Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2021

«ΙΔΟΥ ΤΑ ΗΜΙΣΗ ΤΩΝ ΥΠΑΡΧΟΝΤΩΝ ΜΟΥ, ΔΙΔΩΜΙ ΤΟΙΣ ΠΤΩΧΟΙΣ,



                       ΚΑΙ ΕΙ ΤΙΝΟΣ ΤΙ ΕΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣΑ,

ΑΠΟΔΙΔΩΜΙ ΤΕΤΡΑΠΛΟΥΝ»

(Λουκ. ιθ΄ 1-10).

 

«Πόσο πολύ χαριτωμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅταν εἶναι ἄνθρωπος!...»

Δημιουργήθηκε ἐκ τοῦ μή ὄντος, ἐξ ἀπείρου ἀγάπης καί τιμήθηκε ἀπό τόν Θεόν, ὡς ἡ κορωνίς τῆς δημιουργίας Του. Ἐπλάσθη «κατ’ εἰκόνα και καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» (Γενέσ. α΄ 26). Ἐπλάσθη, δηλαδή, μικρός Θεός, μικρός δημιουργός. Μέ «νοῦν» καί  «ἐλευθερίαν». Ἐπλάσθη «δυνάμει Θεός», καλεῖται δέ νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ Θεός». Θεός κατά Χάριν, διά τῆς ὑπακοῆς εἰς την Ἐντολήν τοῦ Θεοῦ, ὁδεύων ἐπί τῆς ὁδοῦ ἀπό το· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν».

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως «ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις και ὡμοιώθη αὐτοῖς»( Ψαλμ. 48,13,21). Δεν κατενόησε την τιμήν, ὁ δυστυχής, κατέρριψε και ἐξίσωσε τον ἑαυτόν του προς τά ἀνόητα κτήνη και ὡμοιώθηκε με αὐτά. Ἔκαμε κακή χρῆσι τοῦ νοῦ και τῆς ἐλευθερίας του. Δέν τήρησε τήν Ἐντολήν τοῦ Δημιουργοῦ. Δεν ἀνταποκρίθηκε στήν Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, με ἀγάπη. Ἔδειξε, ,διά τῆς παρακοῆς, ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία πρός τόν Εὐεργέτην του. Θέλησε να γίνῃ Θεός, χωρίς Θεόν. Τόν κυρίευσε ὁ Ἑωσφορισμός καί κατέρριψε τόν ἑαυτόν του εἰς τήν τάξιν τῶν ἀλόγων ζώων. Ἔχασε, μέ τήν κακή του θέλησι, τήν Ὀμορφιά τῆς ἀγάπης, πού θεοποιεῖ τόν ἀνθρωπο. Καί ἐκληροδότησε καί στούς ἀπογόνους του τή ῥοπή πρός τό κακόν καί τήν ἁμαρτίαν.

Πράγματι κάθε ἄνθρωπος γεννιέται μέ τή ῥοπή πρός τό Κακόν. Μέσα μας παλεύει ἡ ἠθικότητα μέ τήν ἀνηθικότητά μας, ὁ νόμος τῆς σαρκός καί ὁ νόμος τοῦ νοός, ὁ νόμος τοῦ πνεύματος(Βασική σύγκρουσις). Σ’ αὐτή τή σύγκρουσι, σ’ αὐτήν τήν πάλη, ἄλλοτε  νικᾶ ὁ νόμος τῆς σαρκός και ἄλλοτε ὁ νόμος τοῦ πνεύματος .

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι στην σκληρή αὐτή πάλη: «Οὐ γάρ ὅ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ’ ὅ μισῶ τοῦτο ποιῶ…Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. ζ΄16, 20).

Ὁ Μακρόθυμος και Φιλάνθρωπος Θεός, ἐπειδή γνωρίζει τό εὐόλισθον, τό ὀλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλά καί ἐπειδή «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι και εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμόθ. β΄4), ἀνοίγει μιά νέα Πύλη σωτηρίας, τό λουτρόν τῶν δακρύων, τήν Πύλην τῆς εἰλικρινοῦς καί ἐμπράκτου Μετανοίας και Ἐξομολογήσεως.

Τρανό παράδειγμα εἰλικρινοῦς, ἐμπράκτου Μετανοίας, ὁ Ἀρχιτελώνης, ὁ ἀρχιαμαρτωλός, ὁ Ζακχαῖος. Πληροφορήθηκε ὅτι πρόκειται να περάσῃ ἀπό την Ἱεριχώ ὁ Χριστός καί «ἐζήτει ἰδεῖν τον Ἰησοῦν τίς ἐστι». Ἁλλά εἶχε και βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του μπροστά στό Θεό. Εἶχε συναίσθησι ὅτι δεν μποροῦσε νά δῇ τόν Κύριον ὅτι «τῇ ἡλικίᾳ μικρός ἦν». Ἦταν βαρειά ἡ ψυχή του ἀπό τίς ἁμαρτίες του. «Ἦλθε εἰς ἑαυτόν»: Πῶς θά μπορέσω νά ἀτενίσω καί δῶ τόν καθαρόν, τόν πανάγιον Θεόν, ὁ ἀκάθαρτος ἐγώ; Ἡ λαχτάρα νά γνωρίσῃ τό Χριστό , τόν ὡδήγησε σέ περισυλλογή καί αὐτοεξέτασι, σέ ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον. Ἦλθε σέ αὐτογνωσία καί σέ εἰλικρινῆ, ἔμπρακτη Μετάνοια και πῆρε την ἀπόφασι να ἀνέβη πάνω ἀπό τά ἐγκόσμια, πάνω ἀπό τίς μικρότητες «και ἀνέβη ἐπί συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ Αὐτόν».

Μακρόθυμος ὅμως και Καρδιογνώστης, πρίν προλάβει ὁ εἰλικρινά μετανοιωμένος Ζακχαῖος να Τόν δῇ, εἶδεν αὐτόν ὁ Ἰησοῦς, και δέχθηκε τήν μετάνοιά του καί τοῦ εἶπε «Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γάρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι». Και ὁ Ζακχαῖος εὐθύς ἐξομολογήθηκε καί εἶπε: «Ἰδού τά ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, και εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν».

Ὁ Φιλάνθρωπος δέχεται την εἰλικρινῆ και ἔμπρακτη μετάνοια  τοῦ Ζακχαίου και τον παρουσιάζει σέ ὅλους ὡς ζωντανό, φωτεινό παράδειγμα εἰλικρινοῦς και ἐμπράκτου Μετανοίας. Τονίζει δέ ἀκόμη μιά φορά τό σκοπό τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του και λέγει ὅτι «ΗΛΘΕ Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΖΗΤΗΣΑΙ ΚΑΙ ΣΩΣΑΙ ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ. Ὅτι «δεν ἦλθε να καλέσῃ δικαίους ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν» καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι «γίνεται πολύ μεγάλη χαρά στον οὐρανό ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι» (Ματθ. θ΄ 13.Λουκ. ιε΄ 7).

Καί εἶναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ὅλοι ὅτι , ὅπως λέγει ὁ ἱερός Χρυσόστομος «τό ἁμαρτάνειν (εἶναι) ἀνθρώπινον, τό ἐμμένειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ σατανικόν και το ἐξομολογεῖσθαι θεῖον» και ὅτι, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «Οὐ φοβερόν το πεσεῖν, ἀλλά τό κεῖσθαι».

Εἷναι καιρός να δεχθοῦμε το Δῶρον τοῦ Θεοῦ, τον καιρόν μετανοίας, πού μᾶς χαρίζει, ὁ Ἀνεξίκακος καί  Μακρόθυμος Κύριος, νά μετανοήσουμε εἰλικρινά και ἔμπρακτα.  Νά βάλουμε «ἀρχήν» στην πνευματική μας ζωή, πρίν να εἶναι ἀργά. Και ἀκολουθοῦντες τᾶ Χνάρια τοῦ Κυρίου νά ἀναλάβωμεν τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα ἀφορῶντες ἐπί τον ἀρχηγόν τῆς Πίστεως και τελειωτήν Ἰησοῦ, νά νικῶμεν, μέ τή Χάρι Του.

Μεταβάλλοντες δέ  τή σάρκα σέ πνεῦμα, νά φθάσουμε εἰς ὕψος θείας ἀναβάσεως, να φθάσουμε Ψηλά, στο Γολγοθᾶ, στο Θεό.

Εἶναι καιρός, νά δεχθοῦμε στήν καρδιά μας τόν Χριστό, τόν Λυτρωτήν καί Εὐεργέτην, τόν Θεόν μας, νά Τόν ὑμνοῦμεν, γιά τίς ἄπειρες εὐεργεσίες Του και ἀσιγήτως νά Τόν δοξολογοῦμεν, διότι σ’ αὐτόν και μόνον Σ’ Αὐτόν, σύν τῷ Πατρί και τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, ἀνήκει τό κράτος , ἡ τιμή και ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.




 

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΕΓΙΣΤΟΙ ΦΩΣΤΗΡΕΣ ΤΗΣ ΤΡΙΣΗΛΙΟΥ ΘΕΟΤΗΤΟΣ



ΠΡΟΤΥΠΑ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ , ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΣ.

 

πό τήν  τρυφερή τους ἡλικία ἀπό τούς εὐσεβεῖς γονεῖς τους ἀνετράφησαν «ἐν παιδείᾳ και νουθεσίᾳ Κυρίου». Πίστεψαν μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς τους στό Χριστό, ἐγκολπώθηκαν τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί τό ἔκαναν «πρᾶξι» στή ζωή τους.

Λάτρεψαν τό Χριστό «ἐν πνεύματι και ἀληθείᾳ». Σπούδασαν ὄχι μόνον τά Ἱερά Γράμματα, ἀλλά και τήν «θύραθεν παιδείαν», τήν κλασικήν πειδεία, σχεδόν ὅλες τίς ἐπιστῆμες. Πάνω ὅμως ἀπό ὅλα κατενόησαν ὅτι «ἡ κοσμική σοφία οὐκ ἔστιν ἄνωθεν κατερχομένη, ἀλλά εἶναι ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης,…ἡ δέ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μέν ἁγνή ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστή ἐλέους καί καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος και ἀνυπόκριτος»(Ἰακ. γ΄15-18).Καί, μέ ὁδηγό τήν «ἄνωθεν σοφία», ἀφιέρωσαν τή ζωή τους στό Χριστό καί στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, θυσίασαν δέ τήν μεγάλη περιουσία τους, τήν ψυχή τους καί τή ζωή τους στό Βωμό τῆς ΑΓΑΠΗΣ, γιά τό Χριστό καί  τὀν πλησίον.

Και οἱ τρεῖς Μεγάλοι Πατέρες ἀνεδείχθησαν πρότυπα ἁγιότητος, γνήσιοι, ἀληθινοί Ποιμένες καί Διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης, Μέγιστοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος. Γνήσιοι μιμητές τοῦ Ἑνός και Μόνου ἀληθινοῦ ΚΑΛΟΥ ΠΟΙΜΕΝΟΣ.

«Δεῦτε τῆς οὐρανίουΤριάδος οἱ λατρευταί, τήν ἐπίγειον τριάδα, τῶν θείων Ἱεραρχῶν εὐφημήσωμεν· τόν                                                                                                


ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ,  τῆς θεολογίας τόν ἐπώνυμον· τόν ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ τῆς βασιλείας τόν φερωνυμον·


καί ΙΩΑΝΝΗΝ, τόν ὄντως  χαριτώνυμον·


τούς τῆς σοφίας βυθούς· τοῦ Πνεύματος τά ῥύθρα τά ὠκεάνεια· τάς πηγάς τάς ἀεί βλυζούσας, τό ὕδωρ τό ζῶν τό ἁλλόμενον· τούς διαυγεῖς μαργαρίτας· τούς ἐπιγείους φωστῆραςτῆς  Ἐκκλησίας τούς οἴακας· τά ἀγλαόκαρπα δένδρα·  τούς οἰκονόμους τῆς χάριτος· Χριστοῦ μου τό στόμα, καί τῆς Τριάδος τούς ὑπερμάχους, τούς ἐξ αὐτῆς ἀμέσως ἐλλαμπομένους, καί πρεσβεύοντας ἀπαύστως, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν»

Ἡ Θυσιαστική τους ἀγάπη στό Χριστό καί τόν πλησίον ἐσαγήνευσε, ἐγοήτευσε πολλούς, οἱ ὁποῖοι πίστεψαν και ἀφιερώθηκαν στό Χριστό.

Ἡ Ἁγία τους ζωή και τά σοφά, τά θεόπνευστα συγγράμματά τους ἐνέπνευσαν καί ἐμπνέουν καί σήμερα πολλούς, πού ἀφήνουν τήν πλάνη καί τήν αἵρεσιν καί ἔρχονται πρός τόν Χριστόν. Πράγματι μελετῶντες τή ζωή καί τά  συγγράμματα   Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου και Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, συνειδητοποιοῦμε ὅτι Μόνον ὅτι  Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ὑπάρχει και δίνει νόημα καί περιεχόμενο  στή ζωή μας. Ότι μόνον ὁ  Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας και ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, το Φρούριόν μας, το ΜΟΝΟΝ ΑΣΦΑΛΕΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ.

«Τούς Ἱεράρχας τοῦ Χριστοῦ, καί τῶν Πατέρων κλέος, τῆς Πίστεως τούς πύργους, καί τῶν Πιστῶν Διδασκάλους καί φύλακας, συνελθόντες, ὦ φιλέορτοι, ᾀσματικοῖς  ἐγκωμίοις, ὑμνήσωμεν λέγοντες·Χαίροις, τῆς Ἐκκλησίας φωστήρ, ΒΑΣΙΛΕΙΕ σοφέ, καί στῦλε ἀπερίτρεπτε. Χαίροις, ὁ νοῦς ὁ οὐράνιος, Ἀρχιερεῦ μέγιστε, Θεολόγε ΓΡΗΓΌΡΙΕ. Χαίροις, ὦ Χρυσολόγε πάγχρυσε Ἰωάννη, ὁ τῆς μετανοίας διαπρύσιος κήρυξ. Ἀλλ' ὦ Πατέρες  τρισόλβιοι, μή παύσησθε ἀεί πρεσβεύειν Χριστῷ, ὑπέρ τῶν πίστει καί πόθῳ τελούντων ὑμῶν, τήν πανίερον, καί θείαν πανήγυριν».

Καί οἱ τρεῖς  ὑπῆρξαν καί ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΑΡΕΤΗΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΤΗΤΟΣ. Καί, ὡς ἔχοντες παρρησίαν πρός τόν Θεόν, ἀπαύστως πρεσβεύουν γιά μᾶς.

Ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία Ἑορτάζει ξεχωριστά τήν μνήμη τους, πρός μίμησιν τῆς ἁγιότητός τους. Καθιέρωσε δέ καί κοινήν Ἑορτήν, διότι στά χρόνια τῆς βασιλείας  Ἀλεξίου τοῦ Κομνηνοῦ, τό 1081 μ. Χ. οἱ ἄνθρωποι εἶχαν χωρισθῆ σέ τρεῖς θεολογικές παρατάξεις. Αἰτία ὑπῆρξε τότε ἡ ἀμφισβήτησις και φιλονικία μεταξύ τῶν μορφωμένων και ἐναρέτων Χριστιανῶν. Ἄλλοι θεωροῦσαν καλλίτερο τόν Μέγαν Βασίλειον (και ὀνομάζονταν «Βασιλεῖτες»), ἄλλοι τόν Γρηγόριον καί ὀνομάζονταν «Γρηγορίτες») καί ἄλλοι τον Χρυσόστομον (και ὀνομάζονταν «Ἰωαννίτες»). Ἔτσι κατάφερε ὁ Σατανᾶς να παρασύρῃ καί τούς εὐσεβεῖς καί νά διαιρέσῃ τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας. Καί χωρίς νά τό καταλάβουν  ἦλθαν σέ ἀντίθεσι μέ τή  διδασκαλία  καί τῶν τριῶν μεγάλων Πατέρων και Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας, πού θυσιάσθηκαν γιά τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας «ἵνα οἱ πάντες ἕν ὦσιν». Χάριν, λοιπόν, τῆς ἑνότητος,  ἡ Ἐκκλησία καθιέρωσε, λίγο πρό τοῦ ἔτους 1100μ.Χ., τήν κοινήν Ἑορτήν τῶν τριῶν Μεγάλων Πατέρων. Τήν Ἀκολουθία τῆς κοινῆς Ἑορτῆς φιλοτέχνησε ὁ Ἰωάννης  Ἐπίσκοπος Εὐχαῒτων. Αὐτός ὁ θαυμαστός Ἱεράρχης καί Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Κωσταντινουπόλεως, εἶδε στόν ὕπνο του τούς τρεῖς ἱεράρχες, νά τοῦ συνιστοῦν νά σταματήσῃ τή διαμάχη  καί νά ὁρίσῃ «τήν κοινήν ἑορτήν». Τόνισαν δέ οἱ ἅγιοι ὅτι «μεταξύ μας δεν ὑπάρχει κανείς πρῶτος ἤ δεύτερος, ἄν και ζήσαμε σέ διαφορετικές ἐποχές, ἑνωμένοι κηρύξαμε το λόγο τοῦ Θεοῦ καθοδηγούμενοι ἀπό τό ἅγιον Πνεῦμα». Ἔτσι καθιερώθηκε ἡ κοινή Ἑορτήν, να ἑορτάζουν δηλ. οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μαζί στις 30 Ἰανουαρίου. Οἱ τρεῖς μεγάλοι φωστῆρες τῆς Τρισηλίου Θεότητος, δέν θέλουν ἀντιδικίες καί μάχες, μᾶς θέλουν ἑνωμένους μέ τόν Χριστόν καί μεταξύ μας .

Εἶναι καιρός να στραφοῦμε πρός τούς μεγάλους Πατέρας καί Διδασκάλους  τῆς Ἐκκλησίας μας, τόν Μέγα πράγματι Βασίλειον, τόν Γρηγόριον τόν Θεολόγον καί τόν ’Ιωάννην τον Χρυσόστομον καί νά μελετήσουμε τά σοφά συγγράμματά τους, νά βιώσουμε δέ καί νά μιμηθοῦμε τήν ἀγάπη τους στό Χριστό καί νά μένουμε , ὅπως ἐκεῖνοι, ἑνωμένοι ἐν τῇ ἀγάπῃ· «ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί. Και ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει και ὁ Θεός ἐν αὐτῷ». Νά συνειδητοποιήσουμε δέ τήν περί ἀγάπης διδασκαλίαν τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ὅτι, δηλαδή, «τῆς γνησίας, τῆς ἁγνῆς, τῆς ἐσταυρωμένης ἀγάπης ἴσον οὐδέν», και ὅτι «ἡ γνησία ἀγάπη Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον» καί,  περιπατοῦντες ἐν ἀγάπῃ, ἑνωμένοι, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ και ἔργῳ, νά δοξάζωμεν τόν Κύριον τῆς Δόξης, εἰς τόν Ὁποῖον και ἀνήκει τό κράτος, ἡ τιμή καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.





Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021

«ΙΗΣΟΥ ΥΙΕ ΔΑΥΙΔ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ» (Λουκ. ιη΄ 35-43).


 

«ΤΙ ΣΟΙ ΘΕΛΕΙΣ ΠΟΙΗΣΩ;

ΚΥΡΙΕ, ΙΝΑ ΑΝΑΒΛΕΨΩ».

 

Χριστός εἶναι τό  Φῶς τοῦ κόσμου. Τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στον κόσμο. Ὁ Χριστός, ὁ Υἱός και Λόγος τοῦ Θεοῦ, «ὁ δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο» εἶναι ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ὁ Ὁποῖος, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, μᾶς εὐσπλαγχνίζεται και ἀνατέλλει «τοῖς ἐν σκότει και σκιᾷ θανάτου καθημένοις». Ἔρχεται κοντά μας και φωτίζει τά σκοτάδια μας. Αὐτός και μόνον Αὐτός εἶναι ἡ Πηγή  και ὁ χορηγός τοῦ Φωτός.

Χάσαμε τό φῶς μας διά τῆς παρακοῆς  τῶν Νόμων τοῦ Φωτός καί ἔρχεται ὁ Φωτοδότης, γιά νά μᾶς ξαναδώσῃ τό Φῶς. Ἔρχεται «ὁ πανακής ἰατρός» καί θεραπεύει ὄχι μόνον τούς ὀφθαλμούς τοῦ σώματος, ἀλλά και τούς ὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς.

σωματική τύφλωσις εἶναι μεγάλος πόνος,  ἀλλά πολύ μεγαλύτερος  και περισσότερο ὀδυνηρός εἶναι ὁ πόνος, πού προκαλεῖ στόν τυφλό καί στούς γύρω του, ἡ ψυχική και πνευματική τύφλωσις. Καί πνευματικά τυφλός, βυθισμένος στο σκοτάδι, εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πού κυριεύεται ἀπό τά βρωμερά του Πάθη. Πνευματικά τυφλός εἶναι ὁ Ἐγωϊστής, ὁ Ἐπηρμένος, ὁ Ὑπερήφανος, ὁ Πλεονέκτης, ὁ Φιλοχρήματος, ὁ Φιλήδονος, ὁ Ὑλιστής, ὁ Εἰδωλολάτρης, ὀ δοῦλος γενικά τῶν βρωμερῶν του Παθῶν. Δέν βλέπει. Δέν ἀκούει. Ποδοπατεῖ κάθε ἀξία προκειμένου νά ἱκανοποιήσῃ τό Πάθος Του.

Δέν εἶναι τυφλός αὐτός, πού ἐγκαταλείπει του νόμιμο σύζυγό του και τά παιδιά του, τυφλωμένος ἀπό τον σαρκικό ἔρωτα μιᾶς ἀσέμνου γυναικός;

Δέν εἶναι τυφλός αὐτός, πού κυριεύεται ἀπό τό Πάθος τοῦ χαρτοπαιγνίου, ὁ συστηματικός χαρτοπαίκτης, πού πουλάει ἀκόμη καί τή γυναῖκα του και την κόρη του, γιά νά ἱκανοποιήσῃ το πάθος τῆς Χαρτοπαιξίας;

Δέν εἶναι τυφλός αὐτός ὁ ἀλκοολικός, πού ἐγκαταλείπει την Οἰκογένειά του, τήν ἐργασία του και ξημεροβραδιάζει στά  καπηλιά καί ξεπουλάει τά πάντα προς ἱκανοποίησιν τοῦ πάθους τῆς μέθης;

Δέν εἶναι τυφλός αὐτός, πού θεοποιεῖ τον Ἑαυτούλη του και την Καλοπέρασί του καί πρός ἱκανοποίησιν τοῦ πάθους του προδίδει τήν Πατρίδα του, ἀρνεῖται τήν Πίστι του, ποδοπατεῖ  «τά ὅσια καί τά ἱερά του»; Πραγματικά τυφλός εἶναι αὐτός, πού ἀρνεῖται το Θεό και το Νόμο τῆς ἀγάπης, πού, ὑποδουλώνεται στα πάθη, καταστρέφει  τά πάντα γύρω του καί αὐτοκαταστρέφεται.

Εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης λέγει ὅτι «αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις ὅτι το Φῶς ἐλήλυθεν εἰς τον κόσμον, και ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον το σκότος ἤ το Φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ το Φῶς και οὐκ ἔρχεται προς το Φῶς, ἵνα μη ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 19-20).

Ὁ τυφλός τῆς Ἱεριχοῦς, ὁ Βαρτίμαιος, γιά κάποιο λόγο τυφλώθηκε, ἔχασε τό φῶς του, καί περιῆλθε εἰς την ἔσχατη ἀθλιότητα και «τυφλός,  ἐκάθητο παρά την ὁδόν προσαιτῶν». Κατά τό διάστημα τῆς τυφλώσεως ἦλθε «εἰς ἑαυτόν» και ἐκτίμησε το Φῶς, πού εἶχε καί τό ἔχασε. Ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ὀ Φωτοδότης, ὁ Μεσσίας, ὁ Υἱός Δαυῒδ, περνάει ἀπό κοντά του, με λαχτάρα ἔκραζε λέγων· Ἰησοῦ, Υἱέ Δαυῒδ, ἐλέησόν με. Ἡ Πίστις του, και οἱ κραυγές του, ἡ προσευχή του στό Χριστό, ἐνόχλησε πολλούς καλοθελητές , πού τόν ἐμπόδιζαν νά πλησιάσῃ  τό Χριστό, τοῦ ἔκλειναν τό στόμα (σύνηθες καθημερινό φαινόμενο), «ἐπετίμων αὐτῷ πολλοί ἵνα σιωπήσῃ». Αὐτός ὅμως «πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· Ἰησοῦ, υἱέ Δαυῒδ, ἐλέησόν με». Μπορεῖ οἱ ἄνθρωποι να μᾶς κλείνουν το στόμα, ὁ Εὔσπλαγχνος ὅμως Θεός ἀκούει και τίς ἀναρθρες κραυγές μας. Ἀκούει τίς προσευχές μας. Μᾶς πλησιάζει με τρυφερότητα και στοργή. Δέχεται τή μετάνοιά μας. Και ἀμέσως θεραπεύει τήν ἀρρώστια μας, ἀρκεῖ νά τό θελήσουμε. Μᾶς ἐρωτᾷ, ὅπως ρώτησε τόν τυφλό τῆς Ἱεριχοῦς : «Τί σοι θέλεις ποιήσω»; Ὁ Τυφλός Βαρτίμαιος ἀπήντησε ἀμέσως, εἰλικρινά μετανοιωμένος· «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω». Και ἀμέσως ἀνέβλεψε και ἐδόξαζε τόν Φωτοδότη καί Κύριον.

Καί ποιός τυφλός δέν θέλει τό φῶς του; Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς και πολλοί πωρωμένοι καί ἀμετανόητοι, πού μισοῦν το Φῶς και δεν ἔρχονται προς το Φῶς, γιατί εἶναι φαῦλα τά ἔργα τους και μένουν «δέσμιοι τῆς γῆς», δέσμιοι τοῦ σκότους». Νομίζουν πώς βλέπουν, ἐνῷ εἶναι τυφλοί καί, χωρίς ντροπή, ἐρωτοῦν: «Μή καί ἡμεῖς τυφλοί ἐσμέν;»  Σ’ αὐτούς, πού δεν ἔχουν συναίσθησι τῆς τυφλώσεώς τους, ὁ Κύριος ἀποκρίνεται καί λέγει:                             

«Ἐάν εἴσασθε τυφλοί καί  δέν γνωρίζατε τή  Γραφή, δέν θά εἴχατε ἁμαρτίαν, γιά τήν ἀπιστία σας καί γιά τήν κακή σας συμπεριφορά. Τώρα ὅμως ἐσεῖς λέτε· ἐμεῖς βλέπομεν, τά γωρίζουμε ὅλα και δεν ἔχουμε ἀνάγκη νά μᾶς διδάξῃ κανείς ἄλλος. Ἡ ἁμαρτία σας λοιπόν μένει. Δέν συγχωρεῖται. Συνεχίζετε να μένετε τυφλοί, μέ τή θέλησί σας. Μισεῖτε τό Φῶς (πρβλ. Ἰωάν. θ΄ 40-41).

Καί δέν εἶναι λίγοι οἱ ὑποκριτές Φαρισαῖοι, τυφλοί, σκοταδιστές, πού μισοῦν το Φῶς προτιμοῦν τό σκοτάδι καί πολεμοῦν τόν Φωτοδότη. Δυστυχῶς ὑπάρχουν πολλοί, τυφλωμένοι ἀπό τά βρωμερά τους πάθη, πού νομίζουν πώς εἶναι πλούσιοι σέ ἀρετές καί δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό τίποτε καί ἀπό κανέναν. Εἷναι στήν πραγματικότητα τυφλοί. Τούς τυφλώνει ἡ οἴησις και ἡ αὐταρέσκειά τους καὶ καυχῶνται λέγοντες μαζί μέ τόν Ἐπίσκοπο Λαοδικείας: «πλούσιός εἰμί καί πεπλούτηκα καί οὐδενός χρείαν ἔχω»(Ἀποκ. γ΄17). Σ’ αὐτόν και τούς ὁμοίους του, σέ ὅλους τούς οἰηματίες και χλιαρούς, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει τήν πραγματική τους τύφλωσι: Δυστυχισμένε ἄνθρωπε, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὄχι αὐτό, πού νομίζεις, τυφλωμενος ἀπό τά πάθη σου. Ἡ ἀλήθεια εἶναι  ὅτι δέν γνωρίζεις ὅτι σύ εἶσαι ὁ πραγματικά ταλαίπωρος καί ἐλεεινός και πτωχός και τυφλός, ὥστε νά μή βλέπῃς την πραγματική πνευματική σου κατάστασι, και γυμνός (πρβλ. Ἀποκ. γ΄ 17). Ὁ Κύριος ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, μᾶς ἀποκαλύπτει την πραγματική πνευματική μας κατάστασι, τήν πνευματική μας τύφλωσι, γιά νά ἔλθουμε σέ συναίσθησι καί νά μετανοήσουμε εἰλικρινά, καί νά ζητήσουμε ἀπό τό Φωτοδότη νά φωτίσῃ τά σκοτάδια μας, γιά νά ξαναβροῦμε τό Φῶς μας καί νά χαροῦμε τή Χαρά τῆς ζωῆς, νά βροῦμε ἀνάπαυσι καί ψυχική γαλήνη.

Εἷναι δέ ἄπειρη ἡ Εὐσπλαγχνία Του, διότι δέν μᾶς ἀποκαλύπτει μόνον την ἀρρώστια μας, ἀλλά μᾶς ὑποδεικνύει καί τόν τρόπο θεραπείας. Μᾶς συμβουλεύει νά ἀγοράσουμε  ἀπό Αὐτόν, μέ συντετριμμένη καρδιά, μέ θερμή Προσευχή, νά ζητήσουμε τήν πραγματική ἀρετή, για να γίνουμε πλούσιοι σέ ἀγαθά, σέ θεάρεστα ἔργα, νά Τοῦ ζητήσουμε ἐνδύματα λευκά, ἁγιότητα καί ἁγνότητα βίου, νά σκεπάσουμε τή γυμνότητά μας. Νά Τοῦ ζητήσουμε τή Χάρι τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τόν φωτισμόν τῆς ἀληθείας, γιά νά χρίσουμε, σάν μέ ἄλλο κολλύριο,  τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά θεραπεύσῃ τήν πνευματική μας τύφλωσι, ὥστε νά βλέπουμε καθαρά τήν πνευματική μας κατάστασι.  Να περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, καί νά μᾶς ἀξιώσῃ, ὥστε τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς μας, νά λάμπῃ τό Φῶς ἡμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ἡμῶν τά καλά ἔργα και δοξάζωσιν τόν Πατέρα ἡμῶν τόν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς»( πρβλ. Ἀποκ. γ΄17-18. Ματθ. ε΄ 16). Αὐτῷ τό κράτος, ἡ τιμή καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.


 

 

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ

 




ΜΠΟΡΕΙΣ.

Ἀγαπητό μου Παιδί, ἄκουσα τούς φόβους και τίς ἀνησυχίες σου. Εἶναι φόβοι και ἀνησυχίες πολλῶν. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι πολλές φορές ἀντιμετωπίζουμε τά προβλήματα τῆς ζωῆς μέ φόβο. Ἀρνητικοί λογισμοί κυριεύουν τήν ψυχή μας. Πῶς θα μπορέσουμε νά λυτρωθοῦμε ἀπό τά πάθη, ἀπό τή διαστροφή, ἀπό τίς διάφορες ἀνωμαλίες, «ἐγγενεῖς διαμαρτίες» ἤ ἐπίκτητες, πού μᾶς βασανίζουν; Οἱ περισσότεροι λένε: Εἴμαστε ἀδύναμοι ἄνθρωποι. Σκέψεις δαιμονικές νεκρώνουν την ψυχή μας και χάνουμε κάθε διάθεσι, για ἐποικοδομητική ἐργασια. Κυριαρχοῦν μέσα μας ἡ νωθρότης, ὁκνηρία, ἡ τεμπελιά, ὀλιγωρία, ἀμέλεια, ἀδιαφορία, για κάθε ἔργο οἰκοδομῆς. Μένουμε στάσιμοι, «χλιαροί», «δέσμιοι τῆς γῆς».

Ὑπάρχουν δέ καί πονηρές δυνάμεις, πού καλλιεργοῦν τό φόβο. Μᾶς θέλουν χωρίς βούλησι. Ἔτσι ἐξυπηρετοῦνται καλλίτερα τά συμφέροντά τους. Τολμῶ να πῶ ὅτι πολλές φορές  ὅλους μᾶς κυριεύει αὐτό το πονηρό πνεῦμα τῆς ἀκηδίας.

Πιστεύω πώς αὐτή ἡ ψυχική κατάστασις ὀφείλεται στήν ἔλλειψι Πίστεως, στην ὀλιγοπιστία, στήν ἀπιστία.




Και εἶναι καιρός να ξυπνήσουμε. Ὁ Χριστός εἶναι κοντά μας. «Κρούει τη Θύρα». Εἷναι καιρός να ἀκούσουμε την Φωνή Του. Εἶναι καιρός να ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό ΧΡΙΣΤΌ, καί νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή. Εἶναι καιρός νά βασιλεύσῃ στην καρδιά μας «ἡ γνησία, ἡ τελεία ΑΓΑΠΗ, ἡ ὁποία ἔξω βάλλει τον φόβον»(Α΄ Ἰωάν. δ΄18).




Εἶναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ὅτι «ὁ Θεός δέν μᾶς ἔδωσε πνεῦμα δειλίας, ἀλλά πνεῦμα δυνάμεως και ἀγάπης και σωφρονισμοῦ» (Β΄τιμοθ.α΄7). Εἷναι καιρός να καταλάβουμε καλά ὅτι «ὅσοι δέχονται στήν ψυχή τους τό Χριστό και πιστεύουν στό πανάγιον ὄνομά Του, οἱ πιστοί, «δέχονται ἀπό τόν Κύριο τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» ( Ἰωάν.α΄ 12) και «τήν  ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων και σκορπίων και ἐπί πᾶσαν την δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, και οὐδέν ἡμᾶς οὐ μη ἀδικήσῃ» (πρβλ. Λουκ. ι΄ 19).

Εἶναι, λοιπόν, καιρός να συνειδητοποιήσουμε τήν τιμήν, τήν Χάρι καί τήν δύναμιν,πού μᾶς χάρισε ὁ Χριστός και νά  διώξουμε, μέσ’ ἀπό τήν ψυχή μας τό φόβο και τίς φοβίες , πού σπέρνουν στήν ψυχή μας οἱ διάβολοι, νά διώξουμε τήν νωθρότητα, τήν ὀκνηρία καί τήν ἀδιαφορία καί νά ἐπιδοθοῦμε, μέ «πνεῦμα δυνάμεως, ἀγάπης και σωφρονισμοῦ» εἰς ἔργα ἀγαθά, πρός δόξαν Θεοῦ.

Εἷναι καιρός, λοιπόν, να καταλάβουν ὅλοι,  και σύ ἀγαπητό μου Παιδί, ὅτι ἐάν θέλῃς, μπορεῖς.  ΝΑΙ.

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ , μέ τή Χάρι καί  τή δύναμι τοῦ Χριστοῦ, νά τροποποιήσῃς, νά διορθώσῃς  καί νά θεραπεύσῃς τήν προβληματική σου συμπρεφορά.

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ νά κάμῃς ἕναν  ἐνσυνείδητο αὐτοέλεγχον καί νά ἔλθῃς σέ αὐτογνωσία καί εἰλικρινῆ μετάνοια καί νά ἐπιστρέψῃς στήν Πηγή τῆς ζωῆς  καί νά βρῇς ψυχική γαλήνη και ἀνάπαυσιν. Νά διώξῃς κάθε φόβο ἀπό τήν ψυχή σου.

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ νά καθαρίσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος καί νά ἐπιτελῇς ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Νά νοιώσῃς ἄνθρωπος. Να ὑψωθῇς πάνω ἀπό τά γήϊνα. Νά ἀνεβῇς εἰς ὑψος θείας ἀναβάσεως.

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ, ὅπως λέει ὁ Ν. Καζαντζάκης, νά ἀκολουθήσῃς τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι τό Υπόδειγμα τοῦ ἀγωνιζομένου τελείου ἀνθρώπου, νά μεταβάλῃς τή σάρκα σέ πνεῦμα καί  νά φθάσῃς στήν Κορυφή, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό.

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ, να μεταβάλῃς αὐτό ἐδῶ τό «χειροστάσι», σέ Παράδεισο καί νά σταθῇς «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» καί νά χαρῆς τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου καί στά πρόσωπα τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ νά βαδίσῃς ἀπό το· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν» καί ἀπό «δυνάμει», νά γίνῃς καί «ἐνεργείᾳ Θεός».

ΕΑΝ ΘΕΛῌΣ, ΜΠΟΡΕΙΣ, περιπατῶν ἐν ἀγάπῃ, νά ζῇς ὡς ἐν Χριστῷ «καινή κτίσις».

ποιητής Κ. Π. Καβάφης  προτρέπει κάθε ἄνθρωπο νά προσπαθῇ και λέγει:

ὍΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ

«Κι’ ἄν δέν  μπορεῖς  νά κάμεις την ζωή σου ὅπως τή θέλεις,

τοῦτο  προσπάθησε τοὐλάχιστον

ὅσο μπορεῖς: μήν τήν ἐξευτελίζεις

μές  στην πολλή συνάφεια τοῦ κόσμου,

μές στές πολλές κινήσεις κι  ὁμιλίες.

 

Μήν τήν ἐξευτελίζεις πιαίνοντάς την,

γυρίζοντας συχνά κ’ ἐκθέτοντάς την

στῶν σχέσεων και τῶν συναναστροφῶν

την καθημερινή ἀνοησία,

ὥς πού νά γίνει σά μιά ξένη φορτική.

 

Θεωρῶ σοφή τήν προτροπή τοῦ Καβάφη καί πιστεύω πώς ἔρχεται, ὡς βροντή, στή σχιζοφρενική  ἐποχή μας, να συνετίσῃ πολλούς, πού ὄχι μόνον δέν προσπαθοῦν να θεραπεύσουν την προβληματική τους συμπεριφορά, ἀλλά και καυχῶνται ἐπί τοῖς ἀτοπήμασι, προβάλλουν τήν αἰσχρότητά τους, ὡς ἀρετή, καί τήν κάθε εἴδους διαστροφή, τη θεωροῦν

ἰδιαιτερότητα. Καί ὁ νοῶν νοείτω.

Εἴθε ὁ Φιλάνθρωπος καί μακρόθυμος Θεός να μᾶς λυπηθῇ καί  νά μᾶς ἐλεήσῃ καί νά μᾶς ἀξιώσῃ, νά συνέλθουμε και, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, να ἐπιστρέψουμε κοντά Του καί νά Τόν δοξάζουμε, διότι Σ’ Αὐτόν και μόνον Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή, τό κράτος και ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.

 


Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

Ο ΔΙΩΚΤΗΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ





Ο ΓΕΛΟΙΩΔΕΣΤΑΤΟΣ

 «ΟΥΚ  ΕΓΝΩΣ»

Ποίημα Κ.Π. Καβάφη

«Γιά τές θρησκευτικές μας δοξασίες—

                  ὁ κοῦφος Ἰουλιανός εἶπεν «Ἀνέγνων, ἔγνων,

                  κατέγνων». Τάχατες μᾶς ἐκμηδένησε

                  μέ τό «κατέγνων» του, ὁ γελοιωδέστατος.

 


                           

           Τέτοιες ξυπνάδες ὅμως πέρασι δέν ἔχουνε σ’ ἐμᾶς

           τούς Χριστιανούς. «Ἀνέγνως, ἀλλ’ οὐκ ἔγνως· εἰ 

            γάρ ἔγνως, οὐκ ἄν κατέγνως ἀπαντήσαμεν ἀμέσως»

 

Ἰουλιανός, ὁ γελοιωδέστατος, ἄφρων, ἀρνητής καί διώκτης τῆς Πίστεως στο Χριστό, κατηγορεῖ καί διώκει  τούς Χριστιανούς για τίς θρηκευτικές τους δοξασίες, γιά τήν Πίστι τους στό Χριστό καί, θριαμβολογῶν ἔλεγε  «ἀνέγνων» (διάβασα), «ἔγνων» (ἐγνώρισα, κατάλαβα),«κατέγνων» (κατεδίκασα). Καυχόταν δέ, ὁ ἄμυαλος,  ὅτι τάχατες μᾶς ἐκμηδένισε με το «κατέγνων του», ὁ γελοιωδέστατος.  Ὁ πιστός ὅμως ποιητής μας, ὁ Καβάφης, σοφῶς ἀντιπαρατάσει στον ἀρνητή και λέγει: «Τέτοιες ξυπνάδες ὅμως πέρασι δεν ἔχουνε σ’ ἐμᾶς τούς Χριστιανούς· «διάβασες, ἀλλά δέν κατάλαβες· διότι ἄν ἐγνώριζες, θά κατανοοῦσες δέν θά κατεδίκαζες», ἀπαντήσαμεν ἀμέσως.                        




                     «νενίκηκάς με Ναζωραῖε»

 Ἄφρονες, ἄμυαλοι, ἀρνητές, εὐτυχῶς ἐλάχιστοι, ὑπάρχουν καί στήν σχιζοφρενική μας  ἐποχή. Μηδενιστές, Ὀλετῆρες, καταστροφεῖς, ἀρνοῦνται τον Θεόν, πολεμοῦν την Πίστι στο Χριστό, οἱ ἄμυαλοι καί ἀρνοῦνται τίς Ἀξίες καί τά Ἰδανικά.

Με κάθε δόλιο τρόπο διώκουν τούς πιστούς καί τήν Ἔκκλησία καί καυχῶνται ἐπί τοῖς ἀτοπήμασι. Εἶναι βυθισμένοι στο σκοτάδι. Μισοῦν το Φῶς, γιατί εἶναι φαῦλα τά ἔργα τους. Δέν εἶναι μόνον γελοιωδέστατοι, ὅπως τούς ἀποκαλεῖ ὁ Καβάφης, ἀλλά και ἀξιολύπητοι. Ὁ χαρακτηρισμός τῶν ἀρνητῶν εἶναι μιά λογική κρίσις. Και ἡ κρίσις αὐτή, νομίζω πώς δέν πρέπει να μᾶς ὁδηγῇ στην κατάκρισι, ἀλλά στην Προσευχή. «Οὐδείς καθαρός ἀπό ρύπου». Ὅλοι εἴμαστε φταῖχτες καί ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἐπιεικεῖς ὁ ἕνας πρός τόν ἄλλον. ἐπιεικεῖς καί μέ τούς ἀθέους; Ναί, καί μέ τούς ἀθέους. Μά  οἱ ἄθεοι διῶκτες τῆς Πίστεως, μᾶς πολεμοῦν με κάθε δόλιο τρόπο. Ὀφείλουμε να σκεφθοῦμε θετικά. Οἱ διῶκτες μας εἶναι εὐεργέτες μας. Διότι μᾶς κρατοῦν σέ ἐγρήγορσι. Μᾶς κρατοῦν ἄγρυπνους. Μᾶς βοηθοῦν νά κρατήσουμε ψηλά τό Ὅνομα τοῦ Χριστοῦ, ἄσβυστη τη φλόγα τῆς Πίστεως και νά  ὁμολογοῦμε την Πίστιν μας ἔργῳ καί λόγῳ και να ἀντιμετωπίζουμε και τούς ἀρνητές με ἀγάπη.

«Το ἐπιεικές ἡμῶν, γνωσθείτω πᾶσιν ἀνθρώποις», λέγει ὁ Παῦλος. Και ὁ Κύριος λέγει: «Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε». Ἐξάλλου, πῶς θά χαροῦμε τή χαρά τῆς Βασιλείας τοῦ Χριστοῦ; Πῶς θα γευτοῦμε καί θά χορτάσουμε τόν οὐράνιον ἄρτον, ὅταν αὐτοί οἱ ἄμυαλοι συνάνθρωποί μας, μένουν «εἰς τήν ἔξω τοῦ Ναοῦ αὐλήν» καί στεροῦνται τόν ἐπί τῆς οὐσίας ἄρτον, μένοντας μέ τή θέλησί τους «δέσμιοι τῆς γῆς»; Ὁ Κύριος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».



Ἄς προσέξουμε, λοιπόν, νά ἀφήσουμε τήν κρίσιν καί τήν κατάκρισιν τῶν διωκτῶν τῆς Πίστεως. Καί, μέ γνήσια ἀγάπη στήν «πρᾶξι», ἄς ἀντιπαρατάξουμε τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος πάνω ἀπό το Σταυρό Του παρακαλεῖ καί λέγει: «ΠΑΤΕΡ, ΑΦΕΣ ΑΥΤΟΙΣ· ΟΥ ΓΑΡ ΟΙΔΑΣΙ ΤΙ ΠΟΙΟΥΣΙ»(Λουκ. κγ΄34). Και ἄς παρακαλοῦμε τον Κύριο, νά ἀξιώσῃ και αὐτούς τούς ἄμυαλους συνανθρώπους μας, να προσέξουν στόν ἑαυτό τους, νά συνετισθοῦν, νά παύσουν να κάνουν γελοιότητες καί νά γελοιοποιοῦνται καί, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, να ἐπιστρέψουν στό Χριστό, νά γευτοῦν, μαζί μας τόν ἄρτον τῆς ζωῆς.

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς καί τούς πλανεμένους ἀδελφούς μας, ὥστε  ἄπαντες, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ νά Σέ ὑμνοῦμεν καί, ἀσιγήτως, νά Σέ δοξολογοῦμε, σύν τῷ Πατρί και τῷ ἁγίῳ Πνεύματι εἰς πάντας τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.