Παρασκευή 18 Μαΐου 2018

ΧΕΙΡΙΣΤΟΝ,«ΤΟ ΚΑΥΧΑΣΘΑΙ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΤΟΠΗΜΑΣΙ»








ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ Η ΝΤΡΟΠΗ.



Στήν ἐποχή μας, δυστυχῶς, παραπαίει ἡ ἀνθρωπότης
Χάθηκε τό χρῶμα τῆς ντροπῆς. Καί οἱ ἄνθρωποι;...
Ὡς «ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη πορεύεται
ὁλοταχῶς κατά τοῦ κρημνοῦ εἰς τήν λίμνην πρός
ἀποπνιγμόν. Χάσανε οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες τό
πραγματικό τους νόημα. Θεός, ὁ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ,
ἡ ἀνατροπή τῶν Ἀξιῶν. Μια «χοῦφτα», θέλω νά
πιστεύω πώς εἶναι οἱ ἀνατροπεῖς. Καί ἀναισχύντως,
παρασύρουν τόν ὄχλο σέ ἀπρέπειες καί πολλές
ἀσχήμιες, καί σωρεύουνε στόν κόσμο συμφορές.
Ὁ Χρυσόστομος, τό χρυσό τῆς Ἐκκλησίας στόμα
ἀναφωνεῖ: «δεινόν ἡ ἁμαρτία» καί «τό ἁμαρτάνειν
ἀνθρώπινον, τό ἐμμένειν ἐν τῇ ἁμαρτία σατανικόν
καί τό ἐξομολογεῖσθαι θεῖον». Καί ὁ Ἅγ. Γρηγόριος
ὁ Θεολόγος, βροντοφωνάζει καί διακηρύσσει πώς
«Οὐ φοβερόν τό πεσεῖν, ἀλλά τό κεῖσθαι», ὅτι δηλ.
Δέν εἶναι τόσο φοβερό νά πέσῃ κανείς στήν ἁμαρτία.
Πιό φοβερό εἶναι νά μένῃ κατάκοιτος στήν ἁμαρτία.
Νά μένῃ ἀμετανόητος καί νά συνεχίζῃ νά ἀδικοπραγῇ.
Δυστυχῶς ὅμως στήν σχιζοφρενική ἐποχή μας οἱ πιό
πολλοί κωφεύουν στῶν πιστῶν καί Ἁγίων τίς φωνές.
Τούς κυβερνᾶ ἡ Παραφροσύνη.
Ἀρνοῦνται τόν ἀληθινό Θεό.
Λατρεύουν τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ,τό Χρῆμα. Ξεχνοῦν ὅτι «κάλλιστον χρῶμα» εἶναι τό τῆς Αἰδοῦς ἐρύθημα». Χάσανε ὁλότελα τό χρῶμα τῆς ντροπῆς  καί «ὅταν τούς φτύσῃς», γιά τά σκοτεινά τους ἔργα, «χαμογελοῦν καί λέν’  πώς ψιχαλίζει»...
«Ἐπαχύνθη γάρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου», λέγει ὁ
Κύριος, «καί τά αὐτιά τους βαρειακοῦνε καί ἔκλεισαν
τά μάτια τῆς ψυχῆς τους, γιά νά μή  δοῦν, μέ τά μάτια τους καί  νά μή ἀκούσουν μέ τά αὐτιά τους καί γιά νά μή ἐννοήσουν μέ τήν καρδιά τους τήν Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, γιά νά μή μετανοήσουν καί τούς γιατρέψω(Ματθ.ιγ΄15)
Χάθηκε ὁλότελα ἀπό τήν ἀνθρωπότητα ἡ Ντροπή.
Καί σ’ αὐτό ἀκόμη τό Ρωμαϊκό δίκαιο ὑπῆρχε ὁ Κανών
ὅτι  «Nemo auditur propriam turpitudinem allegans».
Δηλαδή: Κανείς δέν εἰσακούεται προβάλλων τήν ἰδίαν
Αἰσχρότητα. Σήμερα ὅμως, δυστυχῶς, στή σάπια ἐποχή
μας, ὑπάρχουν λίγοι πού προβάλλουνε τήν Αἰσχρότητα,
σάν ἀρετή καί, ὅπως λέγει ὁ Χρυσόστομος, «ΚΑΥΧΩΝΤΑΙ
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΤΟΠΗΜΑΣΙ». Ποῦ καταντήσαμε, Θεέ μου;...
Μετουσιώσαμε τόν Παράδεισο σέ Χοιροστάσι...

       Ἐγαταλείψαμε τήν πατρική ἑστία βόσκοντες χοίρους.





Ἀρνούμαστε τόν «μόσχον τόν σιτευτόν».
Προσπαθοῦμε νά χορτάσουμε τήν πεῖνα μας, μέ τά
«ξυλοκέρατα» τῆς ἀποστασίας...
Ἐξ αἰτίας τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό κοντά Σου, Κύριε,
Εἶναι πικρό καί τό νερό πού πίνουμε καί τό  ψωμί, πού  
τρῶμε. «ἐσθίομεν ἄρτον ὀδύνης» (Ψαλμ.126,2).
Ἐπιθυμοῦμε νά γεμίσουμε τήν κοιλίαν μας «ἀπό τῶν
Κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι» (Λουκ. ιε΄ 16).
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σύ πού σταυρώθηκες γιά μᾶς,
Λυπήσου μας καί ἔλα γρήγορα κοντά μας.
Ποιός ἄλλος μπορεῖ νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν
βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχομεν ἐμπαγῇ, ἄν ὄχι Ἐσύ, Μακρόθυμε ἀνθρωποκυνηγέ ;


Ἐλθέ ταχύ , Κύριε Ἰησοῦ. Μή χρονίσῃς. Ἐλθέ, Κύριε.
Μή ἀργοπορῇς. Ἔλα,  Κύριε, πρίν χαθοῦμε
«Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα»(Ματθ. η΄ 26).
Δέν εἴμαστε μόνον ὀλιγόπιστοι, ἀλλά ἄπιστοι,
ἀπερίγραπτα, διεστραμμένοι...
Μόνον Σύ , Κύριε, εἶσαι ἡ μόνη  μας ἐλπίδα.
Δῶσε μας, Κύριε, τό χάρισμα τῆς μετανοίας.
Κύριέ μου, ἄκουσε τήν κραυγή μου καί γίνε
Ἔλεος. ΕΛΕΟΣ σοῦ ζητῶ μέ δάκρυα, ΕΛΕΟΟΟΣ,
ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ
Ὀνόματός Σου, Πολυέλεε καί Μακρόθυμε...
Ἐλέησον ἐμέ  καί τόν κόσμον Σου, ὡς Μόνος
Ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος. Ναι. Ἀμήν.









Σάββατο 12 Μαΐου 2018

«ΟΥΔΕΝ ΓΛΥΚΙΟΝ ΠΑΤΡΙΔΟΣ» (Ὁμ. Ὁδ. ι΄34)




«Τίποτε δέν ὑπάρχει πιο γλυκό  ἀπ’ τήν Πατρίδα»



Ἡ Ἑλλάδα πρώτη διακήρυξε στόν κόσμο ὅτι «τίποτε δέν ὑπάρχει πιο γλυκό ἀπ’ τήν Πατρίδα». Καί πραγματικά ἡ ἀλήθεια αὐτή ἔγινε «βίωμα» σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὄχι μόνον γιά τούς Ἕλληνες , ἀλλά καί γιά τούς βαρβάρους. Καί ΧΡΕΟΣ ὅλων εἶναι ἡ  θυσιαστική ἀγάπη, γιά τήν Πατρίδα. Καί ἐάν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν Χρέος νά ἀγαποῦν τήν Πατρίδα τους, νά ἀγωνίζονται καί νά θυσιάζονται, γιά τήν ἐδαφική της ἀκεραιότητα καί νά ὑπερασπίζονται μέ τή ζωή τους τήν ἐλευθερία τῆς Πατρίδος ἀπό κάθε εἴδους ζυγό, πόσο μεγαλύτερο εἶναι τό ΧΡΕΟΣ ὅλων τῶν Ἑλλήνων, γιά τήν ΕΛΛΑΔΑ μας, πού εἶναι ἡ Πατρίδα τῶν πατρίδων, ἡ κοιτίδα τοῦ Πολιτισμοῦ;

Ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ἀπό τά πολύ παλιά χρόνια, ὄχι μόνον γαλουχηθήκαμε, ἀλλά καί συνεχίζουμε νά ἀνατρεφώμαστε, μέ Ἀρχές καί ὕψιστα Ἰδανικά, πρῶτα δέ καί πάνω ἀπό ὅλα μέ τήν Πίστι στό Θεό, ἀγάπη στήν Πατρίδα καί μέ ἀφοσίωσι στήν Οἰκογένεια.

Καί ἐμπράκτως διακηρύξαμε καί διακηρύττουμε σέ ὅλο τόν κόσμο ὅτι «Οὐδέν γλύκιον Πατρίδος» καί ὅτι «Μητρός τε καί πατρός καί τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρίς καί σεμνότερον καί ἁγιώτερον καί ἐν μείζονι μοίρᾳ καί παρά θεοῖς καί παρ’ ἀνθρώποις τοῖς νοῦν ἔχουσι, καί σέβεσθαι δεῖ καί μᾶλλον ὑπείκειν καί θωπεύειν πατρίδα χαλεπαίνουσαν ἤ πατέρα, καί ἤ πείθειν ἤ ποιεῖν, ἅ ἄν κελεύῃ· καί πάσχειν, ἐάν τι προστάττῃ παθεῖν, ἡσυχίαν ἄγοντα,...» (Πλάτωνος, Κρίτων 12, 51 Β΄ ). Δηλαδή: Πραγματικά, γιά τόν συνετό ἄνθρωπο, «Τίποτε δέν ὑπάρχει πιο γλυκό ἀπ’ τήν Πατρίδα» καί ὅτι « καί ἀπό τή μητέρα καί ἀπό τόν πατέρα καί ἀπό ὅλους τούς ἄλλους προγόνους τό πολυτιμότερον πρᾶγμα εἶναι ἡ Πατρίς καί  σεβαστότερον καί ἁγιώτερον καί σέ ἀνώτερη θέσι καί κατά τήν γνώμην τῶν θεῶν καί κατά τήν γνώμην τῶν φρονίμων  ἀνθρώπων, καί ὅτι πρέπει νά σεβώμαστε καί περισσότερο νά ὑπακούωμεν καί νά θωπεύωμεν τήν πατρίδα, ὅταν ὀργίζεται, παρά τόν πατέρα, καί  ἤ νά προσπαθοῦμεν νά τήν πείθωμεν ἤ νά ἐκτελοῦμεν ὅ,τι καί ἄν διατάσσῃ·  καί ἤ νά ὑποφέρωμεν, ἐάν αὐτή τό θέλῃ, χωρίς τό παραμικρόν παράπονον, καί ἐάν θέλῃ ἀκόμα νά μᾶς δείρῃ ἤ νά μᾶς  ρίξῃ στή φυλακή, ἤ καί νά μᾶς στείλῃ στόν πόλεμο, γιά νά πληγωθοῦμε ἤ καί νά φονευθοῦμε, ὅλα αὐτά πρέπει νά τά κάμνωμεν· καί ἔτσι εἶναι τό σωστό·  καί δέν πρέπει νά ξεφεύγουμε οὔτε νά ὀπισθοχωροῦμε οὔτε νά ἐγκαταλείπουμε τή θέσι μας, ἀλλά καί στόν πόλεμο καί στά δικαστήρια καί ὅπου ἀλλοῦ, καθῆκον μας εἶναι νά ἐκτελοῦμεν ὅσα διατάσσει ἡ Πολιτεία καί ἡ Πατρίς...».

Ὁ «ἀνδρῶν ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτης» ὄχι μόνον ἐδίδαξε, ἀλλά καί ἔζησε σύμφωνα μέ τή διδασκαλία του καί μολονότι ἐγνώρισε τήν παρερμηνεία, πού ἔκαναν οἱ συκοφάντες δικαστές του, δέχτηκε τήν καταδίκη του ἀγόγγυστα καί ἔπιε τό κώνειον, προσπαθῶντας μέ τή ζωή του νά ἀνοίξῃ τά μάτια τῶν συμπολιτῶν του , ἀλλά καί τά μάτια ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος καί νά

διακηρύξῃ ὅτι  τιμιώτερον καί σεμνότερον  καί πάνω

ἀπό ὅλα εἶναι ἡ ΠΑΤΡΙΣ.

Ἔτσι ἀπό τά ἀρχαιότατα χρόνια, μέ αὐτά τά Ἰδανικά, μεγαλουργήσαμε οἱ Ἕλληνες. Μέ αὐτά τά Ἰδανικά γαλουχήσαμε τήν ἀνθρωπότητα.

Καί πρώτιστον καθῆκον τῶν Ἑλλήνων  ἦταν καί εἶναι ἡ πίστις στό Θεό, ἡ θυσιαστική ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα, καί ἡ ἀφοσίωσι στήν Οἰκογένεια. Σέ ὅλους τούς ἀγῶνες τους οἱ Ἕλληνες πολέμησαν «ὑπέρ βωμῶν καί Ἑστιῶν».

«Τεθνάμεναι γάρ καλόν ἐνί προμάχοισι πεσόντα ἄνδρ’ ἀγαθόν περί ᾗ πατρίδι μαρνάμενον» (Τυρταῖος ὑποθῆκαι).

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῶν Ἑλλήνων, ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια καί μέχρι σήμερα, εἶναι ἡ Πίστι πρός τόν Θεόν καί ἡ Ἀγάπη  πρός τήν Πατρίδα καί τήν Οἰκογένεια. Καί αὐτές τίς Ἀξίες ὑπερασπίσθηκαν καί ὑπερασπίζονται οἱ Ἕλληνες, μέχρι θανάτου.

Ἡ ἀθάνατη ἑλληνική ψυχή, προικισμένη μέ Πίστι, μέ ἀγάπη, μέ  θάρρος, τόλμη καί ἀνδρεία, θριάβευσε καί θριαμβεύει μέχρι σήμερα. Βάδισε καί βαδίζει μέ ἱστορική , ἐθνική συνείδησι καί διδάσκει τήν ἑλληνική λεβεντιά καί τό ἑλληνικό φιλότιμο. Διδάσκει, σέ κάθε συνετό, μυαλωμένο ἄνθρωπο σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, τήν Πίστι στό Χριστό, τήν ἀγάπη στήν Πατρίδα καί τήν ἀφοσίωσι στήν Οἰκογένεια. Διδάσκει τόν ἡρωϊσμό, τήν αὐτοθυσία, καί προκαλεῖ τό θαυμασμό τοῦ Σύμπαντος κόσμου. Καί πραγματικά «Τίς οὐκ ἄν θεῶν ἠλέησεν αὐτούς(τούς Ἕλληνας) ὑπέρ τοῦ μεγέθους τοῦ κινδύνου; Τίς  ἀνθρώπων οὐκ ἄν ἐδάκρυσεν; Τίς τῆς τόλμης αὐτῶν οὐκ ἄν ἠγάσθη;» (Λυσίου, λόγ. Ἐπιτάφιος).

Οἱ Ἕλληνες πάντοτε ὑπερασπίζονται καί θυσιάζονται, γιά τά Ἰδανικά, τίς Ἀξίες , τά ὅσια καί τά ἱερά τους. Πολέμησαν καί πολεμοῦν πάντοτε,





«Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστι τήν ἁγία

καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν».

Καί ἡ Πατρίς ὡς προσωποποίησις τοῦ Ἔθνους ἀνεγείρει ἀνδριάντας , γιά ὅλους ἐκείνους τούς ἥρωες, γνωστούς καί ἀφανεῖς καί ἀγνώστους, πού ἔπεσαν καί θυσιάσθηκαν ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος. Καί οἱ Ἀνδριάντες καί  τό Μνημεῖον τοῦ Ἀγνώστου εἶναι ὅ, τι πιό σεβαστό, πιό τίμιο, πιό ἱερό, ἀκόμη καί στούς ἐχθρούς μας.




 Μέ αὐτές τίς Ἀρχές καί τά Ἰδανικά γαλουχήσαμε τά Παιδιά μας καί ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα μέχρι σήμερα.

Παρατηροῦμε ὅμως, δυστυχῶς, στήν σχιζοφρενική  ἐποχή μας,  ὅτι σέ Παγκόσμια Κλίμακα, ὑπάρχει μιά «χοῦφτα» ἀθέων, μηδενιστῶν, πού κατεργαζεται τήν ἀπαξίωσι τῶν Ἀξιῶν καί τῶν Ἰδανικῶν.

Προσπαθοῦν, δολίως καί μέ λυσσώδη μανίαν, νά ξεριζώσουν, μέσα ἀπό τήν ψυχή τῶν Νέων Παιδιῶν τήν Πίστι στό Χριστό καί τήν ἀγάπη στήν Πατρίδα καί τήν Οἰκογένεια. Προπαγανδίζουν δέ ὅτι ὅποιος ὁμολογεῖ α)Πίστι στό Χριστό, β) Ἀγάπη στήν Πατρίδα  καί γ) ἀγάπη  στήν Οἰκογένεια, καί ὅτι εἶναι Πατριώτης, αὐτός εἶναι φασίστας.

Ὁ ἐλάχιστος ἐγώ μεγάλωσα μέ αὐτές τίς Ἀρχές, τά Ἰδανικά τῆς Φυλῆς καί  ὁμολογῶ Πίστι στό Χριστό, Ἀγάπη στήν Πατρίδα καί ἀφοσίωσι στή Χριστιανική Οἰκογένεια. Ἐάν ἡ Ὁμολογία αὐτή εἶναι Φασισμός, τότε εἶμαι φασίστας.

Διακηρύττω δέ καί θερμά παρακαλῶ τόν ἐξοχότατον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καί τούς ἐξοχοτάτους κυρίους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ὅσον καί ἄν πιέζονται ἀπό  τή Σκύλα καί τό Μεφιστοφελῆ, καί ἀπό τίς σκοτεινές Δυνάμεις τῆς ἀθέου Παγκοσμιοποιήσεως, νά μή δειλιάσουν, νά μή ὑποχωρήσουν στίς πιέσεις πού, ὁλοφάνερα, σκοπεύουν  στόν ἀφανισμό τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ. Καί ὄχι μόνον, ἀλλά καί τυχόν ἀθέους νόμους-δυναμῖτες στά θεμέλια τοῦ Ἑλληνισμοῦ-πού, ὑπο τήν πίεσιν τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος μας ψηφίσθηκαν, νά τούς ἀποσύρουν, πρίν νά εἶναι ἀργά. Καί νά εἶναι σίγουροι ὅτι ὁ Ἐξουσιαστής , ὁ Ἄρχων τῆς Εἰρήνης, ὁ Παντοκράτωρ, θά εὐλογήσῃ τή σύνεσι καί τά ὑπέρ Πίστεως καί Πατρίδος ἔργα τους. Γένοιτο.





Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ






«ΜΗ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΤΥΦΛΟΙ ΕΣΜΕΝ;»



«Εἰς κρῖμα ἐγώ εἰς τόν κόσμον τοῦτον ἦλθον,
ἵνα οἱ μή βλέποντες βλέπωσι και οἱ βλέποντες
τυφλοί γένωνται. Καί ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων
ταῦτα οἱ ὄντες μετ’ αὐτοῦ καί εἶπον αὐτῷ·
Μή καί ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Καί εἶπεν αὐτοῖς:
Εἰ τυφλοί  ἦτε, οὐκ ἄν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δέ
λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ἡμῶν μένει»

                                                               (Ἰωάν. θ΄ 39-41)



Ὁ Χριστός εἶναι τό φῶς τό  ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον πού ἔρχεται στόν κόσμο (Ἰωάν. α΄ 9). Αυτός,  σύν τῷ Πατρί ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, εἶναι «ὁ δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο» (Ἰωάν. α΄ 3), ὁ Δημιουργός τοῦ Σύμπαντος «ἐκ τοῦ μή ὄντος» καί ἐξ ἀπείρου ἀγάπης καί Αὐτός εἶναι ἐκεῖνος, πού ἔπλασε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ. Ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γενέσ. α΄26-27), «Χοῦν ἀπό τῆς γῆς, καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς, καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν» (Γενέσ.  β΄ 7). Αὐτός, ὁ Κύριος ἦλθε στή γῆ, σάν ἄνθρωπος καί μᾶς ἐπλησίασε μέ τρυφερότητα καί ἀγάπη, γιά νά φωτίσῃ, μέ τό δικό Του ἀληθινόν φῶς, τά σκοτάδια μας. Ἦλθεν ὁ Δημιουργός καί «ἔπτυσε χαμαί καί ἐποίησε πηλόν ἐκ τοῦ πτύσματος, καί ἐπέχρυσε τόν πηλόν ἐπί τούς ὀφθαλμούς τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ καί εἶπεν αὐτῷ·  ὕπαγε νίψαι... ἀπῆλθεν οὖν καί ἐνίψατο καί ἦλθε βλέπων» (Ἰωάν. θ΄ 6-7).






Ἦλθε νά ἀνοίξῃ τά μάτια μας, νά δοῦμε τήν Ἀλήθεια. Ἔρχεται  καί μᾶς καλεῖ κοντά Του καί μᾶς προτρέπει νά ἀφήσουμε τήν ψευτιά καί τήν ὑποκρισία καί νά περιπατήσωμεν ἐν τῷ φωτί. Καλεῖ ὅλους μας κοντά Του. Ἀνοίγει τό δρόμο τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ἔρχεται νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν ἄβυσσο τοῦ σκότους τῶν παρανοήσεων καί τῆς παραφροσύνης. Μᾶς προσφέρει τό δικό Του κολλύριον, (τή Χάρι του, τόν φωτισμόν τῆς ἀληθείας), τό μόνον ἱκανόν νά θεραπεύσῃ τήν ψυχική, τήν πνευματική μας τύφλωσι.

Καί μᾶς προτρέπει νά ἀγοράσωμε ἀπό αὐτόν τό κολλύριον, γιά  νά χρίσουμε τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά δοῦμε καθαρά τήν πραγματική μας κατάστασι καί τήν ψυχική μας τύφλωσι καί, μέ τή θέλησί μας , νά τή θεραπεύσουμε (παρβλ. Ἀποκ. γ΄ 18).

«Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ἦλθα, λέγει ὁ Κύριος, εἰς τόν κόσμον, καί εἶμαι τό Φῶς τοῦ κόσμου: « Ἐγώ εἰμι τό φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’  ἕξει τό φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η΄ 12).Καί πάλιν λέγει: «Ἐγώ φῶς εἰς τόν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ  ἐν τῇ σκοτίᾳ μή μείνῃ» (Ἰωάν. ιβ΄ 46).

Ἐκεῖνος πού μέ ἀκολουθεῖ μέ πίστι  θά λάβῃ τό ἀληθινόν φῶς, τόν φωτισμόν της ἀληθείας καί δέν θά περιπατήσει πιά στό σκοτάδι. Θά γίνη ὅλος φῶς. «Ἐγώ ἦλθα σέ αὐτόν τόν κόσμον γιά νά γίνῃ κρίσις καί γιά νά ξεχωρισθοῦν οἱ καλοπροαίρετοι ἀπό τούς διεστραμμένους. Ἀποτέλεσμα τοῦ διαχωρισμοῦ θἆναι, ἵνα οἱ μή βλέποντες βλέπωσι καί οἱ βλέποντες τυφλοί γένονται» (Ἰωάν. θ΄ 39). Δηλαδή: Αὐτοί, πού θεωροῦνται ὡς τυφλοί καί βυθισμένοι στό σκοτάδι τῆς ἀγνοίας καί τῆς πλάνης, αὐτοί πραγματικά θά δοῦν, διά τῆς πίστεως εἰς ἐμέ, τό σωτήριον φῶς τῆς ἀλήθειας καί ἐκεῖνοι πού νομίζουν ὅτι βλέπουν, ἐκεῖνοι, πού παρουσιάζουν τούς ἑαυτούς των ὡς γνώστας τῶν Γραφῶν καί  νομίζουν ἀλαζονικά ὅτι βλέπουν θά μείνουν ἀθεράπευτα τυφλοί, θά στεριώσουν στήν πνευματική τους τύφλωσι.
Ὅσοι ἐκ τῶν Φαρισαίων ἄκουσαν καί ἀκούουν αὐτό τόν λόγον τοῦ Χριστοῦ ρωτοῦν: Μήπως καί μεῖς οἱ Δάσκαλοι τοῦ Ἐθνους εἴμαστε τυφλοί;
Καί ὁ Κύριος τούς εἶπε: Ἐάν πραγματικά ἤσασθε τυφλοί καί δέν  εἴχατε γνῶσιν τῆς Γραφῆς, δέν θά εἴχατε ἁμαρτίαν, γιά τήν ἀπιστίαν πού δείχνετε σέ Μένα. Διότι ἡ ἁμαρτία σας θά προερχόταν ἀπό ἄγνοια καί ὄχι ἀπό πονηρή καί διεστραμμένη διάθεσι. Τώρα ὅμως ἰσχυρίζεσθε ὅτι γνωρίζετε καλά τόν Νόμον καί ὅτι βλέπετε καί δέν ἔχετε ἀνάγκην νά σᾶς διδάξη καί νά σᾶς ὁδηγήσῃ  ἄλλος κανείς. Ἡ ἁμαρτία σας, λοιπόν, ὅτι δηλαδή, δέν πιστεύετε εἰς Ἐμέ, ἀφοῦ εἶναι ἁμαρτία ἐν γνώσει, μένει καί δέν συγχωρεῖται (παρβλ. Ἰωάν. θ΄ 40-41).
Αὐτή, δυστυχῶς, εἶναι ἡ κατάντια τῆς παραφροσύνης, τῆς ψυχικῆς καί πνευματικῆς τυφλώσεως, πολλῶν ἀνθρώπων, πού, μέ τή θέλησί τους, παραμένουν κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου καί δέν δέχονται τό Φῶς τῆς Ζωῆς.
Χρειάζεται ἐπίπονος, συνεχής, πνευματικός ἀγῶνας, γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τήν πνιγερή ζωή  καί νά εἰσέλθουμε στῆς Ὀμορφιᾶς τή σφαῖρα.
Ἀνέτειλε στόν Κόσμον ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καί οἱ περισσότεροι  δέν δέχονται τό Φῶς. Ἀρνοῦνται τήν Ἀλήθεια καί προτιμοῦν νά ζοῦν μέσα στό σκοτάδι, ἀγαποῦν τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία. Ὕψωσαν σέ Θεότητα τό ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ καί ὄχι μόνον ἀνατρέπουν τήν Ἱεραρχία τῶν Ἀξιῶν, ἀλλά ἔχουν, σάν τρόπο ζωῆς, τήν ἀπαξίωσι τῶν Ἀξιῶν. Καί ὄχι μόνον, ἀλλά καί καυχῶνται «ἐπί τοῖς ἀτοπήμασι». Ὤ τῆς Παραφροσύνης καί τῆς Χριστοκτονίας!

Στήν ἐποχή μας, δυστυχῶς, οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό τους νόημα. Μιά «χοῦφτα» σκοταδιστές προπαγανδίζουν τό σκοτάδι. Ἀρνοῦνται τό Φῶς καί τά ἔργα τοῦ φωτός. Καί χρειάζεται ὅλοι μας  καί κυρίως ἡ Νέα Γενιά, νά ἔχουμε ἀνοιχτά τά μάτια τῆς  ψυχῆς μας. Νά ἔχουμε προσοχή, προσευχή καί ἐγρήγορσι, γιά νά ξεφύγουμε ἀπό τίς Παγίδες, πού μᾶς στήνουν οἱ σκοταδιστές καί οἱ προπαγανδιστές τῆς ἀθεῒας. Νά  ξεχωρίσουμε τό Φῶς ἀπ’ τό σκοτάδι  καί  νά ἐγκολπωθοῦμε τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ.






Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεόλόγος λέγει ὅτι «αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό Φῶς (τό ἀληθινόν φῶς) ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ· ὁ δέ ποιῶν τήν ἀλήθειαν ἔρχεται πρός τό Φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τά ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα» (Ἰωάν. γ΄ 19-21).

Εἶναι σέ ὅλους μας γνωστά τά ὅσα συμβαίνουν καί ἐδῶ στήν πατρίδα μας, τήν πατρίδα τῶν πατρίδων, τήν κοιτίδα τοῦ Πολιτισμοῦ, στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας. Παρατηροῦμε μέ πικρία, πῶς διαστρέφεται ἡ Ἀλήθεια. Εἶναι πασίδηλον ὅτι latet anguis in herba (κρύπτεται ὄφις ὑπό τόν χόρτον). Ποιοί ἐπιδιώκουν τήν ἐπικράτησι τοῦ σκότους; Ποιοί στοχεύουν στόν ἀφανισμό τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ;  Ποιοί ποδοπατοῦν  «τά ὅσια καί τά ἱερά μας»;
Ποιοί προσπαθοῦν, μέ λυσσώδη μανία, νά ξεριζώσουν, μέσα ἀπό τήν ψυχή μας καί ἀπό τίς ψυχές τῶν Νέων Παιδιῶν, τήν Πίστι στό Χριστό καί τήν ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα; Ποιοί δυναμιτίζουν  τά θεμέλια τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς Οἰκογενείας;
Παρακαλῶ θερμά ὅλους ἐκείνους, πού μέ τή θέλησί τους ἤ χωρίς τή θέλησί τους τεκταίνονται κακά καί σχεδιάζουν δόλια καί σκοτεινά ἐναντίον τῆς Ρωμιοσύνης, νά συνέλθουν, νά μετανοήσουν καί νά ἀποσύρουν τούς  καταστροφικούς νόμους τοῦ σκότους, πού ψήφισαν. Ἀνθρώπινα εἶναι τά λάθη, ἀλλά εἶναι φοβερό Κακό ἡ ἀμετανοησία.
Παρακαλῶ ἐπίσης ὅλους καί κυρίως τούς Νέους, πού εἶναι θύματα τῆς Παραφροσύνης τῶν ὀλίγων σκοταδιστῶν, νά προσέχουν καί  νά κρατοῦν ἀποστάσεις ἀπό τούς σκοταδιστές, πού «ἀντί πινακίου φακῆς, ἤ ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων, ἤ ἀκόμη καί γιά τή θεσούλα τους, προδίδουν τά ὅσια καί τά ἱερά τοῦ Γένους.
Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης λέγει: «Παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστί, καί καθώς ἠκούσατε  ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καί νῦν ἀντίχριστοι πολλοί γεγόνασιν.» (Α΄ Ἰωάν. β΄ 18).
Καιρός νά ἐγκολπωθοῦμε τό Χριστό καί τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου, νά ἀνοίξουμε τά μάτια τῆς Ψυχῆς μας καί νά δοῦμε τήν Ἀλήθεια, νά ἀκολουθήσουμε τήν Ὁδό τοῦ Φωτός.
Γι’ αὐτό χρειάζεται ἐπίπονος, πνευματικός ἀγῶνας.
Στόν πνευματικό ἀγῶνα χρειάζεται πολλές φορές ὁ
ἄνθρωπος, νά γδάρῃ τό πετσί του, νά ματώσῃ, γιά νά
νικήσῃ, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, κάθε Πειρασμό, νά
ἐλευθερωθῇ ἀπό τό σκοτάδι τῶν Παρανοήσεων, νά
κατανικήσῃ μέσα του καί γύρω του «τήν ἐπιθυμία
τῆς ἐπιθυμία τῆς σαρκός καί τήν ἐπιθυμία τῶν
ὀφθαλμῶν καί τήν ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄Ἰωάν. β΄16).
Ἡ πραγματική ἀγάπη στό Θεό καί τόν πλησίον ἔχει
μύριες Ὀμορφιές, πού γιά νά τίς ἀπολαύσεις πρέπει νά ἔχης 
καθαρούς τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς, νἆσαι ὅλος καθαρός, ὥσπερ ὕαλος διαυγής (Ἀποκ. κα΄21).
Ὁ Κύριος μᾶς λέγει ὅτι εἶναι μεγάλη συμφορά,
νά δίνουμε  τό νοῦν καί τήν καρδιά μας στά γήϊνα.
Καί γιά νά λυτρωθοῦμε, ἀνάγκη εἶναι  νά καταλάβουμε
ὅτι τό λιχνάρι, πού φωτίζει τήν ψυχή, εἶναι ὁ νοῦς,
καί πρέπει νἆναι γεμᾶτος ἀπό τό ἀληθινόν φῶς,
ἀπό τό φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἄν δέν εἶναι, καιρός νά
ἀγοράσουμε κολλύριον ἀπό τό Χριστό καί νά
ἀκτινοβολοῦμε τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ γύρω μας.
Ὅσοι, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, δέχθηκαν τό Φῶς
τοῦ Χριστοῦ, τόν φωτισμόν τῆς Ἀληθείας, μέ μιά
ψυχή , μέ μιά καρδιά γεμάτη εὐγνωμοσύνη,
πανευτυχεῖς, ὑμνοῦν τόν Φωτοδότη καί Κύριον
ψάλλοντες μετά τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων,
λέγοντες :
«Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν πνεῦμα
ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον
Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γάρ ἡμᾶς ἔσωσεν».
Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος καί μεῖς νά Τόν
δοξάζουμε ἀδιαλείπτως μετά πάντων τῶν Ἁγίων.












Δευτέρα 30 Απριλίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ





 «Ἐγώ  βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε»
                                                                   (Ἰωάν. δ΄ 32).

ΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ, ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ.
Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ.

«Ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον» (Ἰωάν. δ΄ 33).

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος. ἔρχεται κοντά μας ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ νέος, ὁ καινός ἄνθρωπος καί γίνεται σέ μᾶς ὑπόδειγμα, τύπος καί ὑπογραμμός, σέ ὅλα (πρβλ. Ἰωάν. ιγ΄ 15. Α΄Πέτρ. β΄ 21).
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ  εἶναι ὁ Ἀληθινός Μεσσίας. Συγκαταβαίνει καί ἀποκαλύπτεται, φανερώνεται στούς πιστούς, στούς καθαρούς τῇ καρδίᾳ καί αὐτός, ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός, μᾶς ἐξηγεῖ καί μᾶς γνωρίζει τόν Θεόν καί Πατέρα καί τό πανάγιον Θέλημά Του, κατά τό δυνατόν τοῖς ἀνθρώποις γνωσθῆναι (παρβλ. Ἰωάν. α΄ 17-18).



Ο ΧΡΙΣΤΟΣ εἶναι «τό φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον πού ἔρχεται στόν κόσμο» (Ἰωάν. α΄ 9). ΑΥΤΟΣ καί μόνον ΑΥΤΟΣ εἶναι, γιά μᾶς ὁ τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλα. ΑΥΤΟΣ και μόνον  ΑΥΤΟΣ  εἶναι    «ἡ Ὁδός  καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» καί «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ Αὐτοῦ» (Ἰωάν. ιδ΄ 6).
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΑΥΤΟΣ καί μόνον ΑΥΤΟΣ εἶναι ὁ ΚΥΡΙΟΣ καί ὁ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ, ὁ ὁποῖος ἀλλάζει τήν παλιά ἐγωϊστική, φαρισαϊκή, ὑποκριτική νοοτροπία καί Ζωή, ἐνσαρκώνει τήν ἄκρα Ταπείνωσι καί τό πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας καί ὑποδεικνύει ἕναν νέον τρόπον  ζωῆς . Πλένει τά πόδια τῶν Μαθητῶν καί τοῦ Ἰούδα καί λέγει σέ ὅλους μας :
«ὑμεῖς φωνεῖτε με, ὁ Διδάσκαλος καί ὀ Κύριος, καί καλῶς λέγετε· εἰμί γάρ. Εἰ οὖν ἐγώ ἔνιψα ὑμῶν τούς πόδας, ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος, καί σεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τούς πόδας.



Ὑπόδειγμα γάρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν, καί ὑμεῖς ποιεῖτε» (Ἰωάν. ιγ΄ 13-15).
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ καί μόνον ΑΥΤΟΣ εἶναι «καλός Ποιμήν», ὁ ὁποῖος «τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων»  (Ἰωάν. ι΄ 11). ΑΥΤΟΣ καί μόνον ΑΥΤΟΣ εἶναι «ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α΄ 29).
ΑΥΤΟΣ καί μόνον ΑΥΤΟΣ, τό ἄκακον Αρνίον «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν ἤχθη...», ὁ ἀναμάρτητος (Πραξ. η΄ 32)  «καί ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν, ἡμῖν ὑπολιμπάνων  ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (παρβλ. Α΄ Πέτρ. β΄ 21). ΑΥΤΟΣ καί μόνον ΑΥΤΟΣ, ὁ Θεάνθρωπος, ἔγινε σέ ὅλους μας τό πρότυπον τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου, καί ἔφθασε στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό. Κατόρθωσε καί μετέβαλε τή σάρκα  σέ Πνεῦμα. Προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύσιν ὁ Κύριος καί ἀγωνίζεται, ὡς τέλειος ἄνθρωπος καί νικᾶ. Φθάνει στήν Κορυφή. Ἀφθαρτοποιεῖ τή φθαρτή ἀνθρώπινη φύσι, τήν ἀνασταίνει, τή δοξάζει, τήν ἀποθεώνει, τή θεοποιεῖ, τήν ὑψώνει καί τή στήνει στά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί Πατρός.
ΑΥΤΟΣ καί μόνον ΑΥΤΟΣ λέγει: «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς  ἵνα καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. ιγ΄ 34) καί τοῦ Ὁποίου μοναδική τροφή Του εἶναι νά φέρῃ σέ τέλειον πέρας τό Θέλημα τοῦ πέμψαντος αὐτόν Πατρός. Καί νά διακηρύξῃ ὅτι θέλημα τοῦ Πατρός εἶναι ἡ σωτηρία μας καί ὅτι «Πεῖνα καί δίψα Του εἶναι ἡ τήρησις τοῦ Θελήματος τοῦ Πατρός. Καί  τήν ἀλήθεια αὐτή τονίζει, πρό τοῦ Πάθους ὁ Κύριος, ὅταν  στήν Προσευχή Του, λέγει: «... πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ... γενηθήτω τό θέλημά σου» (Ματθ. κστ΄ 39-42). 



  Ὁ  ἱερός ὑμνωδός τῆς Ἐκκλησίας μας, λέγει ὅτι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα». Τροφή Του, πεῖνα καί δίψα Του, λαχτάρα τῆς ψυχῆς Του ἦταν καί εἶναι ἡ τήρησις τοῦ Θελήματος τοῦ πέμψαντος αὐτόν Πατρός, ἡ ὁλοκληρωσις, ἡ περάτωσις τοῦ ἔργου, πού Του ἀνέθεσε ὁ οὐράνιος Πατέρας καί αὐτό τό ἔργον εἶναι ἠ σωτηρία μας, πού εἶναι καί ἠ μοναδική τροφή καί λαχτάρα τοῦ Χριστοῦ.
Πρίν ἀρχίσει τό κοσμοσωτήριον ἔργον Του προετοιμάζεται.  
«Ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τήν ἔρημον ὑπό τοῦ Πνεύματος πειρασθῆναι ὑπό τοῦ διαβόλου, καί νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καί νύκτας τεσσαράκοντα  ὕστερον ἐπείνασε». Ὁ διάβολος δέν μπορεῖ νά καταλάβῃ τήν πεῖνα καί τή δίψα τοῦ Χριστοῦ, τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς του. Νομίζει ὅτι εἶναι σωματική ἀνάγκη, καί προσελθών αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν· εἰ Υἱός εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπέ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται». Τότε ὁ Ἰησοῦς φανερώνει τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς του καί τήν πνευματική τροφή, τήν πραγματική τροφή κάθε ψυχῆς, «τόν ἐπί τῆς οὐσίας ἄρτον» καί λέγει στό διάβολο· «Γέγραπται, Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’  ἐπί παντί ῥήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ». Καί ἀφοῦ ἐνίκησε ὅλους τούς πειρασμούς (Ματθ. δ΄ 1-11), ἀρχίζει, μέ χαρά,  τό ἔργο τοῦ πέμψαντος αὐτόν. «Καί ἀπό τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καί λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε  γάρ  ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν...» Καί  «κηρύσσων  τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ΄ 17, 23)., πολύ σκληρά ἀγωνιζόμενος, ΦΘΑΝΕΙ στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ.
Στό Γολγοθᾶ  ὁ Χριστός δίνει τήν τελειωτική Του μάχη, πάνω στό Σταυρό. Ἐκεῖ ἀπό τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ, ἀπό τήν ἀποκορύφωσι τοῦ πόνου Του ὡς ἀνθρώπου, ἐκφράζει τή λαχτάρα Του, τήν πεῖνα καί τή δίψα Του μέ τήν ὀδυνηρή κραυγή · Δ Ι Ψ Ω.
Ἡ ὀδυνηρή κραυγή· ΔΙΨΩ ἐκφράζει ὅλη τήν ἀγωνία καί τό πάθος, ὅλη τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς τοῦ Χριστοῦ, γιά τή σωτηρία μας. Μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του καί λέγει: ΔΙΨΩ (Ἰωάν ιθ΄ 18-20).
ΔΙΨΩ τήν εἰλικρινῆ καί ἔμπρακτη μετάνοιά σας.
ΔΙΨΩ τήν ἐπιστροφή σας στήν Πατρική Ἑστία, στήν Πηγή τοῦ  ὕδατος  τῆς ζωῆς.
ΔΙΨΩ  τή συμμόρφωσί σας μέ τό Θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. ΔΙΨΩ ν’  ἀκολουθήσετε τά ματωμένα Χνάρια μου. ΔΙΨΩ τή σωτηρία σας. ΔΙΨΩ καί ζητῶ τήν τροφή τῆς ψυχῆς μου.
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ  φθάνει στήν Κορυφή, τελειώνει τό ἔργο πού τοῦ  ἔχει ἀναθέσει ὁ Οὐράνιος Πατέρας. ΔΙΨΑ τή σωτηρία τοῦ σύμπαντος κόσμου, καί οἱ Σταυρωτές δέν καταλαβαίνουν τή λαχτάρα Του. «Ἔδωκαν αὐτῷ ποιεῖν ὄξος μετά χολῆς μεμιγμένον» (Ματθ. κζ΄ 34). Ποτίζουν ὄξος καί χολήν τόν Εὐεργέτην. «Ἀντί τοῦ Μάννα, χολήν, ἀντί τοῦ ὕδατος , ὄξος, ἀντί τοῦ ἀγαπᾶν με, Σταυρόν μέ προσηλώσατε», λέγει ὁ Κύριος.
Μήπως οἱ Μαθηταί κατάλαβαν τήν πνευματική τροφή, τήν πεῖνα καί τή δίψα τοῦ Χριστοῦ; Ὅταν στό Φρέαρ τοῦ Ἰακώβ, στή Σαμάρεια, τοῦ πρόσφεραν τροφή, Ἐκεῖνος τούς εἶπε· «ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς  οὐκ οἴδατε». Ἀλλά οἱ Μαθηταί δέν κατάλαβαν ὅτι  τροφή Του, λαχτάρα του ἦταν τό Θέλημα τοῦ πέμψαντος αὐτόν, ἡ σωτηρία τῆς Σαμαρείτιδος καί τῶν Σαμαρειτῶν, καί γενικότερα ἡ σωτηρία τοῦ Σύμπαντος κόσμου. Καί ἀμέσως τούς ἐξηγεῖ: «Τροφή μου εἶναι νά ἐργάζομαι καί νά ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί νά τό φέρω σέ τέλειον πέρας,  νά ὁλοκληρώσω τό ἔργον, πού μοῦ ἀνέθεσε». Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ἀναβαίνει στό Γολγοθᾶ, ὑψοῦται εἰς τό Ξύλον τοῦ Σταυροῦ καί πάνω στό Σταυρό δίνει τήν τελειωτική Του Μάχη καί ΝΙΚΑ. Τελειώνει τό ἔργον, που τοῦ ἀνέθεσε ὁ οὐράνιος Πατέρας, καί ἐκφράζει τή Νίκη Του, τό Θρίαμβό του, μέ τή Θριαμβευτική, τήν, ὡς βροντήν, ἐπινίκιον κραυγήν τοῦ Σωτῆρος·  ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ
( Ἰωάν. ιθ΄ 30. Παρβλ καί Ἀποκ. ιστ΄ 17-18: ΓΕΓΟΝΕ  δηλαδή: συνετελέσθη, ὁλοκληρώθη, ἔφθασε σέ τέλειον πέρας ἡ προαιώνιος Βουλή τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου).
Τό· ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ εἶναι κραυγή ἱκανοποιήσεως καί χαρᾶς τοῦ Σωτῆρος, ὁ ὁποῖος ἐτελείωσε τό ἔργον, τοῦ πέμψαντος αὐτόν Πατρός. Τό κοσμοσωτήριον ἔργον ὁλοκληρώθηκε, ἔλαβεν αἴσιον πέρας. Ἀμέσως μετά τό· «τετέλεσται», «πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ  ὁ Ἰησοῦς παρέδωκε τό πνεῦμα.
Καί ἰδού τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπό ἄνωθεν ἕως κάτω, καί ἡ γῆ ἐσείσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν, καί τά μνημεῖα ἀνεώχθησαν καί πολλά σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη, καί ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων μετά τήν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τήν ἁγίαν πόλιν καί ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς. Ὁ δέ ἐκατόνταρχος καί οἱ μετ’ αὐτοῦ  τηροῦντες τόν Ἰησοῦν, ἰδόντες τόν σεισμόν καί τά γενόμενα ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες · ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός ἦν οὗτος» (Ματθ. κζ΄  50-54  Ἀποκ. ιστ΄  18). Καί ὁ Διονύσιος ὀ Ἀρεοπαγίτης ἀναφώνησε ἔντρομος καί εἶπε:
« Εἰ Θεός πάσχει ἤ τόν πᾶν ἀπώλετο».
Ἀλλά παρόλα  αὐτά τά θαυμάσια οἱ Σταυρωτές, οἱ προδότες, οἱ καταχραστές, οἱ πωρωμένοι, οἱ ἀμετανόητοι,  οἱ ὑποκριτές, οἱ ἀντίχριστοι, συνεχίζουν τό φθοροποιό τους ἔργο. Δέν ἀκολουθοῦν τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Τροφή τους , λαχτάρα τῆς ψυχῆς τους, δέν εἶναι τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τό δικό τους βρωμερό θέλημα. «Οἱ γάρ τοιοῦτοι τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ οὐ δουλεύουσιν, ἀλλά τῇ ἑαυτῶν κοιλίᾳ» (Ρωμ. ιστ΄ 18 παρβλ. Ρωμ. α΄ 18-32).
Γι’ αὐτούς τό πᾶν εἶναι ἡ σαρκική ἐπιθυμία, ἡ ἐπιθυμία τῶν ματιῶν καί ἡ ἀλαζονία τοῦ βίου, ἡ ὑπερηφάνεια γιά τά ὑλικά ἀγαθά, πού εἶναι σκωλήκων βρῶμα καί δυσωδία (παρβλ. καί Α΄ Ἰωάν. β΄17).
Κατά «τήν σκληρότητά τους καί τήν ἀμετανόητη καρδιά τους, λέγει ὁ Παῦλος, οἱ ἄνθρωποι θησαυρίζουν, γιά τόν ἑαυτό τους  ὀργήν,  κατά τήν ἡμέραν τῆς ὀργῆς καί τῆς δικαίας κρίσεως του Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θά ἀποδώσῃ στόν καθένα σύμφωνα μέ τά ἔργα του» ( Ρωμ. β΄ 5-6).
Εἶναι  φυσικόν ἑπόμενον ἡ ἀνθρωπότης νά καταστραφῇ, ἐξ αἰτίας τῆς πωρώσεως καί τῆς  ἀμετανοησίας τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Παγκόσμιος Ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἀπ’ ἀρχῆς καί μέχρι σήμερον καταστρέφονται «διά τό εἶναι αὐτούς σάρκας».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί φέρονται σάν ἐχθροί τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καί κλαίγοντας τούς ἀναφέρει καί βεβαιώνει ὅτι τέλος αὐτῶν  θά εἶναι ἡ ἀπώλεια, διότι θεός τους εἶναι ἡ κοιλία.
Καυχῶνται γιά τήν καταισχύνην τους. Καί ἡ σκέψις τους εἶναι τά γήϊνα πράγματα (παρβλ. Φιλιπ. γ΄ 18-20).
Πότε θά κατανοήσουμε  ὅλοι μας, οἱ τά γήϊνα φρονοῦντες, τή Θυσία τοῦ Ἰησοῦ; Πότε θά συνειδητοποιήσουμε ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας, νά τροποποιήσουμε τήν προβληματική μας συμπεριφορά καί νά τή θεραπεύσουμε; Πότε ἐπί τέλους θά ἀποφασίσουμε, νά λυτρωθοῦμε ἀπό τή σάρκα καί τά σαρκικά, καί θά ἐννοήσουμε ὅτι μόνον «ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα;» (Α΄Ἰωάν. β΄ 17).
Πότε θά πάρουμε τήν ἀπόφασι νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, ὥστε περιπατοῦντες ἐν ἀγάπῃ, νά γίνη τροφή μας καί λαχτάρα τῆς ψυχῆς μας ἡ  τροφή τοῦ Χριστοῦ, «ὁ ἐπί τῆς οὐσίας ἄρτος»; Πότε θά γίνῃ τροφή μας τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὥστε μέ τή ζωή μας νά γίνεται «πρᾶξις» ἡ τέλεια ἀγάπη;  Πότε τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ  θά γίνεται καί ἀπό ὅλους ἐμᾶς, «ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς»; Πότε, ἐπί τέλους, θά ἐξέλθουμε ἀπό τήν Βαβυλῶνα καί θά ἐγκολπωθοῦμε  τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί θά Τόν ὐμνοῦμε καί θά  δοξολογοῦμε, λόγῳ καί ἔργῳ, μέ τήν καρδιά μας, τόν Σωτῆρα μας, ὡς Θεόν εἰς τούς αἰῶνας;