Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ





Ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία

καί

ὁ δαίμονας τῆς πορνείας



ἐποχή μας σίγουρα εἶναι ἡ ἐποχή τοῦ Ἀντιχρίστου. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης, ὀ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης, λέγει: «Παιδιά μου, ἀκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται καί, πραγματικά,  τώρα πολλοί ἀντίχριστοι ἔχουν ἔλθει» (Α΄Ἰωάν. β΄ 18).

Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα, ἄν ὄχι ὅλοι, δέν ἔχουν στήν καρδιά τους ἀγάπην πρός τόν Θεόν καί Πατέρα, ἀλλά, μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκόμενοι, κυριαρχοῦνται ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς σαρκός, ἀπό τήν ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἀπό τήν ἀλαζονία τοῦ βίου (πρβλ. Α΄Ἰωάν. β΄16). Εἶναι δέ φανερόν, ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι «ἡ σάρξ  ἐπιθυμεῖ κατά τοῦ Πνεύματος, τό δέ Πνεῦμα κατά τῆς σαρκός· ταῦτα δέ ἀντίκειται ἀλλήλοις» (Γαλάτ. ε΄ 17). Καί τονίζει ὁ Παῦλος ὅτι «εἶναι φανερά τά ἔργα τῆς σαρκός. Καί αὐτά εἶναι μοιχεία, πορνεία, ἀκαθαρσία, ἀκολασία, εἰδωλολατρία, μαγεία, ἐχθρότης, φιλονεικίαι, ζυλοτυπίαι, θυμοί, ραδιουργίαι, διχόνοιαι, αἱρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι, ἀσωτίαι καί τά ὅμοια μέ αὐτά, διά τά ὁποῖα σᾶς προειδοποιῶ, καθώς καί ἄλλοτε σᾶς προειδοποίησα, ὅτι ἐκεῖνοι πού κάνουν παρόμοια πράγματα δέν θά κληρονομήσουν τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Γαλάτ. ε΄ 19-21).

Δυστυχῶς, οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, σήμερα, κυριευόμαστε ἀπό  τό φρόνημα τῆς σαρκός, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο(πρβλ. Ρωμ. στ΄ 6-7).

Μία δέ ἀπό τίς πιο φοβερές πληγές τῆς ἐποχῆς μας, σέ παγκόσμια κλίμακα, εἶναι  ἡ πορνεία καί ἡ μοιχεία. Ὅταν κυριεύσῃ τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τό πάθος αὐτό, ὁ δαίμονας τῆς πορνείας καί τῆς μοιχείας, τόν τυφλώνει, δέν βλέπει δέν ἀκούει, δέν αἰσθάνεται τό Χρέος, διαλύει τά πάντα καί διαλύεται. Ὅταν μπῆ ὁ διάολος αὐτός μέσα του,  αὐτό «τό πνεῦμα τό ἄλαλον καί κωφόν, ὅπου ἄν αὐτόν καταλάβῃ, τόν ρίχνει κάτω καί ἀφρίζει καί τρίζει τά δόντια του καί ξηραίνεται» (Μάρκ. θ΄17-18).

Σέ κάθε ἐποχή ὑπῆρχαν δαιμονόπληκτοι ἀπό τό πάθος τῆς πορνείας καί τῆς μοιχείας, ἀλλά πολύ περισσότερο σήμερα ὑπάρχουν ταλαίπωρες ψυχές, δυστυχισμένες καί ἀξιοθρήνητες, ἀδύνατες ψυχές, πού  καταλαμβάνονται  ἀπό αὐτό τό δαιμόνιο  καί  ἐγκληματοῦν κατά τοῦ ἑαυτοῦ τους καί κατά τῶν πλησίον τους. «Ποδοπατοῦν «τά ὅσια καί τά ἱερά».

Σπᾶνε τά ἱερά δεσμά καί ἐλαύνονται ὑπό τοῦ δαίμονος (τῆς πορνείας καί τῆς μοιχείας) εἰς τάς ἐρήμους, εἰς τά καταγώγεια καί σέ τόπους ἀκολασίας, γιά νά ἱκανοποιήσουν τό ὀλέθριο πάθος τους. ’Αδιαφοροῦν γιά τόν πόνο, τή θλῖψι καί τήν Ὀδύνη, πού προκαλοῦν  στήν Οἰκογένειά τους. Κυριευμένοι ἀπό τό ὀλέθριο πάθος τους θανατώνουν τό γάμο τους, διαλύουν τήν Οἰκογένειά τους, βυθίζουν  στήν ἀπόγνωσι καί τήν ἀπελπισία, τόν πιστό ἤ τήν πιστή σύντροφο τους, δηλητηριάζουν τίς ψυχές τῶν παιδιῶν, ὅπου ὑπάρχουν καί τά τραυματίζουν θανάσιμα.

Δέν ὁδηγοῦν μόνον τήν ψυχή τους στό Θάνατο, ἀλλά καί διατρέχουν ἀνά πᾶσαν στιγμήν τόν κίνδυνον νά προσβληθοῦν ἀπό διάφορα, πολύ ἐπικίνδυνα Σεξουαλικά Μεταδιδόμενα Νοσήματα (ΣΜΝ):   AIDS, Σύφιλη, βλεννόρροια (Γονόρροια), Μαλακά κλπ. Τό μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος φαίνεται στόν ἔγγαμο ἄπιστο σύζυγο ἤ τήν ἄπιστο σύζυγο.

Ὁ Πάνσοφος καί πανάγιος Θεός εὐλογεῖ τή νόμιμη (τήν ἔννομον) συζυγίαν καί τήν ἐξ αὐτῆς παιδοποιῒαν. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει «φεύγετε τήν πορνείαν» (Α΄Κορινθ. στ΄ 18) καί συνιστᾶ:

«Διά δέ τάς πορνείας(πρός ἀποφυγήν τῆς πορνείας), ἕκαστος τήν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἐχέτω, καί ἑκάστη τόν ἴδιον ἄνδρα ἐχέτω» (Α΄Κορινθ. ζ΄ 2).

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι εἶναι φοβερό τό δαιμονικό αὐτό πάθος καί βυθίζει τόν ἄνθρωπο στή λάσπη, στή βρομιά, στό βόρβορο. Καί θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀξιοθρήνητες οἱ Ψυχές, πού κυριεύονται ἀπό αὐτό τόν δαίμονα τῆς πορνείας καί τῆς μοιχείας.

Ὁ δαίμονας τῆς πορνείας, ὁ ψιθυριστής ψιθυρίζει σέ κάθε ἁμαρτωλό, καί τοῦ λέγει ὅτι μέ τά τόσα ἁμαρτήματα, πού ἔχει κάνει, δέν πρόκειται νά σωθῇ. Θέλει νά τόν ὁδηγήσῃ στήν ἀπελπισία. Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, λέγει σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς νά μήν ἀπελπίζονται, διότι ἔχουμε τώρα ἔγγραφες τίς μαρτυρίες ὅτι θά σωθοῦμε , ἀρκεῖ νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί ἔμπρακτα.

  Χριστός, πού εἶναι ὁ μόνος Κριτής, λέγει: ἐγώ  δέν ἦλθα νά κρίνω, ἀλλά νά σώσω τόν κόσμο. Ἦλθα νά καλέσω ἀμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν καί ὅτι γίνεται μεγάλη χαρά στόν οὐρανό ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».


Καί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία προβάλλει πρός μίμησιν τό παράδειγμα εἰλικρινοῦς μετανοίας τῆς Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία εἶχε κυριευθῆ ἀπό τό δαίμονα τῆς πορνείας καί ὁ Κύριος, ὡς ἄπειρη ἀγάπη καί Ἔλεος, τήν κάλεσε μέ ἕνα θαυμαστό τρόπο κοντά Του, καί τήν ἔφερε σέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός της  καί σέ εἰλικρινῆ μετάνοια.

Ὅταν ὁ δαίμονας τῆς πορνείας τήν ὡδήγησε νά ἀσκήσῃ τό ἐπάγγελμά της ἀκόμη καί μέσα στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως, δέν τῆς ἐπέτρεπε τήν εἴσοδο στό Ναό. Τότε ἦλθε σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός της καί μετενόησε. Καί ἔτσι μπόρεσε καί εἰσῆλθε στό Ναό. Γονάτισε μπροστά στήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τῆς ἔδωκε τήν ὑπόσχεσι ὅτι μέ τή χάρι τοῦ Κυρίου καί τίς δικές της πρεσβεῖες, θά νικήσῃ τό πάθος της καί δέν θά ξαναγυρίσῃ πίσω στό Κακό. Προσκύνησε τήν εἰκόνα τῆς Μεγαλόχαρης καί τόν Τίμιον Σταυρόν καί πῆγε στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου καί πάλαιψε ἐκεῖ σαράντα χρόνια, μέ Προσευχή καί Νηστεία. Νίκησε τά Πάθη καί τό διάβολο τῆς πορνείας, καί ἁγίασε καί ἔγινε δεκτή στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἅγιος Ἰάκωβος λέγει: «ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καί φεύξεται ἀφ’ ὑμῶν· ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καί ἐγγιεῖ ὑμῖν» (Ἰάκ. δ΄ 7-8).

Ὅπου κι’ ἄν βρισκώμαστε, ὅποιοι κι’ ἄν εἴμαστε, ὅτι κι’  ἄν κάνουμε, ὁ Κύριος μᾶς ἐπισκέπτεται καί μᾶς καλεῖ κοντά του, ἀρκεῖ νά μετανοήσουμε εἰλικρινά, ὅπως εἰλικρινά μετενόησε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. 




«Ἡ πρώην ἄσωτος γυνή, ἄκουσε τή φωνή τοῦ Θεοῦ, καί, ξαφνικά, ἔγινε φρόνιμη καί σώφρων. Ἦλθε σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός της καί μετενόησε. Μίσησε τά ἔργα τῆς  αἰσχρᾶς ἁμαρτίας καί τίς ἡδονές τοῦ σώματος. Συνησθάνθη τήν πολλήν ντροπή καί τήν ὀδύνη τῆς κολάσεως, πού πρόκειται νά ὑποστοῦν οἱ ἀμετανόητοι πόρνοι καί ἄσωτοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἀκριβῶς πρῶτος εἶμαι ἐγώ καί κατατρομάζω, ἀλλά ἐμμένω στή φαύλη συνήθεια ὁ ἄμυαλος. Ὅμως ἡ πόρνη γυναῖκα καί κατατρόμαξε, ἀλλά καί προσπάθησε, καί πολέμησε τό  ὀλέθριο πάθος, χωρίς καθυστέρησι, γρήγορα, ταχύ. Ἦλθε πρός τόν Λυτρωτήν καί φώναξε δυνατά: Φιλάνθρωπε καί Οἰκτίρμον, λύτρωσέ με ἀπό τό Βόρβορο τῶν ἔργων μου»




Τετάρτη 3 Απριλίου 2019

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΚΑΝΟΣ ΛΑΛΗΣΑΙ ΤΑΣ ΔΥΝΑΣΤΕΊΑΣ ΣΟΥ ;





ΑΚΟΥΣΤΑΣ  ΠΟΙΗΣΑΙ  ΠΑΣΑΣ ΤΑΣ ΑΙΝΕΣΕΙΣ  ΣΟΥ

Ἤ ΔΙΗΓΗΣΑΣΘΑΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΘΑΥΜΑΣΙΑ ΣΟΥ

ΕΝ ΠΑΝΤΙ ΚΑΙΡΩ;



Κύριέ μου Ἰησοῦ, Σύ καί μόνον Σύ εἶσαι ὁ ποιμήν
ὁ Καλός. Σύ εἶσαι ὁ πλαστουργός μου. Κι’ ὁλόψυχα
ὁμολογῶ, Κύριε καί Θεέ μου, πώς ὅλοι ἐμεῖς, οἱ ἄθλιοι, ὑπάρχουμε, χάρις στήν Εὐσπλαγχνίαν Σου.
Σύ καί μόνον Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ  εἰρήνη μας.
Σύ Ἰησοῦ μου, εἶσαι ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη
μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές
καταφύγιον. Σύ εἶσαι τό Φῶς, πού φωτίζει τά σκοτάδια μας καί λαμπρύνει καί θερμαίνει τή ψυχή μας. Σύ, μέ τό πανάγιον Αἷμα Σου καθαρίζεις τήν ταλαίπωρη, τή μαύρη καί ἄχαρη καρδιά μας...





Ποιός ἀπό μᾶς μπορεῖ νά ὁμιλήση καί, ὅπως ἀξίζει, νά περιγράψῃ τά ἔργα τῆς Δυνάμεώς Σου; Ποιος μπορεῖ νά καταστήσῃ ἀκουστάς εἰς τούς ἀνθρώπους τίς ἄπειρες εὐεργεσίες Σου, ὥστε νά συνειδητοποιήσουν τίς ὀφειλόμενες σέ Σένα ὅλες τίς Δοξολογίες καί τούς ἐπαίνους Σου; Ἤ ποιός μπορεῖ νά διηγηθῇ ὅλα τά θαυμάσιά Σου, τά ὁποῖα, Πανάγιε, ἐποίησες καί ποιεῖς ὅλες τίς στιγμές τῆς ζωῆς μας; Δέσποτα τῶν ἁπάντων, Σύ, ὁ πάντων Ἐπέκεινα, ὁ πανταχοῦ Παρών, εἶσαι ὁ μόνος πλησίον μας. Σύ συγκαταβαίνεις καί φανερώνεσαι ἐν σαρκί καί, μέ τή θέλησί Σου, κρεμᾶσαι ἐπί Ξύλου, ἀντί ἡμῶν. Καί τοῦτο τό μυστήριον δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας. Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχνία Σου, Κύριε; Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ μακροθυμία Σου! Καταδέχεσαι Σταυρόν καί θάνατον καί ταφήν καί καταργεῖς τόν τό Κράτος ἔχοντα τοῦ Θανάτου, τοὐτέστι τόν Διάβολον, γιά νά μᾶς ἐλευθερώσῃς ἀπό τή δουλεία. Μᾶς χαρίζῃς τήν ἐλευθερίαν καί  μᾶς ἐπανεισάγεις εἰς τόν Παράδεισο καί μᾶς συμφιλιώνεις μέ τόν Οὐράνιον Πατέρα καί μεταξύ μας, μέ τό πανάγιον Αἷμά Σου. 

Καί ὄχι μόνον. Ἀλλά  σέ ὅσους  σέ δέχονται καί πιστεύουν στό πανάγιον Ὅνομά Σου δίνεις ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι. Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τήν ἄπειρη Ἀγάπη Σου, τό ἀμέτρητον Ἔλεός Σου. Ποιός μπορεῖ νά ἀμφισβητήσῃ τήν παντοδύναμον Σκέπην, τήν πατρική στοργή, τήν ἀσφαλῆ Προστασία Σου, Ἀνεξίκακε καί Μακρόθυμε Κύριε; Ἄν ὑπάρχει κανείς, πού ἀμφιβάλλει, ἄς ρίξει ἕνα βλέμμα σέ μένα τόν τρισάθλιο, γιά νά διαπιστώσῃ τήν ἄπειρη ἀγαθότητα καί μακροθυμία Σου, Κύριε, ὥστε νά γονατίσῃ, τρέμων μπροστά Σου  καί νά προσκυνήσῃ, ἄναυδος, τά μεγαλεῖα Σου καί νά μετανοήσῃ…






Κύριε, γλυκύτατε Ἱησοῦ, τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, ἡ γλυκειά μου Ἄνοιξις, ὁ Λυτρωτής καί Θεός μου, Σύ καί μόνον Σύ, ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς, ὁ Θεός, γνωρίζεις τά κρύφια, τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ καθ’ ἀνθρώπου, καί τῆς δικῆς μου καρδιᾶς. Ὅλα εἶναι γυμνά ἐνώπιόν Σου...
Γνωρίζεις , Κύριε, ὅτι σήμερα συμπληρώνονται 59
Χρόνια ἀπό τήν ἅγια μέρα, πού, ἐμέ τόν ἁμαρτωλό καί ἀνάξιον δοῦλον Σου, μέ κατέστησες Ποιμένα καί διδάσκαλο στήν Ἐκκλησία σου. Μοῦ χάρισες τό ὑπερμέγιστον ἀξίωμα τῆς Ἱερωσύνης καί μέ ἀνέχεσαι 59 χρόνια, μπροστά στό Θυσιαστήριόν Σου. Καί
ἀπορῶ!.. Πῶς μέ ἀνέχεσαι; Πῶς μέ ὑπομένεις; 
Ὅποιος θέλει νά θαυμάσῃ τό ἀμέτρητον Ἔλεός Σου , ἄς ρίξῃ τό βλέμμα του σέ μένα, γιά νά θαυμάσῃ τήν ἄφατη Εὐσπαλγχνία Σου. Γνωρίζεις, βέβαια, καλλίτερ’ ἀπό μένα, πώς κίνητρο μοναδικό σέ κάθε σκέψι ἤ πρᾶξι τῆς ζωῆς μου εἶναι μόνον ἡ ἀγάπη. Πόσες ὅμως φορές ἔχω λαθέψει στόν τρόπο, πού ἐκφράζω τήν ἀγάπη μου; Ποιός μπορεῖ νά ἀπαριθμήσῃ τά λάθη μου;
Κι’ ὅμως παρ’ ὅλα τά λάθη μου, μέ κρατᾶς καί μέ δέχεσαι στό Ἅγιον Θυσιαστήριον, Σύ, ὁ μόνος Καλός Ποιμένας, πού θύει τήν ψυχήν Του ὐπέρ τῶν
προβάτων!.. Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός. Θεέ μου, συγχώρεσαί με. Σ’ εὐχαριστῶ, πού μέ δέχεσαι, 59 χρόνια, παρ’ ὅλα τά κουσούρια μου καί τά ἐλαττώματά μου. Ὁμολογῶ, πώς δέν εἶμαι ἄξιος τοῦ Ἐλέους Σου, ἀλλά Σέ ἱκετεύω, λυπήσου με καί ἐλέησέ με, ὄχι γιατί τό ἀξίζω, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, Ἰησοῦ μου!...


Ὁ χρόνος δέν γυρίζει πίσω κι’ ἐγώ δέν μπορῶ νά διορθώσω τίς ζημιές, πού τυχόν ἔχω κάνει. Σέ ἱκετεύω, Κύριε, ἄκουσε τίς ἄναρθρες κραυγές μου!  Διόρθωσε τά λάθη μου, παντοδύναμε καί πανάγαθε Κύριε καί δῶσε μου τή χάρι Σου, ὥστε τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μου, νά Σέ δοξάζω, νά Σέ ὑμνῶ, νά σέ δοξολογῶ μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.






Τρίτη 2 Απριλίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μάρκ. θ΄17-31).



Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναῒτης,

πρότυπον ἁγιότητος.



Ἁγία μας Ἐκκλησία γιορτάζει τή μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναῒτου τήν 30ή Μαρτίου. Ἑορτάζεται ὅμως καί τήν Τετάρτη Κυριακή τῶν νηστειῶν, διότι ἀπό τήν ἀρχή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, στίς Ἱερές Μονές ἀναγινώσκεται τό κατανυκτικό καί ψυχωφελές σύγγραμμά του, τό ὁποῖον  ὀνομάζεται «Κλῖμαξ».

Ἡ Κλίμαξ εἶναι ἄριστος ὁδηγός στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Ὁ Ἅγιος στό σύγγραμμά του αὐτό παραδίδει τίς προσωπικές, τίς πνευματικές  του ἐμπειρίες τῆς ἀσκήσεως καί τῆς  προσευχῆς. Τό ἔγραψε γιά τούς μοναχούς, ἀλλά εἶναι πολύτιμος ὁδηγός, ὅλων ἐκείνων, πού ἐπιθυμοῦν νά ἀκολουθοῦν στή ζωή τους τήν μόνην ἀληθινήν ὁδόν τῆς Ζωῆς, τήν Ὁδόν τῆς «καλῆς ἀλλοιώσεως».



Ὁ Ἁγιος Ἰωάννης πίστεψε στό Χριστό, λάτρευε «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» τόν Κύριον. Τόν λάτρευε μέ τήν καρδιά του καί ἀφοσιώθηκε στό Χριστό. Μέ τό σύγγραμμά του, «ἡ Κλῖμαξ», διδάσκει, ὄχι μόνον τούς Μοναχούς, ἀλλά καί κάθε  συνετό καί εὐσεβῆ πιστό, τήν ἀληθινήν Ὁδόν τῆς ζωῆς, τήν ὁδόν ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», τήν ἀληθινήν καί σωτήρια ὁδόν τῆς ὑπάρξεως.

Εἷναι δέ,  πολύ περισσότερο σήμερα, ἀναγκαία ἡ μελέτη τῆς Κλίμακος. Διότι, δυστυχῶς, στή Σατανοκρατούμενη ἐποχή μας, κατακλύζουν τήν ψυχή μας, τά κηρύγματα τῆς ἀθεῒας, τῆς ἀσυνενοησίας καί τῆς συγχύσεως. Δολίως, οἱ ἀντίχριστοι τῆς ἀθέου παγκοσμιοποιήσως, ἀποπροσανατολίζουν τούς ἀνθρώπους καί τούς ὁδηγοῦν σέ ἀπόγνωσι. Καταπιέζονται καί ἐξουθενώνονται καί δυστυχῶς καθοδηγοῦνται στήν Ὁδόν τῆς «κακῆς ἀλλοιώσεως». Καί, δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ὀλοένα καί ἀπομακρύνονται ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί ἐμπήγονται «εἰς  ἰλύν βυθοῦ». Λατρεύουν τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα καί, «δέσμιοι τῆς γῆς», στενάζουν, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος.

Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος χαρακτηρίζει τήν ἐποχή μας, «ὡς γενεά ἄπιστο καί διεστραμμένη» καί τονίζει ὄτι ὐπάρχει ἕνα ὅριο ἀνοχῆς καί γιά νά μᾶς ἀφυπνίσῃ λέγει: «Ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. ιζ΄17. Μάρκ. θ΄ 19).



Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναῒτης καί τό κατανυκτικώτατο σύγγραμμά του «ἡ Κλῖμαξ», μέ τίς θεοφώτιστες Ὁδηγίες του, ἔρχεται νά μᾶς ἀφυπνίσῃ καί νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος καί νά μᾶς ἐπαναφέρῃ στήν «Ὁδόν τῆς καλῆς ἀλλοιώσεως». Μᾶς καλεῖ, μέ τό

λόγο καί τό παράδειγμά του, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης, νά ἐπιστρέψουμε στήν Πηγήν τοῦ ζῶντος ὕδατος, στήν Πατρική Ἑστία. Μᾶς καλεῖ νά ξεντυθοῦμε τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς, «τόν παλαιόν ἄνθρωπον, τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης καί νά ἐνδυθοῦμε τόν καινόν ἄνθρωπον, τόν Χριστόν, τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ρωμ. ιγ΄14. Ἐφεσ. δ΄ 22-24).

Νά ἐνδυθοῦμε «βύσσινον λαμπρόν, λευκόν καθαρόν. Τό γάρ βύσσινον τά δικαιώματα τῶν ἁγίων ἐστί» (εἶναι οἱ δίκαιες πράξεις τῶν ἁγίων) (Ἀποκ. ιθ΄ 8, 14).

Ἡ Κλῖμαξ μᾶς διδάσκει νά ἐξέλθουμε ἀπό τή βαβυλῶνα, νά ἀπαλλάγοῦμε ἀπό τά γήϊνα καί ἀνάξια λόγου πράγματα καί  νά προσέξουμε στόν ἑαυτό μας καί πρώτη μας φροντίδα νἆναι ἡ ἐπιμέλεια καί ἡ τελείωσις τῆς ψυχῆς. Ἡ Κλῖμαξ δίδει ἀπαντήσεις ὄχι μόνο στά προσωπικά προβλήματα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἀλλά καί στά κοινωνικά προβλήματα. Μᾶς ὁδηγεῖ ψηλά, μακράν ἀπό τήν πνιγερή ζωή, στῆς Ὀμορφιᾶς τή σφαῖρα. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιαναῒτης, μέ τά δάκρυά του καί μέ τήν πνευματική προσωπική του ἐμπειρία, μᾶς διδάσκει τήν ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀδιάλειπτη,  νοερά συνομιλία μέ τό Θεό. Μᾶς καλεῖ νά ἀνεβοῦμε τά σκαλοπάτια τῆς πνευματικῆς Κλίμακος καί μᾶς χαρίζει τήν ἀδιατάρακτη διά θέας ἀπόλαυσι τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ Κυρίου, εἰς μακρότητα ἠμερῶν.



«Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς τῆς ἐρήμου τό ἄγονον  ἐγεώργησας, καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας, καί γέγονας φωστήρ, τῇ οἰκουμένῃ λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἰωάννη πατήρ ἡμῶν ὅσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν».





 Αὐτήν ἐδῶ τή γῆ, τήν ἔρημη καί ἄγονη παροικία, τήν καλλιέργησες μέ τίς προσευχές σου καί τήν πότισες μέ τά δάκρυά σου, ἅγιε πατέρα,  καί τήν ἔκαμες γόνιμη. Καί μέ τούς στεναγμούς, πού ἔβγαιναν ἀπό τά ἐσώτατα βάθη τῆς καθαρῆς σου καρδιᾶς, κατόρθωσες ὥστε οἱ κόποι σου νά ἀποδώσουν ἑκατονταπλασίονα καρπό. Ἔτσι ἔγινες καί εἶσαι γιά ὅλους ἐμᾶς φωτεινό πρότυπο ἁγιότητος, φωτεινό ἀστέρι, πού μέ τά θαύματά σου καί τήν ἁγία σου ζωή φωτίζεις τήν οἰκουμένη. Σέ παρακαλοῦμε, ἅγιε πατέρα, μεσίτευε στό Χριστό, τό Λυτρωτή καί Θεό μας, νά σώζῃ ἐκ κινδύνων τάς ψυχάς ἡμῶν. Ἀμήν.





Τρίτη 26 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ









ΤΟ ΣΗΜΕΙΟΝ
ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ




«Καί τότε φανήσεται τό σημεῖον


 τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν  τῷ
οὐρανῷ, καί τότε κόψονται πᾶσαι
αἱ φυλαί τῆς γῆς καί ὄψονται τόν
υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐπί
τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετά
δυνάμεως καί δόξης πολλῆς»
                            (Ματθ. κδ΄ 3 0  Ἀποκ.  α΄  7).

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, τήν Τρίτη Κυριακή τῶν νηστειῶν προβάλλει, εἰς προσκύνησιν, τόν Τίμιον Σταυρόν.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, εἶναι τό ἔμβλημα, τό κόσμημα, τό λάβαρον τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι τό σύμβολον τῆς αἰωνίας Νίκης, τοῦ αἰωνίου Θριάμβου κατά τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ Θανάτου.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, τό σημεῖον, πού προπορεύεται καί μᾶς ὁδηγεῖ στόν πνευματικό μας ἀγῶνα. Μᾶς ἐμπνέει, μέ τό πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας καί μᾶς ἐνισχύει στή μάχη κατά τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ, κατά τοῦ κόσμου, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», καί κατά τοῦ διαβόλου.
Στόν ἀγῶνα, γιά τήν πνευματική μας τελείωσι προπορεύεται ὁ Πρῶτος, ὁ Ἀρχηγός τῆς Πίστεώς μας, ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄2). Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄6). Στήν ἀνοδική μας πορεία, ἀπό γῆς πρός Οὐρανόν, ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», προπορεύεται ὀ Χριστός, ὁ τέλειος τύπος, τό τέλειον πρωτότυπον τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου, καί μᾶς ὁδηγεῖ ψηλά, στήν κορυφή τῆς τελειότητος, στό Λόφο, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό.





Ὁ Χριστός κρεμᾶται ἐπί τοῦ Ξύλου τοῦ Σταυροῦ καί αὐτό τό Ξύλον τῆς κατάρας, τό ἐξαγιάζει μέ τό αἷμά Του, μέ τή Θυσία Του, καί ἀπό Ξύλον κατάρας, ὁ Σταυρός, γίνεται Ξύλον Εὐλογίας.


Ὁ τέλειος Θεός, πού γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, ἀγωνίζεται καί νικᾶ τό Κακό καί τήν ἁμαρτία καί γίνεται σέ ὅλους ἐμᾶς τύπος καί ὐπογραμμός σέ ὅλα. Προπορεύεται καί μᾶς ἐνισχύει ὥστε, ἀγωνιζόμενοι τόν καλόν ἀγῶνα τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως, νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό τή λάσπη καί νά μεταβάλουμε τή σάρκα σέ πνεῦμα καί νά φθάσουμε στήν Κορυφή, στό Θεό.
Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ὁρίζει ὁποία πρέπει νά εἶναι ἡ ἀγάπη μας στό Θεό καί τόν πλησίον. Ὁ Σταυρός εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ καί πρέπει νἆναι καί δική μας δόξα. Κανείς δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι Χριστιανός, ἐάν δέν συνειδητοποιήσῃ τό βαθύτερο νόημα τῆς Σταυρικῆς  Θυσίας τοῦ Χριστοῦ καί δέν ἐγκολπωθῇ τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Ὁ Σταυρός ὁρίζει τήν ἁγνή, τή Θυσιαστική, τήν ἐσταυρωμένη Ἀγάπη. Καί ὅποιος συντάσσεται μέ τό Χριστό καί περιπατεῖ ἐν ἀγάπῃ, κάτω ἀπό τή σημαία τοῦ Χριστοῦ, κάτω ἀπό τό σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, κάτω ἀπό τόν Ζωοποιόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ, ὁπλίζεται μέ τή Δύναμι καί τή Χάρι τοῦ Σταυροῦ καί δέχεται ἀπό τόν Χριστόν τήν «ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καί οὐδέν αὐτόν οὐ μή ἀδικήσει» (Λουκ. ι΄19). Ὁ Σταυρός εἶναι τό ἰσχυρότατον ὅπλον στόν ἀγῶνα μας κατά τῆς ἁμαρτίας. Μόνον μέ τόν Σταυρόν Χριστοῦ θά μπορέσουμε νά νικήσουμε τόν κακόν μας ἑαυτόν, τόν κόσμον, τά κοσμικά καί τόν Διάβολον. Καί αὐτή ἡ ἀλήθεια πρέπει νά γίνῃ σέ ὅλους  συνείδησις.
Δυστυχῶς ὅμως, στήν ἀλλοπρόσαλλη καί  ἐξωφρενική, τή σατανοκρατούμενη ἐποχή μας κυριαρχεῖ στίς ψυχές τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων ἡ ὑλιστική, ἐγωϊστική καί εἰδωλολατρική ἀγάπη τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀρνούμαστε τό Χριστό καί τή Σταυρική Του Θυσία καί λατρεύουμε τό Βόρβορο. Λατρεύουμε τό Σατανᾶ, τόν Μαμωνᾶ. τό Χρῆμα. Προσέχουμε τόν Ἑαυτούλη μας, τή Θεσούλα μας, τήν καλοπέρασί μας καί ἀδιαφοροῦμε, γιά τόν συνάνθρωπό μας. Ἀρνούμαστε τά ὅσια καί τά ἱερά μας «ἀντί πινακίου φακῆς». Προδίδουμε τό Χριστό καί τή Θυσία Του, «ἀντί  τριάκοντα ἀργυρίων». Καί ὄχι μόνον. Πολλοί τολμοῦν καί πολεμοῦν τόν Χριστόν, βλασφημοῦν τόν  ζωοποιόν, τόν Τίμιον Σταυρόν καί προσπαθοῦν μέ κάθε δόλιο τρόπο νά ξεριζώσουν μέσ’ ἀπό τήν ψυχή μας καί ἀπό τίς ψυχές τῶν παιδιῶν μας τήν Πίστι στό Χριστό. Καί αὐτή ἡ προσπάθεια τῶν ἀνεγκέφαλων, γίνεται σέ παγκόσμια Κλίμακα, ἀκόμη καί ἐδῶ στήν εὐλογημένη μας Πατρίδα, τήν κοιτίδα τοῦ πολιτισμοῦ, στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας.
Δέν ξέρουν, οἱ δύσμοιροι, ὅτι εἶναι «σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν;» Λησμονοῦν, οἱ ἄφρονες,  ὅτι «τεθνήκασι και θνήσκουν οἱ ζητοῦντες τήν ψυχήν τοῦ Παιδίου;» Δέν καταλαβαίνουν ὅτι ὁ Χριστός «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ;».
Πολεμοῦν οἱ ἀντίχριστοι τήν Ὀρθοδοξία. Ποδοπατοῦν τόν Σταυρόν καί τίς Εἰκόνες καί τά ἱερά μας σύμβολα. Καταργοῦν τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά Σχολεῖα μας καί προετοιμάζουν τόν κόσμο νά δεχθῇ τόν Παγκόσμιον Κυβερνήτην, τόν Ἀντίχριστον, τόν Μετρέγια(Maitrejia).
Εἶναι καιρός νά καταλάβουν, οἱ ἄφρονες, ὅτι στόν πόλεμό τους ἐναντίον τοῦ Ἀρνίου, θά συντριβοῦν, θά κονιορτοποιηθοῦν.  Ὁ Κύριος θά ἐξαφανίσῃ μέ τό φύσημα τοῦ στόματός Του καί θά ἐκμηδενίσῃ τόν υἱόν τῆς ἀπωλείας, μέ τήν ἔνδοξον ἐμφάνισιν τῆς Παρουσίας Του( Β΄ Θεσσαλ. β΄ 8).
Οἱ ἀντίχριστοι «Οὗτοι μετά τοῦ Ἀρνίου πολεμήσουσι καί τό Ἀρνίον νικήσει αὐτούς, ὅτι Κύριος κυρίων ἐστι καί Βασιλεύς βασιλέων, καί οἱ μετ’ αὐτοῦ (καί μαζί Του θά νικήσουν καί οἱ δικοί Του) κλητοί, ἐκλεκτοί καί πιστοί» (Ἀποκ. ιζ΄14).
Πολεμοῦν τό Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ οἰ ἀντίχριστοι διότι  φοβοῦνται τή δύναμί του. Εἶναι βρωμερά τά ἔργα τους καί δέν μποροῦν νά ἀτενίσουν τό Φῶς τοῦ Σταυροῦ.
Ὁ ἱερός ὑμνωδός τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ἀναφέρει ὅτι ὁ Κύριος μᾶς χάρισε τόν Σταυρόν Του, ὡς τό ἰσχυρότατον ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου καί λέγει:
«Κύριε, ὅπλον κατά τοῦ Διαβόλου, τόν Σταυρόν σου ἡμῖν δέδωκας· φρίττει γάρ καί τρέμει, μή φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τήν δύναμιν· ὅτι νεκρούς ἀνιστᾷ καί θάνατον κατήργησε. Διά τοῦτο προσκυνοῦμεν, τήν ταφήν σου καί τήν ἔγερσιν».
Πράγματι ὅλοι οἱ πιστοί κρατοῦν στά χέρια τους τόν Τίμιον Σταυρόν, ὡς ὅπλον καί νικοῦν, διότι ὁ Διάβολος καί διαβολάνθρωποι δέν μποροῦν νά ἀτενίσουν τόν Τ. Σταυρόν καί τρέμουν τή Δύναμί του. Φεύγουν μακρυά. Δέν τολμοῦν νά μᾶς πλησιάσουν. Ἀρκεῖ νά πιστεύουμε καί νά λατρεύουμε τό Χριστό καί ἐκφράζουμε  τή λατρεία μας μέ πράξεις γνήσιας, ἁγνῆς, θυσιαστικῆς, ἐσταυρωμένης ἀγάπης. Ἀρκεῖ, νά κρατᾶμε ψηλά τό
Σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀρκεῖ νά προσκυνοῦμε τόν Τίμιον Σταυρόν, ὄχι μέ τά χείλη, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας.

«Τόν Σταυρόν Σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα,
Καί τήν ἁγίαν Σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν»







Σάββατο 23 Μαρτίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ







Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, 
ὁ Ὑπέρμαχος τῆς Ὀρθοδοξίας, πρότυπον ἁγιότητος.





Εἶναι ἀναντήρητη ἀλήθεια ὅτι ζοῦμε σέ μιά ἐποχή σκοταδισμοῦ. Σέ μιά ἐποχή, πού οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό τους νόημα. Σέ μιά ἐποχή, πού οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες, τίς διαστροφές, τίς λένε ἰδιαιτερότητες.

Ὁ Σαίξπηρ λέει ὅτι «Ζοῦμε σέ μια ἐποχή, πού τό νά βλάψῃς ἄλλον, εἶναι πρᾶξι ἐπαινετή, καί ὅταν κάνῃς τό Καλό, οἱ πιο πολλοί σέ παίρνουν γιά τρελλό».

Βασιλεύει τό σκοτάδι τῆς ἀθεῒας. Οἱ πιο πολλοί ἄνθρωποι μισοῦν τό Φῶς. Τά ἔργα τους εἶναι βρωμερά, σκοτεινά, ἀποτρόπαια, φρικτά, ἀπαίσια. Ἀγαποῦν, σάν τρωκτικά, νά ζοῦν στό σκοτάδι.
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» ( Ἰωάν. γ΄ 19-20).
Σ’ αὐτή τήν Σατανοκρατούμενη ἐποχή μας, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, προβάλλει πρός μίμησιν, τόν Ἅγιον Γρηγόριον, τόν Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης




τόν Παλαμᾶν, τόν φωστήρα τῆς Ὀρθοδοξίας, τό στήριγμα τῆς Ἐκκλησίας, τόν Μέγαν Διδάσκαλο, τήν καλλονή τῶν πιστῶν, τόν ἀπροσμάχητον ὑπέρμαχον τῶν θεολόγων, τῆς Θεσσαλονίκης τό καύχημα, τόν Κήρυκα τῆς Χάριτος.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔλαμψε κατά τόν ΙΔ΄ αἰῶνα καί κατεφώτισε μέ τά θεόπνευστα συγγράμματά του τό βαθύτερο νόημα τῆς Ὀρθοδοξίας. Δέν κλείστηκε στό  κελί του. Πολέμησε, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του τήν κακοδοξίαν ὀποθενδήποτε προερχομένην. Ἀληθής καί γνησιώτατος Μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἀνεδείχθη Καλός Ποιμήν, ἕτοιμος ἀνά πᾶσαν στιγμήν νά θυσιάσῃ τήν ψυχήν του ὑπέρ τῶν προβάτων. Δέν φοβήθηκε νά βγάλῃ ἀπό τήν τρύπα τό Φίδι τοῦ Παπισμοῦ. Ἐπολέμησε τήν πλάνη καί τήν αἵρεσι, μέ κίνδυνο τῆς ζωῆς του. Δέν κάθισε νά φυλάῃ τήν Καρέκλα του. Στάθηκε πρόμαχος , Ὑπερασπιστής τῶν Ἀρχῶν, τῶν Ἰδανικῶν, τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς Πίστεως καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ. Στάθηκε ἐναντίον ὅλων τῶ κακοδοξιῶν τῆς Δύσεως. Πολέμησε τίς Ὀχιές, πού προσπαθοῦσαν, να δηλητηριάσουν τά παιδιά του. Δέν ἔκανε συμβάσεις συναλλαγῆς, σέ βάρος τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ὑπῆρξε ἱερόν, θεῖον καί θαυμαστό ὄργανον τοῦ Πνεύματος, θεοειδής Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ θείου Φωτός ἐκφάντωρ, στάθηκε δίπλα στό ποίμνιόν του, ὑπερασπιζόμενος τά δίκαια τοῦ Λαοῦ τοῦ Θεοῦ, χωρίς ἀνοήτους συμβιβασμούς, καί μάλιστα σέ βάρος τῶν Ἀρχῶν τῆς Ὀρθοδοξίας.
Εἶναι ὑπόδειγμα ἁγιότητος κυρίως δέ σοφός Ὁδηγός στούς Ἱερεῖς, καί στούς Ἀρχιερεῖς μας πού καλοῦνται, πολύ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, σήμερα νά σταθοῦν μπροστάρηδες καί, ἀνά πᾶσαν στιγμήν, νά ὑπερασπίζονται τά ὅσια καί τά ἱερά μας.
Εἷναι καιρός νά σταθοῦμε στίς Ἐπάλξεις καί μέ τά ὅπλα τοῦ Χριστοῦ, τά ὅπλα τοῦ Φωτός, καί νά πολεμήσουμε τό σκοταδισμό τῆς ἐποχῆς μας. Πολλοί εἶναι οἱ ἀντίχριστοι ἀνάμεσά μας. Ἀλλά «τό Ἀρνίον πολεμήσει καί νικήσει αὐτούς, ὅτι Κύριος κυρίων ἐστι καί Βασιλεύς βασιλέων, θά νικήσουν δέ καί οἱ μετ’αὐτοῦ κλητοί, ἐκλεκτοί καί πιστοί» (Ἀποκ. ιζ΄ 14). Αὐτή τή μεγάλη ἀλήθεια ἀπέδειξε μέ τή ζωή καί τούς ἀγῶνες του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Ὅτι δηλαδή ὁ Θρίαμβος καί ἡ Νίκη  ἀνήκει στό Χριστό καί στούς Μαθητές του. Ἀρκεῖ νά μήν εἶναι κιοτῆδες. Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι ὁ Χριστός δέν μᾶς ἔδωκε πνεῦμα δειλίας, ἀλλά πνεῦμα δυνάμεως καί ἀγάπης καί σωφρονισμοῦ» (Β΄ Τιμόθ. α΄ 7). Καί στήν ἀποκάλυψι τονίζει ὅτι  «τούς χλιαρούς θά τούς ξεράσῃ ἀπό τό στόμα Του, λέγει ὁ Κύριος (Ἀποκ. γ΄ 16). Ἄς κλείσουμε μέσα στήν καρδιά μας τό Χριστό καί μαζί μέ τόν Ἅγιο Γρηγόριο, ἄς Τόν παρακαλοῦμε νά φωτίζει τά σκοτάδια μας.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, τό Φῶς τό ἀληθινόν,
πού φωτίζεις κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται 
στόν κόσμο, φώτιζε τά σκοτάδια μας, 
λάμπρυνε τήν ψυχή μας, σκέπαζε μέ τή 
Χάρι Σου τήν ἄχαρη ζωή μας! 
Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας.
Σύ, εἶσαι ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη
μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον 
ἀσφαλές καταφύγιον.  Σέ ἱκετεύουμε, 
Κύριε Ἰησοῦ,  ἔρχου ταχύ. Στήριξε τή 
σαλεμένη μας καρδιά ἐπί τήν πέτρα τῶν
Ἐντολῶν Σου, μήν ἀφήσῃς τούς ἐχθρούς
μας, νά καυχῶνται ὅτι μᾶς νίκησαν καί
νά μᾶς χλευάζουν καί νά μᾶς ποδοπατοῦν.
Σύ εἶσαι ὁ ὑπερασπιστής μας, Κύριε.
Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε  καί δέν 
θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν.
Βοήθησέ μας στούς ἀγῶνες μας ἐναντίον
τῶν ἔχθρῶν τῆς Πίστεώς μας. Βοήθησέ μας
καί ἀξίωσέ μας νά Σέ  ὑμνοῦμε καί νά Σέ
δοξάζουμε σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ
Πνεύματι εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.






Τετάρτη 20 Μαρτίου 2019

ΟΙΜΟΙ ΜΕΛΑΙΝΑ ΨΥΧΗ!







Ἕως πότε τῶν κακῶν οὐκ ἐκκόπτεις;»



ἱερός  ὑμνωδός διαπιστώνει ὅτι ἡ ἀνθρωπότης πάσχει, μακράν τοῦ Θεοῦ, καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι πάσχει ἀπό μιά ἀρρώστια μή ἀναστρέψιμη.

Ἡ διαστροφή καί ἡ ἀμετανοησία τῶν ἀνθρώπων ἔχει χαρακτήρα ἐπιδημίας.   Ἀνήσυχος προσπαθεῖ νά ἀφυπνήσῃ τούς ἀνθρώπους καί νά τούς φέρει σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός τους, πρίν νά εἶναι ἀργά. Διαπιστώνει ὅμως, δυστυχῶς, ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, ὄχι μόνον δέν μετανοοῦν, ἀλλά καί καυχῶνται «ἐπί τοῖς ἀτοπήμασι». Καί μάλιστα θεωροῦν ὅτι οἱ διαστροφές τους εἶναι ἰδιαιτερότητες καί τίς νομιμοποιοῦν.

Μέ τήν ἐλπίδα ἐπιστροφῆς τῶν ἀνθρώπων στό Θεό, ὁ ἱερός ὑμνωδός καλεῖ κάθε ψυχή εἰς μετάνοιαν καί λέγει: «Ἀλλοίμονο σέ  σένα μαύρη καί ἄραχνη, ἐλεεινή ψυχή! Μέχρι πότε  θἆσαι δέσμια στό Κακό καί τήν ἁμαρτία; Ἕως πότε θά τυραννιέσαι ἀπό τίς κακίες σου; Πότε ἐπί τέλους θά κόψῃς τά δεσμά τῶν κακῶν; Μέχρι πότε θά παραμένῃς, μέ τή θέλησί σου, κατάκοιτη στή ραθυμία, τή νωθρότητα,τή τεμπελιά; Ἀλήθεια, πῶς μπορεῖς καί ξεχνᾶς τή φοβερή ὥρα τοῦ θανάτου; Τί, δέν τρέμεις ὁλόκληρη τό φρικτόν Βῆμα τοῦ Σωτῆρος, τοῦ Κριτοῦ; Ἄρα γε τί θά ἀπολογηθῇς, ταλαίπωρη ἤ τί θά ἀποκριθῇς στό Δικαιοκρίτη; Τά ἔργα σου παρευρίσκονται, γιά νά σέ ἐλέγξουν· οἱ πράξεις σου ἐλέγχουν καί σέ κατηγοροῦν. Λοιπόν, Ψυχή, ὁ χρόνος ἔφθασε· τρέξε γρήγορα, πρόφθασε, καί, μέ μεγάλη φωνή φώναξε· Ἀμάρτησα, Κύριε, Ἀμάρτησα σέ Σένα. Ἀλλά γνωρίζω, Φιλάνθρωπε, τήν εὐσπλαγχνίαν Σου. Σύ εἶσαι ὀ Ποιμήν ὁ καλός, λυπήσου με καί μή μέ χωρίσῃς ἀπό Σένα. Ἀξίωσέ με, νά σταθῶ στά δεξιά Σου, ὄχι γιατί τό ἀξίζω, ἀλλά χάρις στό μέγα Σου Ἔλεος».

Ὁ Προφήτης Δαυῒδ, ἐξετάζοντας τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, πού βρίσκονται μακράν τοῦ Θεοῦ, ἀναφέρει ὅτι ὁ Θεός ἔριξε τό βλέμμα Του στή γῆ καί διαπιστώνει




 ὅτι σ’ αὐτόν τόν κόσμον, «δέν ὑπάρχει δίκαιος, οὔτε ἕνας, δέν ὑπάρχει κανένας συνετός, δέν ὑπάρχει κανείς, πού νά ζητῇ τόν Θεόν, ὅλοι παρεξέκλιναν, και συγχρόνως ἐξαχρειώθηκαν, δέν ὑπάρχει κανένας, πού νά κάνει τό καλόν, δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας. Τάφος ἀνοικτός εἶναι ὁ λάρυγγάς τους, μέ τή γλώσσα τους ἦσαν δόλιοι, φαρμάκι ἀπό ὀχιές εἶναι κάτω ἀπό τά χείλη τους. Τό στόμα τους εἶναι γεμᾶτο κατάρα καί πικρίαν, τά πόδια τους τρέχουν γρήγορα, γιά νά χύσουν αἷμα, καταστροφή καί δυστυχία σπέρνουν στό διάβα τους, σωρεύουν συμφορές, καί δέν γνώρισαν τό δρόμο τῆς εἰρήνης. Καί δέν ὑπάρχει φόβος Θεοῦ στά μάτια τῆς ψυχῆς τους» (Ψαλμ. ιγ΄  3 ἑξ. Ρωμ. γ΄ 10-18).

Ὁ Προφήτης Δαυῒδ καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά ὑπακούσουν στό λόγο τοῦ Θεοῦ τό ζωοποιό καί νά  ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τίς ματαιότητες τοῦ κόσμου τούτου. Ὑπάρχουν ὅρια, πού δέν πρέπει νά τά  ξεπερνοῦμε. Ἔρχεται ὁ Προφήτης νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὀποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Ἡ ἐμμονή στό Κακόν  καί τήν ἁμαρτία σωρεύει στή ζωή μας συμφορές καί εἶναι ἀπορίας ἄξιον, τό πῶς καί ποῦ  κατήντησεν ὁ Θεόπλαστος ἄνθρωπος. Ὁ Προφήτης ἀναρωτιέται καί βροντοφωνάζει, μέ σκοπό νά μᾶς ἀφυπνήσῃ. Μᾶς καλεῖ νά ἔλθουμε σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος μας καί νά μετανοήσουμε. Καί τονίζει ὅτι ἡ ματαιότητα, ἡ διαστροφή καί ἡ ἀμετανοησία εἶναι βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνευματος, εἶναι «ὕβρις» καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τόν πραγματικό, τόν αἰώνιον Θάνατον.
«Υἱοί ἀνθρώπων», λέγει ὁ Προφήτης, «ἕως ποτε βαρυκάρδιοι; ἵνατί  ἀγαπᾶτε ματαιότητα καί ζητεῖτε ψεῦδος;» (Ψαλμ. δ΄ 3).
Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος μᾶς καλεῖ νά βάλουμε τέλος στή ραθυμία, νά ἀνακτήσουμε τήν πνευματική μας διαύγεια καί νά παύσουμε νά εἴμαστε «δέσμιοι τῆς γῆς» καί τῶν γηῒνων καί λέγει: «Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε παχυκάρδιοι, τῇ γῇ προσηλωμένοι, κακίαν διώκοντες , πονηρίαν μετιόντες, ταῖς ἡδυπαθείαις κατασηπώμενοι;».
Ἄν ὅμως εἶναι τόσο βαρειά ἡ  ψυχική τύφλωσις, ἡ Πώρωσις καί ἠ ἀμετανοησία τῶν ἀνθρώπων καί δέν ἀφυπνίζονται, μέ τά ἐγερτήρια σαλπίσματα τῶν ἁγίων, καλόν εἶναι νά προβληματισθοῦμε καί  νά προσέξουμε ὅλοι, μηδενός ἐξαιρουμένου, καί πρίν νά εἶναι ἀργά, τό λόγο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού λέγει: «Ὦ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη! Ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; Ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. ιζ΄ 17). Ὦ γενεά , πού δέχεσαι τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καί ἀκόμη εἶσαι ἄπιστη καί διεστραμμένη, βυθισμένη στίς κακίες καί τήν ἀμετανοησία! Μέχρι πότε θἆμαι μαζί σας; Μέχρι πότε θά σᾶς ἀνέχομαι;
Μᾶς καλεῖ νά συναισθανθοῦμε τήν ἀθλιότητα στήν ὁποίαν μᾶς ἔχει ὁδηγήσῃ ἡ ἀπιστία μας καί νά θεραπεύσουμε,  μέ τή χάρι Του, κάθε μας διαστροφή, καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι,  νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του καί νά ἀφοσιωθοῦμε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας στό Λυτρωτή,  νά βροῦμε ἀνάπαυσι.
«Βαρειά εἶναι τά μάτια μας, βαρειά  'ναι κι' ἡ ψυχή μας, ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, δέν μποροῦμε τό βλέμμα νά σηκώσουμε   καί ἀτενίσουμε τόν αἰθέρα τοῦ οὐρανοῦ, δέν μποροῦμε νά δοῦμε τό Ἅγιον Πρόσωπόν Σου!
Δέξου μας μετανοιωμένους, ὁ Θεός καί ἐλέησον ἡμᾶς».

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σύ πού σταυρώθηκες, γιά μᾶς τούς ἐλεεινούς, Δῶσε μας τό χάρισμα τῆς μετανοίας. Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον! 
Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν. Κύριε, μή ἀπορρίψῃς ἡμᾶς ἀπό τοῦ προσώπου Σου! Σῶσον ἡμᾶς, Κύριε, πρίν τελειωτικά χαθοῦμε. Ἔρχου ταχύ. Μήν ἀργοπορῇς.
Κύριε Ἰησοῦ, Μακρόθυμε, λυπήσου μας, καί σῶσε μας, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλ’ ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός  Σου! Ἀξίωσέ μας, Κύριε, εἰλικρινά  μετανοιωμένους, νά σταθοῦμε στά δεξιά Σου, μαζί
μέ τούς Ἁγίους Σου, καί νά ὑμνοῦμε, Ἐσένα τόν Θεόν καί Σωτήρα μας, εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.