Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2019

Τ' ΑΠΑΝΕΜΟ ΛΙΜΑΝΙ ΜΟΥ




Ο ΧΡΙΣΤΟΣ



 Αυτό ‘ναι τό ἀπάνεμο λιμάνι μου, ὁ Χριστός.

Ὅσο κι’ἄν δέν τό καταλαβαίνῃς, φίλε μου,

εἶναι ὁ μόνος, πού μέ παραστέκει καί μέ στηρίζει, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία. Μόνον Αὐτός.


Κι’ ἐδῶ σ’ αὐτή τήν  ἄβατη, τήν ἔρημη κι’ ἄνυδρη γῆ, μᾶς δέρνουν μπόρες, θύελλες καί σφοδρές Καταιγίδες, μεγάλα κακά, πού μᾶς κτυποῦν ἀλύπητα...Ἀρρώστιες, καταπίεσι, ἀνέχεια, κακίες, ἔριδες μίση, ψευτιές ,ὑποκρισίες, ἀκαταστασίες,

πόλεμοι, ταραχές, ἀστόχαστες ἐνεργειες ἀφρόνων,

πονηροί ἄνθρωποι καί γόητες, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι...ἄνθρωποι κατεφθαρμένοι τόν νοῦν, μακράν τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς ἐξαπατοῦν καί ἀλύπητα μᾶς θλίβουν καί μᾶς ὁδηγοῦν στήν ἀπόγνωσι καί στήν ἀπελπισία, πράγματι μεγάλη συμφορά...

Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθῇ ὅλα αὐτά πού μᾶς δέρνουν  σέ μιά κοινωνία ,χωρίς Θεό, χωρίς ἀγάπη.

Χείμαρρον διῆλθε καί διέρχεται ἡ ψυχή μας...

Ἄν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας...ἄς τό ὁμολογήσουν οἱ πιστοί, ἄν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας, σίγουρα, θά μᾶς εἶχαν καταβροχθησῃ οἱ ἐχθροί μας, θά μᾶς κατάπιναν ζωντανούς (Ψαλμ. 123,1-3)



Ὁ κατακλυσμός τοῦ μίσους τῶν ἀσεβῶν καί ἡ

ἀσύνετος ὁρμή τῆς παραφορᾶς τους, πράγματι,

μοιάζει μέ ὁρμητικό χείμαρρο, πού στό διάβα του

καταστρέφει καί ρημάζει καί ἀφανίζει τά πάντα.

Ἔτσι εἶναι ὁ κόσμος χωρίς Θεόν, χωρίς  ἀγάπη.

«Ἄς ἔχῃ δόξα ὁ Κύριος, πού εἶναι μαζί μας καί μᾶς προστατεύει καί δέν μᾶς ἀφήνει, σάν θήραμα στά Δόντια τῶν ἐχθρῶν μας, νά μᾶς κατασπαράξουν. Ἡ ψυχή μας, σάν σπουργιτάκι, ἐγλύτωσε, μέχρι σήμερα ἀπό τήν παγίδα, αὐτῶν, πού παραμονεύουν νά τήν συλλάβουν, σάν θήραμα. Ἡ Παγίδα, πού εἶχαν στήσει, συνετρίβη καί ἐμεῖς, μέ τή Χάρι καί τή δύναμι τοῦ Κυρίου σωθήκαμε»(πρβλ.Ψαλμ.123,6-7) Δόξα τῷ Θεῷ!

«Ἡ βοήθεια ἡμῶν ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ ποιήσαντος τόν οὐρανόν καί τήν γῆν»( Ψαλμ.123,8). Ἡ βοήθειά μας βασίζεται στό Χριστό καί μόνον Σ’Αὐτόν. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί στό ἐπαναλαμβάνω, φίλε μου. Μήν ἀμφιβάλλῃς. Πίστευε. Ὁ Χριστός καί μόνον Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον, τ’ ἀπάνεμο λιμάνι τῆς ψυχῆς μας. Μόνον ὁ Χριστός.



Ἄν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας, θά εἴχαμε, σίγουρα καταποντισθῇ. Ὅμως ὁ Κύριος εἶναι μαζί μας.  Καί χρέος μας εἶναι νά τόν δοξάζουμε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας καί, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμε, μετά τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων. Διότι Σ’Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας.

Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος νά νοιώσουμε τήν ζωντανή Του Παρουσία στή ζωή μας καί τήν παντοδύναμον Προστασία Του. 
Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ νά κουρνιάσουμε στά ἄχραντα πόδια Του, νά ἀναπαυθῇ ἡ ψυχή μας.
Εἴθε νά μᾶς δώσῃ τή Χάρι Του νά Τόν ὑμνοῦμεν σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.



Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2019

ΚΥΡΙΕ, ΜΗ ΧΡΟΝΗΣῌΣ (Ψαλμ. 69,6).



«Καί ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι, ἔκραξε λέγων· 
Κύριε, σῶσον με»



ΝΑΙ, ΕΡΧΟΥ, ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ.

ΕΡΧΟΥ ΤΑΧΥ (Ἀποκ. κβ΄ 20).

Χείμαρρος συμφορῶν κατακλύζει τήν ψυχή μου. Θλίψεις, στενοχώριες, πόνος ἀφόρητος, ὀδύνη, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου καί τό ὁμολογῶ, Κύριέ μου, Ἰησοῦ, «ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου, καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε» ὑπό τῶν ἀνθρώπων.


Κύριε Ἰησου Χριστέ, ὁμολογῶ, ὅτι σύ εἶσαι ὁ μόνος Ἅγιος, ὁ μόνος δίκαιος καί ἀληθινός, καί μέ βαθειά συναίσθησι τής ἁμαρτωλότητός μου, καταφεύγω πρός Σέ, Φιλάνθρωπε, καί κραυγάζων,  ζητῶ τό ἔλεός Σου. Ποῦ ἀλλοῦ νά καταφύγω; Ἀπό ποιόν νά ζητήσω βοήθεια; Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχω ἄλλον καί δέν θέλω νά ἔχω ἄλλον κανένα. Σύ καί μόνο Σύ εἶσαι ἠ μόνη μου καταφυγή, ἡ μόνη μου ἐλπίδα, τό Φρούριόν μου, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον.Ἔχω ἐμπαγῆ σέ πυκνό, βαθύ σκοτάδι ἀπογνώσεως, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μου, καί ζητῶ ἔλεος, εἰλικρινά μετανοιωμένος.


Εἶμαι δικός Σου δοῦλος, ἀχρεῖος μέν, ἀλλά δικός Σου. Ποιός ἄλλος μπορεῖ νά μέ ἀνασύρῃ ἀπό τό βυθό εἰς τόν ὁποῖον ἔχω βυθισθῇ καί ἀποπνίγομαι; Ποιός μπορεῖ καί θέλει νά μέ λυτρώσῃ ἀπό τόν Ὀδύνη καί τόν πόνο στόν ὁποῖον μέ ὡδήγησαν τά λάθη μου, ἄν ὄχι Ἐσύ, Ἰησοῦ μου, πού σταυρώθηκες γιά μένα;



Δέν μπορῶ νά σκεφθῶ τή ζωή μου καί τή ζωή τῶν δικῶν μου, χωρίς Ἐσένα, Κύριέ μου. Χωρίς Ἐσένα χάνομαι, εἶμαι νεκρός, βυθίζομαι στόν ᾏδη τῶν παρανοήσεων καί τῶν συμφορῶν. Χωρίς Ἐσένα εἶναι  ἡ ζωή μου ἄδεια. Μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ. Πάρε τόν πόνο ἀπό τήν ψυχή μου. Σύ, ὁ πανακής ἰατρός, θεράπευσέ μας ἀπό τίς ἀρρώστιες μας. Χάρισέ μας ψυχική καί σωματική ὑγεία. Μή βραδύνῃς. Μη ἀργοπορῇς. Ἔρχου ταχύ, Κύριέ μου Ἰησοῦ. 


Φώτισε τά σκοτάδια μας. Καθάρισε τό νοῦ καί τήν ψυχή μας, τούς νεφρούς καί τά σπλάγχνα. Σύ, Κύριε, ὁ Θεός τῆς εἰρήνης, ἁγίασον ἡμᾶς ὁλοτελεῖς. Καί ὁλόκληρον ἡμῶν τό πνεῦμα, καί ἡ  ψυχή καί τό σῶμα ἀμέμπτως  τηρηθείη ἐν τῇ παρουσία Σου, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ. Πιστεύω ἀπόλυτα, ὅτι Σύ, Κύριε, πού μᾶς καλεῖς, μέ τόση στοργή, κοντά σου, εἶσαι πιστός καί θά πραγματοποιήσῃς, πολύ σύντομα,  ὅλα, ὅσα Σέ παρακαλῶ. Κύριέ μου Ἰησοῦ, Σύ εἶσαι τό γλυκύ μου Ἔαρ, τό Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, ὁ προσωπικός μου Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ κόσμου. Σύ εἶσαι τό Φῶς, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο, Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας. Μή μᾶς ἀφήνῃς μόνους. Ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν. Μήν ἀργοπορῇς.
Μέ δάκρυα, Σέ παρακαλῶ, μή βραδύνῃς... Τό Ἔλεός Σου ζητῶ. Ναί, Κύριε Ἰησοῦ, ἐλέησον!
Δρᾶμε, πρόφθασον, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με. Ἔρχου ταχύ...
Ἀμήν , ναι ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ.




Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

Η ΣΥΓΚΥΠΤΟΥΣΑ





ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


Δέκα καί ὀκτώ  χρόνια ὑπέφερε εἶχε πνεῦμα ἀσθενείας, ἡ συγκύπτουσα. Τήν ἔδεσε ὁ Σατανᾶς μέ τήν ἀρρώστια αὐτή. Ἧταν σκυμμένη διαρκῶς, μέ κυρτωμένο τό σῶμα καί δέν μποροῦσε καθόλου νά σηκώσῃ ὄρθιο τό κεφάλι. Δέν ἀγανάκτησε, δέν γόγγυσε, δέν παραπονέθηκε. Μόνο πίστευε καί ὑπέμενε καρτερικά. Κυρίως δέν παρέλειπε νά ἐκκλησιάζεται κανονικά. Ἡ μόνη της παρηγοριά ἦταν ἡ Προσευχή καί ἀκρόασις  καί μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Εἶχε τήν ἐλπίδα της στό Θεό.
Ὁ ἀρχισυνάγωγος τήν παρακολουθοῦσε δεκαοκτώ χρόνια συγκύπτουσα, χωρίς νά  μπορῇ νά τή βοηθήσῃ. Δέν μποροῦσε ἤ δέν ἐνδιαφερόταν;
Ὑποδειγματική ἦταν ἡ πίστις καί ἡ ἀγάπη της στό Θεό, πρᾶγμα, πού φαίνεται ἀπό τόν τακτικό της ἐκκλησιασμό καί, καλόν εἶναι νά προσέχουν τό παράδειγμά της ὅσοι ἀγανακτοῦν, μέ τό παραμικρό πάθημά τους, ἐξ αἰτίας των ἁμαρτιῶν τους, καί ὅσοι παραλείπουν νά ἐκκλησιάζωνται, μέ «προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις».
Καί ὀφείλω νά τονίσω ἐδῶ ὅτι «ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς», ὁ Θεός, βλέπει στήν καρδιά μας καί βραβεύει τήν Πίστι, τήν Ὑπομονή μας καί ὄχι μόνο, ἀλλά ἔρχεται κοντά μας, ἁπαλύνει τόν πόνο μας, καί θεραπεύει τίς ἀρρώστιες μας.




Αὐτό συνέβη καί στήν περίπτωσι τῆς συγκυπτούσης. Ἧλθε στή Συναγωγή καί «ἰδών αὐτήν ὁ Ἰησοῦς, ὁ «πανακής ἰατρός», ὁ Θεραπευτής, τῆς φώναξε καί τῆς εἶπε: «Γυναίκα, ἀπαλλάσσεσαι ἀπό τήν ἀρρώστια σου». Ἔβαλε πάνω της τά ἄχραντα χέρια Του καί ἀμέσως ἐκείνη ἀνορθώθηκε καί ἐδόξαζε τόν Θεόν(Λουκ. ιγ΄ 10-17).
Εἶδε ὁ ἀρχισυνάγωγος τή θεραπεία της καί, ὄχι μόνον, ὁ ὑποκριτής δέν χάρηκε, πού τό πνευματικό του αὐτό παιδί θεραπεύθηκε, ἔπαυσε νά ὑποφέρῃ, ἀλλά καί ἀγανάκτησε ἐναντίον της καί κυρίως ἐναντίον τοῦ Θεραπευτοῦ, διότι τήν θεράπευσε τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Καί ἀπευθυνόμενος, χωρίς ντροπή, στό ἀκροατήριόν του εἶπε: -Ὑπάρχουν ἕξι μέρες, πού ἐπιτρέπεται νά ἐργάζεται κανείς, μέσα σ’ αὐτές νά ἔρχεσθε καί νά θεραπεύεστε, καί ὄχι τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου-Τί ὑποκρισία, Θεέ μου!  Πῶς μᾶς ἀνέχεσαι, Φιλάνθρωπε Κύριε...

Ὁ Κύριος καυτηριάζει τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία καί τήν «ἐσχηματισμένην εὐσέβειαν».

Θέλει νά φέρῃ σέ συναίσθησι καί νά σώση καί αὐτόν τόν Ὑποκριτή, τό Φαρισαῖο, τόν ἀρχισυνάγωγο καί ἀμέσως τοῦ ἀπάντησε στήν ἄστοχη  καί ἀψυχολόγητη συμπεριφορά του καί τοῦ εἶπε: «Ὑποκριτά, ὁ καθένας ἀπό σᾶς τούς ὑποκριτές, δέν λύνει τό βόδι του καί τό γάϊδαρό του ἀπό τό παχνί τό Σάββατο καί πάει νά τά ποτίσῃ; Ἀσφαλῶς καί τά λύνει καί τά ποτίζει. Καί αὐτή ἡ δυστυχισμένη γυναίκα, πού εἶναι ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ, παιδί τοῦ Θεοῦ, και τήν ὁποίαν ἔδεσε ὁ Σατανᾶς δεκαοκτώ χρόνια, δέν ἔπρεπε νά λυθῇ ἀπό αὐτά τά δεσμά τό Σάββατο;»
Μέ τά λόγια Του αὐτά ντροπιάσθηκαν οἱ ψεῦτες καί οἱ ὐποκριτές ἀντίπαλοί Του καί ὅλος ὁ κόσμος χαιρόταν μέ ὅλα τά θαυμαστά λόγια καί ἔργα, πού ἔκανε ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς.
Δυστυχῶς ζοῦμε σέ ἕνα κόσμο Ψευτιᾶς καί Ὑποκρισίας. Χάσαμε τήν οὐσία καί δίνουμε μάχες γιά τά τυπικά. Ὁ Χριστός ὅμως ἦλθε νά μᾶς λυτρώσῃ καί νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό Βόρβορο τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισία, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό βυθό τῆς Παραφροσύνης, Καί μᾶς πλησιάζει μέ τρυφερότητα καί στοργή καί μᾶς ἀποκαλύπτει τή ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΛΗΘΕΙΑ. Ἧλθε καί μᾶς ἀνεβάζει στό ὕψος τῆς δικῆς Του Ἀγάπης. Καί μᾶς διδάσκει πῶς, πραγματικά, ἁγιάζεται ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, τό Σάββατο, ἡ Κυριακή καί ἡ κάθε μέρα. Μᾶς διδάσκει τό· Πῶς εὐαρεστεῖται ὁ Θεός, ὄχι μόνον μέ τόν πανάγιο λόγο Του, ἀλλά κυρίως μᾶς διδάσκει μέ τό παράδειγμά του. Εἷναι «τύπος καί ὑπογραμμός ἐν πᾶσι». Εἶναι φωτεινό  παράδειγμα σέ ὅλους ἐμᾶς, καί σέ ὅλα.
Ὁ Ἰησοῦς, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», «διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ διδάσκων τό
Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» καί μᾶς καλεῖ νά ἀκολουθήσουμε τό παράδειγμά Του. Μόνον ἔτσι, μέ τή γνήσια ἀγάπη μας, μέ εὐεργεσίες ἁγιάζεται ἡ Ἡμέρα τοῦ κυρίου καί εὐαρεστεῖται ὁ Θεός καί ὄχι «μέ κεριά καί λιβάνια». Καί ὅπως λέγει ὁ ἐθνικός μας ποιητής Κ.Παλαμᾶς:

«Ὁ Χριστός θέλει νά καίγωνται γι’ αὐτόν καρδιές καί ὄχι κεριά καί μέ σταυρούς κανείς δέν τόν λατρεύει καί γονατίσματα βαριά. Γιατί λατρεύει τό Χριστό, ὅποιος  δίνει γιά τήν Πατρίδα τή ζωή, ὅποιος τόν γυμνωμένο κρυφοντύνει καί τόν πτωχό τόν ἐλεῖ, ὅποιος τήν ἀδικία κεραυνώνει, κι’ ἁγνό τό μέτωπο κρατεῖ κι’ ἔχει Θεό τήν Καλωσύνη μόνη, κι’ ἔχει Θεό τήν Ἀρετή».
Κι’ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί γνωρίζουμε ὅτι ἐνσάρκωσις τῆς Ἀγάπης καί πάσης Ἀρετῆς εἶναι ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ. Καί ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ νἀ ἀφήσουμε τίς Ψευτιές καί τίς ὑποκρισίες καί γενικά τήν ἐσχηματισμένη εὐσέβεια, νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του καί νά ἁγιάζουμε τίς ἡμέρες, πού μᾶς χαρίζει ὀ Κύριος, μέ τήν ἐσταυρωμένη Ἀγάπη Του, θεραπεύοντας πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. Ὅπως Ἐκεῖνος, ἔτσι κι' ἐμεῖς ὀφείλουμε νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ.
Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Κύριος  νά κάνουμε «Πρᾶξι» τήν ἀγάπη Του καί, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ καί ἔργῳ, νά Τόν δοξάζουμε σύν τῷ πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Διότι Σ’ Αὐτόν καί μόνον Σ' Αὐτόν  ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.





Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

«Ἰησοῦ υἱέ Δαυῒδ, ἐλέησόν με»




Καί οἱ παρατρεχάμενοι «ἐπετίμων αὐτῷ

ἵνα σιωπήσῃ» (Μαρκ. ι΄ 40-52.Λουκ.ιη΄ 35-43).



Τυφλός ἐπαίτης, ὁ Βαρτίμαιος, καθόταν σέ μιά γωνιά τοῦ δρόμου, στήν Ἱεριχώ, καί ζητιάνευε. Δέν ἔβλεπε, ἀλλά ἄκουσε τό θόρυβο τοῦ λαοῦ, πού περνοῦσε καί ζήτησε νά μάθῃ τί συμβαίνει. Καί πληροφορεῖται ὅτι «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται». Τότε ἀμέσως μέ πίστι θερμή, ἄρχισε νά φωνάζῃ δυνατά, νά κραυγάζῃ:
«Ἰησοῦ υἱέ Δαυῒδ, ἐλέησόν με».
Οἱ πονεμένες κραυγές τοῦ  δυστυχισμένου καί φτωχοῦ τυφλοῦ ἐνοχλοῦν τούς «παρατρεχάμενους» Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, τούς ὑποκριτές, πού ἀκολουθοῦσαν τό Χριστό, καί θέλοντας νά ἐπιδείξουν τό ὑποκριτικό ἐνδιαφέρον τους, γιά τό Διδάσκαλο, ἄρχισαν νά ἐπιπλήττουν τόν τυφλόν καί προσπαθοῦσαν νά τόν ἀναγκάσουν νά σιωπήσῃ, γιά νά μήν ἐνοχλῇ τόν Κύριο· «ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ».
Αὐτός ὅμως παρακάμπτει τά ἐμπόδια, δέν δειλιάζει, ἀλλά μέ Πίστι θερμή, μέ λαχτάρα, ἱκετεύει καί παρακαλεῖ τόν Κύριον: «Αὐτός δέ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱέ Δαυῒδ ἐλέησόν με».

Μέ ὑπομονή, ἐπιμονή καί πίστι στήν ἀγαθότητα καί παντοδυναμίαν τοῦ Χριστοῦ προσεύχεται καί παρακαλεῖ τόν Κύριο. Δέν βαττολογεῖ. Ἔλεος ζητεῖ ἀπό τόν Ἐλεήμονα. Μέ τήν προσευχή του δηλώνει Πίστιν εἰς τόν Ἰησοῦν καί ὁμολογεῖ ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Μεσσίας, ὁ υἱός Δαυῒδ, δηλαδή, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ τέλειος Θεός, πού ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, ὁ Σωτήρας, ὁ Ἱησοῦς ὁ Ναζωραῖος, πού παρέρχεται, ἔρχεται κοντά μας, νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τίς συμφορές, πού σωρεύει στήν ψυχή καί τή ζωή μας ἡ ἁμαρτία. Πιστεύει ὁ Βαρτίμαιος καί εἶναι σίγουρος, ὅτι ὁ Θεός εἰσακούει τίς κραυγές του καί ἀποκρίνεται. Οἱ ἄνθρωποι ἐνοχλοῦνται, ὁ Ἰησοῦς ὅμως, ποτέ. Παρέρχεται, περνάει ἀπό κοντά μας,




 «χθές καί σήμερον αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» καί δέν μᾶς προσπερνάει, στέκεται καί ἀκούει μέ στοργή τά αἰτήματά μας καί θεραπεύει τίς ἀνάγκες μας, ὅπως στάθηκε καί στήν Ἱεριχώ, ὅταν ἄκουσε τίς κραυγές τοῦ τυφλοῦ, πού ζητοῦσε τό ἔλεός Του καί διατάσσει αὐτούς πού τόν ἐμπόδιζαν, καί τούς εἶπε νά τόν φέρουν κοντά Του καί τόν ρώτησε: «Τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δέ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Ἡ πίστις σου σέ Μένα σέ ἔσωσε ἀπό τήν ἀθεράπευτη τύφλωσί σου.





Ἀκριβῶς μέ τήν ἴδια στοργή καί τρυφερότητα ἀκούει καί τίς δικές μας κραυγές. Δέν μᾶς προσπερνᾶ. Στέκεται κοντά στόν καθένα μας  καί ἀκούει, μέ προσοχή καί ἄπειρη ἀγάπη, τά αἰτήματά μας καί μᾶς θεραπεύει τίς ἀνάγκες μας ποιῶν πάντοτε τό συμφέρον μας.
Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά σώσῃ ὅλους ἐμᾶς τούς ἀναγκεμένους, πού ξεστρατήσαμε ἀπό τό δρόμο τῆς ζωῆς. Ἔρχεται κοντά μας ὁ υἱός Δαυῒδ, καί διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας, εὐεργετῶν καί ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Αὑτός, ὁ Ἰησοῦς εἶναι τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ἔρχεται καί φωτίζει τά σκοτάδια μας καί θεραπεύει τήν ψυχική καί σωματική μας τύφλωσι, ἀρκεῖ νά τό θελήσουμε καί τό ζητήσουμε, μέ πίστι θερμή. Εἰσακούει τίς προσευχές μας καί ἀποκρίνεται. Ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας παρέρχεται καί δέν μᾶς προσπερνᾶ, στέκεται κοντά στόν καθένας μας, ὅποιοι κι’ ἄν εἴμαστε, ὅ,τι κι’ ἄν κάνουμε, ὅπου κι’ ἄν βρισκώμαστε, καί ἀκούει τήν προσευχή μας καί ἀπαντᾶ πάντοτε θετικά, ποιῶν τόν συμφέρον. Τό τονίζω αὐτό, διότι, πολλές φορές,  παρεξηγοῦμε τήν σιωπή τοῦ Ἰησοῦ. Ὅμως ἡ ἁγία Του σιωπή μᾶς προβληματίζει, ἀλλά καί μᾶς προστατεύει, διότι, τίς περισσότερες φορές, δέν ξέρουμε τί ζητᾶμε. Ὁ Θεός εἶναι Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ. Ὅταν ἐμεῖς ζητᾶμε  κάτι, ἀντίθετο ἀπό τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ζητᾶμε κάτι κακό γιά τόν ἑαυτό μας ἤ γιά τούς ἄλλους, ὁ Πανάγαθος δέν γίνεται συνεργάτης μας στό Κακό. Ὁ Θεός πάντοτε συνεργεῖ εἰς τό ἀγαθό.
Οἱ ἅγιοι λένε ὅτι ἔχουμε «τό λαβεῖν εἰς τό μή λαβεῖν».
Ἡ ἐποχή μας, δυστυχῶς, εἶναι μια ἐποχή σχιζοφρενική, σατανοκρατούμενη. Οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό τους νόημα. Ἀκόμη ἐδῶ, στήν Ἑλλάδα μας, στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας, ζοῦμε σέ ἕνα πέλαγος παρανοήσεων.
Στά Σχολεῖα μας προπαγανδίζεται ἡ ἀθεῒα. Τή ζωή μας σήμερα χαρακτηρίζει ἡ ξετσιπωσιά. Καταργοῦμε τή ὀρθόδοξη χριστιανική ἀγωγή , τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, προσπαθῶντας νά ξεριζώσουμε μέσ’ ἀπό τήν ψυχή τῶν παιδιῶν μας τήν πίστι στό Χριστό, τήν ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα καί τήν ἀφοσίωσι στήν χριστιανική Οἰκογένεια. Καταργοῦμε σιγά-σιγά καί τήν Προσευχή στά Σχολεῖα μας, γιά νά μή στενοχωρήσουμε τούς λαθροεισβολεῖς καί διδάσκουμε, τό Κοράνιο τοῦ μίσους, τή Βεδάντα καί γιά τίς ἔμφυλες Ταυτότητες.
Ἡ ΠΡΟΣΕΥΧΗ, «ἡ ἀνάβασις νοῦ πρός Θεόν» θεωρεῖται ἀπό ἄμυαλους  ἰθύνοντες, ρατσιστική ὀπισθοδρόμησις.
Ὤ τῆς παραφροσύνης και τῆς χριστοκτονίας τῆς τῶν προφητοκτόνων!
Σήμερα, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, χρειάζεται νά  ἀναλάβῃ ἡ  Ἐκκλησία καί οἱ συνετοί γονεῖς ὅ, τι δέν κάνουν οἱ ἰθύνοντες τῆς Πολιτείας!






Πρίν νά ρημάξουν  τά πάντα, ὀφείλουμε νά ὁδηγήσουμε τά παιδιά μας στόν Ἰησοῦ Χριστό καί νά τά μάθουμε νά συνομιλοῦν μέ τό Θεό καί νά τόν παρακαλέσουμε νά θεραπεύσῃ τήν ψυχική τύφλωσι τῶν ἐθελοτυφλούντων.
Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται καί ἀκούει τίς κραυγές μας καί ἀποκρίνεται. Ἄς Τόν παρακαλέσουμε νά θεραπεύσῃ τήν ψυχική καί τήν πνευματική μας τύφλωσι, ἐλπίζοντες ὅτι καί οἱ ἐθελοτυφλοῦντες σύντομα θά ἀναβλέψουν, καί ἀκολουθοῦντες τόν Ἰησοῦν θά τόν δοξάζουν, ὥστε καί πᾶς ὁ λαός νά ὑμνῇ καί νά δοξάζῃ τόν Θεόν, γιά τήν ἄφατη συγκατάβασί Του.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθών εἰς τόν κόσμον, ἁμαρτωλούς σῶσαι, ὧν πρῶτος εἰμί ἐγώ, ἐλέησόν ἐμέ καί τόν κόσμον σου, καί σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν ὡς ἀγαθός καί φιλάνθρωπος καί ἐλεήμων Θεός. Ἀμήν. 
Δόξα στό Ὄνομά Σου, τό ἅγιο καί ἱερό, Κύριέ μου Ἰησοῦ, ἐλέησον. 
Ἰησοῦ, ἐλέησον! Ἔλεος σοῦ ζητῶ. Ἔλεος, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου. Ἰησοῦ μου, ἔλεος... Ἔλεος!











Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

«Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΣΤΙΝ Η ΕΙΡΗΝΗ ΗΜΩΝ» (Ἐφεσ.β΄14).






«ΚΑΙ  ΕΙ  ΤΙΣ  ΕΝ  ΧΡΙΣΤῼ, ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΙΣ »

  (Β΄Κορ. ε΄17).



 Ὁ Χριστός εἶναι τό «Παιδίον», ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού ἐξ ἀπείρου ἀγάπης, μᾶς δόθηκε ἀπό τόν Οὑράνιον Πατέρα, γιά νά διαλύσῃ τήν ἔχθραν, πού χώριζε τούς ἀνθρώπους  ἀπό τόν Θεόν καί μεταξύ τους. Αὐτόν «ἔδωκε», γιά χάρι μας ὁ Θεός καί Αὐτός εἶναι ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός ἦλθε νά καταργήσῃ τήν «ἔχθραν» μεταξύ μας και μέ τόν Θεόν καί νά μᾶς συμφιλιώσῃ.
Τό «Παιδίον» εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Ἐμμανουήλ, ὁ Χριστός. «Σέ Αὐτόν δόθηκε πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. κη΄ 18). Ὁ Μεσσίας ἐνσαρκώνει τή θεία σοφία καί εἶναι Παντοδύναμος.


«Οὗ ἡ ἀρχή ἐγενήθη ἐπί τοῦ ὤμου αὐτοῦ, (σήκωσε στούς ὤμους Του τά βάρη μας, τίς ἁμαρτίας μας καί σταυρώθηκε Αὐτός ἀντί ἡμῶν), καί καλεῖται τό ὄνομα αὐτοῦ μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ἰσχυρός, ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος...Μεγάλη ἡ ἀρχή αὐτοῦ, καἰ τῆς εἰρήνης αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ὅριον  (Ἡσ. θ΄ 6-7).
Ὁ Χριστός, Ὁ Μεσσίας εἶναι ἡ «Ράβδος ἐκ τῆς Ρίζης Ἰεσσαί καί τό ἐξ αὐτῆς ἄνθος». Καί ἡ «ράβδος» συμβολίζει τό βασιλικόν ἀξίωμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν Παντοκρατορικήν αὐτοῦ δύναμιν.
Καλεῖται δέ «ἄνθος» διά τήν εὐοσμίαν, λέγει ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας.
Ὁ Χριστός εἶναι ὁ τέλειος Θεός, πού γίνεται γιά χάρι μας τέλειος ἄνθρωπος καί μόνον σ’ Αὐτόν «κατοικεῖ πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς». Καί «μόνον  ἐν αὐτῷ εἴμαστε πλήρης· αὐτός εἶναι ἡ Κεφαλή κάθε ἀρχῆς καί ἐξουσίας» (Κολοσ. β΄ 9-10) Καί ὁ Προφήτης Ἡσαῒας λέγει ὅτι «ἐπαναπαύσεται πνεῦμα Θεοῦ, πνεῦμα σοφίας καί συνέσεως, πνεῦμα βουλῆς καί ἰσχύος, πνεῦμα γνώσεως καί εὐσεβείας, ἐμπλήσει αὐτόν πνεῦμα φόβου Θεοῦ» (Ἡσ. ια΄ 2-3). Βάσις ὅλων εἶναι τῶν χαρισμάτων εἶναι  ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Ὁ δέ ἀριθμός 7  ἐκφράζει τήν θείαν τελειότητα. Ὁ Θεοδώρητος λέγει ὅτι «εἰς τόν Χριστόν κατῴκησε πᾶν τό πλήρωμα τῆς Θεότητος σωματικῶς, καί κατά τό ἀνθρώπινον δέ πάντα εἶχε τοῦ Πνεύματος τά χαρίσματα».


Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει λέγει ὅτι ὁ Χριστός «ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπό Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καί ἁγιασμός καί ἀπολύτρωσις» (Α΄Κορ. α΄ 30). Καί πρός τούς Ἐφεσίους γράφει ὅτι «ὁ Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός συνήνωσε σέ ἕνα τά δύο μέρη, τόν Ἰουδαϊσμόν καί τόν Ἐθνισμόν. Αὐτός κατέρριψε τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, δηλαδή τήν ἔχθραν, πού ὑπῆρχε μεταξύ τῶν Ἰουδαίων καί τῶν Ἐθνικῶν, κατέλυσε ὅλα τά ἐμπόδια, κατήργησε διά τῆς  Σταυρικῆς Του Θυσίας, τήν ἔχθραν τῶν δύο λαῶν, κατήργησε τόν νόμον τῶν ἐντολῶν, πού ἔδιδε ἐπιβλητικές ἐντολές. Κατήργησε τόν νόμον αὐτόν, διά νά κτίσῃ ἀπό τά δύο μέρη,  καί νά δημιουργήσῃ εἰς τόν ἑαυτόν Του, ἀπό τούς δύο λαούς, ἕνα νέον ἄνθρωπον καί νά φέρῃ εἰρήνην μεταξύ τους. Νά τούς συμφιλιώσῃ μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν. Νά συμφιλιώσῃ τούς δύο λαούς, Ἱουδαίους καί Ἐθνικούς, ἑνωμένους σέ ἕνα σῶμα, διά τοῦ σταυρικοῦ Του θανάτου, ἀφοῦ προηγουμένως θά ἐθανάτωνε τήν ἔχθραν μέ τό θάνατό Του. Καί ὅταν ἦλθεν ὁ Χριστός στή γῆ, ἐκήρυξε τό χαρμόσυνο μήνυμα εἰρήνης σέ σᾶς  τούς Ἐθνικούς , πού εἴσαστε μακράν, καί σέ μᾶς τούς Ἰουδαίους, πού εἴμαστε κοντά. Διότι ὁ Χριστός μᾶς ἔφερε καί τούς δυό λαούς, διά τούς ἑνός ἁγίου Πνεύματος, πρός τόν Πατέρα καί δι’ αὐτοῦ παραγματοποιήθηκε ἡ προσέγγισις καί συμφιλίωσίς μας μέ τόν Θεόν.





Τώρα πιά δέν εἴμαστε ξένοι καί πάροικοι, ἀλλά συμπολῖται τῶν ἁγίων καί οἰκεῖοι τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε οἰκοδομηθῆ, σάν ἄλλοι λίθοι ἐπάνω εἰς τό θεμέλιον τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν, ἐνῷ ἀκρογωνιαῖος λίθος, ἀγκωνάρι, πού βαστάζει καί στηρίζει τό ὅλον οἰκοδόμημα εἶναι αὐτός ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἐπ’ αὐτοῦ καί δι’  αὐτοῦ ὁλόκληρη ἡ Οἰκοδομή τῆς Ἐκκλησίας συναρμολογεῖται καί αὐξάνει, ὥστε νά γίνουμε ὅλοι ναός ἅγιος, ὅπως τόν θέλει ὁ Κύριος. Διά τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Κύριον καί μεῖς οἰκοδομούμεθα μαζί μέ τούς ἄλλους πιστούς, γιά νά γίνουμε ναός καί κατοικητήριον,  εἰς  τό ὁποῖον θά κατοικῇ ὁ Θεός μέ τό Πνεῦμα Του» (παρβλ. Ἐφεσ. β΄ 14-22).
Ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά  ἑνώσῃ τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους εἰς ἕνα σῶμα καί μιά ψυχή, νά μᾶς ἐπανεισάγῃ εἰς τόν Παράδεισο καί νά μᾶς συμφιλιώσῃ μέ τόν Θεόν Πατέρα. Ἦλθε νά φέρῃ τήν Ἀγάπη καί τήν εἰρήνη Του στή γῆ. Καί καλεῖ ὅλους τούς ἀνθρώπους κοντά Του: «Δεῦτε πρός με πάντες...».Μᾶς θυμίζει ὅτι ὁ Ἑωσφορισμός, ὁ Ἐγωϊσμός , ἡ Ἔπαρσις μᾶς χώρισε καί μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό καί μεταξύ μας. Οἰκοδομεῖ τήν ἔχθρα, τίς ἔριδες, τίς διαιρέσεις, τίς ταραχές ,τό ἄγχος, τους πολέμους, τήν Ὀδύνη, τόν Πόνο καί τό Θάνατο.


Καί μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος ὅτι ἡ Γνήσια  Ἀγάπη μᾶς ἑνώνει μέ τό Θεό καί μεταξύ μας καί μᾶς χαρίζει τήν εἰρήνην τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν.
Μᾶς τονίζει ὅτι ὀ Ἐγωϊσμός, διά τῆς παρακοῆς τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ,  μᾶς ὁδήγησε εἰς τήν ἐσχάτην ἀθλιότητα καί ὅτι ἡ Ἀγάπη, πού ἀποδεικνύεται διά τῆς ὑπακοῆς εἰς τό Θεῖον Θέλημα, θά μᾶς ἐπαναφέρῃ κοντά στό Θεό καί θά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό κάθε Κακόν, καί φέρῃ γαλήνη στήν ψυχή μας καί εἰρήνη στόν κόσμο.


Ὁ Χριστός, εἶναι ἡ ἐνσαρκωμένη Ἀγάπη καί γίνεται τύπος καί ὐπογραμμός, ὑπόδειγμα σέ ὅλους μας καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Μᾶς καλεῖ νά ἀκούσουμε τή φωνή Του καί νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Μᾶς καλεῖ πιστέψουμε σ’ Αὐτόν. Νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον καί ἐνδυθοῦμε τόν Νέον ἄνθρωπον, αὐτόν τόν Χριστόν, τόν κατά Θεόν κτισθέντα. Νά γίνουμε «ἐν Χριστῷ καινή κτίσις».
Νά βαπτισθοῦμε στό Ὄνομά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Νά ἐνδυθοῦμε τόν Χριστόν. Νά ἑνωθοῦμε οἱ πάντες εἰς ἕνα σῶμα, σέ μιά ψυχή. Νά  ἐκπληρωθῇ ὀ πόθος τοῦ Χριστοῦ «ἵνα οἱ πάντες ἕν ὦσιν» (Ἱωάν. ιζ΄21). Νά παύσουν οἱ διαιρέσεις καί οἱ ἔχθρες καί οἱ πόλεμοι καί νά βασιλεύσῃ στίς καρδιές μας ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ εἰρήνη ἡμῶν.  Νά γίνῃ ἡ ψυχή καί ἡ ζωή μας Παράδεισος. Νά εἶναι μία ἡ ψυχή καί καρδία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἐκ πάσης φυλῆς καί γλώσσης καί λαοῦ καί ἔθνους.
Αὐτό δέν σημαίνει πολτοποίησι. Θά διατηρήσῃ καί θά διαφυλάξῃ κάθε ἄνθρωπος καί κάθε λαός, ἀλώβητη, ἄθικτη τήν ἐθνική του συνείδησι, τήν ἐθνική του ταυτότητα, τήν Ἱστορία Του, τή γλῶσσα του, τή φυλή του, τό γένος του, ὁ Ἰουδαῖος ὡς Ἰουδαῖος, ὁ Τοῦρκος, ὡς Τοῦρκος, ὁ Πακιστανός, ὡς Πακιστανός κ.λ.π. Ὅλοι ὅμως νά ἀποβάλουμε τίς κακές μας συνήθειες, τόν κακό μας ἑαυτόν. Νά παύσουμε νά θεωροῦμε τόν συνάνθρωπό μας  res (πρᾶγμα), ἀντικείμενον συναλλαγῆς, οὕτε ὅταν παθαίνει ἕνας ἄνδρας νά θάβουμε μαζί του, ζωντανή τή γυναῖκα του.

Διότι «Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις» καί  διότι ἐν Χριστῷ, ὅλοι οἱ πιστοί εἴμαστε ἰσότιμα Μέλη τῆς Κοινωνίας τῶν Προσώπων, τῆς Κοινωνίας τῶν ἁγίων, ἰσότιμα τίμια Μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἰσότιμα Μέλη της Ἐκκλησίας Του. Διότι «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», λέγει ὁ Παῦλος. Καί διότι ἐν Χριστῷ «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδέ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος ἤ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν ἤ θῆλυ· πάντες γάρ ἡμεῖς εἷς ἐστέ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλάτ. γ΄ 26-29). Ὅλοι εἴμαστε ἴσοι μπροστά στό Θεό. Ἔχουμε τά ἴδια διακαιώματα καί τίς ἴδιες ὑποχρεώσεις. Εἴμαστε ὅλοι παιδιά τοῦ Ἑνός καί Μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ καί ἀδέλφια μεταξύ μας, ἀνεξαρτήτως φύλου, Φυλῆς καί γλώσσης, λαοῦ καί ἔθνους.
ΠΟΤΕ θά καταλάβουμε, οἰ ταλαίπωροι θνητοί, ὅτι μόνον ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἠ εἰρήνη μας;
ΠΟΤΕ θά παύσουμε νά βασανίζουμε τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους γύρω μας, μέ τά πάθη καί τίς κακίες μας, μέ τούς Ἐγωϊσμούς, μέ τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία;
ΠΟΤΕ θά συνειδητοποιήσουμε ὅτι χωρίς τόν Χριστόν, δέν θά μπορέσουμε νά ἐπιτύχουμε οὐδέν τό Καλόν. Τό προεῖπεν ὁ Κύριος: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Καί ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ἐάν ὁ Κύριος δέν ἦταν μαζί μας τό ὕδωρ ἄν κατεπόντισεν ἡμᾶς. Θά μᾶς εἶχαν κατασπαράξη οἱ ἐχθροί μας.
ΠΟΤΕ θά κατανοήσουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ Μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα;
ΠΟΤΕ θά ἀποφασίσουμε νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, θά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης καί τό κάνουμε «Πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή;
ΠΟΤΕ θά ἀποφασίσουμε νά ἑτοιμάσουμε τήν ψυχή μας εἰς ναόν καί κατοικητήριον Θεοῦ, γιά  νά δεχθῇ  τόν Βασιλέα καί Κύριον τῆς Δόξης, τόν Ἄρχοντα τῆς εἰρήνης  καί νά βρῆ ἀνάπαυσ’ ἡ ψυχή μας, νά βασιλεύῃ ἐπί τέλους ἡ εἰρήνη Του στίς ψυχές ὅλων μας, ὡς ἐν οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς;
ΠΟΤΕ θά πάρουμε τήν Ἀπόφασι νά εὐχαριστήσουμε τόν Ὕψιστον, γιά τή ἄφατη συγκατάβασί Του καί τήν ἀνεκλάλητη  εὐσπλαγχνία Του, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ;
ΕΜΠΡΟΣ, λοιπόν, πρίν νά εἶναι ἀργά, τώρα ἄς ἑνωθοῦμε, «ἐν Χριστῷ», οἱ ἄνθρωποι ἐκ πάσης φυλῆς καί γλώσσης καί λαοῦ καί ἔθνους, καί  ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ καί ἔργῳ, πᾶντες οἱ λαοί, ἄς  δοξάζουμε τόν Λυτρωτήν καί Κύριον τῆς Δόξης, τον Ἄρχοντα τῆς εἰρήνης, τόν Ἰησοῦν Χριστόν, διότι εἰς Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή,ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.










Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

«ΤΙ ΘΑΥΜΑΖΕΙΣ ΜΑΡΙΑΜ;






ΤΙ ΕΚΘΑΜΒΕΙΣΑΙ Τῼ  ΕΝ ΣΟΙ;»


ἁγνή καί ἄμωμος Παρθένος, «ἡ μόνη ἐν γυναιξίν εὐλογημένη καί καλή», μένει ἔκθαμβος, θαυμάζει, καταπλήσσεται μπροστά τό μέγα Μυστήριον τῆς Οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, τό ὁποῖον συντελεῖται «ἐν αὐτῇ» καί δι’ αὐτῆς. Ἀπορεῖ πῶς εἶναι δυνατόν νά γεννήσῃ υἱόν, οὖσα Παρθένος. Ξένον καί παράδοξον μυστήριον, «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν» τό τελούμενον ἐν ἐμοί. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί εἰς τήν ὑπό Ἀρχαγγέλου ἐξαγγελίαν εἶπε: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γινώσκω;» Πῶς εἶναι δυνατόν νά γεννήσω τόν ἄχρονον Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέγει ὁ ἱερός ὑμνῳδός, ἐν χρόνῳ, τοῦ τικτομένου τήν σύλληψιν μή διδαχθεῖσα; Εἶμαι ἄνανδρος, δέν ἔχω ἄνδρα καί πῶς θά γεννήσω Υἱόν; Ποιός εἶδε ποτέ γέννησιν παιδιοῦ, χωρίς  ἀνδρικόν σπέρμα, χωρίς νά συνευρεθῇ ἡ γυναῖκα μετά ἀνδρός;

Καί στήν ἁγνή ἀπορία της τότε ὁ Ἀρχάγγελος εἶπε: «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπί Σέ καί δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διό καί τό γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱός Θεοῦ» (Λουκ. α΄ 34-35). Καί ὁ ἱερός ὑμνῳδός λέγει ὅτι, ὅπως ἔχει γραφῆ, ὅπου δέ βούλεται Θεός, νικᾶται φύσεως τάξις. Καί τό ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν γεγονός εἶναι
ὅτι Χριστός ἐτέχθη, ἐκ τῆς Παρθένου, ἐν Βηθλεέμ
τῆς Ἰουδαίας, καί τό γεγονός οὐκ ἀπογίνεται.




Φιλάνθρωπος Θεός, ὡς στοργικός Πατέρας ἀπό ἄπειρη γιά τά πλάσματά Του ἀγάπη ηὐδόκησεν διά τοῦ Υἱοῦ καί ἐν αὐτῷ νά λυτρώσῃ τούς ἀνθρώπους ἀπό τόν κακό τους ἑαυτό, ἀπό τόν κόσμον καί ἀπό τήν καταδυναστία τοῦ Διαβόλου καί ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου ἀποστέλλει τόν Υἱόν Του στόν κόσμον, γεννώμενον ἐκ γυναικός, τῆς Ἁγίας Θεοτόκου, καί ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν (Γαλάτ. δ΄5).

Τό ὑπερκόσμιον γεγονός τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου, δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας, ὑπερβαίνει τήν ἀνθρωπίνην νοητικήν ἱκανότητα. Καί προσεγγίζεται μόνον μέ τόν πυρῆνα τῆς ψυχῆς, τήν ὀρθόδοξον Πίστιν. Ἐάν θελήσουμε νά διερευνήσωμεν τό Πῶς, θά τρελλαθοῦμε. ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι «μυστήρια Θεοῦ ἐρευνῶντες,  παραπληκτήσομεν».
Στά ἐρωτηματικά καί στίς ἀπορίες μας μόνον ἡ Πίστις μπορεῖ νά ἀπαντήσῃ. «Ἔστι δέ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. ια΄  1).

Ὁ Πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ παρών, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται καί φανερώνεται «ἐν σαρκί», ἔρχεται κοντά μας, εὐδοκίᾳ τοῦ πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι».
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, ὁ ὑμνῳδός τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐρωτᾶ καί ἀπαντᾶ, μέ τή  Χάρι τοῦ Θεοῦ καί προσπαθεῖ , μέ τό ποιητικό Χάρισμα, νά μᾶς κάμῃ μετόχους τῆς Χαρᾶς, γιά τόν Ἐρχομό τοῦ βασιλέως καί σωτῆρος μας Ἱησοῦ Χριστοῦ. Καί λέγει:



«Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρί;
Ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρός, πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς μητρός; Πάντως ὡς οἶδεν (ὁ Πάνσοφος), ὡς ἠθέλησεν (ὁ Πανάγαθος) καί ὡς ηὐδόκησεν (ὁπολυεύσπλαγχνος). Ἄσαρκος γάρ ὤν (διότι ἐνῶ ἦτο ἄσαρκος), ἐσαρκώθη ἑκών (σαρκώθηκε μέ τή θέλησί Του) καί γέγονεν ὁ Ὤν, ὅ οὐκ Ἦν  δι’ ἡμᾶς (καί ὁ ὑπάρχων, ἔγινε γιά χάρι μας, κάτι πού δέν ἦταν. Ἔγινε  ταπεινός, τέλειος ἄνθρωπος, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί), μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος (ἔγινε μέτοχος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, προσέλαβε τήν ἀνθρωπίνην φύσιν, τήν φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι, γιά νά τήν ἀναπλάσῃ καί νά τήν ἀφθαρτοποιήσῃ) Διπλοῦς ἐτέχθη, Χριστός τῶν ἄνω, κόσμον θέλων ἀναπληρῶσαι». Ὁ τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, διπλοῦς ἐτέχθη ὁ Θεάνθρωπος, θέλων ὁ οὐράνιος, νά ἀναπληρώσῃ τάς ἐλλείψεις τοῦ κόσμου, ὥστε νά μᾶς ὑψώσῃ, νά μᾶς ἀνεβάσῃ  ἄνω, νά ἐπανακτήσωμεν τό ἀρχαῖον κάλλος,«ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν».
Ἐμπρός, λοιπόν, πάντες οἰ Πιστοί, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, μετά τῆς Παρθένου καί Θεοτόκου, ἔκθαμβοι πρό τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως
Τοῦ Θεοῦ-Λόγου, ὁλοψύχως, ὑμνήσωμεν τόν Θεόν
διά τήν ἄφατον Αὐτοῦ συγκατάβασιν καί μετά τῶν Ἀγγέλων ψάλλοντες· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ ἐνανθρωπήσαντι, πρός σωτηρίαν ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν. «Διό ἀνυμνοῦντες ἀναμέλψωμεν· Εὐλογείτω ἡ κτίσις πᾶσα τόν Κύριον, καί ὑπερυψούτω, εἰς πάντας τούς αἰῶνας». Ἀμήν.