Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ




Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ



«Ἐγώ ἔχω βρῶσιν φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε.
Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταί πρός ἀλλήλους· μή τις
ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς·
ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ
πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον»

                                                         (Ἰωάν. δ΄ 32-34).




Ὅπως ἔχουμε πῆ, ὁ Πανάγαθος Θεός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, μᾶς τίμησε  μέ τήν ὑψίστη τιμήν, μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὀμοίωσιν Αὐτοῦ». Ἐμεῖς ὅμως δέν ἐννοήσαμε τήν τιμήν καί δέν ἀκολουθήσαμε τήν Ὁδόν τῆς Ζωῆς. Διαλέξαμε τό Θάνατο. Ὄχι μόνον οἱ πρωτόπλαστοι, ἀλλά καί τά παιδιά τους μέχρι σήμερα, δέν ὁδεύουμε ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», ὥστε ἀπό «δυνάμει θεοί», νά γίνουμε καί «ἐνεργείᾳ θεοί».
Μή νοήσαντες τό ὕψος τῆς τιμῆς, ξεπέσαμε καί ἐξισωθήκαμε πρός τά ἀνόητα καί ἄλογα κτήνη καί ὁμοιωθήκαμε πρός αὐτά. Ζοῦμε σάν κτήνη καί πεθαίνουμε σάν κτήνη.
Ὁ Πολυεύσπλαγχνος Θεός ὅμως, ὡς στοργικός Πατήρ θέλει τή σωτηρία μας. Θέλει νά ἔλθουμε σέ ἐπίγνωσι τῆς Ἀληθείας. Θέλει νά συνειδητοποιήσουμε τή Θεϊκή μας καταγωγή καί διά τῆς ὑπακοῆς  στό Θεῖο Θέλημά Του, νά ἐπιστρέψουμε , μέ τή θέλησί μας κοντά Του καί νά ἀκολουθήσουμε τό δρόμο τῆς Ζωῆς ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», νά πραγματοποιήσουμε δηλαδή τόν τελικόν σκοπόν τῆς ζωῆς μας, νά γίνουμε θεοί κατά χάριν.
«Τόσο πολύ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός-Πατήρ, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ αὐτοῦ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ Πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 16).


Σαρκώθηκε ἡ ἀγάπη, ὁ Χριστός, γιά νά πραγματοποιήσῃ τό Θέλημα τοῦ Πατρός, πού εἶναι ἡ σωτηρία μας. Αὐτός εἶναι ὀ σκοπός τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του. Γίνεται Τύπος καί Ὑπογραμμός. Γίνεται ἡ Ὁδός ἀπό τό «κατ’  εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», ὥστε νά μιμηθοῦμε τό Παράδειγμά Του. Γίνεται ὐπόδειγμα ὑπακοῆς στό Θέλημα τοῦ Πατρός, ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ (Φιλιπ. β΄ 8), «ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ»( παρβλ. Α΄Πέτρ. β΄ 21). Θέλημα τοῦ Πατρός εἶναι ἡ σωτηρία μας. Πεῖνα καί δίψα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ σωτηρία μας.
Στήν Πηγή τοῦ Ἰακώβ ἔξω ἀπό τή Σαμάρεια, οἱ Μαθητές Του, τοῦ πρόσφεραν τροφή καί Ἐκεῖνος, μέ τρυφερότητα τούς εἶπε:
«Ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε».
Ποιός θά μποροῦσε, ἀλήθεια, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, νά καταλάβῃ τό βαθύτερο νόημα τοῦ λόγου Του; Ποιός θά μποροῦσε νά ἐννοήσῃ τόν κεκρυμμένο Θησαυρό τῆς τρυφερότητος καί τῆς ἄπειρης ἀγάπης, πού κρυβόταν στήν πρότασι αὐτή;
Ἀπόρησαν οἱ μαθηταί καί σιγομιλῶντας μεταξύ τους ἔλεγαν:  Μήπως, κατά τήν ἀπουσία μας, τοῦ ἔφερε κάποιος ἄλλος φαγητό καί ἔφαγε;
Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπεκάλυψε σ’ αὐτούς, ποιό, πραγματικά, εἶναι τό δικό Του φαγητό, τό ὁποῖο Τόν χορταίνει καί τόν τρέφει: Τό δικό μου φαγητό εἶναι νά πράττω τό θέλημα Ἐκείνου, πού ἔστειλε στόν κόσμο καί νά φέρω σέ τέλειον πέρας τό ἔργο Του, τό ὁποῖον εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.



Φαγητό καί πιοτό, πεῖνα καί δίψα τῆς Ψυχῆς μου εἶναι τό Θέλημα τοῦ Οὐρανίου Πατρός, δηλαδή ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἡ σωτηρία κάθε ψυχῆς, πού διψᾶ τή σωτηρία της. 
Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ἔρχομαι κοντά σας, και περιπατῶ ἐν ἀγάπῃ, καί παραδίδω, ἀπό ἀγάπη γιά σᾶς, τόν ἑαυτόν μου στό Σταυρικό Θάνατο, προσφοράν καί θυσίαν  εἰς τόν Θεόν εἰς ὀσμήν εὐωδίας (Ἐφεσ. ε΄1-2), γιά νά μέ μιμηθῆτε, γιά νά ἀκολουθήσετε τά ματωμένα Χνάρια μου καί νά φθάσετε στό ὕψος τῆς Θεότητος, καί μέ τή θέλησί σας, νά γίνετε θεοί κατά χάριν. Γι’ αὐτό καί ὁ Παῦλος μᾶς συνιστᾶ λέγων: «Γίνεσθε οὖν μιμηταί τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά, καί περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ (καί κάνετε στή ζωή σας «πρᾶξι» τήν ἀγάπη) καθώς καί ὀ Χριστός...»(Ἐφεσ. ε΄1-2).
Εἷναι καιρός νά γίνῃ καί δική μας πεῖνα καί δίψα τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Εἶναι καιρός νά μιμηθοῦμε τόν Χριστόν. Εἶναι καιρός νά ἀπεκδυθοῦμε τήν φθοράν, νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον. Καί ὅπως λέγει ὁ Παῦλος «νά ἀποθέσουμε  σάν ἄλλο ἔνδυμα ἀκάθαρτον τόν παλαιόν τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπον, νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό κάθε εἴδους ἁμαρτίαν, νά καθαρίσουμε τό νοῦ καί τήν καρδιά μας , μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ καί νά ἐνδυθοῦμε τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσ. δ΄ 22-24).


Νά μιμηθοῦμε τόν Χριστόν καί νά φθάσουμε μαζί Του ἀπό τό «κατ’εἰκόνα» εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν»  νά πραγματοποιήσουμε τό θέλημα τοῦ Πατρός καί νά γίνουμε θεοί κατά χάριν.
Εἶναι δέ καιρός νά συνειδητοποιήσουμε τήν θεϊκή συγκατάβασι, τή Σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ, καί, ἀσιγήτως, νά δοξάζουμε τήν Ἀνάστασίν  Του.









Σάββατο 9 Μαΐου 2020

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΤΙΜΙΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΟΥ ΓΟΝΑΤΙΖΩ






ΜΕ ΠΙΣΤΙ ΠΡΟΣΚΥΝΩ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΖΩ




Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός, ὁ Κύριος καί Θεός μου, τολμῶ, ὁ ταλαίπωρος, συντετριμμένος καί ταπεινά ἔρχομαι καί μπροστά στόν τίμιον Σταυρόν Σου γονατίζω καί μέ πίστι προσκυνῶ καί δακρύζω.







Βαρειά εἶναι τά μάτια μου, βαρειά ’ναι κι’ ἡ ψυχή μου, ἀπό τίς ἁμαρτίες μου καί δέν μπορῶ νά ἀναβλέψω καί νά δῶ τόν αἰθέρα τοῦ οὐρανοῦ...
Στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς, μέσα μου φωλιάζει τό Κακό, ὁ Ὄφις ὁ ἀρχαῖος, πού κατατρώγει καί θανατώνει ὅ, τι καλό ὐπάρχει ἐντός μου.Τό φρόνημα τό σαρκικό θεριεύει μέσα μου καί μέ κατασπαράσσει. Ἡ καρδιά μου αἱμορροεῖ, αἱμάσσει. Παλεύω, ἀγωνίζομαι πολύ σκληρά, μέ τόν  κακό μου ἑαυτό, μέ τόν κόσμο καί τό Διάβολο καί σ’ αὐτή τήν ὀδυνηρή μου πάλη, «οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω...Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος· τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;...»
Κύριέ μου, ποιός θά μέ ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχω ἐμπαγῆ, ἄν ὄχι ἐσύ, ἀνθρωποκυνηγέ, πού Σταυρώθηκες ,γιά μένα! ...














Ποιός θά μέ λυτρώσῃ ἀπό τήν τόση Ὀδύνη καί θά μέ ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς», «ἐπί  ζωῆς πηγάς ὑδάτων;» Ποιός θά σπογγίσῃ τά δάκρυά μου; Ποιός θά ἁπαλύνῃ τόν πόνον μου, ἄν ὄχι Σύ, πού ὑπέμεινες, γιά χάρι μου, τήν  Ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ;



Ποιός ἄλλος, ἐκτός ἀπό Σένα, Κύριε, θέλει καί μπορεῖ νά σβύσῃ τή φωτιά πού  ἀνάβει μέσα μου ἡ Παραφροσύνη τῶν παρανοήσεων καί τῶν παρεκτροπῶν; Σ’ αὐτή τήν ἄβυσσο βυθίζεται καί δέν βρίσκει ἀνάπαυσι ἡ ταλαίπωρη ψυχή μου...
Σέ Σένα προστρέχω, μοναδική μου ἐλπίδα, Κύριέ μου Ἰησοῦ, καί  μπροστά στόν Τίμιο Σταυρό Σου γονατίζω, μέ πίστι, προσκυνῶ καί δακρύζω, καί, μέ κραυγές ἀπογνώσεως, κράζω, Κύριε, μήν ἀργοπορῇς. Εὐσπλαγχνίσου με, Κύριε, καί, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με, ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος.
Ἐκτός ἀπό Σένα, δέν ἔχω καί δέν θέλω νά ἔχω ἄλλον κανένα. Ἄκουσε, Κύριε, τίς ἄναρθρες κραυγές μου. Δέξου τή δέησί μου καί μή ἐγκαταλείπῃς με. Πολλές φορές, θεωρῶ χαρές, πράγματα, πού εἶναι «σκωλήκων βρῶμα καί δυσωδία». Θολώνει ὁ νοῦς μου καί θαλασσοπνίγομαι. Φώτισε τά σκοτάδια μου, λάμπρυνε τήν ἄχαρη ψυχή μου. Δέν εἶναι λίγοι οἱ ἐχθροί μου. Εἶναι δαίμονες καί δαιμονάνθρωποι πολλοί, ἕτοιμοι νά μέ κατασπαράξουν. Κύριε, «ἔρχου ταχύ». Μοῦ τό ὑποσχέθηκες. Μέ ἐβεβαίωσες, πώς θἆσαι παντοτινά μαζί μου. Παίρνω Θάρρος  καί γονατίζω μπροστά στόν τίμιον Σταυρό Σου, γιατί μοῦ εἶπες, ὄχι μόνον ὅτι εἶσαι ὁ Θεός μου καί ὅτι  ἐγώ  εἶμαι δικός Σου δοῦλος, ἀνάξιος μέν, ἀλλά δικός Σου, ἀλλά μοῦ εἶπες καί ὅτι δέν θά μέ ἀφήσῃς ἀπροστάτευτο, δέν θά μέ  ἐγκαταλείψῃς ποτέ καί ὅτι πρίν ἀκόμη σέ καλέσω σέ βοήθεια, θἆσαι δίπλα μου, θἆσαι κοντά μου. Καί τώρα Ἔλεος Σοῦ ζητῶ. ὅχι γιατί τό ἀξίζω, ἀλλά «ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός Σου», γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ. Ἐσύ εἶσαι ἡ ζωή μου καί ἡ  εἰρήνη μου, ἡ ζωή, τό Φῶς καί ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Θέλω νά κουρνιάσω στά πόδια Σου. Θέλω νά Σ’ ἀγκαλιάσω καί δέν μπορῶ. Σ’ ἄνοίγω τήν καρδιά μου κι’ ἀδημονῶ...Τό Ἔλεός Σου  λαχταρῶ. Τή θεϊκή σου συγκατάβασι προσμένω. Ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης καί τῆς Καλωσύνης, «ἔρχου ταχύ». Ἐσένα ζητῶ, τό φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Δέν ἀντέχω ἄλλο τό σκοτάδι.
Ἐσύ εἶσαι τό Φῶς μου καί ὁ Θεός μου. Δόξα Σοι.
Ἰησοῦ μου, ἔλα κοντά μου, Ζωή καί Χαρά μου.
Ἔλα μέσα στήν καρδιά μου, Σέ παρακαλῶ καί
Κάψε τό ἄχυρον τῶν ἔργων μου, ὦ Ἐλεήμων!
Ἐλέησον, Θεέ μου κι’ ἐμέ τόν ἐλεεινόν, τόν γυμνό
καί πτωχό καί τυφλό. Φώτισέ μου τό σκότος...
Λαχτάρα μου εἶναι νά Σέ δοξάζω, Κύριε τῆς Δόξης.      
Ἔλα στήν καρδιά μου, μεῖνε κοντά μου, μόνη μου
 παρηγοριά. Μεῖνε κοντά μου, μόνη Χαρά μου.
Μεῖνε κοντά μου παντοτινά! ...


















Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

ΒΑΡΥΣΗΜΑΝΤΟΝ,ΣΩΣΤΙΚΟΝ,ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΕΡΩΤΗΜΑ







«ΘΕΛΕΙΣ ΥΓΙΗΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ;»

(Ἰωάν. ε΄ 1-16).



Ὁ Πάνσοφος καί Πανάγαθος Θεός, ὁ Δημιουργός τοῦ Σύμπαντος κόσμου, τό ὑπέρτατον Ἀγαθόν, ὁ Πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ Παρών, τό Ὑπερκόσμιον Προσωπικόν Ὄν, ὁ Ἕνας καί Μόνος Ἀληθινός Θεός, ἡ Αὐτοαλήθεια, ἡ Αὐτοζωή, ὁ ὄντως ἀεί Ὤν, ἔπλασε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ», μικρόν Θεόν, μικρόν δημιουργόν. Τόν ἔπλασε «δυνάμει» Θεόν καί τόν καλεῖ νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ» Θεός. Τόν Τίμησε μέ «νοῦν» καί «ἐλευθερίαν» καί, ὡς Ἄπειρη ἀγάπη, τοῦ χαράσσει τήν Ὁδόν ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν» καί τοῦ συνιστᾶ νά κάμῃ καλήν χρῆσιν τοῦ νοός καί τῆς ἐλευθερίας του, ὥστε, μέ τή θέλησί του, νά πραγματοποιήσῃ τόν τελικό σκοπό τῆς ζωῆς του, δηλαδή  ἀπό «δυνάμει θεός», νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ θεός» καί νά ἔχῃ τή χαρά τῆς συνδημιουργίας. Τόν τίμησε δέ καί μέ τό Φῶς, τό ὁποῖον ἔθεσεν ἐπί τῆς Ὁδοῦ, τήν Ἐντολήν, ὡς «ὕλην εἰς τό αὐτεξούσιον», ὥστε νά βλέπῃ, νά μή σκονδάπτῃ καί, ἀπροσκόπτως, νά γίνῃ κατά χάριν θεός.  Ὁ ἄνθρωπος ἔχει «τό δυνατόν τοῦ ἀποθανεῖν» καί «τό δυνατόν τοῦ μή ἀποθανεῖν».

Παραθέτει ἐνώπιόν του τήν Ζωήν καί τόν Θάνατον. Εἶναι ἐλεύθερος νά διαλέξῃ τήν ζωήν ἤ τόν Θάνατον καί εἶναι ὑπεύθυνος τῆς ἐκλογῆς του.

Τόν τίμησε τόσον, ὥστε, μέ τήν ὑπακοήν εἰς τήν Ἐντολήν, νά μεταβάλῃ τήν ὕλη σέ πνεῦμα καί νά γίνεται, μέ τή  Χάρι τοῦ Θεοῦ, καί μέ τή Θέλησί του, θεός.

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δέν κατενόησε τήν τιμήν, μέ τήν ὁποίαν τόν τίμησεν ὁ Θεός. Καί τότε εἰς τόν Παράδεισον καί τώρα, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία. Δεν ἀκολουθεῖ  τήν Ὁδόν τῆς ζωῆς, τήν ὁδόν τῆς ὑπακοῆς. Ἐκτρέπεται, ἐκτροχιάζεται, ἁμαρτάνει. Παραβαίνει τήν Ἐντολήν τῆς ζωῆς. Ξεντύνεται τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ντύνεται τήν φθοράν. Δέν κατενόησε τό κατ’εἰκόνα καί ἔπεσε ἀπό τό ὕψος τῆς τιμῆς, πολύ χαμηλά καί ἐξίσωσε τόν ἑαυτόν του πρός τά ἀνόητα κτήνη, πού δέν ἔχουν νοῦν καί λογικόν καί ὁμοιώθηκε μέ αὐτά, ζῶντας ὡς κτῆνος καί ἀποθνήσκοντας ὡς κτῆνος.




Ὁ Προφήτης Δαυῒδ λέγει: «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48, 13,21). Ἔτσι, ἀντί νά ὁδεύει, μέ τή Θέλησί του, ἐπί τῆς Ὁδοῦ τῆς ζωῆς,  ἀπό τό «κατ’εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», ἀκολουθεῖ τό δικό του δρόμο καί ὁδεύει πρός τήν ἀποκτήνωσιν, ὁδεύει πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.

Ἐπειδή ὅμως ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, ὡς φιλόστοργος

Πατέρας, «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4), μᾶς εὐσπλαγχνίζεται καί, ἀπό ἄπειρη, γιά τά πλάσματά Του Ἀγάπη, ὁ Υἱός καί Λόγος Αὐτοῦ, ὁ τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, ἐνσαρκώνεται ἡ Ἀγάπη, γίνεται, γιά χάρι μας, ὁδός ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα» εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», γίνεται ὑπήκοος εἰς τόν οὐράνιον Πατέρα, «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ», Τύπος καί ὑπογραμμός ἐν πᾶσιν, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον»(Φιλιπ. β΄ 5-11. Ἰωάν. γ΄16).


Ὁ Πανάγαθος, μᾶς δίδει εὐκαιρίαν, νά πιστέψουμε στό Χριστό καί, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά μιμηθοῦμε τόν Χριστόν. «Νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον, καί νά ἐνδυθοῦμε τόν Νέον, τόν καινόν ἄνθρωπον, τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσ. δ΄ 22-24) καί νά γίνουμε  θεοί κατά χάριν.



Ὁ Χριστός εἶναι τό Φῶς καί μᾶς ὁδηγεῖ, μέ τό ζωοποιό λόγο Του, πού εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς μας, ἴαμα, θεραπεία. Ἐνῷ, ὡς Παντοδύναμος, μπορεῖ νά μᾶς ἐξαναγκάσῃ νά Τόν ἀκολουθήσουμε, δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό Αὐτεξούσιον». Καί ἐπειδή ὡς Πανάγαθος θέλει τή σωτηρία μας, μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς καλεῖ ὅμως νά Τόν ἀκολουθήσουμε, μέ τή θέλησί μας, χωρίς κανέναν ἀπολύτως ἐξαναγκασμό, «Ὅστις θέλει...»(Μάρκ. η΄ 34).
Μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι θά βροῦμε ἀνάπαυσιν κοντά Του καί θά μάθουμε ὅτι εἶναι πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί ὅτι ἡ ἕνωσις μαζί Του εἶναι χαρά καί ὑγεία ψυχική καί σωματική. Οἱ Ἐντολές Του εἶναι Ὁδηγίες ὑγείας, εἶναι Κανόνες Ὑγιεινῆς, καί ἡ τήρησις τῶν ὁποίων μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τίς ἀρρώστιες καί διαφυλάσσει τήν ψυχοσωματική μας ὑγεία. «Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (παρβλ. Ματθ. ια΄28-30). Καί ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης τονίζει ἐπίσης ὅτι

«Αὕτη  ἐστίν ἡ ἀγάπη  τοῦ Θεοῦ, ἵνα τάς ἐντολάς αὐτοῦ τηρῶμεν· καί αἱ Ἐντολαί αὐτοῦ  βαρεῖαι  οὐκ εἰσίν» (Α΄Ἰωάν. ε΄3). Δηλαδή, εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ πρός τόν Θεόν ἀγάπη, εἰς τό νά τηρῶμεν τάς ἐντολάς Του. Τή δική μας σωτηρία, τή δική μας ψυχική καί σωματική ὑγεία ζητεῖ, ὡς στοργικός Πατέρας ὁ Θεός, γι’ αὐτό καί οἱ Ἐντολές δέν εἶναι πιεστικές καί δυσβάστακτες. Μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ τήρησις  τῶν Ἐντολῶν ἀποβλέπει στή διαφύλαξι τῆς δικῆς μας ψυχικῆς καί σωματικῆς ὑγείας, στή σωτηρία μας.


Γιά νά  εἴμαστε, λοιπόν, ὑγιεῖς χρειάζεται ἐκτός ἀπό τή δεδομένη Χάρι τοῦ Θεοῦ καί ἡ δική μας Θέλησις.

Χωρίς τή θέλησί μας, δέν ἐπενεργεῖ ἡ Χάρις. «Οὑ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον». Εἷναι ἀνάγκη νά τηρήσουμε τάς Ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, τούς Κανόνες Ψυχικῆς καί σωματικῆς ὑγείας. Ἡ παράβασις τῶν Ἐντολῶν σημαίνει πολλῶν εἰδῶν Ψυχικῆς καί σωματικῆς παραλυσίας, Ὀδύνη, πόνο, Θάνατο. Γιά νά ἀποφύγουμε τήν κάθε εἴδους παραλυσίαν, ὀφείλουμε νά τηροῦμε τάς Ἐντολάς, τούς Κανόνες Ὑγιεινῆς καί συνεπῶς ὀφείλουμε νά μή ἁμαρτάνουμε.  Ὁ παραβάτης τῶν Ἐντολῶν ἁμαρτάνει. Διότι «πᾶς ὁ ποιῶν τήν ἁμαρτίαν καί τήν ἀνομίαν ποιεῖ, καί ἡ ἁμαρτία ἐστίν ἡ ἀνομία» (Α΄Ἰωάν. γ΄4), μέ τρομερές συνέπειες. Ὅτι «τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. στ΄ 23). Ὁ παραβάτης τῶν Κανόνων Ψυχικῆς καί σωματικῆς ὑγείας, ἀντιστρατεύεται στό Νόμο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού διαφυλάσσει τήν ὑγεία μας, τή σωτηρία μας.

Εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας , μέ τή θέλησί μας, νά ὑποτάξουμε τό δικό μας θέλημα, στό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό τό Κακόν καί τήν Ἁμαρτία, πού σωρεύουν στήν ψυχή καί τή ζωή μας τήν κάθε εἴδους ἀρρώστια. Πρέπει νά θελήσουμε νά γίνουμε ὑγιεῖς. Πρέπει νά θελήσουμε νά ἐπανακτήσουμε τήν ὑγεία μας. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Κύριος, πρίν θεραπεύσῃ τόν Παράλυτον τῆς Κολυμβήθρας, τόν ρώτησε: ΘΕΛΕΙΣ ΥΓΙΗΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ; Θέλεις νά ξεριζώσεις μέσα ἀπό τήν ψυχή σου τήν αἰτία, πού σέ περιέφερε στήν παραλυσία;


Εἰς τό ἐρώτημα αὐτό διαβλέπουμε τόν ἀπόλυτον σεβασμόν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου καί τήν μεγάλην εὐθύνην του, γιά τήν ἀντιμετώπισι ὅλων τῶν

προβλημάτων τῆς ζωῆς. Καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά ἀποφύγῃ κάθε εἴδους προβληματική συμπεριφορά. Ἡ ἀθέτησις τῶν Ἐντολῶν δέν εἶναι θεωρία, εἶναι πρᾶξις, εἶναι τρόπος ζωῆς, μέ συνέπεια τήν παραλυσίαν καί τόν Θάνατον. Ὁμοίως καί ἡ ὑπακοή, ἡ τήρησις τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι τρόπος ζωῆς, μέ συνέπεια τή χαρά, τήν ὑγεία καί τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, γιά τήν παροῦσαν καί τήν μέλλουσαν ζωήν. Ἠ ἐν Χριστῷ ζωή προϋποθέτει ΘΕΛΗΣΙ. Προϋποθέτει συνειδητή ὑποταγή τοῦ ἀνθρωπίνου θελήματος στό Παναγιον Θεῖον Θέλημα.

Ὁ Καρδιογνώστης γνώριζε ὅτι ὁ Παράλυτος τῆς Βηθεσδᾶ, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, παρέλυσε. Ἐγνώριζε καί τήν εἰλικρινῆ του μετάνοια, διότι χωρίς γογγισμό, μέ Πίστι στό Θεό καί ὑπομονή περιμένει ἐκεῖ κατάκοιτος, τριάντα ὀκτώ ἔτη  ( 38), στή στοά τῆς κολυμβήθρας τῆς Βηθεσδά, πού σημαίνει «οἶκος Ἐλέους, οἶκος Εὐσπλαγχνίας». Ἐλπίζει στή σωτηρία του. Ὁ Κύριος τόν θεραπεύει καί μέ τό ἐρώτημά του τόν καλεῖ νά ἀλλάξῃ τρόπον ζωῆς, νά θεραπεύσῃ τήν προβληματική του συμπεριφορά, νά θελήσῃ νά ἐπανακτήσῃ καί νά διαφυλλάττῃ,τήν ὑγεία του. Νά θελήσῃ νά τηρῇ ἐπακριβῶς τάς Ἐντολάς τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τούς Κανόνες Ψυχικῆς καί σωματικῆς ὑγιεινῆς. Νά θελήσῃ νά μή γυρίσῃ πίσω ἐπί τό ἴδιον ἐξέραμα (Β΄Πέτρ.β΄22).

Ὁ Κύριος, ὡς καρδιογνώστης,  τόν θεραπεύει καί  φεύγει, γίνεται ἄφαντος. Ἀργότερα τόν βρίσκει στόν Ναό καί τοῦ ἀποκαλύπτεται. Καί βραβεύει τήν εἰλικρινῆ του μετάνοια καί τοῦ συνιστᾶ νά τηρεῖ τάς Ἐντολάς, τούς Κανόνας τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μέ τή θέλησί του, γιά νά μή τοῦ συμβῇ τίποτε χειρότερο ἀπό τήν ἀσθένειαν, πού εἶχε: «Ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί  τι γένηται» (Ἰωάν. ε΄ 14).

Εἴθε ὁ σωτήριος αὐτός λόγος τοῦ Χριστοῦ νά  φέρει ὅλους μας σέ συναίσθησι καί νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ εἶναι μαζί μας. Δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Νά συνειδητοποιήσουμε δέ ὅτι ἡ Χάρις δέν ἐπεμβαίνει στή ζωή μας, χωρίς τή θέλησί μας. Ὁ Θεός θέλει τή σωτηρία μας. Ἀλλά χρειάζεται νά θέλουμε κι’ ἐμεῖς τή σωτηρία μας.


«Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας»(Ἑβρ.ιγ΄8) μᾶς ἐρωτᾶ: ΘΕΛΕΙΣ ΥΓΙΗΣ ΓΕΝΕΣΘΑΙ; Καί κρούει τήν θύραν καί ζητεῖ τή θέλησί μας, ζητεῖ τήν ἄδεια μας. Ζητεῖ μέ τή θέλησί μας, νά ἀκούσουμε τή φωνή Του καί νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Ζητεῖ νά Τόν δεχθοῦμε  στήν ψυχή μας, νά γίνῃ ἡ ψυχή μας κατοικητήριον καί Θρόνος Θεοῦ. Εἴμαστε ἕτοιμοι; Ἀπό τή θέλησί μας ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας. Καί εἶναι καιρός νά ποῦμε τό Μεγάλο ΝΑΙ στό Θεό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι ζωῆς» καί νά Τόν δοξάζουμε, γιά τήν ἄφατη Θεϊκή Του συγκατάβασι. Σ'Αὐτόν ὀφείλουμε τή ζωή μας καί Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.


Παρασκευή 1 Μαΐου 2020

«ΜΕΘ' ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ»




«ΓΝΩΤΕ ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΗΤΤΑΣΘΕ,

ΟΤΙ ΜΕΘ’ ΗΜΩΝ Ο ΘΕΟΣ»

(Ἡσ.  8, 8-10 Ματθ. 28, 20).



Εἶναι μαζί μας ὁ Θεός καί νοιώθουμε ἀσφαλεῖς.
Μᾶς βεβαιώνει ὁ Ἕνας καί Μόνος ἀληθινός Θεός.
Μετά τήν Ἀνάστασί Του καί πάλιν μᾶς βεβαιώνει
ὅτι θά εἶναι καί εἶναι παντοτινά μαζί μας.
Καί πραγματικά,  «ἐν Χριστῷ γάρ ζῶμεν καί
κινούμεθα καί ἐσμέν»(Πραξ. ιζ΄ 28). Ἐν αὐτῷ
ζῶμεν καί περιπατῶμεν ἐν ἀγάπῃ καί φέρομεν
καρπόν πολύν. «Ὅτι χωρίς  Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα
ποιεῖν οὐδέν»( Ἰωάν. ιε΄5). Αὐτό εἶναι ἡ ἀλήθεια.

Ἔχοντες στήν ψυχή καί στή ζωή μας τόν Χριστόν,
Ζῶντες  εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ, ὡς  καρποφόρα
δένδρα καί ἀειθαλῆ, πεφυτευμένα παρά τάς
διεξόδους τῶν ὑδάτων, φέρομεν καρπόν πολύν
καί  ἡ ζωή καί  τά ἔργα μας κατευοδοῦνται.
«Οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ἤ ὡσεί
Χνοῦς, ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς
γῆς...«Chi Jodea derech tsadikim, ve derech
ressaim tovet» (Ψαλμ. α΄4,6). Δηλαδή:
Ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδόν δικαίων καί ὁδός
ἀσεβῶν ἀπολεῖται. Ὁ Κύριος βδελύσεται τήν
ἀδικίαν καί ἀγαπᾶ καί εὐλογεῖ τήν Δικαιοσύνην.
Ἔχοντες στήν ψυχή καί τή ζωή μας τόν Χριστόν,
Δέν φοβούμαστε τίποτε καί κανέναν. Πιστεύομεν
ὅτι ὅταν ὁ Κύριος εἶναι μαζί  μας, κανείς δέν μπορεῖ νά
σταθῇ ἐναντίον μας. Δέν φοβούμαστε καί «ὅταν ἀκόμη συγκλονίζεται τό Σύμπαν καί σείεται  ἐκ θεμελίων ἡ γῆ καί μετακινοῦνται τά ὄρη καί μεταθέτωνται ἐν μέσῳ τῶν θαλασσῶν καί ὅταν ἀφρίζουν καί βογγοῦν τά παντός εἴδους κύματα καί ἐπέρχονται καταστροφικές ἀναστατώσεις τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων καί τῶν δαιμονανθρώπων, ἐμεῖς πιστοί στό Χριστό νοιώθουμε σιγουριά καί ἀσφάλεια ὑπό τήν κραταιάν Χεῖρα τοῦ Θεοῦ(Α΄Πέτρ.ε΄6). Δέν χάνουμε τήν ψυχική μας γαλήνη καί ἡρεμία. Δέν φοβούμαστε. Γιατί ἔχουμε στήν καρδιά μας τό  Χριστό, σκέπη, καταφυγή καί δύναμι. Δέν φοβούμαστε διότι «ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων εἶναι μαζί μας, φρούριόν μας, ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας»,(Lo niraChi Jodea Tsebaoth imanu, misgav lanu   Eloche Jaakob). Παρβαλ. Ψαλμ.45, 1ἑξ.


Μᾶς βεβαιώνει ὁ Τριαδικός Θεός. «Τάδε λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» ( Μαλαχ. Α΄ 4,6,8-11,13 κλπ.).
Μᾶς τονίζει ὁ Κύριος καί λέγει: Μή φοβεῖσθε. Εἶσθε ὁ Λαός μου καί Ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός σας. Ὁ Ελευθερωτής, ὁ Λυτρωτής σας. Αὐτός πού νοιάζεται γιά σᾶς. Δέν ὑπάρχουν γιά σᾶς ἄλλοι θεοί, ἐκτός ἀπό μένα.
«Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου,...Οὐκ ἔσονταί σοι θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ...Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεός ζηλωτής» (Ἐξοδ. κ΄ 1-5). Μᾶς τονίζει ὅτι εἶναι πολύ στοργικός  πατέρας, δικαιοκρίτης καί, ἀποδίδει, ἀνά πᾶσαν στιγμήν, στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του καί « ἔτι  ἡ Χείρ(ἐστίν) ὑψηλή» (Ἡσ. ε΄ 25. θ΄ 12,  16, 20. ι΄4).Μᾶς βεβαιώνει ὅτι τό παντοδύναμο Χέρι τοῦ Θεοῦ-Πατρός εἶναι ὑψωμένο, ἕτοιμο νά ἀποδώσῃ δικαιοσύνη. Ἕτοιμο νά προστατεύσῃ  πλάσματά Του καί νά συντρίψῃ τούς ἀμετανοήτους ἀσεβεῖς, ὅπως ὁ κεραμεύς συντρίβει τά ἄχρηστα σκεύη. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, κι’ ἐμεῖς αἰσθανόμαστε ἀπολύτως ἀσφαλεῖς, κάτω ἀπό τή δική Του πατρική, στοργική, παντοδύναμη Προστασία.


«Ἐάν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας...»

«Εἰ μή ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν, εἰπάτω δή Ἰσραήλ·
Ἐάν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας, ἄς τό ὁμολογήσῃ ὁ τόσο πολύ εὐεργετηθείς λαός τοῦ Θεοῦ, ἄς τό ὁμολογήσῃ, μέ εὐγνωμοσύνη, ὁ παλαιός καί ὁ νέος Ἰσραήλ, ἄς τό ὁμολογήσῃ κάθε πιστός. Διότι ὅλοι μας ἔχουμε δεχθῇ στή ζωή μας, τίς,  φανερές καί ἀφανεῖς, ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δέ βέβαιον, ὅτι ἄν ἐμεῖς σιωπήσωμεν, «οἱ λίθοι κεκράξωνται».
«Εἰ μή ὅτι Κύριος ἦν ἐν ἡμῖν ἐν τῷ ἐπαναστῆναι ἀνθρώπους ἐφ’ἡμᾶς, ἄρα ζῶντας ἄν κατέπιον ἡμᾶς ἐν
τῷ ὀργισθῆναι τόν θυμόν αὐτῶν ἐφ’ ἡμᾶς· ἄρα τό ὕδωρ ἄν κατεπόντισεν ἡμᾶς, χείμαρρον διῆλθεν ἡ ψυχή ἡμῶν· ἄρα διῆλθεν ἡ ψυχή ἡμῶν τό ὕδωρ τό ἐνυπόστατον» (Ψαλμ. 123,1-4).
Ἐάν  ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας, ὅταν  ξεσηκώθηκαν οἱ ἐχθροί μας ἐναντίον μας, ἀσφαλῶς ζωντανούς θά μας καταβρόχθιζαν, σάν ἄγρια θηρία, ὅταν  ἐκορυφώνετο ὁ θυμός τους ἐναντίον μας. Ἀσφαλῶς ὁ θυμός τῶν ἐχθρῶν μας δαιμόνων καί δαιμονανθρώπων, σάν χείμαρρος, σάν ὁρμητικό ποτάμι νεροῦ θά ἐπλημμύριζαν αὐτοί καί θά μᾶς ἔπνιγαν, ὁλόκληρη ἡ ζωή μας θά κατεποντίζετο στό Χείμαρρον τοῦ μίσους καί τῆς κακίας τῶν ἔχθρῶν μας. Πραγματικά, ἄν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας, ἡ ζωή μας θά βυθιζόταν, θά ὑπέκυπτε στόν ἀπύθμενο ὁρμητικό Χείμαρρον τῆς κακίας τῶν δαιμονανθρώπων.
Εἶναι καιρός νά ἀναγνωρίσουμε τήν  εὐεργετικήν Παρουσία  καί τήν παντοδύναμον προστασία τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. «Εὐλογητός Κύριος, ὅς οὐκ ἔδωκεν ἡμᾶς εἰς θήραν τοῖς ὀδοῦσιν αὐτῶν»(Ψαλμ.123,6). Ἄς δοξάσουμε τόν Θεόν, πού δέν ἐπέτρεψε νά γίνουμε θήραμα καί τροφή στά δόντια τῶν ἀγρίων αὐτῶν θηρίων, τῶν παντοειδῶν  ἐχθρῶν μας. Ἄς ἔχῃ δόξα ὁ Κύριος, πού μᾶς γλύτωσε μέχρι σήμερα καί μᾶς γλυτώνει καί μᾶς προστατεύει ἀπό τά χέρια τῶν παντοειδῶν ἐχθρῶν μας καί διαφεύγουμε ἀπό τόν κίνδυνον, ὅπως διαφεύγει τό σπουργίτι ἀπό τήν παγίδα τῶν κυνηγῶν. Ἡ Παγίδα πού μᾶς στήνουν καί πολλές φορές μᾶς συλλαμβάνει, συντρίβεται καί ἐμεῖς σωζόμαστε, μέ τή Παρουσία τοῦ  ζῶντος Θεοῦ.
Πραγματικά ἡ βοήθεια καί ἡ σωτηρία μας  μόνον εἰς 
Αὐτόν ὀφείλεται.  Εἰς τόν Ποιητήν τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, τόν Παντοδύναμον Κύριόν μας, ὀφείλεται» (παρβλ. καί Ψαλμ. 123, 6-8). Ἐάν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας, θά είμαστε γιά πάντα χαμένοι.
Ἀλλά ὁ Κύριος εἶναι «μάρτυς ὁ πιστός καί ἀληθινός»
( Ἀποκ. γ΄ 14) καί τηρεῖ τίς ὑποσχέσεις Του(Ἑβρ. ι΄23). Μᾶς  ὑποσχέθηκε ὅτι θά εἶναι παντοτινά μαζί μας, καί εἶναι παντοτινά μαζί μας.


Εἶναι, λοιπόν, καιρός, νά γίνῃ συνείδησις σέ ὅλους, στούς μυαλωμένους, ἀλλά καί στούς δυστυχεῖς ἄμυαλους, ὅτι δέν εἴμαστε πιά μόνοι, εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός, σκέπη καταφυγή καί στερέωμα τῶν πιστῶν. «Μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός. Γνῶτε ἔθνη καί ἡττᾶσθε, ἐπακούσατε ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς, ἰσχυκότες ἡττᾶσθε· ἐάν γάρ πάλιν ἰσχύσητε, καί πάλιν ἡττηθήσεσθε. Καί ἥν ἄν βουλεύσησθε βουλήν, διασκεδάσει Κύριος, καί λόγον ὅν ἄν εἴπητε, οὐ μή  ἐμμείνῃ ἐν ὑμῖν, ὅτι μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός» (Ἡσ. η΄  8-10). 



Εἶναι  καιρός νά μάθουν ὅλοι, ὅσοι καταδυναστεύουν τό λαό τοῦ Θεοῦ, ὅτι «εἶναι μαζί μας ὁ Χριστός» καί ὅτι «ἔτι ἡ Χείρ ἐστίν ὑψηλή».
Εἶναι δέ καιρός νά καταλάβουν πάντες, οἱ δύσμοιροι θνητοί, ὅτι εἶναι «σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν» καί ὅτι «Τεθνήκασι καί θνήσκουν οἱ ζητοῦντες τήν ψυχήν τοῦ Παιδίου».  Νά ἐπιστρέψουν δέ στήν Πατρική Ἑστία, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, καί ὅλοι μαζί, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ καί ἔργῳ, μαζί μέ τόν Ἱερόν Δαμασκηνόν, νά εὐχαριστήσουμε τόν Εὐεργέτην, τόν Παντοδύναμον Προστάτην καί βοηθόν, τόν Κύριόν μας, τόν Ἰησοῦν Χριστόν. Εἷναι καιρός νά λατρεύωμεν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» τόν Κύριον και Θεόν μας, τόν Πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ Παρόντα, νά Τόν ὑμνοῦμεν καί νά Τόν δοξολογοῦμεν ἀσιγήτως, διότι Σ’Αὐτόν καί μόνον Σ’ Αὐτόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, ἀνήκει ἠ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.  Ἀμήν.


«Δεῦτε λαοί, ὑμνήσωμεν, καί προσκυνήσωμεν Χριστόν, δοξάζοντες αὐτοῦ τήν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν· ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ ἐκ τῆς πλάνης τοῦ ἐχθροῦ τόν κόσμον λυτρωσάμενος».

 

«Τόν ἀρχηγόν τῆς σωτηρίας ἡμῶν Χριστόν δοξολογήσωμεν· αὐτοῦ γάρ ἐκ νεκρῶν ἀναστάντος, κόσμος ἐκ πλάνης σέσωσται· χαίρει χορός Ἀγγέλων· φεύγει δαιμόνων πλάνη· Ἀδάμ πεσών ἀνίσταται, Διάβολος κατήργηται».