Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2021

ΙΔΙΟΝ ΤΩΝ ΕΥΕΡΓΕΤΟΥΜΕΝΩΝ



Η  ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ

(πρβλ. και Λουκ.ιζ΄11-19)


«Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δε ἐννέα ποῦ;

Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ

Θεῷ εἰ  μή  ὁ ἀλλογενής οὗτος;» «Λουκ.ιζ΄17-18).


 

πειρη εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γιά τά πλάσματά Του. Γνωρίζει, ὁ καρδιογνώστης, «τό εὐόλισθον», «τό ὀλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως». Κληρονόμησαμε ἀπό τούς πρωτοπλάστους τή ῥοπή πρός τό Κακόν, και μᾶς εὐσπλαγχνίζεται ὁ Κύριος.  Ὤν τέλειος Θεός, γίνεται και τέλειος ἄνθρωπος.

Συγκαταβαίνει ὁ Σωτήρ καί μᾶς ἐπισκέπτεται. Δέν ἐντρέπεται  να μᾶς ἀποκαλεῖ ἀδελφούς Του. Ἔρχεται κοντά μας. Φωτίζει τά σκοτάδια μας. Γίνεται Τύπος και Ὑπογραμμός, σέ ὅλους μας και μᾶς ὁδηγεῖ «εἰς πᾶσαν την ἀλήθειαν».

Ἔρχεται ἀθόρυβα, ταπεινά, κοντά μας, «ὡς αὔρα λεπτή» και ὅπως λέγει ὁ προφήτης Ἡσαῒας, μᾶς πλησιάζει καί μᾶς ζωοποιεῖ. Ρίχνει λάδι στήν τρεμοσβύνουσαν λυχνίαν,  καί δίνει ζωή στήν ἑτοιμοθάνατη ψυχή μας.  Περιδένει καί στηρίζει  τό καλάμι, πού εἶναι ἕτοιμο νά σπάσῃ καί τό ἐπανεφέρει   στή ζωή. Ἔρχεται κοντά μας «κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας και θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ΄2). 



Ἔρχεται κοντά μας «εὐεργετῶν και ἰώμενος πάντας τού καταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου»(Πράξ. ι΄ 38).Ἀγαπᾷ καί θέλει τή σωτηρία ὅλων μας. Δέν ἐξαιρεῖ κανέναν. Μᾶς ἐπισκέπτεται ὅλους καί τόν καθένα χωριστά. Ὅποιοι κι’ ἄν εἴμαστε, ὅπου και ἄν βρισκώμαστε, ὅ, τι  κι’ ἄν κάνουμε, δεχόμαστε τή λυτρωτική ἐπίσκεψι τῆς ἀγάπης Του. Εἶναι Οἰκτίρμων και Ἐλεήμων ὁ Κύριος. Και ζητεῖ να γίνουμε και μεῖς οἰκτίρμονες, ὅπως ὁ Πατέρας μας ὁ Οὐράνιος εἶναι Οἰκτίρμων καί, ἀδιακρίτως, «ἀνατέλλει τον Ἥλιον αὐτοῦ ἐπί πονηρούς και ἀγαθούς και βρέχει ἐπί δικαίους και ἀδίκους» (Ματθ. ε΄ 45). Ἄπειρες εἶναι οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ σέ ὅλους μας. Και ὀφείλουμε πάντες να εὐχαριστοῦμε τόν ΕΥΕΡΓΕΤΗΝ καί, ἀσιγήτως, να Τον δοξολογοῦμεν «ὑπέρ πάντων ὧν ἴσμεν καί ὧν οὐκ  ἴσμεν, τῶν φανερῶν καί ἀφανῶν εὐεργεσιῶν, τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων».

Μέγας Βασίλειος ἀναφωνεῖ: «Δέσποτα τῶν ἁπάντων, Κύριε οὐρανοῦ και γῆς και πάσης κτίσεως…Καί τίς ἱκανός λαλῆσαι τάς δυναστείας σου, ἀκουστάς ποιεῖσαι τάς αἰνἐσεις Σου ἤ διηγήσασθαι πάντα τά θαυμάσιά σου ἐν παντί καιρῷ;»

Θά ἀναφέρω ἐδῶ μόνον τήν ἔκφρασιν τῆς ἀπείρου ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τήν συγκατάβασί Του, πού δέν τήν χωράει ὁ νοῦς μας. Ὅτι δηλ. μᾶς ἀγάπησε τόσο πολύ, πού μᾶς ἔδωκε τον Μονογενῆ Του Υἱόν και μεῖς, ὄχι μόνον  δέν Τοῦ ἀνοίγουμε τήν καρδιά μας, ὄχι μόνον  δέν Τόν εὐγνωμονοῦμε, γιά τήν ἄφατη, τήν ἀνεκλάλητη προς ἡμᾶς, ΕΥΕΡΓΡΣΙΑΝ Του, ἀλλά, ὄντες ἀγνώμονες, καθημερινά, Τόν Σταυρώνουμε, στό πρόσωπον τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν Του. Και ἐνῶ παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς», ἀγνώμονες και ἀχάριστοι, ὁ Χριστός μᾶς ἐπισκέπτεται και συνεχίζει νά μᾶς εὐεργετῇ. Ἐπισκέπτεται καί τούς λεπρούς, ἀπό κάθε εἴδους λέπρα. Καί τούς καθαρίζει λέγων: «πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτούς τοῖς ἱερεῦσι». Καί εἰς τόν δρόμον τῆς ὑπακοῆς στήν προσταγή Του, ἐθεραπεύθησαν. Προσπάθησε μέ την ἀγάπη Του, νά τούς φέρῃ σέ συναίσθησι καί λυτρωτική μετάνοια. Νά ἀναγνωρίσουν τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ καί νά ὑψωθοῦν πάνω ἀπό τίς μικρότητες, καί νά εὐχαριστήσουν τόν Εὐεργέτη. Ὅμως οἱ εὐεργετηθέντες ἔμειναν καθηλωμένοι στή γῆ. Δέν ἔνοιωσαν τήν ἀνάγκην, (ὅπως οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι), να εὐχαριστήσουν καί νά δοξάσουν τό Θεό, παρά μονάχα ἕνας, ὁ περιφρονημένος Σαμαρείτης. Τό ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ: «Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δέ ἐννέα ποῦ;», δηλώνει ὅτι ἡ ἀχαριστία, ἡ ἀγνωμοσύνη εἶναι ἡ χειρότερη μορφή λέπρας τῆς ψυχῆς, πού κρατάει τόν ἄνθρωπο «δέσμιο τῆς γῆς» καί τόν ὁδηγεῖ στόν ὄλεθρο.

 ΕΙΝΑΙ αὐτονόητον ὅτι ὁ  Θεός δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίς δικές μας εὐχαριστίες. «Οὐ γάρ τῶν ἡμετέρων ἐν χρείᾳ Θεός, ἀλλ’ ἡμῶν ὡς ἀγαθότητος Πηγή τήν σωτηρίαν ζητεῖ». Ἡ ἀγάπη, ἀσφαλῶς, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς.    Εὐγνωμοσύνη  ὅμως, εἶναι ἀνάγκη τῆς δικῆς μας ψυχῆς. Μᾶς ἑνώνει μέ τόν Εὐεργέτην. Μᾶς ἐπανεισάγει εἰς τόν Παράδεισον καί μᾶς χαρίζει καί πάλιν τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, πού μᾶς δέχεται  μετανοιωμένους, στήν ἀγκαλιά Του.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ταλανίζει  τούς ἀνθρώπους, γιά τήν ἀχαριστίαν,  και μᾶς καλεῖ σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μας.  Τονίζει δέ πόσο φοβερόν εἶναι τό κατάντημα στό ὁποῖο μᾶς περιφέρει ἡ ἀχαριστία.  Καί θέλοντας νά μᾶς φέρῃ πρό τῶν Εὐθυνῶν μας  βροντοφωνάζει: Ἄνθρωποι, συνέλθετε καί μεταμεληθεῖτε, πρίν νά εἶναι ἀργά. Ἀκοοῦστε με καλά.

«Ὁ Θεός, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ’ ὑπέρ  ἡμῶν πάντων παρέδωκεν Αὐτόν καί μαζί με Αὐτόν μᾶς ἐχάρισε τά πάντα» (Ρωμ. η΄ 32). «Πῶς ἡμεῖς ἐκφευξώμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;» (Ἑβρ.β΄3).Πῶς θά ξεφύγουμε τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἀχάριστοι; Πῶς θά μᾶς λυτρώσῃ ὁ Θεός ἀπό τά δεινά, πού σωρεύουμε στήν ψυχή καί τή ζωή μας, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία καί παραμένουμε ἀχάριστοι καί ἀγνώμονες;

Δυστυχῶς, ὅμως, οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, δέν κατανοοῦμε τό πόσον πολύ μᾶς τιμᾷ ὁ Θεός. Σταυρώνεται γιά μᾶς. Συνεχῶς μᾶς εὐεργετεῖ. Κρούει τήν Θύραν  καί μεῖς δέν ἀκοῦμε τή φωνή Του καί δέν Τόν  εὐγνωμονοῦμε, για τίς ἄπειρες προς ἡμᾶς εὐεργεσίες Του. Διακριτικό, χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν εὐεργετουμένων, δυστυχῶς, εἶναι ἡ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ. Οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς εἴμαστε χειρότεροι ἀπό τά ἄλογα ζῶα. Χειρότεροι ἀπό τά βόδια και τά Γαϊδούρια.

Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας σχετικά λέγει: ἄκουε σύ, οὐρανέ, και ἄνοιξε τά αὐτιά σου σύ, ἡ γῆ, διότι ὁ Κύριος πρόκειται να ὁμιλήσῃ. (Ὁ Κύριος, λοιπόν, λέγει:) Υἱούς ἐγέννησα και ἐδόξασα· ἐκεῖνοι ὅμως μέ ἐγκατέλειψαν! Ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραήλ δέ με οὐκ ἔγνω και ὁ λαός μου οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α΄ 2-3).





Καί αὐτή εἶναι μιά μεγάλη ἀλήθεια. «Το βόδι και το γαϊδούρι ἀναγνωρίζουν τόν ἰδιοκτήτη τους. Εύγνωμονοῦν αὐτόν πού τά τρέφει και τά ποτίζει. Ἐνῷ τά λογικά πλάσματα, ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀχάριστοι, ἀγνώμονες. Ὁ Ἰσραηλιτικός λαός, δέν μέ ἀναγνωρίζει καί γενικά οἱ ἄνθρωποι, πού τόσο πολύ εὐεργετήθηκαν και εὐεργετοῦνται ἀπό Μένα, δέν μέ ἀναγνώρισαν καί δέν μέ ἀναγνωρίζουν, ὡς Δημιουργόν και Εὐεργέτην τους, λέγει ὁ Κύριος. Ἡ πώρωσις καί ἡ ἀμετανοησία μας, ἡ ἀγνωμοσύνη καί ἡ ἀχαριστία μας δεν περιγράφονται!

Κάποτε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ρώτησε τούς ἀκροατές του:  Ἄν σᾶς ρωτήσῃ ἕνας Εἰδωλολάτρης· Τί κάνει ὁ Χριστιανισμός τούς ἀνθρώπους; Τί θα τοῦ ἀπαντήσετε; Ἀσφαλῶς καί δικαίως θά τοῦ ἀπαντήσετε  ὅτι ὁ Χριστιανισμός κάνει τούς ἀνθρώπους Ἀγγέλους. (Καὶ πραγματικά, ὅσοι δέχονται στήν καρδιά τους τό Χριστό, γίνονται ἐν Χριστῷ καινή κτίσις, ἐπίγειοι ἄγγελοι). Ἄν ὅμως , αὐτός ὁ Εἰδωλολάτρης, μᾶς ζητήσει νά τοῦ δείξουμε μερικούς Ἀγγέλους, δέν θά ἔχουμε νά τοῦ δείξουμε «μηδέ ὄνους», οὔτε γαϊδούρια.

Και αὐτή εἶναι μιά πικρή ἀλήθεια. Οἱ περισσότεροι εἴμαστε ψευτοχριστιανοί, Ψέφτες καί Ὑποκριτές, ἀχάριστοι, πωρωμένοι, ἀγνώμονες. Και εἶναι καιρός νά συναισθανθοῦμε τήν ἁμαρτωλότητά μας, καί νά μετανοήσουμε, πρίν να εἶναι ἀργά, νά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, να ἐκφράσουμε τήν Εὐγνωμοσύνη μας στόν ΧΡΙΣΤΟΝ, τόν Δημιουργόν καί Εὐεργέτην Θεόν, γιά τίς ἄπειρες εὐεργεσίες Του καί νά ζητήσουμε ἀπό τόν Σωτῆρα μας καί Λυτρωτή τοῦ Σύμπαντος κόσμου, νά μᾶς λυπηθῇ,  νά μᾶς συγχωρήσῃ, γιά τήν τόση πώρωσι,  νά μᾶς λυτρώση ἀπό τά δεινά, πού σωρεύει στη ζωή μας ἡ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ μας, καί νά μᾶς ἀξιώσῃ ἀπό τώρα καἰ αἰώνια νά Τόν δοξάζουμε καί νά Τόν λατρεύουμε «ἐν πνεύματι και ἀληθείᾳ».    




Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ και Λόγε τοῦ Θεοῦ, Σύ, πού, Σταυρώθηκες καί Ἀναστήθηκες, γιά μᾶς, λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας. Μή ἐπιτρέψῃς, Ἀνεξίκακε, νά συληφθῇ ἡ ψυχή μας καί νά περιέλθη, σάν τό σπουργίτι, στά δόντια τῶν ἐχθρῶν μας. «Οἴμοι! Πῶς μέλλω τῶν ἐχθρῶν ρυσθῆναι φιλαμαρτήμων ὑπάρχων;» Πῶς θά μπορέσω να σωθῶ, ἀφοῦ ἀγαπῶ νά ἁμαρτάνω; Πῶς πρόκειται να λυτρωθῇ ἡ ψυχή μου, ἀφοῦ ἀγαπάει τήν ἁμαρτία; Μόνον Σύ, Κύριε, μπορεῖς νά μέ λυτρώσῃς ἀπό τόν Κακό μου ἑαυτό. Στερέωσε  ἐπί την πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου τή σαλεμένη μου καρδιά. Κάψε, ὡς πῦρ καταναλίσκον, τό ἄχυρον τῶν ἔργων μας, ὄχι, γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλ’ ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, Κύριέ μου, Ἰησοῦ. Ἀξίωσέ μας νά σταθοῦμε, μέ εὐγνωμοσύνη, ἐνώπιόν Σου καί  νά Σέ δοξάζουμε, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας. «Ἔρχου ταχύ» καί σῶσον ἡμᾶς καί  τόν κόσμον Σου, ὡς μόνος Ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος καί Ἐλεήμων Θεός. ΑΜΗΝ.



 

 

 

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2021

« ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»·




«ΗΓΓΙΚΕ  ΓΑΡ  Η  ΒΑΣΙΛΕΙΑ  ΤΩΝ  ΟΥΡΑΝΩΝ».

(Ματθ. δ΄17)

 

χουμε πεῖ ἀμέτρητες φορές πόσο μεγάλο Κακό εἶναι ἡ ἁμαρτία. «Δεινόν ἡ ἁμαρτία»! Εἶναι βλάστημα τῆς κακῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Εἷναι δε πασίδηλον ὅτι ὁ Θεός εἶναι Ἀγαθός και μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ Καί ὅτι «Ουκ ἔστιν αἴτιος τῶν Κακῶν ὁ Θεός». Τό  Κακόν, ἡ ἁμαρτία, ὁ ἐκτροχιασμός, εἶναι λάθος ἐπίζήμιον, προϊόν τῆς κακῆς προαιρέσεως τοῦ ἀνθρώπου, πού ἐπιφέρει στήν ψυχή καί  τή ζωή μας τό θάνατο.  «Τά γάρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. στ΄ 23).Καί Θάνατος εἶναι ὁ χωρισμός ἀπό τό Θεό.

Ἐπίσης ἔχουμε τονίσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Δηλαδή, μέ νοῦν, γιά νά διακρίνει τό Καλόν ἀπό τό Κακόν καί μέ  ἐλευθέρα βούλησι, μέ ἐλευθερία, ὥστε νά μπορῇ νά ἐκλέγῃ καί νά εἶναι ὑπεύθυνος τῆς ἐκλογῆς του. Ἡ καλή χρῆσις τοῦ νοῦ και τῆς ἐλευθερίας του εἶναι ζωή. Ἡ κακή χρῆσις εἶναι θάνατος. Ἡ κακή προαίρεσις γεννᾶ τον Θάνατο.

Ὁ ἄνθρωπος γεννιέται μέ τό «δυνατόν τοῦ ἀποθανεῖν καί  τό δυνατόν τοῦ μή ἀποθανεῖν». Ἡ ζωή ἤ ὁ Θάνατος ἐξαρτῶνται ἀπό τη δική του προαίρεσι. Γιεννιέται με ἔμφυτη τή ῥοπή πρός τήν ἁμαρτία. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς το λόγο και οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μᾶς ἀποτρέπουν ἀπό τό Κακόν, μᾶς διδάσκουν  νά μένουμε στερεωμένοι στήν Πίστι στό Θεό, νά βαδίζουμε, σταθερά, στήν Ὁδόν τῆς ζωῆς, τήν Ὁδόν τῶν Ἐντολῶν, ἀπό τό Α πρός τό Ω, ἀπό τήν Ἀρχή πρός τό Τέλος, ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν», μέ Προσοχή και Προσευχή, ὥστε νά μήν ἐκτροχιαζώμαστε, νά μήν ἁμαρτάνωμε.

Στήν περίπτωσιν ὅμως ἀπροσεξίας, ἐκτροχιασμοῦ, στήν περίπτωσι παραβατικῆς συμπεριφορᾶς, ἡ Ἐκκλησία, μᾶς τονίζει ὅτι ὁ Θεός, ὡς στοργικός Πατέρας, ἐπειδή «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»(Α΄Τιμόθ.β΄4), μακροθυμεῖ. Ἀνοίγει τή Θύρα τῆς ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ. Και μᾶς καλεῖ να μετανοήσουμε εἰλικρινά και ἔμπρακτα και τονίζει ὅτι γίνεται μεγάλη χαρά στόν οὐρανό «ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Λουκ.ιε΄7). Και ὁ ἱερός Χρυσόστομος  μᾶς καλεῖ εἰς μετάνοιαν και λέγει ὅτι «τό ἁμαρτάνειν ἀνθρώπινον, το ἐμμένειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ σατανικόν καί τό ἐξομολογεῖσθαι θεῖον». Ὁ δέ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ἐπίσης ὅτι «Οὐ φοβερόν τό πεσεῖν, ἀλλά τό κεῖσθαι».Καί πραγματικά πιό φοβερό Κακό εἶναι ἡ ἀμετανοησία.

Κάθε λογικός ἄνθρωπος προγνωρίζει ὅτι ὅλα τά κακά στή ζωή του εἶναι προϊόντα τῆς κακῆς του προαιρέσεως, τῆς κακῆς χρήσεως τοῦ νοῦ και τῆς ἐλευθερίας του. Καί ὀφείλει νά προσέχῃ, νά ἀγωνίζεται καί νά ἀποφεύγῃ τήν ἁμαρτία. Ὅταν δέ, ὡς ἄνθρωπος, ἁμαρτάνῃ, τότε ὀφείλει νά μεταμελῆται, νά μετά-νοῇ. Νά ἀναγνωρίζῃ, ἔστω ἐκ τῶν ὑστέρων,  τά λάθη του καί  νά διορθώνῃ τά κακά, πού ἔχει προκαλέσει,  νά εὐχαριστῇ δέ  τό Θεό, γιά τή δωρεά. Διότι, ὅπως ἔχουμε πεῖ, ἡ μετάνοια εἶναι δόσις ἀγαθή και δώρημα τέλειον τοῦ Θεοῦ στόν ἀνθρωπο. Ὁ Υἱός και Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ἀνατέλλει τοῖς ἐν σκότει και σκιᾷ θανάτου καθημένοις. Γίνεται, γιά χάρι μας, ταπεινός ἄνθρωπος, καί μᾶς καλεῖ να μετανοήσουμε, διότι ἔφθασε ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.Ἔρχεται ταπεινά, ἀθόρυβα κοντά μας, «ὡς αὔρα λεπτή», «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσιν». Και λέγει: «Δέν ἦλθα να καλέσω δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» (Ματθ. θ΄13).Ἀναζητεῖ  τό πλανώμενον πρόβατον. 

Και « τό πλανηθέν εὑρών, τοῖς ὤμοις ἀναλαβών τῷ Πατρί προσαγάγει» καί γίνεται μεγάλη χαρά στόν οὐρανό, γιά τόν καθένα πού ἐπιστρέφει στήν Πατρική Ἑστία. Δέν θέλει  ὁ Θεός νά χαθοῦν τά πλάσματά Του. Πεῖνα και δίψα τοῦ Χριστοῦ ἡ σωτηρία μας. ΑΡΚΕΙ νά ἀκούσουμε τή φωνή Του,  νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του. Νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα καί νά ἀκολουθήσουμε τό Ἀρνίον, ὅπου ἄν ὑπάγῃ.

ΑΡΚΕΙ  νά ἀνοίξουμε τήν  καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή καί ἔτσι νά μεταβάλλουμε αὐτήν ἐδῶ την Κόλασι, σέ Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ μᾶς καλεῖ:«Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν». 

Και πραγματικά, «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει, μπορεῖ να δῇ Φῶς μέγα, και οἱ καθήμενοι ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου, μποροῦν , ἄν θέλουν, νά δεχθοῦν στήν ψυχή καί  τή ζωή τους, τόν Κύριο, ὥστε νά λάμψῃ μέσα τους το Φῶς τοῦ Χριστοῦ»(παρβλ.Ματθ.δ΄16).

Κρούει τήν Θύρα. Συγκαταβαίνει καί, γιά χάρι μας, ἀνοίγει τίς Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ, διά τῆς μετανοίας. Και μᾶς καλεῖ. ΑΡΚΕΙ να ἀκούσουμε τή φωνή Του και να μετανοήσουμε εἰλικρινά καί νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του, εἰλικρινά μετανοιωμένοι. ΑΡΚΕΙ νά ἀφήσουμε τά «λασπονέρια τῆς Ἀποστασίας» και νά ἐπιστρέψουμε στήν Πῃγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος. ΑΡΚΕΙ να ἀφήσουμε τά «ξυλοκέρατα τῆς ἀπιστίας» , γιά νά γευθοῦμε «τόν Μόσχον τον σιτευτόν». Τό ἐμμένειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ εἶναι σατανικόν.

 Δυστυχῶς ὅμως διαπιστώνουμε ὅτι ἡ ἀνθρωπότης πορεύεται ἀπό πτώσεως εἰς πτῶσιν. Δεν βαδίζει τήν «καθ’ ὐπερβολήν Ὁδόν», τήν Ὁδόν τῆς ζωῆς, τήν ὁδόν τῆς Ἀγάπης. Πολλοί ἄνθρωποι, ὄχι μόνον δέν μετανοοῦν, ἀλλά καί καυχῶνται ἐπί τοῖς ἀτοπήμασιν. Ἐμμένουν, μέ λυσσώδη μανίαν, κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου. «Δέσμιοι τῆς γῆς».

Με τή θέλησί τους, ἀρνοῦνται τόν Ἕνα καί μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί μέ δυό λέξεις· ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ το Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ , ΤΟ ΧΡΗΜΑ.

Καί ἐδῶ στήν Ἑλλάδα μας ἀκόμη, στήν καρδιά τῆς ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ, οἱ ἐντεταλμένοι ἀπό τό Σύνταγμα νά φυλάξουν τήν Ὀρθόδοξον Πίστιν στόν Θεόν, «τά Ὅσια και τά Ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης», χωρίς Ντροπή, προσβάλουν στήν Πρᾶξι, ὄχι μόνον τόν ἙΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ἀλλά καί ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΖΩΗΣ. Περιφρονοῦν τίς Ἀξίες καί τά Ἰδανικά. Νομοθετοῦν νόμους, πού ἀποπροσανατολίζουν τούς ἀνθρώπους, καί δέν παιδαγωγοῦν. Π.χ. νομιμοποιοῦν τή διαστροφή ὡς Ἰδιαιτερότητα. Σπέρνουν τό φόβο στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Σύγχρονοι εἰκονοκλάστες. Ἀφανίζουν τό ἀνθρώπινον πρόσωπον. Μᾶς ἀναγκάζουν να φορέσουμε φίμωτρο. Δέν προσκυνοῦν τόν Τίμιον Σταυρόν καί τό Εὐαγγέλιον καί,χωρίς ντροπή, περιφρονοῦν τίς ΑΞΙΕΣ καί τά Ἰδανικά τῆς Φυλῆς. Καί ὄχι μόνον δέν προσκυνοῦν, ἀλλά κλείνουν τίς Ἐκκλησίες μας, ἀγνοοῦντες ὅτι «ὡσεί χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτῶν». Δολίως μᾶς γυρίζουν πίσω στίς τρῶγλες καί τά σπήλαια καί τήν ὀπισθοδρόμησι τήν ἀποκαλοῦν πρόοδο, καί δέν μετανοοῦν. 

O Tempora, o mores! «Ὤ ἤθη! Ὤ καιροί!»

Θα μποροῦσε ποτέ νά φαντασθῇ κανείς ὅτι θά πετοῦσαν τήν Εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας μας ἀπό τήν αἰθουσα τῆς Βουλῆς καί ἀπό τό Γραφεῖο τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας καί ἀπό τίς αἴθουσες διδασκαλίας τῶν ἑλληνικῶν Σχολείων; Θά φανταζόταν κανείς ὅτι θά ἀφαιροῦσαν ἀπό τό Προεδρικό Μέγαρο τά ὅπλα τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821, τά ἱερά  ὅπλα Ἐκείνων, πού πολέμησαν «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστι τήν ἁγίαν καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν», τά ὅπλα αὐτῶν, πού μέ τό αἷμα τους, μᾶς χάρισαν τή λευτεριά; 

Τί,  ἄραγε, προσπαθοῦν νά ἐπιτύχουν  οἱ ὀλίγοι αυτοί δυστυχισμένοι,   ἄμυαλοι,  συνανθρωποί μας,  μέ τά καμώματά τους αὐτά; Ὅλα αὐτά εἶναι καμώματα ντροπῆς. Τί ἐπιδιώκουν μέ τό κλείσιμο τῶν Ἐκκλησιῶν, μέ τόν ἐκφοβισμό καί μέ τό διωγμό ὅλων, ἐκείνων πού πιστεύουν στό Θεό καί ἀγαποῦν τήν πατρίδα καί τήν Χριστιανικήν Οἰκογένεια;

Ἀγνοοῦν, ἀσφαλῶς, οἱ δύσμοιροι θνητοί, ὅτι «σκληρόν τό πρός κέντρα λακτίζειν»; Αγνοοῦν ὅτι «τεθνήκασι και θνήσκουν οἱ ζητοῦντες τήν ψυχή τοῦ Παιδίου»; Ἡ Ἱστορία διδάσκει ὅτι οἱ διῶκτες τῆς Πίστεως ἐξαφανίσθηκαν, καί ἐξαφανίζονται, «ὡσεί χνοῦς ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος  ἀπό προσώπου τῆς γῆς».


Καί οἱ φύλακες γρηγοροῦν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. Δέν μᾶς ἀφήνει μόνους. Εἶναι μαζί μας ὁ Θεός.

Εἶναι καιρός νά καταλάβουν οἱ δυστυχισμένοι αὐτοί συνάνθρωποί μας ὅτι καμμιά δύναμις, ΚΑΝΕΙΣἀπολύτως κανείς, δέν μπορεῖ να ἀνατρέψῃ τίς προαιώνιες Βουλές τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Παντοκράρωρ σκεπάζει μέ τή Χάρι Του καί μέ τή Δύναμί Του ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΡΟΔΟΞΙΑ ΤΗΣ. ΕΒΑΛΕ ΤΗΝ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΑΙΡΝΕΙ ΠΙΣΩ!



Καί εἶναι καιρός νά καταλάβουμε καλά ὅλοι καί οἱ ἐλάχιστοι Θεομάχοι, ὅτι «γινώσκει Κύριος ὁδόν δικαίων και ὁδός ἀσεβῶν ἀπολεῖται» ( «chi jodea jechova derech tsadikim, vederech ressaim tovet») (Ψαλμ.α΄6).

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο και οἱ πιστοί στό Θεό δέν φοβούμαστε. Και μαζί μέ τόν Δαυῒδ κραυγάζομεν: «Lo nirachi Jechova tsebaoth imanu, misgav lanu eloche Jaakob» Δηλαδή: Οἱ Πιστοί στό Θεό δέν φοβοῦνται. Καί ὅταν βογγοῦν τά κύματα, και ὅταν μετακινοῦνται τά βουνά και ἔρχονται στή θάλασσα και ἡ θάλασσα ἔρχεται στήν ξηρά, καί ὅταν σείεται και συγκλονίζεται τό Σύμπαν, δέν θά φοβηθοῦμε. Διότι ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων, εἶναι μαζί μας, ὁ Παντοδύναμος, εἶναι Φρούριόν μας, ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας ( Ψαλμ. 45, 3-8). 


Και ὅταν ὁ Θεός εἶναι μαζί μας, ποιός θά τολμήσῃ νά σταθῇ ἐναντίον μας;


                            Καί ἔστι ἡ Χείρ ὑψηλή

 


 

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2021

« ΟΙ ΔΙΨΩΝΤΕΣ ΠΟΡΕΥΕΣΘΕ ΕΦ' ΥΔΩΡ»(Ἡσ. 55,1)


« ΚΑΙ ΑΝΤΛΗΣΑΤΕ ΥΔΩΡ ΝΕΤ’ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗΣ

ΕΚ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ»

(Ἡσ.12,3).

 O διψῶντες, ὅσοι ποθοῦν τή λύτρωσι, ὅσοι, πραγματικά, διψοῦν, μέ τήν καρδιά τους, τή σωτηρία, μποροῦν να δεχθοῦν την πρόσκλησι τῆς Ἄπειρης Ἀγάπης, καί, μέ τή θέλησί τους, να κόψουν τά δεσμά, να παύσουν νἆναι «δέσμιοι τῆς γῆς» καί νά πορευθοῦν την ὁδόν πού φέρει στην Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, στήν Πηγή τοῦ Σωτηρίου, στήν Πηγή τῆς Σωτηρίας καί νά ἀντλήσουν, μέ χαρά και εὐφροσύνη, «τό Ὕδωρ τό Ζῶν», τό Ζωντανό νερό.

Πηγή τῆς Σωτηρίας εἶναι ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ. Αὐτός και μόνον Αὐτός εἶναι ἡ Πηγή τῆς Ζωῆς και τῆς ἀθανασίας. Αὐτός και μόνον Αὐτός χορηγεῖ στούς διψῶντας τό «ὕδωρ το Ζῶν», δηλαδή, τίς δωρεές και τίς Χάριτες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτός και μόνον «Αὐτός σώσει και σώζει τον λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» (Ματθ. α΄21).Καί εἶναι πλέον ἤ βέβαιον ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς (Πράξ. δ΄ 12). Και πραγματικά, ὅποιος διψᾷ τη σωτηρία και ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ σώζεται (Πράξ. β΄ 21). Αὐτός εἶναι «ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α΄29).

Ὁ Ἰησοῦς Χριστός καί μόνον Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας (παρβλ. Κολοσ. γ΄ 4.Ἐφεσ. β΄14). Αὐτός και μόνον Αὐτός εἶναι για μᾶς ἡ Ὁδός και ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, το Φῶς και ἡ Εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου. Αὐτός και μόνον Αὐτός εἶναι ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, το μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Ὅλοι μᾶς ἐξαπατοῦν και μᾶς ἐγκαταλείπουν. Αὐτός καί μόνον Αὐτός μένει κοντά μας, μᾶς κυνηγάει μέ  τό Ἔλεός Του καί δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Και Αὐτός καί  μόνον Αὐτός εἶναι «τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί  τό Τέλος, ὁ Πρῶτος καί ὁ Ἔσχατος, ὁ Ὤν και ὀ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ» (Ἀποκ. α΄ 8, 17.β΄ 8.κβ΄13). Αὐτός και μόνον Αὐτός εἶναι « ὁ θαυμαστός Σύμβουλος, Θεός  Ἰσχυρός, Ἐξουσιαστής, Ἄρχων εἰρήνης, Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος…»( Ἡσ. 9,6). Αὐτός και μόνον Αὐτός εἶναι ἡ Πηγή και ὁ χορηγός τοῦ Ζῶντος ὕδατοςΚαι Αὐτός , ὡς ἄπειρη Ἀγάπη μᾶς καλεῖ καί λέγει: «Ἐάν τις διψᾷ ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» ( Ἰωάν. ζ΄37). Καί «Οἱ διψῶντες πορεύεσθε ἐφ’ ὕδωρ. Και ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου».

Ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει καί λέγει ὅτι «Αὐτός πού πίνει ἀπό αὐτό ἐδῶ τῆς γῆς τό φυσικό νερό ξαναδιψάει. Ἐκεῖνος ὅμως πού θά πιῇ ἀπό το νερό, πού θά τοῦ δώσω ἐγώ, δέν θά διψάσῃ ποτέ εἰς τον αἰῶνα, ἀλλά τό νερό, πού θα τοῦ δώσω ἐγώ θα γίνῃ μέσα του πηγή ὕδατος, πού θα ἀναβλύζῃ καί θά ξεχύνεται καί θά τρέχῃ πάντοτε καί θά ποτίζῃ  τίς ψυχές καί θά παρέχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ΄  13-14).

Ὅποιος δεχθῇ τήν πρόσκλησι καί, μέ λαχτάρα, δεχθῇ «τό ὕδωρ τό ζῶν», ὅποιος,  δηλαδή, πιστεύσῃ εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν, « καθώς εἶπεν ἡ Γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δέ εἶπεν περί τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν  οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν» (Ἰωάν. ζ΄38-39). Οἱ διψῶντες, δεχόμενοι τό ὕδωρ τό ζῶν, γίνονται «Θεοφόροι, Χριστοφόροι και Πνευματοφόροι». Ζωντανό νερό εἶναι καί ὁ ζωοποιόςτοῦ Χριστοῦ λόγος, πού, καί νεκρούς  ἀνασταίνει, καί εἶναι καθαρή τροφή και τρυφή τῆς ψυχῆς, ἴαμα,θεραπεία.


Ζωντανό νερό  εἶναι, πάνω ἀπό ὅλα, τό ἄχραντο Σῶμα καί τό Τίμιον Αἷμα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό κάθε ἁμαρτία και μᾶς θεραπεύει ἀπό πᾶσαν νόσον και πᾶσαν μαλακίαν. Και πραγματικά ὅποιος διψᾷ και προσέρχεται μετά φόβου Θεοῦ, Πίστεως καί ἀγάπης καί κοινωνεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, σώζεται. Ὁ «πανακής ἰατρός»,  ὁ Λυτρωτής, μᾶς θεραπεύει  ἀπό πᾶσαν νόσον καί ἀπό πᾶσαν μαλακίαν.

Ὁ Κύριος, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, μᾶς προσκαλεῖ καί μᾶς βεβαιώνει: Γέγονεν. Ἔχουν γίνει ὅλα. Ἐγώ τό Α καί τό Ω, ἡ Ἀρχή καί τό Τέλος. Ἐγώ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. κα΄ 6). «Καί ὁ διψῶν ἐρχέσθω, καί ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς ΔΩΡΕΑΝ» (Ἀποκ. κβ΄17).

ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ.

Ἐμεῖς ὅμως εἴμαστε δεκτικοί τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Εἴμαστε ἄξιοι να λάβουμε το ὕδωρ το ζῶν;

Διακατέχεται ἡ ψυχή μας ἀπό πεῖνα καί δίψα, γιά  τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί γιά τήν Δικαιοσύνην Αὐτοῦ;

Ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μας τήν ἐσωτερική, μυστική σχέσιν,  κοινωνίαν και ἕνωσιν , μέ τόν Ζῶντα Θεόν,  «ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος επί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων;» ( Ψαλμ. 41,2). Ἐάν πραγματικά φλέγεται ἡ ψυχή μας ἀπό τη λαχτάρα, γιά τό Θεό καί τή Δικαιοσύνη Του, τότε δέν ἀρκεῖ να εἴμαστε «διψῶντες». Χρειάζεται να σπάσουμε τά δεσμά μέ τή γῆ και τά γήϊνα. Ὀφείλουμε νά σταθοῦμε πάνω ἀπό τίς μικρότητες καί νά καθαρίσουμε την ψυχή μας ἀπό τά βρωμερά μας πάθη και τίς κακίες μας. Διότι μόνον οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ μποροῦν νά λάβουν τό Ζωντανό νερό καί νά δοῦν τό Θεό.


Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς τονίζει και λέγει: «Ταύτας οὖν ἔχοντες  τάς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός και πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορινθ. ζ΄1).

Εἴθε ὁ Κύριος, ὁ Σωτήρ καί Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος, νά μᾶς ἀξιώσῃ, να καθαρίσουμε την ψυχή μας ἀπό κάθε ὑλική και ἀκάθαρτη ἡδονή καί νά περιπατοῦμε, ὅπως ἀκριβῶς Αὐτός, ἐν ἀγάπῃ, καί νά παραδίδουμε τόν ἑαυτόν μας προσφοράν και θυσίαν στο Θεό εἰς ὀσμήν εὐωδίας, νά ζοῦμε ,δηλαδή, «εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ», καθώς πρέπει ἁγίοις, ὥστε νά λάβουμε τό Ζωντανό Νερό και ἔχοντες τη Χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος να Τον δοξάζουμε και, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.