«Ὁ καρπός τοῦ Πνεύματός ἐστιν ΑΓΑΠΗ,
ΧΑΡΑ, ΕΙΡΗΝΗ, ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ, ΧΡΗΣΤΟΤΗΣ, ΑΓΑΘΩΣΥΝΗ, ΠΙΣΤΙΣ, ΠΡᾼΟΤΗΣ, ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ».
Εἶναι
ὁλοφάνερο ὅτι, ὅταν οἱ ἄνθρωποι κυριευθοῦν ἀπό τό φρόνημα τῆς σαρκός, κατά τόν Δαβίδ «ἐμπήγονται εἰς ἰλύν βυθοῦ», βυθίζονται στό Βόρβορο, στή λάσπη, αἰχμαλωτίζονται
στά σκοτεινά ,τά βρωμερά τους Πάθη, καί, «δέσμιοι
τῆς γῆς» καί ἔτσι ὅλοι φθάνουμε στήν ἔσχατη ἀθλιότητα, στήν Ὀδύνη καί τόν
Πόνο.
Διότι, ὅπως
λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «τό φρόνημα τῆς
σαρκός εἶναι θάνατος, εἶναι «ἔχθρα εἰς Θεόν» καί συνεπῶς φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο (παρβλ.
Ρωμ. η΄ 6-7), ὅτι
«τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. στ΄ 23). Τονίζει δέ ὁ Παῦλος ὅτι «ἡ σάρξ
ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος, τό δέ Πνεῦμα κατά τῆς σαρκός» καί ὅτι « εἶναι
φανερά τά ἔργα τῆς σαρκός, (τά ὁποῖα
ὀφείλουμε νά ἀποφεύγουμε) καί αὐτά εἶναι μοιχεία,
πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀσέλγεια, εἰδωλολατρία, φαρμακεία (μαγεία), διάφορες ἐκδηλώσεις
ἔχθρας, φιλονεικίες, ζηλοτυπίες, θυμοί, φατριασμοί, διχόνοιες, αἱρέσεις (διαφωνίες), φθόνοι, φόνοι, μέθες, κῶμοι (ἄσεμνα γλέντια), καί
τά ὅμοια πρός πρός αὐτά (Γαλάτ.
ε΄ 17-21). Καί βεβαιώνει ὁ Ἀπόστολος ὅτι «οἱ τά τοιαῦτα πράσσοντες βασιλείαν Θεοῦ
οὐ κληρονομήσουσιν».
’Αντίθετα
«τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος (εἶναι) ζωή καί εἰρήνη» (Ρωμ. η΄ 6). Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού εἶναι
σύμφωνη μέ τίς ἐπιταγές τοῦ παναγίου Πνεύματος, ἡ πνευματική ζωή, δημιουργεῖ
ζωή καί εἰρήνην. Καί πράγματι ὁ καρπός,
πού παράγει τό Ἅγιον Πνεῦμα, μέ τόν φωτισμόν καί τή Χάρι του καί χορηγεῖ στήν
ψυχήν μας εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη,
μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια. Καί κατά τῶν ἀνθρώπων,
πού ἔχουν τίς ἀρετές αὐτές δέν ἰσχύει νόμος.
Βέβαια
γιά νά κατορθώσῃ ὁ ἄνθρωπος νά παράγῃ τούς καρπούς αὐτούς τοῦ Πνεύματος, θά
πρέπει νά σπάσῃ τά δεσμά του μέ τά Χοϊκά, τά γήϊνα. Ὀφείλουμε νά νεκρώσουμε τά μέλη ἡμῶν τά ἐπί τῆς γῆς. Ὁ
Παῦλος λέγει ὅτι «οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ
τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλατ.
ε΄ 24). Ἀφοῦ νεκρώσουμε τή
σάρκα, νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό καί νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον.
Νά ἀφοσωθοῦμε στό Χριστό. Νά ἀποφασίσουμε νά ποῦμε τό μεγάλο ΝΑΙ στό Θεό καί τό
μεγάλο ΟΧΙ στό Διάβολο. Γι’αὐτό ὀφείλουμε, νοερά.
νά παρακαθήσουμε παρά τούς πόδας τοῦ Ἱησοῦ καί, ἀκούοντες τόν λόγον Αὐτοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν νά
μάθουμε ἀπό Αὐτόν ὅτι
πρᾷός ἐστι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί νά βοῦμε ἀνάπαυσιν στήν ψυχή μας.
Νά ἀποφασίσουμε νά ζοῦμε τήν
πνευματική ζωή, τήν ἐν Χριστῷ ζωήν καί νά μή γιόμαστε κενόδοξοι, ματαιόδοξοι
καί μή προκαλοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά μή φθονοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ἀλλά ἄν
κάποιος ἀδελφός περιπέσῃ σέ πειρασμό, σέ ματαιοδοξία καί φθόνο, ἐμεῖς ὡς
πνευματικοί ἄνθρωποι ὀφείλουμε νά τόν καταρτίζουμε, νά τόν νουθετοῦμε καί νά
τόν παιδαγωγοῦμε μέ πνεῦμα πραότητος, προσέχοντας στόν ἑαυτό μας, μή τυχόν καί
μεῖς περιπέσουμε σ’ αὐτό τόν πειρασμό ἥ ἀκόμη
καί σέ χειρότερη ἁμαρτία. Λυτρωμένοι, μέ τή Χάρι τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά βρωμερά μας
πάθη, ὀφείλουμε νά βαστάζουμε τά βάρη ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου, νά ὑπομένουμε τά ἐλαττώματα
καί τίς ἐνοχλήσεις ὁ ἕνας τοῦ ἄλλου καί ἔτσι, μέ τήν ἀνοχήν καί τήν ὑπομονήν θά
ἐκπληρώσουμε τελείως τόν νόμον τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐντολήν τῆς Ἀγάπης Του.
Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος,
μέ τή Χάρι Του, νά φθάσουμε στό ὕψος αὐτῆς τῆς πνευματικῆς τελειότητος. Εἴθε νά
μᾶς ἀξιώσῃ ἑνωμένοι ο}ι πάντες εἰς «Ἕν» «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ» νά Τόν ὑμνοῦμε
καί νά Τόν δοξάζουμε.
ΕΙΘΕ ! ΓΕΝΟΙΤΟ!
























