Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Α)





Ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς καί οἰ δύο κύριοι.

(Ματθ. στ΄ 22-24)

Ὁ Πάνσοφος Δημιουργός μᾶς καλεῖ νά ξεχωρίσουμε τά γήϊνα ἀπό τά ἐπουράνια, τά φθαρτά ἀπό τά ἄφθαρτα, τά πρόσκαιρα ἀπό τά αἰώνια καί μᾶς προτρέπει νά ἔχουμε τήν καρδιά μας προσκολημένη εἰς τόν Θεόν καί εἰς τά ἐπουράνια. Εἶναι δέ πράγματι μεγάλη συμφορά ἡ προσκόλλησις στή γῆ καί τά γήϊνα, πού εἶναι «σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα».
Ὁ πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, ὁ γλυκύς Ἰησοῦς ἔρχεται ἀθόρυβα κοντά μας καί μᾶς ἀποκαλύπτει μέ θεϊκή ἁπλότητα, πῶς θά μπορέσουμε νά ξεχωρίσουμε  «τἄχυρα ἀπ’ τό σιτάρι», τό φῶς ἀπό τό σκοτάδι, τά γήϊνα ἀπό τά οὐράνια.





«Ὁ λύχνος τοῦ σώματος», λέγει, «ἐστίν ὁ ὀφθαλμός. Θέλω νά καταλάβετε ὅτι ὁ λύχνος, πού δίδει φῶς στό σῶμα εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὅπως  καί ὁ λύχνος, πού φωτίζει τήν ψυχήν εἶναι ὁ νοῦς. Ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς εἶ, ὅλον τό σῶμα σου φωτεινόν ἔσται». Ἐάν, λοιπόν, ὁ ὀφθαλμός σου, τό μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο τό σῶμα σου θά εἶναι γεμᾶτο φῶς. Ἔτσι ἀκριβῶς θά φωτίζεται καί ἡ ψυχή σου, ἐάν ὁ νοῦς σου εἶναι ὑγιής καί ἡ καρδιά σου καθαρή καί δέν ἔχουν τυφλωθῇ ἀπό τό φοβερό πάθος τῆς φιλαργυρίας καί ἀπό τήν προσκόλλησιν εἰς τά μάταια.« Ἐάν δέ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ᾗ, ὅλον τό σῶμα σου σκοτεινόν ἔσται». Ἐάν ὅμως τό μάτι σου δέν εἶναι ὑγιές, δηλ. εάν εἶναι βλαμμένο καί τυφλωμένο, ὅλον τό σῶμα σου θά εἶναι βυθισμένο στό σκοτάδι.« Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος  ἐστι, τό σκότος πόσον;» Εἶναι ὁλοφάνερο δηλαδή, ὅτι ἐάν καί ὁ νοῦς σου σκοτισθῇ ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, ἐάν σκοτισθῇ ἀπό τήν προσκόλλησι  στον πλοῦτο, στό Μαμωνᾶ, στό Διάβολο, στό Χρῆμα, ἐάν ἐμπαγῇ εἰς ἰλύν βυθοῦ, σέ πόσο σκότος τότε θά βυθισθῇ ἡ ψυχή σου; Βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος στήν ἄβυσσο καί ζῆ ἀπό τώρα τήν αιώνια Ὁδύνη. Ἡ Φιλαργυρία, ἡ λατρεία τοῦ χρυσοῦ, εἶναι ἄρνησις τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ τῆς Ἀγάπης, εἶναι αἰώνιος ὀδυνηρός Θάνατος.

Εἷναι ἀλήθεια ὅτι δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη δυστυχία γιά τόν ἄνθρωπο, ἀπό τό νά κυριευθῇ ἡ ψυχή του ἀπό τό ὀλέθριο αὐτό πάθος τῆς φιλαργυρίας. Ὁ Ἀπόστολος  Παῦλος λέγει:

«Οἱ βουλόμενοι πλουτεῖν ἐμπίπτουσιν εἰς πειρασμόν καί παγίδα καί ἐπιθυμίας πολλάς ἀνοήτους καί βλαβεράς, αἵτινες βυθίζουσι τούς ἀνθρώπους εἰς ὄλεθρον καί ἀπώλειαν.


Ρίζα γάρ πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία, ἧς τινες ὀρεγόμενοι ἀπεπλανήθησαν τῆς πίστεως καί ἑαυτούς περιέπειραν ὀδύναις πολλαῖς» (Α΄Τιμόθ.  στ΄ 9-10).  Καί πραγματικά ἡ φιλαργυρία εἶναι α)ἡ ρίζα πάντων τῶν Κακῶν, β) ὅσοι κυριεύονται ἀπό τό πάθος αὐτό, ἀπεπλανήθησαν ἀπό τῆς πίστεως, χωρίσθηκαν ἀπό τόν Θεόν καί γ) ἔμπηξαν στόν ἑαυτό τους σάν ἄλλα καρφιά, πολλές ὀδύνες, πολλούς πόνους καί ἀγωνίες.
Ζοῦν συνεχῶς μέ τή σφοδρή ἐπιθυμία νά αὐξήσουν τά πλούτη τους, γιά τόν ἑαυτό τους στή γῆ, στεροῦνται τά πάντα προκειμένου νά θησαυρίσουν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ζοῦν χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπη. Μόλις καθίσουν, σηκώνονται ταραγμένοι καί τρῶνε ἄρτον ὀδύνης, ὅταν ὁ Θεός χαρίζει γαλήνη καί ἠρεμία καί τό θεῖον δῶρον τοῦ ὕπνου στούς πιστούς, στούς ἀγαπημένους Του Μαθητές.
Ὅταν σκοτισθῇ ὁ νοῦς, ὅταν προσκολληθῇ ἡ καρδιά στήν Ὕλη, βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος στό σκοτάδι καί  ἔχει τέλος φρικτό κατακαίεται καί ὀδυνᾶται ἀπό τά ἴδια του τά πάθη.


Ὁ Ἰούδας, γιά νά ἀρκεσθῶ σέ ἕνα μόνο παράδειγμα τῆς Φιλαργυρίας, πρόδωσε τό Διδάσκαλό του, ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων καί γνωρίζουμε ὅλοι, ποῦ τόν ὡδήγησε τό πάθος.
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε οἱ ἄνθρωποι ὅτι ἡ προσκόλλησι στή γῆς καί τά γήϊνα εἶναι ἄρνησι τῆς Ἀγάπης, εἶναι χωρισμός ἀπό τό Θεό, εἶναι ψυχικός καί σωματικός θάνατος.  Μόνον ἡ ἀπελευθέρωσι ἀπό τά γήϊνα καί ἡ προσκόλλησι στά ἐπουράνια, μόνον ἡ γνήσια καί ἁγνή ἀγάπη στήν «πρᾶξι» νοηματίζει τή ζωή μας καί μᾶς ἑνώνει μέ τόν οὐράνιον Πατέρα καί γίνεται ὁ νοῦς μας ὅλος Φῶς καί ἡ καρδιά μας καθαρίζεται καί γίνεται Θεοῦ κατοικητήριον, ὅλη Φῶς.
Εἶναι καιρός  νά καθαρίσουμε τήν καρδιά μας ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί ὑλική ἡδονή, ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος καί νά ἐναποθέσουμε τήν καρδιά μας στά Χέρια τοῦ Θεοῦ καί Πατρός.
Εἷναι καιρός νά ποῦμε τό μεγάλο ΝΑΙ στό Θεό καί τό μεγάλο ΟΧΙ  στό Διάβολο, στό Μαμωνᾶ, στό Χρῆμα.
Εἷναι καιρός νά καταλάβουμε τό λόγο τοῦ Κυρίου, πού μέ τρυφερότητα μᾶς διακηρύττει ὅτι
«Οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν·  ἤ γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. ΟΥ ΔΥΝΑΣΘΑΙ ΘΕῼ ΔΟΥΛΕΥΕΙΝ ΚΑΙ ΜΑΜΩΝΑ» (Ματθ. στ΄ 24).
Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ὁ Διάβολος εἶναι μῖσος.  Τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ τό ἀγαθόν καί τέλειον εἶναι νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλώνα, νά ἀπελευθερωθοῦμε ἀπό τά γήϊνα καί νά ἐναποθέσουμε  τήν ψυχή μας στά ἄχραντα Χέρια του Θεοῦ. Νά ἀφιερώσουμε τήν καρδιά μας στά πνευματικά, στά ἔργα τοῦ φωτός, στά ἔργα τῆς ἀγάπης, μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν οὐράνιο Πατέρα μας. Εἶναι ὁ μόνος, πού νοιάζεται γιά μᾶς.

Ἕνας  ἐνσυνείδητος αὐτοέλεγχος, σίγουρα θά μᾶς ὁδηγήσῃ σέ αὐτογνωσία  καί εἰλικρινῆ μετάνοια, ὥστε νά ἐννοήσουμε ἔγκαιρα τό βραχύ τῆς  ζωῆς καί τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων καί, ὅσο γίνεται γρηγορότερα νά ξεφύγουμε ἀπό τό Βόρβορο καί νά ἐπιστρέψουμε στήν Πηγήν τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, στό Θεό καί Πατέρα μας. Νά βροῦμε ἀνάπαυσιν στήν Ψυχή μας καί ὅλοι μαζί, νά σταθοῦμε μακριά ἀπό τή δυσωδία τῶν γηῒνων καί, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, νά ὑμνοῦμε καί νά δοξολογοῦμε τόν δοτήρα παντός ἀγαθοῦ, τόν Κύριό μας, τόν Ἰησοῦν Χριστόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.



Σάββατο 9 Ιουνίου 2018

ΣΤΕΡΝΗ ΜΟΥ ΓΝΩΣΗ







ΝΑ Σ’  ΕΙΧΑ ΠΡΩΤΑ.



«Ἕως τό Φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τό Φῶς,

ἵνα υἱοί Φωτός γένησθε» (Ἰωάν. ιβ΄  36).





 Περάσανε τά χρόνια κι’ ἄφησαν τή σφραγίδα

τῆς Ἀφροσύνης μου ἀνεξίτηλη. Τρομακτικές

οἱ μνῆμες παραμένουν καί θυμίζουν στιγμές...

καί ἀμείλικτο προβάλλει τῆς αἰδοῦς τό ἐρύθημα.

Ὁ Χρόνος δέν γυρίζει πίσω καί τά γεγονότα;...

Τά γεγονότα οὐκ ἀπογίνονται. Τά λάθη μου, νά

διορθώσω δέν μπορῶ, οὔτε τά τραύματα καί τίς

πληγές νά θεραπεύσω... «Στερνή μου γνῶσι  νά σ’

εἶχα πρῶτα». Ἔχω μόνιμο σύντροφο τή θλῖψι...

Καί μόνον δακρύζω, θρηνῶ καί  ὀδύρομαι .

Ὀδύρομαι καί κραυγάζω, μά δέν ἀπελπίζομαι,

δέν λυγίζω. Εἰλικρινά μετανοιωμένος ἐπιστρέφω

προς Σέ τόν Πανταχοῦ καί μέ ἄναρθρες κραυγές

κραυγάζω καί ζητῶ ΕΛΕΟΣ, τό Ἔλεός Σου.

Στήν ἄφατη μακροθυμία Σου προσφεύγω. Τολμῶ

Καί κλίνω τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος τά γόνατα

πρός Σέ Ὕψιστε Θεέ, γλυκύτατέ μου  Ἰησοῦ, μόνη μου καταφυγή, μοναδική μου Ἐλπίδα!...

Καθάρισον, Κύριε, τόν ῥύπον τῆς ψυχῆς μου καί

σῶσον με ὡς μόνος Ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος. 'Αμήν.






Παρασκευή 8 Ιουνίου 2018

ΝΑΙ ΕΡΧΟΜΑΙ ΤΑΧΥ






Ναι ἔρχου ταχύ, Κύριέ μου Ἰησοῦ.



Κύριέ μου, Ἱησοῦ, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου,
μόνη μου καταφυγή, μοναδική μου ἀγάπη.
Κύριε καί Θεέ μου, μονάχα Σέ Σένα ἐλπίζω.
Ἔρχου ταχύ. Ἰησοῦ  μου,  μήν ἀργοπορῇς,
Κύριε μή χρονήσῃς. Πολλές φορές,  ἔχω τήν
αἴσθησι, πώς χάνω τή χάρι Σου κι’ αἰσθάνομαι
ὁλότελα γυμνός, στήν παγωνιά τῆς ἐρημιᾶς
αὐτῆς ἐδῶ τῆς κοιλάδας τοῦ Κλαυθμῶνος.
Κι’ ὅταν σέ χάνω χάνομαι. Κύριέ μου ἔρχου.
Ἔρχου ταχύ. Πονηροί λογισμοί, φαντασίες
ἀπρεπεῖς, ἐπιθυμίες βλαβερές, θολώνουν τόν
νοῦν, κατακλύζουν τήν ταλαίπωρη ψυχή μου.
Νοιώθω τόσο πολύ χοϊκός, προσηλωμένος
στά σαρκικά, φιλόσαρκος, ἡδυπαθής, σαρκικός,
πεπραμένος ὑπό τήν ἁμαρτίαν. Καί  «οὐ γάρ ὅ
θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ’ ὅ μισῶ τοῦτο ποιῶ...
Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω
κακόν  τοῦτο πράσσω» καί βυθίζομαι στήν
ἄβυσσο. Κύριε, νοιώθω ὅτι καταποντίζομαι.
«Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος! Τίς με ῥύσεται ἐκ
τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;(πρβλ. Ρωμ. ζ΄ 15-24).
Ποιός θά μέ λυτρώσῃ ἀπό αὐτό τό θάνατο ;
Κυνηγόντας τή ματαιότητα, ἡ ψυχή μου Ἐσένα
λαχταράει, Ἐσένα  ἀναζητεῖ, Μακρόθυμε Κύριε.
Πρός Σέ καταφεύγω τόν ἐλεήμονα Θεόν. Προστρέχω στή σκέπη Σου, φιλάνθρωπε, καί ζητῶ Ἔλεος...
Ἐπιτάχυνον ρῦσαι λαόν ἀναπολόγητον.
Σύ, Κύριέ μου, Φῶς, ὡς πῦρ καταναλίσκον, ἔρχου
ταχύ καί κάψε τό ἄχυρον τῶν ἔργων μου, κάψε καί εξαφάνισε τῶν σαρκικῶν μου ἐπιθυμιῶν τό ὄνειδος, σβῆσε τή φωτιά, πού κατακαίει τήν ἄθλια, τήν ταλαίπωρη ψυχή μου. Νέκρωσε τά μέλη μου τά ἐπί τῆς γῆς. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με. Ἔρχου ταχύ. Χωρίς τή δική σου συμμαχία, ὁ ἀγῶνας μου εἶναι βέβαιη ἀποτυχία. Φώτισε τά σκοτάδια μου, καθάρισε τήν καρδιά μου. Βοήθησέ με νά νικήσω τό φρόνημα τῆς σαρκός, Δός μου τή Χάρι Σου, νά σταυρώσω τή σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις. Γιατί, χωρίς τή Χάρι Σου καί τή δύναμί Σου, εἶναι σίγουρα ἀδύνατο να νικήσουμε τό τῆς σαρκός εὐόλισθον καί ὀλισθηρόν, δύσκολον νά νικήσουμε τόν κακό μας ἑαυτό. Χωρίς τή Χάρι Σου εἴμαστε σίγουρα ὁλότελα χαμένοι. Κράτησε, Πανάγαθε, ἀνοικτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας. Πράγματι εἶναι «δέλεαρ δεινόν ἡ ἡδονή». Καί πολλές εἶναι οἱ παγίδες τοῦ ἐχθροῦ, πολλά τά δελεάσματα...



Σύ ὁ πάντων ἐπέκεινα, ὁ πανταχοῦ Παρών, ἡ αἰωνία ὕπαρξις, ἡ ἄπειρη Ἀγάπη, ἔρχου ταχύ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν. Δέν ἀξίζουμε τό Ἔλεός Σου...
Εἴμαστε ὄντως ἀνάξιοι, τυφλοί, γυμνοί, πτωχοί, ἀλλά δικοί Σου  ἀχρεῖοι δοῦλοι. Καί Σύ, Ἰησοῦ μου, εἶσαι ὁ δικός μας Θεός. Ἐκτός ἀπό σένα δέν ἔχουμε  καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον Κανέναν. Σέ ποιόν μποροῦμε νά καταφύγουμε, ἄν ὄχι Σέ Σένα, πού Σταυρώθηκες γιά μᾶς.



Ποιός ἄλλος, ἐκτός ἀπό σένα, θά μποροῦσε νά ἀνεχθῇ τίς τόσες ἀνοησίες μας καί τίς ἀστοχασιές μας; Σύ εἶσαι ὁ μόνος ἀληθινός Θεός. Ὡς Πανάγαθος θέλεις καί ὡς παντοδύναμος μπορεῖς.  Μονάχα Σύ, Κύριε, μπορεῖς νά μᾶς λυτρώσῃς ἀπό τόν κακό μας ἐαυτό. Μόνον Σύ μπορεῖς νά μᾶς ἀνασύρης ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ. Μόνον Σύ μπορεῖς καί θέλεις νά μᾶς ὁδηγήσῃς εἰς ζωῆς πηγάς ὑδάτων. «Κύριε, σῶσον ἠμᾶς,  ἀπολλύμεθα» (Ματθ. η΄ 25). 

Σύ, Κύριε, καί μόνον Σύ εἶσαι ὁ Ἐρχόμενος.
Κύριέ μου, Ἰησοῦ  ἔρχου ταχύ.
Κύριε, μή χρονίσῃς. Εἶμαι σίγουρος, γιά τήν
ἀπόκρισί σου, στίς ὀδυνηρές κραυγές μου.







«Ναί ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν». Σ’ εὐχαριστῶ, Κύριε,
Μακρόθυμε καί Πολυέλεε. Δέξου τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης μου, Λυτρωτά ὁ Θεός, εὐλογητός εἶ. Ὅτι πρέπει Σοι πᾶσα δόξα τιμή καί προσκύνησις, τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ καί τῷ  ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀμήν.







Πέμπτη 7 Ιουνίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ






Τό θεῖον κάλεσμα.



Ὁ Χριστός, ὁ ἀληθινός Μεσσίας, τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἔρχεται κοντά μας, ἀθόρυβα. Μᾶς συναναστρέφεται καί δέν ἐντρέπεται νά μᾶς  ἀποκαλῇ ἀδελφούς Του. Ἔρχεται ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καί μέ τόν ἐρχομό Του διαλύει τά σκοτάδια τῆς ἀγνείας καί τῶν παραγνωρίσεων καί σκορπίζει τό φῶς τό τῆς γνώσεως. Μέ τό φῶς του θείου λόγου Του φωτίζει τόν νοῦν, καθαρίζει τήν καρδιά, ἀποκαλύπτει καί διδάσκει στόν κόσμο τήν μόνην Αλήθεια,  τήν ἐξ ἀντικειμένου Ἀλήθεια. Καί μᾶς καλεῖ νά δεχθοῦμε τή δική Του, τή μόνη Ἀλήθεια, γιά νά λυτρωθοῦμε, μέ τή Χάρι του ἀπό τά δεσμά τῆς Παραφροσύνης καί νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τή δουλεία Τοῦ Ἐγωϊσμοῦ, τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας.

Μᾶς τίμησε ὁ Πανάγαθος. Μᾶς ἐδημιούργησε «κατ’εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ». Ἐμεῖς ὅμως δέν ἐννοήσαμε τήν τιμήν. Ἀμαυρώσαμε, ἀχρειώσαμε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Καί, ἀστόχαστα, χωρισθήκαμε διά τῆς παρακοῆς, ἀπό τόν Εὐεργέτη. Ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὑδατος, πρσπαθῶντας νά ξεδιψάσουμε τή δίψα μας ἀπό τά λασπονέρια τῆς ἀποστασίας.

Ἀφήκαμε τήν Πατρική Ἑστία. Ἀφήκαμε τή θαλπωρή, τή ζεστασιά, τή στοργή, τήν τρυφερότητα καί τήν παντοδύναμον Προστασία τοῦ Θεοῦ Πατρός καί συνεχίζουμε νά ὀρύσσουμε «λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (παρβλ. Ἱερεμ. β΄ 13). Ἀφήκαμε «τόν μόσχον τόν σιτευτόν» καί προσπαθοῦμε, μάταια νά χορτάσουμε τήν πεῖνα μας, μέ τά «ξυλοκέρατα»τῆς ἀποστασίας, «ἐπιθυμοῦμε γεμῖσαι τήν κοιλίαν ἡμῶν ἀπό τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι» (παρβλ. Λουκ. ιε΄ 16).



Ἀρνοῦνται οἱ περισσότεροι  ἄνθρωποι τόν Ἀληθινόν Θεόν καί λατρεύουν τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα.

Ὅλοι γνωρίζουμε καί ὑποφέρουμε ἀπό  τά ἐπιτεύγματα τῆς τεχνολογικῆς προόδου( Φονικά ὅπλα κλπ). Ποιός μπορεῖ νά ἀρνηθῆ αὐτή τήν τυραννική πραγματικότητα; Ὅλοι ζοῦμε μέσα στή Φαυλότητα καί τήν Παραφροσύνη. Δέν βρίσκουμε λόγια, νά περιγράψουμε τό «κενόν» μέσα μας καί γύρω μας , ἀμέτρητη ἡ θλῖψις.
Μέ πόνο καί πικρία διαπιστώνουμε ὅτι
Μακριά ἀπό τό Θεό καί τό Νόμο Του,
εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε
καί τό ψωμί, πού τρῶμε «ἄρτος ὀδύνης».

Ὁ φιλάνθρωπος «Θεός ἐκ τοῦ οὐρανοῦ  διέκυψεν ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ  ἐστι συνιών  ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν. Καί διεπίστωσεν ὅτι
Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἐστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 52, 3-4).
Ἀνεξήγητη εἶναι ἡ τόση διαστροφή.

«Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνη ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δέ φονευταί! Πῶς ἔγινε ἡ ἁγία Πόλις φωλιά φωνιάδων; (πρβλ. Ἡσ. α΄ 21. Πρβλ. καί Ἡσ. ε΄ 2ἑξ.). Ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος εἶναι μια πληγή. Κατάκειται ἡμιθανής στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου. Ἐπειδή ὅμως ὁ 
Φιλάνθρωπος Θεός δέν ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, ἀλλ’ εἰς σωτηρίαν. «Δέν θέλει τόν θάνατον τοῦ ἀνόμου, ὡς τό ἀποστρέψαι αὐτόν ἐκ τῆς ὁδοῦ τῆς πονηρᾶς καί ζῆν αὐτόν» (Ἱερεμ. ιη΄ 23). Ὡς ἄπειρη ἀγάπη  ὁ Θεός «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Β΄Τιμόθ. β΄ 4). Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ἔρχεται καί μᾶς καλεῖ ὅλους εἰς μετάνοιαν. Μέ τόν ἐρχομό Του «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς, καί τοῖς καθημένοις  ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ. δ΄ 16).





«Ἀπό τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καί λέγειν·
Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν»
(Ματθ. δ΄ 17). Αὐτός εἶναι τό Φῶς, πού φωτίζει κάθε
κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ἔρχεται
κοντά μας καί «κηρύσσει τό Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ΄ 23). Μᾶς καλεῖ κοντά Του. Καί ἡ πρόσκλησίς Του εἶναι πρῶτον εἰδική.
Ὡς καρδιογνώστης γνωρίζει ἐκεῖνες, τίς ἁπλές, ἁγνές καί ἄδολες ψυχές, πού ἔχουνε τήν  ἔμφυτη κλίσιν-ἔφεσιν, τήν λαχτάρα τῆς ψυχῆς νά γίνουν συνεργάτες Του στό ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου. Γνωρίζει καλά ἐκείνους, πού φλέγονται ἀπό τόν πόθον νά συνεχίσουν τό κοσμοσωτήριον ἔργον Του. Γνωρίζει δέ ὁ Κύριος ὅτι «Οὐδείς ἔρχεται πρός αὐτόν, ἐάν μή ἑλκύσῃ αὐτόν ὁ πατήρ» (Ἰωάν. στ΄ 44).Καθώς ἐπίσης μᾶς βεβαιώνει καί λέγει ὅτι «Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» καί τονίζει ὅτι «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ» (Ἰωάν. ιδ΄ 6). Αὐτοί εἶναι δύο Κανόνες πού διέπουν τήν εἰδική, ἀλλά καί τή γενική πρόσκλησι τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ.
Καί οἱ πρῶτοι, πρός τούς ὁποίους κάνει ὁ Κύριος τήν εἰδικήν  πρόσκλησιν εἶναι οἱ ἁπλοϊκοί ψαράδες, ὁ Σίμων Πέτρος καί ὁ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφός αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι δέχθηκαν τήν κλῆσιν: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων» καί οἱ ὁποῖοι πρόθυμα, ὁλόψυχα, «εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἄλλοι δύο ἀδελφοί, ὁ Ἰάκωβος καί ὁ Ἰωάννης, οἱ υἱοί τοῦ Ζεβεδαίου, οἱ ὁποῖοι «εὐθέως ἀφέντες τό πλοῖον καί τόν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Ματθ. δ΄ 18-22).







Τήν εἰδικήν αὐτήν κλῆσιν δέχονται, ἄδολες ψυχές, πού μέ αὐταπάρνησιν καί αὐτοθυσίαν δέχονται νά ὑπηρετήσουν ὡς Ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, γενόμενοι ἁλιεῖς ἀνθρώπων, καλοί ποιμένες λογικῶν προβάτων. Ἀξιώνονται καί καλοῦνται  ἀπό τόν Θεόν «εἰς τόν ἅγιον καί  ὑπερμέγιστον βαθμόν τῆς Ἱερωσύνης καί  εἰσέρχονται  εἰς τό ἐνδότερον τοῦ καταπετάσματος, εἰς τά Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου παρακύψαι οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ἐπιθυμοῦσι, καί ἀκοῦσαι τῆς εὐαγγελικῆς φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ, καί θεάσασθαι αὐτοψεί τό πρόσωπον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς, καί ἀπολαῦσαι τῆς θείας καί ἱερᾶς λειτουργίας...» (παρβλ. Εὐχήν Εὐχελαίου).

Ἀλλοίμονον σέ κείνους, πού δέν κρατοῦν καί δέν φυλάσσουν τό χάρισμα, πού τούς δώρησεν ὀ Θεός. Καί «ὁ δοκῶν ἐστάναι, βλεπέτω μή πέσῃ» (Α΄Κορινθ. ι΄12). Ἴλεως γενοῦ ἡμῖν Δέσποτα ἐπί ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν καί ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἐκτός ὅμως ἀπό τήν εἰδικήν Πρόσκλησιν ὁ Μακρόθυμος καί Πολυέλεος Θεός καλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους νά ἐπιστρέψουν κοντά Του, μέ τή θέλησί τους , χωρίς ἐξαναγκασμό. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό σκοπό καί ὁ Χριστός, ὁ τέλειος Θεός , ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Γίνεται τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλα. Γίνεται ὑπόδειγμα, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ, γιά νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του καί «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Α΄Πέτρ. β΄21. Ἰωάν. γ΄15-16). Ὁ Χριστός «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»(Ἑβρ. ιγ΄ 8), μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του, γιά μᾶς λυτρώσῃ  ἀπό τό θάνατο, νά μᾶς χαρίσῃ τήν ζωήν. Μᾶς καλεῖ κοντά Του γιά νά  βροῦμε γαλήνη καί ἀνάπαυσι: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς.
Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός  εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια΄  28-30).



Ὅσοι δέχονται τήν πρόσκλησιν βρίσκουν ἀνάπαυσιν στήν ψυχή του. Ἐναποθέτουν στα Χέρια του Χριστοῦ τήν ψυχή τους. Καταθέτουν στά πόδια Του τίς ἁμαρτίες τους. Καί «ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» ἀναλαμβάνει Ἐκεῖνος τά βάρη μας καί μᾶς χαρίζει γαλήνη καί ἀνάπαυσιν καί μᾶς ὁδηγεῖ στό δρόμο τῆς ζωῆς. Μᾶς διδάσκει  τήν πρᾳότητα, τήν ταπείνωσιν, τήν τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον. Μᾶς χαρίζει τό δικό Του Φῶς , τό ζωοποιό λόγο Του, καί ζητεῖ νά περιπατοῦμε ἐν τῷ φωτί καί θέλει νά ἀποφεύγουμε τά φαῦλα, τά ἔργα τοῦ σκότους καί νά κηρύσσουμε, μέ εὐεργεσίες, τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης. Ὅπως  Αὐτός, ἔτσι κι’ ἐμεῖς. Νά φωτίσουμε τά σκοτάδια τοῦ κόσμου μέ τό δικό Του φῶς, μέ τό λόγο Του, πρός δόξαν Θεοῦ.
«Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς»  (Ματθ. ε΄ 16). Τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό εὐάρεστον καί τέλειον, εἶναι Φῶς. Καί μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος ὅλοι νά δεχθοῦμε τό Φῶς Του καί νά φωτίσουμε τόν κόσμον, πού μέ λυσσώδη μανίαν, συνεχίζει νά παραμένῃ στό σκοτάδι, μέσα στή Φαυλότητα καί τήν Παραφροσύνη. Μᾶς καλεῖ καί θέλει νά ἀποδεχθοῦμε τήν πρόσκλησίν Του, νά γίνουμε Μαθητές Του καί νά κηρύττουμε, τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, πάσῃ τῇ κτίσει. Κρούει τή θύρα... Μᾶς καλεῖ νά ἀκούσουμε τή φωνή Του καί νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας.



Ὅσοι δέν δέχονται τή γενική αὐτή πρόσκλησι, μένουν ἀθεράπευτοι, μένουν στό σκοτάδι. Δέν τούς ἀφήνει ὁ Ἐγωϊσμός, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ματαιότης, ἡ φιλαυτία, ἡ φιαλαρχία, ἡ φιλοδοξία καί γενικά τό σαρκικό φρόνημα, νά ἀνακύψουν εἰς τό παντελές.
Παραμένουν ἐμπεπηγμένοι εἰς ἰλύν βυθοῦ, ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν, πετρῶσαν οἰ καρδιές, δέν μετανοοῦν. Συνεχίζουν νά λατρεύουν τά δαιμόνια καί τά εἴδωλα.
Καί ὁ Θεός μακροθυμεῖ καί συνεχίζει νά κρούει τήν Θύραν καί μᾶς καλεῖ κοντά Του.




Μήπως εἶναι καιρός νά ἀκούσουμε τή γλυκύτερη κι’ ἀπ’ τό μέλι φωνή Του, τώρα, πρίν νά εἶναι ἀργά; Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός εἶναι ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα. Ὅλοι καί ὅλα μᾶς ἔχουν ἐξαπατήσει, μᾶς ἔχουν ἀπογοητεύσει.
Μήπως εἶναι ὥρα νά ἀποδεχθοῦμε τήν πρόσκλησι τῆς Εὐσπλαγχνίας Του; Μήπως ἔφθασε ὁ καιρός νά ἐγκολπωθοῦμε τό Χριστό, τόν Ἀληθινόν Μεσσία, καί τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του καί βροῦμε ἀνάπαυσι στήν ψυχή μας;
Ἔμπρός , λοιπόν, φίλοι μου, τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος, τώρα εἶναι ἠμέρα σωτηρίας. Τώρα εἶναι καιρός νά δεχθοῦμε τήν Πρόσκλησι καί, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά συνταχθοῦμε μέ τόν Χριστόν. Καί ἀκολουθοῦντες τά ματωμένα Χνάρια Του, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγω καί ἔργῳ, νά φωτίζουμε τόν κόσμο μέ τό δικό Του Φῶς, θεραπεύοντες πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ καί ὐμνοῦντες τόν Λυτρωτήν, μετά τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἁγίων ἀκαταπαύστως. εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.









Δευτέρα 4 Ιουνίου 2018

ΟΜΟΛΟΓΙΑ



Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἡ μόνη μας Ἐλπίδα.






Κύριέ μου Ἰησου, ὁλόψυχα πιστεύω καί ὁμολογῶ, κηρύττω καί φθέγγομαι ὅτι Σύ εἶσαι ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθών εἰς τόν κόσμον, ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτος  εἰμί ἐγώ.

Σύ εἶσαι ὁ ἀληθινός Μεσσίας, ὁ τέλειος Θεός, πού,

ἔγινες καί τέλειος ἄνθρωπος, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί. Ἔρχεσαι καί, «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», μᾶς σώζεις, μακρόθυμε  Κύριε.

Δέν ἀντέχεις, Πολυεύσπλαγχνε, νά βλέπῃς τά πλάσματά Σου  νά τυραννιῶνται ὑπό τοῦ Διαβόλου. Σπεύδεις, Λυτρωτά, καί ἔρχεσαι κοντά μας καί μᾶς ἐλευθερώνεις, ἀπό τήν τυραννίαν του.

«Ὁμολογοῦμε τήν Χάριν, κηρύττομεν τόν Ἔλεον, οὐ κρύπτομεν τήν Εὐεργεσίαν». Σύ, Κύριε καί μόνον Σύ εἶσαι ὁ προσωπικός Σωτῆρας τοῦ καθενός μας καί ὁ Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Κύριέ μου Ἰησοῦ, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου εἶναι νά μάθουν ὅλοι οἱ θνητοί, τήν Ἀλήθεια, ὅτι «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς»(Πραξ. δ΄12)

Πιστεύομεν καί ὁμολογοῦμεν ὅτι Σύ, Κύριε, «ἐταπείνωσες ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ» καί ἔδωκες σέ μᾶς

ὑπόδειγμα ὑπακοῆς στό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἔγινες καί εἶσαι γιά ὅλους ἐμᾶς τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλα. Σταυρώθηκες γιά μᾶς καί μέ τό Αἷμα Σου ἐχάραξες τό δρόμο τῆς Ζωῆς. Ἄφησες τά ματωμένα Χνάρια Σου, γιά νά τά ἀκολουθήσουμε καί, μέ τή Χάρι σου, νά φθάσουμε στήν Κορυφή τῆς πνευματικῆς τελειότητος.

Πιστεύομεν καί ὁμολογοῦμε ὅτι Σύ εἶσαι Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί  ἡ Ζωή, τό φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο καί ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης.

Σύ, Φιλάνθρωπε Κύριε, ἔρχεσαι ἀθόρυβα κοντά μας, καί ἀπαλύνεις τόν πόνον μας, θεραπεύεις τά τραύματά μας, μᾶς ἐνισχύεις, μᾶς παρηγορεῖς, καί μᾶς χαρίζεις τήν Ἀνάστασι καί τήν ὄντως ζωήν.




Σύ, Κύριε ὡς Πανάγαθος θέλεις καί ὡς Παντοδύναμος μπορεῖς νά μᾶς ἀνασύρῃς ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Μόνον Σύ μπορεῖς νά μᾶς ἐλευθερώσῃς ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος καί μᾶς ὁδηγήσῃς «εἰς τόπον ἀναψυχῆς».



Ναί Κύριε, Σύ τό ἄκακον Ἀρνίον ἔρχεσαι καί μᾶς ὁδηγεῖς ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων καί ἐξαλείφεις, ὡς Θεός, πᾶν δάκρυον ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν. Διότι, Θεάνθρωπε Κύριε, ὁ Θεός-Πατήρ εἶδε τή Θυσία Σου, ὡς τελείου ἀνθρώπου, καί σέ βράβευσε  καί ὡς ἄνθρωπον σέ ὑπερύψωσε καί Σοῦ χάρισε Ὄνομα, τό ὑπέρ πᾶν Ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ Ὀνόματί Σου, Ἰησοῦ μου, πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων, καί πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός».


Κύριε, Σύ εἶσαι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Σύ εἶσαι ἠ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα. Καθημερινά, ἀπό τά ξημερώματα, δέν ὁμολογῶ ἁπλῶς, ἀλλά, μέ μεγάλη φωνή, κραυγάζω· Κύριε Ἰησοῦ, ὄχι μόνον στίς θλίψεις, ἀλλά σέ ὅλες τίς στιγμές τῆς ζωῆς μας, ἐκτός ἀπό Σένα, δέν ἔχουμε ἄλλον, μά καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν. Σπλαγχνίσου μας καί ἐλέησέ μας, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου !...

Δῶσε τό χάρισμα τῆς μετανοίας, ὥστε εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά ἐπιστρέψουμε κοντά Σου. Ἀξίωσέ μας  νά ἀκούσουμε τή φωνή σου, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Σου καί νά Σέ ἀκολουθοῦμε πιστά. Ἀξίωσέ μας νά βαδίσουμε τήν Ὁδόν τῆς Ζωῆς, Ἐσένα, Κύριε. Νά βάλουμε «ἀρχήν» στή ζωή μας, νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Σου. Νά βαδίζουμε ἀπό τό σκοτάδι στό Φῶς, ἀπό τό Θάνατο, στή ζωή, ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν». Ἀξίωσέ μας νά ἀκολουθήσουμε τό δρόμο τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα, ὥστε νά γίνουμε, μέ τή Χάρι  Σου, ἀπό «δυνάμει» καί «ἐνεργείᾳ» θεοί κατά χάριν.

Κύριε Ἰησοῦ μου, Σύ εἶσαι ὀ Θεός μας καί ἐμεῖς εἴμαστε ἄχρεῖοι, ἐλεηνοί, γυμνοί,  πτωχοί καί τυφλοί, ἀλλά εἴμαστε δοῦλοι σου. Σέ Σένα  ἁμαρτάνουμε, ἀλλά Ἐσένα μονάχα λατρεύουμε.
Κύριε μή ἀπορρίψῃς ἡμᾶς ἀπό τοῦ προσώπου Σου. Λαχτάρα τῆς ψυχῆς μας εἶναι νά Σέ λατρεύουμε μέ τήν καρδιά μας. Σύ, πού πρῶτος μᾶς ἀγάπησες καί μᾶς ἔλουσες καί μᾶς ἐκαθάρισες μέ τό Αἷμα Σου, ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, καί μᾶς κατέστησες βασιλεῖς καί ἱερεῖς στό Θεό καί Πατέρα, ἀξίωσέ μας νά φυλάξουμε βαθειά μέσ’ στήν καρδιά μας τή δωρεά σου, τήν καθαρότητα καί ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ  καί ἔργῳ,νά Σέ ὑμνοῦμε  καί νά Σέ δοξολογοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, ἀκαταπαύστως, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.