Τρίτη 13 Ιουλίου 2021

ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΘΕΟ,

ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ,

ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ.

 

Ὁ Μένανδρος, ἀρχαῖος Ἕλληνας σοφός, ὀρθῶς ἔλεγε: «Ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾖ».

Πόσο χαριτωμένος, ἀλήθεια, εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι ἄνθρωπος! Καί πραγματικά εἶναι ἡ κορωνίς τῆς Δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Μετέχει τοῦ ὑλικοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ Σύμπαντος. Ἑνώνει τόν ὑλικό καί  τόν πνευματικό κόσμο. Ἐπλάσθη  ἀπό τόν Θεόν, «κατ’ εἰκόνα και καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ», μέ νοῦν  καί ἐλευθερίαν. Ἐπλάσθη «δυνάμει θεός», μέ σκοπό νά χρησιμοποιήσῃ τά θεϊκά χαρίσματα καί νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ θεός». Ἔχει  τό δυνατόν τοῦ ἀποθανεῖν  καί τό δυνατόν τοῦ μη ἀποθανεῖν. Ἀνάλογα με τη χρῆσι τῶν χαρισμάτων του μπορεῖ νά γίνῃ ἄγγελος καί θηρίο. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι, «γιατί λέγω ἄγγελος, ἀφοῦ μπορεῖ νά γίνῃ ἀκόμη καί  τέκνο τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Θεός λέγει· Ἐγώ εἶπα θεοί ἐστε καί υἱοί Ὑψίστου Πάντες. Καί τό πιό σπουδαῖο ἀπό ὅλα εἶναι  ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος ἔχει στά χέρια του τήν ἐξουσία να γίνῃ καί θεός καί ἄγγελος καί τέκνο Θεοῦ»(Migne, P.G. 60, 238).

Ὁ Πανάγαθος Θεός, τόν  ἐπροίκισε, μέ δικά  Του χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Τόν ἔπλασε  «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ» καί τόν κατέστησε κύριον ὅλων τῶν δημιουργημάτων Αὐτοῦ. «Τῆς κτίσεως ἁπάσης τιμιώτερον ἄνθρωπος», λέει ὁ Χρυσόστομος. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως, δέν  ἔκαμε καλή χρῆσι τῶν θείων δωρεῶν. Ἔκαμε κακή χρῆσι τῶν χαρισμάτων του. Δεν κατενόησε τήν  τιμήν τοῦ· «κατ’ εἰκόνα». Ἀμαύρωσε, ἀχρείωσε καί ἀχρειώνει, διά τῆς παρακοῆς,  τῶν Ἐντολῶν τοῦ Δημιουργοῦ, την τιμήν τοῦ  «κατ’ εἰκόνα».

Ὁ Προφήτης Δαυῒδ ἐξηγεῖ τήν διαστροφή καί τήν κατάντια τοῦ χαριτωμένου αὐτοῦ πλάσματος, και λέγει: «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις και ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48, 13, 21).

Ὁ ταλαίπωρος καί δυστυχής ἄνθρωπος, δέν κατενόησε τήν τιμήν τοῦ κατ’ εἰκόνα, ἔκαμε κακή χρῆσι τοῦ νοῦ και τῆς ἐλευθερίας του, δέν κατενόησε τήν τιμήν καί τήν ἀξίαν, πού τοῦ χάρισεν ὁ Θεός.  Τόν ἔπλασε κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ, κι' αὐτός ἐξέπεσε. Διά τῆς παρακοῆς, ἐξίσωσε τόν ἑαυτόν του,  πρός τά ἀνόητα κτήνη, πού δέν ἔχουν νοῦν καί λογικόν, ὅπως αὐτός. Ἔγινε ὅμοιος πρός αὐτά καί ζῆ και αὐτός σάν κτῆνος καί πεθαίνει σάν κτῆνος.

Ὁ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, ἀποκτηνώθηκε. Ξεπέρασε τά ἄγρια κτήνη σέ ἀγριότητα, μοχθηρία καί κακουργία. ΝΑΙ. Ἔγινε


βρωμερό γουρούνι, 
χειρότερος σέ κτηνωδία ἀπό τά ἄγρια κτήνη. Κάθε κτῆνος ἔχει τό δικό του ξεχωριστό ἐλάττωμα, τή δική του κακουργία. Ὁ ἄνθρωπος, πού ἔπαυσε νά εἶναι ἄνθρωπος, συγκέντρωσε στόν ἑαυτό του ὅλα τά ἄγρια ἔνστικτα, τά ἄγρια ἐλαττώματα, τή θηριωδία, ὅλων μαζί τῶν ἀνοήτων κτηνῶν. Ἀμαύρωσε τό· «κατ’ εἰκόνα» και ἐξέπεσε τῆς θεϊκῆς εὐγενείας. Ἔπαυσε νἆναι χαριτωμένο εἰκόνισμα τοῦ Δημιουργοῦ. Διότι, πῶς μπορεῖ κανείς νά θεωρήσῃ, χαριτωμένο εἰκόνισμα τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπο, πού δέν  κατενόησε τήν τιμήν καί τήν ἀξίαν του καί ἔγινε ὅμοιος με τά ἀνόητα κτήνη;



«Δέν μπορῶ νά μάθω καί μέ βεβαιότητα καί σαφήνεια νά  καταλάβω ἄν εἶναι ἄνθρωπος, ὅταν βλέπω πώς  συμπεριφέρεται χειρότερα ἀπό τά ἀνόητα κτήνη. «Ὅταν δηλαδή κλωτσᾶς σάν γαϊδούρι, πηδᾶς σάν ταῦρος, μνησικακεῖς σάν καμήλα, γαστριμαργεῖς σάν ἀρκούδα, ἁρπάζεις σάν λύκος, χραιμετίζεις δε πίσω ἀπό τίς γυναῖκες, σάν ἵππος θηλυμανής, ὀργίζεσαι σάν φίδι, δαγκώνεις σάν σκορπιός, εἶσαι ὕπουλος σάν ἀλεποῦ, διατηρεῖς δέ μέσα σου τό δηλητήριο τῆς πονηρίας, σάν κόμπρα καί Ὀχιά, πολεμεῖς δέ καί ἐχθρεύεσαι τά ἀδέλφια σου, ὅπως ἐκεῖνος ὁ πονηρός Διάβολος, πῶς θα  μπορέσω νά  σέ συγκαταριθμήσω μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ δέν βλέπω σέ σένα τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως;» (Παρβλ. Ἰω.Χρυσοστόμου, Ὁμιλ. Δ΄ 8. Migne P.G. 57, 48). Πῶς μπορῶ νά σέ ἐμπιστευθῶ, σάν ἄνθρωπο; Ὁ ἱερός Χρυσόστομος μάς συμβουλεύει καί λέει: «Κανείς λοιπόν ἄς μή μείνῃ στή μορφή τῶν ἀλόγων ζώων» (ἔνθ’ ἀνωτ. Ὁμιλ. Δ΄ 9.Migne P.G. 57,49).

Δυστυχῶς, μετά την πτῶσι τῶν Πρωτοπλάστων, κάθε ἄνθρωπος γιεννιέται μέ ἀχρειωμένο τό «κατ’ εἰκόνα». Γιεννιέται μέ ἔμφυτη τή Ροπή πρός τό Κακόν (Concupiscentia). Ἔρχεται στή γῆ μέ  ἔμφυτον «τό ὀλισθηρόν», «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Γιά νά λυτρωθῇ ὀφείλει να ἀποτινάξῃ κανείς «το βάρος αὐτῆς τῆς κακῆς κληρονομιᾶς». ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ὅμως «γυμνασία εἰς εὐσέβειαν», συνεχεῖς πνευματικές Ἀσκήσεις τηρήσεως τῶν Ἐντολῶν. Ἐπίπονος καί ἐπίμονος πνευματικός ἀγῶνας. Προσοχή. Ἀδιάλειπτη Προσευχή, νῆψι, νηφαλιότητα καί ἐγρήγορσι καί πάνω ἀπό ὅλα, τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀποτινάξῃ αὐτό τό βάρος.

Μᾶς εὐσπλαγχνίζεται ὅμως ὁ Πανάγαθος Θεός καί στέλνει τον Υἱό Του στον κόσμο, γιά  νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων». Ἔρχεται γιά νά ἀναπλάσῃ τήν ἑαυτοῦ εἰκόνα φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσιν, λέει ὁ ἱερός Δαμασκηνός. Και Γίνεται Τῦπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλους μας, «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ» καί μέ τή Θέλησι μας, νά ἐπανακτήσωμεν «τό ἀρχαῖον Κάλλος τῆς Εἰκόνος», τό ὁποῖον ἀχρειώσαμε καί ἀμαυρώσαμε, διά τῆς παρακοῆς. Μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Χριστός, γιά νά ἐνοήσωμεν τήν τιμήν τοῦ «κατ’εἰκόνα» καί νά  ἐπανεύρωμεν τά ἀληθινό μας Πρόσωπο, νά ἐξέλθουμε ἀπό τή κτηνώδη κατάστασιν, στήν ὁποίαν ἔχουμε ξεπέσει. Νά παύσουμε νά ζοῦμε καί νά συμπεριφερώμαστε χειρότερα ἀπό τά ἀνόητα κτήνη. Οἱ περισσότεροι ὅμως ἀπό μᾶς συνεχίζουμε τά ἔργα τῶν χειρῶν μας, συνεχίζουμε, μέ λυσσώδη μανία, τή θηριώδη συμπεριφορά, συνεχίζουμε τούς φόνους, τίς ληστεῖες, τίς κλοπές, καί κάθε φαῦλο πρᾶγμα. Δέν  θέλουμε νά ξεφύγουμε ἀπό τό Βόρβορο, ἀπό τή λάσπη. Παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς», «δέσμιοι τοῦ σκότους». Συνεχίζουμε νά ἀδικοπραγοῦμε. Προδίδουμε, χωρίς ντροπή, καί νά Σταυρώνουμε,  καθημερινά,  τό  Χριστό, στό πρόσωπον τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν Του. Σπάνια συναντοῦμε στίς διανθρώπινες σχέσεις τή λυρική τῆς συναντήσεως. Ἀφανίζουμε τό πρόσωπό μας. Σήμερα μάλιστα ἔγινε Μόδα , τό Φίμωτρο. Καθημερινά ἔχουμε Καρναβάλι. Οἱ περισσότερες σχέσεις εἶναι προσωπειακές. Σχέσεις προσωπείου μέ προσωπεῖο. Σχέσεις Φαρισαϊσμοῦ, Ψευτιάς καί Ὑποκρισίας. Σχέσεις ἀνεντιμότητος καί ἀνειλικρινείας, πρός ἐκμετάλευσιν τῶν ἀφελῶν. Ἡ τραγική δέ τῆς συναντήσεως, εἶναι ἡ συνάντησις προσώπου, με προσωπεῖον. Ὅπου δηλαδή ὁ ἔντιμος καί εἰλικρινής, ἐμπιστεύεται τόν ἀνειλικρινῆ καί ἀνέντιμον, τόν  Ὑποκριτή  καί τόν Ψεύστη, τόν ἐκμεταλευτή, ὁ ὁποῖος , χωρίς ἴχνος ντροπῆς, ἐκμεταλεύεται τήν ἀγάπη,  τήν ἐμπιστοσύνη, τήν ἀφοσίωσι τοῦ ἀφελοῦς συνανθρώπου του, καί στο τέλος φανερώνει τό ἀληθινόν του πρόσωπον καί φέρει τόν συνανθρωπό του στην ἔσχατη ἀπελπισία. Αὐτός, πού κάνει το λάθος καί ἐμπιστεύεται τον συνάνθρωπόν του, τά δίνει ὅλα και ὅταν πέσῃ ἡ Μάσκα, τό προσωπεῖον, πέφτει ἀπό τά σύννεφα, στά τάρταρα τοῦ ᾏδου. Και τοῦ θανάτου τά δεινά, δεν εἶναι τόσο ὀδυνηρά, ὅσο ἡ διάψευσις τῆς ἀγάπης μας. Μπορεῖς νά ἐμπιστευθῇς αὐτά τά ἀνήμερα θηρία;

ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΜΕ ΟΛΗ ΤΗ ΔΥΝΑΜΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ ΤΑ ΑΧΡΕΙΩΜΕΝΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΤΟΥΣ ΣΥΝΘΡΩΠΟΥΣ ΜΑΣ, ΝΑ ΤΟΥΣ ΒΟΗΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΝΤΟΤΕ ΜΙΑ ΕΠΙΦΥΛΑΞΙ (Reservatio mentalis) ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΘΕΟ. «Πᾶς ἄνθρωπος ψεύστης, ὁ δέ Θεός ἀληθής».

 Χρειάζεται, λοιπόν, νά προσέχῃ πολύ κανείς,  καί νά μήν ἐμπιστεύεται τούς ἀνθρώπους. Διότι κυριεύονται ἀπό τά βρωμερά τους πάθη, ἀφήνουν καί μπαίνει ὁ Διάολος μέσα τους  καί γκρεμίζουν τά πάντα, Προδίδουν την Πατρίδα τους, τόν Χριστόν, ἀκόμη καί τή μάνα τους, γκρεμίζουν, γιά «ἕνα Τίποτε» καί  τό «σπιτικό» τους. Ναί, καί τό σπιτικό τους,  «ἀντί πινακίου φακῆς» ἤ «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων».

 Θεέ μου, ποῦ καταντήσαμε;  Προσέξτε, φίλοι μου... εἶναι    ἄλλο τό φαίνεσθαι, και ἄλλο τό εἶναι. Φοροῦν πολλοί τό προσωπεῖον τοῦ Ἁγίου καί στήν πραγματικότητα εἶναι «προβατόσχημοι Λύκοι, λύκοι βαρεῖς, μή φειδόμενοι τοῦ Ποιμνίου. Εἶναι ψευτοδιδάσκαλοι καί ψευτοπροφῆτες, «παρείσακτοι ψευδάδελφοι», μολύσματα τοῦ λαοῦ, ὄντως, «γεννήματα ἐχιδνῶν», δέν εἶναι ἄνθρωποι  τοῦ Θεοῦ. Δέν πρέπει νά τούς ἔχουμε καμμιά ἀπολύτως ἐμπιστοσύνη. Νά προσέχουμε δέ διότι «οἱ τοιοῦτοι ψευδαπόστολοι, ἐργάτες δόλιοι, μετασχηματίζονται σέ Ἀποστόλους Χριστοῦ. Καί δέν  εἶναι καθόλου περίεργον, διότι καί ὁ ἴδιος ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός, γιά νά πλανήσῃ   ἀκόμη καί τούς ἐκλεκτούς καί οἱ ὑπηρέτες του, δαίμονες και δαιμονάνθρωποι μεταμφιέζονται σέ ὑπηρέτες δικαιοσύνης, γιά νά ἐξαπατοῦν τούς ἀφελεῖς καί ἀπρόσεκτους» (πρβλ. καί Β΄ Κορινθ. ια΄13-15).Χρειάζεται προσοχή καί προσευχή, γιά  νά μή πέσουμε θύματα ὅλων αὐτῶν. Νά προσέχουμε καί νά μή  ἐμπιστευώμαστε κανέναν. Κυκλοφοροῦν ἀνάμεσά μας πολλοί δαίμονες καί δαιμονάνθρωποι, Ἰοῦδες, προδότες και Σταυρωτές. Σταυρωτής δέν εἶναι ὁ Ἰούδας, πού κυριεύθηκε ἀπό τό πάθος τῆς Φιλαργυρίας καί ἄφησε καί μπῆκε ὁ διάολος μέσα του καί πρόδωσε  τό Διδάσκαλό του, «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων»;

 Σταυρωτής, προδότης καί Ἰούδας δέν εἶναι ὁ  νεαρός ἐκεῖνος πού, μέ τό προσωπεῖο τοῦ Ἁγίου,  ξεγέλασε τούς πάντες, πού ἔπιναν «νερό στο ὄνομά του»; Σταυρωτής ἦταν, ἀνήμερο, ἄγριο θηρίο, Ψεύστης καί ὑποκριτής. Ἔκρυβε τό ἀληθινό του πρόσωπο καί  ἐξαπατοῦσε ὅλους. Καί στό τέλος ἔπεσε τό προσωπεῖο καί φανερώθηκε τό ἐλεεινό του πρόσωπο. Κυριευμένος ἀπό τά βρωμερά του πάθη, ἄφησε  καί μπῆκε ὁ Διάολος μέσα του, γκρέμισε τό  σπιτικό του. Δέν εἶναι θεότρελλος, πού ἐγκατέλειψε τήν  πιστή καί χαριτωμένη σύζυγό του καί τραυμάτισε τό παιδάκι του  στήν πιό κρίσιμη  ἡλικία καί τρέχει, ὁ ἀνόητος, πίσω ἀπό Μιά θεοπάλαβη νεαρή;

Θεέ μου συγχώρεσέ με, δέν μπορῶ νά περιγράψω τό μέγεθος τῆς ἀστοργίας καί τῆς πωρώσεως. Καί, δυστυχῶς, διαπιστώνουμε, ὅτι ὑπάρχουν πολλοί σάν κι’ αὐτόν, και χειρότεροι ἀκόμη ἀπό αὐτόν, πού δέν ντρέπονται, ἀλλά καί καυχῶνται, γιά τήν ἀναισχυντία τους, γιά τήν ξετσιπωσιά  καί τήν παλιανθρωπιά τους.  

Ὑπάρχει σήμερα ἄνθρωπος, πού μπορεῖ κανείς νά τόν ἐμπιστευθῇ, και να συνεργασθῆ μαζί του καί νά ἐλπίζει κάτι καλόν; Δυστυχῶς διαπιστώνουμε ὅτι εἶναι «σπάνιον τό ἀγαθόν»,  ὅπως λέη ὀ Μέγας Βασίλειος.

Καί ὁ Κύριος, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό πολλές ἀπογοητεύσεις, μᾶς λέγει: «Προσέχετε ἀπό τῶν ἀνθρώπων» (Ματθ. ι΄ 17). «Ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν και ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μη ἅπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς… λέγει Κύριος Παντοκράτωρ»( Β΄ Κορινθ. στ΄17-18).

Ἑπομένως ὀφείλουμε νά μήν ἔχουμε καμμιά ἀπολύτως ἐμπιστοσύνη στους ἀνθρώπους. Ἀλλά νά ἔχουμε ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΘΕΟ, ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΑΣ, ΤΟΝ ΙΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΟΝ. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί  τό Πνεῦμα τό Ἅγιον λέγει:

«Ἀγαθόν πεποιθέναι ἐπί Κύριον ἤ πεποιθέναι ἐπ’ ἄνθρωπον· ἀγαθόν ἐλπίζειν ἐπί Κύριον ἤ ἐλπίζειν ἐπ’ ἄρχουσι» (Ψαλμ. 117,8-9). Δηλαδή: «Εἶναι ἀσυγκρίτως καλλίτερον καί ἀσφαλέστερον νά στηρίζει κανείς τήν ἐλπίδα καί τήν πεποίθησίν του στόν Κύριον, παρά να βασίζεται σέ ἄνθρωπο. Εἶναι ἀσυγκρίτως προτιμώτερον νά ἐλπίζῃ κανείς στόν  Κύριο,  παρά νά ἐλπίζῃ σέ ἄρχοντες καί ἡγεμόνες».

Λοιπόν «Μή πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας, ἐπί υἱούς ἀνθρώπων, οἷς οὐκ ἔστι σωτηρία» (Ψαλμ. 145, 3). Μή  ἐλπίζετε σ’ αὐτούς, πού δέν μποροῦν νά σᾶς σώσουν. Εἶναι πανευτυχεῖς ὅσοι πιστεύουν και ἔχουν την πεποίθησί τους μόνο στο Θεό(πρβ.Ψαλμ.2,13). «Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού ἔχει βοηθόν τόν Θεόν, ἐκεῖνος πού στηρίζει τήν ἐλπίδα του μόνο στόν Κύριο, στόν Παντοδύναμο Θεό του(Ψαλμ.145,5).

Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς διδάσκει ἀπό προσωπική, δική του ἐμπειρία και λέγει: «Δέν θέλουμε, ἀδελφοί, νά ἀγνοῆτε τή θλῖψι, πού μᾶς βρῆκε στήν  Ἀσία. Τό βάρος ἦταν μεγαλύτερο ἀπό τή δύναμί μας, ὥστε νά ἀπελπισθοῦμε ἀκόμη καί γιά τή ζωή μας. Ἦταν δέ τέτοια τά γεγονότα, πού πεισθήκαμε ὅτι ὁ θάνατός μας ἦτο πιά βέβαιος. Καί ἐπέτρεπεν ὁ Κύριος νά μᾶς προκαλοῦν οἱ κίνδυνοι τήν βεβαιότητα αὐτήν, γιά νά μή ἔχουμε πεποίθησι στόν ἑαυτόν μας, ἀλλά στο Θεό, πού ἀνασταίνει τούς νεκρούς. Αὐτός μᾶς λύτρωσε ἀπό τόσο μεγάλο κίνδυνο, μᾶς λύτρωσε ἀπό βέβαιο θάνατο. Εἴμαστε δέ βέβαιοι ὅτι  ὁ Κύριος καί στό μέλλον θά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό κάθε κίνδυνο»(πρβλ. Β΄Κορινθ.α΄8-10). Μᾶς διδάσκει ὁ Παῦλος νά μή  ἔχουμε  ἐμπιστοσύνη στους ἀνθρώπους, οὔτε στόν ἑαυτόν μας, ἀλλά νά ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη μόνο στό Θεό, πού καί νεκρούς ἀνασταίνει.

Ἐξάλλου Αὐτός και μόνον Αὐτός «Ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, τοῦ σῶσαι τά Σύμπαντα. Αὐτόν καί μόνον Αὐτόν προσκυνήσωμεν». Αὐτός εἶναι τά πάντα για μᾶς. Μόνον Σ’ Αὐτόν ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη. Αὐτός δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Καί Αὐτόν ὀφείλουμε να λατρεύουμε μέ τήν καρδιά μας καί, ἀσιγήτως, νά Τόν δοξολογοῦμε, σύν τῷ Πατρί και τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΦΩΣ Ἤ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ;


ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΔΙΑΛΕΞΟΥΜΕ:
 ΤΟ  ΦΩΣ,  
                                 Ἤ  ΤΟ  ΣΚΟΤΑΔΙ;


 

Ο Χριστός εἶναι ἡ Ἀλήθεια καί τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ὅποιος θέλει νά εἶναι ὁλόκληρος Φῶς, πιστεύει στό Χριστό καί ἀντλεῖ ἀπό Αὐτόν, πού εἶναι ἡ Πηγή τοῦ Φωτός, τό Φῶς τό ἀληθινόν καί γίνεται ὅλος Φῶς. Πάντα συνεργεῖ εἰς τό Ἀγαθόν. Εἷναι στή ζωή του πιστός, ἔντιμος, εἰλικρινής. Ἀκολουθεῖ τόν Χριστόν, τήν Ὁδόν τῶν Ἐντολῶν, πού εἶναι φῶς Θεοῦ, ἀκολουθεῖ τό Χριστό καί ὅλα του τά ἔργα εἶναι φωτεινά. Μιμεῖται τόν Χριστόν καί  «διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ΄ 23).

Ἀντίθετα ὁ Σατανᾶς, ὁ Διάβολος εἶναι ὅλος βαθύ σκοτάδι, Ψεύστης καί Πατέρας τῆς Ψευτιᾶς. Καί ὅποιος συντάσσεται μέ τό Διάβολο, «κατ’ ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ», παραφέρεται, ἀσχημονεῖ, ἀδικοπραγεῖ, εἶναι ἄνθρωπος τοῦ σκότους, Ψεύστης, ἀνειλικρινής  ἀνέντιμος,  και ὅλα του τά ἔργα εἶναι ἔργα σκοτεινά. «Κατ’ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ», ἐμπήγεται «εἰς ἰλύν βυθοῦ». Ἡ Καρδιά καί ὁ νοῦς τῶν ἀπίστων, προσκολλάται, στα γήϊνα, τά μάταια καί φθαρτά και ὁλόκληροι βυθίζονται στό σκοτάδι.

Ὁ Κύριος, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὡς πηγή τοῦ Φωτός, Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ Ἀγαθοῦ, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται, καί  ἔρχεται κοντά μας, νά φωτίσῃ τά σκοτάδια μας, να μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν  ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς», «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων». Πλησιάζει, με στοργή ὅλους, ἐκείνους, πού ἔχουν τυφλωθῆ ἀπό το Πάθος τῆς φιλαργυρίας καί ἀπό τήν προσκόλλησι εἰς τά μάταια καί ἀνάξια λόγου γήϊνα πράγματα, γιά νά θεραπεύσῃ τήν ψυχική μας τύφλωσι, πού εἶναι πράγματι, μεγάλη συμφορά.

 Γιά νά καταλάβουμε καλά τήν ψυχική, τήν   πνευματική μας τύφλωσι καί νά θεραπευθοῦμε ἀπό τά πάθη τῆς φιλαργυρίας καί τῆς πλεονεξίας, λέγει:

«Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐάν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τό σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· ἐάν ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ᾖ, ὅλον τό σῶμά  σου σκοτεινόν ἔσται. Εἰ οὖν τό φῶς τό ἐν σοί σκότος ἐστί, το σκότος πόσον;» (Ματθ. στ΄ 22-23).Δηλαδή: Ὁ λύχνος πού δίδει φῶς στό σῶμα εἶναι τό μάτι. Ὅπως ἀκριβῶς καί ὁ λύχνος, πού φωτίζει τήν ψυχήν εἶναι ὁ νοῦς. Ἐάν, λοιπόν, τό μάτι εἶναι ὑγιές, ὅλον το σῶμα σου θά εἶναι γεμᾶτο φῶς, σάν νά ἦταν ὁλόκληρον τό  σῶμα σου μάτι. Ἔτσι ἀκριβῶς θά φωτίζεται καί ἡ ψυχή σου ἐάν ὁ ὀφθαλμός της, ὁ νοῦς, εἶναι ὑγιής καί δέν τυφλώνεται ἀπό τό φοβερό πάθος τῆς φιλαργυρίας καί ἀπό τήν  προσκόλλησι στά γήϊνα, τά μάταια καί φθαρτά. Ἐάν ὅμως τό μάτι σου εἶναι βλαμμένο καί τυφλωμένο, ὅλον το σῶμα σου θά εἶναι βυθισμένο στό σκοτάδι. Ἐάν, λοιπόν, ἐκεῖνο, πού σοῦ δόθηκε, γιά νά σοῦ μεταδίδει φῶς, γίνῃ σκοτάδι, σέ πόσο σκότος θά βυθισθῇς;

Το ἴδιο ἀκριβῶς θά συμβῇ ἐάν χάσῃς τήν πίστι σου στό Θεό, ἐάν σκοτισθῇ  ὁ νοῦς σου ἀπό τήν  προσκόλλησι στόν ὑλικό πλοῦτο, ἐάν τυφλωθῇ ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς σου ἀπό τά πάθη τῆς φιλαργυρίας καί τῆς πλεονεξίας, σέ πόσο ἠθικό σκότος τότε θά βυθισθῇ ἡ ψυχή σου;

Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι  ὅταν μᾶς τυφλώνουν τά βρωμερά μας πάθη, τότε οὔτε βλέπουμε οὔτε ἀκοῦμε καί συνεχῶς ἀδικοπραγοῦμε καί βυθιζόμαστε σέ ἕναν, πράγματι, διαβολικό κύκλο, ἀπό τόν ὁποῖον δύσκολα μποροῦμε νά ξεφύγουμε, χωρίς τή Χάρι τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Κύριος, γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τίς σατανικές παγίδες τῆς φιλαργυρίας καί τῆς πλεονεξίας, πού εἶναι εἰδωλολατρία, μᾶς καλεῖ νά προσέξουμε πολύ, γιά νά ἀποφύγουμε αὐτά τά βρωμερά πάθη, πού εἶναι μεγάλη συμφορά. Μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε ἀπό τό σκοτάδι καί νά εἰσέλθουμε στό Χῶρο τοῦ Φωτός, καί λέγει: «Ὁρᾶτε καί φυλάσσεσθε ἀπό πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινί ἡ ζωή αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ΄15). Δηλαδή, μᾶς ἐξηγεῖ ὁ Κύριος ὅτι ἡ ἀγχώδης βιοτική μέριμνα, γιά τήν  ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό μας στή γῆ, σωρεύει στήν ψυχή καί στή ζωή μας συμφορές.  Ἡ ζωή μας δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τά περισσά πλούτη. Ὁ ἄνθρωπος δέν διατηρεῖται στή ζωή ἀπό τά ὑπάρχοντά του καί τά πολλά πλούτη δέν μᾶς  ἐξασφαλίζουν μακροζωῒαν καί δέν κάνουν εὐχάριστη τή ζωή μας.

Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος καί Μόνος φροντίζει, γιά μᾶς, εἶναι νά προσφέρουμε ἁπλόχερα, ὅλα τά ἀγαθά, πού μᾶς δίδει ὁ Θεός, στούς ἄλλους , ἀκόμη καί τή ζωή μας , ἄν χρειασθῇ. Και ἔτσι νά θησαυρίζουμε Θησαυρούς ἐν οὐρανῷ. Ὁ πιστός, λοιπόν, γνωρίζει ὅτι ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ  εἶναι ἡ θυσιαστική προσφορά ἀκόμη καί τῆς ζωῆς μας στούς ἄλλους, ἀπό ἁγνή καί ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη.

Ὁ Σατανᾶς ἀντίθετα συνεργεῖ καί σπρώχνει τούς ἀνθρώπους στήν ψευτιά, στήν κλεψιά, στήν ἀδικία, στήν φιλαργυρία, στήν πλεονεξία καί σέ κάθε φαῦλο πρᾶγμα. Μακρυά ἀπό τό Θεό, οἱ ἄνθρωποι κυριεύονται καί τυφλώνονται ἀπό τά βρωμερά τους πάθη καί ἀσχημονοῦν, χωρίς ἴχνος ντροπῆς. Ὁ Σατανᾶς ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους νά ἀντιστρατεύωνται στό Θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Κάθε νουνεχής ἄνθρωπος καλεῖται νά διαλέξῃ ἀνάμεσα στό Θεό καί τό Διάβολο. Δέν μπορεῖ νά ὑπηρετῇ συγχρόνως δύο κυρίους, πού ἔχουν ἀντίθετα θελήματα. Ὁ Καθένας μας καλεῖται νά διαλέξῃ ἤ τό Θεό ἤ τό Διάβολο.


Ὁ Ἰούδας, παράδειγμα πρός ἀποφυγήν, κυριεύθηκε ἀπό τό  Πάθος τῆς Φιλαργυρίας  καί διάλεξε τό Σατανᾶ, τότε μπῆκε ὁ  Διάολος μέσα του, καί πρόδωσε το Διδάσκαλό του, «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων» (Ἰωάν.ιγ΄27 ἑξ.). 
Ποιός ὅμως εἶναι τόσο μωρός, ἄφρων καί ὁλότελα «κουζουλός» καί ἀνόητος,  ὥστε νά ἀκολουθήσῃ τό  παράδειγμα τοῦ Ἰούδα καί νά διαλέξῃ νά μπῇ ὀ Διάολος μέσα του;

 Ὁ Κύριός μας, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τίς παγίδες τοῦ Διαβόλου καί νά μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τά σατανικά πάθη τῆς φιλαργυρίας, πού εἶναι ρίζα πάντων τῶν Κακῶν, καί τῆς πλεονεξίας, πού εἶναι εἰδωλολατρία, μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς καλεῖ νά ἐναποθέσουμε στά ἄχραντα Χέρια Του τήν ψυχή καί τή ζωή μας, τίς ψυχές καί τά σώματα τῶν παιδιῶν μας καί τῶν δικῶν μας, γιά νά βροῦμε γαλήνη καί ἀνάπαυσι, σιγουριά καί ἀσφάλεια. Μᾶς καλεῖ νά διαλέξουμε νά ἀνήκουμε στό Θεό καί νά κουρνιάσουμε στήν ἀγκαλιά Του.

Θά πρέπει δέν νά γνωρίζουμε καί νά πιστεύουμε ἀπόλυτα  ὅτι Κύριος, καί μόνον Αὐτός νοιάζεται γιά μᾶς, γι'αὐτό ὁ Πέτρος μας συμβουλεύει καί λέγει: 
«Πᾶσαν τήν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ' αὐτόν, ὅτι αὐτῷ μέλει περί ὑμῶν» (Α΄ Πέτρ. ε΄ 7). Καί μᾶς καλεῖ νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι: «Οὐδείς δύναται δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν· Ἤ  γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί μαμωνᾶ» (Ματθ. στ΄24). Καί εἶναι καιρός νά διαλέξουμε τό Φῶς καί τά ἔργα τοῦ Φωτός.




Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,  Θεέ μου, πολυεύσπλαγχνε, Μή ἀπορρίψῃς ἡμᾶς ἀπό τοῦ Προσώπου Σου, συνέτισον ἡμᾶς, φώτισε τά σκοτάδια μας καί ἀξίωσον πάντας ἡμᾶς νά διαλέξουμε τό Φῶς καί νά σταθοῦμε ἀκλόνητοι, ἀμετακίνητοι κοντά Σου. Κράτησέ μας κάτω ἀπό τήν Παντοδύναμον σκέπην τῶν  πτερύγων Σου καί ἀξίωσέ μας

νά λειτουγοῦμε καί νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, ὡς τέκνα τοῦ φωτός, ἀσιγήτως, δέ  νά Σέ ὑμνοῦμε καί νά Σέ δοξάζωμεν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, λόγῳ καί ἔργῳ, καί τώρα και πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.

 






Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

«ΟΝ ΤΡΟΠΟΝ ΕΠΙΠΟΘΕΙ Η ΕΛΑΦΟΣ ΕΠΙ ΤΑΣ ΠΗΓΑΣ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ,


ΟΥΤΩΣ ΕΠΙΠΟΘΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ

ΠΡΟΣ ΣΕ Ο ΘΕΟΣ…» ( Ψαλμ.41).

 

Ἀκριβῶς ἔτσι. Μέ τόν ἴδιο πόθο. Μέ τήν ἴδια δίψα. Δέν εἶν’ ὑπερβολή. Ὅπως ἀκριβῶς τό διψασμένο ἐλάφι. Τρέχει μέ λαχτάρα στίς Πηγές  τῶν ὑδάτων, τή δίψα του νά ξεδιψάσῃ, ἔτσι κι’ ἡ ταλαίπωρη ψυχή μου, μέ ἀκόρεστη, ἀχόρταγη δίψα ποθεῖ νά βρίσκεται κοντά Σου καί  διαρκῶς νά ἐπικοινωνῇ μαζί Σου, Γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, ὤ Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου!...Γλυκύτατό μουἜαρ !



Μόνον τότε, Κύριε, αἰσθανομ’ ἀσφαλής. Μόνον τότε βρίσκει γαλήνη καί ἀνάπαυσι ἡ ταραγμένη μου καρδιά, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, σ’ αὐτή τή Βαβυλῶνα. Ἐσένα, Κύριέ μου Ἰησοῦ, τόν ζωντανό Θεό, διψάει ἡ ψυχή μου. Ἐσένα μόνον Κύριε, ποθῶ. Παντοῦ καί πάντοτε, Ἐσένα ἀναζητῶ. Ἕως πότε θά ὑποφέρω σ’ αὐτόν τόν ἄχαρο τῆς ἐξορίας τόπο; Πότε, Κύριε, θά ἀξιωθῶ νά ἀποθέσω τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς, νά ντυθῶ τή  Χάρι Σου  καί  νά βρεθῶ κοντά Σου; Ποθῶ νά  Σέ λατρεύω αἰώνια μέ ὅλη τή  δύναμι τῆς ψυχῆς μου, μέ ὅλη την καρδιά μου, «ἐν πνεύματι και ἀληθείᾳ». Κράζω μεγάλῃ τή φωνῇ· «Ἰησοῦ μου, Ἀθάνατε, μόνον Ἐσέ λατρεύω!»

(Δέν νοιάζομαι, γιά τό τί μπορεῖ να πῇ ὁ κόσμος. Δυστυχῶς, μή σᾶς φανῆ παράξενος ὁ λόγος μου, ἀγαπητά μου παιδιά, οἱ    περισσότεροι, δέν ἔχουμε μυαλό. Χάσαμε, μακρυά ἀπό τό Θεό, τήν τιμήν τοῦ «κατ’ εἰκόνα». Καί ὁ Θεός μακροθυμεῖ, καταδέχεται Σταυρό καί περιμένει).

Κύριε Θεέ μου, μᾶς περιβάλλεις μέ ἀπέραντη στοργή, εἶσαι διαρκῶς κοντά μας. Κι' ἐμεῖς, μπροστά στά μάτια Σου ἀδικοπραγοῦμε...Χάνουμε, Θεέ μου, τήν αἴσθησι τῆς ζωντανῆς Σου Παρουσίας καί μετουσιώνουμε τόν Παράδεισο σέ «Χοιροστάσι»  κάνουμε τή  ζωή μας  «Κόλασι, καί ὑποφέρουμε τά πάνδεινα μακρυά Σου.

Ὤ Πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ Παρών καί  τά πάντα πληρῶν, Κύριέ μου Ἰησοῦ, ἀξίωσέ με νά νοιώσω τήν  Πανταχοῦ εὐλογημένη Παρουσία Σου, χάρισε καί σέ μέ, τόν ἄθλιο, τό δικό Σου ζωντανό νερό, ἵνα μή διψῶ. Νά ριζώσω, νοερά, παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, παρά τούς πόδας Σου, νά ἀκούω τό  ζωοποιό Σου λόγο καί  νά τόν  κάνω «πρᾶξι» στήν καθημερινή μου ζωή καί ἔτσι νά ἐργάζομαι στόν Παράδεισο καί νά προσέχω νά μήν τόν χάσω. Παράδεισος εἶναι ἡ ζωντανή Σου Παρουσία στή ζωή μας! Ὁμολογῶ καί διακηρύττω σέ  ὅλους ὅτι δέν ὑπάρχει, γιά μένα, ἄλλη μεγαλύτερη χαρά, εὐφροσύνη, γαλήνη καί  ἀγαλλίασι ἀπό τήν αἴσθησι τῆς ζωντανῆς Σου παρουσίας στή ζωή μου. Καί ὁ λόγος Σου, ἄρτος οὐράνιος, τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς μου, ἴαμα, θεραπεία. Στερέωσέ με, Κύριε, ἐπί την πέτραν τῶν ἐντολῶν Σου. Βοήθησέ με, νά νικῶ, μέ τή  Χάρι Σου, τό  Κακόν καί  τήν ἁμαρτίαν καί  «δῶσε καί  σέ ἐμέ, Κύριε, φαγεῖν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς, ὅ ἐστιν ἐν τῷ παραδείσῳ τοῦ Θεοῦ»(πρβλ. Ἀποκ. β΄ 7) καί  εὐσπλαγχνίσου τούς πολλούς, τούς δυστυχεῖς, τούς παραστρατημένους. Γνωρίζεις, Κύριε,  πώς οἱ περισσότεροι, χωρίς αἰδώ, δυστυχῶς, παραφέρονται καί, χωρίς ἴχνος ντροπῆς, ἀσχημονοῦν, ἀγνοοῦντες, ὅτι «ἔστι δίκης ὀφθαλμός, ὅς τά πάνθ’ ὁρᾷ» καί  ἀποδίδει στόν  καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του. Λύτρωσέ με, Κύριε, ἀπό αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν  Παραφροσύνη!...

Πιστεύω ἀπόλυτα, ὁμολογῶ καί διακηρύττω σέ ὅλους ὅτι νοιώθω πλήρης, ἀπόλυτα ἀσφαλής καί δέν φοβοῦμαι τίποτε καί κανέναν, διότι Σύ, Κύριε, ὁ Πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ Παρών, ὁ Θεός μου, εἶσαι, σίγουρα, παντοτεινά μαζί μου (Ματθ. κη΄20). Ναί εἶσαι μαζί μας, ὡς στοργικός Πατέρας καί μᾶς προστατεύεις ἀπό κάθε Κακό καί  μᾶς εὐεργετεῖς. Ὅπως ὁ Δαυΐδ κι’ ἐγώ κραυγάζω· δέν  φοβοῦμαι τίποτε, γιατί Σύ, Παντοδύναμε, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, εἶσαι μαζί μου. Καί  ὅταν βογγοῦν τά κύματα καί σείεται ἡ γῆ ἐκ θεμελίων καί μετακινοῦνται τά ὄρη καί ἔρχεται στήν ξηρά, ἡ θάλασσα  καί  ἡ  θάλασσα, στήν ξηρά καί συγκλονίζεται τό Σύμπαν, ἐμεῖς οἱ πιστοί δέν  θά  φοβηθοῦμε,  διότι ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, εἶναι μαζί μας, Φρούριόν μας, ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας(πρβλ. Ψαλμ. 45).

Πῶς μπορῶ, Κύριε, νά ἀπαριθμήσω τίς ἄπειρες πρός ἡμᾶς εὐεργεσίες Σου ἐν παντί καιρῷ; Πῶς νά διηγηθῶ τά ἀνεκδιήγητα, νά ἐκφράσω τά ἀνέκφραστα, νά περιγράψω τά ἀπερίγραπτα; Πῶς να λαλήσω τά ἀνείπωτα; Μαζί μέ τόν Μέγαν Βασίλειον ἀναφωνῶ: «Καί τίς ἱκανός λαλῆσαι τάς Δυναστείας Σου; ἀκουστάς ποιῆσαι πάσας τάς αἰνέσεις Σου ἤ διηγήσασθαι πάντα τά θαυμάσιά Σου ἐν παντί καιρῶ;» Κύριε, «Σύ πάντα οἶδας, Σύ γινώσκεις ὅτι φιλῶ Σε» καί, ὡς Καρδιογνώστης, γνωρίζεις καί τά  κρύφια τῆς καρδίας μου, γνωρίζεις τί κρύβω στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μου. Προσπαθῶ νά βρῶ λόγια κατάλληλα, γιά νά ἐκφράσω, ὅ, τι αἰσθάνομαι, ὅ,τι νοιώθω μέσα μου, τόν  πόνο καί  τή θλῖψι μου, τήν Ὀδύνη μου, γιά τίς  πτώσεις μου καί τῶν ἄλλων γύρω μου, γιά τό πῶς φθάσαμε στήν ἐσχάτη ἐξαθλίωσι, μακρυά Σου. Καί ἀπορῶ…  Πῶς  μᾶς ἀνέχεσαι, Μακρόθυμε; Μέγα Σου τό Ἔλεος, Θεέ μου! Ἄφατη ἡ Μακροθυμία Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ!...

Ἄν σιωπήσω, οἱ λίθοι κεκράξονται. Θέλω νά διαλαλήσω τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχνία Σου, καί μένω ἄφωνος… Ἄναρθρες οἱ κραυγές μου. Καθημερινά Σέ προδίδουμε. Καθημερινά σέ Σταυρώνουμε στό πρόσωπο τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν Σου, και Σύ, μακροθυμεῖς καί περιμένεις τήν συνειδητή ἐπιστροφή μας. Κρούεις τήν Θύραν καί περιμένεις... Καί ἡ κραυγή μου, ὡς φωνή σάλπιγγος, ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν, κράζει: Ε Λ Ε Ο Σ...

Κανείς δέν μπορεῖ νά κρυφτῇ ἀπό Σένα. «Οὐκ ἔστι κτίσις ἀφανής, Κύριε, ἐνώπιόν Σου. Τά πάντα εἶναι γυμνά καί φανερά στα μάτια τά δικά Σου» (Ἑβρ. δ΄13). Ὅπου κι’ ἄν πάω, ὅπου κι’ ἄν βρεθῶ, ἐκεῖ Σέ βρίσκω, νά μέ  περιμένῃς, ὄχι γιά  νά μέ κρίνῃς, ἀλλά γιά νά μέ σώσῃς. Ὅλους μᾶς κυνηγᾶς μέ τό  Ἔλεός Σου. Προσκυνῶ, Χριστέ μου, τήν ἄφατη Μακροθυμία Σου. Κύριε,  δόξα Σοι!

Πρίν ἀκόμη Σοῦ ζητήσουμε, ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη, μᾶς τό ἔχεις πλουσιοπάροχα  προσφέρει. Καί ποτέ κανείς δέν  μπορεῖ νά ἀμφισβητήσῃ ὅτι Σύ, Κύριε, καθημερινά «ἀνατέλλεις τόν Ἥλιόν Σου ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς καί βρέχεις ἐπί δικαίους καί  ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45). Σύ, Κύριε, ὁ Πανταχοῦ Παρών, μᾶς περιβάλλεις μέ  τήν  ἀγάπη Σου, μᾶς φροντίζεις καί μᾶς προστατεύεις (πρβλ. Ματθ.στ΄25-34).Μᾶς δέχεσαι στήν ἀγκαλιά Σου, ὡς ἡ Ὄρνις ἐπισυνάγει τά νοσσία ἑαυτῆς ὑπό τάς πτέρυγας» (Ματθ. κγ΄ 37).

Κι’ ἐμεῖς, οἱ ἄμυαλοι, ἀπό κακή μας θέλησι, παραμένουμε κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου, ἐμπεπηγμένοι «εἰς ἰλύν βυθοῦ». Σέ παρακαλῶ, Κύριε, ἄκουσε τίς ἄναρθρες κραυγές μου! Σύ εἶσαι ἡ ζωή μου και ἠ εἰρήνη μου, ἡ μόνη μου παρηγοριά, ἡ μόνη μου  καταφυγή, ἡ μόνη μου ἐλπίδα, τό Φρούριόν μου, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Προστρέχω κάτω ἀπό τή  σκέπη Σου καί Σέ ἱκετεύω, ἐλέησον ἐμέ καί τόν κόσμον Σου, ὡς Οἰκτίρμων καί Φιλάνθρωπος. Κύριέ μου, Ἰησοῦ Χριστέ, Ἐσύ, πού σταυρώθηκες, γιά μᾶς, λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας. Ἐκτός ἀπό Σένα δέν  ἔχουμε  καί δέν  θέλουμε νά ἔχουμε κανέναν ἄλλον βοηθόν ἐκτός ἀπό Σένα. Σύ καί μόνον Σύ, εἶσαι ὁ  Θεός μας καί μεῖς εἴμαστε δοῦλοι Σου, ἀχρεῖοι μέν καί  ἐλεεινοί, ἀλλά δικοί Σου δοῦλοι.

Σύ, Κύριε, ὁ Ποιμήν ὁ Καλός, πού προσφέρεις τήν ψυχήν Σου ὑπέρ τῶν προβάτων, ὅπως μέχρι σήμερα φροντίζεις ἐμέ, φρόντισε καί κάθε παραστρατημένο. Προσκυνῶ, Κύριε,  τή Μακροθυμία Σου καί τήν Ἀγαθότητά Σου, Σέ Εὐχαριστῶ καί ὑμνῶ τά μεγαλεῖα Σου καί Σέ εὐγνωμονῶ, πού μέ ἀξίωσες νά  βρίσκωμαι κάτω ἀπό τήν σκέπην  τῶν πτερύγων Σου.  Αἰσθάνομαι ὅτι τώρα πιά δέν ζῶ ἐγώ, ἀλλά μέσα μου ζῆς καί βασιλεύεις Ἐσύ, Γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ. Τίποτε καί κανέναν δέν φοβοῦμαι, γιατί, Παντοδύναμε, Σύ, εἶσαι διαρκῶς μαζί μου καί ὁμορφαίνεις τή ζωή μου. 

«Ποῦ πορευθῶ ἀπό τοῦ πνεύματός σου καί ἀπό τοῦ προσώπου Σου ποῦ φύγω;  Ἐάν ἀναβῶ εἰς  οὐρανόν, σύ ἐκεῖ εἶ· ἐάν καταβῶ εἰς τόν ᾏδην, πάρει· ἐάν ἀναλάβω τάς πτέρυγάς μου κατ’ ὄρθρον καί  κατασκηνώσω εἰς τά ἔσχατα τῆς θαλάσσης, καί γάρ ἐκεῖ  ἡ χείρ σου καθοδηγήσει καί καθέξει με ἡ δεξιά σου» (Ψαλμ.138,7-10)

«Ἐάν γάρ καί πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι Σύ μετ' ἐμοῦ εἶ» (Ψαλμ. 22,4).

ΔΟΞΑ Τῌ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙᾼ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΔΟΞΑ ΣΟΙ!

 


 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2021

Α ΝΑ Χ Ω Ρ Η Σ Ι Σ


 

ΟΧΙ ΤΟΠΙΚΗ ΜΕΤΑΚΊΝΗΣΙΣ, ΑΛΛΑ

ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ.

 


                                      «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς 

ἁλιεῖς ἀνθρώπων». 

Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα, τό πλοῖον 

καί τόν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτόν» 

(Ματθ. δ΄ 19).

 

Αἰσθάνομαι  τήν  ἀνάγκην, νά σᾶς ἐξομολογηθῶ ὅτι κάθε φορά πού ἀναφέρομαι στόν Κύριο και τολμῶ να ἀναφέρω τό  Ὄνομά Του, τό  Ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν Ὄνομα, νοιώθω μέσα στα ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς ἕνα δέος, καί συγχρόνως μιά ξεχωριστή, ἀνερμήνευτη, συγκίνησι, χαρά, εὐφροσύνη καί  ἀγαλλίασι. Αἰσθάνομαι ὅτι ἀναχωρῶ, νοερά, ἀπό αὐτόν τόν  ἄθλιο κόσμο, καί  κάθομαι παρά τούς πόδας τοῦ γλυκυτάτου Διδασκάλου, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἀκούω τό ζωοποιῶ Του λόγο, πού καί νεκρούς ἀνασταίνει. Ἀναβαίνω πάνω ἀπό τά γήϊνα, σέ ἄλλη διάστασι, στή θεία διάστασι, στό  Χῶρο τῆς σιωπῆς. Σᾶς ἐξομολογοῦμαι δέ ὅτι ἀρκεῖ καί μόνον νά προφέρω τό Πανάγιον Ὄνομα τοῦ  Ἰησοῦ μου, γιά νά νοιώσω καλά.

Καί  μόνη ἡ προφορά τοῦ Ὀνόματός Του ἀρκεῖ, γιά  νά νοιώθω ἀσφαλής, δυνατός, χαρούμενος, πλήρης, εὐτυχισμένος. Ἴσως, στή σχιζοφρενική μας ἐποχή, σᾶς παραξενέψῃ ἡ  ἐξομολόγησίς μου. Ἀλλά αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Αὐτά εἶναι τά ἀγαθά τῆς Ἀναχωρήσεως. Καί μέ  τρυφερότητα καί   ἀγάπη, ἀγαπητά μου παιδιά, σᾶς καλῶ, ὅλες και ὅλους, σέ αὐτή τήν ἀγία ἀναχώρησι. Θά πρέπει δέ ἐδῶ νά  σᾶς ἐξηγήσω  τί ἐννοῶ. Τί σημαίνει Ἀναχώρησις ἀπό τον κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»(Α’ Ἰωάν ε΄19);

Ἡ  Ἀναχώρησις ἐδῶ δέν σημαίνει τοπική ἀναχώρησι. Δέν  σημαίνει μετακίνησι ἀπό ἕνα τόπο σέ ἄλλο τόπο, δέν σημαίνει φεύγω ἀπό τήν πόλι καί πηγαίνω στό  χωριό, στό βουνό, μακριά ἀπό τό θόρυβο, σέ ἕνα ἥσυχο μέρος, στήν  ἐρημιά.  Ἡ  Ἀναχώρησις ἐδῶ, σημαίνει ἀναχώρησι ἠθική, πνευματική. Ἀναχώρησι ἀπό τό  Κακό καί  τήν ἁμαρτία, ἀπό τίς κακές συνήθειες καί ἀπό τίς κακές συναναστροφές, σημαίνει ἀπομάκρυνσις ἀπό τό Βόρβορο, ἀπό τή λάσπη, ἀπό κάθε βρωμιά καί ἀκαθαρσία. Σημαίνει ἔξοδο ἠθική, πνευματική, ἀπό τή Βαβυλῶνα. Σημαίνει καθαρότητα. Σημαίνει νέκρωσι τῶν βρωμερών μας παθῶν. Σημαίνει σταύρωσι τῆς σαρκός σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις (Γαλατ.ε΄24). Μαθητής τοῦ Χριστοῦ, Ἀναχωρητής δέν εἶναι αὐτός, πού ὅπου κι' ἄν πάῃ, κουβαλάει μαζί του τά «ἔνοικα Πάθη», ἀλλ'  αὐτός, πού ἀπαρνεῖται τά βρωμερά του Πάθη, αὐτός πού καθαρίζει τή λάσπη ἀπ' τήν ψυχή του.

Σέ αὐτοῦ  τοῦ εἴδους τήν Ἀναχώρησι μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν λέγει: «ἐξέλθετε ἐξ αὐτῆς (ἐκ τῆς Βαβυλῶνος) ὁ λαός μου» (Ἀποκ.ιη΄4).Ἤ ὅταν λέγει ὅτι δέν  μπορεῖ νά ὑπάρχῃ ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στό  ΦΩΣ καί στό ΣΚΟΤΑΔΙ, ἀνάμεσα στό Χριστό καί στό Σατανᾶ. Ἀναχώρησις  σημαίνει ἀπομάκρυνσι ἀπό τά εἴδωλα, καί  Πίστι στόν Ἕνα καί μόνον Ἀληθινόν Θεόν. Σημαίνει ἀφιέρωσι, προσήλωσι τοῦ νοῦ καί  τῆς καρδιᾶς μας στό Χριστό. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο μᾶς λέγει: «Ὑμεῖς ναός Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθώς εἶπεν ὁ Θεός ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω, καί  ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καί αὐτοί ἔσονταί μοι λαός. Διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε, κἀγώ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καί ἔσομαι  ὑμῖν εἰς Πατέρα, καί  ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱούς καί θυγατέρας, λέγει Κύριος Παντοκράτωρ» (Λευιτ. 26, 12. Ἱρεμ. 39,38. Ἡσ. 52,11. Β΄Κορινθ.στ΄16-18).

Πνευματική Ἀναχώρησις σημαίνει: νοερά ἔξοδος ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», καί εἴσοδος  εἰς τόπον ἀναψυχῆς. Ἔξοδος ἀπό τά γήϊνα καί εἴσοδος εἰς τόν  χῶρον τοῦ πνεύματος. Ἀνάβασις  πρός τά ὕψη θείας ἀναβάσεως, προσήλωσις στό Χριστό, πού χαρίζει τήν αἰώνιον μακαριότητα ἀπό τώρα. Ὁ Ἀναχωρητής, ὅπου κι' ἄν βρίσκεται προσέχει τάς θυρίδας, δι' ὧν εἰσέρχεται στήν ψυχή μας ὁ θάνατος. Προσέχει στόν ἑαυτό του, καί  ἔχει προσηλωμένο τό νοῦ του διαρκῶς στό Θεό καί χαίρεται νά συνομιλεῖ μέ τόν Θεόν. Ἡ ἀναπνοή του εἶναι κολλημένη μέ τή μνήμη τοῦ Θεοῦ. Τέρπεται νά ψελίζῃ τόν Νόμον τοῦ Κυρίου καί νά βρίσκεται νοερά «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» καί νά εὐφραίνεται μέ τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, πού δέν θέλει νά τήν ἀλλάξῃ ποτέ καί για τίποτε.

Γιά τούς πολλούς ἡ πνευματική αὐτή Ἀναχώρησις εἶναι μιά κατάστασις ζωῆς ξένη καί ἀπροσπέλαστη, ἀπλησίαστη. Ὄχι μόνον χαίρονται νά ἀμαρτάνουν, ἀλλά καί  καυχῶνται ἐπί τοῖς ἀτοπήμασι, λέγει ὁ Χρυσόστομος.

Γι'αὐτό εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε καί τό ψωμί, πού τρῶμε, «ἄρτος Ὀδύνης». 

Βλέπει ὁ Κύριος, ὡς ἄπειρη ἀγάπη τήν κατάντια μας, τήν Ὀδύνη καί  τόν  πόνον μας, σ’ αὐτήν ἐδῶ την ἄθλια παροικία καί μᾶς εὐσπλαγχνίζεται. Ἔρχεται κοντά μας, λαμβάνει δούλου μορφήν, καί  μᾶς καλεῖ κοντά Του, νά  μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς καί  νά  μᾶς ὁδηγήσῃ «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων».

Μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς…» (Ματθ. ια΄ 28-30). Αὐτή εἶναι ἡ Γενική πρόσκλησις τοῦ Θεοῦ, πού καλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους, νά  ἀναχωρήσουν ἀπό τό Κακό καί τήν ἁμαρτίαν, νά ἀποθέσουν τόν παλαιόν ἄνθρωπον καί νά ἐνδυθοῦν τόν  καινόν, τόν  Νέον ἄνθρωπον, τόν Χριστόν,  καί, ὡς «καινή κτίσις» ἐν Χριστῷ,  νά  ἐξέλθουν ἀπό τή Βαβυλῶνα καί νά εἰσέλθουν καί πάλιν εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν, εἰς τόν Χῶρον τοῦ Πνεύματος,  ζῶντες καθώς πρέπει ἁγίοις, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά ἐπιστρέψουν στήν  Πηγήν τοῦ ζῶντος Ὕδατος, νά  εἰσέλθουν καί πάλιν εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν. Πρός τόν σκοπόν αὐτόν,  μέ εἰδικήν πρόσκλησι, ἐκλεγει καί   προσκαλεῖ κοντά Του εἰδικούς ἐργάτες, τούς Ἀποστόλους του, γιά νά συνεχίσουν τό κοσμοσωτήριον ἔργον Του. Καί τούς Ἐργάτες αὐτούς, δέν τούς ἐκλέγει ἀπό τούς ἀνθρώπους τῶν Ἀνακτόρων, οὔτε ἀπό τά Συνέδρια τῶν Ἰουδαίων, οὔτε ἀπό τά Πανεπιστήμια τῆς ἐποχῆς Του, Κέντρα  τοῦ Φαρισαϊσμοῦ, τῆς Ὑπεροψίας, τῆς  Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας. Ὁ Κύριος βδελύσεται τούς ὑπερηφάνους, «τούς ξερόλες» καί τούς Ψευτοαγίους καί ἀναζητεῖ τούς Μαθητάς Του, μεταξύ τῶν ἁγνῶν, τῶν ταπεινῶν, τῶν ἁπλοϊκῶν,  τῶν ἀγραμμάτων ψαράδων τῆς λίμνης τῆς Τιβεριάδος. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός, ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνῃ τά ἰσχυρά, καί  τά ἀγενῆ τοῦ κόσμου καί  τά ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καί  τά μή  ὄντα, ἵνα τά ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μή καυχήσηται πᾶσα σάρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορινθ. α΄ 27-29). 




Ὁ Πάνσοφος καί καρδιογνώστης καλεῖ κοντά Του τούς ταπεινούς καί ἄδολους Ψαράδες καί τούς βεβαιώνει ὅτι ἀπό τώρα θά  ψαρεύουν καί θά  σώζουν ἀνθρώπινες ψυχές: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»(Ματθ. δ΄ 19). «Και εἶπε πρός τόν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· Μη φοβοῦ· ἀπό τοῦ νῦν ἄνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν» (Λουκ. ε΄10). Καί  πραγματικά πίστεψαν στόν Κύριον καί δέχθηκαν  τήν  πρόσκλησί Του. Τοῦ ἄνοιξαν τήν καρδιά τους, και ἀφιερώθηκαν στό Χριστό καί στό ἔργο πού τούς ἀνέθεσε.  Ὄχι μόνο «εὐθέως» ἄφησαν, τά δίκτυα καί τό πλοῖον καί  τόν  πατέρα τους, ἀλλά «εὐθέως», μέ ὅλη τήν καρδιά τους, πρόθυμα, μέ ἀφοσίωσι, μέ λατρεία στό  Διδάσκαλό τους, μέ πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας, ἀφέντες ἅπαντα, ἠκολούθησαν Αὐτόν» καί θυσίασαν καί τή ζωή τους, γιά νά μαθητεύσουν πάντα τά ἔθνη, γιά νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ πάσῃ τῇ κτίσει. Πράγματι ἡ ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ΤΟΥΣ ὑπῆρξε ὐποδειγματική καί ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ ὅλους νά μιμηθοῦμε τούς Ἀποστόλους, ὥστε καί ἡ δική μας Ἀναχώρησις νά εἶναι ἠθική, πνευματική ἀναχώρησις και ἀνάβασις ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν. Εἴθε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός νά μᾶς ἀξιώσῃ νά ἐξέλθουμε ἀπό τήν Βαβυλῶνα, καί ἡ δική μας ΑΝΑΧΩΡΗΣΙΣ ἀπό τό  Κακό καί τήν  ἁμαρτία, νά μᾶς ὁδηγῇ στά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ καί  τῶν Ἀποστόλων Του, ὥστε νά καταντήσωμε ἐν αὐλαῖς οἴκου Θεοῦ ἡμῶν, ἀσιγήτως,   ὑμνοῦντες Αὐτόν εἰς αἰῶνας αἰώνων. ΑΜΗΝ.