Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ



Σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου στή γῆ εἶναι ἡ πνευματική του τελείωσις, ἡ θέωσις.



«Ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιος ἐγώ Κύριος ὁ Θεός ὑμῶν·
καί φυλάξεσθε τά προστάγματά μου καί ποιήσετε
αὐτά· ἐγώ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑμᾶς» (Λευϊτ. κ΄ 7-8).

«Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατήρ ὑμῶν
ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς  τέλειός  ἐστιν» (Ματθ. ε΄ 48).


«Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω·  ἐάν τίς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου...»

Ἔ! Σύ βαριόμοιρε θνητέ, ἀπρόσεκτε, ἀστόχαστε διαβάτη,
δέν ἀκοῦς τή φωνή, πού σέ καλεῖ, μέ τόση καλωσύνη,
μέ τόση τρυφερότητα κι’ ἀνέκφραστη ἀγάπη;

Ὁ Θεός ἡμῶν  δέν ἔρχεται ὡς «πνεῦμα μέγα κραταιόν διαλῦον ὄρη καί συντρίβον πέτρας ἐνώπιον Κυρίου», δέν ἔρχεται «ἐν τῷ συσεισμῷ», οὔτε «ἐν τῷ πυρί», ἀλλ’ ἔρχεται κοντά μας, ὡς «φωνή αὔρας λεπτῆς» (Γ΄ Βασιλ. ιθ΄11-12).

ΕΡΧΕΤΑΙ κοντά μας διά τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ.
Ἔρχεται «Παῖς», «ὁ Ἐκλεκτός τοῦ Θεοῦ» καί γνωρίζει σέ μᾶς τόν Πατέρα καί τό πανάγιον Πνεῦμα, «κατά τό δυνατόν γνωσθῆναι». Αὐτόν προσεδέξατο ἡ ψυχή μου. Ἔδωκα τό πνεῦμα μου εἰς Αὐτόν, λέγει Κύριος. Καί Αὐτός φέρει τήν Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο (Ἡσ. 42, 1).
Εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ «σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς διά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας...
διότι «ἡ Χάρις καί ἡ Ἀλήθεια διά Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο. Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε· ὁ μονογενής υἱός ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α΄ 14-18). Πραγματοποιεῖ τήν προαιώνια Βουλή Του ὁ πανάγαθος Θεός, γιά τήν σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων.





ΕΡΧΕΤΑΙ, λοιπόν,   γλυκύς, ὁ πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, Ἰησοῦς, κοντά μας, νά σπογγίσῃ τά δάκρυά μας, νά ἀπαλύνει τόν πόνο μας, νά φωτίσῃ τά σκοτάδια μας, νά μας ὁδηγήσῃ στό δρόμο τῆς ζωῆς. Μᾶς πλησιάζει ἀθόρυβα, δέν κραυγάζει, δέν ὑψώνει τή φωνή Του. Δέν ἔρχεται νά συντρίψῃ τό  καλάμι, πού εἶναι ἕτοιμο νά σπάσῃ, τό περιδένει, τό στηρίζει, τό κρατάει στή ζωή. Δέν σβήνει τό λυχνάρι, πού τρεμοσβήνει κι’ εἶναι ἕτοιμο νά σβήσῃ, ἀλλά τοῦ ρίχνει λάδι, τοῦ δίνει ζωή. Πλησιάζει τήν ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα καί τήν ὁδηγεῖ στή σωτηρία (παρβλ. καί Ἡσ. 42, 1 ἑξῆς ).
Κηρύττει τήν Ἀλήθεια. Καί Αὐτός εἶναι ἠ ἐλπίδα ὅλων μας. Καί «αὐτός προσδοκία ἐθνῶν» (Γενέσ. μδ΄ 10).
Ἡ ἀποστολή τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀληθινοῦ Μεσσία, στόν κόσμο εἶναι νά φέρῃ σέ τέλειον πέρας τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, καί μέ τό Αἷμα Του, νά συμφιλιώσῃ τούς ἀνθρώπους μέ τό Θεό καί μεταξύ τους.



Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, σταυρώθηκε Αὐτός γιά μᾶς, «ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὑπογραμμόν ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ». (Α΄ Πέτρ. β΄21).
Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς καί γίνεται, καί ὡς τέλειος ἄνθρωπος, ὑπόδειγμα ὑπακοῆς, τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλα, ἀνοίγει τό δρόμο τῆς ἐπαναφορᾶς καί ἐπανεισαγωγῆς εἰς τόν Παράδεισον τῆς Ἐδέμ. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει, ἀλλά, ἐπειδή δέν ἔπλασε τόν ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν , ἀλλ’ εἰς σωτηρίαν,
ἐπειδή ἔπλασε τόν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ, δηλαδή ἔπλασε τόν ἄνθρωπον «δυνάμει» Θεόν καί, θέλει ὁ πανάγαθος τό πλᾶσμα Του νά γίνῃ, μέ τή θέλησί του, καί «ἐνεργείᾳ» θεός κατά χάριν, ἐπειδή ἔδωσε στά πλάσματά Του τά θεῖα δῶρα, τόν νοῦν καί τήν ἐλευθερίαν, ὥστε νά ἔχουν τή Χαρά, μέ τή θέλησί τους, νά γίνουν θεοί, σύμφωνα μέ τή θέλησι τοῦ Θεοῦ , «ἐγώ εἶπα· θεοί ἐστε καί υἱοί
Ὑψίστου πάντες» (Ψαλμ. 81,6),
ἐπειδή ὁ «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς»(Ψαλμ. 48, 13) καί βαίνει πρός τήν αὐτοκαταστροφή του, καί
ἐπειδή ὁ πανάγαθος  Θεός, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4),  «τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄ 15-16).
Ἔρχεται, λοιπόν, κοντά μας ὁ Χριστός, μᾶς συναναστρέφεται καί δέν ἐντρέπεται νά μᾶς ἀποκαλεῖ ἀδελφούς Του ,
«κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ». Γίνεται ὑπόδειγμα ἁγιότητος σέ ὅλους μας . Γίνεται «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή, τό Φῶς καί ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου». Φθάνει στήν κορυφή τῆς τελειότητος, στό Γολγοθᾶ, στό Σταυρό, στό Θεό καί Πατέρα καί χαράσσει μέ τό Αἷμα Του την ἀνοδική μας πορεία πρός τή θέωσι καί μᾶς ὑποδεικνύει τόν μοναδικό δρόμο, τόν τρόπο ζωῆς, τήν «Καινήν Ἐντολήν» τήν τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί στόν πλησίον, διά τόν Θεόν, καί λέγει «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. ιγ΄ 34).



Καθορίζει, δηλαδή, πῶς θά μπορέσῃ ὁ ἄνθρωπος νά γίνῃ θεός κατά χάριν.
Καί πράγματι εἶναι Θέλημα Θεοῦ, νά γίνουμε ἅγιοι, ὅπως ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας εἶναι Ἅγιος. Καί τό Πῶς εἶναι ἡ
μίμησις τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς ἄνθρωπος ἀγωνίζεται καί χαράσσει τά Ἴχνη, πού ὀφείλουμε νά ἀκολουθήσουμε, γιά νά φθάσουμε καί μεῖς στήν Κορυφή. Ὁ Θεός εἶναι ὁ ἁγιάζων ἡμᾶς, Ἀρκεῖ ἐμεῖς νά  ἀκολουθήσουμε τόν Χριστόν, στήν ἀνοδική μας αὐτή πορεία ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα» εἰς «τό καθ’ ὁμοίωσιν».







Ὀφείλουμε, δηλαδή, νά μιμηθοῦμε τόν Χριστόν, νά κάνουμε πρᾶξι τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του.
Αὐτός εἶναι ὁ τελικός σκοπός τῆς ζωῆς μας στή γῆ, τόν ὁποῖον ἐπιτυγχάνουμε, ὅταν προσπαθοῦμε νά δοξάζουμε τό Θεό, λόγῳ καί ἔργῳ, ὅπως ὁ Χριστός, ἔτσι κι’ ἐμεῖς.

«Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι», λέγει ὁ Κύριος, «ὥσπερ ὁ πατήρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν» (Ματθ. ε΄ 48).
Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός στή ζωή μας ἐπί τῆς γῆς. Αὐτή εἶναι ἡ  προαιώνια Βουλή Του, ἡ σωτηρία μας, νά γίνουμε ἅγιοι, νά γίνουμε τέλειοι, ὅπως ὁ Πατέρας μας ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Καί αὐτήν τή προαιώνια Βουλή τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἔφερε σέ τέλειον πέρας , ὁ μονογενής Του Υἱός καί πάνω ἀπό τό Σταυρό Του ἔκραξε φωνή μεγάλη καί εἶπε: ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ (Ἰωάν. ιθ΄30), ΓΕΓΟΝΕΝ (Ἀποκ. κα΄ 6). Καί μετά τόν θρίαμβό Του πάνω στό Θάνατο, μετά τήν Ἀνάστασίν Του,




«ἡρπάσθη πρός τόν Θεόν καί πρός τόν θρόνον αὐτοῦ» (Ἀποκ. ιβ΄ 5). Ἀνελήφθη ἐν δόξῃ  καί ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καί πατρός καί,

σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεσίν Του, ἀπέστειλε πρός ἡμᾶς τόν ἄλλον Παράκλητον, τό πανάγιον Πνεῦμα, τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας τό ὁποῖον μένει καί εἶναι ἐνεργόν μέσα στήν καρδιά τῶν πιστῶν καί μέσα στήν Ἐκκλησία, καί μᾶς καθοδηγεῖ, μᾶς φωτίζει, μᾶς ἐνισχύει στόν πνευματικό μας ἀγῶνα, καί μᾶς συνοδεύει στήν ἀνοδική μας πορεία ἀπό τό «κατ’ εἰκόνα» εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν» καί μᾶς  ἁγιάζει.



Στόν πνευματικό μας ἀγῶνα συνεπῶς δέν εἴμαστε μόνοι. Ἔχουμε μαζί μας τόν Χριστόν καί τό Ἅγιον Πνεῦμα. Ἀρκεῖ νά τό θελήσουμε. «Τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ (ὁ Θεός) εἰς τό ἀγαθόν» (Ρωμ. η΄ 28).
Εἰς αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία, ἡ ζωή μας εἶναι μέ ἡμερομηνίαν λήξεως. Εἴμαστε προσωρινοί, διαβάτες.  Ὁ Θεός μᾶς δίδει «καιρόν μετανοίας». Μᾶς χαρίζει εὐκαιρία νά πραγματοποιήσουμε τόν τελικό σκοπό τῆς ζωῆς μας , πού εἶναι νά γίνουμε ἅγιοι, νά γίνουμε τέλειοι, ὅπως ἀκριβῶς ἅγιος καί τέλειος εἶναι ὁ πατέρας μας ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ὁ  Χριστός, τέλειος Θεός, ἔγινε ἀνθρωπος νά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί.
Καιρός, λοιπόν, εἶναι νά νεκρώσουμε τά μέλη ἡμῶν τά ἐπί τῆς γῆς, νά σταυρώσουμε τήν σάρκα σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις διά τῆς ἀσκήσεως καί μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ καί τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν καί  νικῶντες  τό Κακόν  καί τήν ἁμαρτίαν, νά φθάσουμε στήν κορυφή τῆς τελειότητος .
Νά κατακτήσουμε  τήν ἁγιότητα ὑμνοῦντες ἀκαταπαύστως τόν Ἀρχηγόν τῆς Πίστεως ἡμῶν καί τελειωτήν Ἰησοῦν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.





Παρασκευή, 25 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ...






Εἶσαι ἡ μόνη μας παρηγοριά.



«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθών εἰς τόν κόσμον ἁμαρτωλούς σῶσαι,

ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ, ἐλέησον καί σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν».





Σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, εἶναι πικρή ἡ ἀλήθεια, μᾶς τοποθέτησες, Πανάγαθε, πρόσκαιρα,μέ προθεσμία λήξεως. Μᾶς ἔδωσες καιρόν μετανοίας.
Ὅμως ἐμεῖς, ἀμετανόητοι, μετουσιώσαμε τή γῆ σέ χοιροστάσι. Μακρυά Σου συνεχίζουμε νά πράττουμε
τά φαῦλα, τά ἔργα τοῦ σκότους. Ἐγκαταλείπουμε Ἐσένα, τόν Ἀληθινόν Θεόν, τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος καί ὀρύσσουμε ἑαυτοῖς  συντετριμμένους λάκκους.
Φθάσαμε, εἶναι ἀλήθεια, στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι καί προσπαθοῦμε, δυστυχῶς, τή δίψα μας νά ξεδιψάσουμε, νά ἱκανοποιήσουμε τίς μεταφυσικές ἀνησυχίες μας, στά  «λασπονέρια» τῆς ἀποστασίας.

Κύριε Ἰησοῦ, ποιός ἄλλος, ἐκτός ἀπό Σένα, μπορεῖ νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ, ἀπό τό βοῦρκο στόν ὁποῖον ἔχουμε ἐμπαγῆ; Ἐκτός ἀπό Σένα, δέν ἔχουμε,καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε, ἄλλον Κανέναν. Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε, ἀλλά Ἐσένα μονάχα λατρεύουμε.

Κύριε Ἰησοῦ, Σύ καί μόνον Σύ, εἶσαι ἡ προσδοκία ὅλων μας, ἡ μόνη μας ἐλπίδα. Μόνον Σύ θέλεις, ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖς, ὡς Παντοδύναμος, νά μᾶς σώσῃς, νά μᾶς λυτρώσῃς ἀπό πάντα ἐχθρόν καί  πολέμιον, καί πάν’ ἀπ’ ὅλα ἀπό τόν κακόν μας ἑαυτόν, πού εἶναι καί ὁ μεγαλύτερος ἐχθρός μας.

«Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησον ἡμᾶς».
Κύριε Ἰησοῦ, Σύ  εἶσαι ὁ Θεός μας καί  ἐμεῖς εἴμαστε
οἱ ἀχρεῖοι δοῦλοι Σου. Σύ καί μόνον Σύ μπορεῖ νά μᾶς
ἐξάγῃς ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος καί νά μᾶς
ὁδηγήσῃς εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «εἰς ζωῆς πηγάς ὑδάτων».



Σύ  Σταυρώθηκες γιά μᾶς καί Ἀναστήθηκες
χαρίζοντας σέ μᾶς ζωήν καί ἀφθαρσίαν.
Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας.
Σύ εἶσαι τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μας, ἡ γλυκειά μας Ἄνοιξις, ἡ χαρά μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον.
Μόνον Σύ εἶσαι ὁ Λυτρωτής μας. Κύριε Ἰησοῦ, σύ μόνος μᾶς ἀγάπησες, χωρίς νά τό ἀξίζουμε. Σύ μᾶς ἔλουσες καί μᾶς λούζεις,  Σύ  μᾶς ἐκαθάρισες καί μᾶς καθαρίζεις, μέ τό Αἷμα Σου, Ἀγαθέ καί φιλάνθρωπε.
Σύ, γλυκύτατε Ἰησοῦ μου, Σύ μᾶς κατέστησες βασιλεῖς καί ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί Πατρί καί θέλεις νά εἴμαστε μαζί Σου στή δόξα Σου, συγκληρονόμοι στή βασιλεία Σου, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ ὀνόματός Σου, Μακρόθυμε καί Οἰκτῖρμον!
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ  Θεός ἡμῶν, δόξα Σοι! ».




Τετάρτη, 23 Μαΐου 2018

ΣΤΑΘΕΡΗ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΜΟΥ, ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΗ...




       ΠΑΡΑΚΛΗΤΕ ΑΓΑΘΕ



Μέσα σέ τούτη τήν κοιλάδα του κλαυθμῶνος,

εἰς τό κάθε μας βῆμα, συναντοῦμε, δυστυχῶς,

ἀγκάθια καί τριβόλους. Ἀβάστακτος ὁ πόνος

τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπό Σένα, Θεέ μου.

Ἐμπεπηγμένη εἰς ἰλύν βυθοῦ ἡ ψυχή μας,

οὔτε βλέπει οὔτε ἀκούει οὔτε αἰσθάνεται,

πολλές φορές, ἡ ἄχαρη, ἡ ταλαίπωρη καρδιά μας

τήν, ὡς αὔρα λεπτή, προστατευτική Παρουσία

Σου, Παράκλητε  Ἀγαθέ. Πετρῶσαν οἱ καρδιές.

«Ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» καί χαίρονται

πολλοί νά σφαγιάζουν καί νά κουρελιάζουν

καί νά  εὐτελίζουν ἀναισχύντως τούς ἀθώους...

Παράκλητε Ἀγαθέ , Πνεῦμα τό εὐθές, Θεέ μου,

σταθερή παρηγοριά μου , ἀναλλοίωτη...

Ξανασταυρώνεται ὁ Χριστός στό πρόσωπον

τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν Του, κι’ ἐμεῖς, οἱ

ὀλιγόπιστοι δεχόμαστε ἄφωνοι, τούς ἐμπαιγμούς.

Ὁλόκληρη ἡ ἀνθρωπότητα, ὁλοταχῶς, πορεύεται

ὡς ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη κατά τοῦ

κρημνοῦ εἰς τήν λίμνην πρός ἀποπνιγμόν.

Παράκλητε Ἀγαθέ, σταθερή παρηγοριά μου,

ἔρχου ταχύ. Μή ἀργοπορῇς, ἔλα γρήγορα κοντά

μας, μήν ἀφήσῃς νά χαθοῦν τά πλάσματά Σου.

 Σύ ὁ Πανταχοῦ, ἡ ἀναλλοίωτη ἀγαθωσύνη, ὡς πῦρ

 Φλέγον, κατάκαυσε τό ἄχυρον τῶν ἔργων μας.

Μακροθύμησον καί ἐλθέ καί σέ μᾶς  τούς

εὐτελεῖς, τούς γυμνούς ἀρετῶν καί ἀθλίους,

καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν καί καθάρισον ἡμᾶς

ἀπό πάσης κηλῖδος καί σῶσον Ἀγαθέ  τάς

ψυχάς ἡμῶν. Ἀμήν.


«Ταχεῖαν καί σταθερή δίδου παρηγοριά στούς

Δούλους Σου, γλυκύτατε Ἰησοῦ, βαρειά  εἶναι

ἡ ψυχή μας καί τά πνεύματά μας  ἀμελοῦν,

δέν φροντίζουν τά πνευματικά. Καταπονημένα

παραμένουν νεκρά. Μή χωρίζεσαι Ἰησοῦ  μου,

ἀπό τίς γεμᾶτες θλίψεις ψυχές μας...

Μή ἀπομακρύνεσαι ἀπό τό νοῦ, ἀπό τά φρένα

μας τά ταραγμένα, Κύριε, στίς δύσκολες αὐτές

περιστάσεις, πού περνᾶμε, ἀλλά πρόφθασέ μας

πάντοτε καί λύτρωσέ μας ἀπό κάθε συμφορά.

Πλησίασέ μας, Κύριε, πλησίασέ μας Σύ ὁ

Πανταχού, ὅπως ἀκριβῶς ἤσουν πάντοτε μαζί  

μέ τούς Ἀποστόλους Σου, ἔτσι ἀκριβῶς στάσου

κοντά σέ αὐτούς πού Σέ ποθοῦν, ἕνωσε μαζί τους

τόν ἑαυτόν Σου Οἰκτῖρμον, γιά νά ὑμνοῦμε,

ἑνωμένοι μαζί Σου, καί γιά νά δοξολογοῦμε τό

Πανάγιόν Σου Πνεῦμα» (πρβλ. Οἶκον τῆς Πεντηκοστῆς).






Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ



Ὁ Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας
πάντας καλεῖ εἰς ἑνότητα.

«...ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμεν (ὁ Ὕψιστος),  εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε· καί συμφώνως δοξάζωμεν τό Πανάγιον Πνεῦμα».
Ξεφύγαμε ἀπό τό δρόμο τοῦ Θεοῦ. Γίναμε δοῦλοι τῶν χαμηλῶν παθῶν μας. Καί δυστυχῶς, διηρημένη ἡ ἀνθρωπότης ἀπομακρυνόταν ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος, ἀπό τόν Ἕνα καί μόνον ἀληθινόν Θεόν. Καί φθάσαμε πραγματικά στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι.
Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, ὀνειδίζει τόν ἀχάριστο λαό, γιά τήν ἀφροσύνη του καί λέγει: «Οὐαί ἔθνος ἁμαρτωλόν, λαός πλήρης ἁμαρτιῶν, σπέρμα πονηρόν, υἱοί ἄνομοι· ἐγκατελίπατε τόν Κύριον καί παρωργίσατε τόν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ. Τί ἔτι πληγῆτε προστιθέντες ἀνομίαν;» Καί περιγράφει τό, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρώπων, κατάντημα τῆς ἀνθρωπότητος, λέγων ὅτι «πᾶσα κεφαλή εἰς πόνον καί πᾶσα καρδίαν εἰς λύπην. Ἀπό ποδῶν ἕως κεφαλῆς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ (τῷ σώματι τῆς ἀνθρωπότητος) ὁλοκληρία». Καί πραγματικά ὁλόκληρο τό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος κατάντησε νά εἶναι μία πληγή (Ἡσ. α΄4-6).
Ὁ Φιλάνθρωπος ὅμως Δημιουργός, ὁ ὁποῖος δέν ἐδημιούργησε τόν ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν, δέν θέλει νά καταστραφοῦν τά πλάσματά Του, ἀλλά «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»(Α΄Τιμόθ.  β΄ 4). Καί μακροθυμῶν ἐπί τήν γῆν ἐπέβλεψε καί ἀπεφάσισε νά λυτρώσῃ τά πλάσματά Του ἀπό το βέβαιο Θάνατο, χωρίς νά τά ἐξαναγκάσῃ. Τούς προσφέρει καιρόν μετανοίας καί ἐπιστροφῆς στήν Πατρική Ἑστία.
Ἀποστέλλει τόν Μονογενῆ Υἱό Του στόν κόσμο. Πραγματοποιεῖ τήν προαιώνιον Βουλήν Του διά τήν σωτηρίαν μας. Καί ὁ Υἱός τοῦ Θεός, ὁ τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος. Διέρχεται δέ τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἰώμενος πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ. Γίνεται τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλους. Γίνεται ὑπόδειγμα ὑπακοῆς στό Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γίνεται ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ».
Εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή».
Εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας.
Εἶναι ὁ Ἀμνός ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου.
Καταδέχεται νά ὑψωθῇ γιά χάρι μας στό Σταυρό, «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄15, 16). Σταυρώνεται Αὐτός ἀντί ἡμῶν, Αὐτός, γιά μᾶς. Καί ἀπό τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ  κηρύττει ἐμπράκτως τήν «Καινήν Ἐντολήν», τή δική του ἀγάπη καί λέγει σέ ὅλους, τούς βεβυθισμένους τῇ ἁμαρτίᾳ, τό·
«ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς (ἐγώ) ἠγάπησα ὑμᾶς καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. ιγ΄ 34).
Χαράζει τήν ὁδό, τό δρόμο, τόν τρόπο ζωῆς καί βαδίζει ἐμπρός, γιά νά Τόν ἀκολουθήσουμε ἐλέυθερα καί ἀβίαστα. Ἄν θέλουμε. Δέν ἐξαναγκάζει κανέναν. Ἀλλά γίνεται ὁδηγός καί βοηθός σέ κάθε ἀγωνιζόμενον ἄνθρωπον καί μᾶς ἐνισχύει στόν πνευματικό μας ἀγῶνα, γιά τήν πνευματική μας τελείωσι.
Μᾶς ὑπόσχεται δέ ὁ πρῶτος Παράκλητος, ὁ πρῶτος Παρηγορητής, ὁ γλυκύς Ἰησοῦς,  καί πραγματοποιεῖ τήν ὑπόσχεσίν Του, ὅτι, μετά τήν Σταυρική Του Θυσία καί μετά τήν Ἀνάστασίν Του καί τήν Ἀνάληψίν Του εἰς τούς Οὐρανούς, θά μᾶς στείλῃ ἄλλον παράκλητον, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, νά μᾶς συντροφεύῃ, νά μᾶς ἐνισχύῃ, νά μᾶς παρηγορῇ νά μᾶς ἑνώνῃ εἰς ἕνα σῶμα καί μιά ψυχή καί νά μᾶς ὁδηγῇ εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν.
Στό διάλογό Του, μέ τή Σαμαρείτιδα, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα καί ὅτι τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. Τονίζει δέ ὅτι γιά νά κατανοήσουμε τοῦτον τόν λόγον εἶναι ἀνάγκη νά ξεχωρίσουμε  τά γήϊνα ἀπό τά ἐπουράνια. Παρομοιάζει δέ τά γήϊνα καί φθαρτά μέ τό φυσικό νερό, καί τά ἐπουράνια, μέ τό «ὕδωρ τό ζῶν». Καί τονίζει ὅτι ἐκεῖνος πού πίνει τό φυσικό νερό ξαναδιψᾶ, ἐνῶ ἐκεῖνος πού πίνει ἀπό τό δικό Του ζωντανό νερό (τό ὕδωρ τό ζῶν) δέν ξαναδιψᾶ ποτέ, ἀλλά τό ζῶν ὕδωρ, πού θά πιῇ, γίνεται μέσα του πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον. Ἀναβλύζει μέσα στήν ψυχή του καί ξεχύνεται γύρω του καί ἀρδεύει τήν οἰκουμένην ἅπασαν. Καί μᾶς καλεῖ, ἄν διψᾶμε, νά ἔλθουμε κοντά Του καί νά πιοῦμε τό ὕδωρ τό ζῶν. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Μᾶς καλεῖ, ἄν θέλουμε, ἄν διψᾶμε. Αὐτός εἶναι ἡ Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος καί μᾶς καλεῖ, γιά νά μᾶς προσφέρῃ τό Ὕδωρ τό ζῶν. Αὐτό γεμίζει τήν ψυχή μας, νοηματίζει τή ζωή μας.
«Ἐν δέ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς (τῆς Πεντηκοστῆς) εἰστήκει ὁ Ἰησοῦς καί ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» (Ἰωάν. ζ΄ 37).  
Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας ἀπό τά βάθη τῶν αἰώνων μᾶς καλεῖ
νά δεχθοῦμε τήν πρόσκλησι τοῦ Κυρίου, πρᾶγμα πού σημαίνει νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος, νά πιστέψουμε στό Χριστό , ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ, καί τότε νά  προσέλθουμε νά λάβουμε τό ὕδωρ τό ζῶν:
«Οἱ διψῶντες πορεύεσθε ἐφ’ ὕδωρ. Καί ἀντλήσατε ὕδωρ μετ’ εὐφροσύνης ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου». Πηγή τῆς σωτηρίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος καί πάλιν μᾶς διαβεβαιώνει καί λέγει: «Γέγονεν» δηλαδή «τετέλεσται», ἔφερα σέ τέλειον πέρας τό ἔργον, πού μοῦ ἀνέθεσε ὁ οὐράνιος Πατέρας, τή σωτηρία τοῦ κόσμου, καί «ἡρπάσθη πρός τόν Θεόν καί πρός τόν Θρόνον μου, εἰς τά δεξιά τοῦ Πατρός».  «ἐγώ τό Α καί τό Ω, ἡ ἀρχή καί τό τέλος. Ἐγώ τῷ διψῶντι  δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν» (Ἀποκ. κα΄ 6).

«Καί τό Πνεῦμα καί ἡ νύμφη( ἡ ἁγία Ἐκκλησία) λέγουσι· ἔρχου (ἔλα Νυμφίε) καί ὁ καθένας πού ἀκούει τούς λόγους τῆς προφητείας ἄς πῇ καί αὐτός · ἔλα, Νυμφίε. Διότι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Νυμφίος  ὄχι μόνον γιά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησίαν , ἀλλά καί κάθε πιστό χωριστά. Καί ἐκεῖνος πού διψᾷ καί ποθεῖ τόν Νυμφίον καί τήν ζωήν καί τήν χαράν πού μεταδίδει αὐτός, ἄς ἔλθῃ·


Καί ὁ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν. Ὅποιος διψᾷ, ὅποιος θέλει ἄς πάρει δωρεάν τό νερό, πού παρέχει ζωήν αἰώνιον» (παρβλ. Ἀποκ. κβ΄ 17). Ἀρκεῖ νά ἔχῃ ὀρθή Πίστι.
Εἶναι πιστός ὁ λόγος τοῦ Κυρίου καί πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσι ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δέ εἶπεν (ὁ Κύριος) περί τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς Αὐτόν»(Ἰωάν. ζ΄ 38-39). Ἡ Χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού ἀναγεννᾷ τούς ἀνθρώπους καί τούς μεταδίδει τήν μακαρίαν ζωήν, δέν εἶχε δοθῆ ἀκόμη σέ κανέναν, διότι ὁ Χριστός δέν εἶχε δοξασθῇ διά τῆς Σταυρικῆς Του Θυσίας καί τῆς Ἁναστάσεώς Του.


Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, πέμπεται, μετά τήν Ἀνάληψιν τοῦ Κυρίου, στούς Ἀποστόλους καί παραμένει στήν Ἐκκλησία καί μᾶς ὁδηγεῖ ὅλους εἰς πᾶσαν τήν Ἀλήθειαν.
Εἴμαστε δεκτικοί τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;
Ἔχουμε καθαρή καρδιά, ὥστε νά δεχθῇ τή Χάρι;
Πιστεύουμε καί λατρεύουμε τό Χριστό ἐν «πνεύματι καί ἀληθείᾳ»;
Κάνουμε «πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του;
Ἐάν ναί , τότε ἄς προσέλθουμε στήν Πηγή μέ χαρά νά ἀντλήσουμε τό ὕδωρ τό ζῶν.
Ἐάν ὄχι, τότε ἄς ζητήσουμε τό Ἔλεος του Χριστοῦ, νά μᾶς δώσῃ καιρόν μετανοίας. Καί, πρίν νά εἶναι ἀργά, ἄς
Καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό κάθε ρύπο, ἀπό κάθε ἀκαθαρσία, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε καί νά λάβουμε το ὕδωρ τό ζῶν καί μετά πάντων τῶν ἁγίων νά ὑμνοῦμεν ἀκαταπαύστως
τόν δοτῆρα Κύριον, σύν τῷ Πατρί καί τό Ἁγίῳ Πνεύματι εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν.


  




Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ





Ἡ λαχτάρα τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα οἱ πάντες ἕν ὦσι» ὑπό  τήν παντοδύναμον προστασίαν τοῦ Θεοῦ.



 Στό Μυστικόν Δεῖπνον καί μετά τήν παράδοσιν τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὁ Κύριος θέλησε νά ἀποχαιρετίσῃ τούς Μαθητάς Του. Καί πρῶτα ἀπό ὅλα  τούς προαναγγέλλει  τό μῖσος καί τήν ἐχθρότητα τοῦ κόσμου τῆς ἁμαρτίας. Διδάσκει τόν ὀρθό τρόπο ἀντιμετωπίσεως τοῦ μίσους, τής ἐχθρότητος καί τῶν διωγμῶν καί  τούς προετοιμάζει ἔτσι, ὥστε νά εἶναι ἕτοιμοι νά ἀντιμετωπίσουν τούς ἐχθρούς τοῦ Σταυροῦ.


 Τούς ἐνθαρρύνει,  τούς ἐνισχύει καί  τούς παρηγορεῖ, πρίν ἀπό τό Πάθος, ὥστε νά μή δειλιάσουν. Τούς βεβαιώνει  ὅτι μετά τρεῖς ἡμέρας θά ἀναστηθῇ.





Ἀρχίζει τόν παρηγορητικό λόγο Του, ἀμέσως μετά τό δεῖπνον, «τοῦ διαβόλου βεβληκότος εἰς τήν καρδίαν Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου, ἵνα αὐτόν παραδῷ»(Ἰωάν. ιγ΄2).

«Ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου καί νίπτει τούς πόδας τῶν μαθητῶν Αὐτοῦ (Ἰωάν. ιγ΄ 1-20) καί λέγει: «καί ἡμεῖς καθαροί ἐστέ, ἀλλ’ οὐχί πάντες». Αὐτό σημαίνει ὅτι  ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος ἔπλυνε καί τά πόδια τοῦ προδότη, τοῦ Ἰούδα. Καί ἀφοῦ ἔνιψε τά πόδια τους, τούς εἶπε:

«Εἰ οὖν ἐγώ ἔνιψα ὑμῶν τούς πόδας, ὁ Κύριος καί ὁ Διδάσκαλος, καί ὑμεῖς ὀφείλετε ἀλλήλων νίπτειν τούς πόδας. Ὑπόδειγμα γάρ δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθώς ἐγώ ἐποίησα ὑμῖν, καί ὑμεῖς ποιεῖτε».

μέσως μετά, ἐταράχθη στό βάθος τῆς ψυχῆς Του γιά τήν προδοσίαν τοῦ Μαθητοῦ, πού τόσον εἶχε ἐμπιστευθῇ καί ἐμαρτύρησε καί τούς εἶπε ὅτι ἕνας ἀπό σᾶς θά μέ προδώσῃ. Καί μόλις ἔλαβε τόν ἅγιον ἄρτον ἀμέσως βγῆκε  ἔξω  μέσα στή νύχτα νά πραγματοποιήσῃ  τό σκοτεινό καί ἐπαίσχυντο τῆς προδοσίας ἔργον (Ἰωάν. ιγ΄ 21-30).

Μετά ὁ Κύριος προλέγει τόν ἀποχωρισμόν ἀπό τους μαθητάς καί τήν ἄρνησιν τοῦ Πέτρου (Ἰωάν. ιγ΄31-38).

Στή συνέχεια παρηγορεῖ τούς μαθητάς καί τούς βεβαιώνει ὅτι πορεύεται, νά τούς ἑτοιμάσῃ τόπον εἰς τούς οὐρανούς καί λέγει «πάλιν ἔρχομαι καί παραλείψομαι ὑμᾶς πρός ἐμαυτόν, ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ καί ὑμεῖς ἦτε» καί τούς ἀποκαλύπτει καί λέγει ὅτι «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή», τονίζει δέ ὅτι «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ». Διώχνει μέσ’ ἀπό τήν ψυχήν τῶν μαθητῶν καί μέσα ἀπό τήν ψυχή μας ὅτι κανείς, ἀπολύτως κανείς δέν εἶναι δυνατόν νά ἔλθῃ πρός τόν Πατέρα καί νά γίνη μέτοχος τῆς αἰωνίου μακαριότητος, παρά μόνον δι’ Αὐτοῦ. Καί ἐγώ μέ τή διδασκαλία μου σᾶς γνωρίζω τόν Πατέρα καί τήν ἀλήθεια Του καί μέ τή Σταυρική μου Θυσία, πού θά ὑποστῶ σέ λίγο ἑκουσίως ὡς αἰώνιος Ἀρχιερεύς, σᾶς συμφιλιώνω μέ Αὐτόν.

Ὁ Χριστός δέν εἶναι μόνον γιά μᾶς ὁ μοναδικός καί πραγματικός Πλησίον, εἶναι καί ὁ Πρῶτος Παράκλητος, ὁ Πρῶτος Παρηγορητής, πού ἔρχεται στή γῆ σάν ἄνθρωπος, προσλαμβάνει τήν ἀνθρώπινη φύσι καί τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάθει εἰκόνα φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι καί γνωρίζει σέ ὅλους μας τόν Θεόν κατά τό δυνατόν γνωσθῆναι. Ὑπόσχεται δέ πρό τοῦ Πάθους εἰς τούς μαθητάς ὅτι, μετά τήν εἰς οὐρανούς ἄνοδόν Του, θά στείλει σ’ αὐτούς  ἄλλον Παράκλητον , τό πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὅ παρά τοῦ Πατρός ἐκπορεύεται, νά συντροφεύῃ τούς πιστούς, τήν Ἐκκλησίαν, νά φωτίζῃ, νά στηρίζῃ, νά παρηγορῇ, νά ἐξηγῇ, νά ὁδηγῇ εἰς πᾶσαν τήν Ἀλήθειαν. Ζητεῖ ἀπό τούς μαθητάς καί ἀπό κάθε πιστόν ὑπακοήν εἰς τάς Ἐντολάς. Ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ μόνη ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης. Καί τονίζει ὅτι κάθε πιστός θά ἀγαπηθῇ ἀπό τόν Θεόν-Πατέρα καί ἀπό ἐμέ, ἐάν μέ ἀγαπᾶ. Καί σ’ αὐτόν θά ἐμφανίσω  ἐμαυτόν. Διαβεβαιώνει δέ λέγων: ἡ ἐμφάνισις αὐτή, θά εἶναι ἐσωτερική, πνευματική, στό ἐσωτερικό ἑνός ἐκάστου πιστοῦ καί ἀφωσιωμένου σέ μένα. Ὅποιος δηλαδή μέ ἀγαπᾷ, θά φυλάξῃ τό λόγο μου καί ὁ οὐράνιος Πατέρας θά τόν ἀγαπήσῃ καί θά ἔλθουμε πρός αὐτόν ἐγώ καί ὁ Πατήρ καί θά κατοικήσωμεν μονίμως μέσα του καί θά μεταβάλλωμεν  τήν καρδιά του σέ ἔμψυχον καί ζωντανό Ναό μας. Καί συνεχίζοντας τόν ἀποχαιρετιστήριον λόγον Του θά ἀποκαλύψῃ  ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή καί μεῖς εἴμαστε τά κλήματα καί θά πῇ καθαρά: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν ΟΥΔΕΝ». Καί εἶναι ἡ ἀλήθεια, πού ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων(de facto). Καί τρανοτάτη ἀπόδειξις εἶναι αὐτή ἡ Ἱστορία τῆς, χωρίς Θεόν, ἀνθρωπότητος, πού εἶναι γεμᾶτη ἀποτρόπαια ἐγκλήματα, Ὀδύνη, πόνο, συμφορές, δάκρυα, Θάνατο.
 Ζωή χωρίς Θεόν, ζωή χωρίς ἀγάπη, ζωή χωρίς Ἀξίες, χωρίς εἰρήνη, χωρίς χαρά, εἶναι θάνατος, ζωή γεμάτη θλῖψι (Ἰωάν ιε΄ 1-11).

Ἡ ἀγάπη ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν. Καί ὁ Χριστός, στόν ἀποχαιρετιστήριο λόγο Του  φυτεύει στήν ψυχή μας τή δική Του Ἀγάπη, τήν καινήν Ἐντολήν, καί τήν ποτίζει μέ τό Αἷμα Του καί λέγει(Ἰωάν. ιε΄  12-17): «Αὕτη  ἐστίν ἡ ἐντολή ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους,
καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς». « Ἐντολήν καινήν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους.
Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωάν. ιγ΄ 34-35).

Ὁ Χριστός, ἡ ἐνσάρκωσις τῆς ἀγάπης, μᾶς συνιστᾶ τή δική Του ἀγάπη, ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί. Καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ»(Α΄Ἰωάν. δ΄16).

 «Καί λαχτάρα τοῦ Χριστοῦ εἶναι νά εἴμαστε ἑνωμένοι μεταξύ μας μέ τή δική Του ἀγάπη, ὥστε  νά εἴμαστε ἰσχυροί, ἄτρωτοι, ἀνίκητοι, μπροστά στό μῖσος καί τήν ἐχθρότητα τοῦ κόσμου. Καί πρίν συμβοῦν ὅλα αὐτά προλέγει καί προετοιμάζει ὁ Κύριος τούς μαθητάς και τούς ἐξηγεῖ, γιατί ὁ κόσμος τούς μισεῖ (Ἰωάν. ιε΄ 18-27). Οἱ ἄνθρωποι τοῦ σκότους μισοῦν τό φῶς, γιατί εἶναι φαῦλα, σκοτεινά τά ἔργα τους. Ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει στούς μαθητάς καί σέ κάθε  πιστό ὅτι θά ἀντιμετωπίσουν  στόν κόσμο διωγμούς καί θλίψεις: « Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν καί ὑμᾶς διώξουσι...» Καί πάλιν  ἐνθαρρύνει τούς πιστούς λέγων: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλά θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον» (Ἰωάν. ιστ΄33). Τό παρήγορον εἶναι ὅτι «τό Ἀρνίον (ὁ Χριστός) νικήσει αὐτούς, ὅτι Κύριος κυρίων ἐστί καί Βασιλεύς βασιλέων, ( θά νικήσουν δέ ) καί οἱ μετ’ αὐτοῦ κλητοί, ἐκλεκτοί καί πιστοί» (Ἀποκ. ιζ΄ 14).

Στή μάχη μέ τό Κακό καί τήν ἁμαρτία, στήν πάλη μέ τόν κόσμον καί τόν Ἀντίχριστο θά νικήσῃ ὁ Χριστός, οἱ Πιστοί, ἡ Ἐκκλησία. Στή Νίκη ἐνεργό ρόλο ἔχει καί τό μένον καί ἐνεργοῦν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ πανάγιον Πνεῦμα. Καί  στόν ἀποχαιρετιστήριο λόγο Του, ὁ Χριστός ἀναφέρει τή Μαρτυρία και τό Ἔργον τοῦ Παρακλήτου(Ἰωάν. ιστ΄ 1-15).

Καί στόν τελευταῖο ἀποχαιρετισμό Του μιλάει γιά τόν πρόσκαιρο ἀποχωρισμό καί τούς ἀναγγέλλει  τόν Θρίαμβό Του πάνω στό Θάνατο,  τήν  Ἀνάστασίν Του. Καί βεβαιώνει ὅλους μας ὅτι Αὐτός εἶναι ἠ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή. Συνιστᾶ δέ πρό πάσης δυσκολίας νά καταφεύγουμε στό μόνον ἀσφαλές  καταφύγιον, στό Θεό, διά τῆς προσωπικῆς, θερμῆς σχέσεως, κοινωνίας καί συνομιλίας μαζί Του. Συνιστᾶ τήν προσευχή, ἀφήνοντας σέ ὅλους ἀθάνατον ὑπόδειγμα Προσευχῆς, τήν πρό τούς πάθους ἀρχιερατική Του Προσευχή, τήν ὁποίαν ἔκαμε ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του πρός ἐνίσχυσιν αὐτῶν καί παραμυθίαν. Τό ἀθάνατο αὐτό μνημεῖον τῆς Προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ διέσωσε μόνον ὁ Ἰωάννης, καί θά τό παραθέσωμε στή συνέχεια προσπαθῶντας νά κατανοήσουμε τίς ἀλήθειες, πού θέλει νά  ἀποκαλύψῃ σέ μᾶς ὁ Κύριος.

«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς»(Ἰωάν. ιζ΄1).

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης διασώζει τόν ἀποχαιρετιστήριο λόγο τοῦ Ἰησοῦ πρός τούς μαθητάς Του, μετά  ἀπό τήν παράδοσι τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας, στό Μυστικό Δεῖπνον, στά κεφάλαια ΙΓ΄, ΙΔ΄, ΙΕ΄ καί ΙΣΤ΄.
Στό λόγο Του αὐτόν, τόν ὁποῖον παρέθεσα ἐν περιλήψει, «Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς», μέ σκοπόν νά τούς προετοιμάσῃ νά ἀντιμετωπίσουν μέ πίστιν στήν Ἀνάστασι τά φρικτά Πάθη, πού πρόκειται νά ὑπομείνῃ διά τήν τοῦ κόσμου σωτηρίαν, ἀλλά συγχρόνως νά εἶναι ἕτοιμοι νά ἀντιμετωπίσουν  τό μῖσος, τούς διωγμούς καί τίς θλίψεις ἕνεκεν τοῦ Ὀνόματος Αὐτοῦ. Τούς ἐνθαρρύνει, τούς ἐνισχύει, ὑπόσχεται τήν κάθοδον ἐπ’ αὐτούς τοῦ Παρακλήτου, τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, γιά νά τούς ἁγιάζῃ, νά τούς φωτίζεῃ, νά τούς ἐνισχύῃ στήν πορεία τους, νά τούς παρηγορῇ καί τέλος τούς ὑποδεικνύει νά καταφεύγουν πάντοτε στήν Προσευχή, στήν συνομιλία μέ τόν Θεό. Καί γίνεται ὁ ἴδιος «τύπος καί ὑπογραμμός», ἀφήνοντας σ’ αὐτούς  ὡς ἄριστον ὑπόδειγμα, τή δική Του Προσευχή, τήν ὁποίαν ἀπευθύνει ἐνώπιόν τους πρός τόν οὐράνιον πατέρα, πρό τοῦ Πάθους.
Ὁ ἀποχαιρετιστήριος λόγος ἔχει ὄντως στενή συνάφεια μέ τήν Προσευχή Του.

Ἡ Προσευχή τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ ἑαυτοῦ, ὑπέρ τῶν Ἀποστόλων καί ὑπέρ ὅλων ἐκείνων, πού θά πιστεύσουν εἰς Αὐτόν, δηλ. ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας Του (Ἰωάν.  ιζ΄ 1-26).



«Καί ἐπῆρε τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ εἰς τόν οὐρανόν».

Διδάσκει τούς μαθητάς καί ὅλους τούς πιστούς τήν ἀνάγκην τῆς ψυχῆς, νά καταφεύγει στόν οὐράνιον Πατέρα ἀδιαλείπτως. Καί ἐδῶ ὑποδεικνύει καί τή στάσι τῆς Προσευχῆς. Προσεύχεται, «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς ἴχνεσιν αὐτοῦ». Σήκωσε τά μάτια Του εἰς τόν Οὐρανόν, πάνω ἀπό τά γήϊνα, πρός τῶν πάντων ἐπέκεινα. Ὁ οὐρανός κατά τήν Π.Δ. θεωρεῖται κατοικία καί θρόνος τοῦ Θεοῦ, ἀπό ὅπου ἀκτινοβολεῖ πρό πάντων ἡ δόξα Του. Καί ὁμολογεῖται ὅτι «πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπό τοῦ πατρός τῶν φώτων» (Ἰακ. α΄ 17).




Ἡ ἀνύψωσις τῶν ὀφθαλμῶν Του πρός τόν οὐρανόν  κατά τήν Προσευχήν σημαίνει τήν ἀνάγκην τῆς ψυχῆς νά ξεφύγῃ ἀπό τά δεσμά τῆς γῆς καί νά ἀφοσιωθῇ στήν θεωρία τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀνύψωσις τῶν ὀφθαλμῶν σημαίνει τήν ἀνάβασι τοῦ νοῦ, τήν προσήλωσι τοῦ νοῦ πρός τόν Θεόν, ὅπως ὁ ἁγιος Νεῖλος ὁρίζει τήν προσευχήν.
Ὁ Κύριος ὁδηγεῖ τούς μαθητάς Του σ’ αὐτή τήν ἀνάβασι, μέ τήν ἀνύψωσι τῶν ὀφθαλμῶν Του πρός τόν οὐράνιον Πατέρα. Καί πάλιν ὁ Κύριος ὑπέδειξε τήν στάσι αὐτή τῆς Προσευχῆς, ὅταν βρέθηκε μπροστά στόν ἀνθρώπινο πόνο, τήν Ὀδύνη καί τόν θάνατο τοῦ ἀγαπημένου φίλου Του Λαζάρου. Καί μᾶς ὥρισε ὅτι Προσευχή δέν εἶναι ἡ πολυλογία, ἡ βαττολογία, ἀλλ’  ὅτι Προσευχή, πού  ἀνασταίνει καί νεκρούς εἶναι ἕνα βλέμμα, ἕνα δάκρυ, ἕνας στεναγμός. Καί αὐτό τό ἀπέδειξε ἐμπράκτως.  Πρίν ἀπό τήν ἀνάστασι τοῦ Λαζάρου ὁ Ἰησοῦς πρό τοῦ τάφου, μπροστά στήν ὀδύνη καί τόν  ἀνθρώπινον  πόνον, συγκινημένος, ἐστέναξεν, ἐδάκρυσεν ὁ Ἰησοῦς (Ἰωάν. ια΄ 33, 35) καί ἦρε τούς ὀφθαλμούς αὐτοῦ ἄνω καί εἶπε: Πάτερ εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου (Ἰωάν. ια΄ 41). Σήκωσε τά μάτια ἄνω, πρός τόν οὐρανόν καί μέ φωνή μεγάλη ἐκραύγασε: Λάζαρε δεῦρο ἔξω. Καί ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκώς...

Προσευχή ὑπέρ ἑαυτοῦ (Ἰωάν. ιζ΄ 1-5).

Ὡς ἄνθρωπος, ὁ Θεάνθρωπος, ἀνύψωσε τούς ὀφθαλμούς εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπεν·
«Πάτερ ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τόν υἱόν, ἵνα καί ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε».
Προσφέρει πρός τόν Θεόν καί Πατέρα  δοξολογίαν,
εὐχαριστίαν, δέησιν. Καί ἔτσι ὑποδεικνύει τό Χρέος καί τήν ἀνάγκην τῆς ψυχῆς κάθε πιστοῦ νά προσφέρῃ στό Θεό, τόν Ἐλεήμονα, τόν Εὐεργέτην καί Σωτῆρα τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν, πρῶτα καί πάνω ἀπό ὅλα δοξολογίαν καί εὐχαριστίαν, ὑπέρ τῶν εὐεργεσιῶν, ὧν ἐποίησε καί ποιεῖ  ὑπέρ ἡμῶν.
Ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς  στό τέλος τοῦ ἀγῶνος, ἔφθασε  στήν
κορυφή, στήν ὥρα τῆς Σταυρικῆς Του Θυσίας, διά τήν
πραγματοποίησι τῆς προαιώνιας Βουλῆς τοῦ Θεοῦ γιά τή λύτρωσι τοῦ Γένους τῶν ἀνθρώπων.
«Ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. α΄ 29), μέ Χαρά, μέ ἀπερίγραπτη προθυμία καταδέχεται νά Σταυρωθῇ «ἀντί ἡμῶν», Αὐτός γιά μᾶς.
«Σήκωσε τά μάτια Του εἰς τόν οὐρανόν καί εἶπε · Πατέρα ἦλθε ἡ ὥρα· Δόξασε τόν υἱόν σου καί κατά τήν ἀνθρωπίνην φύσιν του, γιά νά σέ δοξάσῃ καί ὁ υἱός σου, διά τῆς ἀπολυτρώσεως καί σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων, πού θά πραγματοποιηθῇ διά τῆς Σταυρικῆς Θυσίας Του.
«Καθώς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὅ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωήν αἰώνιον».
Δόξασε τόν Υἱόν σου σύμφωνα μέ τήν ἐξουσίαν πού τοῦ ἔδωκες ἐπί ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος, διά νά δώσῃ ζωήν αἰώνιον σέ κείνους πού τοῦ ἔδωκες καί οἱ ὁποῖοι ἐπίστεψαν εἰς Αὐτόν.
Ὁ Ἰησοῦς θεωρεῖ ὅτι εἶναι δόξα, γι’ Αὐτόν ἡ Σταυρική Του Θυσία, καί χαρά. Ἱκανοποιεῖ τήν πεῖνα καί τή δίψα Του, τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς Του.  Δοξάζει τόν Πατέρα, διότι φέρει σέ τέλειον πέρας τό Θέλημά Του, πού εἶναι ἡ σωτηρία μας. Μέ ἱκανοποίησι καί χαρά, ὁ τέλειος Θεός, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Γίνεται σέ ὅλους μας ὑπόδειγμα ὑπακοῆς, τύπος καί ὑπογραμμός τῶν πιστῶν ἐν πᾶσι. Καί χαρίζει στούς πιστούς ζωήν αἰώνιον.
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή ἵνα γινώσκωσί σε τόν μόνον ἀληθινόν Θεόν καί ὅν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν».
Πράγματι ὁ Κύριος μέ τό κοσμοσωτήριο ἔργο Του, μέ τό γλυκό Του λόγο, μέ τίς ἄπειρες εὐεργεσίες Του καί τέλος μέ τή Σταυρική Του Θυσία ἔφερε τούς ἀνθρώπους σέ ζωντανή ἐπικοινωνία μέ τόν Θεόν-Πατέρα καί γνώρισε στούς ἀνθρώπους  τίς ἄπειρες τελειότητές Του.  Ἐφανέρωσε στούς ἀνθρώπους τόν Θεόν καί τούς χάρισε τήν αἰώνιον ζωήν. Αὐτή δέ ἡ αἰώνιος ζωή εἶναι ἡ γνώσις τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καί τοῦ Υἱοῦ Του, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖον ἀπέστειλεν εἰς τόν κόσμον, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ καί νά μᾶς συμφιλιώσῃ μέ τόν Πατέρα.
«Ἐγώ σέ ἐδόξασα ἐπί τῆς γῆς, τό ἔργον ἐτελείωσα ὅ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· καί νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρά σεαυτῷ  τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρό τοῦ κόσμον εἶναι παρά σοί».
Ἐγώ ἔκαμα γνωστό τό Ὄνομά Σου εἰς τούς ἀνθρώπους, γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, ὑπήκουσα τελείως  εἰς τό Θέλημά Σου καί ἔτσι Σέ ἐδόξασα ἐπί τῆς γῆς, ἐτελείωσα τό ἔργο, πού  μοῦ ἔδωκες νά ἐπιτελέσω. Καί τώρα δόξασέ με Σύ, Πατέρα, καί ὡς ἄνθρωπον, μέ τή δόξα πού εἶχον κοντά Σου, προτοῦ νά δημιουργηθῇ ὁ κόσμος.

Ἡ Προσευχή τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῶν Ἀποστόλων Του (Ἰωάν. ιζ΄ 6-19).
«Ἐφανέρωσά σου τό ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὕς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. Σοί ἦσαν καί  ἐμοί αὐτούς δέδωκας, καί τόν λόγον σου τετηρήκασι».
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γνωρίσῃ τόν Θεόν. Ἔρχεται ὁ Χριστός καί φανερώνει τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους. Καί πραγματικά οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ δέχονται τή φανέρωσι τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζουν τό Θεό, ὅσον εἶναι δυνατόν στόν ἄνθρωπο ἐπί τῆς γῆς νά γνωρίσῃ Αὐτόν. Ὁ Χριστός, ἐνώπιον τῶν μαθητῶν Του ἀναφέρει στόν οὐράνιον πατέρα καί λέγει: ἐφανέρωσα τό ὄνομά Σου στούς ἀνθρώπους.
Ναί. Μᾶς ἐφανέρωσε ὁ Κύριος, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη ὅτι «ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ»
( Α΄Ἰωάν. δ΄ 16). Μᾶς ἐφανέρωσε καί μᾶς εἶπε ὅτι «ὁ Θεός  εἶναι πνεῦμα, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἱωάν. δ΄ 24). Μᾶς ἐφανέρωσε ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι στοργικός Πατέρας, πού φροντίζει,  μέ ἄπειρη ἀγάπη, τά πλάσματά Του. Ἐτόνισε δέ  καί εἶπε ὅτι «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ». Καί ὅταν ὁ Φίλιππος τοῦ εἶπε· «Κύριε , δεῖξον ἡμῖν  τόν πατέρα καί ἀρκεῖ ἡμῖν». Τότε ὁ Κύριος μέ τρυφερότητα τοῦ ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε: «Τοσοῦτον χρόνον μεθ’ ὑμῶν εἰμι, καί οὐκ ἔγνωκάς με, Φίλιππε; Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε τόν πατέρα· και πῶς σύ λέγεις, δεῖξον ἡμῖν τόν πατέρα; Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγώ ἐν τῷ πατρί καί ὁ πατήρ ἐν ἐμοί ἐστι; Τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ· ὁ δέ πατήρ ὁ ἐν ἐμοί μένων αὐτός ποιεῖ τά ἔργα. Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγώ ἐν τῷ πατρί καί ὁ πατήρ ἐν ἐμοί· εἰ δέ μή, διά τά ἔργα αὐτά πιστεύετέ μοι» (Ἰωάν. ιδ΄ 8-11).
Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης, ὁ Ἰωάννης ἀναφέρει ὅτι «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε». Καί τονίζει ὅτι «ὁ Μονογενής υἱός ὁ ὤν εἰς τόν κόλπον τοῦ Πατρός ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (Ἰωάν. α΄ 18).
Καί στήν, πρό τοῦ Πάθους, δημόσια Προσευχή Του, ὁ Κύριος ἀναφέρει πρός τόν Πατέρα καί λέγει ὅτι «ἐγνώρισα,
ἐφανέρωσα τό Ὄνομά Σου,  ἔκαμα γνωστές τίς ἄπειρες τελειότητές  Σου, στούς ἀνθρώπους, πού ξεχώρισες, τούς ἀπέσπασες ἀπό τόν κόσμο καί τούς ἔδωκες σέ μένα. Ἦταν δικοί σου καί τούς ἔδωκες σέ μένα, καί  ἔχουν τηρήσει τόν λόγον σου.
«Νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα  δέδωκάς μοι παρά σοῦ ἐστιν· ὅτι τά ρήματα ἅ δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καί αὐτοί ἔλαβον, καί ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρά σοῦ ἐξῆλθον, καί ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας».
«Πατέρα μου, οἱ μαθητές μου ἔχουν ἀγαθή πρόθεσι καί τώρα ἔμαθαν καλά καί ἐπείσθησαν ὅτι ἡ διδασκαλία μου καί τά ἔργα μου καί ὅλα γενικά ὅσα μοῦ ἔδωκες, προέρχονται ἀπό σένα. Διότι τά λόγια, πού μοῦ ἔδωκες, τή διδασκαλία μου, τήν παρέδωκα σ’ αὐτούς καί αὐτοί τά δέχθηκαν καί γνώρισαν ἀληθινά ὅτι  βγῆκα ἀπό τούς κόλπους σου  καί ἐπίστευσαν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες στόν κόσμο».
«Ἐγώ περί αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περί τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλά περί ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, καί τά ἐμά πάντα σά ἐστι καί τά σά ἐμά, καί δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. Καί οὐκέτι εἰμί ἐν τῷ κόσμῳ, καί οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καί ἐγώ πρό σέ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου ᾧ  δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσι ἕν καθώς ἡμεῖς. Ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν, ἐγώ
ἐτήρουν αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί σου· οὕς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καί οὐδείς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μή ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφή πληρωθῇ. Νῦν δέ πρός σέ ἔρχομαι, καί ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τήν χαράν τήν ἐμήν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς.
Ἐγώ δέδωκα αὐτοῖς τόν λόγον σου, καί ὁ κόσμος ἐμίσησεν αὐτούς, ὅτι οὐκ εἰσίν ἐκ τοῦ κόσμου, καθώς ἐγώ οὐκ εἰμί ἐκ τοῦ κόσμου.
Οὐκ ἐρωτῶ ἵνα ἄρῃς αὐτούς ἐκ τοῦ κόσμου. ἀλλ’ ἵνα τηρήσῃς αὐτούς ἐκ τοῦ πονηροῦ. Ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰσί, καθώς  ἐγώ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ εἰμί. Ἁγίασον αὐτούς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σός ἀλήθειά ἐστι. Καθώς ἐμέ ἀπέστειλας εἰς τόν κόσμον, κἀγώ ἀπέστειλα αὐτούς εἰς τόν κόσμον.
Καί ὑπέρ αὐτῶν ἐγώ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καί αὐτοί ὦσιν  ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ».
Ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς, ὁ Θεάνθρωπος, ὡς ἄνθρωπος παρακαλεῖ τόν οὐράνιον Πατέρα, νά προστατεύσῃ τούς μαθητάς Του. Τή δύναμι τῆς Προσευχῆς Του δέν μπορεῖ  νά τήν περιγράψῃ ὁ ἀνθρώπινος λόγος. Παραθέτω τό κείμενον τῆς Προσευχῆς, γιά νά νοιώσουν οἱ ἀναγνῶστες τή γλυκύτητα, τήν μελωδικότητα καί τήν ἀρμονία τοῦ λόγου τῆς Προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ. Προσεύχεται καί γλυκύτερος καί ἀπό τό μέλι ὁ λόγος, ἀναπαύει, θεραπεύει, ἐνισχύει, παρηγορεῖ τήν ψυχή μας καί μᾶς βεβαιώνει γιά τήν  παντοδύναμον Προστασία τοῦ Πατρός. «Πατέρα μου, γι’ αὐτούς ἐδῶ τούς μαθητές μου σέ παρακαλῶ. Δέν σέ παρακαλῶ, γιά τόν κόσμο, πού ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται. Δέν σέ παρακαλῶ γι’ αὐτούς πού , μέ τή θέλησί τους, παραμένουν  στό Κακό, βυθισμένοι στό σκοτάδι καί συνεχίζουν νά ἐγκληματοῦν σέ βάρος τῶν  ἀθώων συνανθρώπων τους. Δέν σέ παρακαλῶ, γι’ αὐτούς, πού παραμένουν πωρωμένοι καί ἀμετανόητοι καί συνεχίζουν νά λατρεύουν τά δαιμόνια καί ἄψυχα εἴδωλα τά χρυσᾶ καί τά ἀργυρά, καί τά πήλινα καί τά ξύλινα, γι’ αὐτούς πού,  ἀναίσχυντα, συνεχίζουν νά σφαγιάζουν ἀθώους. Ἀλλά σέ παρακαλῶ γιά τούς μαθητάς , πού μοῦ  ἔδωκες, ἐπειδή εἶναι δικοί σου καί ὅλα τά δικά μου εἶναι δικά σου καί τά δικά σου εἶναι δικά μου, καί ἔχω δοξασθῇ δι’ αὐτῶν, διότι ἀνεγνώρισαν τή θεία φύσι μου καί ἐπίστευσαν εἰς ἐμέ.
Σέ παρακαλῶ γι’ αὐτούς ἐπειδή ἔφθασε ἡ ὥρα μου. Καί δέν θά εἶμαι πλέον κοντά τους σωματικά, ὅπως μέχρι τώρα, γιά νά τους ἐνθαρρύνω καί νά τούς ἐνισχύω μέ τή σωματική μου παρουσία. Αὐτοί ὅμως θἆναι στόν κόσμο, γιά νά ἐπιτελέσουν τήν ἀποστολήν τους. Καί ἐγώ ἔρχομαι σέ Σένα.
Πατέρα μου ἅγιε, φύλαξέ τους , μέ τή δύναμι τοῦ Ὀνόματός σου, τήν ὁποίαν ἔδωκες καί εἰς ἐμέ, ὥστε νά παραμένουν ἑνωμένοι μαζί μου καί μεταξύ τους σάν  ἕνα σῶμα, σάν μιά ψυχή. Νά εἶναι ἕνα ὅπως εἴμαστε ἐμεῖς. Ὅταν ἤμουν μαζί τους στόν κόσμο, ἐγώ τούς ἐφύλαττα, μέ τή δύναμι τοῦ Ὀνόματός σου, μέ τήν πατρική καί ἰσχυρά προστασία σου. Αὐτούς, πού μοῦ ἔδωκες , τούς ἐφύλαξα καί κανείς ἀπό αὐτούς δέν χάθηκε παρά ὁ υἱός της ἀπωλείας, διά νά ἐκπληρωθῇ ἡ γραφή. Τώρα ἔρχομαι σέ Σένα.
Βοήθησέ τους, πατέρα μου, νά ἀγωνισθοῦν καί νά τηρήσουν τήν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος, ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης, σύμφωνα μέ τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς, νἆναι ἑνωμένοι σέ ἕνα ὅπως ἐμεῖς εἴμαστε Ἕνα. Νά εἶναι ἕνα σῶμα καί ἕνα πνεῦμα.
Καί λέγω αὐτά τά λόγια μπροστά τους καί τά ἀκοῦνε, ἐνῶ βρίσκομαι ἀκόμη στόν κόσμο,  γιά νά ἔχουν μέσα  στήν ψυχή τους  τή χαρά μου. Νά αἰσθανθοῦν τήν τέλεια χαρά πού αἰσθάνομαι ἐγώ διότι ἐπανέρχομαι πλησίον σου.
Ἐγώ ἔδωκα σ’ αὐτούς τόν λόγον σου καί τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης σου. Καί ὁ κόσμος, πού βρίσκεται μακρυά σου τούς μίσησε, διότι δέν εἶναι ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, δέν ἔχουν τά φρονήματα τοῦ κόσμου, ὅπως ἀκριβῶς καί ἐγώ δέν εἶμαι ἀπό τόν κόσμο, δέν ἔχω καμμιά ἀπολύτως σχέσι μέ τόν κόσμον τῆς ἁμαρτίας.
Δέν σέ παρακαλῶ νά τούς πάρῃς  ἀπό τόν κόσμο μαζί μου τώρα, ἀλλά νά τούς προφυλάξῃς ἀπό τόν Πονηρόν, πού κυριαρχεῖ στόν κόσμο. Δέν εἶναι ἀπό τόν κόσμο ὅπως ἐγώ δέν εἶμαι ἀπό τόν κόσμο.
Καθαγίασέ τους καί καθιέρωσέ τους στό ἔργον σου, μέ τόν ἁγιασμόν πού χαρίζει  στίς ψυχές ἡ ἀλήθειά σου. Ὁ λόγος σου εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἀλήθεια ἀνόθευτος. Εἶναι ἀνάγκη, Πατέρα μου, νά τούς ἁγιάσῃς καί νά τούς προετοιμάσῃς, ὥστε νά φέρουν σέ πέρας τήν ἀποστολήν τους στόν κόσμο. Διότι ὅπως σύ ἀπέστειλες ἐμέ εἰς τόν κόσμον, ἔτσι κι’ ἐγώ, σύμφωνα μέ τήν ἐξουσίαν, πού μοῦ ἔδωκες, ἀπέστειλα αὐτούς εἰς τόν κόσμον, διά νά συνεχίσουν τό κοσμοσωτήριον ἔργον μου.
Καί γιά χάρι τους ἐγώ ἀφιέρωσα ὁλόκληρη τή ζωή μου  σέ Σένα καί προσφέρω καί τώρα τόν ἑαυτόν μου ὡς θῦμα καί σφάγιον ἱερόν καί ἔτσι ἁγιάζω τόν ἑαυτόν μου, γιά νά εἶναι καί αὐτοί, διά τῆς συμμετοχῆς των εἰς τήν θυσίαν μου αὐτήν ἁγιασμένοι, ὁλόψυχα δεχόμενοι τόν λόγον τῆς ἀληθείας.

Γνωρίζει, ὁ καρδιογνώστης, «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», καί τούς κινδύνους, τό μῖσος καί τήν ἐχθρότητα, πού θά ἀντιμετωπίσουν οἱ μαθηταί στή πορεία τους. Ἐναποθέτει τούς μαθητάς Του  στά Παντοδύναμα Χέρια τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Τούς ἀφήνει κάτω ἀπό τήν Παντοδύναμον προστασία τοῦ Θεοῦ-Πατρός, καί ἤρεμος καί χαρούμενος, ἀνεβαίνει στό Γολγοθᾶ, γιά νά μᾶς, συμφιλιώση μέ τόν Θεόν καί μεταξύ μας. Γιά  νά ἑνώσῃ ὅλους τούς ἀνθρώπους καί τούς ἐγγύς καί τούς μακράν εἰς Ἕνα σῶμα, Ἕνα πνεῦμα, μια ψυχή.

Η Προσευχή τοῦ Χριστοῦ ὑπέρ τῆς Ἐκκλησίας

                            (Ἰωάν. ιζ΄ 20-26)

Προσεύχεται γιά ὅλους ἐκείνους, πού δέν τόν εἶδαν καί δέν τόν ψηλάφησαν, ἀλλά πίστεψαν μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς τους εἰς τό κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καί τῶν διαδόχων τους, τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Προσεύχεται γι' αὐτούς καί προλέγει ὅτι εἶναι «μακάριοι». Διότι εἶναι «μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες»(Ἰωάν. κ΄ 29).

«Οὐ περί τούτων (τῶν Μαθητῶν) δέ ἐρωτῶ μόνον, ἀλλά καί περί τῶν πιστευόντων διά τοῦ λόγου αὐτῶν εἰς ἐμέ, ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί, ἵνα καί αὐτοί ἐν ἡμῖν ἕν  ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας.
Καί ἐγώ τήν δόξαν ἥν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, ἵνα ὦσιν ἕν καθώς ἡμεῖς ἕν ἐσμεν.
Ἐγώ ἐν αὐτοῖς καί σύ ἐν ἐμοί, ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν, καί ἵνα γινώσκει ὁ κόσμος  ὅτι σύ μέ ἀπέστειλας καί ἠγάπησας αὐτούς καθώς ἐμέ ἠγάπησας.
Πάτερ, οὕς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμί ἐγώ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσι τήν δόξαν τήν ἐμήν ἥν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρό καταβολῆς κόσμου.
Πάτερ δίκαιε, καί ὁ κόσμος σε οὐκ ἔγνω, ἐγώ δέ σε ἔγνων, καί οὗτοι ἔγνωσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας· και ἐγνώρισα αὐτοῖς τό ὄνομά σου καί γνωρίσω, ἵνα ἡ ἀγάπη ἥν ἠγάπησάς με ἐν αὐτοῖς ᾖ, κἀγώ ἐν αὐτοῖς».


Πεῖνα καί δίψα τοῦ Χριστοῦ, λαχτάρα τῆς ψυχῆς Του, εἶναι ἡ Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας Του.

Ὁ Κύριος θυσιάστηκε, ἵνα σώσῃ τά σύμπαντα. Καί δέν προσεύχεται μόνον γιά τούς Μαθητάς Του, ἀλλά γιά ὅλους ἐκείνους, πού θά ἐδέχοντο τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του, θά πίστευαν εἰς Αὐτόν καί θά Τόν λάτρευαν  μέ τήν καρδιά τους. Προσεύχεται γιά ὅλους ἐμᾶς καί παρακαλεῖ,  πρό τοῦ Πάθους,τόν Πατέρα νά μᾶς διαφυλάξῃ ἄρρηκτα ἑνωμένους, διά τῆς ὀρθῆς Πίστεως τῆς δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης (πρβλ. Γαλάτ. ε΄ 6). Διότι ἡ ἀληθινή Πίστις  ἀποδεικνύεται ζωντανή καί ἐνεργός, μέ τά ἔργα τῆς ἀγάπης. «Ἡ πίστις ἐάν μή  ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ’ ἑαυτήν»(Ἰακ. β΄17). Περιεχόμενον τῆς ὀρθοδόξου Πίστεως εἶναι ἡ «Καινή Ἐντολή». Δηλαδή, οἱ Πιστοί ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅπως ἀκριβῶς ὁ Χριστός μᾶς ἀγάπησε, «καθώς ἠγάπησα ὑμᾶς  καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους». Μόνον μέ αὐτήν τήν ἀγάπην θά μπορέσουμε νά διαφυλάξουμε τήν ἑνότητα. Καί παρακαλεῖ τόν Πατέρα ὁ Κύριος νά  κρατήσῃ ὅλους τούς πιστούς, ὅλων τῶν αἰώνων, ἑνωμένους μαζί Του καί μεταξύ τους, μέ τή δική Του Ἀγάπη, ὥστε ὅλοι μέ τήν ἀγάπη καί τήν ὁμοφροσύνη νά εἶναι ἑνωμένοι εἰς Ἕν. Παρακαλεῖ τόν Πατέρα νά διώξῃ ἀπό τήν ψυχή τῶν πιστῶν, τήν ἔπαρσι, τόν Ἐγωϊσμό, τή φιλαρχία, τά πρωτεῖα ἐξουσίας, καί νά βασιλεύση στίς καρδιές ἡ δική Του ἀγάπη, ὥστε ὅλοι νά εἴμαστε «Ἕν».
«Καθώς σύ, Πάτερ, εἶσαι ἑνωμένος μέ ἐμέ καί ἐγώ εἶμαι ἑνωμένος μετά σοῦ, ἔτσι σέ παρακαλῶ νά εἶναι καί αὐτοί   ἑνωμένοι εἰς ἕν, σέ μία κοινωνία  προσώπων, κοινωνία ἁγίων, γιά νά πιστέψῃ ὁ κόσμος ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες.
Προέβλεπε ὁ Θεάνθρωπος τούς ἐγωϊσμούς καί τά Πάθη, πού θά χώριζαν τήν Ἐκκλησία Του καί παρακαλεῖ. Καί ὁ Θεός μακροθυμεῖ καί περιμένει νά νοιώσουμε τή Θυσία Του, τήν ἄκρα Ταπείνωσί Του, τήν ἄπειρη ἀγάπη Του  καί νά σκοτώσουμε τόν ΟΦΙ πού φωλιάζει μέσα μας καί θανατώνει τήν ψυχή μας. Δέν ἐξαναγκάζει ὁ Θεός. Μακροθυμεῖ. Περιμένει. Καί ὁ Χριστός, «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» προσεύχεται, γιά ὅλους ἐμᾶς, νά δεχθοῦμε τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί νά μετανοήσουμε. «Ἐγώ, Πατέρα μου, ὑπέγραψα μέ τό αἷμα μου, τήν υἱοθεσία τους, καί σέ ὅλους ἐκείνους, πού πιστεύουν στό ὄνομά μου, ἔδωκα τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι,  ὥστε νά μποροῦν μέ τήν ἀγάπη νά εἶναι  Ἕνα, καθώς ἡμεῖς εἴμαστε ἑνωμένοι εἰς Ἕν. Θέλω νά εἶναι ἑνωμένοι μαζί μου, μέ τή θέλησί τους, χωρίς νά τούς ἐξαναγκάζω. Θέλω νά  ἀγωνισθοῦν, καί νά καταλάβουν ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες καί νά παλαίψουν ἕως ὅτου γίνουν ἕνα καί νά νοιώσουν βαθειά μέσα τους ὅτι τούς ἀγάπησες, πατέρα μου, ὅπως ἀγάπησες Ἐμένα.
Ὁ Χριστός μᾶς ἀγάπησε καί σταυρώθηκε αὐτός ,γιά μᾶς καί δέν χαίρεται  τήν θεϊκή Του δόξα,χωρίς ἐμᾶς.Μᾶς θέλει ὅλους κοντά Του, συγκληρονόμους, ὁμοτράπεζους στή Βασιλεία Του. Γι’ αὐτό καί παρακαλεῖ τόν Πατέρα καί λέγει: Πατέρα, θέλω ὅπου εἶμαι ἐγώ, νά εἶναι μαζί μου καί ἐκεῖνοι, πού μοῦ ἔδωκες, ὅλοι οἱ πιστοί, Ἐκκλησία μου ,διά νά βλέπουν καί νά ἀπολαμβάνουν  τήν  αἰώνια δόξα τήν ὁποίαν μοῦ ἔδωκες, διότι μέ ἀγάπησες, πρίν δημιουργηθῇ ὁ κόσμος, καί ἡ ἀγάπη σου αὐτή εἶναι ἡ δόξα μου.
Δυστυχῶς , οἱ ἄνθρωποι δέν βλέπουν, εἶναι τυφλοί, βυθισμένοι στό σκοτάδι τῶν παθῶν καί δέν μετανοοῦν. Μέ τή θέλησί τους μένουν κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου.
«Πατέρα Δίκαιε, ἄν καί ὁ κόσμος δέν σέ γνώρισε, ἐξ αἰτίας τῆς θεληματικῆς του τυφλώσεως, ἐγώ ὅμως καί ὡς ἄνθρωπος σέ ἐγνώρισα τόσο καλά , ὅσο κανένας ἄλλος ἄνθρωπος, οὔτε σέ ἐγνώρισε οὔτε θά σέ γνωρίσῃ. Καί αὐτοί οἱ μαθηταί μου, ὅλων τῶν αἰώνων, πού ἀκουσαν καί ἀκοῦνε τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης μου, καί βλέπουν τά ἔργα μου, πίστεψαν καί πιστεύουν μέ τήν καρδιά τους ὅτι σύ μέ ἀπέστειλες στόν κόσμο,  καί εἶναι ἄξιοι τῆς στοργῆς καί τρυφερότητος καί τῆς προστασίας σου, τῶν δωρεῶν πού σοῦ ζητῶ γι’ αὐτούς.
Καί ἐγνώρισα  σ’ αὐτούς τό ὄνομά σου, καί μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά  κάμω ἀκόμα πιό γνωστό τό πανάγιον ὄνομά σου, ὥστε νά γίνουν ἄξιοι τῆς ἀγάπης Σου. Καί ἔτσι ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποίαν μέ ἀγάπησες νά εἶναι μέσα στήν ψυχή τους καί νά αἰσθάνονται βαθειά μέσα τους ὅτι τούς ἀγαπᾷς, ὡς μέλη τοῦ σώματός μου, ἀφοῦ διά τῆς νέας ζωῆς, πού θά ζοῦν, θά εἶμαι μέσα τους, στήν καρδιά τους καί θά ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα μέ Ἐμέ».
Εἴθε νά νοιώσουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, βαθειά μεσ’  τήν καρδιά τους, τή λαχτάρα τοῦ Χριστοῦ «ἵνα οἱ πάντες Ἕν ὦσιν»,  ὥστε, «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ», νά ὑμνοῦμεν πάντες ἀκαταπαύστως τόν Λυτρωτήν καί σωτῆρα τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τόν Χριστόν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, αἰώνια. Ἀμήν.