Ο ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ Ο Α΄, Ο ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ.
Ἑκατόν τεσσαράκοντα ἔτη ἔχουν περάσει ἀπό τή Γέννησι τοῦ Μεγάλου Ἡγέτη τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ Μακαριστοῦ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ τοῦ Α ΄.
Υπῆρξε πράγματι Μεγάλη, Ἁγία Μορφή, «δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον, τοῦ Παναγάθου Θεοῦ πρός τήν Ὀρθοδοξία, σέ μιά πολύ δύσκολη Ἐποχή.
Γεννήθηκε 6 Ἀπριλίου τοῦ 1886, στό Βασιλικό Ἰωαννίνων καί ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ καί ἀνεπαύθη ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ, ὁ πράγματι Μέγας ἐν Πατριάρχαις, στίς 7 Ἰουλίου 1972 στήν Κωνσταντινούπολι. Ἀνετράφη ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου. Ἀπό τήν τρυφερή του ἡλικία ἀφιερώθηκε εἰς τόν Θεόν. Πίστεψε εἰς τόν Χριστόν καί ἀφιερώθηκε ψυχῇ τε καί σώματι εἰς τήν Ἐκκλησίαν.
Τόν Δεκέμβριον τοῦ 1922 ἐξελέγη Μητροπολίτης Κερκύρας καί ἐποίμανε τήν Ἐκκλησίαν κατά τρόπον ὑποδειγματικόν καί ἔμεινε εἰς τάς καρδίας τῶν Κερκυραίων ὡς «ὁ Καλός Ποιμήν» καί ὡς «Ἐλεήμων». Θά ἀναφέρω ἐδῶ δύο ἐνδεικτικά παραδείγματα, πού μοῦ διηγήθηκε ὁ ἀδελφικός του φίλος, ὁ ἀείμνηστος δικηγόρος Ἀνδρέας Καρύδης: Μιά φορά κάλεσε ὁ Δεσπότης, σέ γεῦμα τόν Καρύδη, ἀφοῦ τόν ρώτησε τί θέλει νά τοῦ παραθέσῃ στό γεῦμα. Ὁ Καρύδης τοῦ ζήτησε νά τοῦ φτιάξῃ «Παστιτσάδα», δηλαδή Μοσχαρι κοκκινιστό μέ χονδρό μακαρόνι. Πῆγε στό γεῦμα ὁ Ἀνδρέας ὁ Καρύδης καί ἀφοῦ κάθησε στό Τραπέζι εἶδε στά πιάτα τους μερικές ἐλιές καί ἕνα ξερό κομμάτι ψωμί. Τότε ὁ Ἀνδρέας εἶπε στό Δεσπότη: Δεσπότη μου τί ἀστεῖο εἶναι αὐτό; Δέν μοῦ εἶπες...Καί ὁ Ἀθηναγόρας τότε τοῦ εἶπε. Ἀνδρέα μου, συγχώρεσέ με, Αὐτό ἔχω γιά γεῦμα σήμερα. Τί εἶχε συμβῆ; Λίγο πρίν, ἦλθε ἕνας πονεμένος Πατέρας, ἕνας πτωχός, πού δέν εἶχε νά πάρει στά παιδιά οὔτε ἕνα κομμάτι ψωμί, οὐτε λίγο γάλα καί ὀ Δεσπότης τοῦ ἔδωκε τό φαγητό μέ τήν κατσαρόλα, τό ψωμί καί ὅ,τι ἄλλο εἶχε. Καί αὐτό, ὅπως μοῦ εἶπε ὁ Καρύδης, τό ἔκανε πολλές φορές.
Μιά ἄλλη φορά εἶχαν οἱ δύο φίλοι συμφωνήσει νά πάνε τό ἀπόγευμα ἕνα περίπατο στό «Λιστόν». Πῆγε ὁ Καρύδης τήν ὥρα πού εἶχαν συμφωνήσει καί ὁ Δεσπότης καθόταν ξυπόλυτος στό Γραφεῖο του καί δέν σηκωνόταν. Ὅταν τόν ρώτησε · Τί συμβαίνει; Θά βγοῦμε; Ὁ Ἁθηναγόρας τόν παρεκάλεσε νά περιμένει λίγο. Περίμενε ὁ Ἀνδρέας καί σέ λίγο ἦλθε ἕνας μπαλωματής τσαγκάρης καί ἔφερε τά παλιά, μπαλωμένα παπούτσια τοῦ Δεσπότη, ὁ ὁποῖος εἶχε δώσει τά παπούτσια του σέ ἕνα φτωχό. Δέν κρατοῦσε τίποτε γιά τόν ἑαυτόν του ὁ Ἀθηναγόρας, ἔδινε καί τήν καρδιά του στούς ἄλλους. Ἦταν γνήσιος μιμητής τοῦ Χριστοῦ, ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ. Ὅλοι οἱ Κερκυραῖοι ξέρουμε τόν Ἁθηναγόρα ὡς τόν Ἐλεήμονα, τόν Καλόν Ποιμένα.
Τόν Αὔγουστο τοῦ 1930, ἔχασε τό Θησαυρό της ἡ Κέρκυρα, ἀλλά χάρηκε, διότι ὁ Καλός Ποιμήν ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Βορείου καί Νοτίου Ἀμερικῆς. Καί στήν Ἀμερική ἔκανε θαυμάσια ἔργα Ὁ Μέγας Ἀθηναγόρας. Ὀργάνωσε, κατά θαυμαστόν τρόπον, ὅλες τίς Ἑλληνικές Κοινότητες τῆς Ἀμερικῆς. Τά ὄντως Θαυμάσια ἔργα του δέν περιγράφονται, σέ αὐτό τό μικρό ἀφιέρωμα, ἀλλά στήν Ἱστορία τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἀμερικῆς, στήν ὁποίαν ἐργάσθηκε καί διέπρεψε 18 ὁλόκληρα χρόνια. Τήν 1ην Νοεμβρίου 1948 ἐξελέγη παμψηφεί Οἰκουμενικός Πατριάρχης ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ὁ Α΄.
Ἡ Σεπτή Κορυφή τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄ ὐπῆρξε πράγματι Μέγας Ἡγέτης, Ἀσκητής, καί ρηξικέλευθος. Κάθε του Βῆμα ἦταν Θεόπνευστον. Κατώρθωσε καί ἕνωσε σέ μιά Ψυχή τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες. Συνεκάλεσε τήν Πανορθόδοξον Διάσκεψιν, τό Πανορθόδοξον θαυμάσιον Συνέδριον εἰς τήν Ρόδον, πού, ὀρθῶς, ἐχαρακτηρίσθη ὡς ΘΑΥΜΑ, ὡς τό Ἕνα ἐκ τῶν σημαντικοτέρων γεγονότων τῆς Ἐποχῆς μας. Διότι, ὡς ὑπό τῶν ξένων παρατηρητῶν ἐτονίσθη, «Μετά 10 ὁλοκλήρους αἰῶνας συνῆλθεν ἐπί τό αὐτό ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ εἰς κοινήν Τράπεζαν». Καί αὐτό χάρις τόν Μέγαν Ὀραματιστήν Ἀθηναγόραν τόν Α΄. Ὅπως ὁ Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως,μέ τήν Χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶχε προείπει «ὁ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ὁ Α΄ ἀνεδείχθη ἐξαιρετική Ἐκκλησιαστική φυσιογνωμία, διαδραματίσασα πράγματι σπουδαιότατον ρόλον εἰς τήν Ἐκκλησίαν». Εἶχε Ὄραμα καί εἶχε ἀφιερώσῃ τή ζωή του εἰς τόν Χριστόν. Εἶχε διακαῆ Πόθον τήν Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καί τήν δόξαν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἐβίωσε τό Εὐαγγέλιον τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τόσον, ὥστε, μετά παρρησίας ἠδύνατο νά εἴπει τό τοῦ Παύλου:
«Ἐν οὐδενί αἰσχυνθήσομαι, ἀλλ᾿ ἐν πάσῃ παρρησίᾳ ὡς πάντοτε καί νῦν μεγαλυνθήσεται Χριστός ἐν τῷ σώματί μου εἴτε διά ζωῆς εἴτε διά θανάτου. Ἐμοί γάρ τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ.1,20-21). Ὁ Μεγαλοπράγμων αὐτός ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐβάδιζε πάντοτε ἐμπρός. Ἠγωνίζετο «τόν καλόν ἀγῶνα τῆς Πίστεως(Α΄ Τιμ. 6, 12) τῆς Ὀρθοδόξου καί, πρό οὐδενός καμπτόμενος, ἐμάχετο ὑπέρ τῶν ἀναλλοιώτων ἀρχῶν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Εἰρήνης, συνεπής εἰς τόν λόγον τοῦ Παύλου: «Εἰ ζῶμεν Πνεύματι, Πνεύματι καί στοιχῶμεν»(Γαλάτ.5,25).
«Πιστός ἄχρι θανάτου»(Ἀποκ.2,10) ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ὁ Α΄, ἐβάδιζεν, ὡς Μέγας τῆς Οἰκουμένης Ἡγέτης καί Διδάσκαλος, εἰς πραγματοποίησιν τοῦ πόθου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «Ἵνα οἱ πάντες ΕΝ ὦσιν»(Ἰωάν. 17,21). Ἐμάχετο δέ πάντοτε ὑπέρ τῆς ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΑΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ.
Δικαίως ἐχαρακτηρίσθη ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΟΣ καί «Μέγας Πρωταγωνιστής τῆς συνδιαλλαγῆς ὅλων τῶν Χριστιανῶν γενικῶς».
Εὑρέθησαν δέ τινες, ἰδιῶτες τῷ λόγῳ καί τῇ γνώμῃ, ἐξ αὐτῶν δέ καί τινες θεολόγοι, μικρόνοες καί μικρολόγοι, οἵτινες ἀδυνατοῦντες νά ἐννοήσουν καί νά παρακολουθήσουν τόν Ἄρχοντα, τόν Μεγάλον Ἡγέτην, ἠθέλησαν νά ἀνακόψουν τήν μεγάλην Πορείαν του, νά σκιάσουν τό Ἔργον του καί νά τόν πολεμήσουν. Αὐτό εἶναι χαρακτηριστικόν γνώρισμα ὅλων τῶν μεγάλων πνευματικῶν Ἐργατῶν, νά διώκωνται, εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου εἰπόντος· «Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰωάν.15,20). Ἀλλά οὗτος ὁ Μέγας, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εἶχε βιώσει τήν Ἐσταυρωμένην Ἀγάπην καί ἐβάδιζεν πάντοτε ἐμπρός ἀγαπῶν τούς πάντας καί αὐτά ἀκόμη τά ἄγρια θηρία.
Ἐζήτει εἰς τήν ζωήν του πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν Δικαιοσύνην Αὐτοῦ, διά τοῦτο καί ἀπέλαβε δικαίως «τόν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον» (Α΄Πέτρ.5,4). Ὁ ἀείμνηστος ΑΘΗΝΑΓΟΡΑΣ ὑπῆρξε πρότυπον ἐν πᾶσιν, ἄξιον πρό μίμησιν. Εἶμαι εὐτυχής, πού Τόν γνώρισα. Καί πραγματικά ὅσοι τόν γνωρίσαμε ἀπό κοντά καί γευτήκαμε τή Χάρι Του, ὁμολογοῦμεν ὅτι ἐκοιμήθη, ἀλλά ζῆ μέσα στήν καρδιά μας καί μᾶς ἐμπνέει.
«Ἐκοιμήθη, ἀλλά ζῇ ἐν Κυρίῳ, ὅτι δίκαιοι εἰς τόν αἰῶνα ζῶσι»(Σοφ. Σολ. 5,16).
π.
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΠΟΥΛΗΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου