Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2018

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ(Ἰωάν. ιθ΄ 6-11. 13-20. 25-28. 30-35. Α΄Κορινθ. α΄18-24).





ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΙΚΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ



«Σταυρός, ὁ φύλαξ πάσης τῆς Οἰκουμένης·
Σταυρός, ἡ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας·
Σταυρός βασιλέων τό κραταίωμα· Σταυρός,
πιστῶν τό στήριγμα. Σταυρός, ἀγγέλων ἡ
δόξα, καί τῶν δαιμόνων τό τραῦμα».



Στά μάτια τῶν παραστρατημένων, αὐτῶν πού βαδίζουν τόν εὔκολο  δρόμο, αὐτῶν πού βαδίζουν στή ζωή ἀπό τήν εὐρύχωρη πύλη, τό κήρυγμα, περί τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, φαίνεται μωρία καί κουταμάρα.

Ἡ ἀνθρώπινη νοητική ἱκανότητα δέν μπορεῖ νά κατανοήσῃ καί νά ἑρμηνεύσῃ τό τῆς εὐσεβείας Μυστήριον, τή θεϊκή συγκατάβασι, γιά τή λύτρωσι τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, τήν ἀπελευθέρωσί του ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δέ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι...» (Α΄ Κορινθ. α΄18-24). Ἄν ἦταν Θεός, λένε ὅλοι, ὅσοι δέν ἔχουν σύνεσι, ὅλοι οἱ ἀστόχαστοι, δέν θά ἐπέτρεπε νά τόν σταυρώσουν. Πόσο ὅμως πλανῶνται οἱ δυστυχεῖς; ...

Κυριεύονται ἀπό τό φοβερό πάθος του Ἐγωϊσμοῦ, κυριεύονται ἀπό τά πάθη καί τίς κακίες του, τούς τυφλώνουν τά πάθη καί ἀδυνατοῦν νά προσεγγίσουν τή Χάρι.
Ποιά σχέσι μπορεῖ νά ὐπάρχει μεταξύ τοῦ καθαροῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀκαθάρτου ἀνθρώπου;
Πῶς ὁ χοϊκός, πού δέν μπορεῖ νά νοήσῃ τά ἀνθρώπινα,  θά μπορέσῃ νά κατανοήσῃ τά ἐπουράνια; Οἱ δυστυχισμένοι, οἱ βυθισμένοι στό Βόρβορο τοῦ μίσους, αὐτοί πού θεοποιοῦν τόν Ἑαυτούλη τους καί λατρεύουν τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα, τό Διάβολο, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐννοήσουν τό βαθύτερο νόημα τῆς σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Θεανθρώπου, ἄν πρῶτα δέν μετανοήσουν καί δέν ἐπιστρέψουν κοντά στό Θεό;

Πῶς οἱ τοιοῦτοι μποροῦν νά νοιώσουν μέσα στήν ψυχή τους, τί σημαίνει Θυσιαστική, ἁγνή, ἀνυπόκριτη ἀγάπη, στοργή καί τρυφερότητα;

Οἱ Ἑαυτούληδες, οἱ Ἐγωϊστές, οἱ Ψεῦστες, οἱ Ὑποκριτές, τά γεννήματα ἐχιδνῶν, αὐτοί δηλαδή , πού μέ  τά λόγια καί τίς βρωμερές τους πράξεις, καθημερινά σταυρώνουν τό Χριστό, στό πρόσωπο τῶν ἀδελφῶν Του τῶν ἐλαχίστων, πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐννοήσουν τό βαθύτερο νόημα τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄν πρῶτα δέν καθαρίσουν τή λάσπη, μέσα ἀπό τήν ψυχή τους;
Πῶς νά ἐννοήσουν, τή σοφία τοῦ Θεοῦ, ἄν πρῶτα δέν πιστέψουν καί δέν ἐγκολπωθοῦν τό πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας τοῦ Χριστοῦ;

Οἱ παραστρατημένοι, οἱ ἀμετανόητοι, δέν θέλουν νά ἐννοήσουν, δέν θέλουν νά καταλάβουν τί σημαίνει Θυσία, γιά τόν ἄλλον ἄνθρωπον, πολύ δέ περισσότερο δέν μποροῦν νά καταλάβουν τί σημαίνει θυσιαστική, ἁγνή ἀγάπη, ὄχι μόνο γιά τούς φίλους, ἀλλά ἀκόμη καί γιά τούς ἔχθρούς. Μιά τέτοια συμπεριφορά γιά τόν ἄπιστο εἶναι μωρία, κουταμάρα, εἶναι ἀκατανόητη. Γιά τούς πιστούς ὅμως τό κήρυγμα περί τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου εἶναι δύναμις Θεοῦ, πού σώζει(Α΄Κορινθ.α΄18).

Ὁ Χριστός, τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος. Σαρκώνεται ἡ Ἀγάπη. Καί τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἴσον ΟΥΔΕΝ. Ἡ Ἁγάπη Του Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον, ἀναφωνοῦν οἱ Ἅγιοι Πατέρες.



Ὁ Χριστός γίνεται ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Ὡς τύπος τοῦ τελείου ἀνθρώπου ἀγωνίζεται καί ἀνηφορίζει τό δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ καί φθάνει στήν ὑψηλή κορυφή τῆς τελειότητος, στό Θεό. Γίνεται τό ἄριστον πρότυπον τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου. Καί καλεῖ ὅλους μας νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του, νά φθάσουμε στήν Κορυφή, στό Θεό.










Αὐτό εἶναι καί τό βαθύτερο νόημα τῆς Θυσίας Του. Μέ τή Θέλησί Του, σταυρώθηκε γιά μᾶς καί μᾶς λύτρωσε ἀπό τή φθορά καί τό Θάνατο. Ἔθραυσε τά δεσμά τοῦ Ἅδου, Κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν Διάβολο καί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τό φόβο τοῦ θανάτου. Μᾶς δίδαξε μέ τό Σταυρό Του τί σημαίνει ἀγάπη. Μᾶς ἔδωκε τό Ὑπόδειγμα. Ἔτσι ἔγινε γιά κάθε ἄνθρωπο ἡ  Ὁδός πρός τήν τελείωσι, πρός τήν ζωήν. Μᾶς ἄνοιξε τόν Παράδεισο. Μᾶς δίδαξε πῶς μποροῦμε ἀπό τώρα νά ζοῦμε στόν Παράδεισο. Νά ἐννοήσουμε τό βαθύτερο νόημα τῆς Σταυρικῆς Του Θυσίας, νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀξία κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς, χάριν τῆς ὁποίας σταυρώνεται ὁ Χριστός, καί ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν κάνοντας «Πρᾶξι» τή Θυσία Του. Νά κατανοήσουμε τό Χρέος μας ἀπέναντι στό Λυτρωτή καί ἀπέναντι στήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ τόν συνάνθρωπό μας.



Ἄν, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, πιστέψουμε στή δύναμι τοῦ Τιμιου Σταυροῦ καί συνεχίσουμε τή ζωή μας ἀκολουθοῦντες τά Ἴχνη τοῦ Κυρίου, εἶναι πλέον ἤ βέβαιον ὅτι θά φθάσουμε στήν Κορυφή τῆς πνευματικῆς τελειώσεως. Θά ζοῦμε ἀπό τώρα στόν Παράδεισο, ἔχοντες στήν καρδιά μας τό Χριστό, τήν τέλεια ἀγάπη.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τονίζει ὅτι «Οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄18). Τό ὑπέρτατον Ἀγαθόν εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος καταδέχεται καί σταυρώνεται γιά μᾶς, «ἀντί ἡμῶν» καί διά τοῦ Σταυροῦ, μᾶς ὁδηγεῖ στήν τέλεια ἀγάπη, πού Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, «τό τρισμακάριστον Ξύλον, ἐν ᾧ ἐτάθη Χριστός, ὁ Βασιλεύς καί Κύριος», τό «σεμνόν μαρτύριον» τῆς Θυσίας τοῦ Θεανθρώπου, ἀποτελεῖ τήν τρανωτάτη ἀπόδειξι τῆς ἀπείρου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιά τόν ἄνθρωπον.

Ὁ Σταυρός,   «τό ξύλον τῆς κατάρας», ἔγινε «ξύλον εὐλογίας », χάριν τῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ. Ἔγινε τό ἱερό σύμβολον τῆς Πίστεώς μας, τό σύμβολον τῆς Νίκης καί τοῦ Θριάμβου πάνω στό κακόν καί τήν ἁμαρτία. «Ὁ ζωηφόρος Σταυρός, τῆς εὐσεβείας τό αήτττητον τρόπαιον», δέν εἶναι μόνον σκέπη κραταιά, ἀπροσμάχητον τεῖχος καί θεῖον φυλακτήριον τῶν πιστῶν, ἀλλά, πάνω ἀπό ὅλα, εἶναι ὁ Σταυρός του Κυρίου μας, «τῶν πιστῶν τό καύχημα». Διότι ὁ Χριστός, γιά χάρι μας, ἔλαβε δούλου μορφήν, σταυρώθηκε γιά μᾶς, ἐπειδή πρῶτος μᾶς ἀγάπησε καί μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό πανάγιον αἷμα Του καί μᾶς κατέστησε βασιλιάδες καί ἱερεῖς στό Θεό Πατέρα καί μᾶς ἔδωκε τόν Τίμιον Σταυρόν Του, ὡς ὅπλον ἰσχυρότατον κατά τοῦ Διαβόλου. Ἔδιωξε τό φόβο ἀπό τήν ψυχή μας καί μᾶς ἔδωσε ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ» (Λουκ. ι΄ 19). Μᾶς ἔδωσε τή Χάρι νά ζοῦμε ἀπό τώρα ἑνωμένοι μαζί Του καί νά ἀπολαμβάνουμε ἀπό τώρα τήν αἰώνια μακαριότητα.

Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι γιά κάθε πιστό «Θεοῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία» (Α΄Κορινθ. α΄23). Γι’ αὐτό καί μαζί μέ τόν Παῦλον ἔχουμε καύχημα τόν Σταυρόν. Διότι διά τῆς πίστεως στή  σταυρική Θυσία τοῦ Χριστοῦ ἔχει νεκρωθῇ γιά μᾶς ὁ κόσμος, ἀλλά καί μεῖς  ἔχουμε νεκρωθῇ ὡς πρός τόν κόσμον. Δέν μᾶς δελεάζει τίποτε, ἀλλά καί δέν μᾶς τρομάζει τίποτε σ’ αὐτόν τόν κόσμο, γιατί ἔχουμε στήν καρδιά μας τό Χριστό (παρβλ. Γαλάτ. στ΄ 14-15).

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ἐμεῖς μέ παρρησία «Κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον», ὁ ὁποῖος εἶναι Θεοῦ δύναμις, πού ἀναγεννᾷ καί ἁγιάζει, καί Θεοῦ σοφία, πού φωτίζει κάθε πιστό καί τόν ὁδηγεῖ εἰς ζωῆς πηγάς ὑδάτων.
Καιρος νά γκρεμίσουμε μέσα μας καί γύρω μας τά
Εἴδωλα τῆς ὑλιστικῆς καί ἐγωϊστικῆς ἀγάπης τοῦ ἑαυτοῦ μας καί μέ  τή Χάρι καί τή δύναμι τοῦ Σταυροῦ νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τό κακόν καί τήν ἁμαρτία καί νά ἐπιστρέψουμε, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, κοντά στό Χριστό.
Καιρός εἶναι νά ἀλλάξουμε ζωή. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Χρειάζεται ἀγῶνας.
Τύπος καί ὑπογραμμός, φωτεινόν Παράδειγμα ὁ Χριστός.Εἶναι ὡραῖος ὀ πνευματικός ἀγῶνας,  καί ἀκόμη ὡραιότερον τό εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Φέρει στήν ψυχή γαλήνη. Καί μέ τή Χάρι τοῦ Σταυροῦ εἶναι βέβαιη ἡ νίκη μας ἐν Χριστῷ. Διότι τό Ἀρνίον θά νικήσῃ τούς παντοειδεῖς ἐχθρούς μας καί μαζί του θά νικήσουμε  καί μεῖς, οἱ δικοί Του, ὅσοι εἶναι μαζί Του, πάντες οἱ κλητοί καί ἐκλεκτοί καί πιστοί (πρβλ. Ἀποκ. ιζ΄ 14).

«Σταυρέ τοῦ Χριστοῦ, Χριστιανῶν ἡ ἐλπίς, πεπλανημένων ὁδηγέ, χειμαζομένων λιμήν ἐν πολέμοις νῖκος, οἰκουμένης ἀσφάλεια, νοσούντων ἰατρέ, νεκρῶν ἡ ἀνάστασις, ἐλέησον ἡμᾶς».











Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ (Ἰωάν. γ΄ 13-17).






Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟ ΣΤΑΥΡΟ.



«Εἶπεν ὁ Κύριος· Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν, εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ.

Καί καθώς Μωϋσῆς ὕψωσε τόν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον.

Οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον.

Οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ’  ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 13-17). Ἔπαθε καί Ἀνέστη ἵνα σωθῇ ὁ Κόσμος δι' Αὐτοῦ.


















Ἔπαθε καί Ἀνέστη  ὁ  Χριστός ἵνα σωθῇ ὁ Κόσμος δι' Αὐτοῦ.
Ἡ ὕψωσις τοῦ Χριστοῦ στό Σταυρό εἶναι μυστήριον.
Ὑπερβαίνει τή νοητική μας ἱκανότητα. Ὁ Πανάγιος Θεός προεγνώριζε τήν πτῶσι τοῦ ἀνθρώπου, χωρίς,  βέβαια, ἡ πρόγνωσις τοῦ Θεοῦ νά ἐπηρεάζει τή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου. Ἔπλασε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ», μέ νοῦν καί ἐλευθερίαν. Ἔπλασε τόν ἄνθρωπον μικρόν Θεόν, μικρόν Δημιουργόν. Ὁ ἄνθρωπος δέν κατενόησε τήν μεγάλην τιμήν, πού δώρησε ὁ Θεός καί «παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς».
Ἐπειδή ὅμως ὁ Θεός δέν ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, ἀλλ’ εἰς σωτηρίαν, ἀπό καταβολῆς
κόσμου ἀπεφάσισε νά  λυτρώση τόν κόσμον, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ του.
«Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκε, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον». ΣΚΟΠΟΣ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑψώσεως αὐτοῦ στό Σταυρό εἶναι νά σώσῃ τόν κόσμον. Εἶναι ἡ σωτηρία μας.
Ἐκεῖνος, πού πιστεύει στό Χριστό, δέν χάνεται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον.
Ὁ Θεός, ὡς Παντοδύναμος μπορεῖ νά μᾶς ἐξαναγκασῃ νά ἀκολουθήσουμε τή ζωή τῆς Πίστεως, τήν Ὁδό τῆς ὄντως ζωῆς, «ἀλλ’ οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό
αὐτεξούσιον». Θέλει, μέ τή θέλησί μας, νά βαδίσουμε ἀπό τό κατ’ εἰκόνα εἰς τό καθ’ ὀμοίωσι. Θέλει νά συνεργασθοῦμε. Θέλει νά κατανοήσουμε ὅτι εἴμαστε πλασμένοι «δυνάμει» θεοί, καί μᾶς καλεῖ νά γίνουμε, μέ τή Χάρι Του, καί «ἐνεργείᾳ» θεοί. Νά θελήσουμε, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του διά τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα.
Ἐπειδή ὅμως ὁ Πάνσοφος καί Φιλάνθρωπος Θεός
γνωρίζει «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» ἀποστέλλει στόν κόσμον τόν Υἱόν του, ὁ Ὁποῖος γίνεται τύπος καί ὑπογραμμός, ἄριστον Ὑπόδειγμα τοῦ τελείου ἀνθρώπου, ὥστε κάθε ἄνθρωπος, πού θά πιστέψῃ Σ’ Αὐτόν νά μιμῆται τό Παράδειγμά Του. Νά ζῆ ὅπως ὁ Χριστός. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε υἱός ἀνθρώπου, ἐκένωσεν ἑαυτόν, ἐν σχήματι εὑρεθείς ὡς ἄνθρωπος, ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Τύπος ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα.




«Ἔπαθεν ὑπέρ ἡμῶν ἡμῖν ὑπολιμπάνων ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ» (Α΄Πέτρ. β΄ 21).
Ὑψώθηκε στό ξύλον τοῦ Σταυροῦ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη γιά μᾶς, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον».
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει ὅτι «συνίστησι τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν  ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8).
Τό Μυστήριον τοῦτο τῆς Φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ, μᾶς τό ἀποκαλύπτει καί μᾶς τό ἐξηγεῖ ὁ ἴδιος ὁ Χριστός διά τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του καί τῆς ὑψώσεώς Του στό Σταυρό, διότι μόνον Αὐτός μπορεῖ νά μᾶς ἐξηγήσῃ τά ἐπουράνια. Καί αὐτό, διότι «Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ» (Ἱωάν. γ΄ 13). Μόνον ὁ υἱός, ὁ ἐνθρωπήσας Θεός, ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, μόνον αὐτός  ἀνέβηκε εἰς τόν οὐρανόν, ὁ ὤν, ὡς τέλειος Θεός, ἐν τῷ οὐρανῷ καί συνεπῶς μόνον αὐτός, ὁ πανταχοῦ, μπορεῖ νά μᾶς ἐξηγήσῃ τά ἐπουράνια καί τό σχέδιον τοῦ Θεοῦ καί τά σχετικά μέ τή Σταυρική θυσία τοῦ Υἱοῦ Του, ὥστε νά σωθῇ κάθε ἕνας πού πιστεύει Σ’ Αὐτόν. Διότι «Οὐδείς ἐπιγινώσκει τόν υἱόν εἰ μή ὁ Πατήρ, οὐδέ τόν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μή ὁ υἱός καί ᾧ ἐάν βούληται ὁ υἱός ἀποκαλύψαι». (Ματθ. ια΄ 27). Μόνον ὁ  μονογενής υἱός ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ πατρός ἐκεῖνος ἐξηγήσατο καί ἐξηγεῖ πάντα τά περί Θεοῦ.

Ὁ Χριστιανισμός δέν εἶναι ἐφεύρημα τῆς ἀγωνιώδους ἀναζητήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Ὁ Χριστιανισμός εἶναι Ἀποκάλυψις, γι’ αὐτό εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή Θρησκεία. Ἡ μόνη Ἀλήθεια. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ αὐτοαλήθεια, ἡ αὐτοζωή, τό φῶς τό ἀληθινόν καί ἔρχεται στόν κόσμο ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, ὄχι για νά κρίνῃ, ἀλλά γιά νά σώσῃ τόν κόσμο.
Δέν ἐξαναγκάζει κανέναν ὁ Θεός. Θέλει νά πιστέψουμε σ’ Αὐτόν ἐλέυθερα καί ἀβίαστα. Ἀπό ἄπειρη ἀγάπη ἔρχεται κοντά μας καί μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὅπως ἀκριβῶς ὁ Μωϋσῆς ὕψωσε τόν Ὄφι στήν ἔρημο καί Ὅποιος κοίταζε μέ πίστι τόν Ὄφι ἐσώζετο ἀπό τά θανατηφόρα δείγματα (τά δαγκώματα)τῶν φιδιῶν τῆς ἐρήμου, ἔτσι, πρέπει νά κρεμασθῇ πάνω στό Σταυρό καί ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὡς υἱός ἀνθρώπου, ὁ ἀναμάρτητος, Αὐτός ἀντί ἡμῶν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωῆν αἰώνιον.
Πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι, πού μέ ἀμπελοφιλοσοφίες, μέ ἀνθρώπινα φλυναφήματα, φλυαρίες καί βαττολογίες ἀρνοῦνται τήν πίστιν, οἰ ἀνεγκέφαλοι, καί βυθίζονται στό Βόρβορο τῶν παρανοήσεων καί τῆς ἰδιωτείας, τῆς ἠλιθιότητος καί παρασύρουν κι’ ἄλλους ἀναρίθμητους. Ὁ Θεός ὅμως καλεῖ στήν Πίστι, δέν ἐξαναγκάζει. Ὅστις θέλει... Ἐάν τις διψᾷ  ἐλθέτω καί λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν.



Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός, καταληπτός. Ὁ Χριστός ὑψώνεται στό Σταυρό ἀπό ἄπειρη ἀγάπη. Ὅποιος πιστεύει σώζεται, ἔχει ζωήν αἰώνιον. Ὅποιος δέν πιστεύει, μέ τή θέλησί του καταδικάζει τόν ἑαυτόν του εἰς θάνατον. Μένει εἰς τήν ἔξω τοῦ Ναοῦ αὐλήν. Μένει ἔξω ἀπό τή βασιλεία τοῦ Χριστοῦ, δέσμιος τῆς γῆς, ἐμπεπηγμένος εἰς ἰλύν βυθοῦ, εἰς τήν κόλασιν τοῦ ἄγχους τῶν προσωπικῶν
του ἐνοχῶν.
Βασανίζεται καί βασανίζει μέ τά παραληρήματα μεγαλειότητος καί διώξεως κ.ἄ. μέ παραισθήσεις καί ψευδαισθήσεις. Βασανίζει καί βασανίζεται στό Βόρβορο τῆς σχιζοφρενικῆς Νέας ἐποχῆς τοῦ Ἀντιχρίστου καί τῆς σατανικῆς ἀθέου Παγκοσμιοποιήσεως, τοῦ Σκοταδισμοῦ καί τῆς ἐξαθλιώσεως, μακράν τοῦ ἀληθινοῦ Φωτός.
Ἐν ἀντιθέσει πρός τούς πιστούς στό Χριστό καί στή Σταυρική Του Θυσία, πού διά τῆς Πίστεως καί διά τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα, εὑρίσκονται ἀπό τώρα ἐν χειρί Θεοῦ, εἰσίν ἐν εἰρήνῃ, εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος, οἱ ἀσεβεῖς, οἱ ἄπιστοι, ὀδεινῶνται εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ, τήν ὁποίαν διάλεξαν μόνοι τους, μέ τή θέλησί τους.
Γιά τό Θεό δέν ὑπάρχει παρελθόν, παρόν καί μέλλον. Τά πάντα εἶναι «παρόν». Ὁ πάντων ἐπέκεινα, ὁ Πανταχοῦ εἶναι ὁ αεί Ὤν. Εἶναι τό ΤΩΡΑ. Καί τώρα μᾶς καλεῖ κοντά Του, στή Βασιλεία Του.
Σήμερον δεῖ ὑψωθῆναι τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου.
Σήμερον  κρεμᾶται ἐπί ξύλου ὁ Χριστός.
Σήμερον ζητεῖ Πίστι θερμή, ἵνα δι’ αὐτῆς εἰσέλθουμε μαζί μέ τόν Ἐσταυρωμένον, ὡς ὁ μετανοημένος ληστής, ἐν τῷ παραδείσῳ. Ἀπό τώρα ἀπολαμβάνουν οἱ πιστοί τήν μακαριότητα.
Σήμερα ὀφείλουμε νά πιστέψουμε στό Χριστό, καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν καί νά κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί μαζί μέ τό λῃστή νά ποῦμε τό  «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», γιά νά ἀκούσουμε κι’ ἐμεῖς τή γλυκειά του διαβεβαίωσι: «Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ ἐμοῦ  ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. κγ΄ 43). Δέν ἀναβάλλει τό βραβεῖον τῆς πίστεως. Τό χορηγεῖ ἀμέσως: «Ἰδού  ἔρχομαι ταχύ, καί ὁ μισθός μου μετ’ ἐμοῦ, ἀποδοῦναι ἑκάστῳ ὡς τό ἔργον ἔσται αὐτοῦ. Ἐγώ τό Α καί τό Ω, ὁ πρῶτος καί ὀ ἔσχατος, ἀρχή καί τέλος» (Ἀποκ. κβ΄12-13).
Κάθε μέρα Σταυρώνεται ὁ Χριστός. Καθε μέρα μᾶς καλεῖ κοντά Του. Καί τονίζει ὅτι ΣΚΟΠΟΣ τῆς Ὑψώσεώς Του στό Σταυρό εἶναι ἡ σωτηρία μας. «Τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον».






Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΗΣ Υ.Δ.ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ





«Ἡ Γέννησί Σου, Θεοτόκε,
χαράν μηνύει πάσῃ τῇ Οἰκουμένῃ».







Σήμερον ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τό Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Σήμερον ὁ Πανάγιος Θεός εἰσακούει τίς προσευχές  τῶν ἁγίων καί δικαίων Θεοπατόρων Ἰωακείμ καί Ἄννης καί τούς ἐλευθερώνει ἀπό τό ὄνειδος τῆς ἀτεκνίας, συγχρόνως δέ ἐλευθερώνει καί τήν Εὔαν καί μαζί της  ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινον Γένος ἀπό τή φθορά τοῦ Θανάτου.





Σήμερον, μέ τή Γέννησι τῆς Παρθένου, «ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», γιά νά πραγματοποιήσῃ ὁ Φιλάνθρωπος Θεός τήν προαιώνια Βουλή Του,γιά τή σωτηρία  μας.

Σήμερον, μέ τή Γέννησι τῆς Πανάγνου Θεοτόκου, ἀποκαλύπτει ὁ Φιλάνθρωπος Θεός τό «χρόνοις αἰωνίοις σεσιγημένον Μυστήριον, τό Μυστήριον τό κεκρυμμένον ἐν αὐτῷ, τό Μυστήριον τῆς εὐσεβείας, τό Μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Μονογενοῦς Αὐτοῦ Υἱοῦ.
Σήμερον ἀναγγέλει ὀ Κύριος ὅτι εὑρέθη «ἡ μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή», ἀξία νά δώσῃ σάρκα καί αἷμα στόν Υἱό Του, νά γεννήσῃ δηλαδή, τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή τοῦ Κόσμου, τόν Χριστόν.
Σήμερον μᾶς χαρίζει ὁ Παντοκράτωρ τήν ἐπουράνιον Κλίμακα, δι’ ἧς κατέβη ὁ Υἱός Του ὁ ἀγαπητός στή γῆ, ὡς τέλειος ἄνθρωπος, καί φανερώθηκε στούς ἀνθρώπους, θαραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Σήμερον, μέ τή Γέννησι τῆς Παρθένου, κατεσκεύασεν ὁ Θεός τή γέφυρα, πού μεταφέρει τούς πιστούς ἀπό τή γῆ στόν Οὐρανόν.
Σήμερον γεννᾶται ἡ ταπεινή, ἡ ἁγνή, ἡ ἄσπιλος Παρθένος, ἡ ἔμψυχος Κιβωτός, ὁ ἔμψυχος Ναός τοῦ Θεοῦ, πού βρέθηκε στά μάτια τοῦ Θεοῦ «ἡ μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη, ἡ μόνη ἄμωμος, ἡ ὑψηλοτέρα τῶν Οὐρανῶν καί καθαρωτέρα λαμπηδόνων ἡλιακῶν, ἡ τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, ἡ τῶν φιλοθέων φιλοθεωτέρα καί τῶν ἁγίων ἁγιωτέρα. Ἡ Παναγία. Τίμιον Ὄργανον στά Χέρια τοῦ Θεοῦ, ἀξία νά δεχθῇ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί νά γεννήσῃ τόν Υἱόν Του, ὡς ἄνθρωπον στή γῆ.
Σήμερον γεννᾶται ἡ ἁγνή καί ἄσπιλος Παρθένος, ἡ Μητέρα τοῦ Φωτός, ἡ Μητέρα τῆς Ζωῆς, ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Μητέρα τοῦ Σύμπαντος κόσμου, ἡ Μητέρα ὅλων μας. Μετά τόν Χριστόν, ἡ Μεγαλόχαρη εἶναι ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα , τό στερέωμά μας, ἡ σκέπη τοῦ κόσμου, ἡ πλατυτέρα νεφέλης.




Πάναγνε, ἄσπιλε, ἀμόλυντε Παρθένε, ἄφθορε Παναγία, δέξου τή δέησί μου, ἄκουσε τίς ἄναρθρες κραυγές μου καί πρόσδεξαι τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου καί λύτρωσε ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως. Σέ Σένα καταφεύγουμε, Πανάμωμε.
Σύ πού γέννησες τό ἀληθινόν φῶς, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν κόσμο, φώτιζε τά σκοτάδια μας. Σκέπαζε μέ τή Χάρι Σου τήν ἄχαρη ζωή μας.
Πονᾶμε ἐξ αἰτίας πάντοτε τῶν ἁμαρτιῶν μας.
Σύ, πού εἶσαι ἠ ἐνσάρκωσις ὅλων τῶν Ἀρετῶν,
«ἡ ἡτοιμασμένη Νύμφη  κεκοσμημένη τῷ ἀνδρί αὐτῆς, ὡς Νύμφη τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ὡς Νύμφη γυναῖκα τοῦ  Ἀρνίου, ἡ περιβεβλημένη βύσσινον λαμπρόν καθαρόν, ὡς ἔχουσα παρρησία, πρέσβευε, Δέσποινα, τῷ Υἱῷ Σου καί Θεῷ ἡμῶν, γιά ὅλους ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς καί ἀχαρίστους δούλους Σου.
Ἔλεος ζητῶ. Ἔλεος, ἔλεος... Ἔλεος , Δέσποινά μου.
Πρέσβευε, πανάχραντε, στόν Υἱόν Σου, νά μᾶς ἐλευθερώση ἀπό τόν κακόν μας ἑαυτόν.
Νά ἐλευθερώσῃ τό Γένος μας ἀπό κάθε ἐχθρό καί πολέμιον.
Νά χαρίσῃ σέ ὅλους μας τό χάρισμα τῆς εἰλικρινοῦς μετανοίας.
Νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ». 
Νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς ζωῆς πηγάς ὑδάτων».
Νά ἀπαλείψῃ πᾶν δάκρυον ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν.

Σέ καί τεῖχος καί λιμένα ἔχομεν καί πρέσβειρα ἀκοίμητον. Μή παρίδῃς τάς δεήσεις τῶν δούλων Σου, καί λύτρωσε ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως. Σέ Σένα ἀναθέτουμε τήν κάθε μας ἐλπίδα.

«Ὑπό τήν σήν εὐσπλαγχνίαν καταφεύγομεν,  Θεοτόκε. Τάς ἡμῶν ἱκεσίας  μή παρίδῃς ἐν περιστάσει, ἀλλ’ ἐκ  κινδύνων λύτρωσε ἡμᾶς, μόνη ἁγνή, μόνη εὐλογημένη».









Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2018

Πῶς ἀτενίσω Σοι τῷ Δεσπότῃ ;






Δέν τολμῶ.



Δέν τολμῶ νά ὑψώσω τό βλέμμα μου Σέ Σένα, Ὕψιστε Θεέ. Ἄκουσε, Κύριε, τούς στεναγμούς, τίς ἄναρθρες κραυγές, γεμᾶτες πόνο ψυχῆς αἱμορροούσης, πού,  γονυκλινής προσπίπτει, καί, μέ δάκρυα, προσπαθεῖ τό κράσπεδον, τό ἄκρον τοῦ ἱματίου Σου, νά ἀγγίξῃ, ζητοῦσα τό ἔλεός Σου,  Ἰησοῦ μου, Μακρόθυμε καί Πολυέλεε.

Βαρειά εἶναι τά μάτια μου, βαρειά εἶναι καί ἠ ψυχή μου ἀπό τίς ἁμαρτίες μου καί ντρέπομαι πολύ γιά τά καμώματά μου. Κύριε, γνωρίζεις τά πάντα. Σύ γνωρίζεις πόσο Σέ ἀγαπῶ. Γνωρίζεις, καλλίτερα ἀπό μένα, τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μου, καί τά κρυφά καί τά φανερά, τά ἀμέτρητα λάθη μου, καί τίς πίκρες πού ἔχω προκαλέσει, ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα, στούς συνανθρώπους μου.



Ἄν μποροῦσε νά γυρίσῃ ὁ χρόνος πίσω, γονατιστός θά φιλοῦσα τά πόδια ὅσων πίκρανα, θά διόρθωνα τίς ζημιές καί θά ζητοῦσα, εἰλικρινά,  συγχώρησι ἀπό ὅλους. Μά δέν γυρίζει, δυστυχῶς, ὁ χρόνος πίσω καί ζῶ  στήν κόλασι τοῦ ἄγχους τῶν πολλῶν μου ἐνοχῶν. Θέλω νά Σοῦ μιλήσω, Κύριε, μολονότι πιστεύω ὅτι ὅλα τά γνωρίζεις καί πρίν ἀκόμη νά συμβοῦν, μά ἔχω ἀνάγκη νά Σοῦ ἀνοίξω τήν καρδιά μου, νά Σοῦ πῶ τόν πόνο μου καί τά βάσανά μου, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν, καί δέν μπορῶ νά ἀρθρώσω λόγον, δέν μπορῶ νά δυατυπώσω τίς σκέψεις μου.

Δέν ξέρω Τί νά πῶ, πῶς νά μιλήσω, δέν βρίσκω τίς κατάλληλες λέξεις καί πολλές φορές προσβάλλω τή Χάρι Σου μέ βαττολογίες, ἀνόητες φλυαρίες.

Πάνσοφε Δημιουργέ τοῦ Σύμπαντος, Σύ πού τά πάντα ἐν σοφίᾳ ἐποίησες, καί συγκρατεῖς μέ τάξι καί ἁρμονία καί ἰσορροπία τά Σύμπαντα, δράμε, γλυκύτατε Ἰησοῦ, σπεῦσε, πρόφθασε καί λύτρωσε ἡμᾶς, ἀπό τά λάθη μας κι’ ἀπό τίς κακοκεφαλιές μας. Σύ μᾶς ἐβεβαίωσες πώς ὅ, τι καί ἄν Σοῦ ζητήσουμε μέ πίστι, θά μᾶς τό δώσῃς. Ἔτσι, λοιπόν, τολμῶ κι’ ἐγώ, καί προσέρχομαι συντετριμμένος καί τεταπεινωμένος καί ζητῶ τό ἔλεός Σου. Ρίξε σπλαγχικό, καί σέ μένα τόν ἀνάξιο, τό πανάγιο βλέμμα Σου καί διόρθωσε τά λάθη μου, τίς ζημιές, πού ἔχω κάνει, θεράπευσε τίς πληγές. Σύ , ὁ πάντων Ἐπέκεινα, ὁ Πανταχοῦ, πιστεύω ἀπόλυτα, ὅτι, ὡς Παντοδύναμος μπορεῖς καί ὡς Πανάγαθος θέλεις τή σωτηρία ὅλων μας.

Δῶσε γαλήνη στήν ψυχή μας καί σῶσον ἡμᾶς δίοτι χανόμαστε. Δέν βαδίζουμε στήν Ὁδό τῆς Ζωῆς. Δέν ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Σου, Δέν ἔχουμε ἁγνή ἀγάπη ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον, δέν κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς

Ἀγάπης Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ, καί μέ τή θέλησί μας παραμένουμε κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου, «δέσμιοι τῆς γῆς».

Ἀνεξίκακε καί Φιλάνθρωπε Κύριε, Σύ πού σταυρώθηκες καί Ἀναστήθηκες γιά μᾶς ἄκουσε τούς στεναγμούς τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μου καί δῶσε μας «μετάνοια». Δῶσε μας τή χάρι Σου νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί ἔμπρακτα καί ἀξίωσέ μας, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Σου καί νά Σέ ὐμνοῦμε αἰώνια σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀμήν.









Πέμπτη 30 Αυγούστου 2018

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΒΑΣΙΛΙΚΩΝ ΓΑΜΩΝ (Κυριακή ιδ΄ Ματθ. κβ΄ 2-14).






«Πολλοί εἶναι οἱ καλεσμένοι,
ὀλίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί».



Ὁ Πανάγαθος Θεός δέν θέλει νά χαθοῦν τά πλάσματα Του. Ὡς ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος θέλει τήν σωτηρίαν ὅλων μας καί μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του. Ἀποστέλλει τούς δούλους Του καί τέλος στέλνει καί τόν Ἴδιο τόν μονογενῆ Του Υἱόν καί μᾶς καλεῖ στή ΧΑΡΑ τῆς Βασιλείας Του, στούς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του. Εἶναι παραβολικός ὁ λόγος.
Μᾶς καλεῖ νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν, τόν διεφθαρμένον ἄνθρωπον μαζί μέ τίς πράξεις του  νά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν ψυχή μας πᾶσαν κακίαν, καί, ὡς ἔνδυμα γάμου, νά φορέσουμε τόν νέον ἄνθρωπον, νά φορέσομεν τήν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου, καί ὡς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς ἔκτισε, μέ τήν ἁγία ζωή μας νά φθάσουμε στήν τελεία γνῶσιν τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Κορινθ. ιε΄ 49.Κολος. γ΄ 9-10).
Μᾶς καλεῖ ὅλους στή χαρά τῶν γάμων τοῦ Υἱοῦ Του. Γιά νά  γευθοῦμε τή Χαρά, βασική προϋπόθεσις εἶναι, νά δεχθοῦμε τήν Πρόσκλησι τῆς Ἀγάπης Του. Καί ἀποδοχή τῆς Προσκλήσεως σημαίνει νά ἐνδυθοῦμε «βύσσινον λαμπρόν καθαρόν· τό γάρ βύσσινον τά δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί» (Ἀποκ. ιθ΄ 8). Τό  ἔνδυμα ἀπό καθαρόν βύσσινον συμβολίζει τήν, διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς προσκλήσεως, συμμόρφωσιν  πρός τό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ, συμβολίζει τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας, τήν χάριν καί τήν ἁγιότητα, τίς ἀρετές τῶν Ἁγίων. Χωρίς αὐτό τό ἔνδυμα κανείς δέν γίνεται δεκτός εἰς τούς γάμους.
Οἱ πολλοί ἐπίσημοι προσκεκλημένοι, Ἱερεῖς, Ἀρχιερεῖς, Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι καί οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ Λαοῦ, πού πίστευαν στόν ἀληθινόν Θεόν, ἀλλά οἱ περισσότεροι δέν ζοῦσαν σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τῆς Πίστεως, ἀλλά ἦσαν Ψεῦστες καί ὑποκριτές, γεννήματα ἐχιδνῶν, δέν δέχθηκαν τήν πρόσκλησιν. Περιφρόνησαν τόν καλέσαντα Κύριον. Εἷχαν ὑψηλή ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους. Θεωροῦσαν τόν ἑαυτό τους ἅγιον καί περιφρονοῦσαν ὅλους τούς ἄλλους συνανθρώπους τους ὡς παρακατιανούς. Δέν θέλησαν νά μετανοήσουν καί νά συμμορφωθοῦν μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἔμειναν ἔξω  ἀπό τό τραπέζι τοῦ Γάμου.


«Οἱ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι» νά λάβουν μέρος εἰς αὐτό. Καί οἱ δοῦλοι τοῦ Βασιλέως, κατ’ ἐντολήν Του «ἐξελθόντες εἰς τάς ὁδούς ἐμάζευσαν πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καί ἀγαθούς καί ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων». Κάλεσε πάντα τά ἔθνη. Κάλεσε κάθε πονεμένο, κάθε περιφρονημένο,  κάθε ταλαιπωρημένο καί κάθε φορτωμένο ἀπό τήν ἁμαρτία. Κάλεσε ὅλους ἐκείνους , πού δέχθηκαν τήν Πρόσκλησί Του καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι, ἐπέστρεψαν στήν Πατρική Ἑστία  καί ἔχοντες ἔνδυμα γάμου, παρακάθησαν στό Τραπέζι τοῦ Γάμου καί γεύθηκαν «τόν μόσχον τόν σιτευτόν».










Ὡς ἄπειρη ἀγάπη, ὁ Φιλάνθρωπος, μᾶς καλεῖ ὅλους κοντά Του: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστί» (Ματθ. ια΄ 28-30). Δέν ἐξαιρεῖ κανέναν, ἀλλά καί δέν ἐξαναγκάζει κανέναν. «Ὅστις θέλει...» Ὅποιος θέλει καί συμμορφωθῇ μέ τούς ὅρους τῆς προσκλήσως, ὅποιος ξεριζώσῃ μέσα ἀπό τήν ψυχή του πᾶσαν κακίαν, ὅποιος ἐνδυθῇ τό ἔνδυμα γάμου ἀπό βύσσινον λαμπρόν καθαρόν, ὅποιος  δεχθῇ τήν πρόσκλησι καί θελήσῃ, νά ἀκολουθήσῃ τόν Καλέσαντα αὐτόν εἰς τούς γάμους, μέ Πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας, ὅποιος ἀκολουθήσῃ  τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, ὅποιος ἐνδυθῇ τόν Χριστόν, ὅποιος δεχθῇ στήν καρδιά του τό Χριστό, τήν τέλεια ἀγάπη, αὐτός καί μόνον αὐτός γίνεται δεκτός στό Τραπέζι τοῦ Γάμου. Αὐτός καί μόνον αὐτός γίνεται ὁμοτράπεζος τοῦ Χριστοῦ στήν αἰώνια βασιλεία Του.




Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ ἀπό καταβολῆς κόσμου μᾶς προσκαλεῖ. «Ἰδού», λέγει, «ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καί ἀνοίξῃ τήν θύραν, εἰσελεύσομαι πρός αὐτόν καί δειπνήσω μετ’ αὐτοῦ καί αὐτός μετ’ ἐμοῦ» (Ἀποκ. γ΄ 20). Ἄπειρη εἶναι ἡ εὐσπλαγχνία Του. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Μᾶς προσκαλεῖ. Κρούει τήν θύραν. Ἑκεῖνος, πού θά δεχθῇ τήν πρόσκλησί Του, θά ἀκούσῃ τή φωνή Του καί θά  Τοῦ ἀνοίξῃ τή καρδιά του, θά λάβῃ μέρος στό Τραπέζι τοῦ Γάμου, θά ἀξιωθῇ νά γίνῃ ὁμοτράπεζός Του.
Ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρά ἀπό τό Γάμο τοῦ Χριστοῦ μέ τήν νύμφη Ἐκκλησία, ἀλλά καί μέ κάθε ψυχή ξεχωριστά;
Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα.
Πότε, ἐπί τέλους, θά καταλάβουμε τή μεγάλη αὐτή καί σωστική ἀλήθεια;
Πότε θά κατανοήσουμε ὅτι χωρίς τόν Χριστόν ἡ ζωή μας εἶναι ἄδεια, κενή, χωρίς νόημα;
Εἶναι καιρός νά  συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ μόνος δρόμος, ὁ δρόμος τῆς ὄντως ζωῆς,  εἶναι ἡ ἀποδοχή
τῆς Προσκλήσεως τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ὁ προσωπικός μας Σωτῆρας καί ὁ Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος κόσμου.










Εἶναι καιρός  νά καταλάβῃς δύσμοιρε θνητέ, προσωρινέ, διαβάτη αὐτῆς ἐδῶ τῆς παροικίας, ὅτι

Ὅταν κλείνῃς ἔξω ἀπό τήν ψυχή σου τό Χριστό,
Ἐκεῖνος, μένει ἔξω ἀπό τήν ταλαίπωρη ψυχή σου,
ἐσύ ὅμως, μικρόψυχε, μένεις ἔξω ἀπό τήν αἰώνια Βασιλεία Του. 
Ὅταν κλείνῃς ἔξω ἀπό τήν ψυχή σου τό Χριστό, μέ τή θέλησί σου, παραμένεις κατάκοιτος στή χώρα καί τή σκιά του θανάτου.
Mέ τήν κακοκεφαλιά σου, μέ τήν κακή σου θέλησι, ἔρχεσαι καί παραμένεις «εἰς τόν τόπον ἐκεῖνον τῆς βασάνου καί ὀδυνᾶσαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ» , μέ τή θέλησί σου καταδικάζεις τόν ἑαυτόν σου νά βληθῇ εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ (πρβλ. Λουκ. ιστ΄ 19-31, Ἀποκ. ιθ΄ 20, κ΄10,14. κα΄ 8). Ὅλοι οἱ  ἀμετανόητοι, οἱ δειλοί, καί ἄπιστοι, οἱ ἐβδελυγμένοι καί φονιάδες, οἱ πόρνοι καί φαρμακοί καί εἰδωλολάτρες καί ὅλοι ὅσοι ἀγάπησαν τό ψεῦδος τῆς ἁμαρτίας, ὅλοι, δηλαδή, ὅσοι δέν δέχονται τήν πρόσκλησι τοῦ Θεοῦ, μόνοι τους καταδικάζουν τόν ἑαυτόν στόν αἰώνιο θάνατο, καί βάλλονται εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ, μέ τή θέλησί τους ἔρχονται εἰς τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.









Ὅταν κλείνῃς ἔξω ἀπό τήν καρδιά σου τό Χριστό, Ἐκεῖνος μένει ἔξω ἀπό τήν καρδιά σου καί κρούει... Ἐσύ ὅμως μένεις ἔγκλειστος εἰς τήν κόλασι τοῦ  ἄγχους τῆς προσωπικῆς σου ἐνοχῆς.

Στό διάβα τῶν αἰώνων πολλοί νόμισαν πώς μποροῦν νά ξεγελάσουν καί τόν ἴδιο τό Θεό. Νόμισαν ὅτι μποροῦν νά λάβουν μέρος τό βασιλικό Τραπέζι, χωρίς νά τηρήσουν τούς ὅρους τῆς προσκλήσεως, χωρίς ἔνδυμα γάμου.

Κατά καιρούς «λύκοι βαρεῖς εἰσέρχονται εἰς τήν λογικήν ποίμνην τοῦ Χριστοῦ μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Πραξ. κ΄ 29) καί ἄλλοι ἄνθρωποι αἱρετικοί καί παρείσακτοι ψευδάδελφοι (Γαλάτ. β΄4), μέ σκοπό νά ὑποδουλώσουν τούς ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ. Εἰσῆλθον εἰς τό γαμήλιο Τραπέζι χωρίς ἔνδυμα γάμου.

Ποιός ὅμως μπορεῖ νά ξεφύγῃ ἀπό τό πανάγιον καί ἐξεταστικόν βλέμμα τοῦ Δικαιοκρίτου ;

Τούς ἀνθρώπους μπορεῖ κανείς νά τούς ἐξαπατήσῃ. Τόν Θεόν  ὅμως κανείς δέν μπορεῖ νά τόν ξεγελάσῃ. Ὁ Δικαιοκρίτης Κύριος τά βλέπει ὅλα , κρυφά και φανερά. Ἕτσι, λοιπόν ὁ Κύριος, πού μέ τόση ἀγάπη μᾶς προσκαλεῖ στούς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, στή Χαρά τῆς Βασιλείας Του, μᾶς προσκαλεῖ στούς γάμους τοῦ Υἱοῦ Του, ἀλλά θέλει νά ἔχουμε ἔνδυμα Γάμου, θέλει νά εἴμαστε περιβεβλημένοι βύσσινον λαμπρόν καθαρόν. Χωρίς αὐτό κανείς δέν γίνεται δεκτός. Ἄν κανείς τολμήσῃ νά εἰσέλθῃ χωρίς τό κατάλληλον ἔνδυμα, ἐκβάλλεται ἔξω (Ματθ. κβ΄ 11-13).
«Ἔξω οἱ κύνες καί οἱ φαρμακοί καί οἱ πόρνοι καί οἱ φονεῖς καί οἱ εἰδωλολάτραι καί πᾶς ὁ φιλῶν καί ποιῶν ψεῦδος» (Ἀποκ. κβ΄ 15). Ἔξω ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι, οἱ μή ἔχοντες  ἔνδυμα γάμου. Ὅλοι εἶναι προσκεκλημένοι. Γίνονται ὅμως δεκτοί ὅσοι ἀνοίγουν τήν καρδιά τους στό Χριστό, ὅσοι δέχονται τήν Πρόσκλησι καί, μέ χαρά, περιβάλλονται ἔνδυμα ἀπό βύσσινον λαμπρόν καθαρόν, μόνον ὅσοι ἀπεκδύονται τόν παλαιόν, τόν διεφθαρμένον ἄνθρωπον καί ἐνδύονται τόν νέον, τόν ἐπουράνιον, ὅσοι περιβάλλονται τήν ἁγιότητα, τάς ἀρετάς τῶν Ἁγίων, ὅσοι ἐνδύονται τόν Χριστόν. Κανείς δέν γίνεται δεκτός μή ἔχων τοῦτο τό ἔνδυμα Γάμου, «πολλοί γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί» (Ματθ. κβ΄ 14).