Τρίτη 7 Απριλίου 2026

«Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ».

 

                       Διά τοῦτο γρηγορεῖτε

 

«Τήν ὥραν, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα, τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καί κράζουσα. Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ»            

                                           (Τροπάριον Μεγ.Τρίτης). 

 

Δυστυχῶς, πολλοί ἄνθρωποι ξεχνᾶμε «τό βραχύ τῆς ζωῆς» καί τήν ματαιότητα τῶν  ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. Κυριευόμαστε ἀπό τήν  ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτόν μας εἰς τήν γῆν καί δέν προσέχουμε, ἀλλἀ ἀμελοῦμε, δέν φροντίζουμε, γιά τήν ἐπιμέλειαν καί τήν τελείωσιν τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας. Αἰχμαλωτίζεται ἡ ψυχή μας εἰς τόν Ἐγωϊσμόν, τήν Ὑπεροψίαν, τήν ἀλαζονίαν τοῦ βίου, στήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισίαν. Ζοῦμε χωρίς ἴχνος ἀγάπης καί εὐσπλαγχνίας πρός τόν πλησίον, χωρίς Θεόν, χωρίς σκοπόν, χωρίς περιεχόμενον, ὡς παράφρονες. Μᾶς ἀφυπνίζει ὁ Φιλάνθρωπος Θεός καί καί μᾶς θυμίζει ὅτι, εἰς αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία εἴμαστε προσωρινοί, διαβάτες, παροικοι καί παρεπιδημοι. Μᾶς ἐπισημαίνει ὁ Κύριος ὅτι ἄδικα βασανιζόμαστε καί κατατυραννοῦμε καί τούς ἄλλους γύρω μας. Ἐλεεινολογεῖ τήν ἀφροσύνη μας καί ἐλέγχει τήν τρέλλα   μας καί λέγει:«Ἄφρον ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ (οἱ δαίμονες, τούς ὁποίους ἐξυπηρέτησες)· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; Ὅλα αὐτά πού ἑτοίμασες σέ ποιούς κληρονόμους θά περιέλθουν;

«Λοιπόν, ψυχή μου, τώρα πού κατεννόησες τήν ὥραν τοῦ τέλους καί ἐδειλίασες, γιά τήν ἐκκοπήν τῆς ἀκάρπου συκῆς, ξύπνα,ἀγάπησε τήν ἔντιμον ἐργασία, ταλαίπωρη ψυχή μου, πολλαπλασίασε τό τάλαντον πού σοῦ δόθηκε ἀπό τόν Θεόν, μεῖνε ἄγρυπνη, προσεκτική καί κραζε εἰς τόν ἑαυτόν σου καί εἰς τούς ἄλλους καί λέγε:Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ».

 Θυμήσου, ψυχή μου, «Πῶς καί γιατί παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκή;» Προσπάθησε,ψυχή μου, νά παρουσιάσῃς καρπούς ἀξίους τῆς Μετανοίας, τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι «χαρά εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»(Γαλάτ.ε΄22-23). Ο Νυμφίος τῆς Ψυχῆς μας, ζητεῖ Ταπείνωσι, καθαρή καρδιά γεμᾶτη Καλωσύνη. ΖΗΤΕΙ ἔλεος, εὐσπλαγχνίαν πρός τόν πλησίον. Θά εἶναι δέ ἀνελέητη ἡ κρίσις εἰς αὐτούς πού  δέν  δείχνουν ἔλεος, εὐσπλαγχνίαν, συμπάθειαν εἰς τούς συνανθρώπους τους. «Ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος»(Ἰακ. β΄13). Κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως. Δηλαδή: Ἡ Εὐσπλαγχνία ΘΡΙΑΜΒΕΥΕΙ ἔναντι τῆς Κρίσεως, λέγει ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος. Οἱ πέντε μωρές Παρθένες ἔμειναν ἔξω τοῦ Νυμφῶνος Χριστοῦ, διότι δέν εἶχαν λάδι στά λιχνάρια τους. Δέν εἶχαν δείξει ἔλεος, εὔσπλαγχνίαν, εἰς τούς συνανθρώπους τους. Ἐνῷ «οἱ φρόνιμες Παρθένες εἶχαν δείξει Ἔλεος καί Εὐσπλαγχνίαν εἰς τούς συνθρώπους τους καί ἤσαν ἕτοιμες καί εἰσῆλθον μετά τοῦ Νυμφίου εἰς τόν Νυμφωνα καί ἐκλείσθη ἡ θύρα»(Ματθ. κε΄1-13).

ΛΟΙΠΟΝ :

«Τί ραθυμεῖς, γιατί τεμπελιάζεις, ἀθλία ψυχή μου; Γιατί πλάθεις μέ τήν φαντασία σου, ἄκαιρα, ἀπλοϊκές μέριμνες; γιατί ἀσχολεῖσαι μέ τά ἀνάξια λόγου πράγματα;  Σέ λίγο φθάνει ἡ  ἐσχάτη, ἡ τελευταία ὥρα, κατά τήν ὁποίαν πρόκειται νά χωρισθοῦμε ἀπό τῶν ἐνταῦθα, ἀπό αὐτόν ἐδῶ τά μάταιο κόσμο. Ὅσο ἀκόμη ἔχεις λίγο καιρό, ξεμέθησε, ξαναβρές τήν νηφαλιότητα καί τή σωστή πίστι, ξαναβρές τόν καλόν ἑαυτόν σου καί μετανόησε  καί φώναξε δυνατά: Σωτῆρα μου, ἔχω ἁμαρτήσει σέ Σένα, συγχώρησέ με Θεέ μου, μή  με κόψῃς, ὅπως ἀκριβῶς τήν ἄκαρπον συκήν, ἀλλά ὡς Εὔσπλαγχνος, Χριστέ, δές μέ πολλήν συμπάθειαν τό πάθημά μου, λυπήσου με, καί ἄκουσε τήν ταλαίπωρη ψυχή μου, πού μέ φόβο κράζει: Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ»( Μετάφρασις Οἴκου Μεγ.Τρίτης).









 μου, πού μέ φόβο κράζει: Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ»( Μετάφρασις Οἴκου Μεγ.Τρίτης).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου