Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιθ΄1-10).





Βάσις καί ἀρχή τῆς εὐαγγελικῆς Κλίμακος

ἡ εἰλικρινής καί ἔμπρακτη Μετάνοια.



«Ὁ Ζακχαῖος ἐζήτει ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν τίς ἐστι,
Καί οὐκ ἠδύνατο ἀπό τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ
μικρός ἦν. Καί προδραμών ἔμπροσθεν ἀνέβη
ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν,  ὅτι δι’ ἐκείνης
ἤμελλε διέρχεσθαι» (Λουκ. ιθ΄ 3-4).

Ὁ Ζακχαῖος ἦταν ἀρχιτελώνης καί πλούσιος, ἀλλά δέν ἦταν χαρούμενος. Καί ὁ λόγος τῆς δυστυχίας του ἦταν ἡ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του. Ἐγνώριζε καλά ὅτι ἐπλούτισε σέ βάρος τῶν συνανθρώπων του καί τό εἶχε βάρος στή συνείδησί του. Πληροφορήθηκε, γιά τό Χριστό, γιά τή διδασκαλία Του καί τά θαύματά Του καί γεννήθηκε στήν ψυχή ἡ λαχτάρα νά τόν γνωρίσῃ καλλίτερα. «Καί ἐζήτει ἰδεῖν τόν Ἰησοῦν τίς ἐστι».




Πληροφορήθηκε ὁ ἀρχιτελώνης ὅτι ὅτι ὁ  Ἰησοῦς, ἀφοῦ μπῆκε στήν πόλι, διήρχετο τήν Ἰεριχώ καί ζητοῦσε νά Τόν δῇ, ποιός εἶναι καί δέν μποροῦσε.

«Δέσμιος τῆς γῆς», ἐμπεπηγμένος «ἰλύν βυθοῦ», ὁ Ζακχαῖος, εἶχε συναίσθησι τῆ ἀναξιότητός του, ἦτο μικρός, τῇ ἡλικίᾳ. Κοντός καί χανόταν μέσα στό πλῆθος, βυθισμένος στά ὑλικά του πλούτη, στίς κακές του συνήθειες, ὁ ἀρχιτελώνης, δέν μποροῦσε νά δῆ τό Χριστό. Σκέφθηκε ὅτι ἔπρεπε νά παραμερίσῃ τά ἐμπόδια, νά ἀφήσῃ τή γῆ καί τά γήϊνα, νά διώξῃ ἀπό τήν ψυχή του τό βάρος τῶν ἀδικιῶν, πού εἶχε διαπράξει, νά δῇ μέ καθαρό βλέμμα τό Θεό καί τούς συνανθρώπους του.  «Καί προδραμών ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν (τόν Ἰησοῦν), ὅτι δι’ ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι (διότι ἀπό αὐτό τό δρόμο, πού βρισκόταν ἡ συκομορέα, ἐπρόκειτο νά περάσῃ ὁ Ἰησοῦς).
Προσπερνάει τά ἐμπόδια. Ἀνεβαίνει πάνω ἀπό τά γήϊνα. Κατακαίεται ἀπό τή λαχτάρα «ἵνα ἴδῃ αὐτόν».
Ἡ ἀνάβασις εἰς συκομορέαν σημαίνει περισυλλογήν, αὐτοεξέτασιν, ἐνσυνείδητον αὐτοέλεγχον, αὐτογνωσίαν,
Εἰλικρινῆ, ἔμπρακτη μετάνοιαν, ἀνάβασιν νοῦ πρός Θεόν.
Ἡ ἀνάβασις τοῦ Ζακχαίου εἰς συκομορέαν, σημαίνει  νοερά ἀνάβασι τοῦ νοῦ πρός τόν Ἰησοῦν. Σημαίνει ἀπόφασι τοῦ Ζακχαίου νά ἀφήσῃ τόν ρερυπωμένον βίον καί νά ἴδῃ τόν Ἰησοῦν τίς ἐστι. Νά μάθῃ Ποιός εἶναι ὁ Ἰησοῦς καί ἡ ἐν Ἰησοῦ Χριστῷ ζωή. Ἀποφασίζει νά ἀποθέσῃ τόν παλαιόν ἀνθρωπον καί νά ἐνδυθῇ τόν Νέον, νά ζῇ πλέον ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Ἡ ἀνάβασις ἐπί συκομορέαν, σημαίνει νοερά προσέγγισις, σιωπηλό πλησίασμα τῆς ψυχῆς τοῦ Ζακχαίου, στό Χριστό. Σημαίνει λατρεία τοῦ Χριστοῦ. ἐκ μέρους τοῦ Ζακχαίου, ὄχι τοῖς χείλεσι, ἀλλά τῇ καρδίᾳ. Λατρεία «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», ἄγγιγμα ψυχῆς.
Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, πρίν προλάβει ὁ Ζακχαῖος νά δῇ τό Χριστό, ὁ καρδιογνώστης, «ὡς ἦλθεν ἐπί τόν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτόν καί εἶπε πρός αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Καί ἀμέσως κατέβηκε ὁ Ζακχαῖος καί Τόν ὑποδέχθηκε μέ χαρά στό σπίτι του.
Ὅταν εἶδαν οἱ μικρόψυχοι, οἱ ὑποκριτές ὅτι ὁ Χριστός προτίμησε νά μείνῃ στό σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ Ζακχαίου,
ἀγανάκτησαν ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ, διότι προτίμησε νά μπῇ στό σπίτι τοῦ ἁμαρτωλοῦ καί νά ἀναπαυθῇ.
Τότε στάθηκε ὁ Ζακχαῖος μπροστά στόν Κύριο καί εἶπε πρός αὐτόν: «Κύριε, ἰδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καί εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν». Τά μισά ὑπάρχοντά μου τά προσφέρω στούς πτωχούς καί ἄν τυχόν ὡς τελώνης ἀδίκησα κανέναν σέ τίποτε. Τοῦ τό γυρίζω πίσω στό τετραπλάσιο. Ἔτσι ἀποδεικνύει τήν εἰλικρινῆ, ἔμπρακτη μετάνοιά του, τήν ὁποίαν δέχεται ὁ Ἰησοῦς καί χαρίζει στό Ζακχαῖο καί τούς οἰκειακούς του, μέ τήν εὐλογημένη Παρουσία Του, τή σωτηρία.
Διότι ὁ Κύριος δέν ἦλθε νά καλέσῃ δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν.
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι ἡ ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, τό Φῶς καί ἡ Εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ἔρχεται κοντά κοντά μας ζητεῖσαι καί σῶσαι τό ἀπολόλός. Ἔρχεται «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι, καί τό πλανηθέν ὀρειάλωτον εὑρών πρόβατον τοῖς ὤμοις ἀναλαβών τῷ Πατρί προσαγάγῃ», ψάλλει ὁ ἱερός Δαμασκηνός.







Ἔρχεται καί γίνεται ὁ Χριστός ἡ ζωντανή εὐαγγελική Κλίμακα, ἀπό γῆς πρός οὑρανόν, καί εἰς τήν πρώτην βαθμίδα τοποθετεῖ τήν ἀρίστην εἴσοδον ὑψώσεως, τήν μετάνοιαν.

Βάσις καί ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ εἰλικρινής ἔμπρακτη μετάνοια. Εἶναι ἔκφρασις τῆς μακροθυμίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ νέα εὐκαιρία, πού χαρίζει ὁ Θεός σέ ὅλους μας, γιά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία.
Ανοίγει τίς Πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί στέλνει τόν Υἱόν Αὐτοῦ τόν Μονογενῆ καί μᾶς καλεῖ νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του , μέ τή θέλησί μας. Κρούει τήν Θύραν.

Μᾶς καλεῖ νά ἀκούσουμε τή Φωνή Του, νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Νά βασιλεύσῃ ἐντός μας.
Καί εἶναι καιρός νά ἀνέβουμε στή δική μας συκομορέαν. Νά φύγουμε ἀπό τήν πνιγερή ζωή στῆς Ὀμορφιᾶς τή σφαίρα. Νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος καί νά περιπατήσωμεν ἐν ἀγάπῃ, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία ὑμνοῦντες καί εὐλογοῦντες ἀκαταπαύστως τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν, τόν Κύριόν   μας Ἰησοῦν Χριστόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι. Ἀμήν.







Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

ΒΛΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΛΑΖΟΝΙΑΣ ΤΟΥ ΒΙΟΥ,




Λέπρα τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀχαριστία



«Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δέ ἐννέα ποῦ;
Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὗτος;» (Λουκ. ιζ΄ 17-18).



Ὁ Ξενοφών στά ἀπομνημονεύματά του  ἀναφέρει ὅτι ὁ ἀνδρῶν ἁπάντων σοφώτατος Σωκράτης λεγει ὅτι «  ἀχαριστία εἶναι εἰλικρινής ἀδικία, τῆς ἀσεβείας ἀχώριστος» (Ἀπομν. ΙΙ, 2).

Καί ὁ Σοφοκλῆς (Αἴας 522-524) λέγει ὅτι :
«Χάρις χάριν  γάρ ἐστιν ἡ τίκτουσ’ ἀεί·
ὅτου δ’ ἀπορρεῖ μνῆστις εὖ  πεπονθότος,
οὐκ ἄν γένοιτ’ ἔθ’ οὗτος εὐγενής ἀνήρ».

Δηλαδή: Ἡ χάρις πάντοτε γεννάει χάριν. Ὅποιος ὅμως λησμονεῖ ἐκεῖνον,  πού τόν εὐεργέτησε, ἐκεῖνος δέν μπορεῖ νά εἶναι εὐγενικός ἄνθρωπος.

Ἡ ἀχαριστία εἶναι πραγματικά βλάστημα τῆς ἀλαζονίας τοῦ βίου καί λέπρα τῆς ψυχῆς. Εἶναι ὕβρις καί βλασφημία πρός τόν Θεόν. Εἶναι θανάσιμον ἁμάρτημα πρός  τόν Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ καί τοῦ Ὁποίου οἰ εὐεργεσίες σέ ὅλους μας, γνωστές καί ἄγνωστες, φανερές καί ἀφανεῖς, εἶναι ἄπειρες. Ἰσως ἀναρωτηθεῖ κανείς, ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός ἀπό τίς  εὐχαριστίες μας; Ἀσφαλῶς ὄχι. «Οὐ γάρ τῶν ἡμετέρων ἐν χρείᾳ Θεός, ἀλλ’  ἡμῶν ὡς ἀγαθότητος ὑπάρχων πηγή τήν σωτηρίαν ζητεῖ».

Ὁ ἄνθρωπος, πού δέν ἀναγνωρίζει τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος τόσον πολύ μᾶς ἀγάπησε, ὥστε  καί αὐτόν ἀκόμη, τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόλληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον, εἶναι πτωχός, γυμνός, ἐλεεινός καί τυφλός, χωρίς ἀγάπην.


 Παραμένει, με τή θέλησί του, κατάκοιτος στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου, ἐμπεπηγμένος εἰς «ἰλύν βυθοῦ» Ἕρχεται ὁ Χριστός καί, γιά χάρι του, καταδέχεται τόν ἐπώδυνο σταυρικό θάνατο, γιά τόν ἀναστήσῃ, νά τόν ἀνασύρῃ ἀπό τό Βόρβορο καί νά τόν ὁδηγήσῃ «εἰς ζωῆς πηγάς ὑδάτων», καί αὐτός δέν ἀναγνωρίζει τίς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, δέν εὐχαριστεῖ τό Θεό, ἀποκρούει τή Χάρι, περιφρονεῖ τό Λυτρωτή, βλασφημεῖ τή Θυσία Του. δέν καθαρίζει τήν ψυχή του ἀπό τό βλάστημα τῆς ἀλαζονίας τοῦ βίου. Δέν καθαρίζει τήν ψυχή του ἀπό τή λάσπη, ἀπό τή λέπρα. Καί γι’αὐτό Κύριος πικραίνεται   ἀπό τήν ἀχαριστία τῶν ἀνθρώπων, ὄχι γιατί δέν  εὐχαριστοῦν Αὐτόν, τόν Εὐεργέτην, ἀλλά γιά τήν πώρωσι καί τήν ἀμετανοησία τους. Πικραίνεται γιά τήν κατάντια τους, γιατί παραμένουν στήν «ἰλύν βυθοῦ», βυθισμένοι στό Βόρβορο τῆς ἀχαριστίας καί δέν σώζονται. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο  και στήν περίπτωσι τῆς θεραπείας τῶν λεπρῶν ἐπισημαίνει Τό Κακόν τῆς ἀχαριστίας καί λέγει:

«Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; Οἱ δέ ἐννέα ποῦ; Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μή ὁ ἀλλογενής οὖτος;»

Ὁ λαός μας  λέγει ὅτι «ἴδιον τόν εὐεργετουμένων ἡ ἀχαριστία, ἡ ἀγνωμοσύνη». Καί πραγματικά εἶναι ἀναμφισβήτητη ἡ ἀλήθεια ὅτι χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν εὐεργετουμένων εἶναι ἡ ἀχαριστία. Οἰ περισσότεροι ἄνθρωποι κυριεύονται ἀπό τήν ἀλαζονία του βίου καί παραμένουν ἀχάριστοι, ἀγνώμονες πρός τούς εὐεργέτες τους, ὄχι μόνον πρός τούς ἀνθρώπους, γονεῖς καί διδασκάλους, καί γενικά σέ ὅλους τούς εὐεργέτας, ἀλλά ἀκόμη καί πρός τόν Θεόν. Κι’ αὐτό εἶναι θανάσιμον ἁμάρτημα, πού τούς κρατάει «δεσμίους τῆς γῆς», κατάκοιτους στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου.

Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, καλεῖ τά ἀναίσθητα  ὑλικά ὄντα, τόν οὐρανόν καί τήν γῆν, νά γίνουν μάρτυρες τῆς ἀχαριστίας τοῦ λαοῦ. Οἱ ἄνθρωποι, μπροστά στά θεῖα δῶρα καί τίς ἄπειρες πρός αὐτούς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, δείχνουν ἐσχάτη ἀχαριστία, ὥστε νά φαίνονται κατώτεροι ἀπό τά βόδια καί τά γαϊδούρια. Λέγει ὁ Προφήτης: 

«Ἄκουε οὐρανέ καί ἐνωτίζου γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν· υἱούς ἐγέννησα καί ὕψωσα, αὐτοί δέ με ἠθέτησαν» (Ἡσ. α΄ 2).Ἐδῶ φαίνεται ἡ πατρική ἀγάπη, ἡ στοργή καί τρυφερότητα καί ἡ ἀχαριστία τῶν παιδιῶν, πού ἐγκαταλείπουν τόν Εὐεργέτην τους καί λατρεύουν τά Εἴδωλα, καί φαίνονται κατώτεροι ἀπό τά βόδια καί τά γαϊδούρια. Διότι «ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραήλ δέ με οὐκ ἔγνω καί ὁ λαός μου οὐ συνῆκεν» ( Ἡσ. α΄3). Δηλαδή: Τό βόδι γνωρίζει τόν ἰδιοκτήτη του καί τό γαϊδούρι γνωρίζει ἐπίσης ὅτι ἡ φάτνη του, ἀνήκει στόν κύριόν του. Ὁ ἰσραηλιτικος λαός δέν μέ ἀναγνωρίζει ὡς Κύριόν του καί ὁ λαός μου, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι στόν κόσμον, δέν με ἀναγνωρίζουν , δέν με ἀποδέχονται. Αὐτή τήν τραγική πραγματικότητα συναντᾶμε στή Βηθλεέμ, ὅπου δέν βρέθηκε κατάλυμα γιά τό Χριστό , καί γεννήθηκε σέ ἕνα σπήλαιο, ἀνακλίθηκε σέ μιά φτωχική Φάτνη καί ἐκεῖ ἐγκαταλελειμμένος ἀπό τούς ἀνθρώπους, Τόν ἀναγνωρίζουν τό βόδι καί τό Γαϊδούρι, πού Τόν θερμαίνουν μέ χνῶτα τους.


Ἔμεῖς σήμερα θά συνεχίσουμε νά φαινώμαστε καί νά εἴμαστε κατώτεροι ἀπό τά βόδια καί τά γαϊδούρια; Θά συνεχίσουμε νά παραμένουμε βυθισμένοι στό Βόρβορο τῆς ἀχαριστίας καί τῆς ἀγνωμοσύνης, ὑπόδουλοι, ἀνόητοι λάτρες τῆς Παραφροσύνης;








ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ.ιζ΄12-19).





Ἡ θεραπεία τῶν Δέκα λεπρῶν.



«Καί αὐτοί ἦραν φωνήν λέγοντες·

Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. καί

ἰδών εἶπεν αὐτοῖς· ἐπίδείξατε ἑαυτούς

τοῖς ἱερεῦσι. Καί ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτούς

ἐκαθαρίσθησαν» (Λουκ. ιζ΄ 13-15).



Ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς ἔρχεται κοντά μας, γιά νά θεραπεύσῃ τίς ἀνημπόριες μας. Αὐτός ὁ θεραπευτής τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν. Ὁ Γιατρός, γιά ὅλες τίς ἀρρώστιες. Μᾶς ἐπισκέπτεται καί διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἱώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. Ἐπισκέπτεται καί εὐεργετεῖ ὅλους μας, ὅποιοι κι’ ἄν εἴμαστε, ὅ,τι κι’ ἄν κάνουμε, ὅπου κι’ ἄν εὑρισκώμαστε. «Χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» προσφέρει σέ ὅλους τήν ἀγάπη Του.

«Ἐνῷ βάδιζε πρός τά Ἱεροσόλυμα καί καθώς ἔμπαινε σέ ἕνα χωριό, Τόν συνήντησαν δέκα λεπροί ἄνδρες, πού στάθηκαν λίγο μακρυά, καί τοῦ φώναζαν, «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς». Τοῦ ἀναφέρουν τόν πόνο τους καί ζητοῦν τό ἔλεός Του. Ὁ Κύριος  ἀκούει τίς κραυγές τῆς ἱκεσίας τους καί δέν τούς λέγει· Καθαρισθῆτε ἀπό τή λέπρα σας, ἀλλά τούς λέγει: «Πηγαίνετε νά δείξετε τόν ἑαυτό σας εἰς τούς ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι σύμφωνα μέ τό Νόμο ἐβεβαίωναν τήν ἀποθεραπεία τους. Ἡ ἴασις τῶν λεπρῶν ἔπρεπε νά πιστοποιηθῇ ἀπό τούς ἱερεῖς. Ὁ Κύριος δοκιμάζει τήν πίστιν τους καί τήν ὑπακοή τους στήν ἐντολή Του. Καί πράγματι καί οἱ δέκα ὑπήκουσαν. Διά τοῦτο καί «ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτούς ἐθεραπεύθησαν», στόν δρόμο τῆς ὑπακοῆς. ἐθεραπεύθησαν. Ἔδειξαν ἐμπράκτως τήν πίστιν τους στή δύναμι καί τήν ἀγαθότητα τοῦ Σωτῆρος, διά τῆς ὑπακοῆς στό λόγο Του.



Ἡ παρακοή εἰς τάς Ἐντολάς τοῦ Θεοῦ εἶναι θάνατος. Ἡ ὑπακοή εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης μας στό Θεό. Ἡ ὑπακοή εἶναι ζωή. Καί ἡ πηγή τῆς Ζωῆς, ὁ Χριστός ἔγινε ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Ἔγινε ἐν πᾶσι τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλους μας. Χάραξε τήν Ὁδόν τῆς ὑπακοῆς μέ τό αἷμα Του καί μᾶς ὁδηγεῖ, διά τῆς ὑπακοῆς, ἀπό γῆς πρός οὐρανόν. Μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Ἡ παρακοή μᾶς ἐχώρισε ἀπό τόν Θεόν καί ἡ ὑπακοή μᾶς ἑνώνει. Ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ μόνη ὁδός ἐπαναφορᾶς.

Εἶναι καιρός νά ἔλθουμε κοντά στό Χριστό καί νά μάθουμε ἀπό Αὐτόν, τί σημαίνει ὑπακοή στό Θεῖον Θέλημα. Καί νά γίνῃ πεῖνα καί δίψα μας, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μας ἡ τήρησις στή ζωή μας τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, γιά νά βρῇ ἀνάπαυσιν ἡ ψυχή μας, στή δοξολογία τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν ὁποῖον πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.






Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ




«Ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν»


Ἄφατη εἶναι ἡ μακροθυμία τοῦ Θεοῦ. Μᾶς δημιουργησε ἀπό ἄπειρη ἀγάπη «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὀμοίωσιν αὐτοῦ». Τό «κατ’  εἰκόνα» σημαίνει ὅτι εἴμαστε «δυνάμει» θεοί. Καί τό «καθ’ ὁμοίωσιν», σημαίνει μποροῦμε νά γίνουμε «ἐνεργείᾳ» θεοί. Μᾶς ἔδωκε δηλ. δυνατότητες νά συνεργασθοῦμε μαζί του, νά γίνουμε συνδημιουργοί. Νά συνεργασθοῦμε μαζί Του στήν πνευματική μας τελείωσι καί ἀπό «δυνάμει» θεοί, νά γίνουμε καί «ἐνεργείᾳ» θεοί, ὥστε νά ἔχουμε τή χαρά τῆς συνδημιουργίας.

Ἐμεῖς ὅμως οἱ ἄνθρωποι δέν ἐννοήσαμε τήν τιμήν καί δέν ἀκολουθήσαμε τήν ὁδόν ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν». Δέν κάναμε καλή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας. Ὁ Προφήτης λέγει ὄτι «παρασυνεβλήθημεν τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί γίναμε ὅμοιοι μέ αὐτά». Ξεντυθήκαμε τήν ἀφθαρσία καί ντυθήκαμε τή φθορά. Μέ τή θέλησί μας, χωρισθήκαμε ἀπό τόν Θεόν διά τῆς παρακοῆς. Χάσαμε τόν Παράδεισο. Χάσαμε τήν κοινωνία, τή συνομιλία, τή σχέσι καί ἕνωσι μέ τόν οὐράνιον πατέρα καί ἐγκατασταθήκαμε  εἰς τήν ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου γῆν, μέ ἡμερομηνίαν λήξεως.

Σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία, «ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ», ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, πού θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» μᾶς ἀνοίγει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Μᾶς ἔδωκε τόν Υἱό Του, ὁ Ὁποῖος ἔγινε ταπεινός ἄνθρωπος καί ἐταπείνωσε τόν ἑαυτό Του, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ.

Τύπος καί ὐπογραμμός σέ ὅλους μας. Ἔπαθε γιά χάρι μας καί μέ τό αἷμα του ἐχάραξε τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς πρός τόν Θεόν διά τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα. Μᾶς ὑπέδειξε τήν ὁδόν  τῆς μετανοίας. Καί ἔγινε ὁ Ἴδιος  ἡ Ὁδός καί ἠ Ἀλήθεια καί ἡ ζωή, τό Φῶς καί ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Ὁ πρῶτος λόγος πού βγῆκε ἀπό τό πανάγιον στόμα Του ἦταν ἡ προτροπή: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν»  καί, διερχόμενος τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἱώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ, σταυρώθηκε,γιά χάρι μας, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 14-16). Μᾶς ὑποδεικνύει τήν Ὁδόν τῆς ἐπαναφορᾶς εἰς τήν Βασιλείαν Του, διά τῆς εἰλικρινοῦς ἐμπράκτου μετανοίας.

Ἔρχεται ὀ Κύριος καί μᾶς καλεῖ νά ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς, νά μετανοήσουμε καί νά ἐπιστρέψουμε κοντά του, στήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος.Μᾶς προτρέπει νά ἀφήσουμε τήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσότερων ὑλικῶν ἀγαθῶν, πού εἶναι σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα. Μᾶς καλεῖ νά ζητήσουμε πρῶτα καί πάνω ἀπό ὄλα τή Βασιλεία Του καί τή δικαιοσύνη Του καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι Ἴδιος ὁ οὐράνιος Πατέρας μας νοιάζεται γιά μᾶς, καί μᾶς προσφέρει ὅλα, ὅσα ἔχουμε ἀνάγκη. Καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς τονίζει ὅτι «ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι βρῶσις καί πόσις, ἀλλά δικαιοσύνη καί εἰρήνη καί χαρά ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καί μᾶς προτρέπει νά ἐπιδιώκωμε στή ζωή μας τόν ἐρχομό καί τήν ἐπικράτησι τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. ιδ΄ 17-19).

Ὁ Χριστός ἔρχεται καί κρούει τήν Θύραν. Καλόν εἶναι νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί ἔμπρακτα, νά ἀκούσουμε τήν φωνή τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας νά βασιλεύσῃ ἐντός μας. Νά ἀκολουθήσουμε, δηλαδή, τά ματωμένα Χνάρια Του, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά εἰσέλθουμε εἰς τήν Βασιλεία Του καί νά ἀπολαμβάνουμε διά θέας τό ἄπειρον κάλλος τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (Ματθ. δ΄12-17).



Ἔρχεται ὁ Χριστός νά φωτίσῃ τά σκοτάδια μας.



«Ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα,

Καί τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καί σκιά θανάτου

Φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ. δ΄ 16).



 Ὁ Χριστός εἶναι τό Φῶς τό ἀληθινόν καί ἡ Πηγή τοῦ ἀληθινοῦ Φωτός, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν κόσμο(Ἰωάν. α΄ 4-9).

Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Χριστόν, βυθίζεται στό σκοτάδι, δέν βλέπει  καί δέν ξέρει, ποῦ πηγαίνει.

Ὁ Χριστός, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ἔρχεται στόν Κόσμο νά φωτίζει τά σκοτάδια μας, νά μᾶς δώσῃ ζωήν. Ἔρχεται νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Ἔρχεται, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος» καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς». Ἔρχεται τό Ἄκακον Ἀρνίον, ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ, νά σηκώσῃ τίς ἁμαρτίες μας, νά ἁπαλύνῃ τόν πόνον μας, νά σπογγίσῃ τά δάκρυά μας, νά μᾶς χαρίσῃ τό δικό Του κολλύριον νά χρίσῃ τούς ὀφθαλμούς μας, γιά νά βλέπουμε (Ἀποκ. γ΄18),ἔρχεται δηλαδή «ὁ πανακής ἱατρός», νά θεραπεύσῃ τήν ψυχική καί πνευματική μας τύφλωσι, ὥστε νά βλέπουμε καθαρά τόν Εὐεργέτην καί Δημιουργόν μας καί τίς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ μας, τούς συνανθρώπους μας, ὥστε νά ῥυθμίζουμε ὅπως ἁρμόζει τήν συμπεριφορά μας καί νά ζοῦμε «καθώς πρέπει ἁγίοις». Ἔρχεται ὁ Χριστός γιά νά μᾶς μεταφέρει ἀπό τήν ἐρημιά, ἀπό τήν ἔρημο, ἄβατον καί ἄνυδρο γῆν, καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων» (Ἀποκ. ζ΄17). Φανερώνει τόν ἑαυτόν Του σέ μᾶς τούς ἀναξίους καί λέγει: «Ἐγώ εἰμι τό Φῶς τοῦ κόσμου». Μᾶς καλεῖ κοντά Του καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἄν Τόν ἀκολουθήσωμεν θά ἔχουμε, ἀσφαλῶς, στήν ψυχή καί στή ζωή μας , τό Φῶς, πού πηγάζει ἀπό τήν ἀληθινήν ζωήν, τόν Θεόν: «Ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό Φῶς τῆς Ζωῆς» (Ἰωάν. η΄12).

Εἶναι γεγονός,  καί «τό γεγονός οὐκ ἀπογίνεται», ὅτι  «ὁ λαός, πού ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό Θεό καί κάθεται σάν παράλυτος  στό πνευματικό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης καί ἀσεβείας, χάριν τῆς Εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ, τώρα εἶδε τό πνευματικόν Φῶς, τό ἀληθινόν Φῶς, τόν Χριστόν. Καί σ’ αὐτούς, πού κάθονται στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου, βυθισμένοι στό πυκνό σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας ἀνέτειλε ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαμψε ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τό ἀληθινόν Φῶς». Ἔρχεται ὁ Μακρόθυμος καί κηρύσσει τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύει πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ.  δ΄ 23).

Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία μας. ὁ Κύριος μᾶς καλεῖ.

Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Στό χέρι μας εἶναι. Ἄν θέλουμε, μποροῦμε νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα καί νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τῆς εἰρήνης, τῆς Δικαιοσύνης καί τῆς γνήσιας ἀγάπης. Νά δεχθοῦμε στή ψυχή καί τή ζωή μας τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ. «Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τό Φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς»· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα» (Ἰωάν. γ΄ 19-20).

Μποροῦμε νά ἀφήσουμε τό σκοτάδι καί νά ἔλθουμε στό Φῶς. Ὁ «Πανακής ἰατρός» ἔρχεται νά μᾶς θεραπεύση ἀπό τήν πνευματική τύφλωσι καί ἀπό τόν σαδομαζοχισμό, πού μᾶς βασανίζει.

Καιρός νά ἀφήσουμε τή λατρεία τῶν Εἰδώλων. Καιρός νά  πάψουμε  νά λατρεύουμε τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα. Νά ἀφήσουμε τό σκοταδισμό καί νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν, τό ἀληθινόν Φῶς, τήν Ἀλήθεια καί τή Ζωή.

Καιρός νά ἀρχίσουμε νά λατρεύουμε τόν Θεόν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», μέ τήν καρδιά μας, καί νά Τόν δοξάζουμε, «λόγῳ καί ἔργῳ» εἰς πάντας τούς αἰῶνας.

«Τῷ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμή καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Α΄Τιμόθ. α΄ 17).