Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. η΄ 4-15).


Ἡ ἐνανθρώπησις τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ

καί τό κήρυγμα τοῦ θείου λόγου.


























«Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι

 τόν σπόρον Αὐτοῦ» (Λουκ. η΄ 5).



«Καί εἶδον ὅτε ἤνοιξε τό ἀρνίον μίαν

ἐκ τῶν ἑπτά σφραγίδων·  καί ἤκουσα

ἑνός ἐκ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγοντος,

ὡς   φωνή βοντῆς· ἔρχου.

Καί εἶδον, καί ἰδού ἵππος λευκός καί ὁ

καθήμενος ἐπ’ αὐτόν ἔχων τόξον· καί

ἐδόθη αὐτῷ στέφανος, καί ἐξῆλθε νικῶν

καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄  1-2).



Πραγματοποιεῖ ὁ Φιλάνθρωπος Θεός τήν προαιώνιον Βουλήν Του. ’Αποκαλύπτει τό «χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένον μυστήριον» ( Ρωμ. ιστ΄ 25), «τό μυστήριον τῆς Οἰκονομίας, τό ἀποκεκρυμμένον ἀπό τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ» (Ἐφεσ. γ΄ 9).

 Ἐπειδή δέ «ἤδη ἐνεργεῖται τό μυστήριον τῆς ἀνομίας» (Β΄ Θεσσαλ. β΄7) καί ὁ ἄνομος λυσσωδῶς πολεμεῖ τούς ἀνθρώπους, ἡ ἄπειρη Ἀγάπη, ὁ Πανάγαθος, θέτει σέ ἐνέργεια τό ὁμολογουμένως μέγα μυστήριον τῆς εὐσεβείας. Δηλαδή ἀποστέλλει τό Μονάκριβο Γιό Του στή γῆ. Καί πραγματικά, «εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὁ Υἱός καί λόγος τοῦ Θεοῦ  γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος. «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ». Αὐτός εἶναι ὁ σπορεύς. ’Αφήνει τό θεϊκό Του Θρόνο καί ἔρχεται κοντά μας , γιά νά σπείρῃ στήν καρδιά μας τόν ζωοποιόν Του λόγο.  Χωράφι εἶναι ἡ καρδιές τῶν ἀνθρώπων καί σπόρος εἶναι ὁ ζωοποιός λόγος τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό εἶναι τό μυστήριον τῆς εὐσεβείας, ὅτι ὁ «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί, ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι, ὤφθη ἀγγέλοις, ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν, ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ, ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμ. γ΄16).

Αὐτός ὁ Πάλλευκος Καβαλάρης, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται νά σπείρῃ στίς καρδιές μας  τόν πανάγιο λόγο Του, πού πραγματικά εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς , ἴαμα, θεραπεία.  Ὁ Λευκός Ἵππος συμβολίζει τούς Ἀποστόλους  καί τούς λοιπούς κήρυκας τοῦ θείου λόγου, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Συμβολίζει καί τόν νέον περιούσιον λαόν τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἵππος εἶναι πολεμικόν ζῶον. Συμβολίζει τόν πόλεμο, τή μάχη, τόν ἀγῶνα. Συμβολίζει τόν ἀγῶνα τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, γιά τή διάδοσι τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τό λευκόν συμβολίζει τήν Νίκην καί τόν Θρίαμβον τοῦ Χριστιανισμοῦ, τῆς μόνης ἀληθινῆς καί πραγματικῆς Θρησκείας. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι Ἀποκάλυψις. Μέ τήν ἔξοδό Του  ὁ Χριστός  ἔρχεται καί θεραπεύει τά τραύματα καί ἐξαφανίζει τίς συμφορές, πού προκαλεῖ ὀ ἄνομος, μέ τίς ἐνέργειες τοῦ μυστηρίου τῆς Ἀνομίας. Ἐξέρχεται ὁ Χριστός «κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ»(Ματθ. δ΄ 23).               

Ἐξέρχεται καί διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν, κηρύσσει τό λόγο τῆς ζωῆς, ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ Διαβόλου» (Πράξ. ι΄ 38).

Ἔξέρχεται καί  μέ τήν Παρουσία Του και  μέ ἕνα μόνον φύσημα τοῦ στόματός Του κονιορτοποιεῖ τόν Διάβολον καί τόν ἐξαφανίζει μαζί μέ τό Διάβολο καί πάντα τά κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ σημεῖα καί τέρατα τοῦ ψεύδους (πρβλ. Β΄ Θεσσαλ. β΄ 8 ἑξ.).

Ὁ πάλλευκος καβαλάρης, ὁ Χριστός, ἔχων τόξον καί τοῦ δόθηκε στέφανος καί ἐξῆλθεν τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ, καί ἐξῆλθεν νικῶν καί ἵνα νικήσῃ. Εἶναι, δηλαδή, Νικητής μέχρι τέλους (Δές περισσότερα στόν Γ΄ τόμ. τῆς Ἑρμηνείας μου στήν Ἀποκάλυψι, Ἀθῆναι 2007 σελ. 124 ἑξῆς).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται στή θεϊκή συγκατάβασι καί στό Θρίαμβο τοῦ Θεανθρώπου, ὁ ὁποῖος πράγματι εἶναι ὁ αἰώνιος Νικητής καί Θριαμβευτής πάνω στό Κακό καί τήν ἁμαρτίαν καί κατά ἕνα τρόπο βρίσκουμε τήν ἀρίστην Ἑρμηνείαν εἰς τό· «ἐξῆλθεν ὀ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ» καί εἰς τό· «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ».

Γράφει στούς Φιλιππησίους ὅτι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, ἑκουσίως ἐξῆλθεν, «ἑαυτόν ἐκένωσεν μορφήν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι γενόμενος, καί σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 7-8). Πάλεψε, ἀγωνίσθηκε ὡς τέλειος ἄνθρωπος. Ἐνσάρκωσε τήν ὑπακοήν στό Θεῖον Θέλημα. Ἔγινε τύπος τοῦ τελείου ἀνθρώπου. Εἰκών τοῦ ἀοράτου Θεοῦ καί ἔφθασε ἀγωνιζόμενος στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό, «ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. β΄ 21). Γι’ Αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, λέγει ὁ Παῦλος, καί ὁ Θεός -Πατήρ, τόν Υἱόν Του καί ὡς ἄνθρωπον «αὐτόν ὑπερύψωσεν καί ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων και καταχθονίων, και πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β΄ 9-11).


Ἐξῆλθεν  ὁ σπείρων. Αὐτό εἶναι τό γεγονός. Ἡ χαρούμενη εἴδησις. Καί ὄχι μόνον ἐξῆλθεν, ἀλλά ἐξῆλθεν νικῶν καί ἵνα νικήσῃ. Εἶναι ὀ νικητής μέχρι τέλους. Ὁ Θριαμβευτής.

Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι, πού ὁμοιάζουν με τό πετρῶδες ἔδαφος, μέ τήν πεπατημένη ὁδό, εἶναι ἀδιάφοροι,  πετρώσανε οἱ καρδιές τους, δέν ἔχουνε καμμία προθυμία, ἀκοῦνε ἁπλῶς τό λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ὕστερα ἔρχεται ὁ διάβολος καί ἀφαιρεῖ τό λόγο ἀπό τίς  καρδιές τους, γιά νά μή  πιστέψουν καί μή σωθοῦν.

Ἄλλοι ὁμοιάζουν μέ τό ἄγονο ἔδαφος, πού δέν ἔχει ὑγρασία, οἱ φιλοπερίεργοι, πού ἀκοῦνε τό λόγο μέ χαρά, ἀλλά δέν ριζώνει μέσα τους,γιά ἕνα διάστημα πιστεύουν καί στή πρώτη δοκιμασία, μέ τόν πρῶτο πειρασμό, ἀρνοῦνται καί τόν Χριστόν καί τόν λόγον Του.  Ἄλλοι πάλιν ὁμοιάζουν μέ τό ἔδαφος πού ἔχει ἀγκάθια. Εἶναι αὐτοί πού ἀκοῦνε τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀρχίζουν νά βαδίζουν στό δρόμο τῆς πίστεως, ἀλλά πνίγονται μέσα στίς  ἀγωνιώδεις φροντίδες, καί στό ἄγχος γιά τήν ἀπόκτησι περισσότερων ὑλικῶν ἀγαθῶν καί κυριεύονται ἀπό  τίς σαρκικές καί βρωμερές ἡδονές τοῦ βίου καί πνίγουν μέσα τους τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί δέν καρποφοροῦν.Μένουν ἄγονοι καί ζοῦν ἐν ἀγωνίᾳ.

Ὑπάρχουν ὅμως καί ἐκεῖνοι, πού ἡ καρδιά τους εἶναι καθαρή, εἶναι γῆ καλή καί ἀγαθή, εὔφορη, πού δέχεται τό σπόρο, τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Καρδιές πού δέχονται καί τόν κατέχουν, τόν κρατοῦν μέσα τους κά καρποφορεῖ καρπούς ἑκατονταπλασίονας. Κρατοῦν στήν καρδιά τους τό ζωοποιό λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀγωνίζονται πιστά ἀκολουθοῦντες τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ στή ζωή τους καί μέ ὑπομονή ξεπερνοῦν ὅλα τά ἐμπόδια καί τίς θλίψεις καί καρποφοροῦν τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης ἀγαθωσύνη, πίστις πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλάτ. ε΄ 22-23).

Ὁ Χριστός ἐξῆλθε τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ. Δέν ἐξαναγκάζει κανέναν νά δεχθῇ τό λόγο Του. Δέν στερεῖ κανέναν ἀπό τήν τροφή τῆς ψυχῆς. Τρέφει καί ποτίζει τά πλάσματά Του. Βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους καί στέλνει τόν Ἥλιο Του ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς. Ὅσοι δέχονται τίς δωρεές Του, ζοῦν ἀπό τώρα τήν ὄντως ζωήν. « Ἀμήν ἀμήν  λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τόν λόγον μου ἀκούων καί πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωήν αἰώνιον, καί εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλά μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ Θανάτου εἰς τήν ζωήν» (Ἰωάν. ε΄ 24).
























Καί εἶναι καιρός νά ἐξετάσουμε ὅλοι τόν ἑαυτό μας. Νά κάνουμε ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον, γιά νά διαπιστώσουμε ἄν εἴμαστε γῆ καλή καί ἀγαθή, ἄν δεχόμαστε καί κρατοῦμε  σφιχτά στήν καρδιά μας τό ζωοποιό λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἄν ἀποδίδουμε τούς καρπούς στόν κατάλληλο καιρό. Ἄν δέν δεχόμαστε στήν καρδιά μας τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, καλόν εἶναι, ὅσο εἶναι καιρός, νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό καί τό λόγο Του καί νά  κάνουμε «πρᾶξι» το Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης, στή ζωή μας, γιά νά βρῇ ἀνάπαυσι ἡ ψυχή μας.

Εἶναι καιρός νά δεχθοῦμε τόν «Ἐρχόμενον», τόν αἰώνιον Νικητήν καί νά προσφέρουμε δάκρυα εὐγνωμοσύνης στό Λυτρωτή μας καί Θεό, γιά τήν

ἄφατη μακροθυμία καί συγκατάβασί Του καί ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδία νά Τόν ὑμνοῦμε και νά Τόν δοξάζουμε λόγῳ καί ἔργῳ, ὡς Θεόν εἰς τούς αἰῶνας. Διότι Σ’ Αὐτόν καί μόνον Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. ’Αμήν.





Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2018

« ΠΡΟΣΕΧΕ ΣΕΑΥΤῼ» (Δευτερ. στ΄12. η΄11).






«Μή ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου»

(Δευτερ. στ΄ 12. η΄ 11)


Πρόσεχε στόν ἑαυτό σου.
Ζήτησες τή συμβουλή μου
καί στή δίνω μέ χαρά.
Πραγματικά, ναι.
Ἕνας καί μοναδικός
Εἶν’ ὁ δρόμος τῆς ζωῆς.
Ὁ Χριστός.
Αὐτός καί μόνον Αὐτός
εἶναι ἡ Ὁδός καί ἠ Ἀλήθεια,
ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, τό
Φῶς καί ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου.
Αὐτός εἶν’ ὁ ἰσχυρός Θεός,
ὁ  Θαυμαστός Σύμβουλος,
ὁ Ἐξουσιαστής, ὁ Ἄρχων τῆς
εἰρήνης, ὁ Ἐλευθερωτής.
Αὐτός καί μόνον Αὐτός
μᾶς  ἐλευθερώνει
ἀπό κάθε μορφή δουλείας.
























Πρόσεχε στόν ἑαυτό σου,
καί μήν ξεχνᾶς ποτέ ποιος εἶν’
Αὐτός, ὁ καταβάς ἐξ οὐρανοῦ
καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ.
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς.
Αὐτός πρῶτος μᾶς ἀγάπησε καί
«ἐκένωσεν ἑαυτόν, ὁ τέλειος Θεός,
γενόμενος  τέλειος ἄνθρωπος.
Σαρκώθηκε ἡ Ἀγάπη καί γίνεται,
γιά χάρι μας ὑπήκοος μέχρι θανάτου,
θανάτου δέ σταυροῦ, τύπος καί
ὑπογραμμός, ὑπόδειγμα ἁγιότητος,
σέ ὅλους μας ζωντανό παράδειγμα
σέ ὅλα. Ἐνσαρκώνει τήν ὁδόν τῆς
ὄντως ζωῆς. Καί πρῶτος Αὐτός
ἀγωνιζόμενος φθάνει στήν Κορφή,
στό Γολγοθᾶ, στό Θεό.
Καί μᾶς καλεῖ κοντά Του.
Αὐτός πρῶτος μᾶς ἀγάπησε, καί
Σταυρώθηκε Αὐτός γιά μᾶς,
«ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὑπογραμμόν
ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν
Αὐτοῦ» (Α΄Πέτρ. β΄21) καί «μᾶς ἔλουσε
καί μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό αἷμα Του
ἀπό τίς ἁμαρτίες μας καί
μᾶς κατέστησε βασιλεῖς καί ἱερεῖς
τῷ Πατρί Αὐτοῦ» (Ἀποκ. α΄ 5-6).
Οὔτε στιγμή δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε
τόν Κύριον, τόν ἀληθινόν Θεόν,
τόν Λυτρωτήν μας.
Αὐτός μᾶς ὁδηγεῖ εἰς ζωῆς πηγάς
ὑδάτων καί χρέος μᾶς εἶναι νά
ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Του.
Αὐτός μᾶς ἔδωκε στολή ἀπό βύσσινον
λαμπρόν  καθαρόν (Ἀποκ. ιθ΄ 8)
Χρέος μας εἶναι νά διαφυλάσσουμε
καθαρόν τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας,
πού μᾶς ἐδόθη χάρις στή Θυσία Του.
Δυστυχῶς ὅμως, δέν προσέχουμε.
Ξεχνᾶμε τόν Κύριο, τό Λυτρωτή μας.
Καί πολλές φορές χραίνουμε τῆς
ψυχῆς μας τήν στολήν καί χάνουμε
τήν αἴσθησι τῆς ζωντανῆς  Του
Παρουσίας στή ζωή μας. Καί τότε;
Τότε πραγματικά χανόμαστε...
Γι’αὐτό, ἀδελφέ μου πρόσεχε σεαυτῷ.
Καθάριζε τή λάσπη καί κάθε εἴδους
Λέπρα ἀπ’ τήν ψυχή σου.
Δέξου τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει
κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο.
Βάδιζ’  ἐμπρός, στό δρόμο τῆς Ζωῆς,
τή στενή καί τεθλιμμένη Ὁδό τῆς χαρᾶς,
καί μή γυρίζῃς πίσω στό σκοτάδι.
Ἡ εὐρύχωρη Ὁδός σέ ὁδηγεῖ στόν Ἅδη.
Ἀκολούθει τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ.
Κάνε πρᾶξι τήν Ἀγάπη.
Φρόντιζε τήν ἀθάνατη ψυχή σου.
Μήν ἀφήσῃς νά ἐμφιλοχωρήσῃ
στήν ψυχή σου πονηριά.
Πρόσεχε στόν ἑαυτό σου.
Πρόσεχε τίς θυρίδες, δι’ ὧν εἰσέρχεται
στήν ψυχή καί τή ζωή σου ὁ Θάνατος
(Ἱερεμ. θ΄ 21). Ἔχει ἐκ τῶν πραγμάτων
(de facto) ἀποδειχθῇ πώς ἡ εὐρύχωρη
Ὁδός εἶναι ὁδός Παραφροσύνης.
Ὁδηγεῖ σταθερά στή σύγχυσι, τήν
Ταραχή, στή θλῖψι καί στόν πόνο.
Ὁδηγεῖ στό χαμό, στήν ἄβυσσο τῆς
αἰώνιας Ὁδύνης, ὁδηγεῖ σταθερά
στόν τόπο τῆς βασάνου.
Τί κερδίζει ὁ ἄνθρωπος μέ τό μῖσος
καί τή σκληροκαρδία του;
Γυμνός ἐξέρχεται ἐκ κοιλίας μητρός
αὐτοῦ καί γυμνός ἐπιστρέφει στή γῆ.
Δές , λοιπόν, ἄνθρωπε, ὅσο εἶναι καιρός.
τήν πικρή αὐτή  ἀλήθεια καί «πρόσεχε
σεαυτῷ, μή ἐπιλάθῃ Κυρίου τοῦ Θεοῦ Σου»
Πρόσεχε τήν ἀθάνατη ψυχή σου καί
μήν ξεχνᾶς ποτέ Κύριον τόν Θεόν σου.
Ἄνοιξε τήν καρδιά σου στό Χριστό, καί
κάνε «πρᾶξι» τά ἅγια Προστάγματά Του
Καί δόξαζε  καί λάτρευε τό Λυτρωτή
«ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», μέ ὅλη τήν
καρδιά σου, γιατί μόνον Σ’Αὐτόν ἀνήκει
ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς πάντας
τούς αἰῶνας. Ἀμήν.









Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

Ο ΤΕΛΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΤΗ ΓΗ



ΠΩΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ  ΓΙΝΕΤΑΙ ΘΕΟΣ
ΚΑΤΑ ΧΑΡΙΝ.



«Πλήν ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν

καί ἀγαθοποιεῖτε καί δανείζετε μηδέν 

ἀπελπίζοντες, καί ἔσται ὁ μισθός ὑμῶν

πολύς, καί ἔσεσθε υἱοί ὑψίστου, ὅτι

αὐτός  χρηστός ἐστιν ἐπί τούς ἀχαρίστους

καί  πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες,

καθώς καί ὁ Πατήρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστι»

(Λουκ. στ΄ 35-36. Ματθ. ε΄ 43-48).



Ὁ Πάνσοφος καί πανάγαθος Θεός ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ»(Γενέσ. α΄ 26). Δημιούργησε τόν ἄνθρωπον μικρόν Θεόν, μικρόν δημιουργόν, Τόν προίκισε μέ νοῦν, γιά νά διακρίνῃ τό Καλόν ἀπό τό Κακόν καί ἐλευθερίαν βουλήσεως, ὥστε νά μπορῇ νά ἐκλέγῃ καί νά εἶναι ὑπεύθυνος τῆς ἐκλογῆς του.

Τό «κατ’ εἰκόνα», σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῶν Πατέρων, σημαίνει ὅτι εἶναι «δυνάμει Θεός», ὅτι ἔχει ὅλες τίς δυνατότητες νά ἐργασθῇ καί νά γίνῃ Θεός κατά χάριν. Τό «καθ’ ὁμοίωσιν» σημαίνει νά θέση σέ λειτουργία τίς δυνατότητές του, μέ τή θέλησί του, νά ἐργασθῇ καί νά φθάσῃ ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν». 

Τί σημαίνει ὅμως πορεία ἀπό τό «κατ’  εἰκόνα» εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν»;  

Σημαίνει ὑπακοή στό θεῖον Θέλημα, ὑπακοή στήν Ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, σημαίνει πορεία ἐπί τῆς Ὁδοῦ τῆς Ζωῆς ἀπό τό Α πρός τό Ω. Ἡ ὑπακοή στό Θεῖον Θέλημα εἶναι ἀπόδειξις τῆς τέλειας Ἀγάπης, ἡ ὁποία διαφυλάσσει τήν κοινωνίαν, τήν σχέσιν καί ἕνωσιν  τοῦ πλάσματος μέ τόν Πλάστην καί Εὐεργέτην Θεόν. Διά τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα ἀπολαμβάνει ὁ ἄνθρωπος τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, τήν αἰωνίαν μακαριότητα. 



Ἐπειδή ὅμως ὁ «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν  οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,21). Ἐπειδή δέν βάδισε καί δέν βαδίζει ἐπί τῆς Ὁδοῦ τῆς ζωῆς καί, διά τῆς παρακοῆς στό Θεῖον Θέλημα, ξεντύθηκε τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί φόρεσε τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς. Ἐπειδή κάνοντας κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας του χωρίσθηκε καί χωρίζεται, ἀπομακρύνθηκε καί ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Ἕνα καί μόνον ἀληθινόν  Θεόν, ἀπό τόν Δημιουργόν του  καί ὁλοταχῶς ὁδεύει πρός τήν ἀπώλειαν, πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰωνίας Ὁδύνης, διά τοῦτο ὁ Οἰκτίρμων καί Ἐλεήμων Θεός τόν εὐσπλαγχνίζεται καί σπεύδει νά τόν ἀνασύρῃ ἀπό τήν ὑλύν βυθοῦ εἰς τήν ὁποίαν ἔχει ἐμπαγῇ.



Σπεύδει, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ Του, νά τόν ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος, νά τόν ἀπαλλάξῃ ἀπό τήν Ὀδύνη καί τόν Πόνον, ἀπό τή φθορά καί τόν Θάνατον , καί νά τόν ὁδηγήσῃ  εἰς τόπον ἀναψυχῆς.

Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός φανερώνεται ἐν σαρκί. Ἐνσαρκώνει τήν Δικαιοσύνην, τήν Ἀνεξικακίαν καί πάνω ἀπό ὅλα τό Ἔλεος. Ἐνσαρκώνει τήν τελείαν, τήν ἄπειρη ἀγάπη καί πρός τούς ἐχθρούς. Γίνεται ὐπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὐπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (Ἰωάν. α΄ 14. Α΄ Τιμόθ. γ΄16. Φιλιπ. β΄ 6—11. Α΄  Πέτρ. β΄ 21).

Ἐνσαρκώνει τήν τελειότητα καί γίνεται τύπος καί ὐπογραμμός, ὑπόδειγμα τοῦ τελείου ἀνθρώπου. Γίνεται ἡ Ὁδός τῆς τελείας Ἀγάπης.  Καταδέχεται


Σταυρόν καί Θάνατον, γιά νά μᾶς διδάξῃ τήν δικαιοσύνην, τήν Ἀνεξικακίαν καί τήν Ἀγάπην καί πρός τούς ἐχθρούς, γιά νά μᾶς διδάξῃ τό ΕΛΕΟΣ.  Γιά νά ἀνασύρῃ μέσα ἀπό τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας τόν σύμφυτον  Νόμον τῆς ἀγάπης, τόν σύμφωνον μέ τή φύσι μας , τόν ὁποῖον ἐφύτεψε ὁ Δημιουργός μέσα στήν καρδιά μας μέ τό Θεῖον ἐμφύσημα. Μᾶς βοηθεῖ νά ἀκούσουμε τή φωνή τῆς ἠθικῆς μας συνειδήσεως, τήν φωνήν τοῦ Θεοῦ, τόν νόμον τοῦ νοός, πού εἶναι χαρά καί εἰρήνη. Καί ἐμπτυόμενος, ραπιζόμενος, βλασφημούμενος , ὑψοῦται εἰς τό ξύλον τοῦ Σταυροῦ, κεντᾶται τήν πλευράν, ποτίζεται ὄξος μετά χολῆς μεμιγμένον  καί προσεύχεται ὁ ἀνεξίκακος καί Εὐεργέτης Κύριος, γιά τούς σταυρωτές Του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι»  (Λουκ κγ΄ 34), γιά νά κηρύξῃ σέ ὅλους ἐμᾶς τήν ἀνεξικακία   καί τό Ἔλεος, τήν τελείαν ἀγάπην καί πρός τούς ἔχθρούς καί νά μᾶς πῆ:

«Πλήν ἀγαπᾶτε τούς ἔχθρούς ὑμῶν...» (Ματθ. ε΄ 44).

«Ἁγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἐγώ ἠγάπησα ὑμᾶς καί  ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους»( Ἰωάν. ιγ΄ 34 ) καί

«Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωάν. ιγ΄ 35).

Αὐτή ἡ ἐσταυρωμένη Ἀγάπη εἶναι ἡ Ὁδός ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα»  εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν». Ἡ πορεία ἐπί τῆς Ὁδοῦ τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἀπό τό Α πρός τό Ω, εἶναι ὀ τρόπος διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος γίνεται Θεός κατά χάριν.

Καί τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας στή γῆ εἶναι ἡ Θέωσις, ἡ ὁμοίωσις μέ τόν Θεόν κατά τάς ἀρετάς καί τό Πῶς  ὁ ἄνθρωπος γίνεται  Θεός μᾶς διδάσκει ὀ Χριστός μέ τή σταυρική Του Θυσία. Ἡ «πρᾶξις» τῆς γνησίας ἀγάπης «Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον», λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Καί ὅπως λέγει ὀ ἱερός Χρυσόστομος, τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ἤγουν τῆς «γνησίας Ἀγάπης, ἴσον Οὐδέν».

Καιρός,  λοιπόν, νά γίνουμε οἰκτίρμονες, καθώς

καί ὁ Πατήρ ἡμῶν οἰκτίρμων ἐστι» (Λουκ.στ΄36).

Καιρός νά ἀγαπήσουμε καί τούς ἐχθρούς μας, ὅπως ὁ Χριστός μᾶς ἀγαπᾶ μέχρι σταυροῦ καί θανάτου. Διότι «Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι  ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε», «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (Ρωμ. ε΄ 8. Α΄ Πέτρ.β΄21). Καιρός νά ἀκολουθήσουμε τήν Ὁδόν τῆς ζωῆς, ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν».

Καιρός νά γίνουμε υἱοί Ὑψίστου, διά τῆς ὑπακοῆς εἰς τό Θεῖον Θέλημα. Νά κάνουμε «πρᾶξι» τήν ἀγάπην καί πρός τούς ἐχθρούς, «ὅτι αὐτός χρηστός ἐστιν ἐπί τούς ἀχαρίστους καί πονηρούς» (Λουκ. στ΄ 35) καί «ὅτι τόν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους»(Ματθ. ε΄ 45). Νά Πῶς ὁ ἄνθρωπος γίνεται Θεός κατά χάριν, «υἱός τοῦ πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. ε΄ 45).

Καιρός εἶναι, λοιπόν, νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του.

Καιρός νά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας τό μῖσος, νά καθαρίσουμε τή λάσπη, νά ἐκτοπίσουμε ἀπό τή ζωή μας τίς ἔριδες, τίς ἔχθρες, τούς Ἐγωϊσμούς, τά βρωμερά μας πάθη. Νά διώξουμε τό πνεῦμα τῆς φιλαρχίας, τά πρωτεῖα ἐξουσίας. Νά διώξουμε τό Διάβολο ἀπό τή ζωή μας.

Νά βασιλεύσῃ στίς καρδιές ὅλων μας  ἡ γνήσια ἀγάπη, ὁ Χριστός, ὁ Ἐξουσιαστής, ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης, ὁ Λυτρωτής μας καί Θεός, τόν Ὁποῖον ὀφείλουμε νά ὑμνοῦμε καί νά δοξολογοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας, διότι μόνον Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ τιμή καί τό Κράτος εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.


Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ζ΄ 11-17).






«ΜΗ ΚΛΑΙΕ».



«Προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν καί ὅτι

 ἐπεσκέψατο ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ» (Λουκ.ζ΄16).



Μᾶς χαροποιεῖ ἡ διαπίστωσις ὅτι μεγάλος Προφήτης φανερώθηκε ἀνάμεσά μας καί ὅτι ὁ Θεός ἐπεσκέφθη τό λαό Του, γιά νά τόν προστατεύσῃ.

Εἶναι ἄπειρη ἀγάπη καί εὐσπλαγχνία ὁ Κύριος καί, ὡς καρδιογνώστης, γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας του δέν κατενόησε τήν τιμήν τῆς λογικῆς του φύσεως καί, κάνοντας κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας του, περιῆλθε στή θέσι τῶν ἀνοήτων κτηνῶν καί ἔγινε ὅμοιος μέ  αὐτά κατά τήν σκέψι καί τήν ἀνοησίαν (ψαλμ. 48, 15).

Διά τῆς παρακοῆς συσσώρευσε καί συσσωρεύει συμφορές στόν ἑαυτό του καί στούς ἄλλους γύρω του καί ὁδεύει πρός τον αἰώνιο θάνατο. Απομακρύνεται ἀπό τήν Πηγή τῆς ζωῆς, τόν Θεόν.

Ὅμως ὁ Πανάγαθος Θεός εὐσπλαγχνίζεται τά πλάσματά Του. Συγκαταβαίνει καί ἔρχεται κοντά μας, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά δεινά τῆς ἀποστασίας καί νά μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τόν Παράδεισο, νά κάμη τήν ψυχή καί τή ζωή μας Παράδεισο. Εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος: «Ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰωάν. α΄14).

Πράγματι διά τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, «ἐπεσκέψατο ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ». Ἔρχεται κοντά μας «ἐν σαρκί ἐληλυθώς» (Α΄Ἰωάν. δ΄ 2).



Ἔρχεται κοντά μας ἀθόρυβα, μέ στοργή καί τρυφερότητα, καί σπογγίζει τά δάκρυά μας, ἁπαλύνει τόν πόνο μας, θεραπεύει τά τραύματά μας, μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τά δεινά, πού σωρεύει στήν ψυχή καί τή ζωή μας ἡ ἁμαρτία καί γίνεται σέ μᾶς τύπος καί ὑπογραμμός, γιά νά ἀκολουθήσουμε τά Χνάρια Του καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τό Θάνατο. Προϋπόθεσις εἶναι νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας, νά πιστέψουμε στό Ὄνομά Του, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι».

Ἐπαναλαμβάνω καί ἐδῶ αὐτό, πού σᾶς γράφω πάντοτε, ὥστε νά γίνη σέ ὅλους «βίωμα» ὅτι «Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ Ἀνάστασις,  ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα». Ἔρχεται ἡ Ζωή σέ συνάντησι μέ τό Θάνατο καί ἐξαφανίζει τό Θάνατο.



Μέ τό θάνατο καί τήν Ἀνάστασί Του καταργεῖ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολον καί μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τό φόβο τοῦ θανάτου, στόν ὁποῖον ὅλοι μας εἴμαστε ὑπόδουλοι σέ ὅλη μας τή ζωή (πρβλ. Ἑβρ. β΄ 14-15). Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς καί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή καί ὅτι ἔρχεται κοντά μας, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τή θλῖψι καί τό Θάνατο. Ἔρχεται σέ συνάντησι ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο, ἡ Ζωή μέ τό Θάνατο, ἡ Χαρά μέ τόν Πόνο, ἡ ἀφθαρσία μέ τή φθορά, τό Φῶς μέ τό σκοτάδι.
Ἐνδεικτικό παράδειγμα τῆς συναντήσεως αὐτῆς εἶναι ἡ συνάντησις π.χ. στό μικρό χωριό τῆς Ναῒν, ἐκεῖ ὅπου ὁ Χριστός, ὁ Ἀρχηγός τῆς Ζωῆς συναντᾷ τή συνοδεία τοῦ θανάτου τοῦ μονάκριβου παιδιοῦ τῆς Χήρας.


Ἐκεῖ ὁ Χριστός σταματᾶ τήν θλιμμένη συνοδεία καί  ἀπευθύνεται στήν πονεμένη μητέρα καί τῆς λέγει μέ τρυφερότητα καί στοργή: «Μή κλαῖε». Θεϊκό τό πρόσταγμα. Ὅλοι ἀποροῦν καί μέ συγκίνησι καί δέος  προσβλέπουν στόν Ἰησοῦν. Καί τότε ἀκούεται τό Πρόσταγμα τοῦ Ἰησοῦ, ὡς φωνή βροντῆς: «νεανίσκε, σοί λέγω, ἐγέρθητι». Καί ἀμέσως ἀνεκάθισεν ὁ νεκρός καί ἤρξατο λαλεῖν, καί τότε ὁ Ἰησοῦς «ἔδωκεν αὐτόν τῇ μητρί αὐτοῦ».
Ὅλοι νοιώθουμε τήν παρουσία τῆς θείας δυνάμεως
μπροστά στό Θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας.
Ὅλοι  κυριευόμαστε ἀπό φόβο Θεοῦ καί μέ  βαθειά συναίσθησι τῆς ἀναξιότητός μας , δοξάζουμε τόν Θεόν, διότι διαπιστώνουμε ὅτι  πράγματι«μεγάλος Προφήτης  φανερώθηκε μεταξύ μας καί ὅτι ἐπεσκέφθη ὁ Θεός τόν λαόν αὐτοῦ».

Πράγματι ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἠ Ἀνάστασις καί ἡ ζωή, ἐπισκέπτεται δέ τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένους καί ἵσταται μπροστά στήν ψυχή τοῦ καθενός μας καί κρούει τήν θύραν. Πεῖνα καί δίψα Του εἶναι ἡ σωτηρία μας. Θέλει νά ἀκουσουμε τή φωνή Του καί τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Μᾶς βεβαιώνει δέ ὅτι ἐάν ἀκούσουμε τή φωνή Του καί Τοῦ ἀνοίξουμε τή θύρα θά εἰσέλθῃ καί θά κατασκηνώσῃ στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας. Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τή Χαρά, τήν ἀγαλλίασι καί τήν εὐφροσύνη, πού νοιώθει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἔχῃ στήν καρδιά του τό Χριστό; 


Ὁ Χριστός εἶναι τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος, ὁ Πρῶτος καί ὀ Ἔσχατος, ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ (Ἀποκ. α΄ 8. κα΄6. κβ΄ 13).

Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄ 6), Ὁ Ἴδιος μᾶς ἀπεκάλυψε καί εἶπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ἀνάστασις καί ἡ ζωή», μᾶς ἐβεβαίωσε δέ καί εἶπε ὅτι «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καί πᾶς ὁ ζῶν καί πιστεύων εἰς ἐμέ  οὐ μή ἀποθάνῃ εἰς τόν αἰῶνα» (Ἰωάν. ια΄ 25-26).
Καιρός , λοιπόν, εἶναι νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά Τόν παρακαλέσωμεν νά μᾶς ἀξιώσῃ , ὄχι μόνον μέ τά χείλη, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας, νά Τόν δοξάζωμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.