Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

«ΜΕΤΑΞΥ ΗΜΩΝ ΚΑΙ ΥΜΩΝ»



ΜΕΓΑ ΧΑΣΜΑ ΕΣΤΗΡΙΚΤΑΙ»

 

 

«Καί ἐπί πᾶσι τούτοις μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν Μέγα χάσμα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆμαι ἔνθεν πρός ὑμᾶς μή δύνωνται, μηδέ οἱ ἐκεῖθεν πρός ἡμᾶς διαπερῶσιν»(Λουκ.ιστ΄26).



Ο Κύριος, μέ τρυφερότητα καί ἀγάπη, ἐξηγεῖ στόν πλούσιο τῆς παραβολῆς «τοῦ πλουσίου καί τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου» (Λουκ. ιστ΄ 19-31), ὅτι ὁ τρόπος τῆς ζωῆς του στή γῆ, ὁ δρόμος, πού διάλεξε ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, τόν ὡδήγησε στόν τόπον ἐκεῖνον τῆς βασάνου. Ὁ Θεός τόν διώρισε Οἰκονόμον, Διαχειριστήν μεγάλου πλούτου καί αὐτός, ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀπεδείχθη κακός Οἰκονόμος, κακός  Διαχειριστής. Ἀπεδείχθη Καταχρηστής. Δέν κατενόησε «τό βραχύ τῆς ζωῆς καί τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων». Δέν πίστευε στόν Θεόν, τόν Δοτῆρα τῶν ἀγαθῶν. Δέν πίστευε στήν αἰώνιον ζωήν. Νόμιζε ὅτι θά ζῆ αἰώνια σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία καί  ὅτι ὁ πλοῦτος, πού τοῦ δόθηκε ἀπό τον Θεόν ἦταν δικός του καί ἐνῶ  ἦταν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, σάν ὅλους τούς ἄλλους, αὐτός νόμιζε πώς ἦταν βασιλιᾶς καί φοροῦσε βασιλικά ἐνδύματα, «ἐνεδιδύσκετο  πορφύραν καί βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς» (Λουκ. ιστ΄19). Ἔζησε χωρίς ἀγάπη. Φώλιασε μέσα του, ὁ Ὄφις ὁ ἀρχαῖος, ὁ Ἑωσφόρος. Τόν τύφλωσε ὁ Ἐγωϊσμός. Δίπλα του ζοῦσε ὁ πτωχός Λάζαρος,  γεμᾶτος ἀπό  πληγές  καί πολλές στενοχώριες. Στερεῖται ἀκόμη καί τό καθημερινό ψωμί. Δέν ἔχει φάρμακα  και κατοικία καί βρισκεται παταγμένος κοντά στήν ἐξώπορτα τοῦ πλουσίου αὐτοῦ και ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσῃ τήν πεῖνα του ἀπό τά ψίχουλα, πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι τοῦ πλουσίου. Εἶναι μπροστά στα μάτια τοῦ πλουσίου καί δέν τόν βλέπει. Τά  σκυλιά εἶναι πιό ἐλεήμονα ἀπό τόν ἄκαρδο καί σκληρό πλούσιο, πού δρασκελίζει τόν πτωχόν καί συνεχίζει νά καλοπερνᾶ, χωρίς ἴχνος συμπάθειας πρός τόν πλησίον του πάμπτωχον καί ἀσθενῆ συνάνθρωπό του.  Φροντίζει μόνον τόν Ἑαυτούλη του, τήν καλοπέρασί του. Δέν ἀκολουθεῖ τό δρόμο τῆς ὄντως Ζωῆς, το δρόμο τῆς Ἀγάπης, ἀλλά το δικό του δρόμο. Τό δρόμο τῆς ἀνελεημοσύνης, χωρίς ἔλεος, χωρίς εὐσπλαγνία γιά τούς ἄλλους. Και ἐνῶ ὁ Θεός τόν πλούτισε, γιά νά διαχειρίζεται τά ἀγαθά καί νά ἀνακουφίζει τούς συνανθρώπους του, νά θεραπεύῃ τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων του, αὐτός  ἀρνεῖται τόν Δοτῆρα τῶν ἀγαθῶν, ἀρνεῖται τόν Θεόν και ἀπομακρύνεται ἀπό τον Θεόν και ἀπό τούς συνανθρώπους του. Κλείνεται στόν ἑαυτό καί μαζί μέ τούς ὁμοϊδεάτες του εὐφραινεται καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς και ἔτσι δημιουργεῖ μέγα χάσμα ἀνάμεσα στόν ἑαυτό του καί τό Θεό, ἀλλά καί ἀνάμεσα στούς συνανθρώπους του. Καί μέ τή θέλησί του, ἀκολουθῶν τόν  δικό του δρόμο, τόν χωρίς ἀγάπη, χωρίς ἔλεος, χωρίς εὐσπλαγχνία πρός τούς συνανθρώπους του, φθάνει στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης και ὀδυνᾶται εἰς τόν τόπον ἐκεῖνον τῆς βασάνου.                                                                                                             

Ἀντίθετα ὁ πτωχός Λάζαρος πιστεύει στό Θεό καί στήν αἰώνιον ζωήν. Γνωρίζει ὅτι σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, εἴμαστε πάροικοι καί παρεπίδημοι, προσωρινοί, διαβάτες. Πιστεύει ὅτι «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλά την μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν» (Ἑβρ. ιγ΄14), «ἡμῶν γάρ τό πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καί σωτῆρα  ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν» (Φιλιπ. γ΄ 20). Καί ἀντιμετωπίζει τήν σκληρότητα καί τήν, χωρίς ἔλεος καί ἐπιείκειαν, συμπεριφοράν τοῦ πλουσίου, ἀγόγγυστα, μέ ἡρωϊκή ὑπομονή καί ἀγάπη. Ἔτσι ὁ πτωχός Λάζαρος γράφει το ὄνομά του στό Βιβλίο τῆς Ζωῆς. Ἕχει ὄνομα. Καί ἐν μέσω στερήσεων καί θλίψεων δέν χάνει τήν Πίστι του. Ἀκολουθεῖ τό δρόμο τῆς Ζωῆς καί φθάνει εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος. Ἄγγελοι ἔρχονται καί παραλαμβάνουν τήν ψυχήν του καί τήν ἐναποθέτουν εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ, στήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄκαρδος πλούσιος, ὁ Καταχραστής τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ὁ  κακός καί ἀνελεήμων, μέ τήν προβληματική του συμπεριφορά δημιουργεῖ ἀγεφύρωτο Χάσμα ἀνάμεσα σ’ αὐτόν καί τόν Θεόν, ἀνάμεσα σ’ αὐτόν καί τούς συνανθρώπους του. Δέν κατορθώνει νά γράψῃ τό ὄνομά του στό βιβλίο τῆς ζωῆς. Παραμένει ἀνώνυμος. Ἀπέθανε καί ἐτάφη. Διάλεξε τό δρόμο πρός τόν ᾌδη. Διάλεξε τόν τόπον τῆς βασάνου. Αὐτός πού δέν ἔδειξε ἐπιείκειαν καί εὐσπλαγχνίαν καί ἔλεος σέ κανέναν, τώρα ζητεῖ ἔλεος. Ἀλλά εἶναι  «ἡ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος». Εἶναι ἀνελέητη ἡ κρίσις σέ κεῖνον, πού δεν ἔδειξε εὐσπλαγχνία σέ κανέναν. Κανείς δέν μπορεῖ  νά περάση τό μέγα χάσμα καί  νά ἐλθῃ ἀπό τόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ, στήν ἄβυσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης, οὔτε ἀπό τόν τόπο τῆς βασάνου μπορεῖ νά ἔλθῃ στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ. Κάθε ἄνθρωπος ἀπολαμβάνει αὐτό, πού διάλεξε, μέ τή θέλησί του. Ὁ πλούσιος διάλεξε τό δρόμο πρός τόν  ᾏδην, ἐνῶ ὁ πτωχός Λάζαρος διάλεξε τό δρόμο τῆς Πίστεως στό Θεό, το δρόμο τῆς ἀγάπης.

Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ καί μᾶς προτρέπει νά ἀκολουθήσουμε στή ζωή μας τόν δρόμον τῶν Ἐντολῶν, πού μᾶς ὁδηγεῖ στό δρόμο τῆς ὄντως Ζωῆς, στο δρόμο, πού μᾶς φέρει στην ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ. Και αὐτός ὁ δρόμος εἶναι ἡ καθ’ ὑπερβολήν Ὁδός τῆς τέλεια ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 1-13). Ὁ Κύριος, ἡ ἐνσαρκωμένη Ἀγάπη, μᾶς καλεῖ κοντά Του. Γίνεται ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή, γιά νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του καί νά βρεθοῦμε «εἰς τόν  κόλπον τοῦ Ἀβραάμ». Μέ τό Αἷμα Του γεφυρώνει τό Μέγα Χάσμα, πού δημιουργοῦμε ἐμεῖς , οἱ ἄμυαλοι, μέ τήν Παραφροσύνη, πού μᾶς δέρνει. Μέ τό Αἷμα Του μᾶς συμφιλιώνει μέ τόν Πατέρα-Θεόν καί μεταξύ μας. Μᾶς καλεῖ νά ξεριζώσουμε ἀπό τήν καρδιά μας πᾶσαν κακίαν. Θέλει νά εἴμαστε καλοί Οἰκονόμοι, καλοί Διαχειριστές τῶν ὑλικῶν καί πνευματικῶν ἀγαθῶν, πού μᾶς προσφέρει. Νά ξεριζώσουμε καί νά διώξουμε ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας τήν Κοινωνικήν Ἀδικίαν καί νά βασιλεύσῃ ἡ Κοινωνική Δικαιοσύνη. Νά διώξουμε τό Διάβολο, τόν Ἐγωϊσμό ἀπό τή ζωή μας καί νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στήν ἐνσαρκωμένη Ἁγάπη, στό Χριστό, καί νά Τόν  παρακαλέσουμε νά βασιλεύση ἐντός μας καί νά μᾶς ἀξιώσῃ νά Τόν δοξάζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, ἐν παντί τόπῳ τῆς Δεσποτείας Αὐτοῦ, διότι Σ’Αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.




 


Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ;

1

Εἶναι ὁ Χριστός, «ὁ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ» (Ἰωάν. στ΄ 33).

 

Ὁ κοινός ἄρτος εἶναι τροφή, γιά τό σῶμα. Καί ὅπως χωρίς ψωμί ἀποθνήσκει τό σῶμα, ἔτσι ἀποθνήσκει καί ἡ ψυχή, ὅταν στερεῖται τῆς καταλλήλου πνευματικῆς τροφῆς. Ὁ ἔσω ἄνθρωπος ἀποθνήσκει χωρίς  την πνευματική τροφή, χωρίς «τόν καρπόν του ξύλου τῆς Ζωῆς (Γενέσ.2, 9. Ἀποκ. β΄ 7. κβ΄2).

Μονάχα μέ τό κοινό ψωμί, δέν μπορεῖ νά ζήσῃ ὁ ἄνθρωπος, λέγει στόν πειράζοντα ὁ Κύριος: «Καί προσελθών ὁ πειράζων εἶπεν· Εἰ Υἱός εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπέ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται. Ὁ δέ  ἀποκριθείς εἶπε· γέγραπται, Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπί παντί ῥήματι ἐκπορευομένῳ διά στόματος Θεοῦ» (Ματθ. δ΄ 3-4.Δευτρ.8, 3.πρβλ. Ἰωάν. δ΄ 32-34). Πνευματικός ἄρτος, πού τρέφει τήν ψυχή εἶναι  ὑγιής διδασκαλία τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ πανάγιες Ἐντολές Του, εἶναι «ὁ ἄρτος τῶν τέκνων, καί οὐκ ἔστι καλόν βαλεῖν τοῖς κυναρίοις»(Παρβλ. Ματθ. ιε΄ 26. Μάρκ. ζ΄ 27). Κύριος ἐφιστᾷ τήν προσοχήν τῶν Μαθητῶν Του, νά προσέχουν ἀπό τήν ἀκάθαρτη τροφή, τή δηλητηριώδη, πού εἶναι ἰκανή νά θανατώσῃ  τήν ψυχή. Θέλει ὁ Κύριος νά προσέχουμε καί νά ἀποφεύγουμε τήν κακή ἐπίδρασι τῆς ὑποκριτικῆς διδασκαλίας τῶν Φαρισαίων καί τῶν Σαδδουκαίων καί γενικά νά ἀποφεύγουμε κάθε αἱρετική διδασκαλία, πού μοιάζει μέ κακό προζύμι καί φέρει στήν ψυχή μας τό θάνατο. Νά τρέφουμε την ψυχή μας μέ τόν ἀληθινόν ἄρτον. Καί ἀληθινός ἄρτος εἶναι ὁ ζωοποιός λόγος τοῦ Χριστοῦ, πού πραγματικά εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς , ἴαμα, θεραπεία. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ  « ἐστιν ἄρτος ἀληθινός, ἄρτος οὐρανῶν (πρβλ. Ἰωάν. στ΄32). Οὐκ ἄρα ποτέ ὁ ἀγαθός ἀνήρ ἄπορος, ἕως ἄν ἔχῃ σῷαν τήν πρός Θεόν ὁμολογίαν· πάρεστι μέν γάρ αὐτῷ αἰτεῖσθαι καί λαμβάνειν ὧν ἄν δέηται παρά τοῦ Πατρός τῶν ὅλων καί τῶν ἰδίων ἀπολαύειν, εἰ φυλάττοι τόν Υἱόν· πάρεστι δέ καί τοῦτο, μηδέ μιᾶς ἐνδείας αἰσθάνεσθαι. Ὁ παιδαγωγικός ἡμῶν οὗτος λόγος τόν πλοῦτον ἡμῖν δίδωσι, καί πλουτεῖν οὐ φθόνος τό ἀνενδεές κτωμένοις δι’ αὐτοῦ· ὁ τοῦτον ἔχων τόν πλοῦτον Βασιλείαν κληρονομήσει Θεοῦ» (Κλήμ. Ἀλεξ. Παιδαγωγός Γ΄ VII, ΒΕΠΕΣ 7,208,3-11).

Προφήτης Ἀμώς λέγει ὅτι θά ἔλθουν μέρες, πού θά ζητοῦν οἱ ἄνθρωποι αὐτήν τήν πνευματική τροφή, τό λόγο τοῦ Κυρίου καί δέν  θά  τόν εὑρίσκουν:  «Ἰδού ἡμέραι  ἔρχονται, λέγει Κύριος, καί ἐξαποστελῶ λιμόν ἐπί  τήν γῆν,  οὐ λιμόν  ἄρτου  οὐδέ  δίψαν ὕδατος, ἀλλά λιμόν τοῦ ἀκοῦσαι τόν  λόγον Κυρίου· καί  σαλευθήσονται ὕδατα ἀπό τῆς θαλάσσης ἕως θαλάσσης, καί ἀπό βορρᾶ ἕως ἀνατολῶν περιδραμοῦνται ζητοῦντες τόν λόγον τοῦ Κυρίου καί οὐ μή εὕρωσιν» (Ἀμώς 8,11-12).

Μέγας Ἀθανάσιος, στήν Ἐξήγησι τῶν ψαλμῶν, σημειώνει: «Νοητοί ἄρτοι», «οἵτινές εἰσι οἱ θεῖοι λόγοι» (ΒΕΠΕΣ 32, 97, 8-9,285,34). Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «Καλός ἔσῃ διάκονος Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐντρεφόμενος τοῖς λόγοις τῆς πίστεως καί τῆς καλῆς διδασκαλίας, ᾖ παρηκολούθηκας» (Α΄Τιμόθ. δ΄ 6).

Φανερώνει τόν τρόπον τῆς ζωῆς τοῦ Χριστιανοῦ, πού ὀφείλει νά τρέφεται διαρκῶς καί συστηματικά, μέ τά ἁγνά λόγια τοῦ Κυρίου. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, σημειώνει σχετικά:

«Ἐντρεφόμενος, φησί, τό διηνεκές τῆς εἰς τοιαῦτα προσοχῆς δηλῶν. ὥσπερ γάρ  τήν τροφήν ταύτην καθ’ ἑκάστην ἡμέραν προσφερόμεθα, οὕτω, φησί, καί τούς περί πίστεως λόγους ἀεί λαμβάνομεν, ἀεί τούτοις τρεφόμεθα» (Migne, P.G. 62, 559).

Καί ὁ ἴδιος Ἅγιος αἰτιολογεῖ: «Ὥσπερ γάρ  τρέφεται τά σώματα, οὕτω τρέφεται και ἡ ψυχή· ἀλλά τό μέν σῶμα ἄρτῳ, ἡ δέ ψυχή λόγῳ» (Minge P.G. 56, 121).Καί συνεχίζει: «Δεῖται γάρ ἡμῶν ἡ ψυχή ῥάθυμος οὖσα συνεχοῦς τῆς ὑπομνήσεως. Καί καθάπερ τό σῶμα τοῦτο καθ’ ἑκάστην ἡμέραν δεῖται τῆς σωματικῆς τροφῆς, ὥστε μη εἰς πολλήν ἀσθένειαν ἐμπεσόν ἀνενέργητον κεῖσθαι· οὕτω δή καί ἡ ψυχή χρήζει τῆς πνευματικῆς τροφῆς καί τῆς ἀρίστης πολιτείας, ὥστε ἐν συνηθείᾳ τινί τῶν καλῶν γινομένην αὐτήν ἀχείρωτον (ἀπόρθητον) λοιπόν καταστῆναι ταῖς ἐπιβουλαῖς τοῦ πονηροῦ» (Migne P.G.  53, 45).

Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ  Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «ἐντρεφόμενος», γιά νά δηλώσῃ τό συνεχές, τό ἀδιάλειπτον. «Τό γάρ ἀδιάλειπτον τῆς εἰς τά τοιαῦτα προσοχῆς δηλῶν, εἶπε τό, ἐντρεφόμενος, ὡς εἰ εἶπεν· ὥσπερ γάρ τροφῆς οὐκ ἀφίσταται, οὕτω μηδέ τῶν λόγων τούτων» (Οἰκουμένιος).

Κύριος, γιά νά μᾶς προφυλάξῃ ἀπό κάθε αἱρετική διδασκαλία καί, για να ἐκλέγουμε τήν καθαρή τροφή τῆς ψυχῆς, λέγει:

«Ὁρᾶτε καί προσέχετε ἀπό τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καί Σαδδουκαίων (Ματθ. ιστ΄ 6). Καί πάλιν: «Βλέπετε, ἀγρυπνεῖτε, προσεύχεσθε» (Μάρκ. ιγ΄ 33). Καί οἱ Μαθηταί στήν ἀρχήν δέν κατάλαβαν καί ἡ σκέψις τους πῆγε στο κοινό ψωμί.« γνοῦς δε ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τί διαλογίζεσθε ἐν  ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι, ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβετε; Οὔπω νοεῖτε, οὐδέ μνημονεύετε τούς πέντε ἄρτους τῶν πεντακισχιλίων καί  πόσους κοφίνους ἐλάβετε; Οὐδέ τούς ἑπτά ἄρτους τῶν τετρακισχιλίων καί πόσας σπιρίδας ἐλάβετε; Πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περί ἄρτου εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπό τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καί Σαδδουκαίων; Τότε  συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπό τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ’ ἀπό  τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καί Σαδδουκαίων» (Ματθ. ιστ΄ 8-12).

Ἐκτός ἀπό τό κοινό ψωμί καί ἀπό τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι  πνευματικός ἄρτος, ἡ τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ὑπάρχει καί  ὁ ἀληθινός ἄρτος, «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς»(Ἰωάν. στ΄35), δηλαδή, ὁ Χριστός. Ὅλα αὐτά μαζί συνιστοῦν τόν ἐπί τῆς Οὐσίας ἄρτον, «τόν ἐπιούσιον ἄρτον», τόν ὁποῖον ζητοῦμε στην προσευχή μας,  νά μᾶς δώσῃ  ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας.

«Ἄρτον δέ μοι νόει τάς στερεάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ, και οἶνον, τήν ἐκ μελέτης τῶν θείων Γραφῶν ἐπίγνωσιν αὐτοῦ· ὡσαύτως δέ καί τό θεῖον σῶμα καί τίμιον αἷμα αὐτοῦ».(Διδ. Ἀλεξ. Εἰς Παροιμ.Θ΄5, ΒΕΠΕΣ 47, 171,15-17). Γι’αὐτό ὁ Κύριος μᾶς προστάζει, νά ζητοῦμε, στήν προσευχή μας, «τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον» καί  νά ἐργαζώμαστε, μέ ζῆλο, γιά τήν ἀπόκτησί του: «Ἐργάζεσθε μή  τήν βρῶσιν τήν ἀπολλυμένην, ἀλλά τήν μένουσαν εἰς ζωήν αἰώνιον, ἥν ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει» (Ἰωάν. στ΄27). Δηλαδή: Νά ἐργάζεσθε, μέ ζῆλο, ὄχι γιά νά  ἀποκτήσετε τήν ὑλική τροφή, πού εἶναι προσωρινή καί φθείρεται καί χάνεται, ἀλλά τήν πνευματικήν τροφή, πού  μένει ἄφθαρτος καί ἔχει σάν ἀποτέλεσμα νά χαρίζῃ ζωήν αἰώνιον, τήν ὁποίαν ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά σᾶς δώσῃ. Αὐτή ἡ πνευματική τροφή, εἶναι ὁ Οὐράνιος ἄρτος καί διαφέρει ἀπό τό κοινό ψωμί, ἔχει ἀνυπολόγιστη ἀξία, εἶναι ἄρτος ζωῆς. Αὐτός πράγματι εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος. Ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει τή μεγάλη αὐτή ἀλήθεια καί καλλιεργεῖ στήν ψυχή μας τήν πεῖνα καί  τή  δίψα γι’ αὐτόν κυρίως τόν ἄρτον. Αὐτόν ζητοῦμε καθημερινά στήν προσευχή μας.

«Οἱ Πατέρες ἡμῶν τό Μάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθώς ἐστι γεγραμμένον· ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν. Εἶπεν οὖ αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τόν  ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ’ ὁ Πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τόν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τόν ἀληθινόν.Ὁ γάρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καί ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ»(Ἰωάν. στ΄33). Οἱ ἀκροατές τοῦ Κυρίου νόμισαν πώς ἐπρόκειτο γιά ὑλική τροφή καί ἀμέσως ζήτησαν νά τούς δώσῃ αὐτόν τον ἄρτον: Εἶπον οὖν πρός αὐτόν·  Κύριε, πάντοτε δός ἡμῖν τον ἄρτον τοῦτον» (Ἰωάν. στ΄34). Καί ὁ Κύριος τότε τούς ἀποκαλύπτει τό βαθύτερο νόημα τῶν λόγων Του. Τούς φανερώνει ποιός, πραγματικά, εἶναι ὁ ἀληθινός ἄρτος, ὁ, κατά κύριον λόγον, ἐπιούσιος, τόν ὁποῖον κυρίως, ἐκτός ἀπό την ὑλική  τροφήν, ὀφείλομεν να ζητοῦμε στήν προσευχή μας: «Εἶπε  δε αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι ὁ Ἄρτος τῆς Ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μή πεινάσῃ, καί ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ οὐ μή διψήσῃ πώποτε»(Ἰωάν. στ΄ 35).

«Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἔφαγον τό  μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ καί ἀπέθανον»(Ἰωάν. στ΄49). Το μάννα αὐτό δόθηκε ὡς ὑλική τροφή. Ἡ ἀληθινή πνευματική τροφή εἶναι ὀ Χριστός. Αὐτός εἶναι ἀληθῶς θεία  καί οὐρανία τροφή: «Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καί  μή ἀποθάνῃ. Ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα. Καί ὁ ἄρτος δέ ὅν ἐγώ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἥν ἐγώ δώσω ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς…Ἐάν μή φάγητε τήν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καί πίητε αὐτοῦ τό αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωήν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον καί ἐγώ ἀναστήσω αὐτόν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Ἡ γάρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καί τό αἶμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. Ὁ τρώγων μου  τήν σάρκα καί πίνων μου τό  αἷμα ἐν ἐμοί μένει, κἀγώ ἐν αὐτῷ. Καθώς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατήρ κἀγώ ζῶ διά τόν Πατέρα, καί ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι’ ἐμέ. Οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθώς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τό μάννα και ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τον ἄρτον ζήσεται εἰς τόν αἰῶνα» (Ἰωάν. στ΄ 48-58). Ὁ ἄνθρωπος πού κοινωνεῖ τοῦ Σώματος και τοῦ Αἵματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, παίρνει την ἀληθινή, την πραγματική τροφή καί χορταίνει τήν πεῖνα  καί τή δίψα του, ὄχι προσωρινά, ἀλλά αἰώνια. Γίνεται ναός Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος. Ἑνώνεται μέ  τό  Χριστό. Γίνεται μέλος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ. Κατοικεῖ ὁ Χριστός στην καρδιά του. Κατά τον ἱερόν Ἰγνάτιον, ἐκεῖνος, πού κοινωνεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, γίνεται «σύσσωμος καί σύναιμος, μέ τόν Χριστόν». Παίρνει, κοινωνεῖ «τό φάρμακον τῆς ἀθανασίας, τό ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν». Κοινωνεῖ «εἰς ὑγείαν ψυχῆς τε καί σώματος». Ποιός εἶναι  τόσον ἄφρων, ἄμυαλος, ἀνόητος, ἀπερίσκεπτος, ὥστε νά τολμᾷ καί νά ἰσχυρίζεται πώς μπορεῖ νά μολυνθῇ κοινωνῶν ἀπό τό Κοινόν Ποτήριον; Ὁ ἄνθρωπος πού προσέρχεται, με θερμή πίστι στο Χριστό, καί κοινωνεῖ τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου, γίνεται «Θεοφόρος, Χριστοφόρος καί πνευματοφόρος». Γίνεται «ἱκανός τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων και σκορπίων και ἐπί πᾶσαν την δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καί τίποτε ἀπολύτως καί κανείς δέν θά μπορῇ νά τόν βλάψῃ»(Λουκ. ι΄ 19). Ὁ καρπός, τόν ὁποῖον ἀπολαμβάνει ὁ Πιστός ἀπό τήν ἕνωσί του, μέ τόν Χριστόν, εἶναι ἡ ψυχοσωματική του ὑγεία, ἡ  μακαριότης καί ἡ αἰώνιος ζωή.

Ἐκεῖνος, πού μᾶς προστάζει νά ζητοῦμεν «πρῶτον την Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ και την Δικαιοσύνην Αὐτοῦ»(Ματθ.στ΄33), δέν εἶναι δυνατόν νά  μᾶς προτρέπει νά ζητοῦμε στην προσευχή μας μόνο το κοινό ψωμί, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὅλα αὐτά τά ἀναγκαῖα ὑλικά ἀγαθά «προστεθήσεται ἡμῖν»(Ματθ.στ΄33).

Στήν Προσευχή μας, λοιπόν, λέγοντας· «Τόν  ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον», ζητοῦμε κάτι περισσότερο ἀπό τό κοινό  καθημερινό, ψωμί. Ζητοῦμε πρῶτα τά πνευματικά καί ὕστερα τά ὑλικά ἀγαθά. «Ἐδιδαξε γάρ ἡμᾶς ἐν τῇ εὐχῇ ἐν τῷ νῦν αἰῶνι αἰτεῖν τόν ἐπιούσιον ἄρτον, τοὐτέστι τόν μέλλοντα, οὗ ἀπαρχήν ἔχομεν ἐν τῇ ζωῇ, τῆς σαρκός τοῦ Κυρίου μεταλαμβάνοντες, καθώς αὐτός εἶπεν· «Ὁ ἄρτος δε, ὅν ἐγώ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς»(Ἰωάν. στ΄ 51). Πνεῦμα γάρ ζωοποιοῦν ἡ σάρξ ἐστι τοῦ Κυρίου, διότι ἐκ Πνεύματος τοῦ ζωοποιοῦ συνελήφθη»(Μεγ. Ἀθανασίου ΒΕΠΕΣ 33,21-28).(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ἀπό τό, ὑπό ἔκδοσιν, Βιβλίον μου «Περί Προσευχῆς».






Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2021

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΚΗ ΕΣΤΙΑ




ΕΥΣΕΒΩΣ ΖΗΝ ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΘΕΟΥ.

 

    «Ὑπόστρεφε εἰς τόν οἶκόν σου καί διηγοῦ

           ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός» (Λουκ. η΄ 39).

 

Σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, μακράν τῆς Πατρικῆς Ἑστίας, εἰς τήν ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου γῆν, βρεθήκαμε, ἀπό κακή μας θέλησι, διά τῆς παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς τοῦ Πανοικτίρμονος Θεοῦ.

Ὁ Πανάγαθος Δημιουργός μᾶς ἔπλασε «κατ’εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ», μέ «νοῦν», γιά νά διακρίνουμε τό Καλόν ἀπό τό Κακόν, καί ἐλευθέραν βούλησιν, ὥστε νά μποροῦμε νά ἐκλέξουμε, το Καλόν ἤ το Κακόν, τήν Ζωήν ἤ τόν Θάνατον, τήν Ἀρετήν ἤ τήν Κακίαν, τό Πῦρ ἤ τό Ὕδωρ. Καί ὁ Καθένας μας εἶναι ὑπεύθυνος τῆς ἐκλογῆς του.

Ὡς ἄπειρη  δε Ἀγάπη, ὁ Πατέρας τῆς στοργῆς, μᾶς χάρισε τήν Ἐντολήν, «ὡς ὕλην εἰς τό αὐτεξούσιον». Ἡ Ἐντολή εἶναι Φῶς, πού φωτίζει καί μᾶς καθοδηγεῖ εἰς τήν καλλιέργειαν τοῦ χαρίσματος τῆς διακρίσεως, ὥστε νά διαλέξουμε το Καλόν και να ἀποφύγουμε τό Κακόν, νά διαλέξουμε  τήν Ἀρετήν καί ὄχι την Κακίαν, τό Ὕδωρ, ὄχι τό  Πῦρ, τήν Ζωήν, ὄχι τόν Θάνατον, τό Φῶς, ὄχι τό Σκοτάδι, τό Θεό και ὄχι το Διάβολο.

Ὁ ἄνθρωπος ὅμως «ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς»(Ψαλμ.48,13,21). Ὁ Πανάγαθος τόν ἔπλασε «δυνάμει θεόν», γιά νά μπορῇ, μέ φῶς,  τήν Ἐντολήν, νά βαδίσῃ τήν ὁδόν τῆς Ζωῆς, ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν» καί, μέ τή θέλησί του, νά κάνῃ καλή ἐκλογή,  νά φυλάξῃ βαθειά μέσα στήν καρδιά του τόν Παράδεισο, δηλαδή τή σχέσι, κοινωνία καί ἕνωσί του μέ τόν Θεόν καί νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ θεός».

Ὁ Πρωτόπλαστος ὅμως, και ὅλοι ἐμεῖς  δεν κατανοήσαμε καί δέν κατανοοῦμε τήν τιμήν τοῦ· «κατ’εἰκόνα», ἀφήνουμε ἀφύλακτες τίς θυρίδες δι’ ὧν εἰσέρχεται εἰς τήν ψυχή μας ὁ Θάνατος, ἀφήνουμε καί μπαίνει ὁ διάολος  καί τά δαιμόνια μέσα μας, καί γυμνοί πάσης ἀρετῆς, ἐγκαταλείπουμε τήν Πατρική Ἑστία, τήν νόμιμη  κατοικία μας, ἐγκαταλείπουμε τόν Θεόν καί τή ζεστασιά τοῦ «σπιτικοῦ» καί μένουμε στά μνήματα, «ζῶντες ἀσώτως», Σπάζουμε τά ἱερά δεσμά τοῦ Γάμου, τά ἱερά δεσμά τοῦ Καθήκοντος καί ἀφήνουμε να μᾶς παρασύρουν οἱ δαίμονες, τά βρωμερά μας Πάθη, στίς ἐρημιές, στά καταγώγια, στά κέντρα κάθε εἴδους διαφθορᾶς. Συγκρούεται μέσα μας ἡ ἠθικότητα, μέ τήν ἀνηθικότητά μας τό φρόνημα τῆς σαρκός, με το φρόνημα τοῦ  πνεύματος(Βασική σύγκρουσις), καί μεῖς, ἀπό κακή μας Θέλησι, ἐγκαταλείπουμε τό Θεό καί ἀφήνουμε νά κυβερνάῃ τή ζωή μας ὁ Διάβολος καί εἶναι φανερόν ὅτι ὅποιος ἀφήνει τό Διάολο μέσα του ἔχει φρικτό τέλος.



Ὁ Φιλάνθρωπος Θεός ὅμως, δέν μᾶς ἐγκαταλείπει. Μᾶς ἐπισκέπτεται καί διώχνει τά δαιμόνια ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας. Μᾶς ἐλευθερώνει, ἀρκεῖ νά τό θελήσουμε. Ὅπως θεράπευσε τόν δαιμονιζόμενο τῶν Γαδαρηνῶν, ἔτσι ἐπισκέπτεται καί κάθε δαιμονιζόμενο καί διώχνει τά δαιμόνια, μᾶς καθαρίζει ἀπό τη λάσπη, ἀπό τά βρωμερά μας Πάθη, καί μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τήν τυραννία τοῦ Διαβόλου.



 Ὁ δαιμονιζόμενος τῶν Γαδαρηνῶν δέχεται τή ἐπίσκεψι τοῦ Χριστοῦ, θεραπεύεται καί, μετά τή θεραπεία του, κάθεται  πανευτυχής, ἱματισμένος καί σωφρονῶν παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ. Ξεχυλίζει δέ ἡ καρδιά ἀπό εὐγνωμοσύνη πρός τόν Ἰησοῦν, τόν Εὐεργέτην καί Ἐλευθερωτήν του,  τόν Ἐξουσιαστήν τῶν πονηρῶν πνευμάτων, καί Τόν θερμοπαρακαλεῖ νά τοῦ ἐπιτρέψῃ νά μένῃ μαζί Του. Ὁ Κύριος ὅμως τόν ἀφήνει ἐλεύθερον νά γυρίσῃ στό σπίτι του, στά καθήκοντά του: «Ὑπόστρεφε εἰς τόν οἶκόν σου καί διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ  σοι ὁ Θεός». Γύρισε στό σπίτι σου και διηγοῦ ὅσα ἔκαμε σέ σένα ὁ Θεός. Αὐτός εἶναι καί ὀ σκοπός τῆς ζωῆς μας: Τό εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ, ἡ δοξολογία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό μᾶς διδάσκει καί ὁ ἐλευθερωθείς ἀπό τά δαιμόνια Γαδαρηνός. Αὐτός εὐγνώμων πρός τόν Θεραπευτή του, τόν Ἰησοῦν,  ὑπήκουσε στόν Κύριο καί ἐπέστρεψε στόν οἶκον του καί στά καθήκοντά του, ζῶν εὐσεβῶς καί δοξάζων τόν Θεόν. Ἔφυγε καί ἔλεγε σέ ὅλην τήν Πόλιν  ὅσα τοῦ ἔκαμε ὁ Ἰησοῦς. Ὁ Φιλάνθρωπος ἐπισκέπτεται καί τούς Γαδαρηνούς. Αὐτοί ὅμως δέν Τόν δέχονται καί Τόν διώχνουν ἀπό κοντά τους. Καί  φεύγει. Δεν μᾶς ἐξαναγκάζει. Ζητεῖ τήν καρδιά μας. Θέλει νά Τόν δεχθοῦμε, να ἐπιστρέψουμε κοντά Του, μέ τή Θέλησί μας, χωρίς ἐξαναγκασμό. Θέλει νά διαλέξουμε. Να ἀφήσουμε αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία καί,  μέ τήν καρδιά μας, μέ τή Θέλησί μας, νά διώξουμε τό Διάβολο καί τά δαιμονικά Πάθη, ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας καί νά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία, εἰς τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ ἡμῶν. Ὅλοι δεχόμαστε τήν εὐεργετική ἐπίσκεψι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος ἔρχεται νά διώξῃ τά δαιμόνια ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας, νά μᾶς ἐλευθερώσῃ καί νά μᾶς χαρίσῃ τήν ἁπλότητα, τή γαλήνη καί τήν αἰώνια μακαριότητα, τό Ἱδεῶδες τῆς Ὀμορφιᾶς, τά κάλλη τοῦ Παραδείσου. Θά  ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στόν Ἐλευθερωτή, στόν Σωτῆρα μας καί Λυτρωτήν τοῦ Σύμπαντος κόσμου ἤ θά Τόν διώξουμε ἀπό κοντά μας, συνεχίζοντας «βόσκειν Χοίρους»;

Εἷναι καιρός νά ἔλθουμε στόν ἑαυτό μας, να συνειδητοποιήσουμε τήν κατάντια μας καί νά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία, νά γευθοῦμε «τόν Μόσχον τόν Σιτευτόν», τόν ἄρτον τῆς Ζωῆς τόν ἀληθινόν. Εἶναι καιρός ἀνοίξουμε τήν Καρδιά μας στό Λυτρωτή. Νά τόν παρακαλέσουμε να μείνῃ μαζί μας, να κατασκηνώσῃ ἐντός μας καί να μᾶς ἀξιώση νά Τόν δοξάζουμε,  σύν τῷ Πατρί καί  τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, διότι Σ’ αὐτόν ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.