Τρίτη 14 Μαΐου 2019

ΔΙΩΚΤΗΣ ;



Ἤ  ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ;

Τριάντα ὀκτώ χρόνια κατάκοιτος, ὁ παράλυτος τῆς Βηθεσδά, περιμένει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ και τή θεραπεία του ἀπό τήν ἀρρώστια, ἀπό τήν ὁποίαν ὑπέφερε, ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅπως συμπεραίνεται ἀπό τή, μετά τή θεραπεία του, σύστασι τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος τοῦ λέγει: «Ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. ε΄ 14).
Ἀπό τήν παραμονή του ἐκεῖ τριάντα ὀκτώ χρόνια, συμπεραίνουμε ὅτι ἔχει βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του καί ὅτι, εἰλικρινά μετανοιωμένος, πιστεύει στό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί περιμένει, μέ ὑπομονή, ἀγόγγυστα, τή θεραπεία του. Δέν ἔχει ἄνθρωπο νά τόν βοηθήσῃ, οὔτε οἱ  ψευτοάγιοι τῆς ἐποχῆς του, Ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καί Λευίτες, οὔτε οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι , οἱ ὐποκριτές. Κανείς ἀπό αὐτούς δέν τόν βοηθεῖ. Κι’ αὐτό εἶναι τό παραπονό του. Ὅμως δέν ἀπελπίζεται. Δέν ἀγανακτεῖ. Μόνον περιμένει καί ἐλπίζει.
Ὁ Χριστός, ὁ τέλειος Θεός, πού γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, καί ἀκούει τόν πόνο μας καί τούς στεναγμούς μας, ἔρχεται καί ἐπισκέπτεται μέ τρυφερότητα καί ἀγάπη, τόν παράλυτο καί, ἀφοῦ τόν ἐρωτᾷ, ἄν πραγματικά θέλῃ νά γίνῃ ὑγιής, δηλαδή ἄν εἶναι ἀποφασισμένος νά μήν ξαναγυρίσῃ πίσω στό κακό, νά μήν ξαναγυρίσῃ πίσω «ἐπί τό ἴδιον ἐξέραμα», νά μή ξανακάνῃ τίς ἁμαρτίες, πού τόν ἔφεραν στήν κατάντια τῆς παραλυσίας, καί ἀφοῦ τόν διαβεβαιώνει ὅτι θέλει ὑγιής γενέσθαι, τόν θεραπεύει. «Ἦν δέ σάββατον  ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ» (Ἰωάν.ε΄9).
Ὁ Θεραπευθείς  πῆρε τό κρεβάτι του στόν ὦμο του καί ἐπεριπάτει. Τόν εἶδαν οἱ πρόκριτοι τῶν Ἰουδαίων τεθεραπευμένον, νά σηκώνῃ καί νά μεταφέρῃ τό κρεβάτι του τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί τοῦ εἶπαν: Σήμερα εἶναι σάββατον. Δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά σηκώσῃς καί νά μεταφέρῃς τό κρεβάτι σου. Τότε ὁ πρώην παράλυτος ἀποκρίνεται: Αὐτός πού μέ θεράπευσε, μοῦ εἶπε· Πάρε τό κρεβάτι σου καί περιπάτει. Τότε τόν ρώτησαν· Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος, πού σοῦ εἶπε, πάρε τό κρεβάτι σου καί περιπάτει;

Ὁ Θεραπευθείς δέν γνώριζε τόν Εὐεργέτη του. Διότι ὁ Κύριος τόν θεράπευσε καί δέν περίμενε εὐχαριστίες, ἀπομακρύνθηκε καί ἐξηφανίσθη. Διότι θέλει νά μᾶς διδάξῃ, ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἁγιάζεται μέ εὐεργεσίες καί θεραπεῖες ἐκείνων, πού ὑποφέρουν, καί ἀφ’ ἑτέρου θέλει νά μᾶς τονίσῃ ὅτι ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, μέ γνήσια ἀγάπη καί ὅτι ὀφείλουμε νά θεραπεύουμε τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων  μας, χωρίς νά περιμένουμε ἀνταπόδοσι, διότι «ἡ γνήσια ἀγάπη οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (Α΄Κορινθ. ιγ΄ ).
Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, οἱ ὑποκριτές, «οἱ διυλίζοντες τόν κώνωπα καί καταπίνοντες τήν κάμηλον», τά «γεννήματα ἐχιδνῶν», αὐτοί πού, ἐνῶ καταδικάζουν σέ θάνατο τόν Ἀληθινόν Μεσσίαν, «δέν εἰσέρχονται εἰς τό Πραιτώριον ἵνα μή μιανθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα φάγωσι το Πάσχα», οἱ Ψεῦστες καί Ὑποκριτές, δέν θέλουν νά καταλάβουν τί σημαίνει γνήσια ἀγάπη, δέν θέλουν νά καταλάβουν, πῶς ὁ Θεός θέλει νά ἁγιάζεται ἡ Ἡμέρα τοῦ σαββάτου. Ἀντίθετα μάλιστα, καταδιώκουν,  ἀπό τότε καί μέχρι σήμερα, τό Χριστό, γιατί θεραπεύει τήν ἡμέρα τοῦ σαββάτου. Γι’ αὐτό καί ἀνακρίνουν τόν θεραπευθέντα παράλυτον, πού δέν γνώριζε τόν Θεραπευτή του.
Τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς τόν βρῆκε  εἰς τό Ἱερόν, σημαίνει ὅτι,  εὐγνωμονῶν τόν Θεόν, ἦλθε στό Ναό, γιά νά εὐχαριστήσῃ τό Θεό, γιά τή θεραπεία του. Καί ἐκεῖ στό Ναό γνώρισε τό Θεραπευτή του.
Καί τότε ἀμέσως, ἔσπευσε καί, ὡς ἀγνώμων διώκτης ἤ ὡς ὁμολογητής,  ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτόν ὑγιῆ»;
Θέλω νά πιστεύω ὅτι, ἀπό εὐγνωμοσύνη στό Θεραπευτή του, ἔσπευσε νά διακηρύξῃ στούς Ἰουδαίους, στούς Σταυρωτές, τή Χάρι καί τή δύναμι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Εἶναι ὅμως πιθανόν, ὡς Ἰουδαῖος, νά λησμόνησε τήν εὐεργεσίαν καί ἔσπευσε νά καταδώση τόν Εὐεργέτην, εἰς τούς Ἰουδαίους, τῶν ὁποίων ἐγνώριζε, προφανῶς, τήν μοχθηρίαν καί τό μῖσος, πού ἔτρεφαν στήν ψυχη τους, γιά τό Χριστό, οἱ Σταυρωτές. Ἐξ ἄλλου εἶναι γνωστή ἀπό τήν Ἱστορία τους, ἡ ἀχαριστία καί ἡ ἀγνωμοσύνη τῶν Ἰουδαίων πρός τόν Θεόν. Πάντοτε πρωτοστατοῦν στά κακά ἔργα, «μάλιστα Ἰουδαίων προθύμως, ὡς ἔθος αὐτοῖς, εἰς ταῦτα (τά κακά ἔργα) ὑπουργούντων» (πρβλ. Πολυκάρπου, Μαρτύριον,ΧΙΙΙ,1).
Δυστυχῶς, ἀχάριστοι, ἀγνώμονες, Σταυρωτές, εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι. Τή μιά στιγμή, μέ μεγάλη φωνή, κράζουμε: «’Ωσαννά· Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» καί τήν ἑπομένη στιγμή, ὠρυόμενοι,  οὐρλιάζοντας, κραυγάζουμε : «ἆρον ἆρον  σταύρωσον αὐτόν». Ἀρνούμαστε τόν Εὐεργέτην,  τήν Ἀλήθεια, μισοῦμε τό Φῶς προδίδουμε τόν Χριστόν, ξεπουλάμε τήν Πατρίδα, ποδοπατοῦμε τά «ὅσια καί τά ἱερά», τά Ἰδανικά μας. «Ἀντί πινακίου φακῆς», «αντί τριάκοντα ἀργυρίων», γιά μιά θεσούλα, γιά τήν καλοπέρασί μας,  ἀρνούμαστε ὄχι μόνον τόν Χριστόν, ἀλλά ξεπουλᾶμε ἀκόμη καί τή μάνα μας.
Καιρός εἶναι νά διαλέξουμε: Θά παραμένουμε, Σταυρωτές, διῶκτες; Ἤ θά πάρουμε τήν ἀπόφασι νά ποῦμε τό μεγάλο ΝΑΙ στό Χριστό καί θά βάλουμε ἀρχήν στήν πνευματική μας ζωή; Θά παραμείνουμε «διῶκτες», ἤ, ζῶντες εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, θά γίνουμε θερμοί  Ὁμολογητές τῆς Πίστεως σέ Ἐκεῖνον, πού «σταυρώθηκε γι’  μας καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα;»
Καιρός εἶναι νά καταλάβουμε ὅλοι καλά, ὅτι μόνον ὁ Χριστός μᾶς ἔχει ἀπομείνει. Ἡ ἀνθρωπότητα βυθίζεται στό Βόρβορο τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, χωρίς ντροπή,  κυλιόμαστε στή λάσπη. Παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς». Ἀρνούμαστε τήν Ἀλήθεια, πολεμοῦμε τήν Ὀρθοδοξία τῆς ζωῆς, πού εἶναι ὑγεία καί ἀκολουθοῦμε τό σκοτάδι, τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία,  πού εἶναι ἀρρώστια. Διώχνουμε τό Χριστό ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας. Γι’ αὐτό,
«εἶναι πικρό καί τό νερό,  πού πίνουμε 
καί τό ψωμί, πού τρῶμε, ἄρτος ὀδύνης».
Εἶναι καιρός νά παύσουμε νά εἴμαστε διῶκτες. Νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, ζῶντες ὡς Ὁμολογητές τῆς Πίστεως Σ' Αὐτόν, τόν Ἀληθινόν Θεόν.
Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Ὀφείλουμε δέ  Αὐτόν καί μόνον Αὐτόν νά λατρεύωμεν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», μέ τήν καρδιά μας καί  νά  Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἀξιώνῃ νά Τόν δοξολογοῦμε ὡς προσωπικό μας Σωτῆρα καί ὡς Λυτρωτήν τοῦ σύμπαντος κόσμου καί, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμε καί νά Τόν προσκυνοῦμεν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.









Δευτέρα 13 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωάν. ε΄1-15).






Τώρα πιά δέν εἴμαστε μόνοι.


«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δέ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρό ἐμοῦ καταβαίνει» (Ἰωάν. ε΄ 7).

Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά τά πλάσματά Του, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος.
Ἔρχεται κοντά μας ἀθόρυβα, ταπεινά, «ὡς αὔρα λεπτή». Ἔρχεται καί ἁπαλύνει τόν πόνο μας, σπογγίζει τά δάκρυά μας, θεραπεύει τά τραύματά μας. Μᾶς ἀνασύρει ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Λύει τά δεσμά καί μᾶς ὁδηγεῖ «ἐπί  ζωῆς πηγάς ὑδάτων» (Ἀποκ. ζ΄17).
Ἔρχεται κοντά μας καί «τυφλοί ἀναβέπουσι καί χωλοί περιπατοῦσι, λεπροί καθαρίζονται καί κωφοί ἀκούουσι, νεκροί ἐγείρονται καί πτωχοί εὐαγγελίζονται» (Ματθ. ια΄ 5).
Ἔρχεται κοντά μας ὁ Ἰησοῦς Χριστός «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8) καί «διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν, κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας, καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ»(Ματθ. δ΄ 23).
Ἐπισκέπτεται τόν κόσμον καί τόν καθένα ἀπό μᾶς χωριστά. Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας λέγει ὅτι «ὁ Παῖς», «ὁ  Ἐκλεκτός» ἐπισκέπεται τήν λυχνία, πού εἶναι ἕτοιμη νά σβύσῃ, καί ρίχνει λάδι καί τῆς δίνει ζωή. Ἐπισκέπτεται καί τό καλάμι, πού σείεται ἀπό τόν ἄνεμο καί εἶναι ἕτοιμο νά σπάσῃ καί τό περιδένει καί τό στηρίζει. Ἐπισκέπτεται τήν ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα καί τῆς δίνει ζωή. Ἐπισκέπτεται καί τόν καθένα ἀπό μᾶς καί μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας, μᾶς θεραπεύει τίς ψυχικές καί σωματικές μας ἀρρώστιες, ὁ «πανακής ἰατρός» καί μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόπον ἀναψυχῆς. Δέν στερεῖ κανέναν ἀπό τή λυτρωτική Παρουσία Του. Μᾶς ἐπισκέπτεται μέ στοργή, ὅπου κι’ ἄν βρισκώμαστε, ὅποιοι κι’ ἄν εἴμαστε, ὅ,τι κι’ ἄν κάνουμε. «Ἵσταται ἐπί τήν Θύραν καί κρούει...» (Ἀποκ. γ΄ 20) καί ζητεῖ νά ἀκούσουμε τή φωνή του καί νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας, νά κατοικήσῃ ἐντός μας καί νά κάμῃ τήν ψυχή καί τή ζωή μας Παράδεισο.
Ἔρχεται καί στήν Κολυμβήθραν τήν ἐπιλεγομένη ἑβραϊστί Βηθεσδά. Στήν Κολυμβήθρα, στήν ὁποία κατέβαινεν ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν ὁ ἄγγελος καί ἐτάρασσε τό ὕδωρ καί ὁ Πρῶτος ἐμβάς μετά τήν ταραχήν τοῦ ὕδατος ὑγιής ἐγίνετο ἀπό ὅποιοδήποτε νόσημα καί ἄν κατείχετο (Ἰωάν. ε΄ 4). Ἐκεῖ εὑρίσκετο πλῆθος πολύ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν,  χωλῶν, ξηρῶν, πού περίμεναν μέ λαχτάρα τήν ταραχήν τοῦ ὕδατος. Μεταξύ αὐτῶν ὑπῆρχε καί ἕνας  ἄνθρωπος, τριάντα ὀκτώ χρόνια παράλυτος, πού δέν εἶχε ἄνθρωπον νά τόν βοηθήσῃ. Ὅμως αὐτός, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του, εἰλικρινά μετανοιωμένος, γνωρίζοντας καλά ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του παρέλυσε, περίμενε ἐκεῖ,  ἀγόγγυστα, μέ πίστι
 στό Θεό καί ὑπομονή, τή σωτηρία του.
«Τοῦτον ἰδών ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καί γνούς ὅτι πολύν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιής γενέσθαι;» (Ἰωάν. ε΄ 6).
Ὁ καρδιογνώστης τόν ξεχώρησε, διότι εἶδε τήν εἰλικρινή του μετάνοια, τήν ὑπομονή του καί τήν Πίστι του.  Τριάντα ὀκτώ χρόνια περιμένει καί προσεύχεται. Ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἔρχεται κοντά του, γιά νά τόν θεραπεύσῃ, ἀλλά σεβόμενος τήν ἐλευθερίαν του καί γνωρίζοντας ὅτι ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του παρέλυσε, ζητεῖ τήν συγκατάθεσίν του, γιά νά τόν θεραπεύσῃ. Γνωρίζῃ ὁ Κύριος ὅτι γιά νά γίνῃ καλά κανείς πρέπει νά θέλῃ ὁ ἴδιος. Ἐάν θεραπεύσῃ ὁ Κύριος τήν παραλυσία του καί ὁ ἴδιος δέν εἶναι ἀποφασισμένος νά ἀπέχει ἀπό τίς ἁμαρτίες, πού τόν παρέλυσαν, σίγουρα θά ἐπανέλθῃ στήν ἀρρώστια καί πάλιν θά παραλύσῃ. Γι’  αὐτό καί ὀ Κύριος τόν ἐρωτᾶ: «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;»
Ἀπαντῶν στό ἐρώτημα τοῦ Κυρίου ὁ παράλυτος διατραγωδεῖ τόν πόνο καί τή λαχτάρα νά γίνῃ καλά, καί λέγει: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δέ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρό ἐμοῦ καταβαίνει. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἆρον τόν κράβαττόν σου καί περιπάτει. Καί εὐθέως ἐγένετο ὑγιής  ὁ ἄνθρωπος, καί ἦρε τόν κράβαττον αὐτοῦ καί περιεπάτει» (Ἰωάν. ε΄ 7-9).





Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός ἔγινε, γιά χάρι μας, καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἦλθε καί παραμένει κοντά μας, βοηθός στίς θλίψεις μας, σκέπη καί καταφυγή καί στερέωμα. Τώρα δέν εἴμαστε πιά μόνοι. Ὁ Χριστός, «ὁ πανακής ἰατρός» εἶναι μαζί μας. Καί  «σέ  ὅσους Τόν δέχονται καί πιστεύουν στό Ὄνομά Του, δίδει ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ἰωάν. α΄ 12).
Σέ ὅλους τούς πιστούς Μαθητές Του δίδει καί «τήν  ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καί οὐδέν  αὐτούς οὐ μή ἀδικήσῃ» (Λουκ. ι΄ 19). Ὁπλίζει τούς πιστούς μέ τή Χάρι Του καί τή δύναμί Του. Καί τό σπουδαιότερο· μᾶς συντροφεύει στή ζωή μας, μᾶς στηρίζει στίς δύσκολες ὧρες, καί μᾶς ὁδηγεῖ πρός τόν Πατέρα.
Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τή Χάρι τῆς ὁλοζώντανης Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στή ζωή μας; Ἀπολύτως κανείς.
Ὁ Καθένας μας ὅμως μπορεῖ νά δεχθῇ τή Χάρι. Νά νοιώσῃ τή δωρεά τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας στή ζωή του. Μπορεῖ νά ἀπολαμβάνῃ τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, διά τῆς Πίστεως τῆς δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης.
Ὅλοι μας ἔχουμε δεχθεῖ στή ζωή τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, πού ἔρχεται καθημερινά κοντά μας καί θεραπεύει πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Ὅπως θεράπευσε τόν παράλυτον τῆς Βηθεσδά, ἔτσι θεραπεύει τόν καθένα μας , ἐκεῖ, ὅπου κι’ ἄν  εὑρισκώμεθα, καί γίνεται ἄφαντος, δέν περιμένει τίς εὐχαριστίες μας. Ὁ Παράλυτος δέν γνώριζε τό Θεραπευτή του. Δέν παρέλειψε ὅμως νά πάῃ στό ναό νά εὐχαριστήσῃ τό Θεό, γιά τή θεραπεία του. Καί ἐκεῖ συνήντησε τόν Ἰησοῦ  καί δέχθηκε τά Χάρι Του. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται». Δέχθηκε τή λυτρωτική σύστασι τοῦ Κυρίου καί διεκήρυξε ἀμέσως στούς Ἰουδαίους, ὅτι ὁ Ἱησοῦς εἶναι ὁ Θεραπευτής Του.
Καλόν εἶναι νά βρεθοῦμε κι’ ἐμεῖς  εἰς τό Ἱερόν καί νά Τόν εὐχαριστοῦμε γιά τίς ἄπειρες, φανερές καί ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του καί νά Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἀξιώνῃ νά Τόν λατρεύουμε, νά Τό δοξολογοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Διότι, Σ’ Αὐτόν πού μᾶς ἀγαπᾷ και μόνον Σέ Αὐτόν, ἀνήκει ἡ τιμή, τό κράτος καί ἡ αἰώνια δοξολογία. Σ’ Αὐτόν πού μᾶς λούζει καί μᾶς καθαρίζει μέ τό πανάγιον  αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, Σ’ Αὐτόν, πού  μᾶς κάνει βασιλιᾶδες καί ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί Πατρί Αὐτοῦ, Σ’Αὐτόν καί μόνον Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Ἀποκ. α΄  5β-6).







Τετάρτη 8 Μαΐου 2019

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ





Ἡ Ζωή καί ἡ Ἀνάστασις ἡμῶν

Ὁ Χριστός «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη
καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα.

Αὐτόν προσκυνήσωμεν».

Ὁ Χριστός «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»(Ἀποκ. στ΄2).
Ἀπό ἄπειρη, γιά τά πλάσματά Του, ἀγάπη, ὁ τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, ἔπαθεν ὡς ἄνθρωπος, κατῆλθεν εἰς τόν ᾏδη, γιά νά ἐλευθερώση καί τούς ἐν ᾏδῃ καί ἐπειδή «οὐκ ἦν δυνατόν κρατεῖσθαι ὑπό τῆς φθορᾶς τόν ἀρχηγόν τῆς Ζωῆς», ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός Ἀνέστη ὡς Θεός, μετά δόξης, καί «κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολον»(Ἑβρ. β΄14) καί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τό θάνατο καί ἀπό τό φόβο τοῦ θανάτου καί ἔσωσε τά σύμπαντα.


Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος! Γι’ αὐτό καί ἀγάλλεται καί χαίρει πᾶσα ἡ κτίσις.
Τά πάντα γέμισαν φῶς. Τό φῶς τό τῆς γνώσεως, τό Φῶς τῆς ἀγάπης καί τῆς Δικαιοσύνης καί εἶναι καιρός, νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, τό Νικητή καί Θριαμβευτή πάνω στό Θάνατο, νά τροποποιήσουμε καί νά θεραπεύσουμε τήν προβληματική μας συμπεριφορά καί νά βροῦμε ἀνάπαυσι στήν ψυχή μας.

Χριστός Ἀνέστη! Χαρούμενα ἄς πάλλοντ’ οἱ καρδιές
Καί τά χείλη μας ἄς ψάλλουν στόν αἰώνιον Νικητή, μέ Κατάνυξι,  ὕμνους δοξολογίας, εὐχαριστήριες  Ὠδές.
Τιμή καί δόξα στόν Αἰώνιο, τόν Λυτρωτή μας καί Θεό! 
         
Κατήργησε τό θάνατο, ὁ Κύριος, ἐνέκρωσε τόν ᾏδη.
Ἐφώτισε τά σύμπαντα, μέ τήν Ἀνάστασίν Του.
Ἔδιωξε, μέ τή Χάρι Του καί μέ τή Δύναμί Του, τόν
Πόνο καί τή συμφορά, διέλυσε τά σκοτάδια μας.

Χριστός Ἀνέστη! «Σημεῖον», Φάρος φωτεινός
Προβάλλει τοῦ Σωτῆρος ὁ Τίμιος Σταυρός.
Σύμβολον Ἀγάπης, Θυσίας, Προσφορᾶς,
Σύμβολον Ἀναστάσεως, θριάμβου καί Χαρᾶς.

Ἕνωσε γῆ καί Οὐρανό, μέ τή Θυσία Του καί τήν
Ἀνάστασίν Του. Ἀνέστησε, ὕψωσε, ἐδόξασε τόν
ἄνθρωπο, ἁγίασε τή φύσι, δώρισε τήν καταλλαγή,
τῶν ἀνθρωπίνων,  χαμηλῶν, παθῶν τή ἀπαλλαγή.

Χριστός Ἀνέστη! Ἡ ἀλήθεια καί τό δίκιο θριαμβεύει.
Τώρα πιά, ὁ Δικαιοκρίτης, ἀποδίδει στόν καθένα, ἀνάλογα μέ τά ἔργα του, «Κεφαλή», «καρδιά» καί «πόδες»(πρβλ. Ἡσ. α΄ 5), τά πάντα ἐποπτεύει ὁ Θριαμβευτής.

Ἐγκρέμισε τά εἴδωλα γύρω μας καί μέσα στήν ψυχή μας. 
Τό μῖσος ἐξερίζωσε ἀπ’ τό νοῦ καί τήν καρδιά μας.
Ἔμπρακτα μᾶς  δίδαξε τήν Καινήν Ἐντολήν, τήν τέλεια
Ἀγάπη, πώς πρέπει, ὅταν χρειασθῇ, 
ἀκόμη καί γιά τούς ἐχθρούς, νά σταυρωθοῦμε.

Χριστός Ἀνέστη! 
Καί ἵδρυσε τή «Νέα Κοινωνία», κοινωνία ἁγίων.
Μᾶς ἕνωσε μέ τό Θεό  καί μέ τούς ἀδελφούς μας.
Ἐκεῖνος ἐπιβλέπει καί κανείς δέν ἐπιτρέπεται 
τόν ἄλλον  νά ὑποβλέπῃ. 
Ἡ Ἀγάπη Του τον κόσμο κυριεύει.


























Κύριέ μου, Ἰησοῦ, πῶς, ὁ ἄθλιος ἐγώ, μπορῶ νά Σέ ὑμνήσω; Τό μόνο, πού μπορῶ εἶναι νά διακηρύξω, ὅτι Σύ εἶσαι ἡ Ἀνάστασις καί ἠ ζωή ἡμῶν, τῶν ἀναξίων.
Ναί Σύ καί μόνο Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ
Μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Σύ σταυρώθηκες καί Ἀναστήθηκες, γιά μᾶς. Σύ, Κύριε, εἶσαι ὁ Λυτρωτής μας. Σύ καί μόνον Σύ, θέλεις ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖς ὡς Παντοδύναμος  νά  μᾶς  ἀνασύρεις ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», στήν ὀποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Σύ καί μόνον Σύ, μᾶς παραστέκεις καί μᾶς στηρίζεις σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Καί ὅταν ἐμεῖς οἱ ἄθλιοι Σέ διώχνουμε ἀπό κοντά μας, μέ τά ἄπρεπα καμώματά μας, μόνον σύ μᾶς κυνηγᾶς μέ τό Ἔλεός Σου καί κρούεις τή Θύρα τῆς ψυχῆς μας, περιμένοντας, μέ τήν ἄφατη μακροθυμία Σου, τήν ἐπιστροφή μας. Μόνον Ἐσένα ἔχουμε κοντά μας στίς χαρές καί στίς θλίψεις μας. Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον Κανένα.
Κύριε, Μακρόθυμε, μή μᾶς ἐγκαταλείπης. Μεῖνε μαζί μας!...Λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ. Ἀξίωσέ μας, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά Σέ δοξολογοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Σέ  ὑμνοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.









Τρίτη 23 Απριλίου 2019

ΔΑΚΡΥΑ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ




ΣΤΟ ΛΥΤΡΩΤΗ

Τή μεγάλη Τρίτη τό βράδυ ψάλλεται ἡ Ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης. Οἱ Ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν νά γίνεται λόγος, γιά τήν εἰλικρινῆ μετάνοια καί ἐξομολόγησι «τῆς ἀλειψάσης τόν Κύριον Μύρῳ πόρνης γυναικός».
Στά Εὐαγγέλια ἀναφέρονται τρεῖς διαφορετικές γυναῖκες, πού σέ διάφορα διαστήματα ἄλειψαν τόν Κύριον μύρον. Πρώτη εἶναι ἐκείνη ἡ ἁμαρτωλή, πού κατά τά μέσα περίπου τῆς δημοσίας δράσεως τοῦ Κυρίου, ἄλειψε μέ μύρο τά πόδια Του στό σπίτι Σίμωνος τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ζ΄ 1-11).
Δεύτερη εἶναι ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ ἀγαπημένου φίλου τοῦ Χριστοῦ Λαζάρου, πού ζοῦσε βίο σεμνό καί ἅγιο. Ὅταν ἦλθε ὁ Κύριος στή Βηθανία, τοῦ παρέθεσαν δεῖπνο, στή διάρκεια τοῦ ὀποίου  ἡ Μαρία, γιά νά ἐκφράσῃ τήν εὐγνωμοσύνη  καί τήν ἀφοσίωσί της στόν ἀγαπημένο Διδάσκαλο, πού εἶχε ἀναστήσει τόν ἀδελφό της «ἤλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, μέ πολύτιμο μύρον, καί ἐξέμαξε ταῖς θριξίν αὐτῆς τούς πόδας αὐτοῦ» (Ἰωάν. ιβ΄ 1-11).
Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἀναφέρει ὅτι αὐτό τό γεγονός συνέβη ἕξι μέρες πρό τοῦ Πάσχα.
Ἡ Τρίτη γυναῖκα εἶναι ἡ Πόρνη, πού, δυό μέρες πρό τοῦ Πάσχα, ἄλειψε τόν Κύριο   μέ πολύτιμο μύρο στή Βηθανία, στό σπίτι  Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, ὅπως  ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελιστές Ματθαῖος καί Μάρκος (Ματθ. κστ΄ 6-13. Μάρκ. ιδ΄ 3-9).
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος δέχεται ὅτι οἱ γυναῖκες δέν εἶναι τρεῖς, ἀλλά δύο. Αὐτή ἡ ἄποψι υἱοθετήθηκε καί ἀπό τήν ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας. Δηλαδή ἡ ἁμαρτωλή γυναῖκα, πού ἀναφέρει ὁ Λουκᾶς εἶναι μία καί ἡ αὐτή μέ τήν πόρνη, γιά την ὁποία μιλᾶνε ὁ Ματθαῖος καί ὁ Μάρκος. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ «θαυμαστή τόν βίον ἔχουσα σεμνόν», ἡ τοῦ Λαζάρου ἀδελφή.Θά πρέπει ἐπίσης νά σημειώσουμε ἐδῶ ὅτι κακῶς ταυτίζεται ἡ πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τήν Μαρία τή Μαγδαληνή, ὅπως δέχεται μεταγενέστερη παράδοσι τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή εἶναι Ἁγία, τήν ὁποίαν εἶχε θεραπεύσῃ ὁ Κύριος καί ἦτο ἀφιερωμένη σ’Αὐτόν καί πρώτη ἀξιώθηκε νά τόν δῇ μετά τήν Ἀνάστασί Του. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου καί ἡ ἁμαρτωλή τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι τρία διαφορετικά καί διακεκριμένα μεταξύ τους πρόσωπα.
Λίγο πρίν ἀπό τό Πάθος, ὅταν ὁ Χριστός βρισκόταν στή Βηθανία, στό σπίτι Σίμωνος τοῦ Λεπροῦ, μια  γυναῖκα πόρνη πλησίασε τόν Κύριο εἰλικρινά μετανοιωμένη. Μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός της μπροστά στό Λυτρωτή, Τόν πλησίασε ταπεινά καί ἄρχισε νά περιχύνῃ μέ πολύτιμο μύρο τό κεφάλι καί τό σῶμα Του, νά καταφιλῇ καί νά βρέχῃ μέ τό μύρο καί τά δάκρυά της τά ἄχραντα πόδια Του καί νά τά σπογγίζῃ, μέ τά ξέπλεκα μαλλιά της.




Αὐτή τήν τόσο δραματική εὐαγγελική σκηνή ἐπεξεργάζεται ἡ ὁσία μοναχή Κασσιανή, μεγάλη ποιήτρια καί ὑμνῳδός τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ ἁγία Κασσιανή συνέθεσε τό πιό γνωστό ποιητικό ἀριστούργημά της, τό περίφημο Δοξαστικό, πού ψάλλεται σέ ὅλες τίς ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, τό βράδυ τῆς Μεγάλης Τρίτης, τό· «Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή...».

Τό ἐξαίσιο αὐτό ποίημα, μέ τά βαθειά νοήματα, πού περιέχει, προξενεῖ δάκρυα κατανύξεως, σέ κάθε καλοπροαίρετη ψυχή. Φέρει σέ συναίσθησι καί εἰλικρινῆ μετάνοια. Δείχνει πόσο σκοτεινή εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου, πού ξεφεύγει ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Τονίζει, πώς  ὁ οἶστρος τῆς ἀκολασίας, «ὁ ζοφώδης τε καί ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας» τυφλώνει τήν ψυχή καί κουρελιάζει τήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα. Καί γεννᾶ στήν ψυχή μας τήν ἀνάγκη τῆς ἐπιστροφῆς στό Θεό, πού εἶναι ἄπειρη Ἀγάπη καί ἀμέτρητον Ἔλεος.

Στή θρησκευτικά καί ἠθικά ἀφυδατωμένη  τεχνοκρατική καί σατανοκρατούμενη ἐποχή μας,

προβάλλει ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιστροφῆς στό Χριστό καί τίς ἠθικές Ἀξίες τῆς ζωῆς.

Καί μποροῦμε, ἄν θέλουμε, αὐτές τίς ἅγιες μέρες νά ἀποτινάξουμε ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας «τόν ἔρωτα τῆς ἁμαρτίας». Νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε ἀκάθαρτη καί ὑλική ἡδονή, ἀπό τήν πολλή λάσπη. Νά προσπέσουμε  στά πόδια τοῦ Χριστοῦ, πού ἀγωνίζεται ὡς τέλειος ἄνθρωπος νά φθάσῃ στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό καί Σταυρώνεται, γιά τή σωτηρία μας. Νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του. Καί νά Τόν παρακαλέσουμε νά δεχθῇ τήν εἰλικρινῆ μας μετάνοια, νά μᾶς δώση ἄφεσι, νά μᾶς χαρίσῃ τή λύτρωσι, νά δεχθῇ τά δάκρυα τῆς εὐγνωμοσύνης μας καί νά μᾶς ἀξιώσῃ νά Τόν δοξάζουμε, διότι σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

«Κύριε, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ζωντανῆς Παρουσίας τῆς Θεότητος  καί τῆς Εὐσπλαγχνίας Σου καί, μέ ψυχή συντετριμμένη ἀπό τίς πολλές ἁμαρτίες, σάν μυροφόρος, τολμῶ καί προσέρχομαι πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ Σου, καί  Σοῦ προσφέρω ταπεινά, μύρα καί δάκρυα εὐγνωμοσύνης. Γλυκύτατε Ἱησοῦ. Ἀλλοίμονό  μου, ἐξομολογοῦμαι, Κύριε, ὑπάρχει στήν ψυχή μου τό σκοτάδι μιᾶς ἀτέλειωτης νύχτας, μέ κυριεύει ὁ οἶστρος, ἡ μανία τῆς ἀκολασίας, πού εἶναι νύχτα ζοφώδης τε καί ἀσέληνος, ὁ ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τίς πηγές

τῶν δακρύων, δέξου, Κύριε, τήν μετάνοιά μου, Σύ πού διεξάγεις,  διά τῶν νεφελῶν, τῆς θαλάσσης τό ὕδωρ. Λύγισε , Κύριε, μπροστά στούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς μου. Λυπήσου με, Κύριε, Σύ πού ἔκλινες τούς Οὐρανούς μέ τήν ἄφατη καί ἀνέκφραστη κένωσί Σου, μέ τήν ἄκρα ταπείνωσί Σου καί ἔγινες γιά χάρι μου ταπεινός ἄνθρωπος.

Ἄφησέ με νά καταφιλήσω τά ἄχραντα πόδια Σου καί νά τά σπογγίσω μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς μου. Ἄφησέ με νά καταφιλήσω τά πόδια ἐκεῖνα, πού,  ὅταν ἡ Εὔα στόν παράδεισο, μετά τήν παρακοή,  ἄκουσε τόν κρότο τοῦ Θεϊκοῦ Σου βαδίσματος, ἀπό τό φόβο τῆς κρύφτηκε. Ποιός μπορεῖ νά ἐξιχνιάσῃ  τά πλήθη τῶν ἁμαρτιῶν μου καί τάς ἀβύσσους τῶν κριμάτων Σου, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;

Μή παραβλέψῃς, Κύριε, τήν  ταλαίπωρη ψυχή μου, Σύ πού ἔχεις ἀμέτρητον τό ἔλεος».











Δευτέρα 22 Απριλίου 2019

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ






Γιά τή συντριβή
καί
τήν ἀπώλεια τῶν ἀμετανοήτων.



«Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ ἡ ἀποκτείνουσα τούς
προφήτας καί λιθοβολοῦσα τούς ἀπεσταλμένους
πρός αὐτήν, ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυναγαγεῖν  τά
τέκνα σου, ὅν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τά νοσσία
ἑαυτῆς ὑπό τάς πτέρυγας, καί οὐκ ἠθελήσατε.
Ἰδού ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος.
Λέγω γάρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ’  ἄρτι ἕως  ἄν
εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι
Κυρίου» (Ματθ. κγ΄ 37-39).

 Ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ. β΄4). Διαπιστώνει ὅμως ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν  Τόν δέχονται. Μισοῦν τό Φῶς, γιατί εἶναι πονηρά τά ἔργα τους καί, μέ τή θέλησί τους, παραμένουν κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Συνεχίζουν νά ἀδικοπραγοῦν καί νά ὁδεύουν ὁλοταχῶς πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας ὀδύνης, πρός τήν συντριβή τους, ἐξ αἰτίας τῆς πωρώσεως καί τῆς ἀμετανοησίας τους. Δέν θρηνεῖ ὁ Χριστός, ὁ Ἀληθινός Μεσσίας, γιατί δέν Τόν δέχθηκαν, γιατί δέν σεβάσθηκαν τή Θεϊκή Του συγκατάβασι καί δέν πίστεψαν στήν ἀγάπη Του, ἀλλά θρηνεῖ, γιατί, ἐξ αἰτίας τῆς συμπεριφορᾶς τους αὐτῆς, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τους,  δέν σώζονται, ἀλλ’ ὁδηγοῦνται στόν ὄλεθρο, στήν καταστροφή, στό Θάνατο.
Ἔρχεται ὁ Λυτρωτής, ὁ Ἐλευθερωτής, κρούει τή Θύρα, κι’ οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς  δέν ἀκοῦμε τή φωνή Του. Κλείνουμε τήν καρδιά στό Χριστό κι’ ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας στό Διάβολο. Ἐνεργοῦμε «κατ’ ἐνέργεια τοῦ Σατανᾶ» καί δέν μετανοοῦμε.
Εἰσέρχεται στά Ἱεροσόλυμα καί ἐπευφημεῖται ἀπό τό Λαό καί ὑμνεῖται ὡς Βασιλιᾶς καί Ἐλευθερωτής:
«Ὡσαννά τῷ υἱῷ Δαυῒδ· Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος  ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννά ἐν τοῖς ὑψίστοις»(Ματθ. κα΄ 9).
Ὡς καρδιογνώστης ὅμως προγνωρίζει ὅτι μετά ἀπό δυό μέρες, θά ἀκούσῃ τίς κραυγές  Παραφροσύνης τῶν Σταυρωτῶν καί ὅλων τῶν ἀχαρίστων: ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν, καί θρηνεῖ, ὄχι γιατί Τόν σταυρώνουν, ἀλλά γιατί διψᾶ τή σωτηρία καί αὐτῶν ἀκόμη τῶν Σταυρωτῶν, καί θρηνῶν προσεύχεται στόν Πατέρα γι’  αὐτούς. Θρηνεῖ διότι προβλέπει ὅτι ἡ Κακία τους, τούς ὁδηγεῖ στή συντριβή. Θρηνεῖ διότι προβλέπει, μέ πόνο ὅτι «Οὐ μή ἀφεθῇ ὧδε λίθος ἐπί λίθον, ὅς οὐ καταλυθήσεται» (Ματθ κδ΄ 2).





Θρηνεῖ, διότι «Ἰδού ἐγκαταλείπεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν ἔρημος». Θρηνεῖ καί λέγει σέ ὅλους μας :
«Λέγω γάρ ὑμῖν, οὐ μή με ἴδητε ἀπ’ ἄρτι ἕως ἄν εἴπητε, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ματθ. κγ΄ 38-39).
Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας, ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ κυρίου στόν κόσμο, προβλέπει τήν ἀχαριστία, τήν πώρωσι καί τήν ἀμετανοησία τῶν εὐεργετουμένων, οἱ ὁποῖοι δέν δέχονται τόν ἀληθινόν Μεσσία, καί τόν καταδικάζουν στό Σταυρικό Θάνατο. Ἀρνοῦνται τόν Ἄρχοντα τῆς εἰρήνης, τόν Λυτρωτή καί Θεό καί, μέ κραυγές Παραφροσύνης δηλώνουν ἀναισχύντως στόν Πιλάτο: «Οὐκ ἔχομεν Βασιλέα εἰ μή Καίσαρα», καί ζητοῦν τή Σταύρωσι τοῦ Ἀληθινοῦ Μεσσία.
Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας(α΄ 21-31) μένει ἄφωνος μπροστά στή πώρωσι τοῦ Λαοῦ αὐτοῦ καί μέμφεται τήν Ἱερουσαλήμ, γιά τίς παρανομίες τῶν κατοίκων της:
«Πῶς ἐγένετο πόρνη πόλις πιστή Σιών, πλήρης κρίσεως, ἐν ᾗ δικαιοσύνῃ ἐκοιμήθη ἐν αὐτῇ, νῦν δέ φονευταί» (Ἡσ. α΄21). Δικαίως «καλεῖται πνευματικῶς Σόδομα καί Αἴγυπτος, ὅπου καί ὁ Κύριος ἡμῶν ἐσταυρώθη» (Ἁποκ. ια΄8).
Ἀκούει καί περιγράφει ὁ Προφήτης καί τόν θρῆνον τοῦ Μεσσία, γιά τήν ἀπώλεια τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, πού δέν δέχθηκαν τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί παρέμειναν  «δέσμιοι τῆς γῆς», βυθισμένοι στό Βόρβορο τῶν ἁμαρτιῶν τους, δοῦλοι τῆς Κακίας, καί λέγει: «Καί ἐγώ εἶπα· Κενῶς  ἐκοπίασα, εἰς μάταιον καί εἰς οὐδέν ἔδωκα τήν ἰσχύν μου· διά τοῦτο  ἡ κρίσις μου παρά Κυρίῳ καί ὁ πόνος μου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μου» (Ἡσ. 49, 4).




Πικραίνεται ὁ Κύριος μπροστά στή σκληροκαρδία,
τήν πώρωσι καί τήν ἀμετανοησία τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων. Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος. Διῆλθε καί διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ καί καταδέχεται νά ὑψωθῇ στό Σταυρό, μέ τή θέλησί Του, ἀντί γιά μᾶς.


Αὐτός , ἀντί ἡμῶν. Τί ἄλλο θά μποροῦσε νά κάνῃ, γιά νά ἔλθουμε στόν ἑαυτό μας καί νά ἐγκολπωθοῦμε τόν ἀληθινόν Μεσσία καί τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του;
Ὡς τέλειος ἄνθρωπος ἐξαντλεῖ τήν ἀγάπη Του, καί τίς δυνάμεις Του καί ἀντιμετωπίζει τή σκληρότητα και τήν ἀμετανοησία τῶν περισσοτέρων. Μᾶς προσφέρει τήν ἀγάπη Του καί δέν τή δεχόμαστε καί μένουμε στό Βόρβορο, στή λάσπη. Θρηνεῖ, γιά  τή συντριβή καί τό Χαμό μας.
Θρηνεῖ καί μονολογεῖ: «Λοιπόν εἰς μάτην ἐκοπίασα, εἰς μάτην ἐξήντλησα τάς δυνάμεις μου;
Ἔ, λοιπόν, ὄχι. Ἐναποθέτω τό δίκαιόν μου εἰς τόν Κύριον, καί ὁ πόνος, ἡ θλῖψις μου εἶναι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μου». Συνεχίζω τόν ἀγῶνα γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, ἀγωνίζομαι νά φθάσω καί θά φθάσω στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό, γενόμενος τύπος καί ὐπογραμμός, ὑπόδειγμα τοῦ ἀγωνιζομένου ἀνθρώπου.
Ἔχει συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς Του καί φέρει σέ πέρας τό ἔργον, πού τοῦ ἀνέθεσε ὁ Οὐράνιος Πατέρας, ὁ ὁποῖος δέχεται τή Θυσία Του. Καί πραγματικά, διά τοῦτο ὁ Θεός-Πατήρ, τόν Υἱόν Του, γενόμενον ὑπήκοον μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, καί ὡς ἄνθρωπον αὐτόν ὑπερύψωσε καί ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα, ἵνα ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων και ἐπιγείων καί καταχθονίων, καί πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσηται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β΄ 8-11).


Ὁ Χριστός ἔφθασε στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό. Μετέβαλε τή σάρκα  σέ πνεῦμα, ἀφήνοντας τόν ἑαυτόν Του ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν Αὐτοῦ.
Ὁ Κύριος μᾶς παρακολουθεῖ καί θρηνεῖ ὅταν βλέπῃ νά παίρνουμε τή ζωή μας λάθος καί νά μή μετανοῦμε. Ὡς ἄπειρη ἀγάπη, συνεχίζει καί κρούει τή Θύρα καί μέ ἄφατη μακροθυμία περιμένει νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας καί θρηνεῖ καί δακρύζει ὁ γλυκύς Ἰησοῦς μπροστά στίς πετρωμένες καρδιές τῶν ἀνθρώπων...

Ἄχ! Ἄς μποροῦσα, ὁ ἄθλιος ἐγώ, νά ἁπαλύνω τόν πόνο Σου,  Ἀνεξίκακε Κύριε...
Πόσο μεγάλη θά ἦταν ὀ Χαρά, νά καταλάβουμε ἐμεῖς, οἱ ἀξιοθρήνητοι ἄνθρωποι, πρίν νά εἶναι ἀργά, τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχνία Σου, Μακρόθυμε Κύριε, καί νά δεχθοῦμε τό θεῖον δῶρον  Σου, τό Χάρισμα τῆς εἰλικρινοῦς καί ἐμπράκτου μετανοίας!...
Σύ, Ζωοδότα Κύριε, μέ τή Σταυρική Σου Θυσία καί τήν Ἀνάστασί Σου, ἄνοιξες τίς Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ, τίς Πύλες τῆς Μετανοίας. Μή μᾶς ἐγκαταλείψῃς. 
Ὡς πῦρ καταναλίσκον, κάψε τά ἄχυρα τῶν ἔργων μας, φώτιζε τά σκοτάδια μας , λάμπρυνε τήν τάλαινα ψυχή μας, ὡς ἄπειρον Ἔλεος!  Ὅσο κι’ ἄν δέν θέλουμε νά τό καταλάβουμε, Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό Μόνον ἀσφαλές καταφύγιον.
Σέ Σένα καταφεύγουμε καί Σέ ἱκετεύουμε. Λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας, μόνε Οἰκτίρμον!
Δέξου μας, ὡς τόν ληστή,  εἰλικρινά μετανοιωμένους, καί ἀξίωσέ μας νά Σέ ὑμνοῦμε αἰώνια.




«Τόν λῃστήν αὐθημερόν τοῦ Παραδείσου ἠξίωσας, Κύριε· κἀμέ τῷ ξύλῳ τοῦ Σταυροῦ φώτισον καί σῶσον με».