Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

«ΕΚ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΝΙΟΥ ΕΚΠΟΡΕΥΕΤΑΙ»,



                           
«ΠΟΤΑΜΟΣ ΥΔΑΤΟΣ ΖΩΗΣ,

ΟΙ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ»

 

«Ποταμός  Ὕδατος ζωῆς ἐκπορεύεται ἀπό τό Θρόνο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. κβ΄ 1ἑξ.). Εἶναι σύμβολον ὅλων τῶν δωρεῶν τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ὅποιος προσέρχεται,  νά ξαποστάσῃ κι’ ἀνάπαυσι ψυχῆς νά βρῇ, ἄν ἔχῃ καθαρή καρδιά καί Πίστι θερμή, σίγουρα λαμβάνει ὕδωρ ζωῆς δωρεάν, γεύεται τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ: «Ὁ διψῶν ἐρχέσθω καί ὀ θέλων λαβέτω ὕδωρ ζωῆς δωρεάν»(Ἀποκ.κβ΄17). Πίνει τό ζωντανό νερό,  δέν ξαναδιψᾶ. Εἶναι μακάριος. Τό ὕδωρ τό ζῶν γίνεται μέσα του πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον» ( Ἰωάν. δ΄14).

Ἄν κανείς τολμήσῃ καί προσεγγίσῃ, μέ πονηρόν τόν ὀφθαλμόν τῆς ψυχῆς, με θολωμένο τόν  νοῦν, μέ ἀκάθαρτη καρδιά, δέν λαμβάνει, ἀποκρούει τή Χάρι. Πρῶτα πρέπει νά καθαρίσῃ τή λάσπη ἀπ’ τήν ψυχή του, γιά νά γίνῃ δεκτικός τῆς Χάριτος καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ.

Ἄν κανείς ψάχνει νά βρῆ λάσπη εἰς τόν ποταμόν ὕδατος ζωῆς, παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, μάταια ψάχνει, λάσπη δέν θά βρῇ. Μόνον διαυγῆ, κρυστάλλινα, «νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα»(Διον. Σολωμός) ἀσφαλῶς, θά βρῇ σ’ αὐτόν  ἐδῶ τόν ἅγιον  Ποταμόν ὕδατος ζωῆς, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Θρόνον τοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀρνίου καί ποτίζει και δροσίζει και ζωοποιεῖ τίς ψυχές τῶν ταπεινῶν, τῶν πιστῶν καί καθαρῶν τῇ καρδίᾳ.

Ἡ Χάρις τοῦ Παντάνακτος Θεοῦ μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε ἀπό τή Βαβυλῶνα: «Ἔξελθε ὁ λαός μου ἀπό τη Βαβυλῶνα» ( Ἀποκ. ιη΄4), λέγει ὁ Κύριος. Διακόψτε κάθε σχέσι καί κοινωνία, με τούς ἀμετανοήτους Βαβυλωνίους. Καθαρίστε τή λάσπη ἀπό τήν ψυχή σας. «Ἀκολουθήσατε τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ» (Ἀποκ. ιδ΄4) καί τότε, ἀσφαλῶς, θά λάβετε ὕδωρ ζωῆς δωρεάνΒγές, λοιπόν, ψυχή μου, γρήγορα μεσ’ ἀπό τή σαπίλα.

Καθάρισε τήν καρδιά σου ἀπό τή λάσπη. Γίνου ἄγρυπνος καί προσεκτικός. Κόψε κάθε πονηρό δεσμό. Κάψε τἄχυρα τῶν ἔργων σου. Ἄφησε τά ἔργα τῆς Παραφροσύνης. Παρακάθισε νοερά, ὡς ἡ Μαρία ἡ ἀδελφή τοῦ Λαζάρου, παρά τούς πόδας τοῦ γλυκυτάτου Ἰησοῦ.

Ἄκουε προσεκτικά, μέρα καί νύχτα μελέτα, ψέλλιζε τόν πανάγιο λόγο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ μόνη καθαρή τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἴαμα, θεραπεία. Παρακάθισε παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων.  Σίγουρα ἐδῶ θά βρῇς τόν «ἐπί τῆς οὐσίας ἄρτον», τόν ἄρτον τῆς ζωῆς τόν ἀληθινόν, τόν ἄρτον τοῦ Θεοῦ, πού διαφέρει ἀπό τό καθημερινό ψωμί. «Ὁ γάρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ», πραγματικά, εἶναι ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ Οὐρανοῦ και ζωήν διδούς τῷ κόσμῳ» ( Ἰωάν. στ΄33).

ΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ νά  ἀφήσουμε τίς ψεύτικες τοῦ κόσμου τές ἀγάπες και να ἀκούσουμε τή γλυκειά φωνή τοῦ παναγίου Πνεύματος, πού μᾶς καλεῖ νά ἐξέλθουμε ἀπό τά Βαβυλῶνα. Καιρός εἶναι νά διακόψουμε κάθε σχέσι καί κάθε κοινωνία, μέ τούς Χλευαστές, τούς ἀσεβεῖς, τούς ἀμετανοήτους, καί γενικά νά κόψουμε κάθε δεσμό, μέ τήν ἁμαρτία καί νά καταλάβουμε καλά ὅτι, πράγματι, μακάριος ἀνήρ, ἄνθρωπος πανευτυχής εἶναι μόνον ὅποιος ἀνοίγει τήν ψυχή του στό Χριστό, πού εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἐκεῖνος πού ἐγκολπώνεται τό ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ. Μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού μελετᾶ μέρα καί νύχτα τό λόγο τοῦ Θεοῦ καί τόν  κάνει «Πρᾶξι» στήν καθημερινή του ζωή. Αὐτός, ὅπως λέγει ὁ Δαυῒδ, ὁμοιάζει μέ τό δένδρο, πού εἶναι φυτεμένο παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων, πού ἔχει ριζώσει στις ὄχθες τοῦ ποταμοῦ  Ὕδατος Ζωῆς, εἶναι ἀειθαλές καί ἀποδίδει τούς καρπούς του στόν κατάλληλο καιρό. Αὐτός ἀποδίδει τούς εὔχυμους καρπούς τοῦ παναγίου Πνεύματος, πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια» (Γαλάτ. ε΄22-23). Ὁ Παρακαθήμενος παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ εἶναι ὁ πραγματικά μακάριος, ὀ πανευτυχής. Αὐτός ἐκπέμπει Χάρι, θεϊκή εὐωδία, ἀκτινοβολεῖ ἐνέργεια τοῦ παναγίου καί ζωοποιοῦ Πνεύματος. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του καί τά ἔργα του κατευοδοῦνται, διότι εὐλογοῦνται ἀπό τόν Θεόν: «Chi jodea Sabaoth derech tsadikim vederech Ressaim tobeth» ( Ψαλμ. α΄6Δηλαδή: « Ὅτι γινώσκει Κύριος  ὁδόν δικαίων καί ὁδός  ἀσεβῶν ἀπολεῖται». Ὁ πιστός, πού μελετᾶ ἀδιάκοπα τό λόγο τοῦ Θεοῦ, στεκεται «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» καί συνομιλεῖ,  μέ  τό Θεό καί δέχεται τό ὕδωρ τό ζῶν, ἐκ τοῦ ποταμοῦ Ὕδατος Ζωῆς, πού ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Θρόνου τοῦ Θεοῦ και τοῦ ἀρνίου, δωρεάν καί εἶναι μακάριος. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστός μακαρίζει ὅλους ἐκείνους, πού  ἀκοῦνε καί μελετοῦν το λόγο Του  καί τόν κάνουν «Πρᾶξι» στήν καθημερινή τους ζωή (Λουκ. ια΄28) καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι οἱ ἀσεβεῖς θά δέν θά σταθοῦν ὄρθιοι τήν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως (Ψαλμ. α΄4-5), ἐνῶ «τότε οἱ δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ  Ἥλιος ἐν τῇ Βασιλείᾳ τοῦ πατρός αὐτῶν. Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω»(Ματθ. ιγ΄43).  



Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

Η ΔΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ ΤΟΥ «ΚΑΤ’ΕΙΚΟΝΑ». Η ΚΑΤΑΛΛΑΓΗ, Η ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΙΣ, Η ΕΙΡΗΝΕΥΣΙΣ.


H ΠΤΩΣΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΛΑΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΛΑΖΟΝΙΑΣ. 

Η ΦΘΟΡΑ ΤΟΥ·«ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ».

Πάνσοφος Δημιουργός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, ἔπλασε τον ἄνθρωπον «κατ’εἰκόνα καί  καθ’ὁμοίωσιν Αὐτοῦ». «’Ενεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς καί ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν». «Φυτεύει παράδεισον καί ἐγκαθιστᾶ τόν ἄνθρωπον εἰς τόν Παράδεισον τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι αὐτόν και φυλάσσειν» (Γενέσ. α΄26. β΄7-8,15).  ΘΕΛΕΙ ὁ Πανάγαθος τά πλάσματά Του να μένουν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἑνωμένα μαζί Του. Μᾶς θέλει κοντά Του. ΘΕΛΗΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ εἶναι νά  ἐργάζεται ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Παράδεισον καί νά τόν φυλάσσῃ. Δηλαδή νά διατηρῇ καί νά διαφυλάττῃ τή σχέσι καί κοινωνία του, μέ τόν Δημιουργόν καί  Εὐεργέτην του, νά παραμένῃ στή θέσι του «ἐνώπιος ἐνωπίῳ», ὁδεύων, μέ τή  θέλησί του ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ὁμοίωσιν». Αὑτός εἶναι ὁ Παράδεισος καί ἡ ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου σ’ αὐτόν: Νά  τηρῇ, μέ τή θέλησί του, τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά παραμένῃ ἐν τῇ ἀγάπῃ, κοντά στό Θεό καί διά τῆς τηρήσεως τοῦ Θελήματος τοῦ Θεοῦ νά φθάσῃ ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ὁμοίωσιν», καί ἀπό «δυνάμει θεός», νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ θεός». Ὡς Πανάγαθος καί στοργικός Πατέρας διδάσκει τά πλάσματά Του, τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον θά ἐργάζωνται καί θά φυλάσσουν τόν Παράδεισον τῆς τρυφῆς, πῶς δηλαδή, θά φυλάσσουν τή σχέσι, τήν κοινωνία καί συνομιλία  τους, μέ τόν Θεόν: Τούς ἔδωκε τήν ΕΝΤΟΛΗΝ. Ἡ ἐργασία τους εἰς τόν  παράδεισον συνίσταται εἰς τήν τήρησι τοῦ Θελήματος τοῦ Θεοῦ, εἰς τήν τήρησι τῆς Ἐντολῆς, διά τῆς ὁποίας μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος, μέ τή θέλησί του, νά φθάσῃ ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό «καθ’ὁμοίωσιν», νά γίνῃ θεός κατά χάριν. Ὁ Θεός θέλει νά μένουμε ἐν τῇ ἀγάπῃ, μέ τή θέλησί μας. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Ἡ  Ὑπακοή εἰς τήν Ἐντολήν εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης μας πρός τόν Δημιουργόν. Διά τῆς Ὑπακοῆς μένομεν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἐν τῷ Θεῷ και ὁ Θεός μένει μαζί μας, «ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, και ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει και ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄16).Αὐτός εἶναι ὁ Παράδεισος καί διά τῆς ἀγάπης διαφυλάσσεται.

Ὁ Προφήτης Δαυῒδ διαπιστώνει ὅτι ἀπό τόν πρωτόπλαστον καί μέχρι σήμερα ὁ «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ.48, 13,21). Δεν κατενόησε τήν τιμήν τοῦ· «κατ’ εἰκόνα», κυριεύεται  ἀπό τόν Ἑωσφορισμό, ἀπό τόν Ἐγωϊσμό καί τήν ἀλαζονία. Καί, διά τῆς Παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς, τότε καί σήμερα, ἐγκαταλείπουν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεόν, Πηγήν  Ὕδατος Ζωῆς», χωρίζονται ἀπό τόν Θεόν τῆς Ἀγάπης, ἀφήνουν ἀφύλακτες τίς Θυρίδες, καί μπαίνει ὁ Διάολος μέσα τους, «ἐγκαταλείπουν τόν Θεόν καί Δημιουργόν τους, τήν Πηγήν Ὕδατος Ζωῆς,  ἀπομακρύνονται καί ὀρύσσουν  ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» ( Ἱερεμ. β΄13). Εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀπομακρύνσεως περιπίπτουν εἰς τούς ληστάς-Δαίμονας, στά βρωμερά τους πάθη.  Κυριεύονται  ἀπό τόν  Ἐγωϊσμόν καί  τά βλαστήματα τῆς ἀλαζονίας τους. Ξεπέφτουν εἰς τήν θέσιν τῶν ἀνοήτων κτηνῶν, συμπεριφέρονται σάν ἄλογα κτήνη, καί πεθαίνουν σάν κτήνη. Ὁ Παῦλος λέγει ὅτι «ἤλλαξαν τήν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καί πετεινῶν καί τετραπόδων καί ἑρπετῶν… Παραδόθηκαν πράγματι εἰς Πάθη ἀτιμίας. Λατρεύουν  τήν κτίσιν, ἀντί νά σέβωνται καί νά λατρεύουν  τόν Δημιουργόν καί Κτίστην τῶν ἀπάντων, και, χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, ἔτσι κυριεύονται ἀπό κάθε εἶδος ἁμαρτίας, ἀπό πορνείαν, πονηρίαν, πλεονεξίαν, κακίαν, εἶναι γεμᾶτοι ἀπό φθόνον, φόνον, φιλονικίαν, δόλον,  κακοτροπίαν, κακοήθειαν, εἶναι ψιθυριστές, συκοφάντες, ἐχθροί τοῦ Θεοῦ, ὑβριστές, ὑπερήφανοι, ἀλαζόνες. ἐφευρέτες κακῶν, ἀπειθεῖς εἰς τούς γονεῖς, ἀνόητοι, ἄστατοι, ἄστοργοι, σκληροί, ἀνελεήμονες και ὄχι μόνον δεν τηροῦν τόν νόμον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ἐπιδοκιμάζουν αὐτούς, πού παραβαίνουν τόν νόμον»(πρβλ. Ρωμ. α΄ 18-β΄32).

Χωρισμένοι ἀπό τόν Θεόν, ἔχασαν τήν εἰρήνην τους, μέ τόν Θεόν, ἔχασαν τήν ψυχική τους γαλήνην καί ἡρεμίαν καί τήν εἰρήνην τους, μέ τούς ἀλλους ἀνθρώπους. Δέν εἰρηνεύουν.  Εἶναι διαρκῶς ταραγμένοι καί προσπαθεῖ νά κατασπαράξῃ ὀ ἕνας τόν ἄλλον, «στρέφει ὁ Μανασσής καί τρώγει τίς σάρκες του, κατεσθίει τόν ἀδελφόν του». Ἀνάβουν παντοῦ φωτιές, πολεμοῦν ὁ Ἕνας τόν Ἄλλον καί σωρεύουν παντοῦ συμφορές, ὀδύνη, πόνον καί Θάνατον.

Ἡ ἀνθρωπότης, χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, κατάκειται ἡμιθανής ἐν χώρᾳ καί σκιᾷ θανάτου καί περιμένει, μέ λαχτάρα, Ἕναν ΛΥΤΡΩΤΗΝ.

Ὁ ΠΑΝΑΓΑΘΟΣ ἀπό τά ὕψη τῆς Δόξης Του βλέπει τήν  κατάντια μας καί ἔρχεται κοντά μας καί μᾶς καλεῖ να ἐπιστρέψουμε, ἄν θέλουμε, κοντά Του, εἰλικρινά μετανοιωμένοι, νά ἐπανεύρωμεν τήν ψυχική μας γαλήνη, νά βροῦμε ἀνάπαυσιν καί νά νοιώσουμε κοντά Του ἀσφαλεῖς. Δέν μᾶς ἐξανάγκάζει. Ἔρχεται κοντά μας, «ὡς αὔρα λεπτή». Πλησιάζει τήν τρεμοσβύνουσαν λυχνίαν καί ρίχνει λάδι καί τῆς δίνει ζωήν, λέγει ὁ προφήτης Ἡσαῒας. Πλησιάζει τό τσακισμένο καλάμι καί τό περιδένει καί τό στηρίζει καί τοῦ δίνει ζωή. Ἔρχεται ἀθόρυβα καί σπογγίζει τά δάκρυά μας. Ἁπαλύνει τόν πόνον μας, θεραπεύει τίς Πληγές μας. Μᾶς χαρίζει  ζωήν καί Ἀνάστασιν. «Σέ κείνους, πού Τόν δέχονται καί πιστεύουν στό  Ὄνομά Του δίδει τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι»(Ἰωάν. α΄12).


Ἔρχεται ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί «κρούει τήν Θύραν» καί περιμένει νά τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας νά κατασκηνώσῃ. Ἔρχεται,
λέγει ὁ ἱερός Δαμασκηνός,     « ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι». Ἔρχεται καί γίνεται, σέ ὅλους ἐμᾶς, Τύπος καί Ὑπογραμμός,  Ὑπόδειγμα Ὑπακοῆς εἰς τό ΘΕΙΟΝ ΘΕΛΗΜΑ. Γίνεται «»υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ  Σταυροῦ, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Φιλιπ. β΄6-11. Ἰωάν. γ΄15,16). ΠΑΣΧΕΙ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιά μᾶς, ὁ γλυκύτατος Ἱησοῦς «ὑπολιμπάνων ἡμῖν Ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν αὐτοῦ» (Α΄ Πέτρ. β΄21). Ἔρχεται καί μέ τό πανάγιον Αἷμα Του, μᾶς συμφιλιώνει, μᾶς καταλλάσσει μέ τόν Θεόν καί μεταξύ μας.  Ἡ καταλλαγή, ἡ συμφιλίωσις, ἡ εἰρήνευσις εἶναι δωρεά τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι «δόσις ἀγαθή καί δώρημα τέλειον ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον ἐκ τοῦ πατρός τῶν φώτων»( Ἰακ. α΄17). Ὁ Κύριος λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ Ὁδός και ἡ Ἀλήθεια καί ἡ ζωή» Συνεπῶς: «Οὐδείς ἔρχεται πρός τόν Πατέρα εἰ μή δι’ ἐμοῦ» ( Ἰωάν. ιδ΄6). Μόνον ὁ Χριστός, μέ τή Σταυρική Του Θυσία, μᾶς συμφιλιώνει καί μᾶς ἑνώνει μέ τόν Πατέρα.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός  εἶναι ἡ ζωή μας (Κολος.γ΄4), Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι καί ἡ εἰρήνη μας» ( Ἐφεσ.  β΄14). Καί ἐξηγεῖ: Ὁ Χριστός ἕνωσε τούς δύο Λαούς, τόν Ἰουδαϊσμόν καί τόν Ἐθνισμόν, σέ  Ἕνα. Αὐτός  ἔλυσε τό μεσότοιχον τοῦ φραγμοῦ, δηλαδή τήν ἔχθραν, πού χώριζε τούς Ἰουδαίους ἀπό τούς Εἰδωλολάτρες.  Μέ τή Σταυρική Του Θυσία, μέ τό Αἷμα Του, γκρέμισε το φραγμό καί διέλυσε τήν ἔχθραν, πού χώριζε τούς δύο Λαούς, τούς ἕνωσε μαζί Του, τούς συμφιλίωσε, γιά νά δημιουργήσῃ εἰς τόν ἑαυτόν Του, ἀπό τά δύο μέρη Ἕνα Νέον ἄνθρωπον. Μέ τή Θυσία Του ἕνωσε μαζί Του ὅλους τούς ἀνθρώπους. ΣΤΑΥΡΩΘΗΚΕ «ἵνα  τούς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινόν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην, καί ἀποκαταλλάξῃ τούς ἀμφοτέρους ἐν ἑνί σώματι τῷ Θεῷ διά τοῦ Σταυροῦ, ἀποκτείνας τήν ἔχθραν ἐν ἑαυτῷ» ( Ἐφεσ. β΄14-16). Ἔφερε σέ ὅλους τήν εἰρήνην. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εἰρήνη μας. Αὐτός συμφιλιώνει τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τόν Θεόν Πατέρα. Εἴμαστε δικό Του ἔργο. Δημιουργηθήκαμε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, γιά ἔργα ἀγαθά, τά ὁποῖα ὁ Θεός προετοίμασε, γιά νά ἀποτελέσουν τόν τρόπον τῆς ζωῆς μας ( Ἐφεσ. β΄10). Ὁ Χριστός μᾶς σώζει. Μᾶς συμφιλιώνει καί μᾶς ἑνώνει μέ τόν Πατέρα καί μᾶς διδάσκει καί  τόν τρόπον, τό Πῶς, νά μένουμε ἑνωμένοι μέ τόν Πατέρα ἐν τῇ ἀγάπῃ καί Πῶς νά διαφυλάσσουμε στή ζωή μας «τήν εἰρήνην τοῦ Θεοῦ τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν», γιά νά φρουρῇ τίς καρδιές καί τίς σκέψεις  μας» (Φιλιπ. δ΄7).

Προϋπόθεσις εἶναι νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά πιστέψουμε στό Ὄνομά Του καί νά κάνουμε «Πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Πρέπει νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι δέν σωζόμαστε  ἀπό τά ἔργα μας. «Τῇ γάρ χάριτι ἐσμέν σεσωσμένοι διά τῆς πίστεως. Καί τοῦτο οὐκ ἐξ ἡμῶν, Θεοῦ τό δῶρον· οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται…»( Ἐφεσ. β΄8-9). Σημειωτέον δέ ὅτι ὁ Κύριος ζητεῖ ἀπό τούς Μαθητάς του νά ἔχουν ταπείνωσι, βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ καί λέγει:

« Ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοι ἐσμεν, ὅτι ὅ ὀφείλομεν ποιῆσαι  πεποιήκαμεν»(Λουκ. ιζ΄ 10) Καί πραγματικά εἴμαστε ἀχρεῖοι δοῦλοι ἐμπρός εἰς τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί τοῦ  Χρέους πού ἔχομαι πρός Αὐτόν. Ὀφείλουμε δέ νά λατρεύωμεν τόν Χριστόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ. 

Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας καί χαρίζει τήν εἰρήνην Του  εἰς τούς ταπεινούς καί καθαρούς τῇ καρδίᾳ καί μᾶς θεωρεῖ φίλους Του ὅταν τηροῦμε τάς Ἐντολάς :«Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ, ἐάν ποιεῖτε ὅσα  ἐγώ ἐντέλλομαι  ὑμῖν» ( Ἰωάν. ιε΄14) καί φίλοι εἶναι ἀσφαλῶς «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ». Οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ,  ἀναλογίζονται τό ὕψος, τό βάθος καί τό μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ, και προσπαθοῦν με τη Χάρι Του να Τόν ὑμνοῦν καί νά Τόν δοξάζουν, λόγῳ και ἔργῳ.

Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τόν Ἑωσφορισμό καί ἀπό τά βλαστήματα τῆς ἀλαζονίας καί γιά νά ἀναπλάσσῃ το ἀμαυρωμένο καί ἀχρειωμένο ἀπό τά Πάθη και τίς κακίες μας «κατ’εἰκόνα» καί για νά μᾶς συμφιλιώσῃ καί νά μᾶς ἑνώσῃ με τόν Οὐράνιον Πατέρα καί μεταξύ μας, ἔγινε ταπεινός ἄνθρωπος καί  ΣΤΑΥΡΩΘΙΗΚΕ, γιά μᾶς. Καί μέ τή ΘΥΣΙΑ  ΤΟΥ μᾶς χάρισε «τήν Εἰρήνην τοῦ Θεοῦ τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν» (Φιλιπ. δ΄7),τήν ὁποίαν χάσαμε διά τῆς παρακοῆς καί ἀφήκαμε νά μπῆ ὁ Διάολος μέσα μας, μέ τραγικές συνέπειες: τήν ἔχθρα, τή διχόνοια, τόν ἀλληλοσπαραγμό, τήν Ὁδύνη, τόν Πόνο καί τό Θάνατο. Ἔγινε ἡ ζωή μας κόλασις. Ἐνεπάγημεν «εἰς ἰλύν βυθοῦ», φθάσαμε στήν ἐσχάτην ἐξαθλίωσιν. Χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, μᾶς πῆρε ὁ διάολος καί μᾶς σήκωσε. «Δέσμιοι τῆς γῆς», ἡμιθανεῖς στενάζουμε, κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου. Καί  ἔρχεται ὁ ΛΥΤΡΩΤΗΣ κοντά μας, ὁ Ἄρχων τῆς εἰρήνης, ὁ Πρῶτος εἰρηνοποιός, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό ΒΟΡΒΟΡΟ καί  νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς Πηγάς ὑδάτων», καί μᾶς χαρίζει τήν εἰρήνη Του, πού εἶναι ἡ τελειότερη ἀπό  τίς ΕΥΛΟΓΙΕΣ, πού «ὁ Θεός τῆς εἰρήνης» (Ρωμ.ιε΄33. ιστ΄20. Α΄Κορινθ. ε΄23. Ἑβρ. ιγ΄ 20.Β΄ Θεσσαλ. γ΄16) χαρίζει στόν καθαρόν τῇ καρδίᾳ πιστόν.

Θά πρέπει να σημειώσω ἐδῶ ὅτι ὁ Χριστός μέ τό Αἷμα Του καθαρίζει καί ἀναπλάσσει τήν ἑαυτοῦ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι. Τό «κατ’ εἰκόνα» ἐφθάρη, ἀμαυρώθηκε, διά τῆς παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς και τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεόν, καθαρίζεται δε και ἀναπλάσσεται διά τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀνάπλασις τοῦ «κατ’εἰκόνα» ἐπιφέρει, διά τοῦ Αἵματος Αὐτοῦ, τήν καταλλαγήν, τήν  συμφιλίωσιν  καί τήν   εἰρήνευσιν, μέ τόν Θεόν.  Ἡ εἰρήνη μέ τόν Θεόν χαρίζει στόν ἄνθρωπον τήν ψυχική γαλήνη. Ἡ εἰρήνη εἶναι ἁρμονία δυνάμεων. Δέν εἶναι σύγκρουσις. Οἱ ἐσωτερικές δυνάμεις τῆς ψυχῆς ( Νοητικό, Βουλητικό καί συναισθηματικό), δέν ἔχουν πόλεμο, δηλαδή δέν συγκρούονται μεταξύ τους, ἀλλά βρίσκονται σέ ἁρμονική σχέσι, εἰρηνεύουν. Κι’ αὐτό συμβαίνει, γιατί ὁ Νοῦς, ἡ βούλησις καί τό συναίσθημα, συνεργάζονται «ἐπιτελεῖν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Αὐτή ἡ ἐσωτερική γαλήνη εἶναι συνέπεια τῆς  εἰρήνης μέ τόν Θεόν. Εἶναι δῶρον τοῦ Θεοῦ πρός τόν πιστόν (Ρωμ. α΄7.Α΄Κορινθ. α΄3. Γαλάτ.α΄3 κλπ.). Συνέπεια δε τῆς ψυχικῆς γαλήνης καί ἠρεμίας τοῦ πιστοῦ εἶναι ἡ εἰρήνη του, με τούς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ἡ εἰρήνη εἶναι τελεία τάξις καί ἁρμονία. Ἡ ἀσυμφωνία, ἡ διαφωνία, ἡ διχόνοια, ἡ ἔρις, ἡ φιλονικία, ἡ ταραχή, ἡ δυσαρμονία, ἡ ἔχθρα, ὁ πόλεμος, εἶναι συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, τῆς Παραβάσεως τῶν Ἐντολῶν. Αὐτή δέ ἡ παράβασις, ἡ ἁμαρτία, διαταράσσει τήν Τάξιν, τήν Ἁρμονίαν καί τήν Ἰσορροπίαν τοῦ ὑλικοῦ και τοῦ πνευματικοῦ Σύμπαντος. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἀνομία. Εἶναι Παρακοή εἰς τούς αἰωνίους και ἀναλλοιώτους Νόμους τοῦ Πανσόφου Θεοῦ, τοῦ Δημιουργοῦ τοῦ Σύμπαντος, συνέπεια τῆς κακῆς χρήσεως τοῦ Νοῦ καί τῆς ἐλευθέρας Βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἕρχεται ὁ Χριστός καί ἐνσαρκώνει την ἄκραν Ταπείνωσιν καί τήν τελείαν Ἀγάπην. Γίνεται Τύπος καί Ὑπογαμμός, ζωντανό Παράδειγμα Ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα «ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ» καί μᾶς καλεῖ νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι», γιά νά διαφυλάξουμε, στήν ψυχή καί τή ζωή μας, τήν εἰρήνην Του, τήν πάντα νοῦν ὑπερέχουσαν, πού μᾶς κρατάει ἑνωμένους μέ  τόν Θεόν καί μεταξύ μας και μᾶς χαρίζει τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.  

Ὁ Απόστολος Παῦλος, ὁ Πρῶτος μετά τον ΕΝΑ, μᾶς προτρέπει νά προσέχουμε καί νά ξεριζώσουμε μέσα ἀπό τήν καρδιά μας πᾶσαν ΚΑΚΙΑΝ, νά σκοτώσουμε τόν Ὄφιν πού φωλιάζει μέσα μας καί μᾶς θανατώνει. Νά ξεριζώσουμε τόν Ἐγωϊσμό καί τά βλαστήματα τῆς ἀλαζονίας, καί ὑμνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν μας, τόν Κύριόν μας, τόνἸησοῦν Χριστόν, νά Τόν λατρεύωμεν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ, «ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». «Τό λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε· ἅ καί ἐμάθετε καί παρελάβετε και ἠκούσατε και εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΕΣΤΑΙ ΜΑΘ’ ΥΜΩΝ» (Φιλιπ. δ΄8-9).




 

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2022

«ΤΑΣ ΕΝΤΟΛΑΣ ΠΑΣΑΣ ΕΦΥΛΑΞΑΜΗΝ ΕΚ ΝΕΟΤΗΤΟΣ ΜΟΥ· ΤΙ ΕΤΙ ΥΣΤΕΡΩ;» (Ματθ.ιθ΄20. Μάρκ. ι΄20).

       «ΕΤΙ   ἝΝ  ΣΟΙ ΛΕΙΠΕΙ (Λουκ. ιη΄ 22).

 

«Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τά ὐπάρχοντα, πάντα ὅσα ἔχεις, και δός πτωχοῖς, και ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ, καί δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Ματθ. ιθ΄21. Μάρκ. ι΄21.Λουκ.ιη΄22).

 

νας πλούσιος Ἑβραῖος νεανίσκος, πιστός καί εὐσεβής πλησιάζει τόν Κύριο, ὄχι, γιά νά Τόν πειράξῃ, ὅπως ὁ  νομικός, ἀλλά, μέ διακαῆ πόθο, μέ λαχτάρα, νά μάθῃ ἀπό τόν Μεγάλο Διδάσκαλο καί νά σωθῇ(Ματθ. ιθ΄16-26. Μάρκ. ι΄17-31. Λουκ. 18-27). Θέλει νά βρῇ τόν  δρόμον του, τόν  δρόμον πρός τήν αἰώνιον ζωήν. Πλησιάζει, μέ σεβασμό τόν Κύριον καί  Τόν  ἐρωτᾷ: «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθόν ποιήσω ἵνα ζωήν αἰώνιον κληρονομήσω;» Διδάσκαλέ μου ἀγαθέ, τί πρέπει νά κάμω, για να κληρονομήσω τήν αἰώνιον ζωήν;

Ὁ Κύριος, ὡς Καρδιογνώστης γνωρίζει τά ἐσώτατα βάθη τῆς ψυχῆς ὅλων μας καί τά κρύφια τῆς καρδίας τοῦ νεανίσκου. Καί πρῶτα ἀπό ὅλα ἐξηγεῖ εἰς τόν νεανίσκον καί τοῦ λέγει: Παιδί μου, ἀφοῦ ἀπευθύνεσαι Σέ Μένα, μέ  τήν ἰδέα ὅτι εἶμαι ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, γιατί μέ ἀποκαλεῖς «Ἀγαθόν»; Μάθε, λοιπόν, πρῶτα ἀπό ὅλα ὅτι, «Οὐδείς Ἀγαθός εἰ μή εἷς ὁ Θεός». Μέ τήν διαβεβαίωσιν αὐτήν,  Κύριος, ὁ Ὁποῖος μᾶς διδάσκει, «ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθ. ζ΄29), μᾶς φέρει σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μας καί μᾶς τονίζει ὅτι «Οὐδείς καθαρός ἀπό ῥύπου, ἔστω καί ἄν εἶναι  μιά μέρα ἡ ζωή αὐτοῦ ἐπί τῆς γῆς»(Ἰώβ 14,4-5). Κανείς, ἀπολύτως κανείς ἄνθρωπος δέν εἶναι ἀπό τόν ἑαυτόν του καθαρός καί πραγματικά ἀγαθός, παρά μονάχα  Ἕνας, ὁ Θεός. Καί λέγει ὁ  Κύριος  εἰς τόν Νεανίσκον: «Ἐάν, λοιπόν, Παιδί μου,  θέλῃς πραγματικά νά  εἰσέλθῃς εἰς την  Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί  νά κληρονομήσῃς τήν αἰώνιον ζωήν, τήρησε τάς Ἐντολάς τοῦ Θεοῦ. Μάθε δε ὅτι οἱ Ἐντολές τοῦ Θεοῦ εἶναι: τό Οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τόν πατέρα σου καί  τή μητέρα σου, μή ἐπιθυμίσεις  ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστίν(Λουκ.ιη΄20) καί ἀγαπήσεις τον πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. ιθ΄19). Σημειωτέον δέ ὅτι  ἡ τήρησις τῶν Ἐντολῶν τῆς Ἀγάπης εἶναι ἀπόδειξις τῆς τελείας ἀγάπης μας εἰς τόν Θεόν καί  τόν πλησίον. Ὅταν ὁ νεανίσκος ἄκουσε τήν ὑπόδειξι τοῦ Κυρίου εἶπε: «Κύριε ὅλα αὐτά τά ἐτήρησα ἀπό τήν τρυφερή μου ἀκόμη ἡλικία· Τί ἔτι ὑστερῶ; (Τί μοῦ λείπει ἀκόμη;). Νόμιζε ὁ Νέος ὅτι τηροῦσε τίς Ἐντολές σωστά, ἀλλά δέν εἶχε, πραφανῶς, διδαχθῆ Ποιά εἶναι καί Πῶς  ἐφαρμόζεται ἡ προς τον πλησίον ἀγάπη. Γι’ αὐτό τόλμησε  και εἶπε ὅτι «ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;»( Τί μοῦ λείπει ἀκόμη;).

Ὁ Εὐαγγελιστής Μάρκος ἀναφέρει ὅτι, ὅταν ὁ Κύριος ἄκουσε τήν ἀπόκρισι τοῦ Νέου, τόν κοίταξε, μέ πολύ ἐνδιαφέρον, «ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν», τόν συμπάθησε  καί, με τρυφερότητα και ἀγάπη τοῦ εἶπε: «Ἔτι ἕν σοι λείπει·  εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα, πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καί διάδος πτωχοῖς, καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ, καί δεῦρο ἀκολούθει μοι, ἄρας τον σταυρόν σου» (Ματθ.ιθ΄21.Μάρκ.ι΄21. Λουκ. ιη΄22). Ὁ Νέος εἶναι εὐσεβής, δίκαιος, τηρεῖ τά τυπικά. Δεν κλέβει, δέν ἀδικεῖ κλπ., ἀλλά εἶναι προσκωλημένος, καθηλωμένος στή γῆ καί τά γήϊνα. Εἶναι «δέσμιος τῆς γῆς». Δίνει τήν ψυχή του στόν ὑλικό πλοῦτο. Νομίζει ὅτι θά ζήσῃ αἰώνια στη γῆ. Θεωρεῖ τά ὑλικά ἀγαθά, τόν πλοῦτο δικό του.                    «Ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα». «Ἦν γάρ ἔχων κτήματα πολλά».  Ὁ Χριστός, γνωρίζει τή λαχτάρα τοῦ Νέου, για τη ζωή καί τοῦ λέγει: «Ὕπαγε πάντα ὅσα ἔχεις  πώλησον καί Διάδος πτωχοῖς. Ἐλευθέρωσε την ψυχή σου ἀπό τά δεσμά τῆς  Ὕλης. Πολλαπλασίασε τά τάλαντα, πού σοῦ ἔδωσα, καί μοίρασέ τα σ’ αὐτούς, πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Αὐτή εἶναι ἡ σημασία τοῦ «πώλησον» καί «διάδος πτωχοῖς». Δεν σημαίνει νά ξεφύγῃς ἀπό τό ΧΡΕΟΣ σου νά ἐργασθῃς,  ἀλλά, μέ  τή  δική σου θέλησι, νά ἐργασθῇς καί νά πολλαπλασιάσῃς τά τάλαντα καί νά μοιράσῃς τά κέρδη, σ’ αὐτούς, πού ἔχουν ἀνάγκη καί πού δέν ἔχουν τό  δικό σου χάρισμα. Ἐσένα ἔκρινα ἱκανόν νά διαχειρισθῇς τά ἀγαθά καί νά τά  δώσῃς στούς πτωχούς καί ὄχι νά τά κατακρατήσῃς,γιά τόν Ἑαυτούλη σου. Δέν εἶναι δικά σου.

Ἀκόμη και αὐτή ἡ ψυχή σου, δεν εἶναι δική σου. Ἐγώ σοῦ τή χάρισα, λέγει ὁ Κύριος. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, Παιδί μου, θέλω,  να καταλάβῃς, ὄχι μόνον ἐσύ, ἀλλά, μαζί μέ σένα, ΟΛΟΙ οἱ ἄνθρωποι, νά κατανοήσουν «το βραχύ τῆς ζωῆς» καί τή «ματαιότητα» τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων.  Και πραγματικά. ΟΛΟΙ εἴμαστε Διαχειριστές, Οἰκονόμοι τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ και ὀφείλουμε ὡς Καλοί Οἰκονόμοι να πολλαπλασιάζουμε τά τάλαντα καί προσφέρουμε τά ἀγαθά (ὑλικά καί πνευματικά) σέ κείνους, πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Όλα τά ἀγαθά, τήν Τέχνη καί τήν Ἐπιστήμη καί τά προϊόντα τῆς γῆς νά τά προσφέρουμε, μέ ἁπλοχεριά, στούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ καί ἔτσι νά θησαυρίζουμε Θησαυρούς ἐν Οὐρανῷ. Αὐτός εἶναι ὁ δρόμος πρός τήν αἰώνιον ζωήν. Ἡ ἙΛΕΗΜΟΣΥΝΗ, ἡ «Πρᾶξις» τῆς τέλειας Ἀγάπης πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον, εἶναι, ὅπως ἔχουμε πῆ, ὁ Βασικός Ὅρος ἐπιστροφῆς τοῦ πεπτωκότος εἰς τήν «Πατρικήν Ἐστίαν». Μόνον διά τῆς ἁγνῆς Ἀγάπης, στήν πρᾶξι θά μπορέσουμε νά εἰσέλθουμε εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὅλα τά ἀγαθά εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός μᾶς ἐμπιστεύεται και μᾶς διορίζει  Οἰκονόμους, Διαχειριστές τῶν ἀγαθῶν, καί μᾶς καλεῖ, ὅπως ἔχουμε πῆ, νά εἴμαστε Καλοί Οἰκονόμοι. Μᾶς καλεῖ να μοιράζουμε, δίκαια, τόν πλοῦτο, «εἰς τούς πτωχούς, εἰς τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ». Θέλει ὁ Κύριος νά καταλάβῃ, ὄχι μόνον ὁ Νεανίσκος, ἀλλά ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅτι, ἐδῶ σ’ αὐτήν τήν ἄθλια παροικία, εἴμαστε «πάροικοι καί παρεπίδημοι», προσωρινοί, διαβάτες. Νά καταλάβουμε ὅτι γυμνοί ἐρχόμαστε στή γῆ καί γυμνοί ξαναγυρίζουμε σ’ αὐτήν. Φεύγοντας δέν παίρνουμε τίποτε μαζί μας. Ὁ Χριστός γυρεύει νά καίγονται γι’ Αὐτόν καρδιές, ὄχι κεριά και λιβάνια. Θέλει να ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Του, νά χορταίνουμε τόν πεινασμένο, νά κρυφοντύνουμε τόν γυμνόν, νά ἐπισκεπτώμεθα τόν ἄρρωστο καί νά στηρίζουμε κάθε ἐμπερίστατο ἀδελφό, νά  ἀνακουφίζουμε τόν πόνο, νά σπογγίζουμε τά  δάκρυα, νά  θεραπεύουμε «πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ». Αὐτή εἶναι καί ἡ βαθύτερη σημασία τοῦ· «πώλησον και διάδος πτωχοῖς». Δέν σημαίνει νά τά πουλήσουμε ὅλα, νά τά ξεφορτωθοῦμε, καί νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό αὐτά ,για να βροῦμε την ἡσυχία μας.

Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΡΟΣΤΑΖΕΙ νά κοπιάζουμε ἐργαζόμενοι και πολλαπλασιάζοντες τά τάλαντα, εἴτε εἶναι κτήματα πολλά, ὁ πλοῦτος μας, εἴτε χρήματα ἤ τέχνη ἤ ἐπιστήμη. Ἔχουμε ΧΡΕΟΣ να χρησιμοποιοῦμε τόν πλοῦτο μας πρός τό συμφέρον ὅλων, καί ὄχι νά χρησιμοποιοῦμε,  ἐγωϊστικά, τον πλοῦτο, πού μᾶς χάρισε ὁ Θεός, γιά τήν Καλοπέρασί μας. Ὡς Καλοί Οἰκονόμοι ὀφείλουμε νά διαχειριζώμαστε δίκαια, τά ἀγαθά, γιά τήν ἀνακούφισι καί τή θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ.


Λέγει, λοιπόν, ὁ Κύριος στόν συμπαθητικό Νεανίσκο, ἀλλά καί στόν καθέναν ἀπό μᾶς: Ἐάν θέλεις νά  εἶσαι τέλειος, ἄξιος νά εἰσέλθῃς εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί νά  κληρονομήσῃς τήν αἰώνιον ζωήν, ὀφείλεις νά περιπατῇς ἐν ἀγάπῃ. Ὀφείλεις νά προσφέρῃς στο Χριστό, δηλαδή, 
στούς ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ «πάντα ὅσα ἔχεις ἀπό τόν Θεόν, τά πλούτη καί ὄχι νά γίνεσαι δοῦλος τοῦ πλούτου, νά καταχρᾶσαι τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, νά τά κρατᾶς, γιά τόν ἑαυτόν σου καί στερῇς τούς ἀδελφούς των ἀναγκαίων ἀγαθῶν. Ζητεῖ ὁ Θεός νά μήν ὑπάρχῃ Κοινωνική Ἀδικία, ἀλλά ἐπικρατῇ Κοινωνική Δικαιοσύνη. Γι’αὐτό ζητεῖ να εἴμαστε ὅλοι Καλοί Οἰκονόμοι τῶν ἀγαθῶν, πού μᾶς χαρίζει. Μᾶς ὑποδεικνύει δέ τήν καθ’ ὑπερβολήν  ὁδόν τῆς ἀγάπης, πού μᾶς φέρει πρός τήν αἰώνιον ζωήν καί λέγει: «Ἀμήν λέγω ὑμῖν· ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ.κε΄40, 45-46). Μέ αὐτό τό «κλειδί», θά μπορέσουμε νά ἀνοίξουμε τή Θύρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν. Ἀρκεῖ κανείς νά θέλῃ. Ἄν θέλῃ, μπορεῖ νά ἀποχωρισθῇ τή χλιδή καί τόν πλοῦτο.

Ὅταν ὁ Νέος ἄκουσε τήν Ὁδηγία τοῦ Χριστοῦ, « ἀπῆλθε λυπούμενος». Ἡ καρδιά του ἦταν κολλημένη στά κτήματα, στα πλούτη, στη γῆ και τά γήϊνα, τά ὁποῖα κακῶς θεωροῦσε δικά του.  Ὁ Νεανίσκος δέν μπορεῖ νά ἀποχωρισθῇ τή χλιδή καί τόν πλοῦτο καί φεύγει λυπημένος.

Ὅταν ὁ Κύριος  τόν εἶδε νά σκύβῃ τό κεφάλι καί νά φεύγῃ  λυπημένος εἶπε: «Πόσο δύσκολο εἶναι νά ἀποχωρισθοῦν τά πλούτη και να εἰσέλθουν στη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, αὐτοί, πού ἔχουν χρήματα και κτήματα πολλά! Εἷναι εὐκολότερο μιά καμήλα νά περάσῃ ἀπό τη μικρή τρύπα, πού ἀνοίγει ἡ βελόνα, παρά νά εἰσέλθῃ  ἕνας πλούσιος εἰς τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ» (Ματθ.ιθ΄23-24).

Τότε οἱ ἀκροατές τοῦ Χριστοῦ εἶπαν·  Καί ἀφοῦ εἶναι παραπολύ  δύσκολο νά σωθοῦν οἱ πλούσιοι, τότε ποιός μπορεῖ να σωθῇ; Τότε ὁ Κύριος  ἀπήντησε και εἶπεν ὅτι «Τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστίν»( Ματθ. ιθ΄26, Μάρκ. ι΄27.Λουκ. ιη΄27).

Αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια. Οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἀστόχαστοι. Δέν προσέχουμε. Χάνουμε τήν ἐπαφή μας, μέ τήν πραγματικότητα. Καί ὡς Παράφρονες, βυθιζόμαστε «εἰς ἰλύν βυθοῦ». Ἀγαπᾶμε τή ζωή. Θέλουμε νά ζήσουμε αἰώνια. Δέν ξεχωρίζουμε ὅμως την ἀνθρωπίνην, ἀπό την θείαν διάστασιν. Δεν ξεχωρίζουμε τό ὑλικόν, ἀπό τό Πνευματικόν Σύμπαν. Ἀφήνουμε καί φωλιάζει στην ψυχή μας ὁ ἀρχαῖος  Ὄφις, μπαίνει ὁ Διάολος μέσα μας, ὁ Ἑωσφορισμός, ὁ Ἐγωϊσμός καί ἀφήνουμε τό Θεό, καί λατρεύουμε τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα καί τόν Ἑαυτούλη μας. Δέν θέλουμε νά καταλάβουμε ὅτι ἔχουμε ἀνάγκην  ὁ  Ἕνας τον Ἄλλον καί ὅτι δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χωρίς τούς ἄλλους. Ὁ Πάνσοφος Δημιουργός εἶπεν ὅτι «Οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον», καί ἔπλασε τον ἄνθρωπον «κατ’εἰκόνα και καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ». Δημιούργησε τήν Κοινωνίαν τῶν προσώπων, τήν Κοινωνίαν τῶν Ἁγίων. Ἐμεῖς ὅμως δέν κατανοήσαμε καί δέν κατανοοῦμεν τήν τιμήν τοῦ· «κατ’εἰκόνα», καί, ὅπως λέει ὁ Προφήτης, γίναμε χειρότεροι καί ἀπό τά  ἄλογα κτήνη και ζοῦμε σάν κτήνη καί πεθαίνουμε σάν κτήνη. Μεταβάλλουμε τήν Κοινωνίαν τῶν Ἁγίων, δηλαδή, τόν Παράδεισο,  σέ «Χοιροστάσι». Τά ἄλογα ζῶα ἔχουν τό καθένα, ἕνα ἄγριο πάθος, ὁ ἄνθρωπος ὅμως συγκεντρώνει στόν ἑαυτόν του ὅλα μαζί τά ἄγρια πάθη. Ὁ ἕνας προσπαθεῖ νά κατασπαράξῃ τόν ἄλλον. Στρέφει ὁ Μανασσής και τρώγει τίς σάρκες του, κατεσθίει τον ἀδελφόν του. Ἡ Κοινωνία τῶν Προσώπων κατήντησε κοινωνία τῶν προσωπείων. Ἐπικρατεῖ ἡ Ψευτιά και ἡ Ὑποκρισία, πού σωρεύουν συμφορές. Οἱ δυνατοί ἐξουσιάζουν, ἐκμεταλεύονται και κατασπαράσσουν τούς  ἀδυνάτους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ. Πολλές φορές ἀναρωτιέμαι·  Αὐτοί πού κυριεύονται ἀπό τά βρωμερά τους πάθη και καταβασανίζουν τούς συναθρώπους τους, δέν καταλαβαίνουν «τό βραχύ τῆς καί τή ματαιότητα τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων»; Δέν συνειδητοποιοῦν ὅτι τά πλούτη καί ὅλα τά ἀνθρώπινα εἶναι σκιᾶς ἀσθενέστερα και ὀνείρων ἀπατηλότερα;

Ταλαίπωροι θνητοί ἄνθρωποι, υἱοί Παραφροσύνης, αὐτή τή νύχτα ἔρχονται και ζητοῦν, ἀπαιτοῦν τήν ψυχή σας οἱ Δαίμονες, πού ὑπηρετεῖτε. Τί κερδίζετε με ὅλα τά ἀστόχαστα καμώματά σας;

Μήπως ἔφθασε ὁ καιρός να περισυλλεγοῦμε, να ἔλθουμε στόν ἑαυτό μας, νά μετανοήσουμε εἰλικρινά καί  νά ἐπιστρέψουμε εἰς την Πηγήν τοῦ Ζῶντος  Ὕδατος, εἰς τόν Ἕναν και Μόνον Ἀληθινόν Θεόν;

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ, νομίζω, νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι διά τῆς Παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς τῆς Ἀγάπης, φθάσαμε εἰς την ἐσχάτην αὐτήν ἀθλιότητα  «εἰς ᾎδου βυθόν».

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ να ἀνοίξουμε την καρδιά μας στο Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωήν, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε, διά τῆς Ὑπακοῆς τῆς Ἐντολῆς τῆς Ἀγάπης, πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον νά εἰσέλθουμε εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ και να κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον Ζωήν και ἐκεῖ, εἰς την ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου, νά ὑμνοῦμεν, ἀσιγήτως, τον Κύριον τῆς Δόξης, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.ΑΜΗΝ.


 

  

Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2022

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ

 


Η ΑΛΗΘΙΝΗ, Η ΓΝΗΣΙΑ ΑΓΑΠΗ.

 

«Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄Κορινθ. ιγ΄1-13),

( Ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί,…» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).

 

«Πρόσεχε σεαυτῷ».

Φύλαξε

τήν ἀγάπη σου ἁγνή.

Μή τήν νοθεύσῃς.

Μή τήν μολέψῃς

Μ’ αἰσθησιακή ἀνοησία,

πού φέρει, ἀναπόφευκτα,

στην παραλυσία.

Φύλαξε

τήν ἀγάπη σου ἁγνή,

γιά νἆναι πάντα σταθερή

καί νά κρατήσ’  αἰώνια.

 

Ἄν  τώρα θέλῃς νά γνωρίσῃς

Τί εἶναι, πραγματικά,

Ἀληθινή, γνήσια ἀγάπη,

Κοίταξε στό Λόφο, στό Λόφο…

ΣΤΟ ΓΟΛΓΟΘΑ!

Στρέψε τό βλέμμα στό Χριστό.

Δές  τόν Ἐσταυρωμένον…




Ἄνοιξε τήν ἀγκαλιά ΤουΠάνω στό Σταυρό, 

γιά νά ἀγκαλιάσῃ ὅλους ἐμᾶς,

τούς ἄμυαλους,

τούς ἀχαρίστους,

καί προσεύχεται,

 γιά μᾶς,

τούς Σταυρωτές Του…

Κοίταξε στό Λόφο,

 καί συλλογήσου…

Συλλογήσου

Τί ἔκαμε ὁ Θεός, για μᾶς

Και ΤΙ ἐμεῖς σέ Κεῖνον..

Τότε, θά μάθης, σίγουρα,

Τί εἶναι γνήσια, ἁγνή,

ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ.

ΔΟΞΑ Τῌ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤῼ,ΛΟΓΕ,

 ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΕΙ ΣΟΥ!

 


 

 

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2022

«ΓΙΝΕ ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΣ» (Ἀποκ. γ΄2).


 

ΠΡΟΠΟΡΕΥΕΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ.

 

 

Ἀδελφέ συνοδοιπόρε, ἄκουσε με προσοχή,

ἀφουγκράσου τῆς ἀλήθειας τή φωνή.

Ὡς φωνή σάλπιγγος, ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν,

ἀπ’ τά οὐράνια ἔρχεται νά ἀφυπνήσῃ τούς ἐν

σκότει καθεύδοντας καί ὑπνούντας τόν γλυκύν

ὕπνον τῆς ἁμαρτίας. Ἄκουσε  τή Φωνή τῆς ἀγάπης

τοῦ Χριστοῦ καί «πρόσεχε σεαυτῷ μή ἐπιλάθῃ

Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου»(Δευτρ.8,11). «Γίνου γρηγορῶν»

Γίνε ἄγρυπνος καί προσεκτικός (Ἀποκ. γ΄2).

Προπορεύεται ὁ Χριστός, στήν ἀνοδική Πορεία

ἀπό γῆς, πρός Οὐρανόν, Τύπος καί Ὑπογραμμός

ΥΠΑΚΟΗΣ στό Θέλημα τοῦ Θεοῦ καί Πατρός.




 

Ἄβυσσος εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, καί πολλές

τοῦ βίου οἱ ζάλες μᾶς κυκλώνουν, ὥσπερ μέλισσαι

κηρίον, μπερδεύεται ἡ ταλαίπωρη ψυχή μας,

καί μέ θολωμένο μυαλό, διατρέχουμε κινδύνους

πολλούς καί συμφορές, σ’ αὐτή τήν ἄθλια παροικία.

Ὅμως δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε ὅτι τώρα πιά

δέν βαδίζουμε μόνοι, στή στενή καί τεθλιμμένη ὁδό.

Προπορεύεται, με χαρά, «ὁ Ἄμνός τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων

τήν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς,

μᾶς ἐνισχύει καί μᾶς ζωοποιεῖ. Και εἶναι πραγματικά

«μακάριος ὁ γρηγορῶν καί τά ἱμάτια αὐτοῦ τηρῶν,

ὥστε νά μή περιπατεῖ γυμνός και βλέπωσιν οἱ πάντες,

τήν ἀσχημοσύνην αὐτοῦ» (Ἀποκ. ιστ΄ 15) …

Γίνε, λοιπόν, ἄγρυπνος και προσεκτικός, «ἐάν οὖν μη

γρηγορήσῃς, ἥξω ἐπί σέ ὡς κλέπτης, ξαφνικά, καί οὐ

μη γνώσῃ ποίαν ὥραν ἥξω ἐπί σέ»(Ἀποκ. γ΄3. ιστ΄15).

Ἄν  δέν ξυπνήσῃς ἔγκαιρα καί  δέν  προλάβῃς νά

διαλύσῃς τά σκοτάδια τῶν παρανοήσεων, αὐτοῦ

τοῦ κόσμου τή φαυλότητα  καί τήν ἀλαζονία, τήν

ἔπαρσι, τόν Ἐγωϊσμό, τήν Ψευτιά καί τήν ὑποκρισία,

εὔκολα μπορεῖς νά βυθισθῇς «εἰς ᾇδου βυθόν», εἰς   

ἄβυσσον Ὀδύνης καί  ἀπελπισίας. Πρόσεχε, λοιπόν,

στόν ἐαυτό σου, μη χάσῃς τόν προσανατολισμό σου.

Ἄκουσε τῆς Ἀληθείας τή Φωνή και «γίνου γρηγορῶν».

Κρούει τή Θύρα ὁ Χριστός καί προπορεύεται, μᾶς

συνοδεύει και μᾶς ἀκολουθεῖ, στήν Πορεία μας, ἀπό

γῆς πρός Οὐρανόν και εἶναι πολύ-πολύ κοντά μας.

Εἶναι, λοιπόν, τώρα καιρός, πρίν τελειωτικά χαθοῦμε

ν’ ἀνοίξουμε εἰς τόν Χριστόν τήν  ἄχαρη καρδιά μας.

Καιρός νά ἀκολουθήσωμε τά ματωμένα Χνάρια Του

Μένοντες ἐν τῇ ἀγάπῃ, «ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί

ὁ  μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν

αὐτῷ». Αὐτός εἶναι ὁ Παράδεισος, τό Τέλος τῆς Πορείας 

μας, ἡ αἰώνιος  Ζωή. Εἴθε δέ πάντες νά καταντήσωμεν

ἐκεῖ, «ἔνθα ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ  ἀκατάπαυστος

καί  ἡ ἀπέραντος ἡδονή τῶν καθορώντων τοῦ  Σοῦ,

Προσώπου, Κύριέ μου Ἰησοῦ, τό Κάλλος τό ἄρρητον».

Δόξα τῇ συγκαταβάσει Σου, Κύριε, Δόξα σοι! ΑΜΗΝ.

 


 

 

 


                           







Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2022

«ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΑΝΑΣΤΑ ΤΙ ΚΑΘΕΥΔΕΙΣ;»


ΞΥΠΝΑ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ,ΤΩΡΑ, ΟΣΟ ΕΧΕΙΣ ΚΑΙΡΟ.

 

Ὁ Μακρόθυμος, μετά την πτῶσιν, μᾶς ἐγκατέστησεν εἰς την ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου γῆν, μέ ἡμερομηνείαν λήξεως. Ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, μᾶς προσφέρει «καιρόν μετανοίας». Καί δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι ἐμεῖς κοιμώμαστε. Χωρίς ἴχνος ντροπῆς, συνεχίζουμε τά ἔργα τῶν χειρῶν μας, λατρεύοντες τά Εἴδωλα καί ἀδικοπραγοῦμε. Συνεχίζουμε, χωρίς ἀγάπη, τίς κλοπές, τίς φαρμακεῖες,   τούς φόνους,  τίς ἀκαταστασίες και πᾶν φαῦλον πρᾶγμα.

Ὁ Μακρόθυμος ὅμως, μᾶς κυνηγάει, μέ τό ἔλεός Του, ἔρχεται κοντά μας, «κρούει τήν Θύραν» καί, μέ ἄπειρη ἀγάπη, μᾶς καλεῖ κοντά Του. «Πάντας ἀνθρώπου θέλει σωθῆναι και εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τ ιμοθ.β΄4).

Ὑπάρχει ὅμως ὅριον ἀνοχῆς. Ἔρχεται τό τέλος τῆς ἀνομίας. «Ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; Ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; λέγει ὁ Κύριος(Ματθ.ιζ΄17).

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ νά ξυπνήσουμε, πρίν να εἶναι ἀργά. Εἶναι καιρός να προλάβουμε, νά διορθώσουμε τώρα  καί νά   θεραπεύσουμε την προβληματική μας συμπεριφορά. Εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς, νά λατρεύουμε τόν Κύριον, μέ τήν καρδιά μας, «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» καί νά ἀγαπᾶμε τόν πλησίον μας , ὅπως ἀκριβῶς τόν ἑαυτόν μας. Εἶναι παραφροσύνη νά τρέφουμε μῖσος, γιά τούς συνανθρώπους μας, πού εἶναι εἰκονίσματα τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ Ὑπακοή, ἡ τήρησις τῆς Καινῆς Ἐντολῆς, τῆς Ἐντολῆς τῆς τελείας Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού λέγει: «Ἐντολήν καινήν δίδωμι ὑμῖν ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθώς ἠγάπησα ἡμᾶς ἵνα και ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», εἶναι τό γνώρισμα τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ( Ἰωάν. ιγ΄33-34). Ἡ Παρακοή, ἡ παράβασις τῆς Ἐντολῆς εἶναι θάνατος. Ἡ Ἐντολή μᾶς  ὑπαγορεύει να ἀγαπᾶμε τούς συνανθρώπους μας, ὅπως  τόν ἑαυτόν μας καί νά τούς συγχωροῦμε, γιά ὅλα τά κακά, πού μᾶς ἔχουν κάνει. Εἴμαστε ψεύστες, ὅταν λέμε, πώς ἀγαπᾶμε το Θεό, ὅταν μισοῦμε καί δεν συγχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας. Ὀφείλουμε, ὅσο ἔχουμε «καιρόν μετανοίας», νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἔντιμοι, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις. Νά ἀποφεύγουμε τίς Ψευτιές και τίς ‘Υποκρισίες. Νά νηστεύουμε. Ὄχι, βέβαια, ὅπως οἱ ὑποκριτές Φαρισαῖοι, «πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις», ἀλλά νά νηστεύουμε νηστείαν δεκτήν καί εὐπρόσδεκτη ἀπό το Θεό. Νηστεία δέ εὐάρεστη στό Θεό, δέν εἶναι ἡ ἀλλαγή τῶν τροφῶν, ἀλλά ἡ ἀποχή ἀπό τό Κακόν καί τήν ἁμαρτίαν. Εἶναι ἡ μίμησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ καθαρή καρδιά, πού φλέγεται ἀπό ἀγάπη γιά ὅλους καί γιά τά ἄγρια θηρία. Νά παρουσιαζώμαστε  μπροστά εἰς τον  Θεόν καί εἰς τούς συνανθρώπους μας, μέ τό ἀληθινό μας πρόσωπον. Πάνω ἀπό ὅλα νά προλάβουμε νά διορθώσουμε τά λάθη μας, μέ πράξεις γνησίας, ἁγνῆς, θυσιαστικῆς ἀγάπης  καί ἔτσι  νά προλάβουμε νά πλουτίζουμε εἰς Θεόν, νά θησαυρίζουμε θησαυρούς εἰς τόν Οὐρανόν, μέ ἐλεημοσύνες, πού μᾶς ἀνοίγουν τίς Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ.

Προσέξτε, ἀγαπητά μου Παιδιά. Ὁ Κύριος ἔρχεται ταχύ, γιά νά κρίνῃ ὅλους μας καί  νά ἀποδώσῃ στόν καθένα μας κατά τά ἔργα αὐτοῦ.  Καλόν εἶναι νά μή συνεχίζουμε, ἀστόχαστα, νά λερώνουμε τήν ταλαίπωρη ψυχή μας, μέ ἄπρεπα λόγια- δηλητήριο, μέ λογισμούς αἰσχρούς, βλαβερές ἐπιθυμίες καί μέ φαντασίες ἀπρεπεῖς, και πάνω ἀπό ὅλα, μέ πράξεις ἄνομες και θανατηφόρες.

Μέ πικρία διαπιστώνουμε ὅτι, δυστυχῶς, γεμάτη λάσπη εἶν’ ἡ ψυχή μας, πολλή λάσπη… παντοῦ σαπίλα, βρόμα και δυσωδία. Ἕως πότε θα  παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς», αἰχμάλωτοι τοῦ σκότους;…

 

«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα,  τί καθεύδεις;

Τό τέλος ἐγγίζει, καί μέλλεις θορυβεῖσθαι·

ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου Χριστός ὁ

Θεός, ὁ πανταχοῦ παρών και τά πάντα πληρῶν».

                          (Ἀνδρέου Κρήτης, Κοντάκιον Μεγ. Κανόνος).

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, μᾶς προστάζει νά ξυπνήσουμε καί νά μετανοήσουμε, πρίν νά εἶναι ἀργά. Καί μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Κύριος εἶναι κοντά μας. «Ὁ Κύριος ἐγγύς». «Ἔρχεται ταχύ». «Ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ὡς ἀστραπή». Δεν βραδύνει. Δέν ἀργοπορεῖ ὁ Δικαιοκρίτης.

«Ξύπνα, ψυχή μου, ὅσο ἔχεις καιρόν μετανοίας. Πλησιάζει τό Τέλος τῆς ἀνομίας.  Καί πρόκειται να θορυβηθῇς. Σύνελθε ἀπό τή μέθη τῆς παραφροσύνης και ἀπό τη ματαιότητα τοῦ κόσμου τούτου. Ξαναβρές την πρώτη σου ἀγάπη, την νηφαλιότητά σου καί την ὀρθή, τη σωστή, την ὀρθόδοξη Πίστι σου. Ἀνάνηψε, λοιπόν. Ἀνάκτησε την πνευματική σου διαύγεια. Μετανόησε εἰλικρινά και ἔμπρακτα, γιά νά σέ εὐσπλαγχισθῇ καί νά σέ  συγχωρήσῃ ὁ Χριστός, ὁ γλυκύς και Ἠγαπημένος Ἰησοῦς, ὁ ἀληθινός θεός ἡμῶν, πού εἶναι Πανταχοῦ Παρών και πληροῖ τά πάντα.

 «Ὡς φοβερά ἡ Κρίσις Σου, Κύριε, τῶν Ἀγγέλων παρισταμένων, τῶν ἀνθρώπων εἰσαγομένων, τῶν βίβλων ἀνεωγμένων, τῶν ἔργων ἐρευνομένων, τῶν λογισμῶν ἐξεταζομένων·  Ποία κρίσις ἔσται ἐν ἐμοί τῷ συλληφθέντι ἐν ἁμαρτίαις; Τίς μου τήν φλόγα κατασβέσει; Τίς μου τό σκότος καταλάμψει; Εἰ μη Σύ, Κύριε, ἐλεήσεις με, ὡς Φιλάνθρωπος;» (Τροπάριο Μεγ. Ἀποδείπνου).

Εἶναι παρήγορο το γεγονός ὅτι θά ἔλθῃ γρήγορα ὁ Κριτής  θά ἀποδώσῃ εἰς τόν καθένα τό δίκιο του καί θά βασιλεύσῃ ἡ Δικαιοσύνη. «Και τίς δύναται σταθῆναι;» Ποιός ἀπό μᾶς, ἀλήθεια, θά μπορέσῃ νά σταθῇ μπροστά στό Δικαιοκρίτη;

Θά ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ Αὐτοῦ καί μαζί Του θά παρίστανται οἱ Ἄγγελοι και ἐνώπιόν τους θά  εἰσάγονται σέ δίκη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Τά βιβλία, ὅπου εἶναι καταγεγραμμένα τά ἔργα μας  θά εἶναι ἀνοικτά καί θά  ἐρευνῶνται οἱ σκέψεις μας, τά συναισθήματά μας καί θά ἐξετάζονται οἱ λογισμοί μας και θά δημοσιεύωνται «τά κρυπτά», ὅλα «τά κεκρυμμένα».   Τότε, τή φοβερή Ἡμέρα τῆς ὀργῆς, Πόσο φοβερή θά εἶναι ἡ Κρίσις Σου Κύριε! Καί δικαίως θά εἶναι «ἡ κρίσις ἀνέλεος, τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος» (Ἰακ. β΄13).

Ποιά θά εἶναι, γλυκύτατέ μου Ἱησοῦ ἡ κρίσις Σου σέ μένα, πού ἔχω συλληφθῇ  ὁλόκληρος μέσα στίς ἁμαρτίες; Ποιός θά καθαρίσῃ τή  λάσπη; Ποιός θά ξεπλύνει τή βρομιά καί τή δυσωδία, «τῶν σκωλήκων την τροφή» μέσ’ ἀπό τή μέλαινα, τή σκοτεινή ψυχή μου; Ποιός  θά σβύσῃ τη φλόγα, τη φωτιά, πού σιγοκαίει ἐντός μου; Ποιός  θά μέ  λυτρώσῃ τελικά ἀπό τή φοβερή ὀδύνη, πού προκαλοῦν,  στήν  σαλεμένη μου καρδιά, τῶν ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη; Ποιός θά φωτίσῃ τά  σκοτάδια μου; Ποιός θά λαμπρύνει την ταλαίπωρη ψυχή μου, ἐάν δέν μέ ἐλεήσῃς Σύ, Κύριε, πού σταυρώθηκες, γιά μένα, ὡς Φιλάνθρωπος;

 

Ἄνοιξε, Κύριε, τούς καταρράκτες τ’ Οὐρανοῦ, για νά

 ξεπλύνης τίς ντροπές. Καθάρισε τή λάσπη, ἀπ’ τήν

 ἀναίσχυντη, τή ράθυμη, τή μέλαινα ψυχή μας…ΣΩΣΕ

 μας. Ἰησοῦ μου, πρόφθασε, πρίν εἰς τέλος χαθοῦμε.

Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε ἄλλον βοηθόν, 

καί δεν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν. 

Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε, ἀλλ  ΕΣΕΝΑ ΜΟΝΑΧΑ ΛΑΤΡΕΥΟΜΕΝ.

Κύριε Σύ και μόνον Σύ εἶσαι ὁ Θεός μας κι’ ἐμεῖς εἴμαστε Δοῦλοι Σου, ἀχρεῖοι μέν, ἀλλά δικοί Σου δοῦλοι. Και σάν δοῦλοι Σου, ζητοῦμε το Ἔλεός Σου, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά  ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὁνόματός Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ. Δέξου μας, Πολυέλεε, εἰλικρινά μετανοιωμένους, κοντά Σου. Μή στερήσῃς ἡμᾶς  τοῦ Ἐλέους Σου. Φύλαξον ἡμᾶς ὑπό την Σκέπην Σου καί  ἀξίωσον πάντας ἡμᾶς τούς ἀναξίους δούλους, ἀσιγήτως, νά Σέ  ὑμνοῦμε καί νά Σέ δοξάζωμεν, μετά τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων Σου, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου, εἰς πάντας τούς αἰῶνας.ΑΜΗΝ.