Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2021

ΠΡΟΣ ΣΕ ΗΡΑ ΤΟΥΣ ΟΦΘΑΛΜΟΥΣ ΜΟΥ



                         ΔΟΞΑ Τῌ ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ ΔΟΞΑ ΣΟΙ.

 

Ἀόρατε καί ἀκατάληπτε Κύριε, πῶς ἄφησες τό Θεϊκό Σου Θρόνο καί φανερώθηκες ὡς ἄνθρωπος στή γῆ; Δέν τό χωράει ὁ νοῦς μου. Ἄν μέ ρωτοῦσες, θά σου ἔλεγα, μή ἀφήνῃς τή δόξα Σου, δέν ἀξίζουμε τή συγκατάβασί Σου.

Ἄν ἔλθῃς κοντά μας, θαὔρης ὁλόκλειστες τίς θύρες τῆς ψυχῆς μας. Καί χθές καί σήμερα οἱ ἴδιοι ἀμετανόητοι. Χάσαμε τήν τιμή τοῦ «κατ’εἰκόνα». Συνεχίζουμε τά ἔργα τῶν χειρῶν μας, λατρεύοντες τά εἴδωλα, «ἀργύριον καί χρυσίον», χάσαμε τήν ἀνθρωπιά μας, ἀμαυρώσαμε  μέσα μας τήν εἰκόνα Σου, ὁμοιωθήκαμε τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις, ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς καί συνεχίζουμε, χωρίς ντροπή, νά ζοῦμε χειρότερ’ ἀπ’ τά κτήνη, συμπεριφερόμαστε χειρότερ’ ἀπ’ τά κτήνη καί πεθαίνουμε σάν κτήνη. Στρέφει ὀ ἕνας καί τρώγει τίς σάρκες του, κατεσθίει τόν ἀδελφόν του  καί κάνει θρίαμβο πάνω στά αἴματα τῶν ἀθώων θυμάτων του. Κύριέ μου, Ἥλιε τῆς Δικαιοσύνης, Σύ εἶσαι  τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ἔρχεσαι κοντά μας, γιά νά φωτίσῃς τά σκοτάδια μας καί μᾶς καλεῖς νά βγάλουμε τή σκιά μας στό Φῶς καί νά ἀγαπήσουμε τό φῶς. Ἀλλά ἐμεῖς, ὅπως τότε καί σήμερα μισοῦμε τό Φῶς καί δέν ἐρχόμαστε πρός τό Φῶς, γιατί εἶναι πονηρά, φαῦλα τά ἔργα μας καί, μέ λυσσώδη μανία, ἐμμένουμε κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου κι’ ἐμεῖς, μετά τῶν ἀρχιερέων  καί Γραμματέων καί δολίων Φαρισαίων καί μαζί μέ τόν Ἰούδα ζητοῦμε εὐκαιρίαν καί πάλιν νά Σέ Σταυρώσουμε. Μά τί λέω; Καθημερινά σέ Σταυρώνουμε στό πρόσωπο τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν Σου. Καί Σύ συνεχίζεις νά δέχεσαι ἐμπτυσμούς, καί κολαφισμούς καί ραπίσματα, καί Σταυρόν καί θάνατον, γιά νά μᾶς φέρῃς σέ συναίσθησι, νά ἔλθουμε στόν ἑαυτόν μας, οἱ Παράφρονες,  καί νά ἐγκολπωθοῦμε τήν ἀγάπη Σου, καί νά ἀλλάξουμε ζωή.

Ὡς καρδιογνώστης γνωρίζεις, πώς δέν ἀξίζουμε, Κύριε, τό Ἔλεός Σου, γι’αὐτό τολμῶ, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, Ἀγαπημένε μου Κύριε, μήν  ἔρχεσαι κοντά μας, δέν τό ἀξίζουμε, καί πάλιν θά Σέ Σταυρώσουμε. Εἴμαστε πτωχοί, γυμνοί, ἐλεεινοί, τυφλοί, κωφοί, ἄθλιοι, πωρωμένοι. Πετρώσανε οἱ καρδιές μας. Ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς μας προαιρέσεως, «ἐπαχύνθη ἡ καρδιά μας, σκοτίστηκε ὁ νοῦς μας, δέν βλέπουμε καί δέν ἀκοῦμε τό Εὐαγγέλιο τῆς ἀγάπης Σου, Χριστέ, φύγε ἀπό κοντά μας, ἐμεῖς δέν ἔχουμε ἄλλο Βασιλιά παρά τόν Καίσαρα, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα, τήν Καλοπέρασί μας. Τί θέλεις ἀπό μᾶς; Εἴμαστε Σαδομαζοχιστές. Δέν θέλουμε νά ἀκούσουμε  τό λόγο Σου. Δέν ἀλλάζουμε ζωή. Μᾶς ἀρέσει νά ζοῦμε στό σκοτάδι». Παρόλα αὐτά, Σύ , Κύριε, μακρόθυμε καί πολυέλεε, συνεχίζεις νά κρούῃς τή Θύρα καί νά μᾶς καλεῖς κοντά Σου, γλυκειά μου Ἄνοιξις, ὤ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου! Πῶς νά ὑμνήσω τή θεϊκή Σου συγκατάβασι; Σταματάει ὁ νοῦς μου. Δέν βρίσκω λόγια νά περιγράψω τήν τρυφερότητα, μέ τήν ὁποίαν περιβάλλεις ὅλους ἐμᾶς τούς ἐλεεινούς. Πῶς νά περιγράψω τά ἀπερίγραπτα; Πῶς νά ἐκφράσω τά ἀνέκφραστα; Πῶς νά ὑμνήσω τά μεγαλεῖα Σου, Ὕψιστε Θεέ; Τρέμω,  μέ τή σκέψι, ὅτι στήν προσπάθειά μου νά Σέ ὑμνήσω, μήπως προσβάλλω τή μεγαλειότητά σου, Κύριε. Γιατί «ποιός εἶναι ἱκανός λαλῆσαι τάς δυναστείας Σου; Ἀκουστάς ποιῆσαι πάσας τάς αἰνέσεις Σου ἤ διηγήσασθαι πάντα τά θαυμάσιά Σου ἐν παντί καιρῷ;» Συγχώρησέ με, Θεέ μου. Καί νά σιωπήσω πάλι δέν μπορῶ. Ἄν ὑπάρχω Σέ Σένα τό χρωστῶ, Σύ μέ ἀξίωσες, ἐμέ τόν ἐλεεινόν καί ἀνάξιον δοῦλον Σου, νά ὑπηρετῶ ἑξῆντα δύο ὁλόκληρα χρόνια στό Θυσιαστήριόν Σου, πῶς νά σιωπήσω; Δέν μπορῶ...Στεναχωριέμαι γιά τά λάθη μου... Στεναχωριέμαι, πού δέν βρίσκω λόγια ἐπάξια νά Σέ ὑμνήσω, Ἀνεξίκακε καί Μακρόθυμε Κύριέ μου Ἰησοῦ...



Στεναχωριέμαι ὅταν βλέπω τήν τυφλότητα καί τήν πώρωσι καί τή δυστυχία τῶν συνανθρώπων μου,  πού τόσο πολύ ἀπομακρύνονται ἀπό κοντά Σου καί  στενάζουν καί  ὑποφέρουν σ’ αὐτήν τήν ἄθλια παροικία καί ἀπό κακή τους θέλησι,  ἐμμένουν «τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ». Θλίβομαι μέ τήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων, πού δέν εὐχαριστοῦν τόν Θεόν, γιά τίς πρός ὅλους ἐμᾶς ἄπειρες, φανερές καί ἀφανεῖς,  εὐεργεσίες Του!... Πόσο μεγάλο εἶναι τό μερίδιο τῆς εὐθύνης μου, γιά τήν κατάντια τῶν συνανθρώπων μου; Ἀναρωτιέμαι τί μπορῶ νά κάνω; Νομίζω πώς φταίω ἐγώ, γιά τήν ἀθλιότητά μας... Κύριε καί Θεέ μου, συγχώρεσέ με καί διόρθωσε τά λάθη μου, Σέ παρακαλῶ. Ἄκουσε τούς στεναγμούς τῆς  καρδιᾶς μου καί ἐλέησέ μας. Κανείς ἄλλος δέν μπορεῖ νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἴλύν βυθοῦ» στήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Μόνον Σύ, Κύριε μπορεῖς, ὡς Παντοδύναμος καί θέλεις, ὡς Πανάγαθος, νά μᾶς λυτρώσῃς ἀπό τά δεινά, πού σωρεύει στή ψυχή καί τή ζωή μας ἡ ἀμετανοησία. Συγχώρεσέ με, δέν ξέρω τί Σου ζητῶ. Πότε σοῦ ζητῶ νά μήν ἔλθῃς κοντά μας, γιατί δέν μπορῶ, δέν ἀντέχω, νά βλέπω τούς ἀνθρώπους νά Σέ  βλασφημοῦν καί νά σέ πολεμοῦν καί νά μήν ἀναγνωρίζουν   τήν ἄφατη πρός ἡμᾶς συγκατάβασί Σου.




Πότε πάλιν Σέ παρακαλῶ νά ἔλθῃς γρήγορα κοντά μας, γιατί χανόμαστε. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια μου. Χωρίς ἐσένα εἴμαστε χαμένοι. Δέν ὑπάρχουμε χωρίς τή δική Σου εὐλογημένη Παρουσία!  Ὅλα καί ὅλοι μᾶς ἐξαπατοῦν καί μᾶς ἐγκαταλείπουν. Μόνον Σύ, καί ὅταν σέ διώχνουμε, μᾶς κυνηγᾶς μέ τό Ἔλεός Σου καί δέν μᾶς ἐγκαταλείπεις ποτέ. Θαυμάζω τήν ἄφατη συγκατάβασί Σου, Κύριε. Λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας. Ἔρχου ταχύ! Μή βραδύνῃς! Σύ, «ὁ περιπατῶν ἐπί πτερύγων ἀνέμων, ὁ ποιῶν τούς Ἀγγέλους Σου πνεύματα καί τούς λειτουργούς πῦρ φλέγον...   Ὁ ἐπιβλέπων ἐπί τήν γῆν καί ποιῶν αὐτήν    τρέμειν, ὁ ἁπτόμενος τῶν ὀρέων καί καπνίζονται (ψαλμ.103,3-4,32), ἔλα γρήγορα κοντά καί «ὡς πῦρ καταναλίσκον» κάψε. Κάψε τά ἄχυρα τῶν ἔργων μας, καθάρισε τή λάσπη ἀπ’ τήν σαλεμένη μας καρδιά, θέρμανε τήν ψυχή μας καί ἀξίωσέ μας νά Σέ λατρεύουμε, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς καρδιᾶς μας. Βοήθησέ μας νά καταλάβουμε ὅτι μέ τή Θεϊκή Σου συγκατάβασι καί τή Σταυρική σου Θυσία, Σύ πρῶτος μᾶς ἀγάπησες καί μᾶς ἔλουσες καί μᾶς ἐκαθάρισες μέ τό πανάγιο αἷμα Σου, ἀπό  τίς ἁμαρτίες μας καί μᾶς ἔκαμες Βασιλιᾶδες καί Ἱερεῖς στό Θεό καί Πατέρα μας. Καί ἀξίωσέ μας, νά Σέ δοξάζουμε, διότι  Σέ Σένα ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Σέ ἱκετεύω , Κύριε ἀξίωσέ μας ἀσιγήτως, νά Σέ ὑμνοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, καί ἀκαταπαύστως νά σέ δοξολογοῦμε καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων, ΑΜΗΝ.









Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

ΘΕΕ ΜΟΥ, ΘΕΕ ΜΟΥ




                              ΚΥΡΙΕ, ΜΟΝΟΝ  ΠΡΟΣ  ΣΕ ΚΑΤΑΦΕΥΓΩ.

 

Κύριέ μου, Ἰησοῦ μόνον κοντά Σου ἀναπαύετ’ ἡ ψυχή μου. Μόνον κοντά Σου νοιώθω ἀσφάλεια καί σιγουριά. Σύ, Κύριέ μου, Ἰησοῦ, εἶσαι ἡ ζωή μου καί ἡ εἰρήνη μου, ἡ μόνη μου καταφυγή, ἡ μόνη μου παρηγοριά, ἡ μόνη μου ἐλπίδα, τό Φρούριόν μου, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Σύ, Κύριε, εἶσαι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή. Τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος, ὁ Πρῶτος καί ὁ  Ἔσχατος, ὁ  Ὤν καί  ὁ  Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ. Μόνον Σύ, ὁ Πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ Παρών, εἶσαι ὁ Ἰσχυρός Θεός, ὁ Ἐξουσιαστής, ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης. Μόνον Σύ εἶσαι ὁ πάνσοφος Δημιουργός. Σύ, Θεέ μου  συνέχεις, συγκροτεῖς καί συγκρατεῖς τά Σύμπαντα σέ, ἀξιοθαύμαστη, Τάξι, Ἱσορροπία καί Ἁρμονία. Σύ εἶσαι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ Ζωοδότης.  Σύ, Σταυρώθηκες, γιά μᾶς, ἀλλά καί ὁ μόνος, πού νοιάζεται γιά μᾶς. Σύ, Κύριε, εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, πού ἔρχεσαι στόν κόσμο, νά σώσῃς ὅλους ἐμᾶς τούς ἄμυαλους ἁμαρτωλούς, ὧν πρῶτος εἰμί ἐγώ. Ἐάν ζοῦμε καί ὑπάρχουμε στή ζωή, ζοῦμε καί ὐπάρχουμε, γιατί, Κύριε, Σύ ζῆς καί ὑπάρχεις, γιατί Σύ εἶσαι ἡ αἰωνία ὕπαρξις, ἡ Πηγή τῆς ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας. Ναί, Κύριε, πιστεύω καί ὁμολογῶ ὅτι Σύ εἶσαι «ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ», Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας. Αἰσθάνομαι, νοιώθω βαθειά μέσα στήν καρδιά μου τήν ἀόρατη, ὁλοζώντανη καί εὐλογημένη Παρουσία Σου καί ἀγάλλομαι, χαίρομαι καί ὁμολογῶ καί τό διακηρύττω σέ ὅλους ὅτι εἶσαι κοντά μας, Πανάγιε, σκέπη, καταφυγή καί κραταίωμα, γιά νά χαροῦν καί νά διώξουν τό φόβο ἀπ’ τήν ψυχή τους καί νά ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς, νά ζοῦν καθώς πρέπει ἁγίοις. Ὁμολογῶ ὅτι δέν εἶσαι  μακρυά μας. Εἶσαι πολύ κοντά στόν καθένα μας, Φιλάνθρωπε, καί κρούεις τή Θύρα... Εἶσαι κοντά μας. «Ἐν σοί γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν». Ναί, Κύριε, χάρις στήν ἄφατη μακροθυμία Σου, μέσα σένα καί, χάρις στήν ἀγάπη Σου, ζοῦμε καί κινούμαστε καί ὑπάρχουμε. Χωρίς Ἐσένα θά εἴμαστε ὁλότελα χαμένοι. Ἄν Ἐσύ δέν ἤσουν μαζί μας, ἄς τό ὁμολογήσῃ ὁ πιστός λαός τοῦ Θεοῦ, ἄν Ἐσύ δέν ἤσουν μαζί μας, ἀσφαλῶς «τό ὕδωρ ἄν κατεπόντισεν ἡμᾶς, χείμαρρον διῆλθε καί διέρχεται ἡ ψυχή ἡμῶν. ΑΝ Ἐσύ δέν ἤσουν μαζί μας θά μᾶς εἶχαν καταβροχθίσῃ ζωντανούς οἱ ἐχθροί μας», δαίμονες καί δαιμονάνθρωποι.

Πόσο πολύ δυστυχισμένοι εἶναι ὅλοι, ὅσοι δέν βρίσκονται κάτω ἀπό τή Σκέπη Σου, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ!.. Θἄδινα καί τήν ψυχή μου, ἄν ἦταν δυνατόν, γιά νά πιστέψουν καί νά ἐπιστρέψουν κοντά Σου,  ὅλοι, ὅσοι βρίσκονται μακρυά Σου, Κύριε, γιά νά βροῦν γαλήνη καί ἀνάπαυσι στήν ταραγμένη τους ψυχή  καί νά νοιώσουν κοντά Σου ἀσφαλεῖς. Μόνον κοντά Σου, γαληνεύουν οἱ ψυχές. Μόνον κοντά Σου νοιώθουμε ἀσφαλεῖς!  Χωρίς Ἐσένα ἡ ζωή μας εἶναι ἄδεια. Χωρίς ἀγάπη, χωρίς Θεό, ἡ ζωή μας εἶναι «κενή», χωρίς περιεχόμενον, χωρίς σκοπό. Χωρίς ἐσένα βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος, στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης. Πότε, Κύριε, θά συνειδητοποιήσουμε οἱ ταλαίπωροι θνητοί, τή μόνην καί τραγικήν, αὐτήν ἀλήθειαν; Πότε θά καταλάβουμε ὅτι πήραμε τή ζωή μας λάθος, γιά νά ἀλλάξουμε ζωή; Πότε θά νοιώσουμε ὅτι μόνον κοντά Σου ὑπάρχει ζωή; Δέν ἔχουμε πουθενά ἀλλοῦ νά καταφύγουμε. «Κύριε, πρός τίνα ἀπελευσόμεθα; Ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις. ἐμεῖς πιστεύουμε καί γνωρίζουμε καλά ὅτι Σύ εἶσαι ὁ Χριστός ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος»( Ἰωάν στ΄68-69). Καί σέ ὅλους διακηρύττουμε καί παρακαλοῦμε  νά ἔλθουν ὅλοι κοντά Σου, Κύριε. Καί βροντοφωνάζουμε, μέ ἄγριες κραυγές καί στεναγμούς ἀλαλήτους :

 «Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; Ἱνατί ἀγαπᾶτε ματαιότητα καί ζητεῖτε ψεῦδος;» (Ψαλμ. δ΄3).

«Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε παχυκάρδιοι, τῇ γῇ προσηλωμένοι, κακίαν διώκοντες, πονηρίαν μετιόντες, ταῖς ἡδυπαθείαις κατασηπόμενοι;» (Χρυσόστομος).

Κύριε, φώτισε τά σκοτάδια μας, καθάρισε τή λάσπη ἀπ’ τήν ψυχή μας. Κύριέ μου, Ἱησοῦ, ἔρχου ταχύ, μή βραδύνῃς, πρίν εἰς τέλος χαθοῦμε, σῶσε μας. Στερέωσε τή σαλεμένη μας καρδιά ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου. Δέν ἀξίζουμε τό  Ἔλεός Σου, Κύριε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, ἐλέησον ἡμᾶς τούς ἀναξίους δούλους Σου καί δέξου μας κοντά Σου. Ἀνάσυρέ μας, Λυτρωτά, ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» στήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῇ καί χάρισέ μας καιρόν μετανοίας! Δέξου μας εἰλικρινά μτανοιωμένους καί ἀξίωσέ μας νά σταθοῦμε νοερά στἄχραντα πόδια Σου, νά τραφῇ ἡ ψυχή μας μέ τόν πανάγιο καί ζωοποιό Σου λόγο, νά Σέ λατρεύουμε «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» μέ τήν καρδιά μας, νά Σέ ὑμνοῦμεν δέ καί νά Σέ δοξάζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.




Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΤΟ ΝΑΟ.



 

 

Η  ΑΦΙΕΡΩΣΙΣ

 

Ζοῦμε σέ δύσκολες μέρες. Οἱ ἁμαρτίες μας πολλές.

Κι’ ὄχι μόνον δέν μετανοῦμε, ἀλλά καυχώμαστε, γιά

τά ἀτοπήματά μας. Οἱ ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν  μας

 πληγές, «οἱ ἱοί» τῶν υἱῶν τῆς Παραφροσύνης, εἶναι

«σημεῖα», πού μᾶς καλοῦν σέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί

ἐπιστροφή ἀπό τό θανατικό καί τό θάνατο, στή ζωή.

Κι’ ὅμως ἐμεῖς; Συνεχίζουμε τά ἔργα τῶν χειρῶν μας.

Λατρεύουμε τά εἴδωλα, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό

Χρῆμα. Προδίδουμε,  ὄχι μόνον  τά ὅσια καί τά ἱερά.

Οἰκογένεια, Πατρίδα, ἀκόμη καί τή μάνα μας καί τό

Χριστό τόν Ἴδιο, «ἀντί τριάκοντα ἄργυρίων» ἤ  «ἀντί

πινακίου φακῆς», καί δέν ἔχουμε ἴχνος ντροπῆς ...

Παράδεισο, πραγματικά, μᾶς χάρισ’ ὁ Θεός, κι’ ἐμεῖς

τόν καταντήσαμε ὅ,τι χειρότερο, ἄθλιο «χοιροστάσι».

πετρῶσαν’ οἱ καρδιές. «Καί διά τό πληθυνθῆναι τήν

ἀνομίαν ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν». Ζοῦμε χωρίς

Θεόν, χωρίς Ἀγάπη, χωρίς νόημα, χωρίς περιεχόμενο,

χωρίς σκοπό. Εἶναι μαύρη καί ἄχαρη ἡ ζωή μας. Καί

εἶναι πικρό καί τό νερό πού πίνουμε, πικρό καί τό

ψωμί, πού τρῶμε. «Ἄρτος ὀδύνης...» Φθάσαμε στήν

ἔσχατη ἀθλιότητα, ἀπό κακή μας θέλησι,  δυστυχῶς,

καί δέν μετανοῦμε. «Ἐπιθυμοῦμε δέ νά χορτάσουμε

τήν πεῖνα μας ἐκ τῶν κερατίων, ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι,

καί «οὐδείς», κανείς δέν μᾶς προσφέρει οὔτε  αὐτά,

τά «ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας. Δέν εἶναι ὑπερβολή,

ἄν ποῦμε, ὅτι ἐφθάσαμε εἰς  τήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας

Ὀδύνης. Θρηνοῦμε τήν κατάντια μας καί δέν κάνουμε

τίποτε γιά νά λυτρωθοῦμε ἀπό τά δεινά τῆς ἀπιστίας.

Ὅμως ἡ Μεγαλόχαρη, ἡ σκέπη τοῦ κόσμου, ἡ πλατυτέρα

νεφέλης, παρίσταται στά δεξιά τοῦ σωτῆρος καί δέεται

γιά μᾶς. Ἡ στοργική μητέρα μᾶς παρακολουθεῖ  ξάγρυπνη. 

Καί πικραίνεται μέ τά καμώματά μας, ἀκόμη δακρύζουν

 καί οἱ Εἰκόνες της, ὅταν βλέπει τή συμφορά μας

 καί προσεύχεται νά μᾶς  λυπηθῇ ὀ Υἰός της καί Θεός

ἡμῶν καί νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά δεινά, πού 

σωρεύει στήν ψυχή καί τή ζωή μας,  ἡ ἐμμονή μας 

στό Κακό καί τήν ἁμαρτία. Δέεται καί παρακαλεῖ τόν

Κύριον   νά μᾶς χαρίσῃ μετάνοιαν, πρίν νά εἶναι ἀργά. 

Ἀξίζουμε τό Ἔλεος; Ὄχι. Ὄχι  δέν ἀξίζουμε τό ἔλεός Του. 

Ἀλλά  εἶναι  ΜΑΝΑ, ἡ Μεγαλόχαρη καί γνωρίζει καλά πώς

 ὁ Υἰός της Σταυρώθηκε γιά μας, καί ὡς ἄπειρη Ἀγάπη,

 θά καμφθῇ,θά ἀκούσῃ τό θρῆνο της , γιά τήν κατάντια μας,

καί δέν θά μᾶς ἀφήσῃ νά χαθοῦμε, ὅπως γνωρίζει καί τόν πόνο

μας καί τή στενοκεφαλιά μας καί μέ τήν Εἴσοδό της εἰς τόν

 Ναόν καί τήν ἀφιέρωσί της στό Θεό ἡ Παναγιά, μέ ὅλη τή

μητρική  στοργή της,μᾶς καλεῖ νά μετανοήσουμε καί νά 

ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία καί νά παρακαλέσουμε

τόν Κύριο νά γίνῃ Ἔλεος σέ ὅλους μας καί νά μᾶς ἀξιώσῃ 

νά εἰσέλθουμε εἰς τόν Ναόν καί νά Τόν λατρεύουμε 

«ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» εἰς μακρότητα ἡμερῶν. ΑΜΗΝ.

 


«Σήμερον τῆς εὐδοκίας Θεοῦ τό προοίμιον καί τῆς τῶν

ἀνθρώπων  σωτηρίας  ἡ προκήρυξις·  ἐν ναῷ τοῦ Θεοῦ

τρανῶς  ἡ Παρθένος δείκνυται καί τόν Χριστόν τοῖς πᾶσι

προκαταγγέλλεται. Αὐτῇ καί ἡμεῖς μεγαλοφώνως βοήσωμεν·

 Χαῖρε τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστου ἡ ἐκπλήρωσις».

 

 


 

ΜΕΝΟΥΝΓΕ

 



«ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΑΚΟΥΟΝΤΕΣ ΤΟΝ ΛΟΓΟΝ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ΚΑΙ ΦΥΛΑΣΣΟΝΤΕΣ ΑΥΤΟΝ»( Λουκ. ια΄ 28).

 

 

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται καί ἔρχεται κοντά μας. Μᾶς πλησιάζει ἀθόρυβα, ὁ γλυκύς, «ὁ πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ»
Ἰησοῦς, «τοῦ καί ἀπό γλώττης μέλιτος γλυκίων ῥέεν αὐδή» καί μιλάει στήν καρδιά μας. Πραγματικά εἶναι γλυκύτερος καί ἀπό τό μέλι ὁ ζωοποιός Του λόγος καί ἁπαλύνει τόν πόνο μας, θεραπεύει τά τραύματά μας, μᾶς ἐνισχύει, μᾶς παρηγορεῖ καί νεκρούς ἀνασταίνει. «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος»(Ἰωάν. ζ΄46).



«Ἐκπλήσονται οἱ ὄχλοι ἐπί τῇ διδαχῇ αὐτοῦ. Μᾶς διδάσκει «ὡς ἐξουσίαν ἔχων καί οὐχ ὡς οἱ Γραμματεῖς» (Ματθ. ζ΄28-29). Μᾶς διδάσκει, ὡς Θεός, πού «φανερώνεται ἐν σαρκί»(Α΄Τιμόθ. γ΄16), σάν νομοθέτης καί κριτής. Εἶναι ὁ Ἐξουσιαστής, ὁ αὐθεντικός γνώστης τῆς ἀληθείας καί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτός «εἶναι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή»( Ἰωάν. ιδ΄6). Μᾶς τρέφει, μέ τό λόγο Του, πού εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς καί μᾶς ζωοποιεῖ.

Σέ μιά ὁμιλία Του, κάποια γυναῖκα, μέσα  ἀπό τό πλῆθος, ἐνθουσιάσθηκε τόσο πολύ, ἀπό τή θεία διδασκαλία Του, πού ἔβγαλε φωνή μεγάλη καί Τοῦ ἐβροντοφώναξε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά Σε καί μαστοί  οὕς ἐθήλασας»(Λουκ. ια΄27). Καλότυχη, εὐτυχισμένη, μακαρία ἡ μάνα, πού Σέ γέννησε καί Σέ θήλασε!

Ὁ Μακαρισμός αὐτός τῆς Θεοτόκου τῆς Θεοτόκου, ἐδωκε ἀφορμή στόν Κύριο νά ἐγκωμιάση τήν Παναγία Μητέρα Του, καί εἶπε: ΜΕΝΟΥΝΓΕ, ἀλήθεια, βεβαιώτατα εἶναι μακαρία ἡ Μητέρα μου, καί μάθετε ὅλοι ὅτι εἶναι «μακάριοι οἱ ἀκούοντες τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες  αὐτόν»(Λουκ. ια΄28). Καί εἶναι μακαρία ἡ Μητέρα, διότι περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλον  ἄνθρωπον στόν κόσμο, ἀφοσιώθηκε στό Θεό. Εἶναι ἡ μόνη, πού ἀπό τήν τρυφερή της ἀκόμη ἡλικία ἀφιερώθηκε στό Θεό καί εἰσῆλθε εἰς τόν Ναόν τοῦ Θεοῦ καί ἐτρέφετο  μέ  τόν ζωοποιό λόγο τοῦ Θεοῦ. Μέρα καί νύχτα μελετοῦσε τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί ζοῦσε σύμφωνα μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μελετῶσα  τό λόγο τοῦ Θεοῦ ἔκανε «πρᾶξι» στή ζωή της τίς θεῖες Ἐντολές. Καί ἔτσι κατόρθωσε νά διαφυλάξη τόν ἑαυτόν της καθαρόν, ἄσπιλον, ἀμόλυντον, ἄφθορον, ἄχραντον. Χάρις στή ἀδιακοπη μέλετη καί τήρησι τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀξιώθηκε νά γίνῃ «ἡ Μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή», ἡ Μόνη ἀξία νά δεχθῆ εἰς τήν ἁγίαν της ψυχή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, νά γίνῃ «ὁ ἔμψυχος Ναός τοῦ Θεοῦ» καί νά γεννήσῃ τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ. Ἀξιώθηκε νά γίνῃ ΘΕΟΤΟΚΟΣ, μητέρα τοῦ Φωτός, Μητέρα τῆς Ζωῆς, Μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν στόν Κύριον. Χάρις στή μελέτη τοῦ Θεοῦ, μέ ἀδιαλέιπτη Προσευχή ἡ Θεοτόκος ἀνεδείχθη τιμιωτέρα τῶν Χερουβείμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, ὑψηλοτέρα τῶν οὐρανῶν καί καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα καί τῶν ἁγίων ἁγιωτέρα. ΠΑΝΑΓΙΑ.



«Η ΜΕΓΑΛΟΧΑΡΗ» εἶναι Τύπος καί Ὑπογραμμός, Ὑπόδειγμα, πρότυπον Ἁγίας ζωῆς σέ ὅλους μας. Καί στό Θεϊκό Του ἐγκώμιον ὁ Κύριος αἰτολογεῖ, γιατί ἡ Παναγία Μητέρα του εἶναι ΜΑΚΑΡΙΑ. Μᾶς τονίζει ὅτι ὁλόκληρη ἡ ζωή της ἦταν Ὑπόδειγμα μελέτης καί τηρήσεως τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ὑπόδειγμα ἀφιερώσεως στό Θεό. Ὑπόδειγμα πίστεως καί τέλειας Ἀγάπης στό Θεό καί στά εἰκονίσματά Του, τούς συνανθρώπους μας, στούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, μέ τό ΜΕΝΟΥΝΓΕ, μακάριοι οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ καί φυλάσσοντες αὐτόν, προβάλλει σέ ὅλους μας ὡς πρότυπον ζωῆς τήν Παναγία Μητέρα Του καί Μητέρα ὅλων μας. Ἀπό τήν τρυφερή της ἡλικία εἰσῆλθε στό Ναό, λατρεύουσα μέρα καί νύχτα τό Θεό καί τρφομένη μέ τό Ζωοποιό Του λόγο, μᾶς ὑποδεικνύει τόν ὀρθόδοξο τρόπο ζωῆς. Φωτοδοτεῖ τήν ἀνοδική μας πορεία  ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν. Μᾶς ἀνεβάζει πάνω ἀπό τά γήϊνα, εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως, εἰς τό καθ’ὁμοίωσιν.



Εἶναι καιρός νά μάθωμεν τί σημαίνει ἀφιέρωσις στό Θεό, τί σημαίνει θερμή Πίστις καί τέλεια Ἀγάπη στό Θεό καί τί σημαίνει ἀγάπη στόν πλησίον, πρός δόξαν Θεοῦ. Ὁ Κύριος μᾶς ὑποδεικνύει ὡς Φωτεινό Παράδειγμα τήν Παναγία Μητέρα μας, ὥστε μιμούμενοι τήν ἁγίαν ζωήν της νά βροῦμε ἀνάπαυσιν στήν ψυχή μας καί νοιώσουμε ἀσφαλεῖς κάτω ἀπό τή θεία Σκέπη τῆς Μεγαλόχαρης, ἡ ὁποία παρίσταται, περιβεβλημένη, πεποικιλμένη τάς ἀρετάς της, εἰς τά δεξιά τοῦ Σωτῆρος καί δέεται, γιά ὅλους μας. Ἡ Παναγιά μᾶς παρεστέκει σάν στοργική Μητέρα στό κάθε μας βῆμα καί χαίρεται,  ὅταν μᾶς βλέπει νά προκόπτουμε στίς ἀρετές καί νά εἴμαστε κοντά στό Χριστό. Ἀντίθετα πικραίνεται ὅταν μᾶς βλέπει νά ἐκτροχιαζώμαστε καί νά ἀπομακρυνώμαστε ἀπό τήν Πηγή τοῦ Ζῶντος  Ὕδατος. Τότε δακρύζουν ἀκόμη καί οἱ Εἰκόνες της.

Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε τά «ΔΕΙΝΑ» τῆς Ἀποστασίας καί νά ἐπιστρέψουμε κοντά στό Χριστό. Εἶναι σατανικόν νά μένουμε στάσιμοι, κατάκοιτοι στή λάσπη καί νά γυρίζουμε πίσω στίς Τρῶγλες καί στά Σπήλαια. Εἷναι καιρός νά βαδίζουμ εμπρός, νά προοδεύουμε ἀκολουθοῦντες τόν Χριστόν, Τήν Παναγία Μητέρα μας καί τούς ἁγίους τοῦ Θεοῦ καί νά μή γυρίζουμε πίσω. «Ἔτσι εἶναι γεννημένος ὁ ἄνθρωπος, ψηλά νά πετᾷ  κι’ ἐμπρός».

Ἴσως ἰσχυρισθῆ κανείς ὅτι εἶναι δύσκολη ἡ πνευματική ζωή μέσα σέ ἕνα κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται».

Χωρίς ἀμφιβολία «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμοθ. γ΄12). Εἷναι ὅμως ὄμορφη ἡ πνευματική ζωή. Εἶναι ἀνάπαυσις καί χαρά νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, «νά ἀκολουθοῦμε τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ» (Ἀποκ. ιδ΄4).

Εἶναι βέβαιον ὅτι μᾶς ὁδηγεῖ «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων καί ἐξαλείφει ὁ Θεός πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν»(πρβλ. Ἁποκ. ζ΄17). Γι’ αὐτό καί ὁ Παῦλος λέγει ὅτι: «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς»( Ρωμ. η΄18).

Εἶναι καιρός νά λυτρωθοῦμε. Νά ξεφύγουμε ἀπό τήν παγωνιά τῆς ἐρημιᾶς, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί διά πρεσβειῶν τῆς Μαγαλόχαρης, νά εἰσέλθουμε στό Ναό, νά ἀφιερωθοῦμε στό Θεό, μιμούμενοι τήν Θεοτόκον, νά γίνουμε κι’ ἐμεῖς Ναός τοῦ Θεοῦ, καί νά  λατρεύουμε τόν Κύριον «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», διότι Σ’ Αὐτόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό Κράτος, εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.




 

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2021

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΑΜΑΡΕΙΤΟΥ

 


 

                              «ΔΙΔΑΣΚΑΛΕ, ΤΙ ΠΟΙΗΣΑΣ ΖΩΗΝ ΑΙΩΝΙΟΝ

ΚΛΗΡΟΝΟΜΗΣΩ;»(Λουκ. ι΄25).

 

Ἕνας εἶναι ὁ δρόμος, πού ὁδηγεῖ εἰς τήν αἰώνιον ζωήν: Ἡ καθ’ ὑπερβολήν Ὁδός τῆς τέλειας Ἀγάπης στό Θεό καί στά εἰκονίσματά Τ ου.

Ὁ Κύριος, «πρᾷος και ταπεινός τῇ καρδίᾳ», δέχεται τόν «ἐκπειράζοντα», τόν ἐπηρμένον διδάσκαλον τοῦ νόμου, καί, μέ γλυκύτητα, τόν ἐπαναφέρει στήν τάξι. Σύ, τοῦ λέγει, εἶσαι νομικός. Ὀφείλεις να γνωρίζεις τό Νόμο. Σέ ἐρωτῶ, λοιπόν: «Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; Πῶς ἀναγινώσκεις;» (Λουκ. ι΄26). Σύ πού σπουδάζεις, ἐρευνᾶς καί διδάσκεις τό Νόμο, τί ἀναγινώσκεις; Τί λέγει ὁ Νόμος, γιά τό θέμα αὐτό; Πῶς τό ἀντιλαμβάνεσαι; Τότε «ὁ ἐκπειράζων», σάν καλός μαθητής, ἀποκρίνεται: «Στό Νόμο εἶναι γραμμένο: Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»(Λουκ. ι΄27).

Τότε ὁ Κύριος τοῦ εἶπε· «Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει και ζήσῃ». Ἔδωκες ὀρθήν ἀπάντησι. Φρόντισε, λοιπόν, αὐτό νά κάνῃς πάντοτε και θα κληρονομήσῃς τήν αἰώνιον ζωήν. Δέν ἀρκεῖ ὅμως νά γνωρίζῃ ὁ ἄνθρωπος, τί πρέπει νά κάνη, ἀλλά πρέπει καί νά κάνῃ «πρᾶξι», στήν καθημερινή του ζωή τήν τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον, γιά νά εἰσέλθῃ εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί νά κληρονομήσῃ την αἰώνιον ζωήν. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι «πρᾶξις, θεωρίας ἐπίβασις». Μέ τίς θεωρίες καί «μέ  τά λόγια κτίζω ἀνώγια καί κατώγια», λέει ὁ λαός. Τήν ἀγάπη μας στό Θεό και στόν πλησίον, ὀφείλουμε νά τήν ἀποδεικνύουμε, μέ  πράξεις ἀγάπης, μέ ἔργα θεάρεστα, ἔργα ἀγαθά.

Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α’ Ἰωάν. δ΄16). Τί σημαίνει· μένω ἐν τῇ ἀγάπῃ; Αὐτό σημαίνει εἰσέρχομαι εἰς τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ και κληρονομῶ τήν αἰώνιον ζωήν. Τί πρέπει νά κάνω γιά νά μένω ἐν τῇ ἀγάπη; Πρέπει νά τηρῶ τίς δύο βασικές Ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Νά κάνω «πρᾶξι» τήν τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί νά ἀγαπῶ τόν πλησίον μου, ὡς σεαυτόν. «Ἐν ταύταις ταῖς δυσίν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆται κρέμανται» (Ματθ. κβ΄40). Σ’ αὐτές τίς δύο ἐντολές τῆς ἀγάπης στηρίζεται ὅλος ὁ νόμος και ἡ διδασκαλία τῶν προφητῶν.

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο συνέστησε στον ἐκπειράζοντα νομικόν, ἀλλά και σέ ὅλους μας συνιστᾶ, ἐάν θέλουμε να κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν, νά μένουμε «ἐν τῇ ἀγάπῃ», ἑνωμένοι, μέ τόν Θεόν, δηλαδή νά τηροῦμε, νά κάνουμε «πρᾶξι» τήν τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον.

Ὁ, ἐκπειράζων τόν Κύριον, νόμικός, «θέλων δικαιοῦν ἑαυτόν εἶπε πρός τόν Ἰησοῦν· καί τίς ἐστί μου πλησίον;»

Ὁ ΕΚΠΕΙΡΑΖΩΝ ρώτησε τόν Χριστό, γιά νά Τόν πειράξῃ, ὄχι γιατί δέν γνώριζε τήν ἀπάτησι. Ἀπεδείχθη ὅμως μπροστά τούς ἀνθρώπους γελοιοδέστατος, διά την ἔπαρσιν καί τήν ἀπρέπειάν του, πού τόλμησε νά θελήσῃ να ἐκπειράσῃ τόν Θεάνθρωπον. Γιά νά δικαιολογηθῇ, λοιπόν, για το ἀνόητο τόλμημά του εἶπε: «Καί τίς ἐστί μου πλησίον»; Καί ποιόν, σύμφωνα μέ τήν γραφήν, πρέπει νά θεωρῶ πλησίον μου ;

Ὁ Κύριος, πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, ἀκούει τόν νομικόν, καί ὡς καρδιογνώστης, γνωρίζει «τά  κρύφια τῆς καρδίας» του, ὅπως γνωρίζει ὅλων μας «τά κρυπτά», δέν ἀγανακτεῖ, με τίς πονηριές μας, δέν μᾶς κρίνει. Μᾶς βεβαιώνει δε ὁ Ἴδιος καί λέγει ὅτι δέν ἦλθε, γιά νά μᾶς κρίνῃ, ἀλλά γιά νά μᾶς σώσῃ ( Ἰωάν. ιβ 47) καί μᾶς ἐξηγεῖ κάθε μας ἀπορία. Ἔτσι μέ γλυκύτητα ἀπαντᾶ και στο ἐρώτημα τοῦ νομικοῦ: Ποιόν πρέπει, κατά την Γραφήν, νά θεωρῶ πλησίον μου;

Ὁ Κύριος ἀπαντᾶ στόν νομικό, μέ «τήν Παραβολή τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου»(Λουκ. ι΄30-37). Στήν Παραβολή, λακωνικά, διηγεῖται τήν Ἱστορία τῆς Παγκοσμίου τραγωδίας τῆς ἀνθρωπότητος, τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τήν πηγήν τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, ἀλλά καί  «τήν λύσιν» καί τήν λύτρωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μη ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν γ΄15,16). Ὁ Κύριος τονίζει στήν παραβολή καί λέγει: 

«Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπό Ἱερουσαλήμ εἰς Ἱεριχώ,». Ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ, συμβολίζει την ἀνθρωπότητα, ἡ  Ἱερουσαλήμ,  συμβολίζει τήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, την αἰώνιον ζωήν, το· μένειν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ. Ἡ  Ἱεριχώ συμβολίζει τόν τόπον τῆς ἁποστασίας, τόν μακράν τοῦ Θεοῦ τόπον, τόν τόπον χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.

Ὁ Κύριος λέγει ὅτι «ὁ ἄνθρωπος κατέβαινεν…» Δηλώνει, δηλαδή, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ Θεοῦ, ὁ χωρισμός, ἡ ἀπομάκρυνσις, εἶναι κάθοδος, εἶναι πτῶσις ἀπό τό ὕψος τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, πρός τήν Ἱεριχώ, πρός τήν ἄβυσσον, πρός τόν ᾏδην. Ὁ ἄνθρωπος ἐγκαταλείποντας τόν Θεό, παίρνει τόν κατήφορον καί ἀπό πτώσεως εἰς πτῶσιν φθάνει στήν Ἱεριχώ,  τή Χώρα τῆς ἁμαρτίας.

Στόν δρόμον τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν Θεόν «καί λησταῖς περιέπεσεν, οἵ καί ἐκδύσαντες αὐτόν καί πληγάς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα». Ποιοί εἶναι οἱ ληστές εἰς τούς ὁποίους περιέπεσεν ὁ ἄνθρωπος, στό δρόμο τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό τόν Θεόν; Εἶναι πρῶτα ἀπό ὅλα οἱ δαίμονες καί τά δαιμονικά, τά βρωμερά του πάθη, εἶναι ἡ ἔπαρσις, ὁ Ἐγωϊσμός, ὁ κακός του   ἑαυτός, τά γεννήματα τοῦ Ἐγωϊσμοῦ του, ἀλλά καί ὁ κόσμος, οἱ μακράν τοῦ Θεοῦ, οἱ χωρίς ἀγάπην ἄνθρωποι, καί ὁ Διάβολος. Τόν λήστεψαν. Δεν τοῦ πῆραν μόνο τά χρήματα, ἀλλά  καί τόν ἔγδυσαν καί τόν πλήγωσαν καί τόν ἐγκατέλειψαν ἐκεῖ «ἡμιθανῆ», μισοπεθαμένον καί ἔφυγαν. 

Σέ αὐτή τήν ἀθλιότητα, σ’ αὐτή την κατάντια, δέν φθάνει ὁ ἄνθρωπος, πού ἐγκαταλείπει τό Θεό καί κυριεύεται ἀπό τά βρωμερά του πάθη; Μισοπεθαμένη δέν εἶναι ἡ ἀνθρωπότητα, χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπη, πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον;

Ὁ ἄνθρωπος, πού ἐγκαταλείπει τό Θεό ἀπεκδύεται τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας και ἐνδύεται το ἔνδυμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Κείτεται «ἡμιθανής» ἐν Χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου καί οὔτε ὁ ἴδιος μπορεῖ νά βοηθήσῃ τόν ἑαυτόν του οὔτε οἱ δυνάμεις τοῦ κόσμου μποροῦν νά τόν βοηθήσουν. Οὔτε αὐτοί πού εἶναι ἐντεταλμένοι νά βοηθοῦν, δέν τόν περιθάλπτουν, δέν ἔχουν ἀγάπη. Στήν παραβολή λέγει ὁ Κύριος ὅτι «κατά σύμπτωσιν κάποιος ἱερεύς κατέβαινε σέ κεῖνον τόν δρόμον, καί μολονότι τόν εἶδε, δέν τόν βοήθησε, τόν δρασκέλισε καί συνέχισε τό δρόμο του ἀδιάφορος.  Ὁμοίως καί κάποιος Λευῒτης ἔφθασε σ’ αὐτό τό μέρος καί ἀφοῦ πλησίασε τόν πληγωμένο, τόν προσπέρασε, χωρίς νά τόν βοηθήσῃ καί συνέχισε τό δρόμο του.

Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας περιγράφει τήν κατάντια  τῆς ἀνθρωπότητος, πού ἐγκαταλείπει τόν Θεόν καί λέγει ὅτι «μακράν τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ὀρύσσει λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱερεμ. β΄13). Ὅλα τά ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπου, πού ἐγκαταλείπει τό Θεό, πού εἶναι ἡ Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, ὅλη ἡ τεχνολογική πρόοδος, ὁμοιάζει «μέ λάκκους συντετριμμένους», με στέρνες τρύπιες, πού δεν μποροῦν συγκρατήσουν νερό. Ὅλα τά ἀνθρώπινα καμώματα, χωρίς τόν Θεόν, δεν μποροῦν νά βοηθήσουν σέ τίποτε τήν «ἡμιθανῆ» ἀνθρωπότητα. Ποιός μπόρεσε μέ ὅλα ἀνθρώπινα πλούτη, τήν ἐπιστήμη καί τήν τεχνολογία νά προσθέσῃ στόν ἑαυτόν του ἕνα δευτερόλεπτο ἐπί πλέον ζωῆς;

Σέ τί ὠφέλησε τόν πλούσιον ἄνθρωπον ἡ συσσώρευσι τοῦ πλούτου; Ὁ φυματικός πλούσιος φτύνει αἷμα σέ χρυσό δοχεῖο καί ὁ φτωχός φτύνει σέ πήλινο. Αἷμα φτύνει καί ὁ ἕνας και ὁ ἄλλος. Ὁ πλούσιος τρώει χαβιάρι καί χορταίνει καί ὁ φτωχός ψωμί καί  κρεμμύδι καί χορταίνει. Και ὁ πλούσιος χορταίνει, ἀλλά και ὁ φτωχός χορταίνει.

Τί ὠφέλισε ἡ ὑδρογονοβόμβα, ἡ ἀτομική Βόμβα, οἱ Πύραυλοι καί ὅλα τά φονικά ὅπλα, στά χέρια τῶν ἀντιχρίστων, τῶν δαιμονανθρώπων; Μήπως μπόρεσαν νά ἁπαλύνουν τόν πόνο μας; Μήπως μπόρεσαν νά γεφυρώσουν τό μέγα Χάσμα, πού μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό καί μεταξύ μας; Μήπως μπόρεσαν νά θεραπεύσουν καί νά ἀναστήσουν τήν ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα; Δυστυχῶς  ὅλα αὐτά μακράν τοῦ Θεοῦ σωρεύουν συμφορές, δυστυχία καί ἐπώδυνον Θάνατον. Ἐγκαταλείπουμε τό Θεό καί, με τήν κακή μας προαίρεσι, παραμένουμε κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου, ἐμπεπηγμένοι «εἰς ἰλύν βυθοῦ», «δέσμιοι τῆς γῆς», αἰχμάλωτοι τῶν δαιμονικῶν μας Παθῶν, «ἡμιθανεῖς», ἀβοήθητοι. Περιμένοντας μέ λαχτάρα τόν ΛΥΤΡΩΤΗ. Στήν  Παραβολή αὐτή τοῦ «Καλοῦ Σαμαρείτου» μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος τήν Θεϊκήν Του συγκατάβασι. Μᾶς πλησιάζει μέ ἀγάπη καί μᾶς διδάσκει εἰς τήν «πρᾶξι» τήν Ἀγάπη. Ὅλα καί ὅλοι μᾶς ἐξαπατοῦν, μᾶς ληστεύουν, μᾶς γδύνουν καί μᾶς ἐγκαταλείπουν «ἡμιθανεῖς». Μόνον ὁ Θεός δέν μᾶς ἐγκαταλείπει. Ἐμεῖς Τον ἐγκαταλείπουμε καί Ἐκεῖνος, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη μᾶς κυνηγάει, μέ τό  Ἔλεός Του. Εὐσπλαγχνίζεται ὁ Θεός τά πλάσματά Του. «Τόσο πολύ μᾶς ἀγάπησε ὥστε τόν Υἱόν Του τόν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μη ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον»( Ἰωάν. γ΄15,16).



«Σαμαρείτης δε τις ὁδεύων ἦλθε κατ’ αὐτόν, ἔφθασε κοντά στόν μισοπεθαμένο, περιπεσόντα εἰς τούς ληστάς-δαίμονας – πάθη ἄνθρωπον,  τόν ἐπλησίασε, ἔδεσε τά τραύματά του, ἀφοῦ πρῶτα τά ἄλειψε, μέ λάδι καί κρασί, «ἐπιχέων ἔλαιον καί οἶνον», τόν  ἀνέβασε εἰς τό ζῶον του, τόν πῆγε σέ κάποιο  πανδοχεῖον καί τόν περιποιήθηκε. Τήν ἑπομένην ἡμέραν τό πρωῒ,  βγῆκε ἔξω καί, πρίν νά  φύγῃ, ἔβγαλε δύο  δηνάρια καί τά ἔδωκε εἰς τόν πανδοχέα, στόν ξενοδόχον και τοῦ εἶπε: «Ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, και ὅ,τι  ἄν προσδαπανήσῃς, ἐγώ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι».

Εἶναι αὐτονόητον ὅτι στήν παραβολή ὁ Καλός Σαμαρείτης εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ἐν σαρκί ἐληλυθώς Υἱός και Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός και μόνον Αὐτός πλησιάζει τόν ἡμιθανῆ καί τόν περιθάλπει. Αὐτός και μόνον Αὐτός εἶναι «ὁ πλησίον», «ὁ Πανακής ἰατρός».

Πανδοχεῖον εἶναι ἡ Ἐκκλησία Του, πού εἶναι ὄντως το Θεραπευτήριον ψυχῶν τε καί σωμάτων.

Πανδοχεύς, ξενοδόχος, εἶναι  κάθε λειτουργός, κάθε πνευματικός, κάθε Καλός ποιμένας καί ὁ ὁποῖος ὀφείλει νά εἶναι ψυχοθεραπευτής.

  Τά Δύο Δηνάρια, συμβολίζουν τήν Παλαιάν καί τήν Καινήν Διαθήκην, τήν ὁποίαν ὀφείλουν νά μελετοῦν καί νά ἐφαρμόζουν πρῶτα ἀπό ὅλους οἱ πανδοχεῖς, «θεραπεύοντες πᾶσαν νόσον και πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» «ὡς λόγον ἀποδώσοντες». Ὁ Κύριος στήν παραβολή, προεξαγγέλλει τήν Δευτέραν ἔνδοξον Παρουσία Του, κατά την ὁποίαν θα ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του : ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ δύο δηνάρια καί εἶπεν: ἐπιμελήθητι αὐτοῦ καί ὅ,τι ἄν προσδαπανήσῃς, ἐγώ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι».

 Μᾶς ἐπισκέπτεται ὁ Χριστός, ὡς ὁ Καλός Σαμαρείτης τῆς Παραβολῆς, καί ἁπαλύνει τόν πόνον μας, σπογγίζει τά δάκρυά μας, θεραπεύει τά τραύματά μας καί εἶναι παντοτεινά μαζί μας.

Δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Εἶναι ὁ μόνος πλησίον μας καί ἐρωτᾷ, ὄχι μόνον τόν νομικόν, ἀλλά ὅλους μας και λέγει: «Κοντά ἀπό τον περιπεσόντα εἰς τούς ληστάς πέρασαν ὁ ἱερεύς, ὁ Λευῒτης καί ὁ Καλός Σαμαρείτης· Τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν  πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τούς ληστάς; Ποιός εἶναι ὁ πλησίον;

Καί  ὁ νομικός ἀμέσως εἶπε: Πλησίον εἶναι ὁ ποιήσας τό ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. Πλησίον εἶναι αὐτός πού τόν πόνεσε, τόν εὐσπλαγχνίσθηκε καί τόν ἐλέησε. Τότε λοιπόν ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν νομικό, ἀλλά καί στόν καθέναν ἀπό μᾶς: ΠΟΡΕΥΟΥ ΚΑΙ ΣΥ ΠΟΙΕΙ ΟΜΟΙΩΣ.

Μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νά Τόν μιμηθοῦμε. Καί εἶναι καιρός νά ἐλευθερωθοῦμε. Νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό τά βρωμερά μας πάθη. Να ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό. Νά ἀγαπήσουμε τον πλησίον μας ὡς σεαυτόν. Αὐτό ζητεῖ ἀπό ὅλους μας ὁ κύριος. Αὐτόν, πού εἶναι ὀ κατ’ ἐξοχήν πλησίον μας, νά Τόν ἀγαπήσωμεν ὅπως ἀγαπᾶμε τόν ἑαυτόν μας. Γι’ αὐτόν  ἀκριβῶς τό λόγο, ὀφείλουμε  νά μετανοήσουμε εἰλικρινά  καί νά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία. Δηλαδή νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς προτρέπει και λέγει: «Γίνεσθε οὖν μιμηταί τοῦ Θεοῦ ὥς τέκνα ἀγαπητά,  και περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθώς καί  ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς  καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» (Ἐφεσ.  ε’1-2). Ὅπως ὁ Χριστός ἔγινε ὁ Πλησίον μας καί Σταυρώθηκε, γιά Χάρι μας, ἔτσι κι’ ἐμεῖς ὀφείλουμε νά ἀγαπήσουμε τό Χριστό, μέχρι Σταυροῦ και Θανάτου, καί γιά χάρι Του νά ἀγαπήσουμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅπως Αὐτός μᾶς ἀγάπησε, ὥστε νά μένουμε ἐν τῇ ἀγάπῃ καί νά ἀξιωθοῦμε, νά Τόν δοξάζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, και τώρα και πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.














Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2021

ΝΑ ΛΑΤΡΕΥΟΥΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ



«ΕΑΝ ΑΨΩΜΑΙ ΜΟΝΟΝ ΤΟΥ  ΙΜΑΤΙΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΩΘΗΣΟΜΑΙ»

(Ματθ. θ΄21. Μάρκ.ε΄28.Λουκ. η΄44).

 

Ὁ Κύριος ἄκουσε τήν παράκλησι τοῦ Ἀρχισυναγώγου καί πηγαίνει στό σπίτι του, γιά νά ἀναστήσῃ τήν ἑτοιμοθάνατη κόρη του. Ἐνῷ πήγαινε, τόν ἀκολουθοῦσε ὄχλος πολύς καί συνέθλιβον Αὐτόν. Ἀνάμεσα στόν ὄχλο, βρίσκεται καί μιά πονεμένη γυναῖκα, πού ἔπασχε ἀπό αἱμορραγία δώδεκα χρόνια και ἡ ὁποία εἶχε ἐξοδεύσει ὅλην της τήν περιουσία στούς γιατρούς καί δέν μπόρεσε νά θεραπευθῇ ἀπό κανένα. Ἧλθε, λοιπόν, κοντά στόν Ἰησοῦ. Μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός της, μέσα ἀπό τόν ὄχλο, ἐπλησίασε τόν Κύριο ἀπό πίσω, μέ ἄκρα ταπείνωσι. Δέν θεωροῦσε ἄξιον τόν ἑαυτόν της, νά ἀτενίσῃ τό πανάγιον Πρόσωπόν Του. Τόν λάτρευε, ὄχι με τά χείλη, ἀλλά μέ τή καρδιά της, «ἐν πνεύματι και ἀληθείᾳ». Πίστευε στό Χριστό, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς της, Πίστευε ὅτι μόνον Αὐτός μπορεῖ νά θεραπεύσῃ τήν ἀρρώστια της. Μονολογοῦσε καί σιγοψιθυρίζοντας ἔλεγε μέσα της ὅτι « και μόνον ἄν ἀγγίξω τό ἄκρον τοῦ ἱματίου αὐτοῦ θά θεραπευθῶ». Καί, πραγματικά, μόλις ἄγγιξε τήν ἄκρη τοῦ ἐνδύματὀς Του, ἀμέσως ἐσταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. «Καί παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος». Θεραπεύθηκε  ἀμέσως. Ὁ Κύριος, «ὁ πανακής ἰατρός», «ὁ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί  πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ», θέλοντας νά ἀναδείξῃ τό γεγονός, εἶπε: «Τίς  ὁ ἁψάμενός μου;». Ὡς καρδιογνώστης γνωρίζει, ἀλλά ἐρωτᾷ διότι θέλει νά βραβεύσῃ τή θερμή πίστι τῆς θεραπευθείσης καί  τήν ἀναδεικνύει  ὡς Ὑπόδειγμα θερμῆς Πίστεως, σέ ὅλους μας. Ἐλέγχει τήν ψεύτικη, τή Φαρισαϊκή, τήν ὑποκριτική Πίστι καί τήν ἀπορρίπτει. Φανερώνει σέ ὅλους, πού συνοστίζονται γύρω Του καί Τόν συνθλίβουν ὅτι κανείς ἀπό αὐτούς δέν τόν ἀγγίζει, δέν τόν προσεγγίζει πραγματικά, καί φέρει στήν μνήμη ὅλων μας τούς λόγους τοῦ Προφήτου Ἡσαῒου, πού λέγει ὅτι « Ἐγγίζει μοι ὁ λαός οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καί τοῖς χείλεσι με τιμᾷ, ἡ δέ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ΄ 13. Ματθ. ιε΄8). Μέ τή διαπίστωσι αὐτή τοῦ Προφήτου ὁ Κύριος μᾶς φέρει σέ ἐπαφή, μέ  τήν πραγματικότητα. Μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἕνα ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον, ὥστε ἔλθουμε σέ αὐτογνωσία, νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί ἔμπρακτα καί νά πλησιάσουμε τό Χριστό, μέ τήν καρδιά μας καί νά Τόν Λατρεύουμε, ὄχι με τά χείλη, ἀλλά, ὡς ἡ αἱμοροούσα «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Διότι ἔτσι μόνον μᾶς δέχεται ὁ Θεός καί συνομιλεῖ μαζί μας. Μόνον ἔτσι μποροῦμε  νά ἐγγίσουμε τόν Θεόν καί νά λάβουμε τά Χάρι Του. Καί αὐτοί οἱ Μαθηταί Του δέν μπόρεσαν να κατανοήσουν τά βαθύτερα νοήματα τοῦ ἐρωτήματός Του, ὅταν,  ἐνῷ Τόν συνέθλιβεν  ὄχλος πολύς, εἶπε «Τίς ὁ ἁψάμενός μου;» Γι’αὐτό και ὁ Πέτρος ἐκπροσωπῶν τούς Μαθητάς, τόλμησε και εἶπε: «Διδάσκαλε, τά πλήθη τοῦ λαοῦ, Σέ συνθλίβουν, Σέ συμπνίγουν καί Σύ λέγεις·  Ποιός Μέ ἥγγισε;» Καί τότε ὁ πρᾷος καί ταπεινός Κύριος, ἀποκρίνεται στόν Πέτρο καί δηλώνει σέ ὅλους μας τήν πικρή πραγματικότητα. Καταδεικνύει πόσο Ψεύστες και ὐποκριτές εἴμαστε και κατακεραυνώνει τήν ψεύτικη, τήν ὑποκριτική μας λατρεία, και βροντοφωνάζει: «ἥψατό μου τίς· ἐγώ γάρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ».  Τονίζει σέ ὅλους μας ὅτι θερμή Πίστι, καθαρή καρδιά και πνευματική λατρεία, εἶχε μόνον ἡ πτωχή και ταπεινή αὐτή ἄρρωστη γυναῖκα. Μόνον αὐτή Τόν λάτρευε μέ τήν καρδιά της. Μόνον αὐτή Τόν ἄγγιξε. Ὁ πολύς ὄχλος, πού Μὲ  συνθλίβει μόνο μέ τό  στόμα καί μέ τά χείλη Μέ  τιμοῦν, καί ἡ καρδιά τους Πόρρω ἀπέχει ἀπ’ Ἐμοῦ, βρίσκεται πολύ μακρυά ἀπό Μένα, λέγει ὁ Κύριος. Τότε ἡ θεραπευθεῖσα προσέρχεται ταπεινά καί μέ εὐγνωμοσύνη  πέφτει στα πόδια Του, και μπροστά σέ ὅλο τον κόσμο ἐξομολογεῖται τήν αἰτίαν, γιά τήν ὁποίαν Τόν ἄγγιξε καί πῶς  ἀμέσως θεραπεύθηκε, «καί ὡς ἰάθη παραχρῆμα».

Τότε ὁ Κύριος τῆς λέγει: «θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην». Φωτεινόν παράδειγμα θερμῆς Πίστεως ἡ αἱμορροούσα. Ἡ Πίστις της ἔχει περιεχόμενο τή μητέρα ὅλων τῶν ἀρετῶν, τήν γνήσια, τήν ἁγνήν ἀγάπην. Εἶναι ὁλοκληρωτική ἀφιέρωσι στό Θεό, ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ λατρεία, λατρεία τοῦ Θεοῦ μέ καθαρή καρδιά. Μόνον ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ προσεγγίζει τό Θεό καί ὁ Θεός τόν δέχεται καί συνομιλεῖ μαζί του. Ὁ Κύριος βδελύσεται πάντα ὑβριστήν και ὐπερήφανον. Ἀπεχθάνεται τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία. Ζητεῖ την καθαρότητα τῆς καρδίας. Ἡ καθαρότητα τῆς καρδίας  σημαίνει ἀποχή ἀπό τό Κακό καί τήν ἁμαρτία και εἶναι ἡ βασική προϋπόθεσις να πλησιάσῃ καί νά ἐγγίσῃ τόν Θεόν καί  νά συνομιλήσῃ μαζί Του, ὅπως συνομιλῇ ὁ φίλος μέ τόν φίλον του.

Ὁ Πανάγαθος Θεός, ἡ ἄπειρη Ἀγάπη, διά τοῦ Προφήτου Ἡσαῒου, βροντοφωνάζει σέ ὅλους μας: Δέν θέλω νά σᾶς βλέπω μπροστά μου. Δέν θέλω νά παρουσιάζεσθαι μπροστά μου  καί νά πατῆτε τό πόδι σας στό Ναό μου. Σᾶς ἐχόρτασα καί σᾶς ἀηδίασα! Δέν θά ὑπομείνω πιά τίς ἁμαρτίες σας. Συχαίνεται ἡ ψυχή μου τήν ψεύτικη, τήν ὑποκριτική σας λατρεία! Δέν θέλω οὔτε τά ἀλεύρια σας, οὔτε τά πρόσφορά σας οὔτε τίς θυσίες σας. Δέν θέλω τίποτε ἀπό τά βρωμερά σας χέρια, διότι τά χέρια σας εἶναι γεμᾶτα αἵματα ἀπό τίς ἀδικίες σας. Ἐάν θέλετε νά Μέ  πλησιάσεται, ἀπό σᾶς ἐξαρτᾶται:

«Λούσασθε (Ψυχικά και σωματικά) και καθαροί γίνεσθε, ἀφέλετε τάς πονηρίας ἀπό τῶν ψυχῶν ὑμῶν(Διῶξτε τίς πονηρίες, ξεριζώσατε ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς σας κάθε πονηριά, κάθε κακία, ὥστε να εἶσθε καθαροί μπροστά στα μάτια μου) παύσασθε ἀπό τῶν πονηριῶν ὑμῶν. Μάθετε καλόν ποιεῖν, ἐκζητήσατε κρίσιν, νά εἶσθε δίκαιοι, νά ἀποδίδεται Δικαιοσύνην στό ὀρφανόν καί νά δικαιώνεται τήν ἀδικούμενην χήραν. Καί δεῦτε διαλεχθῶμεν,  λέγει ὁ Κύριος. Και ὅταν μέ τήν καρδιά σας κάμετε ὅλα αὐτά, τότε ἔλθετε νά συζητήσουμε, λέγει ὁ Κύριος. Καί νά εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὅταν καθαρίσετε την ψυχή σας ἀπό ὅλες αὐτές τίς κακίας και τίς βρωμερές ἁμαρτίες, Ἐγώ θά σᾶς δεχθῶ, θά συνομιλήσω μαζί σας καί θά σᾶς συγχωρήσω»(Ἡσ. α΄ 10-19).

Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος  λέγει: «Ταύτας οὖν ἔχοντες τάς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός και πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ(Β΄ Κορινθ΄ζ΄1).

Και εἶναι καιρός νά ὑποτάξουμε  τή Θέλησί μας στό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά ζητήσουμε τή  Χάρι Του, να μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ, νά ἐνισχύῃ τόν ἀγῶνα μας, νά μᾶς βοηθήσῃ να καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε πονηρία, ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, καί νά Τον τιμῶμεν ὄχι μόνον μέ τά χείλη. ἀλλά με την καρδιά μας. Νά Τόν   λατρεύουμε μέ τήν καρδιά μας «ἐν πνεύματι και ἀληθείᾳ», καί  νά Τόν ὑμνοῦμεν καί νά δοξάζουμε. Σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ, διότι Σ’Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή ἡ δόξα καί τό κράτος καί τώρα καί πάντοτε καί τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.