Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

ΔΙ' ΟΛΗΣ ΤΗΣ ΝΥΚΤΟΣ ΚΟΠΙΑΣΑΝΤΕΣ ΟΥΔΕΝ ΕΛΑΒΟΜΕΝ»



«ΕΠΙ  ΔΕ Τῼ  ΡΗΜΑΤΙ  ΣΟΥ ΧΑΛΑΣΩ ΤΟ ΔΙΚΤΥΟΝ».

 




Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, τό Φῶς τό ἀληθινόν,

πού φωτίζεις κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο,

Φώτισε τά σκοτάδια μας, μή μᾶς ἀφήνῃς μόνους. Χωρίς

τή δική Σου ὁλοζώντανη Παρουσία,  ἡ ζωή μας εἶναι

ἄδεια, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό καί ἡ  ἐργασία μας εἶναι ἄγονη, ὅλοι μας οἱ κόποι πᾶνε χαμένοι...

Ὁ Πέτρος τό ὁμολογεῖ, καί μέ βαθειά συγκίνησι κραυγάζει: «Ἐπιστάτα, Διδάσκαλε, ὅλη τήν νύκτα, τήν πιό κατάλληλη ὥρα γιά ψάρεμα, ἐκοπιάσαμε, χ ω ρ ί ς Ἐ σ έ ν α, Πανάγιε, καί δέν πιάσαμε τίποτε. Τώρα ὅμως, μολονότι ἡ ὥρα δέν εἶναι κατάλληλη γιά ψάρεμα, ἐπί δέ τῷ ῥήματί Σου, χαλάσω τό δίκτυον. Τώρα εἶσαι μαζί μας, Πανάγαθε, καί μέ θερμή πίστι, πεποίθησι καί ὑπακοή στήν Προσταγή Σου, θά ρίξω τό δίχτυ, γιά ψάρεμα. Εἶναι βέβαιος, ὁ Πέτρος, γιά τούς καρπούς τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖο Σου Πρόσταγμα, Κύριε. Καί ὅλοι γνωρίζουμε, ἀπό τίς πνευματικές ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων Σου, πώς ὁ κάθε δίκαιος καί πιστός στά πανάγια προστάγματα Σου, «πάντα, ὅσα ἄν ποιῇ, κατευοδοθήσεται. Οὐχ οὕτως οἱ ἀσεβεῖς, οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ἤ ὡσεί χνοῦς ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς γῆς» (Ψαλμ. α΄ 3-4). Σύ, Κύριέ μου, ἔγινες «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ» (Φιλιπ. β΄ 8), ἔγινες τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλα και ἔπαθες, γιά χάρι μας καί ἐχάραξες μέ τό πανάγιον αἷμα Σου, τόν δρόμον τῆς ὑπακοῆς, ὡς ἀπόδειξιν τῆς τέλειας ἀγάπης στό Θεό καί στόν πλησίον, γιά τό Θεό, ἐχάραξες τό δρόμο τῆς ἐσταυρωμένης ἀγάπης, πού μᾶς ἐπανεισάγει εἰς τόν Παράδεισο. Μή μᾶς ἐγκαταλείπῃς! Μή μᾶς ἀφήνῃς μόνους. «Μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρός ἑσπέραν ἐστί καί κέκλικεν ἡ ἡμέρα» (Λουκ. κδ΄ 29). Ἔλα γρήγορα, Κύριε, καί μεῖνε κοντά μας, γιατί χανόμαστε ἀπό τίς κακοκεφαλιές μας. Ξεφεύγουμε ἀπό τό δρόμο τῆς ὑπακοῆς, στό Θέλημα τοῦ Πατρός. Ξεχνᾶμε ὅτι ἡ παρακοή, μᾶς χώρισε ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς. Ἡ παρακοή, μᾶς χώρισε ἀπό τόν Θεόν καί Πατέρα μας. Ἡ παρακοή μᾶς γύμνωσε ἀπό κάθε ἀρετή. Ἡ παρακοή μᾶς ἀφῄρεσε τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί μᾶς ἔντυσε τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς. Ἡ παρακοή εἶναι ἡ ἐρήμωσις τῆς ψυχῆς. Ἡ  παρακοή εἶναι  ζωή χωρίς ἀγάπη, ζωή χωρίς Θεόν, αἰώνιος Θάνατος. Κύριε, Μακρόθυμε, Σύ σταυρώθηκες, γιά μᾶς, λυπήσου μας καί στήριξέ μας, Ἀνεξίκακε Κύριε, στό δρόμο τῆς ὑπακοῆς, ὥστε, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά στεριώσουμε στό δρόμο τῆς ὑπακοῆς, στό δρόμο τῆς ὄντως ζωῆς καί στό κάθε μας βῆμα νά βροντοφωνάζουμε, μαζί τόν Ἅγιο Πέτρο, μέ τήν καρδιά μας· ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό δίκτυον. Κύριε, Πανάγαθε, Παντοκράτωρ, Σύ



Προστάζεις νά ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας· ἐπί δέ τῷ ρήματί Σου, θά ἀγαπᾶμε τούς ἐχθρούς μας. Προστάζεις νά προσευχώμαστε καί γιά τούς Σταυρωτές μας· ἐπί δέ τῷ ρήματί Σου, μέ ἀπόλυτη ὐπακοή στήν προσταγή Σου, θά προσευχώμαστε γι’ αὐτούς. Κύριε καί Θεέ μου, ἐπειδή γνωρίζεις τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καί ὅτι χωρίς τή δική σου συμμαχία δέν μποροῦμε νά κάμουμε τίποτε τό Καλόν, μή μᾶς ἀφήνῃς μόνους!...

Δῶσε μας τή Χάρι Σου. Στερέωσέ μας ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου, στήριζε τή σαλεμένη μας καρδιά καί ἀξίωσε μας νά ἐνεργοῦμε καί νά πράττωμε «ἐπί τῷ ρήματί Σου, πάντοτε, τό πανάγιον Θέλημά Σου καί ἀσιγήτως νά Σέ ὑμνοῦμεν καί, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, ἀκαταπαύστως, νά Σ έ  δ ο ξ ά ζ ω μ ε ν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.


Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ, ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ





ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΕΙΝΑΙ ΚΟΛΑΣΙΣ.





«Καί ἀποκριθείς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ·
Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτός
κοπιάσαντες οὐδέν ἐλάβομεν·
ἐπί δέ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τό
δίκτυον» (Λουκ. ε΄ 5).



Ὁ Κύριος φανερώθηκε στόν κόσμο «διδάσκων καί κηρύσσων τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ΄ 23).







Ἀπό τήν ἀρχήν τῆς ἐμφανίσεώς Του, οἱ ἄνθρωποι ἐκρέμοντο ἀπό τά χείλη Του. Ἐφώτιζε, ἐστήριζε, παρηγοροῦσε, ἐθεράπευε. Καί ὅλοι ὁμολογοῦσαν ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. ζ΄ 46). Πράγματι ἔρρεεν ὁ λόγος Του, γλυκύτερος ἀπό τό μέλι (Τοῦ καί ἀπό γλώττης  μέλιτος γλυκίων ρέεν αὐδή). Ἡ ψυχική ἀνάγκη ὡδηγοῦσε το Λαό νά στυμώχνεται, νά συνωστίζεται, νά συμπιέζει, νά συνθλίβει Τόν Κύριο. Διψοῦσαν οἱ ἄνθρωποι νά ἀκούσουν τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Τό ἴδιο συνέβη καί τήν ἡμέρα τῆς κλήσεως τῶν πρώτων Μαθητῶν. Ἐνῷ στέκεται πλησίον τῆς λίμνης Γεννησαρέτ, καί τά πλήθη τοῦ λαοῦ τόν πιέζουν, βλέπει δύο μικρά πλοῖα ἀραγμένα πλησίον τῆς λίμνης·  οἱ ψαράδες εἶχαν βγῆ ἀπό τά πλοῖα εἰς τήν παραλίαν καί ἔπλεναν  τά δίκτυα. Ἀφοῦ δέ μπῆκε σέ ἕνα ἀπό τά πλοῖα  αὐτά, τό ὁποῖον ἦτο τοῦ Σίμωνος, τόν παρεκάλεσε νά τό προχωρήσῃ λίγο καί σέ  πολύ μικρή ἀπόστασι ἀπό τήν ξηράν. Καί ἀφοῦ ἐκάθισεν ἐδίδασκε τά πλήθη τοῦ λαοῦ, πού εὑρίσκοντο εἰς τήν παραλίαν. Ὅταν δέ ἔπαυσε νά ὁμιλῇ, εἶπε πρός τόν Σίμωνα· «Φέρε πάλιν τό πλοῖον εἰς τά βαθειά νερά τῆς λίμνης καί ρίψατε τά δίκτυά σας γιά ψάρεμα». Τότε Τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος καί τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλε, ὅλην τήν νύκτα ἐκοπιάσαμεν ρίπτοντες τά δίκτυα καί δέν ἐπιάσαμεν τίποτε. Ἀλλά ἀφοῦ τό διατάσσεις, μέ τέλεια πίστι, πεποίθησι καί ὑπακοή στό λόγο Σου, θά ρίξω τό δίκτυον».

Καί τότε, ἔχοντας τόν Χριστόν μαζί τους, ἔριξαν τό δίχτυ καί ἔκλεισαμ μέσα σ’ αὐτό πλῆθος πολύ ψάρια, τόσα πολλά, πού ἄρχισε νά σπάζῃ τό δίκτυον ἀπό τό πλῆθος τῶν ἰχθύων. Καί τότε δέν σκέφτηκαν ἐγωϊστικά, ἀλλά μέ νεύματα προσκάλεσαν τούς συνεταίρους τους, πού ἦσαν στό ἄλλο πλοῖον, νά βοηθήσουν καί νά χαροῦν κι’ αὐτοί μαζί τους τήν εὐλογία. Καί ἦλθαν καί γέμισαν καί τά δύο πλοῖα τόσον πολύ, ὥστε ἀπό το βάρος τῶν ψαριῶν, ἐκινδύνευσαν νά βυθισθοῦν τά πλοῖα.

Ὁ Πέτρος, ὁ καλός ψαρᾶς, θαύμασε καί γονάτισε μπροστά στόν Ἰησοῦ καί Τόν παρακαλοῦσε, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του, λέγων : «Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνήρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Κατάλαβε ὅτι ἡ πρωτοφανής  σύλληψις τόσων πολλῶν ψαριῶν ὠφείλετο στή θεϊκή δύναμι τοῦ Κυρίου. Ἦταν μέγα θαῦμα. Καί τότε ὁ Ἰησοῦς  εἶπε πρός τόν Σίμωνα: «Μή φοβοῦ· ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν».



Ὅταν ἔχουμε μαζί μας τόν Χριστόν ἡ ζωή μας εἶναι παράδεισος. Καί εἶναι διαπιστωμένο ὅτι χωρίς τόν Χριστόν ἡ ζωή μας εἶναι Κόλασις. Ὅταν εἴμαστε χωρισμένοι ἀπό τόν Χριστόν, τότε, χωρίς ἀμφιβολία, εἴμαστε «δέσμιοι σκότους καί μακράς πεδῆται νυκτός»(Σοφ. Σολ. ιζ΄ 2). Εἴμαστε φυλακισμένοι, αἰχμάλωτοι στά πάθη καί στίς κακίες μας. Τά ἔργα μας εἶναι φαῦλα. Ἔργα σκότους, πονηρά. Χωρισμένοι ἀπό τόν Χριστόν, εἴμαστε δυστυχεῖς. Ζοῦμε «ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ», ζοῦμε χωρίς ἀγάπη, βυθισμένοι στήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία. Οἱ κόποι μας πᾶνε χαμένοι. Οὐσιαστικά ἄκαρπες εἶναι ὅλες οἱ προσπάθειές μας καί ὄλα μας τά ἔργα, μακράν τοῦ Θεοῦ, εἶναι «ὡσεί χνοῦς ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπό προσώπου τῆς γῆς».

Ἀντίθετα συμβαίνει μέ τούς δικαίους ,τούς εὐσεβεῖς. Μέ τούς ἀνθρώπους, πού ἔχουν ἀνοίξει τήν καρδιά τους στό Χριστό καί εἶναι ἑνωμένοι μαζί Του. Ἔχουν τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή, τή ζωή καί τά ἔργα τους.







Τί σημαίνει νά εἶναι ἡ ζωή μας μέ τόν Χριστόν. Σημαίνει νά πιστεύουμε στό Χριστό καί νά ζοῦμε καθώς πρέπει ἁγίοις. Νά ἀκολουθοῦμε τόν Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ. Νά ζοῦμε εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ. Νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Του. Νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, μέ πνεῦμα αὐταπαρνήσεως καί αὐτοθυσίας. Νά κάνουμε ὑπακοή στό Χριστό. Νά εἴμαστε, νοερά,  καθισμένοι στά πόδια Του καί νά ἀκοῦμε τό Λόγο Του καί νά τόν κάνουμε πρᾶξι στήν καθημερινή μας ζωή.



Νά εἴμαστε σάν δένδρα καρποφόρα καί ἀειθαλῆ, φυτεμένα παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, νά μελετᾶμε μέρα νύχτα τό Νόμο τοῦ Θεοῦ καί νά ἀποδίδουμε τούς καρπούς στόν κατάλληλο καιρό. Ἐννοεῖται τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης , ἐγκράτεια». Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μᾶς βεβαιώνει ὅτι τότε ὅλα μας τά ἔργα κατευοδοῦνται «ὅτι γινώσκει Κύριος ὁδόν δικαίων καί ὁδός ἀσεβῶν ἀπολεῖται(ψαλμός Α΄). Ὅταν ἔχουμε στήν καρδιά μας τό Χριστό καί ὁδεύουμε ἐπί τῆς ὁδοῦ τῆς ὑπακοῆς, δηλαδή τῆς ἀγάπης στήν πρᾶξι, τότε ἀσφαλῶς εἶναι ἡ ζωή μας Παράδεισος. Ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι εἶναι ἠ ἄμπελος ἡ ἀληθινή (Ἰωάν. ιε΄ 1-11).

Καί μᾶς διαβεβαιώνει λέγων: « Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπόν πολύν, ὅτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄5).

Ὁ Πέτρος ἔχει προσωπική πεῖρα καί ὁμολογεῖ ὅτι «δι’ ὅλης τῆς νυκτός ἐκοπίασε, χωρίς τόν Χριστόν, καί δέν ἔλαβε τίποτε. Μαζί μέ τό Χριστό ὅμως καί μέ ὑπακοή στήν προσταγή Του, «θάμβος περιέσχεν αὐτόν καί τούς συν αὐτῷ ἐπί τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον». Μαζί μέ τόν Χριστόν ζοῦμε τά θαύματα τῆς θείας Χάριτος καί τῆς Δυνάμεως τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων βεβαιώνουν τοῦ λόγου τό ἀληθές. Μαζί μέ τόν Χριστόν ἡ ζωή μας εἶναι παράδεισος. Χωρίς Αὐτόν ἡ ζωή μας εἶναι κόλασις.

 Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεός, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά συνέλθουμε καί νά  ἀκούσουμε τή Φωνή τοῦ Κυρίου, πού κρούει τή Θύρα καί νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας. Εἴθε μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μας, νά ἐπιστρέψουμε κοντά στό Χριστό. Εἴθε νά ἀξιωθοῦμε νά Τόν ὑμνοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Τόν δοξαζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.





Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΒΕΒΑΙΩΝ ΗΜΑΣ







Ὁ Θεός μᾶς ἔχρισε μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς ἐσφράγισε ὡς ἰδικούς Του.

(Β΄Κορινθ. α΄ 21-β΄ 4).

«Ὁ δέ βεβαιῶν ἡμᾶς σύν ὑμῖν εἰς Χριστόν καί χρίσας ἡμᾶς Θεός. Ὁ καί σφραγισάμενος ἡμᾶς  καί δούς τόν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν.

Ἐγώ δέ μάρτυρα τόν Θεόν ἐπικαλοῦμαι ἐπί τήν ἐμήν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. Οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλά συνεργοί ἐσμέν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γάρ πίστει ἑστήκατε.

Ἔκρινα δέ ἑμαυτῷ τοῦτο, τό μή πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρός ὑμᾶς. Εἰ γάρ ἐγώ λυπῶ ὑμᾶς, καί τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μή ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;

Καί ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μή ἐλθών λύπην ἔχω ἀφ’ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθώς ἐπί πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμή χαρά πάντων ὑμῶν ἐστιν.

Ἐκ γάρ πολλῆς θλίψεως καί συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διά πολλῶν δακρύων, οὐχ  ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλά τήν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἥν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς».


Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, γνήσιος, ἁπλός, καί εἰλικρινῆς τοῦ Χριστοῦ Μαθητής, ἐθεμελίωσε, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, καί τήν Ἐκκλησία τῆς Κορίνθου καί δέν ἔπαυσε νά συνιστᾶ στούς Κορινθίους νά προσέχουν ἀπό τῶν ψευδοπροφητῶν, τῶν διακόνων τοῦ Σατανᾶ, πού μετασχηματίζονται εἰς διακόνους τοῦ Σατανᾶ, ὅπως καί ὁ ἀρχηγός τους ὁ Σατανᾶς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός. Βεβαίως ἐπιτιμῶνται οἱ Κορίνθιοι, διότι δέν προσέχουν  τόν ἐαυτό τους καί ἐξαπατῶνται ἀπό δολίους ὑποκριτές ψευδαποστόλους, καί διότι δέν τόν ἀγάπησαν τόσο, ὅσο ἀγαπήθηκαν ἀπό αὐτόν. Ἀλλά  καί τούς ἐπαινεῖ, διότι λυπήθηκαν κατά Θεόν καί μετενόησαν, γιά τήν ἀνοχήν, πού ἔδειξαν πρός τό ἁμάρτημα τῆς πορνείας. Τούς προτρέπει νά ἀποφεύγουν τίς ἔριδες, τούς θυμούς, τάς ἐριθίας καί καταλαλιάς  κλπ.  καί στήν παραπάνω περικοπή τονίζει ὁ Ἀπόστολος, ὅτι  χρῆσις τῆς ψυχῆς διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ σφράγισις τῆς ψυχῆς λέγεται καί «ἀρραβών τῆς ψυχῆς μέ τόν Χριστόν». Τονίζει, δηλαδή, ὅτι ὅλες οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ ἐπραγματοποιήθηκαν διά τοῦ κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος δέ πού βεβαιώνει καί ἐμᾶς καί ἐσᾶς, λέγει ὁ Παῦλος, καί μᾶς στηρίζει, ὥστε νά μένουμε πιστοί,  ἀκλόνητοι, ἀσάλευτοι εἰς τόν Χριστόν, καί ὁ  ὁποῖος μᾶς ἔχρισε μέ τή Χάρι τοῦ Πνεύματος, εἶναι ὁ Θεός.





Ὁ Θεός, πού «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» γνωρίζει τίς δυσκολίες, πού ἀντιμετωπίζουμε στόν πνευματικό μας ἀγῶνα καί πάντα συνεργεῖ εἰς τό ἀγαθόν. Δέν μᾶς ἀφήνει ἀβοήθητους. Μᾶς ἐνισχύει καί μᾶς φρουρεῖ, ὡς στοργικός Πατέρας. Ὁ Παῦλος λέγει ὅτι ὁ Θεός μᾶς ἐσφράγισε, ὡς δικούς Του καί ἔδωκε εἰς τάς καρδίας ἡμῶν τό Πνεῦμα Του ὡς ἀρραβῶνα καί ἀσφαλῆ ἐγγύησιν ὅτι θά ἐκπληρώσῃ ὅλες τίς ὑποσχέσεις , πού μᾶς δίδει μέ τό Εὐαγγέλιόν Του.





Καί συνεχίζει ὁ Παῦλος. Ἐγώ λέγει ἐπικαλοῦμαι μάρτυρα τό Θεό, ὅτι γιά νά μή σᾶς λυπήσω δέν ἦλθα  ἀκόμη στήν Κόρινθον, ὄχι διότι θέλομεν νά σᾶς ἐξυσιάζουμε σέ ζητήματα τῆς πίστεώς σας, εἴμαστε συνεργάτες τῆς χαρᾶς σας, διότι στέκεσθε σταθεροί εἰς τήν πίστιν. Ἔκρινα καί ἀπεφάσισα νά μή σᾶς κάνω καί ἄλλην δυσάρεστην ἐπίσκεψιν, νά σᾶς λυπῶ μέ τούς ἐλέγχους μου. Διότι ἐάν ἐγώ σᾶς λυπῶ μέ τούς ἐλέγχους μου καί σᾶς ὁδηγῶ εἰς μετάνοιαν, ποιός ἄλλος μέ εὐφραίνει, παρά ἐκεῖνος πού δέχεται τούς ἐλέγχους μου καί λυπεῖται ἀπό ἐμέ; Καί σᾶς ἔγραψα ἀκριβῶς αὐτό σέ προηγούμενη ἐπιστολή μου, γιά νά διορθώσετε ἐν τῷ μεταξύ τίς ἀταξίες, ὥστε ὅταν ἔλθω, νά μή λυπηθῶ ἀπό ἐκείνους, από τούς ὁποίους ἀκριβῶς ἔπρεπε νά χαίρω, διότι ἔχω πεποίθησιν δι’ ὅλους σας ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι καί χαρά ὅλων σας. Σᾶς ἔγραψα ἀπό μεγάλην θλίψιν καί στενοχώρια τῆς καρδιᾶς, μέ πολλά δάκρυα, ὄχι γιά νά λυπηθῆτε, ἀλλά γιά νά γνωρίσετε τήν ὑπερβολικήν ἀγάπην πού ἔχω γιά σᾶς.
Ὁ Παῦλος εἶναι γνήσιος μιμητής τοῦ Θεοῦ καί πράγματι ἀγαπᾶ τά παιδιά του τά ὁποία ἐγέννησε διά τοῦ Εὐαγγελίου.
Καί σ’ αὐτήν περικοπή κυρίως τονίζει τήν ἀγάπη τοῦ οὐρανίου Πατρός, ὁ Ὁποῖος μᾶς σφραγίζει ὡς δικούς Του καί μᾶς προστατεύει, ὥστε νά μή φοβούμαστε τίποτε καί κανέναν. Διότι ὁ στοργικός,ὁ οὐράνιος Πατέρας μας, μᾶς ἔχρισε καί μᾶς ἐσφράγισε μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι εἶναι δικός μας καί ἐμεῖς εἴμαστε δικοί Του καί εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅτι ὅταν ὁ Κύριος, ὁ Παντοκράτωρ καί Παντοδύναμος, εἶναι μαζί μας, Φρούριόν μας, δέν ἔχουμε τίποτε νά φοβηθοῦμε. Καί εἶναι βέβαιον ὅτι ὅσοι ἀντιστρατεύονται στόν Κύριον, καί βασανίζουν τούς «ελαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, κονιορτοποιοῦνται. Καί ὅλοι «κλητοί, ἐκλεκτοί καί πιστοί» Μαθηταί τοῦ Χριστοῦ, αἰσθάνονται ἀσφαλεῖς ὑπό τήν κραταιά Χεῖρα τοῦ Θεοῦ. Καί μαζί μέ τόν Δαβίδ, οἱ πιστοί βροντοφωνάζουν: «καί ὅταν βογγοῦν τά κύματα, καί μετακινοῦνται τά ὄρη καί ἡ θάλασσα ἔρχεται στήν ξηρά καί ἡ ξηρά μετακινεῖται στή θάλασσα καί ὅταν συγκλονίζεται καί συνταράσσεται ἐκ θεμελίων τό Σύμπαν, ἐμεῖς δέ φοβούμαστε(Lo nira...chi Jiodea Tsebaoth imanu, misgav lanu Eloche Jaakob), διότι ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων, ὁ Παντοκράτωρ εἶναι μαζί μας, Φρούριόν μας, ὁ Θεός τῶν Πατέρων μας. Αὐτός εἶναι ὁ Ἐξουσιαστής, ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης. Σ'Αὐτόν πιστεύομεν καί Αὐτόν λατρεύωμεν. Αὐτόν, ἀκαταπαύστως ὑμνοῦμεν καί ἀσιγίτως λατρεύωμεν καί Σ'Αὐτόν ἀνήκει ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα , ἡ δύναμις καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας .Ἀμήν.







Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2019

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ





Ὁρίζει ἐπακριβῶς τήν Ὁδόν τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς.

πώρωσις καί ἡ ἀμετανοησία τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων μᾶς ὡδήγησε στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι. Παντοῦ σωρεύουμε συμφορές. Ἡ Ὀδύνη καί ὁ πόνος, οἱ θλίψεις καί οἱ συμφορές εἶναι ὁ ἀχώριστος σύντροφος τῆς ζωῆς μας. Δίκαια ἡ ἐποχή μας χαρακτηρίζεται ὡς σχιζοφρενική. Μᾶς κατατυραννεῖ ἡ Παραφροσύνη. Λατρεύουμε, στήν κυριολεξία, τό Βόρβορο. Καί αὐτή μας ἡ κατάντια, ὀφείλεται ἀκριβῶς στήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν, τήν Πηγήν ὕδατος ζωῆς. Καί ἀπό δική μας κακοκεφαλιά ζοῦμε, δυστυχῶς, «ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ». Δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε ὅτι
εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε
καί τό ψωμί, πού τρῶμε, «ἄρτος Ὀδύνης».
Εἴμαστε ὁλότελα χαμένοι. Ἀκολουθοῦμε τήν εὐρύχωρη Ὁδό, τήν Ὁδό τῆς ἀπωλείας. «πετρῶσαν’ οἰ καρδιές», «ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν». Χάσαμε «τό πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας». Στήν κατάστασί μας, ἤ μᾶλλον στήν κατάντια μας, Πῶς εἶναι δυνατόν νά κατανοήσουμε τό βαθύτερο νόημα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ; Ὅλοι ἐμεῖς, οἱ χαμένοι, ὅσοι βαδίζουμε στό δρόμο τῆς ἀπωλείας, δέν μποροῦμε εὔκολα νά κατανοήσουμε καί νά βιώσουμε τό νόημα τῆς Σταυρικῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γι’ αὐτό καί ὁ Παῦλος λέγει ὅτι «Ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ τοῖς μέν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί» (Α΄Κορινθ. α΄18).
Εἶναι «μωρία» κάθε λόγος, πού ἀναφέρεται στή Σταυρική Θυσία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.




ταν στά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς μας φωλιάζει ὁ Ὄφις ὁ ἀρχαῖος, ἡ Ἔπαρσις, ὁ Ἑωσφορισμός, ὁ Ἐγωϊσμός, πῶς εἶναι δυνατόν νά κατανοήσουμε καί νά βιώσουμε τή Σταυρική Θυσία τοῦ Κυρίου μας; Δυστυχῶς, οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, δοῦλοι τῶν βρωμερῶν παθῶν, αἰχμάλωτοι τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό θάνατο, ἐμπεπηγμένοι «εἰς ἰλύν βυθοῦ», δέν θέλουμε νά καταλάβουμε ὅτι ὑπάρχει καί ἄλλος δρόμος ζωῆς, ἐκτός ἀπό τό δρόμο τῆς ἀπωλείας. Ὑπάρχει καί ἡ στενή καί τεθλιμμένη Ὁδός, ἡ Ὁδός τῆς Ἀγάπης, ἡ Ὁδός τῆς Θυσίας, πού χάραξε ὁ Χριστός, μέ τή Σταυρική Του Θυσία. Καί αὐτός ὁ δρόμος τῆς ἐσταυρωμένης ἀγάπης εἶναι ἡ Ὁδός τῆς ἐν Χριστῷ, τῆς ὄντως ζωῆς. Αὐτό τό δρόμο χάραξεν ὁ Χριστός μέ τό Αἷμα Του. Καί ὁ Χριστός, ἡ ἐνσάρκωσις τῆς Ἀγάπης, εἶναι ἡ μόνη σωτήριος Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή.

Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ἡμῶν ὄντων Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8).
Καί συγκαταβαίνει ὁ Σωτήρ, ἔρχεται κοντά μας, γιά νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν αἰχμαλωσία τοῦ Διαβόλου, νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τόν Κακό μας ἑαυτό, ἀπό τόν κόσμο καί τόν Διάβολο καί, μέ τή Σταυρική Του Θυσία, νά μᾶς ἐμπνεύσῃ τό Πνεῦμα τῆς αὐταπαρνήσεως καί τῆς αὐτοθυσίας καί νά μᾶς  διδάξῃ τήν Ἀγάπη καί πάνω ἀπό τό Σταυρό Του νά διακηρύξῃ τήν Καινήν Ἐντολήν καί νά  μᾶς καθορίσῃ τῆν Ὁδόν τῆς ἐν  Αὐτῷ ἁγίας Ζωῆς, τήν Ὁδόν τῆς ὄντως ζωῆς, καί νά μᾶς πῇ: «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς  ἐγώ ἠγάπησα ἡμᾶς, ἵνα καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις» (Ἰωάν. ιγ΄ 34-35). Μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νά βιώσουμε τό βαθύτερο νόημα τοῦ Σταυροῦ καί νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του, να ἀκολουθήσουμε τήν «καθ’ ὑπερβολήν Ὁδόν»( Α΄Κορινθ. ιγ΄1 ἑξ.). γιά νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα καί νά εἰσέλθουμε εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων» ( Ἀποκ. ζ΄ 17).
Ὅσοι πιστεύουν στό Χριστό σώζονται ἀπό τά δόντια τοῦ πυρροῦ Δράκοντος, ἐπιστρέφουν εἰλικρινά μετανοιωμένοι στήν Πατρική Ἑστία καί γεύονται «τόν μόσχον σιτευτόν», καί ὁ λόγος ὁ τοῦ Σταυροῦ εἶναι γι’ αὐτούς δύναμις Θεοῦ (Α΄Κορινθ. α΄1). Ὡς «Μαθηταί τοῦ Χριστοῦ τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλάτ. ε΄24). Ζοῦν τή χαρά τοῦ Χριστοῦ καί ἔχουν  δύναμιν τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καί ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ» (Λουκ. ι΄ 19).
Ὁ Απόστολος Παῦλος, δέχθηκε τή Χάρι καί ἐβίωσε τό βαθύτερο νόημα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καί λέγει: «Ἐμοί δέ μή γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μή ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοί κόσμος ἐσταύρωται κἀγώ τῷ κόσμῳ» (Γαλάτ. στ΄ 14). Ἔφθασε δέ εἰς τά ὕψη τῆς πνευματικῆς τελειότητος, ὥστε νά λέγει: «Χριστῷ  συνεσταύρωμαι· ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός» (Γαλάτ.β΄20), καί «Ἐμοί τό ζῆν Χριστός καί τό ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλιπ.α΄21).
Καί διακηρύσσει ὁ Παῦλος, μέ τή Χάρι τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, καί , σέ ὅλους  τούς ἀδύναμους καί ἄμυαλους ὅλων τῶν αἰώνων,  λέγει ὅτι ἐμεῖς οἱ πιστοί «κηρύσσομεν Χριστόν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μέν σκάνδαλον, Ἕλλησι δέ μωρίαν, αὐτοῖς δέ τοῖς κλητοῖς, Ἰουδαίοις τε καί Ἕλλησι, ΧΡΙΣΤΟΝ ΘΕΟΥ ΔΥΝΑΜΙΝ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΣΟΦΙΑΝ.

Ὁ Παῦλος καί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, προβάλλει τόν Σταυρόν τοῦ Χριστοῦ μέ σκοπόν νά ἀφυπνίσῃ, πρίν νά εἶναι ἀργά,  ὅλους τούς καθαύδοντας ἐν Χώρᾳ καί σκιᾷ Θανάτου, ὥστε νά  ἐπανέλθωμεν  εἰς τήν ἐν Χριστῷ ζωήν, τήν ὄντως ζωήν ὑμνοῦντες καί εὐλογοῦντες ΕΚΕΙΝΟΝ, ὁ Ὁποῖος «Ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά Σύμπαντα. ΑΥΤΟΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΩΜΕΝ.





Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΟ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΗΣ Υ. ΘΕΟΤΟΚΟΥ






Σήμερον τῆς παγκοσμίου χαρᾶς τά προοίμια.







Σήμερον ὁ Εὔσπλαγχνος καί Ἐλεήμων Θεός
Προεοιμάζει ἐπί γῆς τόν πανάγιον Θρόνο Του.
Ἔριξε σπλαγχνικό τό βλέμμα Του στή γῆ καί
Εἶδε τήν κατάντια μας, τήν ἀθλιότητά μας,
ἄκουσε τούς στεναγμούς καί τίς θλίψεις μας,
καί θέλησε νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τή δουλεία
τῆς ἁμαρτίας καί νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν
βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν εἴχαμε ἐμπαγῆ, διά τῆς
παρακοῆς εἰς τήν  Ἐντολήν τῆς ἀγάπης Του.
Τόσο πολύ μᾶς ἀγάπησε, ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ
Τόν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς
Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον.
Ηὐδόκησε, λοιπόν, ὁ Οὐράνιος, στοργικός μας
Πατέρας, νά στείλῃ τόν υἱόν Του στόν κόσμον
Καί ἐν Αὐτῷ καί δι’ Αὐτοῦ νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό
Τήν Ὀδύνη καί τόν Πόνο, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό
Τήν «ἰλύν βυθοῦ», ἀπό τό βρωμερό Βόρβορο, νά
Μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν τρομερή κοιλάδα τοῦ
Κλαυθμῶνος, νά φωτίσῃ τά σκοτάδια ὅλων τῶν
Πεπεδημένων, νά φωτίσῃ τούς κατακοίτους,
Τούς ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου καθημένους νά
μᾶς ὀδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς,  «εἰς ζωῆς
πηγάς ὑδάτων». Ἐν Αὐτῷ (τῷ Υἱῷ) καί δι’ Αὐτοῦ
ηὐδόκησε τή λύτρωσι τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.














Σήμερον ὁ Θεός, ὡς Φιλάνθρωπος, κατασκευάζει
«οὐρανόν ἔμψυχον». Ἀπό ἄκαρπη ρίζα ἐβλάστησε
«φυτόν ζωηφόρον», ἡ Μητέρα τοῦ Υἱοῦ Του,  ἐνανθρωπήσαντος. «Ἡ στεῖρα τίκτει τήν Θεοτόκον καί τροφόν τῆς ζωῆς ἡμῶν». Ἐλευθέωσεν ὁ Θεός, ἀπό τό ὄνειδος τῆς ἀτεκνίας τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα, στά γεράματά τους, καί ἐχάρισε, ὡς καρπόν Προσευχῆς, σέ αὐτούς, τήν Μητέρα τοῦ Υἱοῦ Του, τήν «κεχαριτωμένην», τήν ἁγνήν καί ἄσπιλον Παρθένον, ἡ ὁποία ἐκ πνεύματος Ἁγίου ἔτεκε τόν Ἐλευθερωτήν τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν, εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς θείας Οἰκονομίας. Σήμερον δηλαδή γεννᾶται ἡ γεννήσασα τόν Λυτρωτήν καί συνεπῶς δι’ αὐτῆς
«ἀνεπλάσθημεν οἱ γηγενεῖς, καί ἀνεκαινίσθημεν ἐκ τῆς φθορᾶς, πρός ζωήν τήν ἄληκτον». Ὁ ἱερός,  ὑμνῳδός τῆς Ἐκκλησίας μας ἐν χαρᾷ ψάλλει, ὅτι
«Σήμερον ὁ τοῖς νοεροῖς θρόνοις ἐπαναπαυόμενος
Θεός, θρόνον ἅγιον(τήν Παρθένον) ἑαυτῷ προητοίμασεν. Ἐκεῖνος, πού μέ τόση σοφία ἐστερέωσε τούς οὐρανούς, ὡς Φιλάνθρωπος, κατεσκεύασε  «οὐρανόν ἔμψυχον», τήν Θεοτόκον.
Τό ζωηφόρον φυτόν, τήν ἁγνή καί ἄσπιλον Παρθένον, ἐβλάστησε, γιά χάρι μας,  ἀπό ἄκαρπη ῥίζα, τήν Μητέρα Του, ἐν σαρκί ἐληλυθότος.
Ὁ τῶν θαυμασίων Θεός καί τῶν ἀνελπίστων ἐλπίς, Κύριε Δόξα σοι».

Σήμερα εἶναι ἡμέρα χαρᾶς. Διότι ὁ Πανάγαθος, μέ τή



τή Γέννησι τῆς Θεοτόκου ἐφανέρωσε σέ μᾶς τούς ἀναξίους τήν ἀνέκφραστη καί ἀνέλπιστη θεϊκή Του συγκατάβασι. Τοῦτο τό μυστήριον δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας. Σήμερα γεννᾶται ἡ κλῖμαξ, δι’ ἧς κατέβη ὁ Θεός, Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ Γένους τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα γεννᾶται γέφυρα, πού μεταφέρει ὅλους ἐμᾶς τούς εὐτελεῖς

ἀπό τή γῆ εἰς τόν οὐρανόν, ἀρκεῖ νά πιστέψουμε καί νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό  νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης  Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι» στή ζωή μας. Τώρα ἔχουμε τήν πιο στοργική Μητέρα, πού μᾶς παραστέκει στό κάθε μας βῆμα καί μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τήν Ὁδόν τῆς Ζωῆς. Μᾶς Φωτίζει, μέ τό φωτεινό τό ἅγιο παράδειγμά της, ἡ ἁγνή καί ἄσπιλος Παρθένος. Μᾶς ὁδηγεῖ πρός τόν Σωτῆρα καί Κύριον, μέ τήν ὁλόψυχη, τήν ὁλοκληρωτική ἀφιέρωσί της στό Θεό, πού τήν ἀνέδειξε Μητέρα τοῦ Φωτός, Μητέρα τῆς Ζωῆς, Μητέρα τῆς Χαρᾶς καί τοῦ πόνου, Μητέρα ὅλων μας. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, πῶς νά Σέ ὑμνήσουμε καί νά Σέ εὐχαριστήσουμε, γιά τή μεγάλη Μητέρα, πού μᾶς χάρισες, σκέπη κραταιά καί βοήθεια, καταφυγήν καί στερέωμα. Ἀνεξιχνίαστες εἶναι οἱ βουλές Σου, Κύριε. Μας χάρισες ἕνα μεγάλο Θησαυρό, τήν παναγία Μητέρα Σου, γιά νά  σκεπάζῃ ἐμᾶς τούς ἀθλίους, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ ἐνδόξου Ὀνόματός Σου,  Ἰησοῦ μου!


Γλυκύτατε Κύριέ μου Ἰησοῦ, Σύ πού εἶσαι τό Φῶς τό ἀληθινό, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ,πού ἔρχεται στόν κόσμο, φώτισε καί τό δικό μας πυκνό σκοτάδι. Βοήθησέ μας νά φυλάξουμε βαθειά, μεσ’ στήν καρδιά μας τό Θησαυρό, πού μᾶς χάρισες, τήν ἄχραντη Μητέρα Σου...
Καί Σύ, «Μεγαλόχαρη», τρισκεχαριτωμένη, δέξου τίς παρακλήσεις ὅλων ἡμῶν τῶν ἀναξίων παιδιῶν Σου, Πανάχραντε. Σύ εἶσαι ἡ ἐλπίς τῶν ἀπηλπισμένων καί μή μᾶς ἐγκαταλείπῃς. Ἐσένα ἔχουμε, Παναγία Μητέρα, προστασία καί σκέπη καταφυγή καί βοήθεια σέ ὅλες τίς στιγμές τῆς ζωῆς μας καί Σέ Σένα καταφεύγουμε καί σέ παρακαλοῦμε, Παναγιά μου, νά σκεπάζῃς μέ τή Χάρι Σου ἐμᾶς καί τό ταλαίπωρο Γένος μας, ὅπως πάντοτε. Σέ ὑμνοῦμε καί Σέ δοξάζουμε, Πανάχραντε, ἐλπίς πάντων τῶν Χριστιανῶν. Σκέπε, φρούρει, φύλαττε τούς ἀναξίους δούλους σου,  καί λύτρωσε ἡμᾶς ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως καί ἀπό πάσης ἐπιβουλῆς τῶν δολίων ἐχθρῶν μας, δαιμόνων καί δαιμονανθρώπων. Πρέσβευε στόν Υἱόν Σου καί Θεόν ἡμῶν νά μᾶς λυτρώνῃ ἀπό τόν κακό μας ἑαυτό καί ἀπό κάθε συμφορά! Σκέπαζέ μας, Πανάχραντε μέ τή Χάρι Σου, γιατί μόνον Σύ γεννήθηκες, γιά νά εἶσαι σκέπη τοῦ κόσμου Πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε Πανάχραντε Κόρη! Χαῖρε ἡ τῶν ἀπηλπισμένων ἡ ἐλπίς καί τῶν πολεμουμένων βοήθεια. Χαῖρε Δέσποινα, προστασία καί σκέπη καί σωτηρία τῶν ψυχῶν ἡμῶν. Σέ Σένα ἀναθέτω κάθε μου ἐλπίδα, Μητέρα τοῦ Θεοῦ, σκέπασον ἡμᾶς ὑπο τήν σκέπην Σου!









Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2019

Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ


Καί  ἡ πώρωσις τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων






εὐαγγελίσασθαι πτωχοῖς ἀπέσταλκέ με,

ἰάσασθαι τούς συντετριμμένους τήν καρδίαν,

κηρῦξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καί

τυφλοῖς  ἀνάβλεψιν,

ἀποστεῖλαι  τεθραυσμένους  ἐν ἀφέσει,

κηρῦξαι ἐνιαυτόν Κυρίου δεκτόν»

                                             (Ἡσ. 61, 1-2. Λουκ. δ΄ 18-19).

Ἅφατος, ἀνεκλάλητος, ἀπερίγραπτος εἶναι ἡ Φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀμέτρητον, ἄπειρον εἶναι τό Ἔλεός Του. Μᾶς χάρισε νοῦν, γιά νά διακρίνουμε τό Καλόν ἀπό τό Κακόν καί ἐλευθερίαν, ὥστε ἐκλέγουμε τό Καλόν καί νά βαδίζουμε στήν Ὁδόν τῆς ὑπακοῆς, γιά νά  φθάσουμε ἀπό τό κατ’ εἰκόνα εἰς τό καθ’ ὁμοίωσιν καί νά νοιώθουμε τή χαρά τῆς δημιουργίας καί, δυστυχῶς, ἐμεῖς δέν κατανοήσαμε τήν τιμήν, καί ὄπως λέγει ὁ προφήτης Δαβίδ, κάνοντας κακήν χρῆσιν τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας μας, γίναμε ὅμοιοι μέ τά ἄλογα κτήνη κατά τήν σκέψιν καί ὀμοιωθήκαμε μέ αὐτά. Ἡ πώρωσις, ἡ ἀπολίθωσις, ἡ Παντελής διαστροφή τοῦ χαρακτῆρος, ἡ πλήρης ἀναισθησία μας, ἡ ἀποχαύνωσίς μας, ἡ ἐκ ψυχικῆς πωρώσεως ἀδιαφορία πρός τήν Ἐντολήν τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, μᾶς ὡδήγησε καί μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τήν ἔσχατη ἀθλιότητα, μᾶς ὁδηγεῖ πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης. Ἡ πώρωσις καί ἀμετανοησία τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων δέν περιγράφεται. Πετρῶσαν’ οἱ καρδιές. Ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν. Ὑψώσαμε σέ Θεότητα τήν παραφροσύνην. Ζωντανό παράδειγμα ἡ σχιζοφρενική μας ἐποχή. Ἡ ἐποχή τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἤ καλλίτερα τῆς σατανοποιήσεως. Οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό τους νόημα . Μιλᾶμε γιά Δημοκρατία καί στήν πρᾶξι ἐννοοῦμε τήν Ἀσυδοσία. Χάθηκε τό χρῶμα τῆς ντροπῆς. Χάθηκε τό φιλότιμο. Ὀνομάζουμε ἰδιαιτερότητα, κάθε διαστροφή. Ἐνῶ ὁ Θεός θέλει νά στάζῃ μέλι τό στόμα  μας, ἐμεῖς ὄντως τρελλοί, δέν ἔχουμε ποτέ ἕναν καλό λόγο νά ποῦμε, καί τό στόμα μας στάζει δηλητήριο Ὀχιᾶς. Στό διάβα μας σωρεύουμε συμφορές. Πολτοποιοῦμε τό Λαό τοῦ Θεοῦ. Ξεριζώνουμε τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν πατρική τους Ἑστία, γιά νά ἱκανοποιήσουμε, τόν Ἐγωϊσμό, τήν ἔπαρσι, τή φιλαρχία, τήν πλεονεξία καί τά βρωμερά, τά χαμηλά μας Πάθη. Συνεχίζουμε νά λατρεύουμε τά δαιμόνια, τά εἴδωλα τά χρυσᾶ καί τά ἀργυρά καί  τά ξύλινα, τά ἄψυχα καί νεκρά. Ὅλοι γνωρίζουμε τήν ἀθλιότητα τήν ὁποίαν καθημερινά ζοῦμε. Συμπεριφερόμαστε σάν νά μᾶς ἔχουν ναρκώσει. Μᾶς ποδοπατοῦν καί δέν ἀντιδροῦμε. Δεχόμαστε ἀδιαμαρτύρητα κάθε κάκωσι. Καί οἱ Δυνάστες τῆς γῆς συνεχίζουν νά κακοποιοῦν.

Ὁ Πάνσοφος ὅμως Θεός, «Θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄ 4), ὡς Φιλάνθρωπος, ρίχνει τό πανάγιον βλέμμα Του γύρω Του μέ ὀργή, λυπημένος πολύ γιά τήν πώρωσι τῆς καρδιᾶς μας καί ἀποφασίζει, δι’ αὐτοῦ, τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ Του,  καί ἐν αὐτῷ, τήν λύτρωσι τοῦ Γένους τῶν ἀνθρώπων. Ἄνοιξαν τά οὐράνια καί εἰς τόν Ἰορδάνη καί εἰς τό Θαβώριον Ὄρος, ὁ  Οὐράνιος Πατέρας μας ὁ Θεός παρουσιάζει τόν Υἱό Του στόν κόσμο καί λέγει: Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα( ἐν ᾧ, ἐν αὐτῷ καί δι’ αὐτοῦ καλῶς ἠθέλησα καί ἀποφάσισα, διά τοῦ Υἱοῦ μου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ  τή λύτρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου Γένους. Διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τά πάντα ἐγένοντο, καί χωρίς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδέ ἕν ὅ  γέγονεν(Ἰωάν. α΄ 2-3) Καί προστάζει τούς ἀνθρώπους νά ὑπακούουν εἰς Αὐτόν: «Αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ιζ΄ 5).


Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας, ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν ἔρχομό τοῦ Κυρίου, προεφήτευσε τήν ἐνανθρώπησίν Του καί τόν σκοπόν τῆς ἀποστολῆς Του στόν κόσμο καί λέγει: «Τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου μέ κατέχει, μένει καί ἀναπαύεται εἰς ἐμέ τόν Μεσσίαν, μέ ἔχρισε μέ ὅλη τή θεϊκή χάρι, γιά νά ἐκπληρώσω τό σωτηριῶδες ἔργον μου, γιά τό ὁποῖον ἔγινα ἄνθρωπος. Καί μένει τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου σέ Μένα, γιά νά κηρύξω τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας σέ κείνους, πού στεροῦνται τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί εἶναι πνευματικά γυμνοί, πτωχοί καί ἐλεεινοί, σέ κατάστασι ἐσχάτης ἀθλιότητος. Μέ ἔστειλε ὁ οὐράνιος Πατέρας νά ἰατρεύσω ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ καρδιά ἔχει συντριβή ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας. Μέ ἔστειλε νά κηρύξω ἄφεσιν καί ἐλευθερίαν, σέ ὅλους ἐκείνους πού εἶναι δοῦλοι στό Κακό, αἰχμάλωτοι τῆς ἁμαρτίας, νά βοηθήσω τούς τυφλούς, ὅλους ἐκείνους, πού ἔχουν τυφλωμένο τό νοῦ, βυθισμένο στό σκοτάδι τῶν βρωμερῶν παθῶν τους. Μέ ἔστειλε νά ἐλευθερώσω  ἀπό κάθε ἐνοχή, ὅλους ἐκείνους, πού ἔχουν καταπληγωθῆ καί συντριβῆ ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀρκεῖ νά πιστέψουν καί νά μετανοήσουν.  Μέ ἔστειλε ὁ Οὐράνιος Πατέρας νά κηρύξω καί νά ἀναγγείλω σέ ὅλους τήν ἔναρξι τῆς νέας ζωῆς, τῆς Καινῆς ζωῆς, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, μιᾶς ζωῆς, στήν ὁποίαν θά βασιλεύῃ ὁ Θεός, ἡ Ἀγάπη καί ἡ Δικαιοσύνη Του,μιᾶς ζωῆς, πού εἶναι ἀρεστή εἰς τόν Θεόν, καί τήν ὁποίαν λαχταροῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, διότι σ’ αὐτήν τήν ζωήν πραγματοποιείται ἡ ὑπό τοῦ Μεσσίου ἡ  Βουλή  τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων» (παρβλ.  Λουκ. δ΄ 18-19).


Ὁ Φιλάνθρωπος ἐπραγματοποίησε τήν προαιώνια Βουλή Του. Καί «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο»(Ἰωάν.α΄14) καί ἐγένετο ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ (Φιλιπ. β΄ 8), ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον»(Ἰωάν. γ΄15-16). Ἐχάραξε, μέ τό παράδειγμα Του, μέ τό Σταυρό καί τήν Ἀνάστασί του, τήν Ὀδό τῆς ὑπακοῆς στό λόγο τοῦ Θεοῦ, τήν ὁδόν τῆς ὄντως ζωῆς, τῆς Νέας ζωῆς.




Τώρα ἀπομένει τό δικό μας Χρέος. Ἔφθασε ὁ καιρός νά βάλουμε ἀρχήν στή ζωή μας, νά καθαρίσουμε τήν ψυχή ἀπό τή λάσπη, ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ (Β΄ Κορινθ. ζ΄ 1). Ἔφθασε ὁ καιρός, νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι», γιά νά βροῦμε ἀνάπαυσιν στήν ψυχή μας. Ἔφθασε ὁ Καιρός, νά μετανοήσουμε, νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ καί νά ἐπανεισέλθουμε στήν Πατρικήν  Ἑστίαν καί νά  ἐπικοινωνοῦμε καί νά συνομιλοῦμε μέ τόν Θεόν.
Νά ἀξιωθοῦμε, διά τῆς εἰλικρινοῦς, ἐμπράκτου μετανοίας, νά λάβουμε ἀπό τόν «πανακῆ ἰατρόν», τόν Χριστόν, τό «παμφάρμακον», πού θεραπεύει ὅλων τῶν εἰδῶν τίς τρέλλες, πού μᾶς δέρνουν. Καί σ’ αὐτό σημεῖον ζητοῦμε τό ΕΛΕΟΣ τοῦ Θεοῦ.
Εἴθε νά μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Κύριος καί νά βασιλεύση
στήν καρδιά μας. Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ τῆς Χαρᾶς, νά μᾶς κατατάξῃ εἰς τήν Χορείαν τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων Του. Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ νά τόν ὑμνοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Τόν δοξολογοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.