Τετάρτη, 22 Μαΐου 2019

ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ ΔΙΨΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ (Ἰωάν. δ΄31-34).






Ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ Θελήματος τοῦ Θεοῦ-Πατρός.



«Ἐν δέ τῷ μεταξύ ἠρώτων αὐτόν οἱ μαθηταί λέγοντες· ραββί, φάγε.  Ὁ δέ εἶπεν αὐτοῖς· 

Ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε.

Ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταί πρός ἀλλήλους· μή τις  ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν;

Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον»(Ἰωάν. δ΄ 31-34).







Διαλέγεται ὁ Θεάνθρωπος μέ τή Σαμαρείτιδα, τήν τρέφει μέ τό ζωοποιό Του λόγο καί τῆς ἀποκαλύπτει ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Μεσσίας. Ἀφοῦ πῆρε τή Χάρι Του, ἀφήνει τή στάμνα της στό πηγάδι τοῦ Ἰακώβ καί σπεύδει νά ἀναγγείλῃ στούς συμπατριῶτες της τόν Ἐρχομό Του καί νά τούς καλέσῃ κοντά Του: «Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὅς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» (Ἰωάν. δ΄ 29).

«Ἐν δέ τῷ μεταξύ», καθ’  ὅν  χρόνον ἡ Σαμαρεῖτις ἀναγγέλλει τήν ἔλευσι τοῦ Μεσσίου, οἱ Μαθητές Του του προσφέρουν τροφή καί τόν παρακαλοῦν λέγοντες· Διδάσκαλε, φάγε. Κι’ Αὐτός  δέν δέχεται τήν ὑλική αὐτή τροφή καί τούς λέγει : «Ἐγώ ἔχω φαγητό νά φάγω, τό ὁποῖον σεῖς δέ ξέρετε». Τότε


οἱ Μαθηταί ἔλεγαν μεταξύ τους· Μήπως τοῦ ἔφερε κανείς νά φάγῃ; Δέν μπόρεσαν νά καταλάβουν τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς Του.

Πολύ περισσοτερο σήμερα, στήν σχιζοφρενική ἐποχή μας, ἐποχή σατανοκρατούμενη, ἐποχή ἀνατροπῆς τῆς Ἱεραρχίας τῶν Ἀξιῶν, στήν ἐποχή, πού οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι κυριεύονται ἀπό τή Γαστριμαργία, πού ὐψώνουν σέ Θεότητα καί λατρεύουν τήν Κοιλία, δέν μποροῦν νά κατανοήσουν τό βαθύτερο νόημα τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, δέν μποροῦν νά συνειδητοποιήσουν καί νά ἐκτιμήσουν τή λαχτάρα τῆς Ψυχῆς τοῦ Θεανθρώπου, δέν μποροῦν νά ἐννοήσουν ὅτι πεῖνα καί δίψα Του εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ Θελήματος τοῦ πέμψαντος Αὐτόν Πατρός, ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀποστολῆς Του ὡς ἀνθρώπου στή γῆ, πού εἶναι ἡ σωτηρία μας.

Οἱ περισσότεροι, δυστυχῶς, ἄνθρωποι, πωλοῦν τά ὅσια καί τά ἱερά τους, τά Ἰδανικά τους, τήν Πίστι τους, τήν Πατρίδα τους, ἀκόμη καί τή μάνα τους, «ἀντί Πινακίου φακῆς», «ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων», γιά λίγα γρόσια, γιά μιά θεσούλα, γιά ἕνα τίποτα. Ἐνδεικτικά παραδείγματα ἀποτροπιασμοῦ, ἀποστροφῆς, βδελυγμίας, φρίκης εἶναι: Ὁ Ἠσαῦ, ὁ Ἰούδας, ὁ Ἐφιάλτης, ὁ ΠήλιοΓούσης καί ὅλοι οἱ ἐπίσημοι ληστές «μέ τό λευκό κολλάρο».
Ὅμως «ὁ Ἰησοῦς Χριστός, χθές καί σήμερον  Αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄8), ἐπιμένει νά λέγῃ σέ ὅλους μας ὅτι «Ἐγώ  βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε». Καί πρός ἀποφυγήν πάσης παρερμηνείας , τονίζει: «Ἐμόν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον». Πεῖνα καί δίψα μου, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου, δικό μου φαγητό, πού μέ τρέφει, εἶναι νά πράττω πάντοτε τό Θέλημα Ἐκείνου, πού μέ ἀπέστειλε εἰς τόν κόσμον καί νά φέρω εἰς τέλειον πέρας τό ἔργον Του, πού εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Πεῖνα καί δίψα μου, λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ-Πατρός. Εἷναι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀποστολῆς μου. 





Τονίζει ὁ Κύριος ὅτι  εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  Αὐτός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, ἀπό ἄπειρη, γιά τά πλάσματά Του, ἀγάπη, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, καί ὡς ἄνθρωπος γίνεται ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ παναγίου Θελήματος τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ἐπιστροφή μας εἰς τήν Πατρικήν Ἑστία καί σωτηρία μας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἔγινε τύπος καί ὐπογραμμός, ὑπόδειγμα ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα. Ὑπόδειγμα γιά κάθε ἀγωνιζόμενο ἄνθρωπο. Ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα Του, ἡ λαχτάρα τῆς ψυχῆς Του, γιά τή σωτηρία μας, τόν ὡδήγησε ψηλά, στό Γολγοθᾶ, στό Θεό. 

Καί ἀπό τό ὕψος τοῦ Σταυροῦ, διακηρύττει σέ ὅλους:
1ον) τήν Καινήν Ἐντολήν καί λέγει: «Ἐντολήν καινήν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς (ἐγώ) ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καί ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. ιγ΄ 34), 2ον) διακηρύττει  τήν πεῖνα καί τή δίψα Του γιά
τή σωτηρία μας, μέ τήν κραυγή Του «Διψῶ» καί  3ον)Ὡς ὑπόδειγμα ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα, τονίζει ὅτι δέν ἦλθε νά καλέσῃ δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοια καί ὅτι γίνεται μεγάλη χαρά στόν Οὐρανό ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι, ζητεῖ δέ νά τόν μιμηθοῦμε στήν ἀγάπη Του, καί ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα Του γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, νά γίνη καί δική μας πεῖνα καί δίψα.

Γι’ αὐτό τό σκοπό ἦλθε στή γῆ καί «ἔπαθε ὑπέρ ἡμῶν καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα».

Εἴθε νά μᾶς ἀξιώση ὁ  Κύριος τῆς τιμῆς νά βαδίσουμε πάνω στά ματωμένα Χνάρια Του, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά Τόν δοξολογοῦμε, νά Τόν προσκυνοῦμεν δέ καί,  μέ τήν καρδιά μας, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.











































Δευτέρα, 20 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ (Ἰωάν. δ΄ 5-42)







Τό ὕδωρ τοῦτο, τό φυσικόν καί
                                   τό « ζῶν ὕδωρ», τό ὑπερφυσικόν.


«Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· ὅς δ’ ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγώ δώσω αὐτῷ, οὐ μή διψήσῃ εἰς τόν αἰῶνα, ἀλλά τό ὕδωρ ὅ δώσω αὐτῷ γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ΄ 13-14).
Τό ὕδωρ τοῦτο τό φυσικόν εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπον. Καί ἐδῶ, στόν διάλογο τοῦ Ἰησοῦ μέ τή Σαμαρείτιδα, συμβολίζει τόν κόσμον καί τά κοσμικά, τά γήϊνα, τά φθαρτά, τά πρόσκαιρα καί τή ματαιότητα ὅλων αὐτῶν. «Ἐκεῖνος, πού θά πιῇ ἀπό τό ὕδωρ τοῦτο τό φυσικόν, θά διψάσῃ πάλιν».
Θά σβύσῃ τή δίψα μας, γιά λίγο, πρόσκαιρα καί, μετά ἀπό λίγο, θά νοιώσουμε τήν ἀνάγκη νά πιοῦμε καί πάλιν. Ὁ Κύριος, μᾶς βεβαιώνει μέ αὐτό τό λόγο, ὅτι ὅλα τά ὑλικά ἀγαθά εἶναι «πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά». Ὅλα εἶναι «σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα. Μία ροπή καί ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται» Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια, γιά τόν κόσμο καί τά κοσμικά. «Οὐ συνοδεύει ἡ δόξα, οὐ παραμένει ὀ πλοῦτος». Ὅλα εἶναι «σκωλήκων βρῶμα καί δυσωδία». Εἷναι μία ἀλήθεια ἁπλῆ, πού τή ζοῦμε καθημερινά καί ὅμως δέν θέλουμε νά τήν ἐννοήσωμεν. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί μᾶς κυριεύει τό πάθος τῆς πλεονεξίας, ἡ δίψα, γιά τήν ἀπόκτησι ἀξιωμάτων, κοσμικῆς δόξας καί ὑλικοῦ πλούτου, πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό μας στή γῆ, πού καταλύει τήν προσωπικότητά μας καί μᾶς ἀποξενώνει ἀπό τούς συνανθρώπους μας καί μᾶς στερεῖ ἀπό τήν πραγματική χαρά τῆς ζωῆς.
Τό γεγονός ὅτι ὁ σημερινός ἄνθρωπος δέν κατανοεῖ τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων, καί πατεῖ ἐπί πτωμάτων, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό του στή γῆ, σημαίνει ἔλλειψι ἐπαφῆς του, μέ τήν πραγματικότητα. Καί ἡ ἔλλειψις ἐπαφῆς μέ τήν πραγματικότητα εἶναι τό κυριότερο χαρακτηριστικό τῆς σχιζοφρενίας.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι «τό ὕδωρ τοῦτο» δέν γεμίζει τήν ψυχή μας. Δέν ἱκανοποιεῖ τίς μεταφυσικές μας ἀνησυχίες. Ὅλα τά γήϊνα, τά κοσμικά, εἶναι «ψευδοαναπληρώσεις», «λάκκοι συντετριμμένοι, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν», πού, ὄχι μόνον δέν ἱκανοποιοῦν τήν ψυχή μας, ἀλλά διευρύνουν τό «ὑπαρξιακό κενό».
Ἔρχεται ὁ Χριστός καί μᾶς ἀνασύρει ἀπό τήν  «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ἀγχώδης βιοτική μέριμνα, για τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν ἐπί τῆς γῆς, καί νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τό ὀλέθριο πάθος τῆς πλεονεξίας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μᾶς διδάσκει ποιός εἶναι ὁ πραγματικός, ὁ ἀληθινός πλοῦτος καί τονίζει ὅτι «εἶναι πορισμός μέγας ἡ εὐσέβεια μετά αὐταρκείας». Ὅτι δηλαδή ἡ εὐσέβεια εἶναι, πράγματι, πηγή κέρδους, ὅταν ἀρκῆται κανείς σ’ ἐκεῖνα πού ἔχει. Μᾶς φέρει ὁ Παῦλος εἰς ἐπαφήν μέ τήν πραγματικότητα καί μᾶς λέγει ὅτι «δέν ἐφέραμε τίποτε εἰς τόν κόσμον καί εἶναι φανερόν ὅτι δέν μποροῦμε οὔτε νά πάρωμε τίποτε μαζί μας. Ὥστε, ἐάν ἔχωμεν τροφάς καί σκεπάσματα νά εἴμεθα εὐχαριστημένοι μέ αὐτά. Ἐκεῖνοι ὅμως πού θέλουν νά πλουτίσουν πέφτουν σέ πειρασμό καί παγίδα καί σέ πολλές ἐπιθυμίες ἀνόητες καί βλαβερές, πού βυθίζουν τούς ἀνθρώπους στόν ὄλεθρο καί στήν ἀπώλεια. Διότι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ φιλαργυρία. Ἐξαιτίας τοῦ πάθους αὐτοῦ, μερικοί ἐπλανήθησαν ἀπό τήν πίστι καί ἐκάρφωσαν τόν ἑαυτό τους  σέ πολλές ὀδύνες, σέ πολλά βάσανα» (παρβλ. Α΄Τιμόθ. στ΄ 6-10). Ὁ  Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς  ὁδηγεῖ πρός τήν Πηγή του Ζῶντος ὕδατος, στό Χριστό, πού εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, καί εἶναι «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον», γιά νά μᾶς χαρίσῃ τό ζῶν ὕδωρ, τό ὑπερφυσικόν.



Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, στό διάλογό Του, μέ τή Σαμαρείτιδα, ἔρχεται νά μᾶς ἀφυπνίσῃ καί νά μᾶς φέρει σέ ἐπαφή με τήν πραγματικότητα.
Ὅποιος πίνει ἀπό τοῦτο τό φυσικό νερό ξαναδιψάει. Ὅποιος ὅμως θά πιῇ ἀπό τό νερό, πού θά τοῦ δώσω ἐγώ, δέν θά διψάσῃ ποτέ εἰς τον αἰῶνα, ἀλλά τό νερό πού θά τοῦ δώσω, θά μεταβληθῇ μέσα του σέ πηγή νεροῦ, πού δέν θα στειρεύῃ, ἀλλά θά ἀναβλύζῃ καί θά πηδᾷ καί θά τρέχῃ πάντοτε, γιά νά παρέχῃ ζωήν αἰώνιον».
Μᾶς βοηθεῖ ὁ Κύριος νά ξεχωρίσουμε τό φῶς ἀπ’ τό σκοτάδι, τή ζωή ἀπό τό θάνατο, τά γήϊνα καί φθαρτά, ἀπό  ἐπουράνια καί ἄφθαρτα. Μᾶς καλεῖ νά «ἐννοήσωμεν τό βραχύ τῆς ζωῆς καί τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων» καί νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος. Νά καθαρίσουμε τήν ψυχή μας ἀπό τή λάσπη. Νά δεχθοῦμε στήν ψυχή μας τό ζῶν ὕδωρ, τό ὑπερφυσικόν, ὥστε νά μή διψάσουμε ποτέ, εἰς τόν αἰῶνα. Νά πιστέψουμε στό Χριστό καί νά λάβουμε τό ὕδωρ τό ζῶν καί νά ποτίζουμε κάθε διψασμένη ψυχή.
Καί εἶναι καιρός νά παρακαθήσουμε παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καί νά ἀκοῦμε τό ζωοποιό Του λόγο. Νά παρακαθήσουμε παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, ἐκεῖ ὅπου ξεχύνονται ἄφθονα νερά, καθάρια, κρυστάλινα. Νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι». Καί  μελετῶντες μέρα καί νύχτα τό λόγο τοῦ Κυρίου, σάν δένδρα καρποφόρα καί ἀειθαλῆ, φυτεμένα παρά τάς διεξόδους τῶν ὐδάτων νά ἀποδίδουμε τούς καρπούς στόν κατάλληλο καιρό. Νά ἀποδίδουμε τούς καρπούς πού γεννᾶ στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό ὕδωρ τό ζῶν.


 Δηλαδή τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλτ. ε΄ 22).

Τό ζῶν ὕδωρ, τό ὑπερφυσικόν εἶναι  τό Ἅγιον Πνεῦμα, πού λαμβάνουν, ὅσοι πιστεύουν στό Χριστό. Καί σύμφωνα μέ τούς λόγους τῆς Γραφῆς, «ἀπό τήν καρδιά ἐκείνου, πού πιστεύει στό Χριστό, πραγματικά, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (πρβλ. Ἰωάν. ζ΄ 38-39).

Εἴθε ὁ Κύριος νά μᾶς ἀξιώσῃ, νά πιστέψουμε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας Σ’ Αὐτόν, καί,  εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του. Εἴθε νά μᾶς ἀξιώσῃ  νά ἐπιστρέψουμε, συνειδητά, στήν Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος. Εἴθε νά μᾶς καταστήσῃ ἀξίους νά λάβουμε τό ζῶν ὕδωρ καί νά γίνη μέσα μας πηγή ὕδατος ἀλλομένου εις ζωήν αἰώνιον. Ἀμήν.














Τρίτη, 14 Μαΐου 2019

ΔΙΩΚΤΗΣ ;



  ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ;

Τριάντα ὀκτώ χρόνια κατάκοιτος, ὁ παράλυτος τῆς Βηθεσδά, περιμένει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ και τή θεραπεία του ἀπό τήν ἀρρώστια, ἀπό τήν ὁποίαν ὑπέφερε, ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅπως συμπεραίνεται ἀπό τή, μετά τή θεραπεία του, σύστασι τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος τοῦ λέγει: «Ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται» (Ἰωάν. ε΄ 14).
Ἀπό τήν παραμονή του ἐκεῖ τριάντα ὀκτώ χρόνια, συμπεραίνουμε ὅτι ἔχει βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του καί ὅτι, εἰλικρινά μετανοιωμένος, πιστεύει στό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί περιμένει, μέ ὑπομονή, ἀγόγγυστα, τή θεραπεία του. Δέν ἔχει ἄνθρωπο νά τόν βοηθήσῃ, οὔτε οἱ  ψευτοάγιοι τῆς ἐποχῆς του, Ἀρχιερεῖς, ἱερεῖς καί Λευίτες, οὔτε οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι , οἱ ὐποκριτές. Κανείς ἀπό αὐτούς δέν τόν βοηθεῖ. Κι’ αὐτό εἶναι τό παραπονό του. Ὅμως δέν ἀπελπίζεται. Δέν ἀγανακτεῖ. Μόνον περιμένει καί ἐλπίζει.
Ὁ Χριστός, ὁ τέλειος Θεός, πού γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, καί ἀκούει τόν πόνο μας καί τούς στεναγμούς μας, ἔρχεται καί ἐπισκέπτεται μέ τρυφερότητα καί ἀγάπη, τόν παράλυτο καί, ἀφοῦ τόν ἐρωτᾷ, ἄν πραγματικά θέλῃ νά γίνῃ ὑγιής, δηλαδή ἄν εἶναι ἀποφασισμένος νά μήν ξαναγυρίσῃ πίσω στό κακό, νά μήν ξαναγυρίσῃ πίσω «ἐπί τό ἴδιον ἐξέραμα», νά μή ξανακάνῃ τίς ἁμαρτίες, πού τόν ἔφεραν στήν κατάντια τῆς παραλυσίας, καί ἀφοῦ τόν διαβεβαιώνει ὅτι θέλει ὑγιής γενέσθαι, τόν θεραπεύει. «Ἦν δέ σάββατον  ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ» (Ἰωάν.ε΄9).
Ὁ Θεραπευθείς  πῆρε τό κρεβάτι του στόν ὦμο του καί ἐπεριπάτει. Τόν εἶδαν οἱ πρόκριτοι τῶν Ἰουδαίων τεθεραπευμένον, νά σηκώνῃ καί νά μεταφέρῃ τό κρεβάτι του τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου καί τοῦ εἶπαν: Σήμερα εἶναι σάββατον. Δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά σηκώσῃς καί νά μεταφέρῃς τό κρεβάτι σου. Τότε ὁ πρώην παράλυτος ἀποκρίνεται: Αὐτός πού μέ θεράπευσε, μοῦ εἶπε· Πάρε τό κρεβάτι σου καί περιπάτει. Τότε τόν ρώτησαν· Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος, πού σοῦ εἶπε, πάρε τό κρεβάτι σου καί περιπάτει;

Ὁ Θεραπευθείς δέν γνώριζε τόν Εὐεργέτη του. Διότι ὁ Κύριος τόν θεράπευσε καί δέν περίμενε εὐχαριστίες, ἀπομακρύνθηκε καί ἐξηφανίσθη. Διότι θέλει νά μᾶς διδάξῃ, ἀφ’ ἑνός μέν ὅτι ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἁγιάζεται μέ εὐεργεσίες καί θεραπεῖες ἐκείνων, πού ὑποφέρουν, καί ἀφ’ ἑτέρου θέλει νά μᾶς τονίσῃ ὅτι ὀφείλουμε νά ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον, μέ γνήσια ἀγάπη καί ὅτι ὀφείλουμε νά θεραπεύουμε τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων  μας, χωρίς νά περιμένουμε ἀνταπόδοσι, διότι «ἡ γνήσια ἀγάπη οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (Α΄Κορινθ. ιγ΄ ).
Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι, οἱ ὑποκριτές, «οἱ διυλίζοντες τόν κώνωπα καί καταπίνοντες τήν κάμηλον», τά «γεννήματα ἐχιδνῶν», αὐτοί πού, ἐνῶ καταδικάζουν σέ θάνατο τόν Ἀληθινόν Μεσσίαν, «δέν εἰσέρχονται εἰς τό Πραιτώριον ἵνα μή μιανθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα φάγωσι το Πάσχα», οἱ Ψεῦστες καί Ὑποκριτές, δέν θέλουν νά καταλάβουν τί σημαίνει γνήσια ἀγάπη, δέν θέλουν νά καταλάβουν, πῶς ὁ Θεός θέλει νά ἁγιάζεται ἡ Ἡμέρα τοῦ σαββάτου. Ἀντίθετα μάλιστα, καταδιώκουν,  ἀπό τότε καί μέχρι σήμερα, τό Χριστό, γιατί θεραπεύει τήν ἡμέρα τοῦ σαββάτου. Γι’ αὐτό καί ἀνακρίνουν τόν θεραπευθέντα παράλυτον, πού δέν γνώριζε τόν Θεραπευτή του.
Τό γεγονός ὅτι ὁ Ἰησοῦς τόν βρῆκε  εἰς τό Ἱερόν, σημαίνει ὅτι,  εὐγνωμονῶν τόν Θεόν, ἦλθε στό Ναό, γιά νά εὐχαριστήσῃ τό Θεό, γιά τή θεραπεία του. Καί ἐκεῖ στό Ναό γνώρισε τό Θεραπευτή του.
Καί τότε ἀμέσως, ἔσπευσε καί, ὡς ἀγνώμων διώκτης ὡς ὁμολογητής,  ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτόν ὑγιῆ»;
Θέλω νά πιστεύω ὅτι, ἀπό εὐγνωμοσύνη στό Θεραπευτή του, ἔσπευσε νά διακηρύξῃ στούς Ἰουδαίους, στούς Σταυρωτές, τή Χάρι καί τή δύναμι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.
Εἶναι ὅμως πιθανόν, ὡς Ἰουδαῖος, νά λησμόνησε τήν εὐεργεσίαν καί ἔσπευσε νά καταδώση τόν Εὐεργέτην, εἰς τούς Ἰουδαίους, τῶν ὁποίων ἐγνώριζε, προφανῶς, τήν μοχθηρίαν καί τό μῖσος, πού ἔτρεφαν στήν ψυχη τους, γιά τό Χριστό, οἱ Σταυρωτές. Ἐξ ἄλλου εἶναι γνωστή ἀπό τήν Ἱστορία τους, ἡ ἀχαριστία καί ἡ ἀγνωμοσύνη τῶν Ἰουδαίων πρός τόν Θεόν. Πάντοτε πρωτοστατοῦν στά κακά ἔργα, «μάλιστα Ἰουδαίων προθύμως, ὡς ἔθος αὐτοῖς, εἰς ταῦτα (τά κακά ἔργα) ὑπουργούντων» (πρβλ. Πολυκάρπου, Μαρτύριον,ΧΙΙΙ,1).
Δυστυχῶς, ἀχάριστοι, ἀγνώμονες, Σταυρωτές, εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι. Τή μιά στιγμή, μέ μεγάλη φωνή, κράζουμε: «’Ωσαννά· Εὐλογημένος ὁ Ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» καί τήν ἑπομένη στιγμή, ὠρυόμενοι,  οὐρλιάζοντας, κραυγάζουμε : «ἆρον ἆρον  σταύρωσον αὐτόν». Ἀρνούμαστε τόν Εὐεργέτην,  τήν Ἀλήθεια, μισοῦμε τό Φῶς προδίδουμε τόν Χριστόν, ξεπουλάμε τήν Πατρίδα, ποδοπατοῦμε τά «ὅσια καί τά ἱερά», τά Ἰδανικά μας. «Ἀντί πινακίου φακῆς», «αντί τριάκοντα ἀργυρίων», γιά μιά θεσούλα, γιά τήν καλοπέρασί μας,  ἀρνούμαστε ὄχι μόνον τόν Χριστόν, ἀλλά ξεπουλᾶμε ἀκόμη καί τή μάνα μας.
Καιρός εἶναι νά διαλέξουμε: Θά παραμένουμε, Σταυρωτές, διῶκτες; Ἤ θά πάρουμε τήν ἀπόφασι νά ποῦμε τό μεγάλο ΝΑΙ στό Χριστό καί θά βάλουμε ἀρχήν στήν πνευματική μας ζωή; Θά παραμείνουμε «διῶκτες», ἤ, ζῶντες εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, θά γίνουμε θερμοί  Ὁμολογητές τῆς Πίστεως σέ Ἐκεῖνον, πού «σταυρώθηκε γι’  μας καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα;»
Καιρός εἶναι νά καταλάβουμε ὅλοι καλά, ὅτι μόνον ὁ Χριστός μᾶς ἔχει ἀπομείνει. Ἡ ἀνθρωπότητα βυθίζεται στό Βόρβορο τῆς Ψευτιᾶς καί τῆς Ὑποκρισίας. Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, χωρίς ντροπή,  κυλιόμαστε στή λάσπη. Παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς». Ἀρνούμαστε τήν Ἀλήθεια, πολεμοῦμε τήν Ὀρθοδοξία τῆς ζωῆς, πού εἶναι ὑγεία καί ἀκολουθοῦμε τό σκοτάδι, τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία,  πού εἶναι ἀρρώστια. Διώχνουμε τό Χριστό ἀπό τήν ψυχή καί τή ζωή μας. Γι’ αὐτό,
«εἶναι πικρό καί τό νερό,  πού πίνουμε 
καί τό ψωμί, πού τρῶμε, ἄρτος ὀδύνης».
Εἶναι καιρός νά παύσουμε νά εἴμαστε διῶκτες. Νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, ζῶντες ὡς Ὁμολογητές τῆς Πίστεως Σ' Αὐτόν, τόν Ἀληθινόν Θεόν.
Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Ὀφείλουμε δέ  Αὐτόν καί μόνον Αὐτόν νά λατρεύωμεν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», μέ τήν καρδιά μας καί  νά  Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἀξιώνῃ νά Τόν δοξολογοῦμε ὡς προσωπικό μας Σωτῆρα καί ὡς Λυτρωτήν τοῦ σύμπαντος κόσμου καί, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμε καί νά Τόν προσκυνοῦμεν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.









Δευτέρα, 13 Μαΐου 2019

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ (Ἰωάν. ε΄1-15).






Τώρα πιά δέν εἴμαστε μόνοι.


«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δέ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρό ἐμοῦ καταβαίνει» (Ἰωάν. ε΄ 7).

Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά τά πλάσματά Του, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος.
Ἔρχεται κοντά μας ἀθόρυβα, ταπεινά, «ὡς αὔρα λεπτή». Ἔρχεται καί ἁπαλύνει τόν πόνο μας, σπογγίζει τά δάκρυά μας, θεραπεύει τά τραύματά μας. Μᾶς ἀνασύρει ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Λύει τά δεσμά καί μᾶς ὁδηγεῖ «ἐπί  ζωῆς πηγάς ὑδάτων» (Ἀποκ. ζ΄17).
Ἔρχεται κοντά μας καί «τυφλοί ἀναβέπουσι καί χωλοί περιπατοῦσι, λεπροί καθαρίζονται καί κωφοί ἀκούουσι, νεκροί ἐγείρονται καί πτωχοί εὐαγγελίζονται» (Ματθ. ια΄ 5).
Ἔρχεται κοντά μας ὁ Ἰησοῦς Χριστός «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ΄ 8) καί «διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν, κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας, καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ»(Ματθ. δ΄ 23).
Ἐπισκέπτεται τόν κόσμον καί τόν καθένα ἀπό μᾶς χωριστά. Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας λέγει ὅτι «ὁ Παῖς», «  Ἐκλεκτός» ἐπισκέπεται τήν λυχνία, πού εἶναι ἕτοιμη νά σβύσῃ, καί ρίχνει λάδι καί τῆς δίνει ζωή. Ἐπισκέπτεται καί τό καλάμι, πού σείεται ἀπό τόν ἄνεμο καί εἶναι ἕτοιμο νά σπάσῃ καί τό περιδένει καί τό στηρίζει. Ἐπισκέπτεται τήν ἡμιθανῆ ἀνθρωπότητα καί τῆς δίνει ζωή. Ἐπισκέπτεται καί τόν καθένα ἀπό μᾶς καί μᾶς ἐλευθερώνει ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας, μᾶς θεραπεύει τίς ψυχικές καί σωματικές μας ἀρρώστιες, ὁ «πανακής ἰατρός» καί μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόπον ἀναψυχῆς. Δέν στερεῖ κανέναν ἀπό τή λυτρωτική Παρουσία Του. Μᾶς ἐπισκέπτεται μέ στοργή, ὅπου κι’ ἄν βρισκώμαστε, ὅποιοι κι’ ἄν εἴμαστε, ὅ,τι κι’ ἄν κάνουμε. «Ἵσταται ἐπί τήν Θύραν καί κρούει...» (Ἀποκ. γ΄ 20) καί ζητεῖ νά ἀκούσουμε τή φωνή του καί νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας, νά κατοικήσῃ ἐντός μας καί νά κάμῃ τήν ψυχή καί τή ζωή μας Παράδεισο.
Ἔρχεται καί στήν Κολυμβήθραν τήν ἐπιλεγομένη ἑβραϊστί Βηθεσδά. Στήν Κολυμβήθρα, στήν ὁποία κατέβαινεν ἀπό καιροῦ εἰς καιρόν ὁ ἄγγελος καί ἐτάρασσε τό ὕδωρ καί ὁ Πρῶτος ἐμβάς μετά τήν ταραχήν τοῦ ὕδατος ὑγιής ἐγίνετο ἀπό ὅποιοδήποτε νόσημα καί ἄν κατείχετο (Ἰωάν. ε΄ 4). Ἐκεῖ εὑρίσκετο πλῆθος πολύ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν,  χωλῶν, ξηρῶν, πού περίμεναν μέ λαχτάρα τήν ταραχήν τοῦ ὕδατος. Μεταξύ αὐτῶν ὑπῆρχε καί ἕνας  ἄνθρωπος, τριάντα ὀκτώ χρόνια παράλυτος, πού δέν εἶχε ἄνθρωπον νά τόν βοηθήσῃ. Ὅμως αὐτός, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του, εἰλικρινά μετανοιωμένος, γνωρίζοντας καλά ὅτι ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν του παρέλυσε, περίμενε ἐκεῖ,  ἀγόγγυστα, μέ πίστι
 στό Θεό καί ὑπομονή, τή σωτηρία του.
«Τοῦτον ἰδών ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καί γνούς ὅτι πολύν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιής γενέσθαι;» (Ἰωάν. ε΄ 6).
Ὁ καρδιογνώστης τόν ξεχώρησε, διότι εἶδε τήν εἰλικρινή του μετάνοια, τήν ὑπομονή του καί τήν Πίστι του.  Τριάντα ὀκτώ χρόνια περιμένει καί προσεύχεται. Ἄκουσε τήν προσευχή του καί ἔρχεται κοντά του, γιά νά τόν θεραπεύσῃ, ἀλλά σεβόμενος τήν ἐλευθερίαν του καί γνωρίζοντας ὅτι ἐξ  αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του παρέλυσε, ζητεῖ τήν συγκατάθεσίν του, γιά νά τόν θεραπεύσῃ. Γνωρίζῃ ὁ Κύριος ὅτι γιά νά γίνῃ καλά κανείς πρέπει νά θέλῃ ὁ ἴδιος. Ἐάν θεραπεύσῃ ὁ Κύριος τήν παραλυσία του καί ὁ ἴδιος δέν εἶναι ἀποφασισμένος νά ἀπέχει ἀπό τίς ἁμαρτίες, πού τόν παρέλυσαν, σίγουρα θά ἐπανέλθῃ στήν ἀρρώστια καί πάλιν θά παραλύσῃ. Γι’  αὐτό καί ὀ Κύριος τόν ἐρωτᾶ: «θέλεις ὑγιής γενέσθαι;»
Ἀπαντῶν στό ἐρώτημα τοῦ Κυρίου ὁ παράλυτος διατραγωδεῖ τόν πόνο καί τή λαχτάρα νά γίνῃ καλά, καί λέγει: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τό ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τήν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δέ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρό ἐμοῦ καταβαίνει. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἆρον τόν κράβαττόν σου καί περιπάτει. Καί εὐθέως ἐγένετο ὑγιής  ὁ ἄνθρωπος, καί ἦρε τόν κράβαττον αὐτοῦ καί περιεπάτει» (Ἰωάν. ε΄ 7-9).





Ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός ἔγινε, γιά χάρι μας, καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἦλθε καί παραμένει κοντά μας, βοηθός στίς θλίψεις μας, σκέπη καί καταφυγή καί στερέωμα. Τώρα δέν εἴμαστε πιά μόνοι. Ὁ Χριστός, «ὁ πανακής ἰατρός» εἶναι μαζί μας. Καί  «σέ  ὅσους Τόν δέχονται καί πιστεύουν στό Ὄνομά Του, δίδει ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (Ἰωάν. α΄ 12).
Σέ ὅλους τούς πιστούς Μαθητές Του δίδει καί «τήν  ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί ἐπί πᾶσαν τήν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καί οὐδέν  αὐτούς οὐ μή ἀδικήσῃ» (Λουκ. ι΄ 19). Ὁπλίζει τούς πιστούς μέ τή Χάρι Του καί τή δύναμί Του. Καί τό σπουδαιότερο· μᾶς συντροφεύει στή ζωή μας, μᾶς στηρίζει στίς δύσκολες ὧρες, καί μᾶς ὁδηγεῖ πρός τόν Πατέρα.
Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τή Χάρι τῆς ὁλοζώντανης Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στή ζωή μας; Ἀπολύτως κανείς.
Ὁ Καθένας μας ὅμως μπορεῖ νά δεχθῇ τή Χάρι. Νά νοιώσῃ τή δωρεά τῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου μας στή ζωή του. Μπορεῖ νά ἀπολαμβάνῃ τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου, διά τῆς Πίστεως τῆς δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης.
Ὅλοι μας ἔχουμε δεχθεῖ στή ζωή τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, πού ἔρχεται καθημερινά κοντά μας καί θεραπεύει πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.
Ὅπως θεράπευσε τόν παράλυτον τῆς Βηθεσδά, ἔτσι θεραπεύει τόν καθένα μας , ἐκεῖ, ὅπου κι’ ἄν  εὑρισκώμεθα, καί γίνεται ἄφαντος, δέν περιμένει τίς εὐχαριστίες μας. Ὁ Παράλυτος δέν γνώριζε τό Θεραπευτή του. Δέν παρέλειψε ὅμως νά πάῃ στό ναό νά εὐχαριστήσῃ τό Θεό, γιά τή θεραπεία του. Καί ἐκεῖ συνήντησε τόν Ἰησοῦ  καί δέχθηκε τά Χάρι Του. Τότε ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: «ἴδε ὑγιής γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μή χεῖρόν σοί τι γένηται». Δέχθηκε τή λυτρωτική σύστασι τοῦ Κυρίου καί διεκήρυξε ἀμέσως στούς Ἰουδαίους, ὅτι ὁ Ἱησοῦς εἶναι ὁ Θεραπευτής Του.
Καλόν εἶναι νά βρεθοῦμε κι’ ἐμεῖς  εἰς τό Ἱερόν καί νά Τόν εὐχαριστοῦμε γιά τίς ἄπειρες, φανερές καί ἀφανεῖς εὐεργεσίες Του καί νά Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἀξιώνῃ νά Τόν λατρεύουμε, νά Τό δοξολογοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Τόν ὑμνοῦμε εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Διότι, Σ’ Αὐτόν πού μᾶς ἀγαπᾷ και μόνον Σέ Αὐτόν, ἀνήκει ἡ τιμή, τό κράτος καί ἡ αἰώνια δοξολογία. Σ’ Αὐτόν πού μᾶς λούζει καί μᾶς καθαρίζει μέ τό πανάγιον  αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, Σ’ Αὐτόν, πού  μᾶς κάνει βασιλιᾶδες καί ἱερεῖς τῷ Θεῷ καί Πατρί Αὐτοῦ, Σ’Αὐτόν καί μόνον Σ’ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν» (Ἀποκ. α΄  5β-6).







Τετάρτη, 8 Μαΐου 2019

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ





Ἡ Ζωή καί ἡ Ἀνάστασις ἡμῶν

Ὁ Χριστός «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη
καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά σύμπαντα.

Αὐτόν προσκυνήσωμεν».

Ὁ Χριστός «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ»(Ἀποκ. στ΄2).
Ἀπό ἄπειρη, γιά τά πλάσματά Του, ἀγάπη, ὁ τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ, ἔπαθεν ὡς ἄνθρωπος, κατῆλθεν εἰς τόν ᾏδη, γιά νά ἐλευθερώση καί τούς ἐν ᾏδῃ καί ἐπειδή «οὐκ ἦν δυνατόν κρατεῖσθαι ὑπό τῆς φθορᾶς τόν ἀρχηγόν τῆς Ζωῆς», ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός Ἀνέστη ὡς Θεός, μετά δόξης, καί «κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστι τόν διάβολον»(Ἑβρ. β΄14) καί μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπό τό θάνατο καί ἀπό τό φόβο τοῦ θανάτου καί ἔσωσε τά σύμπαντα.


Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος! Γι’ αὐτό καί ἀγάλλεται καί χαίρει πᾶσα ἡ κτίσις.
Τά πάντα γέμισαν φῶς. Τό φῶς τό τῆς γνώσεως, τό Φῶς τῆς ἀγάπης καί τῆς Δικαιοσύνης καί εἶναι καιρός, νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, τό Νικητή καί Θριαμβευτή πάνω στό Θάνατο, νά τροποποιήσουμε καί νά θεραπεύσουμε τήν προβληματική μας συμπεριφορά καί νά βροῦμε ἀνάπαυσι στήν ψυχή μας.

Χριστός Ἀνέστη! Χαρούμενα ἄς πάλλοντ’ οἱ καρδιές
Καί τά χείλη μας ἄς ψάλλουν στόν αἰώνιον Νικητή, μέ Κατάνυξι,  ὕμνους δοξολογίας, εὐχαριστήριες  Ὠδές.
Τιμή καί δόξα στόν Αἰώνιο, τόν Λυτρωτή μας καί Θεό! 
         
Κατήργησε τό θάνατο, ὁ Κύριος, ἐνέκρωσε τόν ᾏδη.
Ἐφώτισε τά σύμπαντα, μέ τήν Ἀνάστασίν Του.
Ἔδιωξε, μέ τή Χάρι Του καί μέ τή Δύναμί Του, τόν
Πόνο καί τή συμφορά, διέλυσε τά σκοτάδια μας.

Χριστός Ἀνέστη! «Σημεῖον», Φάρος φωτεινός
Προβάλλει τοῦ Σωτῆρος ὁ Τίμιος Σταυρός.
Σύμβολον Ἀγάπης, Θυσίας, Προσφορᾶς,
Σύμβολον Ἀναστάσεως, θριάμβου καί Χαρᾶς.

Ἕνωσε γῆ καί Οὐρανό, μέ τή Θυσία Του καί τήν
Ἀνάστασίν Του. Ἀνέστησε, ὕψωσε, ἐδόξασε τόν
ἄνθρωπο, ἁγίασε τή φύσι, δώρισε τήν καταλλαγή,
τῶν ἀνθρωπίνων,  χαμηλῶν, παθῶν τή ἀπαλλαγή.

Χριστός Ἀνέστη! Ἡ ἀλήθεια καί τό δίκιο θριαμβεύει.
Τώρα πιά, ὁ Δικαιοκρίτης, ἀποδίδει στόν καθένα, ἀνάλογα μέ τά ἔργα του, «Κεφαλή», «καρδιά» καί «πόδες»(πρβλ. Ἡσ. α΄ 5), τά πάντα ἐποπτεύει ὁ Θριαμβευτής.

Ἐγκρέμισε τά εἴδωλα γύρω μας καί μέσα στήν ψυχή μας. 
Τό μῖσος ἐξερίζωσε ἀπ’ τό νοῦ καί τήν καρδιά μας.
Ἔμπρακτα μᾶς  δίδαξε τήν Καινήν Ἐντολήν, τήν τέλεια
Ἀγάπη, πώς πρέπει, ὅταν χρειασθῇ, 
ἀκόμη καί γιά τούς ἐχθρούς, νά σταυρωθοῦμε.

Χριστός Ἀνέστη! 
Καί ἵδρυσε τή «Νέα Κοινωνία», κοινωνία ἁγίων.
Μᾶς ἕνωσε μέ τό Θεό  καί μέ τούς ἀδελφούς μας.
Ἐκεῖνος ἐπιβλέπει καί κανείς δέν ἐπιτρέπεται 
τόν ἄλλον  νά ὑποβλέπῃ. 
Ἡ Ἀγάπη Του τον κόσμο κυριεύει.


























Κύριέ μου, Ἰησοῦ, πῶς, ὁ ἄθλιος ἐγώ, μπορῶ νά Σέ ὑμνήσω; Τό μόνο, πού μπορῶ εἶναι νά διακηρύξω, ὅτι Σύ εἶσαι ἡ Ἀνάστασις καί ἠ ζωή ἡμῶν, τῶν ἀναξίων.
Ναί Σύ καί μόνο Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ
Μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Σύ σταυρώθηκες καί Ἀναστήθηκες, γιά μᾶς. Σύ, Κύριε, εἶσαι ὁ Λυτρωτής μας. Σύ καί μόνον Σύ, θέλεις ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖς ὡς Παντοδύναμος  νά  μᾶς  ἀνασύρεις ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», στήν ὀποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Σύ καί μόνον Σύ, μᾶς παραστέκεις καί μᾶς στηρίζεις σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Καί ὅταν ἐμεῖς οἱ ἄθλιοι Σέ διώχνουμε ἀπό κοντά μας, μέ τά ἄπρεπα καμώματά μας, μόνον σύ μᾶς κυνηγᾶς μέ τό Ἔλεός Σου καί κρούεις τή Θύρα τῆς ψυχῆς μας, περιμένοντας, μέ τήν ἄφατη μακροθυμία Σου, τήν ἐπιστροφή μας. Μόνον Ἐσένα ἔχουμε κοντά μας στίς χαρές καί στίς θλίψεις μας. Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον Κανένα.
Κύριε, Μακρόθυμε, μή μᾶς ἐγκαταλείπης. Μεῖνε μαζί μας!...Λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ. Ἀξίωσέ μας, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά Σέ δοξολογοῦμε καί, ἀσιγήτως, νά Σέ  ὑμνοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.