί ἔργῳ, σύν τῷ Πατρί

 καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν  καί ἀεί καί εἰς

 τούς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 

 

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

«ΣΤΑΥΡΟΣ, ΠΙΣΤΩΝ ΤΟ ΣΤΗΡΙΓΜΑ.



 ΣΤΑΥΡΟΣ, ΑΓΓΕΛΩΝ Η ΔΟΞΑ,

ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ ΤΟ ΤΡΑΥΜΑ».

 

Ὁ Σταυρος, «τό Ξύλον τῆς κατάρας», ἔγινε «Ξύλον εὐλογίας». Ὁ Υἱός καί Λόγος Τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, ἀπό ἄπειρη, γιά τά πλάσματά Του, ἀγάπη, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἔρχεται κοντά μας, γιά νά μᾶς συμφιλιώσῃ μέ τόν Οὐράνιον Πατέρα μας καί νά μᾶς ἐπανεισάγει εἰς τόν Παράδεισον, τόν  ὁποῖον χάσαμε, διά τῆς παρακοῆς. Προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύσι, και τήν ἀφθαρτοποιεῖ, τήν ἐξαγιάζῃ, τήν ἀναφέρει εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως. Κατεβαίνει Αὐτός κάτω,  γιά νά ἀνέβουμε ἐμεῖς ἄνω, λέγει ὁ Χρυσόστομος. Γίνεται αὐτός ἄνθρωπος, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί κατά χάριν. Γίνεται «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ». Γίνεται «Τύπος καί ὑπογραμμός» σέ ὅλους μας, «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ». Ὑψώνεται εἰς τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ ἑκουσίως. Σταυρώνεται Αὐτός , ἀντί ἡμῶν,« ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν γ΄ 15-16).Καί μέ τή Σταυρική Του Θυσία, χαράσσει τό δρόμο ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν καί μᾶς καλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουμε. Σαρκώνεται ἡ Ἀγάπη καί γίνεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἡ Ὁδός τῆς ὄντως Ζωῆς. Ἕνα βλέμμα στό Σταυρό ἀρκεῖ, γιά νά συνειδητοποιήσῃ κάθε συνετός τό· πῶς μπορεῖ νά γίνῃ «καινή κτίσις», πῶς μπορεῖ νά ἐνδυθῇ τόν Χριστόν καί νά γίνῃ Θεός κατά χάριν.

Μέγα τό Μυστήριον τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ! Ἄφατη ἡ Ἀγάπη Του! Ἀνεκλάλητη ἡ συγκατάβασί Του! Ἀνέκφραστη ἡ Μακροθυμία Του! Δέν τό Χωράει ὁ νοῦς μας τοῦτο τό μέγα τῆς εὐσεβείας μυστήριον! Ὁ Σταυρός ἁγιάζεται, γίνεται ἀήττητον τρόπαιον. 


Γίνεται «τό Σύμβολον τῆς νίκης καί τοῦ Θριάμβου καί τό  ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου». Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, «τό σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» γίνεται τῶν ἀγωνιζομένων πιστῶν τό στήριγμα, ἀποστόλων ἐγκαλλώπισμα, δικαίων πρόμαχος, πάντων τῶν Ὁσίων διάσωσμα». Ὁ Σταυρός, τό πανσεβάσμιον, 
τό εὐλογημένον Ξύλον, εἰς τό ὁποῖον ὑψώθηκε ὁ Χριστός, ὁ Βασιλεύς καί Κύριος, τό σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἡ συγκεφαλαίωσις τῆς Ὀρθοδοξίας Πίστεως καί Ζωῆς. Εἶναι ἡ περίληψις τῆς Βίβλου γενέσεως Ἱησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ ἀρχίζει ἀπό τήν ἄκρα ταπείνωσι καί ἀνέρχεται τήν Κλίμακα τῶν ἀρετῶν καί φθάνει στήν ἐνσάρκωσι τῆς τελείας Ἀγάπης, πού κορυφώνεται στό ΓΟΛΓΟΘΑ.

ΣΤΟ ΓΟΛΓΟΘΑ,  ἐν τῇ πράξει, κορυφώνεται ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Φθάνει εἰς τό ὕψος τῆς τελείας Ἀγάπης, ἡ ὁποία Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον. Ἀπό τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ διδάσκει τήν Θεοποιόν ἀγάπην  καί λέγει: «Ἐντολήν καινήν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς (Ἐγώ) ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Ὅπως ἐγώ σᾶς ἀγάπησα. Αὐτό εἶναι τό καινούριο (Ἰωάν. ιγ΄ 34). Ἡ γνήσια, ἡ ἁγνή, ἡ ἀνυπόκριτη, ἡ ἐσταυρωμένη Ἀγάπη, εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν Μαθητῶν μου: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πᾶντες ὅτι ἐμοί Μαθηταί ἐστέ, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωάν. ιγ΄35).

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ εἶναι τρανοτάτη ἀπόδειξις τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Μόνον ὁ Θεός θά μποροῦσε νά φθάσῃ στό ὕψος τοῦ Σταυροῦ, δηλαδή νά σταυρωθῆ γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς. Ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ λέγει «Κἀγώ ἐάν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρός ἐμαυτόν»(Ἰωάν. ιβ΄32). Πεῖνα καί δίψα Του ἡ σωτηρία μας (Ἰωάν. δ΄32-34). Ὑπάρχει στόν κόσμο τίποτε ἄλλο, ἴσον μέ τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης; Ἀσφαλῶς καί ΟΧΙ.

Ἀντί νά σταυρωθοῦμε ἐμεῖς οἱ ἁμαρτωλοί, Σταυρώνεται Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος, ἀντί ἡμῶν, γιά νά Τόν μιμηθοῦμε καί νά ὑποτάξουμε τό θέλημά μας, στό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ: Νά    σταυρώσουμε τήν σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις, ὡς γνήσιοι Μαθηταί Του(Γαλατ. ε΄24). Ὁ Σταυρός μᾶς καλεῖ νά ἀνεβοῦμε ψηλά, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό καί μεταβάλλουμε τή σάρκα σέ πνεῦμα.

Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, διά τοῦ Σταυροῦ, μᾶς καλεῖ νά παλαίψουμε, μέ τόν Κακό μας ἑαυτό, μέ τόν Κόσμο καί μέ τό Διάβολο. Μᾶς ἐμπνέει, μέ τή Σταυρική Του Θυσία καί μᾶς ἐνισχύει, μέ τή Δύναμι τοῦ Σταυροῦ, τόν ὁποῖον μᾶς ἔδωκεν ὡς ὅπλον κατά τοῦ διαβόλου. Μᾶς καλεῖ νά ὑψώσουμε μέσα στήν καρδιά μας τόν Τίμιον Σταυρόν καί νά συνειδητοποιήσουμε τό μέγα μυστήριον τῆς Οἰκονομίας Του, τή Σταυρική Του Θυσία καί νά ἀκολουθήσουμε στή ζωή μας τά ματωμένα Χνάρια Του. Γι’ αὐτό, μέ θάρρος ἀνηφορίζουμε ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν. Γι’ αὐτό, μαζί μέ τόν ἱερόν Δαμασκηνόν, εὐχαριστοῦμε τόν Κύριον ψάλλοντες:

 «Κύριε, ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου, τόν Σταυρόν Σου ἡμῖν δέδωκας· φρίττει γάρ καί τρέμει, μή φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τήν δύναμιν· ὅτι νεκρούς ἀνιστᾷ καί θάνατον κατήργησε. Διά τοῦτο προσκυνοῦμεν, τήν ταφήν σου καί τήν Ἔγερσιν».

Ἀγωνιζόμενοι τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς Πίστεως Ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ἰησοῦν καί στρέφοντες τό βλέμμα μας εἰς τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, νικῶμεν τό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν καί φθάνωμεν εἰς τήν κορυφήν τῆς πνευματικῆς τελειότητος. Διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός νικᾷ, διότι «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»(Ἀποκ. στ΄2). Τό Ἀρνίον νικᾷ καί μαζί του νικοῦν καί οἱ κλητοί, οἱ ἐκλεκτοί καί πιστοί Μαθηταί του (παρβλ. Ἀποκ. ιζ΄14).

Ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νά μένουμε ἑνωμένοι μαζί Του. Διότι τότε μόνον θά φέρουμε καρπόν πολύν καί μέ  ὅπλον τόν Σταυρόν, θά ἔχουμε «πλήρη  τήν  ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καί οὐδέν ἡμᾶς οὐ μή ἀδικήσῃ» (Λουκ. ι΄ 19).

Ὁ  Χριστός μέ τή σταυρική Του θυσία μᾶς καλεῖ κοντά Του, νά ὑψώσουμε μέσα μας καί στή ζωή μας τό Σταυρό Του, νά βιώσουμε τή Θυσία Του καί νά μείνουμε σταθεροί, ἀκλόνητοι στήν Ἀγάπη Του:

«Μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ. Ἐάν τάς ἐντολάς μου τηρήσητε, μενεῖτε ἐν τῇ ἀγάπῃ μου, καθώς ἐγώ τάς ἐντολάς τοῦ πατρός μου τετήρηκα καί μένω αὐτοῦ ἐν τῇ ἀγάπῃ» (Ἰωάν. ιε΄ 9-10). Σημειώσατε δέ ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὀ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄Ἰωάν. δ΄ 16). Καί μένω ἐν τῇ ἀγάπῃ, μένω ἐν τῷ Θεῷ, σημαίνει ΣΤΑΥΡΟΣ. Τρανό παράδειγμα ὁ Χριστός: «Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8 ).

«Ἡμεῖς δέ κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησι δέ μωρίαν, αὐτοῖς δέ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καί Ἕλλησι, Χριστόν Θεοῦ δύναμιν καί Θεοῦ σοφίαν»(Α΄Κορ. α΄ 23-24).

Τό κήρυγμα περί τοῦ Σταυροῦ του Χριστοῦ δέν ὁλοκληρώνεται σέ μιά μόνον ἀνάρτησι, οὔτε σέ πολλές. Δέν ὁλοκληρώνεται οὔτε ἐάν κηρύσσωμεν Ἰησοῦν τόν ἐσταυρωμένον, σέ ὁλόκληρη τή ζωή μας. Ὁμολογῶ δέ ὅτι καί ὅλες οἰ ἀναρτήσεις μου καί  ὅλες οἱ ὁμιλίες μου  δέν εἶναι  ὁλοκληρωμένες, εἶναι ἀτελείωτες (non finito).



 Μέγα εἶναι τό Μυστήριον τοῦ Σταυροῦ, τό Μυστήριον τῆς Θείας Οἰκονομίας. Καί «
Μυστήρια Θεοῦ ἐρευνῶντες, παραπληκτήσομεν», θά τρελλαθοῦμε, λέγει ὀ ἱερός Γρηγόριος ὁ Θεολόγος. Προσεγγίζονται μόνον εὐλαβικά, μέ τόν Πυρῆνα τῆς Ψυχῆς, μέ τήν ὀρθόδοξον Πίστιν. Καί παρακαλοῦμε τό Πανάγιον Πνεῦμα νά ἀνοίγῃ τά μάτια τῆς ψυχῆς μας  εἰς κατανόησιν τῶν θείων λόγων καί νά συμπληρώνῃ τά ἐλλείποντα.

Ὁ Χριστός πάνω ἀπό τό Σταυρό Του, μᾶς καλεῖ νά μελετήσουμε τή Θυσία Του καί νά Τόν ἀκολουθήσουμε στήν ἀνοδικήν αὐτήν πορεία Του ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει καί λέγει:

«Γίνεσθε οὖν μιμηταί τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά, καί περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ. ε΄1-2).

Ἄν στήν ἀνοδική σου πορεία, ἀδελφέ, συναντήσεις ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια καί δυσκολίες, ρίξε ἕνα βλέμμα, μέ πίστι θερμή, στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ καί θά λάβης τή Χάρι καί τή δύναμι νά ξεπεράσῃς ὅλα τά ἐμπόδια καί νά φθάσῃς νικητής στήν Κορυφή.

Ἄν θέλῃς νά μάθῃς τί σημαίνει, Πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας, ἄν δέν μπορεῖς  νά καταλάβῃς τί σημαίνει ἐπιείκεια, ἀνεξικακίασυγχωρητικότητα, ἄκρα ταπείνωσι, τί σημαίνει ἁγνή, ἀνυπόκριτη, ἐσταυρωμένη ἀγάπη, τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον, τί σημαίνει ὑπακοή στό Θεῖον Θέλημα, ρίξε ἕνα βλέμμα, μέ θερμή πίστι, στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, καί τότε θά καταλάβης καί θά βρῆς ψυχική ἀνάπαυσι καί γαλήνη. Ἔχοντας διαρκῶς στραμμένο τό βλέμμα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, μέ πίστι θερμή, στό Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, θά μάθουμε, πῶς μποροῦμε νά ἀπαρνηθοῦμε τόν Κακό μας ἐαυτό, τά βρωμερά μας Πάθη, θά μάθουμε τί σημαίνει ἔξοδος ἀπό τί Βαβυλῶνα, ἀναχώρησις ἀπό τό κακό καί τήν ἁμαρτία, τί σημαίνει ἀφιέρωσις, τί σημαίνει ἀνάβασις, προσήλωσις νοῦ πρός Θεόν.

Γι’ αὐτό Σταυρώθηκε ὁ Χριστός καί μέ τή Θυσία ἄνοιξε τό δρόμο ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ, νά βιώσουμε τήν ὑπακοή στό θεῖον Θέλημα καί ἐν Χριστῷ καί δι’ Αὐτοῦ  νά εἰσέλθουμε  εἰς τήν αἰώνιον μακαριότητα, ὑμνοῦντες Αὐτόν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

 «Τόν σαρκί ἑκουσίως σταυρωθέντα δι’ ἠμᾶς,  παθόντα καί ταφέντα, καί Ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν, ὑμνήσωμεν λέγοντες· Στήριξον Ὀρθοδοξίᾳ τήν Ἐκκλησίαν Σου, Χριστέ, καί εἰρήνευσον τήν ζωήν ἡμῶν ὡς ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος». Ἀμήν.



«Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης·

Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας·

Σταυρός,  βασιλέων τό κραταίωμα·

ΣΤΑΥΡΟΣ, πιστῶν τό στήριγμα· ΣΤΑΥΡΟΣ,

Ἀγγέλων ἡ δόξα καί τό δαιμόνων τό τραῦμα».








Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2020

« ΚΑΙ ΚΑΘΩΣ ΜΩΫΣΗΣ ΥΨΩΣΕ ΤΌΝ ΟΦΙΝ ΕΝ ΤΗι ΕΡΗΜΩι »



ΟΥΤΩΣ

ΥΨΩΘΗΝΑΙ ΔΕΙ ΤΟΝ ΥΙΟΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»

 

Ὁ πανάγαθος Θεός  εὐσπλαγχνίζεται τόν ὑπόδουλο στό Φαραώ Ἰσραηλιτικό Λαό καί τόν ἐλευθερώνει ἀπό τήν ἐπώδυνη δουλεία. Ἐκλέγει ὡς ὁδηγό τό Μωϋσῆ καί διαγράφει τήν Πορεία τους ἀπό τή δουλεία, πρός τήν ἐλευθερίαν, ἀπό τήν Αἴγυπτο, πρός τήν Γῆν τῆς Ἐπαγγελίας. Παρακολουθεῖ τό λαό στήν Πορεία του καί  τόν προστατεύει. Μετά τή διάβασι τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης, στήν ἔρημο τόν τρέφει μέ τό Μάννα καί μεταβάλλει τό πικρόν ὕδωρ τῆς Μερρᾶς, εἰς γλυκύ( Ἐξόδ. 15,23 ἑξ. 16,4 ἑξ.). Καί παρόλες τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ὁ ἐπιπόλαιος, ὁ ἀγνώμων καί ἀχάριστος αὐτός λαός γογγίζει ἐναντίον Θεοῦ καί τοῦ Μωϋσέως καί, ἐξ  αἰτίας τῆς ἀχαριστίας τοῦ λαοῦ, διηγεῖται ὁ Μωϋσῆς (Ἀριθμ. 21,5 ἑξ.) ὅτι «ἐξαπέστειλε Κύριος εἰς τόν λαόν τούς  ὄφεις τούς θανατοῦντας, καί ἔδακνον τόν λαόν, καί ἀπέθανε λαός πολύς τῶν υἱῶν Ἰσραήλ. Καί παραγενόμενος ὁ λαός πρός Μωϋσῆν ἔλεγον· ὅτι ἡμάρτομεν, καί κατελαλήσαμεν κατά τοῦ Κυρίου καί κατά σοῦ· Παρακάλεσε λοιπόν τόν Κύριον νά ἀφαιρέσῃ ἀπό ἡμᾶς τούς ὄφεις. Ὁ Μωϋσῆς παρεκάλεσε τόν Κύριον ὑπέρ τοῦ λαοῦ. Ὁ Κύριος δέχθηκε τήν μετάνοιά τους καί  εἶπε στό Μωϋσῆ. Κατασκεύασε (χάλκινον) Ὄφιν καί στερέωσέ τον ἐπί ὑψηλοῦ πασσάλου. Ἐκεῖνος πού ἔχει δαγκωθῆ ἀπό ὄφιν, θά βλέπει, ( μέ πίστι ) πρός τόν χάλκινον ὄφιν καί θά θεραπεύεται» (Ἀριθμ. 21,7-9).Ἔτσι καί ἔγινε. Ὅταν ὁ ὄφις δάγκωνε κάποιον ἄνθρωπον καί αὐτός τηροῦσε τήν ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, είλικρινά μετανοιωμένος, παρατηροῦσε δηλ. τόν χάλκινον αὐτόν  ὄφιν, ἐθεραπεύετο.

Ἡ ὕψωσις,  ὑπό τοῦ Μωϋσέως,τοῦ χαλκοῦ ὄφεως, στήν ἔρημο, καί ἡ θεραπεία ἐκείνων πού ἔστρεφαν το βλέμμα τους, μέ πίστι, σ’ αὐτόν, προεικονίζει  τήν ὕψωσι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ στό Σταυρό καί τή σωτηρία ὅλων ἐκείνων, πού θανατώνονται ἀπό τόν νοητόν Ὄφιν, καί ὅταν προσβλέπουν, μέ βλέμμα εἰλικρινοῦς μετανοίας, στόν Ἐσταυρωμένον,  μέ πίστι, ἀναστένονται καί ζοῦν αἰώνια


Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἑρμηνεύει ἄριστα, τό Μυστήριον τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ καί λέγει: «Καί καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον»(
Ἰωάν. γ΄ 15).

Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γίνεται Υἱός ἀνθρώπου, τέλειος ἄνθρωπος. Κανείς δέν ἀνέβηκε στόν οὐρανόν, γιά νά μάθη τά ἐπουράνια καί νά ἔλθῃ ὕστερα νά μᾶς διδάξῃ περί τῶν ἐπουρανίων, παρά μόνον Ἐκεῖνος, ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὡς πανταχοῦ Παρών, ὁ Κύριός μας ὁ Ἰησοῦς Χριστός.

Ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Μεσσίας, μόνον αὐτός γνωρίζει τά πάντα, μπορεῖ καί μᾶς διδάσκει καί μᾶς ἀποκαλύπτει τά πάντα. Αὐτός ἔρχεται στόν κόσμο καί ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά τά πλάσματά Του, καταδέχεται, νά ὑψωθῇ στό ξύλον τοῦ Σταυροῦ, νά Σταυρωθῇ, γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς. Θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀπόλυτη ἀνάγκη, «δεῖ ὑψωθῆναι», νά σταυρωθῇ Αὐτός , «ὁ ἀναμάρτητος», γιά μᾶς τούς ἁμαρτωλούς. «Καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου». Βέβαια δέν σώζονται οἱ Χλευαστές, οἱ κύνες, οἱ φαρμακοί, οἱ  εἰδωλολάτρες. Δέν σώζονται οἰ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί. Ἐάν δέν θέλουν νά σωθοῦν, δέν σώζονται. Ὁ Θεός δέν ἐξαναγκάζει κανέναν. «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον». Σώζονται μόνον ὅσοι ἀνοίξουν τήν καρδιά τους στό Χριστό. Ὅσοι πιστέψουν στή Θεϊκή Του συγκατάβασι καί Τόν δεχθοῦν ὡς Θεόν καί Σωτήρα τους,  ὅσοι στρέψουν τό βλέμμα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, στόν Ἐσταυρωμένον, μέ πίστι θερμή, εἰλικρινά μετανοιωμένοι.  Εἶναι δέ γεγονός ἀναμφισβήτητον ὅτι μόνον αὐτοί σώζονται. Ὁ Θεός εἶναι ἄπειρη ἀγάπη καί ἄπειρη δικαιοσύνη. «Θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν», ἀλλά δέν ἐξαναγκάζει κανέναν. Σέβεται τήν ἐλευθερία μας. Γιά νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ Εὐαγγελιστής τῆς Ἀγάπης, ἀναφέρει ὅτι «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν Κόσμον, ὥστε τόν Υἱόν Αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 16). Καί πράγματι «Οὐκ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ εἰς τον κόσμον, ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ»(Ἰωάν. γ΄ 17). Νά σωθοῦν ὄχι μόνον οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλά καί οἱ Εἰδωλολάτρες, ἀρκεῖ νά μετανοήσουν εἰλικρινά καί στρέψουν τό βλέμμα τους, μέ πίστι θερμή, στό ΧΡΙΣΤΟ. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, γίνεται καί Υἱός ἀνθρώπου. Καί καταδέχεται νά Σταυρωθῇ Αὐτός, ἀντί ἡμῶν

Ὑψωθῆναι δεῖ τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου. «Μέγα τό Μυστήριον τῆς Οἰκονομίας Σου, Κύριε, δόξα Σοι». Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, τό ἄκακον Ἀρνίον, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, σηκώνει τίς δικές μας ἁμαρτίες! Ὑψώνεται μέ τή θέλησί Του στό ξύλον τοῦ Σταυροῦ, γιά νά μᾶς διδάξῃ τήν ἁγνή ,τήν ἀνυπόκριτη Ἀγάπη.

«Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων  ἡμῶν ΧΡΙΣΤΟΣ ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε»(Ρωμ. ε΄ 8). Μέγα τό Μυστήριον! Δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας. Ἔρχεται μέ τήν ἄφατη εὐσπλαγχνία Του, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό Βόρβορο τῆς πλάνης καί τῆς Παραφροσύνης

Μᾶς περιβάλλει μέ τήν ἀγάπη Του, γιά μᾶς φέρῃ σέ συναίσθησι καί αὐτογνωσία. Μᾶς βοηθεῖ νά συνειδητοποιήσουμε τήν Πλάνην καί νά καθαρίσουμε τή λάσπη ἀπό τήν ψυχή μας, νά καθαρίσουμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας, νά νοιώσουμε ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε παιδιά τοῦ Ἑνός καί μόνου Ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὀφείλουμε νά περιπατοῦμε «ἐν ἀγάπῃ», νά ζοῦμε «εὐσεβῶς», «καθώς πρέπει ἁγίοις». Γι’ αὐτό ἑκουσίως ὑψώθηκε στό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ Αὐτός,  ἀντί ἡμῶν, «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ»(Α΄Πέτρ. β΄ 21). Ὅπως Αὐτός, «περιεπάτησεν ἐν ἀγάπῃ, ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκε τόν ἑαυτόν Του ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ καί Πατρί εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ. ε΄1-2), ἔτσι ἀκριβῶς καί μεῖς ὀφείλουμε νά βιώσουμε τήν Ἀγάπη. Νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).

Διαγράφει μέ τό Τίμιον αἶμα Του τήν ἀνοδική μας Πορεία ἀπό τή φθορά στήν ἀφθαρσία, ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’  ὁμοίωσιν», ἀπό αὐτήν ἐδῶ ἄθλια παροικία, πρός τήν αἰώνια κατοικία. Διαγράφει τήν Πορεία μας ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό, ἀπό τήν ἀνθρώπινη διάστασι, στή θεία διάστασι, ἀπό τό ὑλικόν Σύμπαν εἰς τό Πνευματικόν σύμπαν, πρός τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Καί εἶναι ἀνάγκην τῶν καιρῶν, νά περισυλλεγοῦμε καί νά ἔλθουμε σέ αὐτογνωσία.

Νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ εἶναι ὁ προσωπικός μας Σωτῆρας καί Λυτρωτής, καί  ὁ Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ κόσμου.

Νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ὑψώθηκε στό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ, ἀντί ἡμῶν καί ὅτι ὀφείλομεν πάντες, «ἐν ἑνί στόματι  καί μιᾷ καρδίᾳ», «λόγῳ καί ἔργῳ», νά Τόν λατρεύουμε καί νά Τόν δοξολογοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.



 

 

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2020

ΣΗΜΕΡΟΝ ΓΕΝΝΑΤΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΧΑΡΑ



                  Η  ΠΑΝΥΜΝΗΤΟΣ  ΠΑΡΘΕΝΟΣ.

 

Σήμερον ὁ Πανάγαθος Θεός εἰσακούει τήν Προσευχή τοῦ Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννης. Σήμερον στειρωτικαί πύλαι ἀνοίγονται. Σήμερον ἡ στεῖρα Ἄννα τίκτει Θεόπαιδα. Σήμερον γεννᾶται ἡ Μαριάμ, ἡ ὁποία «ἔμελλε νά ἀναδειχθῇ, ἡ μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή», χάρις εἰς τήν θερμήν, τήν καυστικήν Πίστιν της καί τήν ὁλοκληρωτικήν της ἀφιέρωσι στό Θεό, χάρις στήν ἄκρα ταπείνωσί της καί τήν, «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», λατρείαν της στό Θεό καί τίς ἐν γένει ἀρετές της. Σήμερον ὁ εἰς τούς νοερούς θρόνους ἐπαναπαυόμενος Θεός, προετοίμασε, γιά τόν ἑαυτόν Του, θρόνον ἅγιον ἐπί τῆς γῆς, τήν ἁγνήν καί ἄχραντον Παρθένον. Σήμερον ὁ Θεός, « στερεώσας ἐν σοφίᾳ τούς οὐρανούς», ἥν προέγνω, ἄσπιλον Παρθένον, «οὐρανόν ἔμψυχον ἐν φιλανθρωπίᾳ κατεσκεύασεν».

Σήμερον ὁ Χριστός, ἀπό ἄκαρπη ρίζα, ἐβλάστησε σέ μᾶς, φυτόν ζωηφόρον, τήν Παναγίαν Μητέρα Του. «Ὁ τῶν θαυμασίων Θεός, καί τῶν ἀνελπίστων ἐλπίς, Κύριε δόξα Σοι».


Ἡ ἁγνή καί ἄχραντος Παρθένος εἶναι προϊόν Προσευχῆς Ἰωακείμ καί τῆς Ἄννης τῶν δικαίων. Ὁ Πανάγιος Θεός προεγνώριζε ὅτι ἔμελλε  μόνον αὐτή ν
ά ἀναδειχθῇ ἱκανή νά δεχθῇ στήν καρδιά της τό Ἅγιον πνεῦμα καί νά γεννήσῃ τόν Μονογενῆ Υἱόν καί λόγον τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος θά συνέτριβε τήν κεφαλήν τοῦ ἀρχεκάκου Ὄφεως.  Διά τοῦτο καί μόνη αὐτή ἀνεδείχθη «οὐρανός καί θρόνος Θεοῦ καί δοχεῖον καθαρότητος». Μόνη αὐτή «προεμήνυε τήν χαράν παντί τῷ κόσμῳ». Καί πραγματικά αὐτή καί μόνον αὐτή, ἡ Πανύμνητος Παρθένος ἀνεδείχθη ἡ Παγκόσμιος Χαρά, ἡ «πρόξενος τῆς ζωῆς ἡμῶν, κατάρας ἀναίρεσις, εὐλογίας ἡ ἀντίδοσις». Αὐτή ἀξιώθηκε καί ἔγινε, χάρις εἰς τό πλῆθος τῶν ἀρετῶν της, «ἡ κλῖμαξ δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός  καί ἡ γέφυρα ἡ μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν».

Κανείς ἀπό μᾶς τους εὐτελεῖς, δέν μπορεῖ ἐπαξίως νά ἐγκωμιάσῃ, τή Μητέρα τοῦ Κυρίου καί Μητέρα ὅλων μας. Μποροῦμε ὅμως ὅλοι μας νά σταθοῦμε εὐλαβικά μπροστά στή μητέρα τοῦ φωτός, τήν Παγκόσμιον Χαράν, τήν Πανύμνητον, «τή Μεγαλόχαρη», νά κλίνουμε τό γόνυ τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί νά τήν παρακαλέσουμε νά  μᾶς σκεπάσῃ ὅλους  μέ τή Χάρι της καί νά λυτρώσῃ τήν Πατρίδα μας, τήν Ἑλλάδα μας ἀπό τά δεινά καί ἀπό τούς φοβερούς, κρυφούς καί φανερούς, ἐχθρούς, πού τήν κυκλώνουν καί τήν ταλανίζουν.


Πανάμωμε Παρθένε, ἄσπιλε, ἀμόλυντε, Παναγία, μετά τόν Κύριον Σύ εἶσαι ἡ μόνη μας καταφυγή, σκέπη κραταιά, πλατυτέρα νεφέλης, Σέ Σένα καταφεύγουμε. Μήν ἀφήσῃς τούς  ἐχθρούς μας, Δαίμονας καί δαιμονανθρώπους, νά καυχῶνται ὅτι μᾶς συνέτριψαν καί μᾶς κατανίκησαν. Εἶσαι, πανάχραντε, ἡ χαρά μας, δέου καί ἱκέτευε τόν Υἱόν Σου, νά ἀπομακρύνῃ ἀπό μᾶς πάντα ἐχθρόν καί πολέμιον, νά εἰρηνεύση τόν κόσμον καί νά μᾶς ἀξιώσῃ νά σταθοῦμε κάτω ἀπό τή Σκέπη Σου, ἄχραντε. Ἀξίως δέ καί ἀσιγήτως νά  μακαρίζουμε Σέ, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Διότι Σύ, Παρθένε, εἶσαι ἡ Χαρά μας, ἠ Παγκόσμιος Χαρά, Σύ μᾶς Χάρισες, εὐδοκίᾳ  τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό  Ἕν, τό ὑπέρτατον Ἀγαθόν, τόν Θησαυρόν τῶν θησαυρῶν, τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν, τόν Κύριόν μας, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. 

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί,

«Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαράν ἐμήνυσε πασῃ τῇ οἰκουμένῃ· ἐκ σοῦ γάρ ἀνέτειλεν Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, Χριστός ὁ Θεός ἡμῶν· καί λύσας τήν κατάραν, ἔδωκε τήν εὐλογίαν· καί καταργήσας τόν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωήν τήν αἰώνιον».