Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

ΑΛΛΟ ΤΟ « ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ» ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΤΌ «ΕΙΝΑΙ».




ΑΛΛΟΣ Ο ΓΟΝΟΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ Ο ΦΑΙΝΟΤΥΠΟΣ

       Ἄλλο τό «φαίνεσθαι» καί ἄλλο τό «εἶναι».

Σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια «παροικία», στήν ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου γῆν, κυρίαρχο στοιχεῖο τό σκοτάδι… Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι μισοῦν τό  Φῶς τό ἀληθινόν. Φαῦλα, σκοτεινά, βρωμερά, εἶναι τά ἔργα τους…Θεά, ἡ Παραφροσύνη! Βασίλισσα, ἡ Ψευτιά, ἡ ὑποκρισία!  Μακριά ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς καί τῆς  Σωφροσύνης, ὀδυνᾶται ὁ Ἀποστάτης. «Ὀρύσσει λάκκους  συντετριμμένους, «οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειΝ( Ἱερ.β΄13), « ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ και ἀνύδρῳ», (Ψαλμ. 62,2) ἡμιθανής, και παραμένει, ἀμετανόητος, «κατάκοιτος στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου ! ...» (Ματθ. δ΄16). Ὁ Φιλάνθρωπος μᾶς χαρίζει καιρόν μετανοίας. Κι’ ’Ἐμεῖς; Δέν κατανοοῦμε τήν τιμήν τοῦ· «κατ’εἰκόνα». Οἱ περισσότεροι, ἄν ὄχι ὅλοι, παραμένουμε μακράν ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος  Ὕδατος. Ἀφανίζουμε τό ἀληθινό μας πρόσωπο καί φορᾶμε ψεύτικο, πλαστό, φορᾶμε προσωπεῖο. Ἀκολουθοῦμε τόν πατέρα τῆς Ψευτιᾶς…Λατρεύουμε τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τόν Ἑαυτούλη μας, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα, «ἀργύριον καί χρυσίον…». Μετουσιώνουμε, δυστυχῶς, τήν Κοινωνία τῶν Ἁγίων, τήν Κοινωνίαν τῶν Προσώπων, εἰς Ἀγέλη Χοίρων πολλῶν, βοσκομένην  εἰς τῶν ἀναισχύντων Γαδαρηνῶν τή Χώρα…Πονηρός ὁ ὀφθαλμός, ἀκάθαρτος ὁ νοῦς, κατεργάζεται,χωρίς ἴχνος ντροπῆς, τά βρωμερά τοῦ σκότους ἔργα. Καί ἡ ἀγέλη, ὡς ἄμορφη μᾶζα, χωρίς  Προσωπικότητα χωρίς Θρησκευτική καί  Ἐθνική ταυτότητα … -ἔτσι μᾶς θέλει ὁ Διάολος-, βυθισμένη στό σκοτάδι, δέν βρίσκει ἀναπαμό. Ὀδυνᾶται εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Ἀφήνουμε ἀφύλακτες τίς Θύρες καί μπαίνει ὁ Διάολος μέσα μας και σωρεύει συμφορές. Καί εἶναι καιρός νά καταλάβουμε πολύ καλά, νά συνειδητοποιήσουμε, ὅτι ὁ Σατανᾶς, ὁ Ὄφις ὁ ἀρχαῖος, ὁ Πονηρός ὑπάρχει, καί «αὐτός μετασχηματίζεται  εἰς ἄγγελον Φωτός, καί οἱ διάκονοι αὐτοῦ (οἱ δαίμονες καί δαιμονάνθρωποι) μετασχηματίζονται ὡς διάκονοι δικαιοσύνης (Β΄ Κορινθ. ια΄14-15), πού κάνουν μεγάλα «σημεῖα καί τέρατα, ὥστε πλανῆσαι, εἰ δυνατόν καί τούς ἐκλεκτούς»(Ματθ. κδ΄24).ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ νά προσέχουμε, Ποῦ, Πότε καί σέ Ποιόν ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας…

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ, μέ γρήγορον νοῦν, σώφρονα λογισμόν, καί καρδίαν νήφουσαν, νά προβάλουμε ἀντίστασιν στό Διάβολο, στόν Κακόν μας ἑαυτόν, καί στόν κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» καί να διώξουμε τό ΚΑΚΟΝ.

ΠΡΟΣΕΧΕ ΣΕΑΥΤῼ. Νομίζεις, πώς ἀνοίγεις τήν καρδιά σου καί ὐποδέχεσαι ἀνθρώπους, προβατάκια τοῦ Θεοῦ, καί σέ λίγο διαπιστώνεις τό τραγικό σου λάθος…

ΠΡΟΣΕΧΕ ΣΕΑΥΤῼ. Πετρώσαν’ οἱ καρδιές. Ἐψύγει ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν… Δέν εἶναι πρόβατα, ἀλλά λύκοι, πού ἔρχονται ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες (Ματθ. ζ΄15), «λύκοι βαρεῖς, μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Πράξ. κ΄29). Ξέρουν καλά νά κρύβουν τό ἀληθινό τους πρόσωπο. Ἄλλα σκέπτονται, ἄλλα λένε, ἄλλα θέλουν και ἄλλα κάνουν, μέ μοναδικό σκοπό τους, νά ἐξαπατοῦν τούς ἀφελεῖς, μέ ὡραία λόγια…

Ἐνθουσιασμός, μετάνοιες, χειροφιλήματα πολλά…

«Κροκοδείλια δάκρυα! » Ψευτιά κι’  Ὑποκρισία! 

Χάθηκε «τό κάλλιστον χρῶμα», τό τῆς αἰδοῦς ἐρύθημα…

Δύσκολα, πολύ δύσκολα μπορεῖ κανείς νά ξεχωρίσῃ

τήν ψεύτικη, «τήν ἐσχηματισμένη εὐσέβεια», τήν ἐλεεινή,

ἀπό τήν ἀληθινή. Ἄφθαστη εἶν’ ἡ τεχνική τῆς Ψευτιᾶς

καί τῆς Ὑποκρισίας. Και ὅταν πέσουν τά προσωπεῖα…

καί  διαπιστώνουμε τήν πικρή ἀλήθεια… 

Τότε καί τοῦ θανάτου τά δεινά, δέν εἶναι τόσ’ ὀδυνηρά, 

ὅσο ἠ διάψευσις τῆς ἀγάπης μας…  

Ἤδη ἔχουμε γευθῆ τοῦτο τό Ποτήριον, 

τῆς  Ὀχιᾶς τό δηλητήριον…

Δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν πῶ ὅτι τόν κόσμον, δυστυχῶς,  τόν

κυβερνοῦν, χωρίς ντροπή, τά «γεννήματα Ἐχιδνῶν», οἱ Γιοί τῆς Ἀφροσύνης, γι’ αὐτό συχνά, πολύ συχνά ἀνταμώνουμε στό δρόμο μας πολλούς δαίμονες καί δαιμονανθρώπους, πού, «κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ» φοροῦν τό προσωπεῖον τοῦ ἁγίου καί ἀνενδιάστως, προσπαθοῦν να ξεριζώσουν μέσ’ ἀπό τήν ψυχή μας τήν Πίστι στό Χριστό, τήν Ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα καί τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική Οἰκογένεια καί ποδοπατοῦν τά ὅσια καί τά Ἱερά ἀκόμη καί ἐδῶ, στήν Εὐλογημένη Ἑλλάδα, τήν Πατρίδα τῶν Πατρίδων!

Γραικύλοι, Ἐφιάλτες, πατριδοκάπηλοι, ἀναίσχυντοι Προδότες, δεξιοτέχνες στήν ἐξαπάτησι, θρασεῖς κι’ ἀδίστακτοι, στυγνοί Ἐγκληματίες, προδίδουν τήν Πίστι στό Χριστό, καί τήν ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα. Ποδοπατοῦν τά Ἱδανικά, τά ὅσια καί τά ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης! Ξεπουλοῦν ἀκόμη καί τή μάνα την ἴδια, «ἀντί Πινακίου φακῆς», «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων»! Ἐπιεικής περιγραφή τοῦ κόσμου τῆς Δολιότητος καί τῆς  Ὑποκρισίας, τοῦ Φαρισαϊσμοῦ και τῆς ἀμετανοησίας… Ὅπως τόν παλιό καιρό, ἔτσι ἀκριβῶς,  οἱ ἴδιοι καί σήμερα, ἀμετανόητοι, εἶναι ΟΙ ΣΤΑΥΡΩΤΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ!...

ΣΤΑΥΡΩΝΟΥΝ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, τόν Εὐεργέτην, τόν Ἐλευθερωτήν, τόν ΣΩΤΗΡΑ καί «δέν εἰσέρχονται», οἱ ἀναίσχυντοι, «εἰς τό πραιτώριον, ἵνα μή μιανθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα φάγωσι τό Πάσχα !!!… Ὤ τῆς παραφροσύνης! Ὤ τής ΧΡΙΣΤΟΚΤΟΝΙΑΣ, τῆς Προφητοκτόνων! … Σ’ αὐτήν τήν ἐξαθλίωσι, σ’ αὐτήν τήν κατάντια φθάσαμε, Μακριά ἀπό τό Χριστό, μακριά ἀπό τήν Πηγή τοῦ Ζῶντος  Ὕδατος. 

Στό κάθε μας βῆμα σωρεύουμε συμφορές…

Σ’ αὐτή τήν Ἀθλιότητα, μᾶς ὁδηγεῖ ἡ Φαυλότητα.

Ἄραγε, ἐδῶ, πού καταντήσαμε, ἀπό δικό μας φταίξιμο,

ὑπάρχει λύτρωσι; Ὑπάρχει σωτηρία;

Δίνεις την καρδιά σου καί τήν καθαρότητα τῆς ἀγάπης σου καί περιμένεις σεβασμό, περιμένεις ἀνταπόκρισι και δέχεσαι  «ἀντί τοῦ μάννα, Χολήν, ἀντί τοῦ ὕδατος, Ὄξος, ἀντί ἀγάπης, ΣΤΑΥΡΟΝ καί γεύεσαι τήν Πικρία τῆς Ψευτιᾶς, τό Δηλητήριον τῆς Ἀδιακρισίας, τῆς  Ἀχαριστίας καί τῆς ὑποκρισίας, ἀναρωτιέσαι καί λές:


« Ὅ, τι Καλόν ἔκαμα, Ὅλα τά γκραιμίζει ἡ Ψευτιά καί ἡ Ὑποκρισία. «Γιατί ἀγωνίζομαι; Ὑπάρχει ἐλπίδα σωτηρίας; Ν’  ἀρχίσω πάλι ἀπ’ τήν ἀρχή; Γιά  Ποιόν; Γιατί;… Κι’ ἔρχεται ἡ ἀπόκρισις ἀπό ψηλά, ἀπό τό Λόφο, ἀπό το ΓΟΛΓΟΘΑ ! Ἡ φωνή τοῦ Ἰησοῦ ἀκούεται, ὡς φωνή Σάλπιγγος, ὡς φωνή Βροντῆς, ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν…  «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Καθώς ἐγώ ἠγάπησα ὑμᾶς και ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους»! «Ἡ ἀγάπη οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς. Πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει». «Ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστι, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Ἰωάν. ιγ 34-35. Α΄ ιγ΄. Α΄ Ἰω. δ΄16).

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀκούω τή φωνή Σου και μένω ἄφωνος. 

Δόξα τῇ ἀνεκφράστῳ Λόγε συγκαταβάσει Σου!

Δόξα τῇ Μακροθυμίᾳ Σου, Κύριε! Δόξα Σοι!

Συγχώρησέ με , Θεέ μου. Ἔλα γρήγορα. Ἔρχου ταχύ! Ἔλα κοντά μας «ὡς πῦρ καταναλίσκον» καί κάψε. ΚΑΨΕ τά ἄχυρα τῶν ἔργων μας και φώτισε τά σκοτάδια μας, Θέρμανε τήν παγωμένη μας ψυχή. Ἄνοιξε τούς καταρράκτες τοὐρανοῦ, γιά νά ξεπλύνῃς τίς ντροπές. Καθάρισε τή λάσπη τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας μέσ’ ἀπό τήν καρδιά μας. Ἄκουσε, Κύριε, τίς κραυγές τῆς ἀγωνίας μου, Μακρόθυμε και Πολυέλεε Κύριε.  Ἐλέησον, Κύριε τόν Λαόν Σου, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε τό  Ἔλεός Σου, ἀλλ΄ ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, γλύκύτατέ μου ΙΗΣΟΥ.

ΠΟΙΟΣ ΑΛΛΟΣ θέλει καί μπορεῖ νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό «την ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς Πηγάς Ὑδάτων», ἄν Ὄχι Σύ, ὀ Ὁποῖος ΣΤΑΥΡΩΘΗΚΕΣ καΊ  ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕΣ, ΓΙΑ ΜΑΣ ;


ΠΟΙΟΣ  ΑΛΛΟΣ θέλει καί μπορεῖ να μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τή λάσπη, ἀπό τό Βόρβορο τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας καί νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τη δουλεία τῆς ΦΘΟΡΑΣ; Μόνον Σύ, Κύριε, θέλεις, ὡς Πανάγαθος και μπορεῖς, ὡς Παντοδύναμος. Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας και ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό  ΦΡΟΥΡΙΟΝ μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Σύ, εἶσαι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί   ἡ Ζωή, τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Σύ, εἶσαι ὁ Ἐξουσιαστής, ὁ Ἄρχων τῆς Εἰρήνης, ὁ Υἱός και Λόγος τοῦ  Θεοῦ, ὁ ἀληθινός Μεσσίας.  Σύ, Κύριε, Μακρόθυμε, πού, ἀπό καταβολῆς κόσμου, ἵστασαι ἐπί τήν Θύραν καί κρούεις… Χάρισέ μας τό Χάρισμα τῆς Μετανοίας, ἐνίσχυσέ μας, ὥστε νικήσουμε τόν κακό μας ἐαυτόν, νά πετάξουμε τά προσωπεῖα καί να φανερώσουμε σέ ὅλους τό ἀληθινό μας πρόσωπο, να τροποποιήσουμε και να θεραπεύσουμε τήν προβληματική μας συμπεριφορά… Ἁξίωσέ μας, Κύριε, να ἀκούσουμε τή Φωνή Σου, καί να ἀνοίξουμε την καρδιά μας,  Σέ Σένα τόν Λυτρωτήν, τόν Κύριον τῆς Δόξης, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Σου καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή, γιά νά βροῦμε γαλήνη καί ἀνάπαυσι στην ψυχή μας και να νοιώσουμε ἀσφαλεῖς κάτω ἀπό τή Σκέπη Σου, πανάγιε!

Ἁξίωσέ μας νά ἐπιστρέψουμε κοντά Σου, εἰλικρινά μετανοιωμένοι,  καί,  ἀσιγήτως, νά Σέ ὑμνοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, καί νά Σέ δοξολογοῦμε, λόγῳ καί ἔργῳ, ἐν παντί τόπῳ τῆς Δεσποτείας Σου, διότι Σέ Σένα, τόν Τριαδικόν Θεόν, ἀνήκει Βασιλεία, ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος, εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.


Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

ΟΡΑΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ

 


ΟΡΑΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΧΕΤΕ  ΑΠΟ

ΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΝ ΤΩΝ ΚΑΚΙΣΤΩΝ ΦΑΡΙΣΑΙΩΝ

 

Σ’ αὐτή τήν ἄθλια παροικία, δυστυχῶς, μᾶς κυβερνᾶ ἡ  Ψευτιά καί ἡ Ὑποκρισία τῶν κακίστων Φαρισαίων. Μᾶς πλησιάζουν δέ, μέ δόλο, ἐν ἐνδύμασι προβάτων καί διαστρέφουν τήν ἀλήθεια καί, ὡς λύκοι ἅρπαγες, ἐκμεταλεύονται τούς ἀφελεῖς.

Ὅμως ὁ Φιλάνθρωπος δέν μᾶς ἐγκαταλείπει. Ἔρχεται κοντά μας, «ὡς αὔρα λεπτή», «πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ», καί μᾶς καλεῖ  ὅλους κοντά Του. Φανερώνεται «ἐν σαρκί», ὡς ταπεινός ἄνθρωπος καί μᾶς  καλεῖ λέγων: «Δεῦτε πρός μέ πάντες οἱ κοπιῶντες και πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ἡμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι και ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια΄28-30). Μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτός και Μόνον Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις και ἡ Ζωή, τό Φῶς καί ἡ Εἰρήνη τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. η΄12. ια΄25. ιδ΄6). Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ἡ Ζωή μας καί ἡ Εἰρήνη μας» (Κολοσ.γ΄4. Ἐφεσ. β΄14). Μᾶς διδάσκει δέ, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς( Ματθ. ζ΄29), καί μᾶς προτρέπει λέγων: «ἀνοίξατε τά μάτια σας  καί προσέχετε, προφυλάξατε τον ἑαυτόν σας ἀπό τήν ὑποκριτική, τήν ψεύτικη διδασκαλία τῶν κακίστων Φαρισαίων»(πρβλ. Ματθ. ιστ΄6). Εἶναι λύκοι βαρεῖς, δόλιοι, Ὑποκριτές και ψεύστες.  Διαστρέφουν καί παρερμηνεύουν τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ. Εἶναι κακοί ὁδηγοί καί πρέπει νά τούς ἀποφεύγουμε. Ὀρθῶς λέγεται ὅτι ἐπειδή ἔχασαν τήν Οὐσία, δίνουν μάχες, γιά τά τυπικά. Εἶναι «ὁδηγοί τυφλοί. Διϋλίζουν τόν κώνωπα, καί  καταπίνουν τήν κάμηλον»(Ματθ. κγ΄23 ἑξ.). Κάνουν τά πάντα « ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θεαθῆναι αὐτοῖς» (Ματθ. στ΄ 1).



Ἐνδεικτικά θά ἀναφέρω εἰς τήν ἀγάπην σας, τήν ἐπαίσχυντη συμπεριφορά  τοῦ Ἀρχισυναγώγου, ὁ ὁποῖος, μέ ἀγανάκτησι, κατηγόρησε τόν Ἰησοῦν, ἐπειδή θεράπευσε την συγκύπτουσα γυναῖκα, κατά τήν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου (Λουκ. ιγ΄10-17):

«Ἕνα Σάββατον ἐδίδασκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εἰς μίαν ἀπό τάς Συναγωγάς. Και ἦτο ἐκεῖ μιά γυναῖκα, ἡ ὁποία, ἐκ συνεργείας τοῦ Πονηροῦ πνεύματος, ὑπέφερε. Ἐπί δέκα ὀκτώ χρόνια κατείχετο ἀπό  σοβαρή ἀσθένεια καί ἦταν  σκυμμένη διαρκῶς με κυρτωμένο το σῶμα και δεν μποροῦσε νά σηκώσῃ καθόλου το κεφάλι της ὄρθιο.  ἦταν συγκύπτουσα. Δέν μποροῦσε νά σταθῇ ὅλως  δι’ ὅλου ὀρθή. Σημειώνω  ἐδῶ ὅτι μολονότι ὑπέφερε πολύ δέν παρέλειπε νά προσέρχεται τακτικά στή Συναγωγή, νά προσεύχεται καί νά ἀκούει τό λόγο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά δυσανασχετεῖ, γιά τήν ἀρρώστια της, πρᾶγμα, πού φανερώνει τήν θερμή της Πίστι στό Θεό καί τήν ἀγάπη της. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος βλέπει πόσο πολύ ὑποφέρει, ἀλλά δέν κάνει τίποτε, γιά νά ἁπαλύνῃ τόν πόνο της. Δέν μπορεῖ νά τή θεραπεύσῃ. Ὁ Κύριος ὅμως καί θέλει, ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖ, ὡς Παντοδύναμος, νά  τή θεραπεύσῃ. Ὅταν τήν εἶδεν  ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς, τήν ἐκάλεσε και τῆς εἶπε: «Γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου· καί ἐπέθηκεν αὐτῇ τάς χείρας· καί παραχρῆμα ἀνωρθώθη και ἐδόξαζε τον Θεόν».  Ἔβαλε ἐπάνω της τά πανάγια Χέρια Του. Τήν εὐλόγησε. Και ἀμέσως θεραπεύθηκε ἀπό την ἀσθένειά της. Αὐτή δέ ἀμέσως ἀνωρθώθηκε και ἐδόξαζε το Θεό. Ὁ Χριστός ἐβράβευσε τήν Πίστιν, τήν ὑπομονήν, τήν καρτερικότητά της. Τήν ἀγάπη καί τήν εὐλάβειά της.

Ὅλοι θά περιμέναμε νά χαρῇ πρῶτος ἀπό ὅλους ὁ Ἀρχισυνάγωγος, γιά τή θεραπεία της. Ἀλλά δυστυχῶς συνέβη τό ἀντίθετο. Ὄχι μόνον,  ὁ ἀναίσχυντος, δέν χάρηκε καί  δέν εὐχαρίστησε τόν Θεραπευτήν, τόν Κύριον, τόν πανακῆ Ἰατρόν, τόν Εὐεργέτην, ἀλλά  «ἀγανακτῶν ὅτι τῷ Σαββάτῳ ἐθεράπευσεν  ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλῳ· ἕξ ἡμέραι εἰσίν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι· ἐν ταύταις οὖν ἐρχόμενοι θεραπεύεσθε, καί  μή τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου»(Λουκ. ιγ΄ 14).  Ὤ τῆς παραφροσύνης καί τῆς ἀνασχυντίας τῆς τῶν προφητοκτόνων, τῶν ὑποκριτῶν και κακίστων Φαρισαίων!

Ἡ ἀγανάκτησις τοῦ Ἀρχισυναγώγου, δείχνει τό μέγεθος τῆς Κακίας, τῆς μοχθηρίας, τοῦ φθόνου καί τῆς βδελυρᾶς ὑποκρισίας του. Δηλητήριον στάζουν τά χείλη του, πού παρερμηνεύουν  καί διαστρέφουν τά λόγια τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ὁ θρασύς, ὁ ἀνάγωγος καί ἀσεβής Ἀρχισυνάγωγος, δέν τολμᾶ νά ἀπευθυνθῇ πρός τόν Κύριον, ἀλλά ἔλεγε τῷ ὄχλῳ, ἀπευθύνεται εἰς τούς ἁπλοϊκούς ἀνθρώπους και ἐμμέσως, ὁ θεομπαίχτης, κατηγορεῖ τόν  Σωτῆρα καί Θεραπευτήν Ἰησοῦν Χριστόν.

Ὁ πρᾷος, ὁ ταπεινός καί γλυκύς Ἰησοῦς, γιά νά μᾶς προφυλάξῃ ἀπό τά βρωμερά Πάθος τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας, γιά να μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπό τόν Ἑωσφορισμόν, ἀπό τον Ἐγωϊσμό καί τά βλαστήματα τῆς ἀλαζονίας καυτηριάζει ἐπικρίνει μέ δριμύτητα, ἐπιπλήττει  καί κατακεραυνώνει τήν κατάπτυστον καί κακήν ἐπίδρασιν τῆς ὑποκριτικῆς  διδασκαλίας τῶν κακίστων Φαρισαίων. Θέλοντας νά φέρῃ σέ συναίσθησι καί νά συνετίσῃ καί αὐτόν ἀκόμη τόν αὐθάδη καί ἀναίσχυντον Αρχισυνάγωγο τοῦ λέγει: « Ὑποκριτά, ἕκαστος ὑμῶν τῷ σαββάτῳ οὐ λύει τόν Βοῦν αὐτοῦ ἤ τόν Ὄνον ἀπό τῆς φάτνης καί ἀπαγαγών ποτίζει; Ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραάμ οὖσαν, ἥν ἔδησεν ὁ Σατανᾶς ἰδού δέκα και ὀκτώ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπό τοῦ δεσμοῦ  τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;» (Λουκ. ιγ΄15-16).

Ἄμυαλε Ὑποκριτά, ὁ κάθε  ἕνας ἀπό σᾶς, κατά τό Σάββατον, δέν  λύνει τό βόδι του ἤ τό γάϊδαρό του ἀπό τό σταῦλο καί τόν φέρνει νά τόν ποτίσῃ; Αὐτή δέ τή δυστυχισμένη γυναῖκα, πού εἶναι θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ καί τήν εἶχε δεμένη καί  τήν βασάνιζε  ὁ Σατανᾶς ἐπί δέκα ὀκτώ Χρόνια, δέν ἔπρεπε νά λυθῇ ἀπό τά δεσμά  αὐτά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου;  


Μάθετε ὅλοι ἐσεῖς, οἱ ὑποκριτές Φαρισαῖοι, τήν Αλήθεια, ὅτι ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, δεν ἁγιάζεται με πρόσφορα, κεριά καί λιβάνια καί μέ ψευτοθυσίες καί  μέ ὅλα σας τά ὑποκριτικά τυπικά. « Ἔλεον θέλω και οὐ θυσίαν». Ἡ  Ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἁγιάζεται μέ πράξεις ἁγνῆς, γνησίας, ἀνυποκρίτου, θυσιαστικῆς Ἀγάπης. Ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἁγιάζεται, ὅταν θεραπεύουμε τον ἀνήμπορο συνάνθρωπό μας, ὅταν τρέφουμε τόν πτωχό καί ντύνουμε τόν γυμνό, καί θεραπεύουμε τόν ἄρρωστο. Μόνον ἔτσι λατρεύεται καί δοξάζεται ὁ Θεός.  Καί σᾶς ἐρωτῶ, λοιπόν:  Τί ἐπιτρέπεται  να κάνῃ κανείς τά Σάββατα; ἀγαθοποιῆσαι ἠ κακοποιῆσαι;  Ψυχήν σῶσαι ἤ ἀπολέσαι; Τί ἐπιτρέπεται νά κάνῃ τό Καλό ἤ τό Κακό; Νά σώσῃ μιά ζωή ἤ νά τήν καταστρέψῃ; Καί για να μᾶς διδάξῃ ὅτι ἡ Ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ἁγιάζεται μόνον με ἀγαθοεργίες, μέ πράξεις ἁγνῆς πρός τον πλησίον ἀγάπης, πρός δόξαν Θεοῦ, ὅπως θεράπευσε την συγκύπτουσα, ἔτσι θεράπευσε καί τόν ἄνθρωπον, πού εἶχε  ξηράν τήν χεῖρα (Λουκ. στ΄1-11). Και τότε  ὁ ἁπλός Λαός τοῦ Θεοῦ ἔχαιρε καί δόξαζε το Θεό, για τά λαμπρά καί θαυμάσια ἔργα Του( Λουκ.ιγ΄17), ἐνῶ οἱ κάκιστοι, οἱ ὑποκριτές Φαρισαῖοι ἔγιναν ἔξω φρενῶν, κυριεύθησαν ἀπό τόν ἄρχοντα τοῦ σκότους καί μέ θολωμένο τό  μυαλό σκέπτονταν πῶς νά τιμωρήσουν τόν Εὐεργέτη(Λουκ. στ΄11).Εἶναι καιρός νά κατανοήσουμε ὅλοι ὅτι ὁ Πανάγιος Θεός Βδελύσεται τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία καί νά ἀποφεύγουμε τά βλαστήματα αὐτά τοῦ Ἐγωϊσμοῦ και τῆς ἀλαζονίας, πού «σωρεύουν στή ζωή μας συμφορές». Νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό. Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι εἶναι ἡ  Μόνη Ἀλήθεια, ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι μόνον κοντά στό Χριστό, θά βροῦμε γαλήνη καί ἀνάπαυσι στήν ψυχή μας καί θά νοιώσουμε ἀσφαλεῖς, ἐάν ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του καί τό   κάνουμε «Πρᾶξι» στήν  καθημερινή μας ζωή.  Νά ἐγκολπωθοῦμε τήν ΑΛΗΘΕΙΑΝ, τόν ΧΡΙΣΤΟΝ καί νά περιπατοῦμεν ἐν ἀγάπῃ, ἀκολουθοῦντες τά ματωμένα χνάρια τοῦ Χριστοῦ ( Ἐφεσ. ε΄1ἑξ.). Καί εἶναι καιρός νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, νά καθαρίσουμε τήν καρδιά μας ἀπό τή λάσπη τῆς Ψευτιᾶς και τῆς ὑποκρισίας καί ζῶντες εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, νά ἐπιτελοῦμεν Ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ, ὥστε, με τη Χάρι τοῦ Θεοῦ, να ἀξιωθοῦμε τῆς ἐκ δεξιῶν Αὐτοῦ παραστάσεως μετά τῶν δικαίων καί τῶν Ἁγίων, ὑμνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν Θεόν, και να χαροῦμε την ἀδιατάρακτον διά Θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν εἰς τήν ἡτοιμασμένην ἡμῖν Βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου. ΑΜΗΝ.





Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

«ΕΚ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΝΙΟΥ ΕΚΠΟΡΕΥΕΤΑΙ»,



                           
«ΠΟΤΑΜΟΣ ΥΔΑΤΟΣ ΖΩΗΣ,

ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ»

 

«Ποταμός  Ὕδατος ζωῆς ἐκπορεύεται ἀπό τό Θρόνο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. κβ΄ 1ἑξ.). Εἶναι σύμβολον ὅλων τῶν δωρεῶν τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ὅποιος προσέρχεται,  νά ξαποστάσῃ κι’ ἀνάπαυσι ψυχῆς νά βρῇ, ἄν ἔχῃ καθαρή καρδιά καί Πίστι θερμή, σίγουρα λαμβάνει ὕδωρ ζωῆς δωρεάν, γεύεται τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω καί ὀ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν»(Ἀποκ.κβ΄17). Πίνει τό ζωντανό νερό,  δέν ξαναδιψᾶ. Εἶναι μακάριος. Τό ὕδωρ τό ζῶν γίνεται μέσα του πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» ( Ἰωάν. δ΄14).

Ἄν κανείς τολμήσῃ καί προσεγγίσῃ, μέ πονηρόν τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς, με θολωμένο τόν  νοῦν, μέ ἀκάθαρτη καρδιά, δέν λαμβάνει, ἀποκρούει τή Χάρι. Πρῶτα πρέπει νά καθαρίσῃ τή λάσπη ἀπ’ τήν ψυχή του, γιά νά γίνῃ δεκτικός τῆς Χάριτος καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ.

Ἄν κανείς ψάχνει νά βρῆ λάσπη εἰς τόν ποταμόν ὕδατος ζωῆς, παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, μάταια ψάχνει, λάσπη δέν θά βρῇ. Μόνον διαυγῆ, κρυστάλλινα, «νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα»(Διον. Σολωμός) ἀσφαλῶς, θά βρῇ σ’ αὐτόν  ἐδῶ τόν ἅγιον  Ποταμόν ὕδατος ζωῆς, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Θρόνον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀρνίου καί ποτίζει και δροσίζει και ζωοποιεῖ τίς ψυχές τῶν ταπεινῶν, τῶν πιστῶν καί καθαρῶν τῇ καρδίᾳ.

Ἡ Χάρις τοῦ Παντάνακτος Θεοῦ μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα: «Ἔξελθε ὁ λαός μου ἀπό τη Βαβυλῶνα» ( Ἀποκ. ιη΄4), λέγει ὁ Κύριος. Διακόψτε κάθε σχέσι καί κοινωνία, με τούς ἀμετανοήτους Βαβυλωνίους. Καθαρίστε τή λάσπη ἀπό τήν ψυχή σας. «Ἀκολουθήσατε τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ» (Ἀποκ. ιδ΄4) καί τότε, ἀσφαλῶς, θά λάβετε ὕδωρ ζωῆς δωρεάνΒγές, λοιπόν, ψυχή μου, γρήγορα μεσ’ ἀπό τή σαπίλα.

Καθάρισε τήν καρδιά σου ἀπό τή λάσπη. Γίνου ἄγρυπνος καί προσεκτικός. Κόψε κάθε πονηρό δεσμό. Κάψε τἄχυρα τῶν ἔργων σου. Ἄφησε τά ἔργα τῆς Παραφροσύνης. Παρακάθισε νοερά, ὡς ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, παρά τούς πόδας τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ.

Ἄκουε προσεκτικά, μέρα καί νύχτα μελέτα, ψέλλιζε τόν πανάγιο λόγο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ μόνη καθαρή τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἴαμα, θεραπεία. Παρακάθισε παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων.  Σίγουρα ἐδῶ θά βρῇς τόν «ἐπί τῆς οὐσίας ἄρτον», τόν ἄρτον τῆς ζωῆς τόν ἀληθινόν, τόν ἄρτον τοῦ Θεοῦ, πού διαφέρει ἀπό τό καθημερινό ψωμί. «Ὁ γάρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ», πραγματικά, εἶναι ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ και ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ» ( Ἰωάν. στ΄33).

ΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ νά  ἀφήσουμε τίς ψεύτικες τοῦ κόσμου τές ἀγάπες και να ἀκούσουμε τή γλυκειά φωνή τοῦ παναγίου Πνεύματος, πού μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε ἀπό τά Βαβυλῶνα. Καιρός εἶναι νά διακόψουμε κάθε σχέσι καί κάθε κοινωνία, μέ τούς Χλευαστές, τούς ἀσεβεῖς, τούς ἀμετανοήτους, καί γενικά νά κόψουμε κάθε δεσμό, μέ τήν ἁμαρτία καί νά καταλάβουμε καλά ὅτι, πράγματι, μακάριος ἀνήρ, ἄνθρωπος πανευτυχής εἶναι μόνον ὅποιος ἀνοίγει τήν ψυχή του στό Χριστό, πού εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἐκεῖνος πού ἐγκολπώνεται τό ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού μελετᾶ μέρα καί νύχτα τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί τόν  κάνει «Πρᾶξι» στήν καθημερινή του ζωή. Αὐτός, ὅπως λέγει ὁ Δαυῒδ, ὁμοιάζει μέ τό δένδρο, πού εἶναι φυτεμένο παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, πού ἔχει ριζώσει στις ὄχθες τοῦ ποταμοῦ  Ὕδατος Ζωῆς, εἶναι ἀειθαλές καί ἀποδίδει τούς καρπούς του στόν κατάλληλο καιρό. Αὐτός ἀποδίδει τούς εὔχυμους καρπούς τοῦ παναγίου Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλάτ. ε΄22-23). Ὁ Παρακαθήμενος παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὁ πραγματικά μακάριος, ὀ πανευτυχής. Αὐτός ἐκπέμπει Χάρι, θεϊκή εὐωδία, ἀκτινοβολεῖ ἐνέργεια τοῦ παναγίου καί ζωοποιοῦ Πνεύματος. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του καί τά ἔργα του κατευοδοῦνται, διότι εὐλογοῦνται ἀπό τόν Θεόν: «Chi jodea Sabaoth derech tsadikim vederech Ressaim tobeth» ( Ψαλμ. α΄6Δηλαδή: « Ὅτι γινώσκει Κύριος  ὁδόν δικαίων καί ὁδός  ἀσεβῶν ἀπολεῖται». Ὁ πιστός, πού μελετᾶ ἀδιάκοπα τό λόγο τοῦ Θεοῦ, στεκεται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» καί συνομιλεῖ,  μέ  τό Θεό καί δέχεται τό ὕδωρ τό ζῶν, ἐκ τοῦ ποταμοῦ Ὕδατος Ζωῆς, πού ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ και τοῦ ἀρνίου, δωρεάν καί εἶναι μακάριος. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστός μακαρίζει ὅλους ἐκείνους, πού  ἀκοῦνε καί μελετοῦν το λόγο Του  καί τόν κάνουν «Πρᾶξι» στήν καθημερινή τους ζωή (Λουκ. ια΄28) καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι οἱ ἀσεβεῖς θά δέν θά σταθοῦν ὄρθιοι τήν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως (Ψαλμ. α΄4-5), ἐνῶ «τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ  Ἥλιος ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ πατρός αὐτῶν. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω»(Ματθ. ιγ΄43).  



Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

Η ΔΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ΕΙΚΟΝΑ». Η ΚΑΤΑΛΛΑΓΗ, Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΙΣ, Η ΕΙΡΗΝΕΥΣΙΣ.


H ΠΤΩΣΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΛΑΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΛΑΖΟΝΙΑΣ. 

Η ΦΘΟΡΑ ΤΟΥ·«ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ».

Πάνσοφος Δημιουργός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, ἔπλασε τον ἄνθρωπον «κατ’εἰκόνα καί  καθ’ὁμοίωσιν Αὐτοῦ». «’Ενεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν». «Φυτεύει παράδεισον καί ἐγκαθιστᾶ τόν ἄνθρωπον εἰς τόν Παράδεισον τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι αὐτόν και φυλάσσειν» (Γενέσ. α΄26. β΄7-8,15).  ΘΕΛΕΙ ὁ Πανάγαθος τά πλάσματά Του να μένουν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἑνωμένα μαζί Του. Μᾶς θέλει κοντά Του. ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ εἶναι νά  ἐργάζεται ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Παράδεισον καί νά τόν φυλάσσῃ. Δηλαδή νά διατηρῇ καί νά διαφυλάττῃ τή σχέσι καί κοινωνία του, μέ τόν Δημιουργόν καί  Εὐεργέτην του, νά παραμένῃ στή θέσι του «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», ὁδεύων, μέ τή  θέλησί του ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ὁμοίωσιν». Αὑτός εἶναι ὁ Παράδεισος καί ἡ ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου σ’ αὐτόν: Νά  τηρῇ, μέ τή θέλησί του, τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά παραμένῃ ἐν τῇ ἀγάπῃ, κοντά στό Θεό καί διά τῆς τηρήσεως τοῦ Θελήματος τοῦ Θεοῦ νά φθάσῃ ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ὁμοίωσιν», καί ἀπό «δυνάμει θεός», νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ θεός». Ὡς Πανάγαθος καί στοργικός Πατέρας διδάσκει τά πλάσματά Του, τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον θά ἐργάζωνται καί θά φυλάσσουν τόν Παράδεισον τῆς τρυφῆς, πῶς δηλαδή, θά φυλάσσουν τή σχέσι, τήν κοινωνία καί συνομιλία  τους, μέ τόν Θεόν: Τούς ἔδωκε τήν ΕΝΤΟΛΗΝ. Ἡ ἐργασία τους εἰς τόν  παράδεισον συνίσταται εἰς τήν τήρησι τοῦ Θελήματος τοῦ Θεοῦ, εἰς τήν τήρησι τῆς Ἐντολῆς, διά τῆς ὁποίας μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, μέ τή θέλησί του, νά φθάσῃ ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ὁμοίωσιν», νά γίνῃ θεός κατά χάριν. Ὁ Θεός θέλει νά μένουμε ἐν τῇ ἀγάπῃ, μέ τή θέλησί μας. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Ἡ  Ὑπακοή εἰς τήν Ἐντολήν εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Δημιουργόν. Διά τῆς Ὑπακοῆς μένομεν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ και ὁ Θεός μένει μαζί μας, «ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, και ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει και ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄16).Αὐτός εἶναι ὁ Παράδεισος καί διά τῆς ἀγάπης διαφυλάσσεται.

Ὁ Προφήτης Δαυῒδ διαπιστώνει ὅτι ἀπό τόν πρωτόπλαστον καί μέχρι σήμερα ὁ «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ.48, 13,21). Δεν κατενόησε τήν τιμήν τοῦ· «κατ’ εἰκόνα», κυριεύεται  ἀπό τόν Ἑωσφορισμό, ἀπό τόν Ἐγωϊσμό καί τήν ἀλαζονία. Καί, διά τῆς Παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς, τότε καί σήμερα, ἐγκαταλείπουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεόν, Πηγήν  Ὕδατος Ζωῆς», χωρίζονται ἀπό τόν Θεόν τῆς Ἀγάπης, ἀφήνουν ἀφύλακτες τίς Θυρίδες, καί μπαίνει ὁ Διάολος μέσα τους, «ἐγκαταλείπουν τόν Θεόν καί Δημιουργόν τους, τήν Πηγήν Ὕδατος Ζωῆς,  ἀπομακρύνονται καί ὀρύσσουν  ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» ( Ἱερεμ. β΄13). Εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀπομακρύνσεως περιπίπτουν εἰς τούς ληστάς-Δαίμονας, στά βρωμερά τους πάθη.  Κυριεύονται  ἀπό τόν  Ἐγωϊσμόν καί  τά βλαστήματα τῆς ἀλαζονίας τους. Ξεπέφτουν εἰς τήν θέσιν τῶν ἀνοήτων κτηνῶν, συμπεριφέρονται σάν ἄλογα κτήνη, καί πεθαίνουν σάν κτήνη. Ὁ Παῦλος λέγει ὅτι «ἤλλαξαν τήν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καί πετεινῶν καί τετραπόδων καί ἑρπετῶν… Παραδόθηκαν πράγματι εἰς Πάθη ἀτιμίας. Λατρεύουν  τήν κτίσιν, ἀντί νά σέβωνται καί νά λατρεύουν  τόν Δημιουργόν καί Κτίστην τῶν ἀπάντων, και, χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, ἔτσι κυριεύονται ἀπό κάθε εἶδος ἁμαρτίας, ἀπό πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν, εἶναι γεμᾶτοι ἀπό φθόνον, φόνον, φιλονικίαν, δόλον,  κακοτροπίαν, κακοήθειαν, εἶναι ψιθυριστές, συκοφάντες, ἐχθροί τοῦ Θεοῦ, ὑβριστές, ὑπερήφανοι, ἀλαζόνες. ἐφευρέτες κακῶν, ἀπειθεῖς εἰς τούς γονεῖς, ἀνόητοι, ἄστατοι, ἄστοργοι, σκληροί, ἀνελεήμονες και ὄχι μόνον δεν τηροῦν τόν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἐπιδοκιμάζουν αὐτούς, πού παραβαίνουν τόν νόμον»(πρβλ. Ρωμ. α΄ 18-β΄32).

Χωρισμένοι ἀπό τόν Θεόν, ἔχασαν τήν εἰρήνην τους, μέ τόν Θεόν, ἔχασαν τήν ψυχική τους γαλήνην καί ἡρεμίαν καί τήν εἰρήνην τους, μέ τούς ἀλλους ἀνθρώπους. Δέν εἰρηνεύουν.  Εἶναι διαρκῶς ταραγμένοι καί προσπαθεῖ νά κατασπαράξῃ ὀ ἕνας τόν ἄλλον, «στρέφει ὁ Μανασσής καί τρώγει τίς σάρκες του, κατεσθίει τόν ἀδελφόν του». Ἀνάβουν παντοῦ φωτιές, πολεμοῦν ὁ Ἕνας τόν Ἄλλον καί σωρεύουν παντοῦ συμφορές, ὀδύνη, πόνον καί Θάνατον.

Ἡ ἀνθρωπότης, χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, κατάκειται ἡμιθανής ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου καί περιμένει, μέ λαχτάρα, Ἕναν ΛΥΤΡΩΤΗΝ.

Ὁ ΠΑΝΑΓΑΘΟΣ ἀπό τά ὕψη τῆς Δόξης Του βλέπει τήν  κατάντια μας καί ἔρχεται κοντά μας καί μᾶς καλεῖ να ἐπιστρέψουμε, ἄν θέλουμε, κοντά Του, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐπανεύρωμεν τήν ψυχική μας γαλήνη, νά βροῦμε ἀνάπαυσιν καί νά νοιώσουμε κοντά Του ἀσφαλεῖς. Δέν μᾶς ἐξανάγκάζει. Ἔρχεται κοντά μας, «ὡς αὔρα λεπτή». Πλησιάζει τήν τρεμοσβύνουσαν λυχνίαν καί ρίχνει λάδι καί τῆς δίνει ζωήν, λέγει ὁ προφήτης Ἡσαῒας. Πλησιάζει τό τσακισμένο καλάμι καί τό περιδένει καί τό στηρίζει καί τοῦ δίνει ζωή. Ἔρχεται ἀθόρυβα καί σπογγίζει τά δάκρυά μας. Ἁπαλύνει τόν πόνον μας, θεραπεύει τίς Πληγές μας. Μᾶς χαρίζει  ζωήν καί Ἀνάστασιν. «Σέ κείνους, πού Τόν δέχονται καί πιστεύουν στό  Ὄνομά Του δίδει τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι»(Ἰωάν. α΄12).


Ἔρχεται ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί «κρούει τήν Θύραν» καί περιμένει νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας νά κατασκηνώσῃ. Ἔρχεται,
λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός,     « ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι». Ἔρχεται καί γίνεται, σέ ὅλους ἐμᾶς, Τύπος καί Ὑπογραμμός,  Ὑπόδειγμα Ὑπακοῆς εἰς τό ΘΕΙΟΝ ΘΕΛΗΜΑ. Γίνεται «»υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ  Σταυροῦ, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Φιλιπ. β΄6-11. Ἰωάν. γ΄15,16). ΠΑΣΧΕΙ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά μᾶς, ὁ γλυκύτατος Ἱησοῦς «ὑπολιμπάνων ἡμῖν Ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. β΄21). Ἔρχεται καί μέ τό πανάγιον Αἷμα Του, μᾶς συμφιλιώνει, μᾶς καταλλάσσει μέ τόν Θεόν καί μεταξύ μας.  Ἡ καταλλαγή, ἡ συμφιλίωσις, ἡ εἰρήνευσις εἶναι δωρεά τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι «δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον ἐκ τοῦ πατρός τῶν φώτων»( Ἰακ. α΄17). Ὁ Κύριος λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός και ἡ Ἀλήθεια καί ἡ ζωή» Συνεπῶς: «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ» ( Ἰωάν. ιδ΄6). Μόνον ὁ Χριστός, μέ τή Σταυρική Του Θυσία, μᾶς συμφιλιώνει καί μᾶς ἑνώνει μέ τόν Πατέρα.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός  εἶναι ἡ ζωή μας (Κολος.γ΄4), Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι καί ἡ εἰρήνη μας» ( Ἐφεσ.  β΄14). Καί ἐξηγεῖ: Ὁ Χριστός ἕνωσε τούς δύο Λαούς, τόν Ἰουδαϊσμόν καί τόν Ἐθνισμόν, σέ  Ἕνα. Αὐτός  ἔλυσε τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, δηλαδή τήν ἔχθραν, πού χώριζε τούς Ἰουδαίους ἀπό τούς Εἰδωλολάτρες.  Μέ τή Σταυρική Του Θυσία, μέ τό Αἷμα Του, γκρέμισε το φραγμό καί διέλυσε τήν ἔχθραν, πού χώριζε τούς δύο Λαούς, τούς ἕνωσε μαζί Του, τούς συμφιλίωσε, γιά νά δημιουργήσῃ εἰς τόν ἑαυτόν Του, ἀπό τά δύο μέρη Ἕνα Νέον ἄνθρωπον. Μέ τή Θυσία Του ἕνωσε μαζί Του ὅλους τούς ἀνθρώπους. ΣΤΑΥΡΩΘΗΚΕ «ἵνα  τούς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην, καί ἀποκαταλλάξῃ τούς ἀμφοτέρους ἐν ἑνί σώματι τῷ Θεῷ διά τοῦ Σταυροῦ, ἀποκτείνας τήν ἔχθραν ἐν ἑαυτῷ» ( Ἐφεσ. β΄14-16). Ἔφερε σέ ὅλους τήν εἰρήνην. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός συμφιλιώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν Πατέρα. Εἴμαστε δικό Του ἔργο. Δημιουργηθήκαμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, γιά ἔργα ἀγαθά, τά ὁποῖα ὁ Θεός προετοίμασε, γιά νά ἀποτελέσουν τόν τρόπον τῆς ζωῆς μας ( Ἐφεσ. β΄10). Ὁ Χριστός μᾶς σώζει. Μᾶς συμφιλιώνει καί μᾶς ἑνώνει μέ τόν Πατέρα καί μᾶς διδάσκει καί  τόν τρόπον, τό Πῶς, νά μένουμε ἑνωμένοι μέ τόν Πατέρα ἐν τῇ ἀγάπῃ καί Πῶς νά διαφυλάσσουμε στή ζωή μας «τήν εἰρήνην τοῦ Θεοῦ τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν», γιά νά φρουρῇ τίς καρδιές καί τίς σκέψεις  μας» (Φιλιπ. δ΄7).

Προϋπόθεσις εἶναι νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά πιστέψουμε στό Ὄνομά Του καί νά κάνουμε «Πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι δέν σωζόμαστε  ἀπό τά ἔργα μας. «Τῇ γάρ χάριτι ἐσμέν σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως. Καί τοῦτο οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τό δῶρον· οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται…»( Ἐφεσ. β΄8-9). Σημειωτέον δέ ὅτι ὁ Κύριος ζητεῖ ἀπό τούς Μαθητάς του νά ἔχουν ταπείνωσι, βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καί λέγει:

« Ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμεν, ὅτι ὅ ὀφείλομεν ποιῆσαι  πεποιήκαμεν»(Λουκ. ιζ΄ 10) Καί πραγματικά εἴμαστε ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐμπρός εἰς τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ  Χρέους πού ἔχομαι πρός Αὐτόν. Ὀφείλουμε δέ νά λατρεύωμεν τόν Χριστόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ. 

Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας καί χαρίζει τήν εἰρήνην Του  εἰς τούς ταπεινούς καί καθαρούς τῇ καρδίᾳ καί μᾶς θεωρεῖ φίλους Του ὅταν τηροῦμε τάς Ἐντολάς :«Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ, ἐάν ποιεῖτε ὅσα  ἐγώ ἐντέλλομαι  ὑμῖν» ( Ἰωάν. ιε΄14) καί φίλοι εἶναι ἀσφαλῶς «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ». Οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ,  ἀναλογίζονται τό ὕψος, τό βάθος καί τό μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ, και προσπαθοῦν με τη Χάρι Του να Τόν ὑμνοῦν καί νά Τόν δοξάζουν, λόγῳ και ἔργῳ.

Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τόν Ἑωσφορισμό καί ἀπό τά βλαστήματα τῆς ἀλαζονίας καί γιά νά ἀναπλάσσῃ το ἀμαυρωμένο καί ἀχρειωμένο ἀπό τά Πάθη και τίς κακίες μας «κατ’εἰκόνα» καί για νά μᾶς συμφιλιώσῃ καί νά μᾶς ἑνώσῃ με τόν Οὐράνιον Πατέρα καί μεταξύ μας, ἔγινε ταπεινός ἄνθρωπος καί  ΣΤΑΥΡΩΘΙΗΚΕ, γιά μᾶς. Καί μέ τή ΘΥΣΙΑ  ΤΟΥ μᾶς χάρισε «τήν Εἰρήνην τοῦ Θεοῦ τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν» (Φιλιπ. δ΄7),τήν ὁποίαν χάσαμε διά τῆς παρακοῆς καί ἀφήκαμε νά μπῆ ὁ Διάολος μέσα μας, μέ τραγικές συνέπειες: τήν ἔχθρα, τή διχόνοια, τόν ἀλληλοσπαραγμό, τήν Ὁδύνη, τόν Πόνο καί τό Θάνατο. Ἔγινε ἡ ζωή μας κόλασις. Ἐνεπάγημεν «εἰς ἰλύν βυθοῦ», φθάσαμε στήν ἐσχάτην ἐξαθλίωσιν. Χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, μᾶς πῆρε ὁ διάολος καί μᾶς σήκωσε. «Δέσμιοι τῆς γῆς», ἡμιθανεῖς στενάζουμε, κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Καί  ἔρχεται ὁ ΛΥΤΡΩΤΗΣ κοντά μας, ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης, ὁ Πρῶτος εἰρηνοποιός, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό ΒΟΡΒΟΡΟ καί  νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς Πηγάς ὑδάτων», καί μᾶς χαρίζει τήν εἰρήνη Του, πού εἶναι ἡ τελειότερη ἀπό  τίς ΕΥΛΟΓΙΕΣ, πού «ὁ Θεός τῆς εἰρήνης» (Ρωμ.ιε΄33. ιστ΄20. Α΄Κορινθ. ε΄23. Ἑβρ. ιγ΄ 20.Β΄ Θεσσαλ. γ΄16) χαρίζει στόν καθαρόν τῇ καρδίᾳ πιστόν.

Θά πρέπει να σημειώσω ἐδῶ ὅτι ὁ Χριστός μέ τό Αἷμα Του καθαρίζει καί ἀναπλάσσει τήν ἑαυτοῦ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι. Τό «κατ’ εἰκόνα» ἐφθάρη, ἀμαυρώθηκε, διά τῆς παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς και τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεόν, καθαρίζεται δε και ἀναπλάσσεται διά τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνάπλασις τοῦ «κατ’εἰκόνα» ἐπιφέρει, διά τοῦ Αἵματος Αὐτοῦ, τήν καταλλαγήν, τήν  συμφιλίωσιν  καί τήν   εἰρήνευσιν, μέ τόν Θεόν.  Ἡ εἰρήνη μέ τόν Θεόν χαρίζει στόν ἄνθρωπον τήν ψυχική γαλήνη. Ἡ εἰρήνη εἶναι ἁρμονία δυνάμεων. Δέν εἶναι σύγκρουσις. Οἱ ἐσωτερικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς ( Νοητικό, Βουλητικό καί συναισθηματικό), δέν ἔχουν πόλεμο, δηλαδή δέν συγκρούονται μεταξύ τους, ἀλλά βρίσκονται σέ ἁρμονική σχέσι, εἰρηνεύουν. Κι’ αὐτό συμβαίνει, γιατί ὁ Νοῦς, ἡ βούλησις καί τό συναίσθημα, συνεργάζονται «ἐπιτελεῖν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Αὐτή ἡ ἐσωτερική γαλήνη εἶναι συνέπεια τῆς  εἰρήνης μέ τόν Θεόν. Εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ πρός τόν πιστόν (Ρωμ. α΄7.Α΄Κορινθ. α΄3. Γαλάτ.α΄3 κλπ.). Συνέπεια δε τῆς ψυχικῆς γαλήνης καί ἠρεμίας τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ εἰρήνη του, με τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ἡ εἰρήνη εἶναι τελεία τάξις καί ἁρμονία. Ἡ ἀσυμφωνία, ἡ διαφωνία, ἡ διχόνοια, ἡ ἔρις, ἡ φιλονικία, ἡ ταραχή, ἡ δυσαρμονία, ἡ ἔχθρα, ὁ πόλεμος, εἶναι συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, τῆς Παραβάσεως τῶν Ἐντολῶν. Αὐτή δέ ἡ παράβασις, ἡ ἁμαρτία, διαταράσσει τήν Τάξιν, τήν Ἁρμονίαν καί τήν Ἰσορροπίαν τοῦ ὑλικοῦ και τοῦ πνευματικοῦ Σύμπαντος. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀνομία. Εἶναι Παρακοή εἰς τούς αἰωνίους και ἀναλλοιώτους Νόμους τοῦ Πανσόφου Θεοῦ, τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ Σύμπαντος, συνέπεια τῆς κακῆς χρήσεως τοῦ Νοῦ καί τῆς ἐλευθέρας Βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἕρχεται ὁ Χριστός καί ἐνσαρκώνει την ἄκραν Ταπείνωσιν καί τήν τελείαν Ἀγάπην. Γίνεται Τύπος καί Ὑπογαμμός, ζωντανό Παράδειγμα Ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ» καί μᾶς καλεῖ νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι», γιά νά διαφυλάξουμε, στήν ψυχή καί τή ζωή μας, τήν εἰρήνην Του, τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν, πού μᾶς κρατάει ἑνωμένους μέ  τόν Θεόν καί μεταξύ μας και μᾶς χαρίζει τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.  

Ὁ Απόστολος Παῦλος, ὁ Πρῶτος μετά τον ΕΝΑ, μᾶς προτρέπει νά προσέχουμε καί νά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας πᾶσαν ΚΑΚΙΑΝ, νά σκοτώσουμε τόν Ὄφιν πού φωλιάζει μέσα μας καί μᾶς θανατώνει. Νά ξεριζώσουμε τόν Ἐγωϊσμό καί τά βλαστήματα τῆς ἀλαζονίας, καί ὑμνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν μας, τόν Κύριόν μας, τόνἸησοῦν Χριστόν, νά Τόν λατρεύωμεν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ, «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». «Τό λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἅ καί ἐμάθετε καί παρελάβετε και ἠκούσατε και εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΕΣΤΑΙ ΜΑΘ’ ΥΜΩΝ» (Φιλιπ. δ΄8-9).




 

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

«ΤΑΣ ΕΝΤΟΛΑΣ ΠΑΣΑΣ ΕΦΥΛΑΞΑΜΗΝ ΕΚ ΝΕΟΤΗΤΟΣ ΜΟΥ· ΤΙ ΕΤΙ ΥΣΤΕΡΩ;» (Ματθ.ιθ΄20. Μάρκ. ι΄20).

       «ΕΤΙ   ἝΝ  ΣΟΙ ΛΕΙΠΕΙ (Λουκ. ιη΄ 22).

 

«Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τά ὐπάρχοντα, πάντα ὅσα ἔχεις, και δός πτωχοῖς, και ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ, καί δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Ματθ. ιθ΄21. Μάρκ. ι΄21.Λουκ.ιη΄22).

 

νας πλούσιος Ἑβραῖος νεανίσκος, πιστός καί εὐσεβής πλησιάζει τόν Κύριο, ὄχι, γιά νά Τόν πειράξῃ, ὅπως ὁ  νομικός, ἀλλά, μέ διακαῆ πόθο, μέ λαχτάρα, νά μάθῃ ἀπό τόν Μεγάλο Διδάσκαλο καί νά σωθῇ(Ματθ. ιθ΄16-26. Μάρκ. ι΄17-31. Λουκ. 18-27). Θέλει νά βρῇ τόν  δρόμον του, τόν  δρόμον πρός τήν αἰώνιον ζωήν. Πλησιάζει, μέ σεβασμό τόν Κύριον καί  Τόν  ἐρωτᾷ: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθόν ποιήσω ἵνα ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;» Διδάσκαλέ μου ἀγαθέ, τί πρέπει νά κάμω, για να κληρονομήσω τήν αἰώνιον ζωήν;

Ὁ Κύριος, ὡς Καρδιογνώστης γνωρίζει τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς ὅλων μας καί τά κρύφια τῆς καρδίας τοῦ νεανίσκου. Καί πρῶτα ἀπό ὅλα ἐξηγεῖ εἰς τόν νεανίσκον καί τοῦ λέγει: Παιδί μου, ἀφοῦ ἀπευθύνεσαι Σέ Μένα, μέ  τήν ἰδέα ὅτι εἶμαι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, γιατί μέ ἀποκαλεῖς «Ἀγαθόν»; Μάθε, λοιπόν, πρῶτα ἀπό ὅλα ὅτι, «Οὐδείς Ἀγαθός εἰ μή εἷς ὁ Θεός». Μέ τήν διαβεβαίωσιν αὐτήν,  Κύριος, ὁ Ὁποῖος μᾶς διδάσκει, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθ. ζ΄29), μᾶς φέρει σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μας καί μᾶς τονίζει ὅτι «Οὐδείς καθαρός ἀπό ῥύπου, ἔστω καί ἄν εἶναι  μιά μέρα ἡ ζωή αὐτοῦ ἐπί τῆς γῆς»(Ἰώβ 14,4-5). Κανείς, ἀπολύτως κανείς ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀπό τόν ἑαυτόν του καθαρός καί πραγματικά ἀγαθός, παρά μονάχα  Ἕνας, ὁ Θεός. Καί λέγει ὁ  Κύριος  εἰς τόν Νεανίσκον: «Ἐάν, λοιπόν, Παιδί μου,  θέλῃς πραγματικά νά  εἰσέλθῃς εἰς την  Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί  νά κληρονομήσῃς τήν αἰώνιον ζωήν, τήρησε τάς Ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. Μάθε δε ὅτι οἱ Ἐντολές τοῦ Θεοῦ εἶναι: τό Οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα σου καί  τή μητέρα σου, μή ἐπιθυμίσεις  ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστίν(Λουκ.ιη΄20) καί ἀγαπήσεις τον πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. ιθ΄19). Σημειωτέον δέ ὅτι  ἡ τήρησις τῶν Ἐντολῶν τῆς Ἀγάπης εἶναι ἀπόδειξις τῆς τελείας ἀγάπης μας εἰς τόν Θεόν καί  τόν πλησίον. Ὅταν ὁ νεανίσκος ἄκουσε τήν ὑπόδειξι τοῦ Κυρίου εἶπε: «Κύριε ὅλα αὐτά τά ἐτήρησα ἀπό τήν τρυφερή μου ἀκόμη ἡλικία· Τί ἔτι ὑστερῶ; (Τί μοῦ λείπει ἀκόμη;). Νόμιζε ὁ Νέος ὅτι τηροῦσε τίς Ἐντολές σωστά, ἀλλά δέν εἶχε, πραφανῶς, διδαχθῆ Ποιά εἶναι καί Πῶς  ἐφαρμόζεται ἡ προς τον πλησίον ἀγάπη. Γι’ αὐτό τόλμησε  και εἶπε ὅτι «ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;»( Τί μοῦ λείπει ἀκόμη;).

Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος ἀναφέρει ὅτι, ὅταν ὁ Κύριος ἄκουσε τήν ἀπόκρισι τοῦ Νέου, τόν κοίταξε, μέ πολύ ἐνδιαφέρον, «ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν», τόν συμπάθησε  καί, με τρυφερότητα και ἀγάπη τοῦ εἶπε: «Ἔτι ἕν σοι λείπει·  εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα, πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καί διάδος πτωχοῖς, καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ, καί δεῦρο ἀκολούθει μοι, ἄρας τον σταυρόν σου» (Ματθ.ιθ΄21.Μάρκ.ι΄21. Λουκ. ιη΄22). Ὁ Νέος εἶναι εὐσεβής, δίκαιος, τηρεῖ τά τυπικά. Δεν κλέβει, δέν ἀδικεῖ κλπ., ἀλλά εἶναι προσκωλημένος, καθηλωμένος στή γῆ καί τά γήϊνα. Εἶναι «δέσμιος τῆς γῆς». Δίνει τήν ψυχή του στόν ὑλικό πλοῦτο. Νομίζει ὅτι θά ζήσῃ αἰώνια στη γῆ. Θεωρεῖ τά ὑλικά ἀγαθά, τόν πλοῦτο δικό του.                    «Ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα». «Ἦν γάρ ἔχων κτήματα πολλά».  Ὁ Χριστός, γνωρίζει τή λαχτάρα τοῦ Νέου, για τη ζωή καί τοῦ λέγει: «Ὕπαγε πάντα ὅσα ἔχεις  πώλησον καί Διάδος πτωχοῖς. Ἐλευθέρωσε την ψυχή σου ἀπό τά δεσμά τῆς  Ὕλης. Πολλαπλασίασε τά τάλαντα, πού σοῦ ἔδωσα, καί μοίρασέ τα σ’ αὐτούς, πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Αὐτή εἶναι ἡ σημασία τοῦ «πώλησον» καί «διάδος πτωχοῖς». Δεν σημαίνει νά ξεφύγῃς ἀπό τό ΧΡΕΟΣ σου νά ἐργασθῃς,  ἀλλά, μέ  τή  δική σου θέλησι, νά ἐργασθῇς καί νά πολλαπλασιάσῃς τά τάλαντα καί νά μοιράσῃς τά κέρδη, σ’ αὐτούς, πού ἔχουν ἀνάγκη καί πού δέν ἔχουν τό  δικό σου χάρισμα. Ἐσένα ἔκρινα ἱκανόν νά διαχειρισθῇς τά ἀγαθά καί νά τά  δώσῃς στούς πτωχούς καί ὄχι νά τά κατακρατήσῃς,γιά τόν Ἑαυτούλη σου. Δέν εἶναι δικά σου.

Ἀκόμη και αὐτή ἡ ψυχή σου, δεν εἶναι δική σου. Ἐγώ σοῦ τή χάρισα, λέγει ὁ Κύριος. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, Παιδί μου, θέλω,  να καταλάβῃς, ὄχι μόνον ἐσύ, ἀλλά, μαζί μέ σένα, ΟΛΟΙ οἱ ἄνθρωποι, νά κατανοήσουν «το βραχύ τῆς ζωῆς» καί τή «ματαιότητα» τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων.  Και πραγματικά. ΟΛΟΙ εἴμαστε Διαχειριστές, Οἰκονόμοι τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ και ὀφείλουμε ὡς Καλοί Οἰκονόμοι να πολλαπλασιάζουμε τά τάλαντα καί προσφέρουμε τά ἀγαθά (ὑλικά καί πνευματικά) σέ κείνους, πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Όλα τά ἀγαθά, τήν Τέχνη καί τήν Ἐπιστήμη καί τά προϊόντα τῆς γῆς νά τά προσφέρουμε, μέ ἁπλοχεριά, στούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ καί ἔτσι νά θησαυρίζουμε Θησαυρούς ἐν Οὐρανῷ. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος πρός τήν αἰώνιον ζωήν. Ἡ ἙΛΕΗΜΟΣΥΝΗ, ἡ «Πρᾶξις» τῆς τέλειας Ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον, εἶναι, ὅπως ἔχουμε πῆ, ὁ Βασικός Ὅρος ἐπιστροφῆς τοῦ πεπτωκότος εἰς τήν «Πατρικήν Ἐστίαν». Μόνον διά τῆς ἁγνῆς Ἀγάπης, στήν πρᾶξι θά μπορέσουμε νά εἰσέλθουμε εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὅλα τά ἀγαθά εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μᾶς ἐμπιστεύεται και μᾶς διορίζει  Οἰκονόμους, Διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν, καί μᾶς καλεῖ, ὅπως ἔχουμε πῆ, νά εἴμαστε Καλοί Οἰκονόμοι. Μᾶς καλεῖ να μοιράζουμε, δίκαια, τόν πλοῦτο, «εἰς τούς πτωχούς, εἰς τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ». Θέλει ὁ Κύριος νά καταλάβῃ, ὄχι μόνον ὁ Νεανίσκος, ἀλλά ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅτι, ἐδῶ σ’ αὐτήν τήν ἄθλια παροικία, εἴμαστε «πάροικοι καί παρεπίδημοι», προσωρινοί, διαβάτες. Νά καταλάβουμε ὅτι γυμνοί ἐρχόμαστε στή γῆ καί γυμνοί ξαναγυρίζουμε σ’ αὐτήν. Φεύγοντας δέν παίρνουμε τίποτε μαζί μας. Ὁ Χριστός γυρεύει νά καίγονται γι’ Αὐτόν καρδιές, ὄχι κεριά και λιβάνια. Θέλει να ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Του, νά χορταίνουμε τόν πεινασμένο, νά κρυφοντύνουμε τόν γυμνόν, νά ἐπισκεπτώμεθα τόν ἄρρωστο καί νά στηρίζουμε κάθε ἐμπερίστατο ἀδελφό, νά  ἀνακουφίζουμε τόν πόνο, νά σπογγίζουμε τά  δάκρυα, νά  θεραπεύουμε «πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ». Αὐτή εἶναι καί ἡ βαθύτερη σημασία τοῦ· «πώλησον και διάδος πτωχοῖς». Δέν σημαίνει νά τά πουλήσουμε ὅλα, νά τά ξεφορτωθοῦμε, καί νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό αὐτά ,για να βροῦμε την ἡσυχία μας.

Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΡΟΣΤΑΖΕΙ νά κοπιάζουμε ἐργαζόμενοι και πολλαπλασιάζοντες τά τάλαντα, εἴτε εἶναι κτήματα πολλά, ὁ πλοῦτος μας, εἴτε χρήματα ἤ τέχνη ἤ ἐπιστήμη. Ἔχουμε ΧΡΕΟΣ να χρησιμοποιοῦμε τόν πλοῦτο μας πρός τό συμφέρον ὅλων, καί ὄχι νά χρησιμοποιοῦμε,  ἐγωϊστικά, τον πλοῦτο, πού μᾶς χάρισε ὁ Θεός, γιά τήν Καλοπέρασί μας. Ὡς Καλοί Οἰκονόμοι ὀφείλουμε νά διαχειριζώμαστε δίκαια, τά ἀγαθά, γιά τήν ἀνακούφισι καί τή θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.


Λέγει, λοιπόν, ὁ Κύριος στόν συμπαθητικό Νεανίσκο, ἀλλά καί στόν καθέναν ἀπό μᾶς: Ἐάν θέλεις νά  εἶσαι τέλειος, ἄξιος νά εἰσέλθῃς εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί νά  κληρονομήσῃς τήν αἰώνιον ζωήν, ὀφείλεις νά περιπατῇς ἐν ἀγάπῃ. Ὀφείλεις νά προσφέρῃς στο Χριστό, δηλαδή, 
στούς ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ «πάντα ὅσα ἔχεις ἀπό τόν Θεόν, τά πλούτη καί ὄχι νά γίνεσαι δοῦλος τοῦ πλούτου, νά καταχρᾶσαι τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, νά τά κρατᾶς, γιά τόν ἑαυτόν σου καί στερῇς τούς ἀδελφούς των ἀναγκαίων ἀγαθῶν. Ζητεῖ ὁ Θεός νά μήν ὑπάρχῃ Κοινωνική Ἀδικία, ἀλλά ἐπικρατῇ Κοινωνική Δικαιοσύνη. Γι’αὐτό ζητεῖ να εἴμαστε ὅλοι Καλοί Οἰκονόμοι τῶν ἀγαθῶν, πού μᾶς χαρίζει. Μᾶς ὑποδεικνύει δέ τήν καθ’ ὑπερβολήν  ὁδόν τῆς ἀγάπης, πού μᾶς φέρει πρός τήν αἰώνιον ζωήν καί λέγει: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν· ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ.κε΄40, 45-46). Μέ αὐτό τό «κλειδί», θά μπορέσουμε νά ἀνοίξουμε τή Θύρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν. Ἀρκεῖ κανείς νά θέλῃ. Ἄν θέλῃ, μπορεῖ νά ἀποχωρισθῇ τή χλιδή καί τόν πλοῦτο.

Ὅταν ὁ Νέος ἄκουσε τήν Ὁδηγία τοῦ Χριστοῦ, « ἀπῆλθε λυπούμενος». Ἡ καρδιά του ἦταν κολλημένη στά κτήματα, στα πλούτη, στη γῆ και τά γήϊνα, τά ὁποῖα κακῶς θεωροῦσε δικά του.  Ὁ Νεανίσκος δέν μπορεῖ νά ἀποχωρισθῇ τή χλιδή καί τόν πλοῦτο καί φεύγει λυπημένος.

Ὅταν ὁ Κύριος  τόν εἶδε νά σκύβῃ τό κεφάλι καί νά φεύγῃ  λυπημένος εἶπε: «Πόσο δύσκολο εἶναι νά ἀποχωρισθοῦν τά πλούτη και να εἰσέλθουν στη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, αὐτοί, πού ἔχουν χρήματα και κτήματα πολλά! Εἷναι εὐκολότερο μιά καμήλα νά περάσῃ ἀπό τη μικρή τρύπα, πού ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρά νά εἰσέλθῃ  ἕνας πλούσιος εἰς τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Ματθ.ιθ΄23-24).

Τότε οἱ ἀκροατές τοῦ Χριστοῦ εἶπαν·  Καί ἀφοῦ εἶναι παραπολύ  δύσκολο νά σωθοῦν οἱ πλούσιοι, τότε ποιός μπορεῖ να σωθῇ; Τότε ὁ Κύριος  ἀπήντησε και εἶπεν ὅτι «Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστίν»( Ματθ. ιθ΄26, Μάρκ. ι΄27.Λουκ. ιη΄27).

Αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀστόχαστοι. Δέν προσέχουμε. Χάνουμε τήν ἐπαφή μας, μέ τήν πραγματικότητα. Καί ὡς Παράφρονες, βυθιζόμαστε «εἰς ἰλύν βυθοῦ». Ἀγαπᾶμε τή ζωή. Θέλουμε νά ζήσουμε αἰώνια. Δέν ξεχωρίζουμε ὅμως την ἀνθρωπίνην, ἀπό την θείαν διάστασιν. Δεν ξεχωρίζουμε τό ὑλικόν, ἀπό τό Πνευματικόν Σύμπαν. Ἀφήνουμε καί φωλιάζει στην ψυχή μας ὁ ἀρχαῖος  Ὄφις, μπαίνει ὁ Διάολος μέσα μας, ὁ Ἑωσφορισμός, ὁ Ἐγωϊσμός καί ἀφήνουμε τό Θεό, καί λατρεύουμε τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα καί τόν Ἑαυτούλη μας. Δέν θέλουμε νά καταλάβουμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκην  ὁ  Ἕνας τον Ἄλλον καί ὅτι δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χωρίς τούς ἄλλους. Ὁ Πάνσοφος Δημιουργός εἶπεν ὅτι «Οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον», καί ἔπλασε τον ἄνθρωπον «κατ’εἰκόνα και καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ». Δημιούργησε τήν Κοινωνίαν τῶν προσώπων, τήν Κοινωνίαν τῶν Ἁγίων. Ἐμεῖς ὅμως δέν κατανοήσαμε καί δέν κατανοοῦμεν τήν τιμήν τοῦ· «κατ’εἰκόνα», καί, ὅπως λέει ὁ Προφήτης, γίναμε χειρότεροι καί ἀπό τά  ἄλογα κτήνη και ζοῦμε σάν κτήνη καί πεθαίνουμε σάν κτήνη. Μεταβάλλουμε τήν Κοινωνίαν τῶν Ἁγίων, δηλαδή, τόν Παράδεισο,  σέ «Χοιροστάσι». Τά ἄλογα ζῶα ἔχουν τό καθένα, ἕνα ἄγριο πάθος, ὁ ἄνθρωπος ὅμως συγκεντρώνει στόν ἑαυτόν του ὅλα μαζί τά ἄγρια πάθη. Ὁ ἕνας προσπαθεῖ νά κατασπαράξῃ τόν ἄλλον. Στρέφει ὁ Μανασσής και τρώγει τίς σάρκες του, κατεσθίει τον ἀδελφόν του. Ἡ Κοινωνία τῶν Προσώπων κατήντησε κοινωνία τῶν προσωπείων. Ἐπικρατεῖ ἡ Ψευτιά και ἡ Ὑποκρισία, πού σωρεύουν συμφορές. Οἱ δυνατοί ἐξουσιάζουν, ἐκμεταλεύονται και κατασπαράσσουν τούς  ἀδυνάτους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ. Πολλές φορές ἀναρωτιέμαι·  Αὐτοί πού κυριεύονται ἀπό τά βρωμερά τους πάθη και καταβασανίζουν τούς συναθρώπους τους, δέν καταλαβαίνουν «τό βραχύ τῆς καί τή ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων»; Δέν συνειδητοποιοῦν ὅτι τά πλούτη καί ὅλα τά ἀνθρώπινα εἶναι σκιᾶς ἀσθενέστερα και ὀνείρων ἀπατηλότερα;

Ταλαίπωροι θνητοί ἄνθρωποι, υἱοί Παραφροσύνης, αὐτή τή νύχτα ἔρχονται και ζητοῦν, ἀπαιτοῦν τήν ψυχή σας οἱ Δαίμονες, πού ὑπηρετεῖτε. Τί κερδίζετε με ὅλα τά ἀστόχαστα καμώματά σας;

Μήπως ἔφθασε ὁ καιρός να περισυλλεγοῦμε, να ἔλθουμε στόν ἑαυτό μας, νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί  νά ἐπιστρέψουμε εἰς την Πηγήν τοῦ Ζῶντος  Ὕδατος, εἰς τόν Ἕναν και Μόνον Ἀληθινόν Θεόν;

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ, νομίζω, νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι διά τῆς Παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς τῆς Ἀγάπης, φθάσαμε εἰς την ἐσχάτην αὐτήν ἀθλιότητα  «εἰς ᾎδου βυθόν».

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ να ἀνοίξουμε την καρδιά μας στο Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωήν, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε, διά τῆς Ὑπακοῆς τῆς Ἐντολῆς τῆς Ἀγάπης, πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον νά εἰσέλθουμε εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ και να κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον Ζωήν και ἐκεῖ, εἰς την ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, νά ὑμνοῦμεν, ἀσιγήτως, τον Κύριον τῆς Δόξης, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.ΑΜΗΝ.


 

  

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ

 


Η ΑΛΗΘΙΝΗ, Η ΓΝΗΣΙΑ ΑΓΑΠΗ.

 

«Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄Κορινθ. ιγ΄1-13),

( Ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί,…» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).

 

«Πρόσεχε σεαυτῷ».

Φύλαξε

τήν ἀγάπη σου ἁγνή.

Μή τήν νοθεύσῃς.

Μή τήν μολέψῃς

Μ’ αἰσθησιακή ἀνοησία,

πού φέρει, ἀναπόφευκτα,

στην παραλυσία.

Φύλαξε

τήν ἀγάπη σου ἁγνή,

γιά νἆναι πάντα σταθερή

καί νά κρατήσ’  αἰώνια.

 

Ἄν  τώρα θέλῃς νά γνωρίσῃς

Τί εἶναι, πραγματικά,

Ἀληθινή, γνήσια ἀγάπη,

Κοίταξε στό Λόφο, στό Λόφο…

ΣΤΟ ΓΟΛΓΟΘΑ!

Στρέψε τό βλέμμα στό Χριστό.

Δές  τόν Ἐσταυρωμένον…




Ἄνοιξε τήν ἀγκαλιά ΤουΠάνω στό Σταυρό, 

γιά νά ἀγκαλιάσῃ ὅλους ἐμᾶς,

τούς ἄμυαλους,

τούς ἀχαρίστους,

καί προσεύχεται,

 γιά μᾶς,

τούς Σταυρωτές Του…

Κοίταξε στό Λόφο,

 καί συλλογήσου…

Συλλογήσου

Τί ἔκαμε ὁ Θεός, για μᾶς

Και ΤΙ ἐμεῖς σέ Κεῖνον..

Τότε, θά μάθης, σίγουρα,

Τί εἶναι γνήσια, ἁγνή,

ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ.

ΔΟΞΑ Τῌ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤῼ,ΛΟΓΕ,

 ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΕΙ ΣΟΥ!