Τετάρτη 24 Ιουνίου 2020

Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ, ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΡΓΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ


ΑΥΤΟΣ ΝΟΙΑΖΕΤΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ

 

«Πᾶσαν τήν μέριμναν ὑμῶν ἐπιρρίψαντες ἐπ’

 αὐτόν, ὅτι αὐτῷ  μέλει περί ὑμῶν» (Α΄Πέτρ. ε΄ 7).

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος γνωρίζει καλά ὅτι ὁ Πατέρας μας,  ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὁ Πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ Παρών, μᾶς παρακολουθεῖ, ὡς στοργικός Πατέρας καί προνοεῖ, γιά τίς ἀνάγκες μας, νοιάζεται γιά μᾶς. Δέν μᾶς ἀφήνει μόνους. Μᾶς σκεπάζει μέ τή Χάρι Του. Θέλει νά εἴμαστε κοντά Του καί μᾶς καθοδηγεῖ, μέ τίς Ἐντολές Του, στήν πορεία μας ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν» καί μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τό Κακό καί τήν ἁμαρτίαν. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. Μᾶς προτρέπει, ἄν θέλουμε, νά ἀκολουθήσουμε τήν Ὁδόν τῆς ἀγάπης, τήν Ὁδόν τῆς ὑπακοῆς. Καί, γιά νά χρησιμοποιήσουμε μιά ἀνθρωπομορφικήν ἔκφρασιν, ὡς στοργικός Πατέρας, πικραίνεται, ὅταν βλέπῃ τά παιδιά Του νά κάνουν κακή χρῆσι τοῦ νου καί τῆς ἐλευθερίας τους καί νά ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Πατρικήν Ἑστία.  Πικραίνεταιὅταν βλέπῃ τά παιδιά Του νά ἀκολουθοῦν τήν Ὁδόν τῆς Παρακοῆς, νά κατηφορίζουν ὁλοταχῶς πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης καί νά καταλήγουν εἰς τήν λίμνην τοῦ πυρός τήν καιομένην ἐν θείῳ. Ὁ στοργικός μας Πατέρας, ἡτοίμασε, γιά τά παιδιά Του, βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου. «Πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»(Α΄ τιμ. β΄4).


Πικραίνεται, ὅταν μᾶς βλέπῃ νά παίρνουμε λάθος δρόμο. Νά ἀφήνουμε τήν Πηγή τοῦ ζῶντος ὕδατος,  νά βυθιζώμαστε «εἰς ἰλύν βυθοῦ» καί νά παραμένουμε , μέ τή θέλησί μας, κατάκοιτοι στη Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου.

Καί ἐπειδή εἶναι στοργικός Πατέρας, συνεχῶς μᾶς καλεῖ κοντά Του καί μᾶς βεβαιώνει γιά τή στοργή, τό πατρικόν Του ἐνδιαφέρον καί τήν ἀγάπη Του.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι  συγκαταριθμοῦμε τόν ἑαυτόν μας  μεταξύ ἐκείνων πού κατεβαίνουν στό ᾏδη. Διότι ἐγκαταλείπουμε τήν πηγή τῆς σοφίας, τόν Θεόν καί τόν Νόμον Του, λέγει ὁ Σολομών. Ἐάν εἴχαμε βαδίσει τό δρόμο τοῦ Θεοῦ, θά κατοικούσαμε στήν Πατρίδα μας, στήν Πατρική Ἑστία  ἐν εἰρήνῃ διά παντός. ΜΑΘΕ ποῦ ὑπάρχει σοφία καί σύνεσις, ποῦ εὐρίσκεται ἡ δύναμις, πού εἶναι ἡ σύνεσις, γιά νά γνωρίσῃς συγχρόνως, ποῦ ἐστι μακροβίωσις καί ζωή(ποῦ ὑπάρχει μακρότης τῶν ἡμερῶν καί χαρούμενη ζωή, ποῦ εὐρίσκεται τό Φῶς καί ἡ χαρά τῶν ὀφθαλμῶν, ἡ πραγματική καί ἀδιατάρακτος εἰρήνη» (πρβλ. Βαρούχ γ΄ 11-14).


Μόνον κοντά στό στοργικό μας Πατέρα, τόν Θεόν, μποροῦμε νά νοιώσουμε σιγουριά καί ἀσφάλεια. Μόνον Αὐτός νοιάζεται γιά μᾶς. Καί ὅμως «ἐμεῖς ἐμμένουμε τῇ φαύλῃ συνηθείᾳ».

Μᾶς κυριεύει τό σαρκικό φρόνημα, «ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκός ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καί ἡ  ἀλαζονεία τοῦ βίου» (Α΄Ἰωάν. β΄ 16), ὁ ἀθέμιτος πλουτισμός, ἡ ἀγχώδης βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό μας στή γῆ, καί χάνουμε τήν ψυχική καί τή σωματική μας ὑγεία, χάνουμε τή γαλήνη καί τήν ἡρεμία μας, καί πράγματι , εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε καί τό ψωμί , πού τρῶμε εἶναι «ἄρτος ὀδύνης».

Ἀπόστολος Παῦλος, πού ζῆ μέσα του ὀ Χριστός, μᾶς ἐξηγεῖ ποιός εἶναι ἀληθινός πλοῦτος. Καί λέγει ὅτι « ἡ εὐσέβεια εἶναι, πραγματικά, πηγή κέρδους, ὅταν ἀρκῆται κανείς σέ κεῖνα πού ἔχει καί τά ὁποῖα, φυσικά, ἀποκτᾶ μέ τήν τιμίαν ἐργασία του. Καί ἐξηγεῖ· Δέν φέραμε τίποτε στόν κόσμο καί εἶναι φανερόν ὅτι δέν μποροῦμε νά πάρωμε τίποτε μαζί μας φεύγοντας ἀπό τόν κόσμον αὐτόν. Συνεπῶς, ἄν ἔχουμε τροφάς καί σκεπάσματα, καλόν εἶναι νά ἀρκεσθοῦμε σέ αὐτά καί νά εἴμαστε πολύ εὐχαριστημένοι μέ αὐτά. Ἐκεῖνοι ὅμως πού θέλουν νά πλουτίσουν, οἱ ἄμυαλοι, πέφτουν σέ πειρασμό καί παγίδα καί σέ πολλές ἐπιθυμίες ἀνόητες καί βλαβερές, πού βυθίζουν τούς ἀνθρώπους στόν ὄλεθρο καί στήν ἀπώλεια. Διότι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν εἶναι ἡ φιλαργυρία.  Λόγῳ τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ πάθους, μερικοί ἐπλανήθησαν ἀπό τήν Πίστιν, χωρίσθηκαν ἀπό τόν στοργικόν Πατέρα μας τόν Θεόν καί κάρφωσαν τόν ἑαυτόν τους μέ ὀδύνες, μέ βάσανα πολλά» (παρβλ. Α΄Τιμόθ. στ΄ 6-10).

Ὁ Θεός μας ὅμως μᾶς εὐσπλαγχνίζεται καί στέλνει κοντά μας τόν Μονογενῆ Του Υἱόν καί μᾶς καλεῖ κοντά Του καί μᾶς συμβουλέυει νά ἐναποθέσουμε τήν ψυχή  καί τή ζωή μας, ὅλη μας τήν ὕπαρξι στόν οὐράνιον Πατέρα μας, πού εἶναι ἡ μόνη μας καταφυγή, τόν Φρούριόν μας. Μᾶς καλεῖ νά νοιώσουμε ἀσφαλεῖς κάτω ἀπό τή δική Του Προστασία.

Μᾶς συμβουλεύει ὁ Κύριος νά ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν στοργικό μας Πατέρα, ὁ Ὁποῖος εἶναι καί ὁ μόνος, πού σίγουρα νοιάζεται γιά μᾶς.


Ἔρχεται κοντά μας ὁ Ἰησοῦς, «πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» καί μᾶς ἐνθαρρύνει καί μᾶς βεβαιώνει ὅτι Οὐράνιος Πατέρας μας φροντίζει, γιά μᾶς. Καί τονίζει: «Μή μεριμνᾶτε γιά τή ζωή σας, τί θά φάγετε ἤ τί θά πιῆτε, οὔτε γιά τό σῶμα σας τί ρούχα θά φορέσετε. Δέν ἀξίζει ἡ ζωή περισσότερον ἀπό τήν τροφήν καί τό σῶμα ἀπό τό ἔνδυμα; Ὁ Θεός πού σᾶς ἔδωσε τά ἀνώτερα, τή ζωή καί τό σῶμα, θά σᾶς δώσῃ καί τά κατώτερα, τήν τροφή, δηλαδή, καί τό ἔνδυμα. Κυττάξατε τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ καί ἴδετε ὅτι αὐτά δέν σπείρουν, οὔτε θερίζουν, οὔτε μαζεύουν σέ ἀποθῆκες. Καί ὅμως ὁ Πατέρας σας ὁ ἐπουράνιος τά τρέφει. ἐσεῖς, πού εἶσθε ἡ κορωνίδα τῆς Δημιουργίας Του, δέν ἀξίζετε πολύ περισσότερο ἀπό αὐτά; Γιά νά συνειδητοποιήσετε πόσον ἀνόητη εἶναι ἡ ἀγχώδης βιοτική σας μέριμνα, σᾶς ἐρωτῶ: Ποιός ἀπό σᾶς, ὁσονδήποτε καί ἄν φροντίσῃ, ἠμπορεῖ νά προσθέσῃ εἰς τό ἀνάστημά του ἕναν πῆχυν; ΚΑΝΕΙΣ. Τί κατορθώνετε, λοιπόν, μέ τήν μέριμνά σας; Καί γιά τό ἔνδυμά σας, γιατί κυριεύεσθε ἀπό τόση ἀνησυχία καί ἀγωνιώδη φροντίδα; Παρατηρήσατε μέ προσοχή τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ, τά ἀνοιξιάτικα λουλούδια, πού φυτρώνουν μόνα τους στούς ἀγρούς, μέ ποῖον τρόπον αὐξάνουν.  Δέν κοπιάζουν οὔτε γνέθουν. Καί ὅμως σᾶς βεβαιώνω ὅτι οὔτε ὁ σοφός σέ ἐπινοήσεις Σολομών, μέ ὅλην τήν μεγαλοπρέπειάν του, δέν ντύθηκε ποτέ σάν ἕνα ἀπό αὐτά τά ἀγριολούλουδα. Ἐάν, λοιπόν,  ὁ Θεός τόσο μεγαλόπρεπα ντύνει τά ἀγριοχόρταρα, πού σήμερα ὑπάρχουν, καί αὔριον μαραίνονται, ξηραίνόνται καί τά ρίχνουμε στό φοῦρνο καί τά καῖμε, δέν θά φροντίσῃ πολύ περισσότερον ἐσᾶς, ὀλιγόπιστοι;

Μή μεριμνᾶτε, λοιπόν, καί μή λέτε «Τί φᾶμε» ἤ «Τί θά πιοῦμε» ἤ «Τί θά ἐνδυθοῦμε;» Διότι ὅλα αὐτά τά ζητοῦν οἱ Ἐθνικοί, οἱ εἰδωλολάτρες, πού δέν πιστεύουν στό Θεό. Νά εἶσθε σίγουροι, λέγει ὁ Κύριος, ὅτι ὁ οὐράνιος Πατέρας σας εἶναι στοργικός καί νοιάζεται γιά σᾶς καί γνωρίζει καλά ὅτι ἔχετε ἀνάγκη ἀπό ὅλα αὐτά καί συνεπῶς θά σᾶς τά δώσῃ.

Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνη αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν (Ματθ. στ΄ 25-33).

Καί εἶναι ἀνάγκη πρῶτα καί πάνω ἀπό ὅλα νά ἐπιδιώκουμε τά πνευματικά ἀγαθά τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί τήν ἀπόκτησιν τῶν ἀρετῶν καί ὁ Θεός τῆς Στοργῆς, θά σᾶς χαρίσῃ ὅλα, ὅσα ἔχετε ἀνάγκη, διότι αὐτῷ μέλει περί ὑμῶν.

Καί εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ὁ Θεός καί μόνον Αὐτός νοιάζεται γιά μᾶς. Εἷναι καιρός νά ἀκούσουμε τή φωνή Του, πού ὡς βροντή, συγκλονίζει τήν ψυχή μας καί μᾶς ἐνθαρρύνει λέγοντας:

«Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονταί σοι θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ... Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεός ζηλωτής» (Ἔξοδ. κ΄ 2-3,5). Ἐγώ εἶμαι ὁ Θεός σας καί κανένας ἄλλος, καί σεῖς εἴσαστε τά παιδιά μου. Κανείς δέν θά ἐπιτρέψω νά σᾶς βλάψῃ. Καί εἶμαι Θεός ζηλωτής. Θά εἶμαι πάντα κοντά σας καί θέλω καί σεῖς μέ τήν καρδιά σας νά εἶσθε κοντά μου.


«Εὐραίνεσθε, οὐρανοί, καί ἀγαλλιάσθω, ἡ γῆ, ἄς ξεσπάσουν σέ χαρμόσυνες κραυγές, διότι ὁ Κύριος ἐλέησε τό λαό Του, παρηγορεῖ καί ἐνισχύει τούς ταπεινούς ἀνθρώπους τοῦ λαοῦ Του. Καί ὅμως ἐμεῖς πολλές φορές λέμε, παρόλες τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ, ὅτι  Κύριος μᾶς ἐγκατέλειψε, ὁ Κύριος μᾶς ἐλησμόνησε. Ἀλλά μήπως εἶναι δυνατόν μιά μητέρα νά λησμονήσῃ τά παιδιά της, νά μή σπλαγχνισθῇ καί νά μή ἐλεήσῃ τούς καρπούς τῶν σπλάγχνων της; Καί ἄν ἀκόμη ἔστω καί μιά μητέρα λησμονήσῃ καί ἀπαρνηθῇ τά παιδιά της, ἐγώ ποτέ δέν θά σᾶς λησμονήσω, λέγει ὁ Κύριος. ὁ Παντοκράτωρ» (παρβλ. Ἡσ. 49,13-15).

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καυτηριάζει τήν ἀπιστία, τήν ὀλιγοπιστία καί τήν ἀνόητη στάσι μας ἐνώπιον τοῦ Πανοικτίρμονος Θεοῦ. Μᾶς βοηθεῖ νά συνειδητοποιήσουμε τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. Νά κατανοήσουμε ὅτι ὀφείλουμε νά ἐπιζητοῦμε μόνον καί πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ. Καί  μᾶς δίδει τή βεβαιότητα ὅτι ὁ οὐράνιος Πατέρας μας εἶναι ἄπειρη ἀγάπη καί μᾶς  περιβάλλει μέ τή στοργή Του.  Καί πραγματικά κάθε συνετός ἄνθρωπος μένει ἄφωνος μπροστά στήν ἀνέκφραστη θεϊκή συγκατάβασι, μπροστά στήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

«Τί , λοιπόν, μποροῦμε νά ποῦμε σχετικά μέ τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ μας; Ἐάν ὁ Θεός εἶναι μαζί μας, ποιός μπορεῖ νά εἶναι ἐναντίον μαςΚαί στόν καθένα ἄμυαλο, που ἀμφιβάλλει, γιά τήν πρόνοια καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὁ Παῦλος λέγει:

«Ὅς γε  τοῦ ἰδίου Υἱοῦ οὐκ ἐφείσατο, ἀλλ’ ὑπέρ ἡμῶν πάντων παρέδωκεν αὐτόν, πῶς οὐχί καί σύν αὐτῷ  τά πάντα ἡμῖν χαρίσεται;» (Ρωμ.η΄31—33).


Τά λόγια περιττεύουν. Δέν ἐπαρκοῦν γιά νά ἐκφράσουν τή ἄπειρη Εὐσπλαγχνία, τό ἄπειρον Ἔλεος  καί τή στοργή, μέ τήν ὀποίαν μᾶς περιβάλλει ὁ Κύριος. Ὁ Χριστός εἶναι παντοτινά μαζί μας. Εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας.

Τό μόνο πού μᾶς ἀπομένει εἶναι νά ἐπιστρέψουμε κοντά στό Χριστό, νά παρακαθίσουμε ταπεινά παρά τούς πόδας αὐτοῦ, νά ἀκοῦμε καί νά κάνουμε «πρᾶξι» τό ζωοποιό Του λόγο καί νά Τόν παρακαλέσουμε νά μᾶς ἀξιώσῃ  νά Τόν δοξάζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.






Τρίτη 23 Ιουνίου 2020

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΛΗΘΙΝΟΝ


Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΩΤΙΖΕΙ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΝ,

ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ.

 

Ὁ Χριστός εἶναι τό ἀληθινόν φῶς, τό φῶς τοῦ κόσμου. Αὐτός καί μόνον Αὐτός  εἶναι τό τέλειον Φῶς, ἡ πηγή τοῦ Φωτός, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν κόσμον (Ἰωάν. α΄9).Μᾶς εὐσπλαγχνίζεται καί ἀνατέλλει σέ ὅλους ἐμᾶς, τούς ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου καθημένοις, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, καί φωτίζει τά σκοτάδια μας. Μᾶς καλεῖ κοντά Του καί μᾶς χαρίζει τό Φῶς Του. Μᾶς τιμᾶ καί μᾶς ἀνεβάζει εἰς ὕψος καί μᾶς ἀναδεικνύει ὡς τό Φῶς τοῦ κόσμου καί λέγει: «ὑμεῖς ἐστέ τό φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. ε΄14). Μᾶς καλεῖ κοντά Του, μᾶς καλεῖ νά Τόν ἀκολουθήσωμεν, μέ τή θέλησί μας, καί μᾶς βεβαιώνει λέγων· «Ἐγώ εἰμι τό Φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοί οὐ μή περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τό Φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν.η΄12)      καί μᾶς συμβουλεύει νά δεχθοῦμε τό Φῶς καί νά πιστεύουμε εἰς τό Φῶς καί νά περιπατοῦμε ἐν τῷ φωτί, νά ῥυθμίζουμε τήν συμπεριφορά μας, τή ζωή μας ὁλόκληρη, σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ φωτός, γιά νά γίνουμε παιδιά τοῦ φωτός, «ἵνα υἱοί φωτός γένησθε», λέγει ὁ Κύριος. Μᾶς διδάσκει δέ καί τόν τρόπον, μέ τόν ὁποῖον θά γίνουμε «υἱοί φωτός» καί λέγει: «Οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. ε΄ 16). Ἔτσι, σάν λύχνος, ἄς λάμψῃ τό Φῶς τῆς ἀρετῆς σας μπροστά στούς ἀνθρώπους, γιά νά δοῦν τά καλά σας ἔργα καί νά δοξάσουν τόν οὐράνιον πατέρα σας, τόν Θεόν.


Δυστυχῶς ὅμως, οἱ ἄνθρωποι, δέν δέχονται τό ἀληθινόν Φῶς καί μένουν στό σκοτάδι, μέ τή θέλησί τους. Δέν δέχονται τό Φῶς καί δέν συμπεριφέρονται ὡς «υἱοί φωτός». Παραμένουν «δέσμιοι τῆς γῆς» (Θρήνοι Ἱερεμ. 3΄34).Παραμένουν, μέ τή θέλησί τους, παράνομοι, «δέσμιοι σκότους καί μακρᾶς πεδῆται νυκτός» (Σοφ.Σολ. 17, 2). Ὁ Εὐαγγελιστής τῆς Ἀγάπης, ὁ Ἰωάννης, λέγει ὅτι ὁ λόγος καί ἡ αἰτία, γιά τήν ὁποίαν κρίνονται καί καταδικάζονται οἱ ἄπιστοι, εἶναι ἀκριβῶς αὐτός, ὅτι δηλαδή, τό Φῶς τῆς Ἀληθείας, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἦλθεν εἰς τόν κόσμον, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι ἠγάπησαν μᾶλλον τό σκότος ἤ τό Φῶς, ἐπροτίμησαν τό σκοτάδι τῆς πλάνης καί ὄχι τό φῶς· διότι ἦσαν πονηρά τά ἔργα τους. Πᾶς γάρ ὀ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μη ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ, γιά νά ἀποφύγῃ τόν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεώς του» (πρβλ. Ἰωάν. γ΄ 19-20).

Ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νά γίνουμε «υἱοί φωτός». Μας καλεῖ νά νεκρώσουμε τή σάρκα καί τά σαρκικά. Νά παύσουμε νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τίς ὑπαγορεύεις τῆς σαρκός, ἀλλά νά ζοῦμε σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Πνεύματος, σύμφωνα μέ τίς ὑπαγορεύσεις τοῦ φωτός. Διότι τό φρόνημα τῆς σαρκός εἶναι θάνατος, εἶναι σκοτάδι, μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό, ἀπό τό ἀληθινόν φῶς. Τό φρόνημα τῆς σαρκός εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο, ἐνῶ τό φρόνημα τοῦ πνεύματος εἶναι ζωή καί εἰρήνη, εἶναι Φως (πρβλ. Ρωμ. στ΄  5-6). Χρειάζεται προσοχή καί προσευχή, γιά νά νικήσουμε τή σάρκα καί τά σαρκικά μας πάθη.

 Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κυριευθῇ ἀπό τά βρωμερά του Πάθη, βυθίζεται στό ἔρεβος, στό πυκνό σκοτάδι, εἶναι πραγματικά τυφλός. Ὅταν π.χ. κυριευθῇ ἀπό τήν πλεονεξία, πού εἶναι εἰδωλολατρία, ἤ ἀπό τήν φιλοχρηματία ἤ ἀπό τήν ἀγχώδη βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν στή γῆ, γιά τόν ἑαυτό του, εἶναι ὁλότελα τυφλός. Δέν βλέπει καί δέν ἀκούει.

Ὁ πολυεύσπλαγχνος, γιά νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τήν τύφλωσι, μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τά πάθη καί τίς κακίες φωτίζοντας τή ζωή μας μέ τό δικό Του Φῶς.


Καί μᾶς προτρέπει νά συμπεριφερόμαστε σύμφωνα μέ τίς ὑπαγορεύσεις τοῦ Φωτός. Μᾶς καλεῖ νά ἀκολουθοῦμε τά Χνάρια Του. Μᾶς  λέγει ὅτι δέν εἶναι μικρή συμφορά, εἶναι μεγάλη ἡ συμφορά ἡ προσκόλλησις τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς μας στά γήϊνα καί τά ἀνάξια λόγου, τά μάταια καί, γιά νά καταλάβουμε καλά πόσο μεγάλη συμφορά εἶναι ἡ προσκόλλησις στή γῆ καί τά γήϊνα μᾶς ἐξηγεῖ καί μᾶς λέγει: «ὁ Λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ὁ Λύχνος πού δίδει φῶς  στό σῶμα εἶναι ὁ ὀφθαλμός, ὅπως καί ὁ λύχνος πού φωτίζει τήν ψυχή εἶναι ὀ νοῦς. Ἐάν λοιπόν, ὁ ὀφθαλμός εἶναι ὑγιής, ὅλο τό σῶμα θά εἶναι γεμᾶτο φῶς, σάν νά ἦταν ὁλόκληρον τό σῶμα σου ὀφθαλμός. Ἔτσι θά φωτίζεται καί ἡ  ψυχή σου, ἐάν ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά σου δεν ἔχουν τυφλωθῆ ἀπό το πάθος τῆς φιλαργυρίας, τῆς φιλοπλουτίας, τῆς προσκολλήσεως  στά μάταια. Καί κανείς δέν ἀμφιβάλλει ὅτι «πάντα ματαιότης τά ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὐπάρχει μετά θάνατον», «πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα, πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα».

Ἐάν ὁ ὀφθαλμός σου εἶναι πονηρός, ἄρρωστος, βλαμμένος, βλαμμένον καί τυφλωμένον θά εἶναι καί ὅλον τό σῶμα σου, θά εἶναι βυθισμένο στό σκοτάδι. Ἐάν, λοιπόν, λέγει ὁ Κύριος, ἐκεῖνο τό ὄργανον, πού σοῦ δόθηκε, γιά νά σοῦ μεταδίδῃ φῶς, γιά νά σέ φωτίζῃ, ἐάν αὐτό γίνῃ σκότος, σέ πόσο σκοτάδι θά βυθισθῇς; Κάτι παρόμοιο θά συμβῇ ἐάν ὁ νοῦς σου κυριευθῇ ἀπό τά πάθη, ἐάν ὁ νοῦς σου σκοτισθῇ, καί ἡ ψυχή σου προσκολληθῇ στή γῆ, ἐάν ὁ νοῦς σου π.χ. προσκολληθῇ στόν πλοῦτο, τό σκότος πόσον; Τότε σέ πόσο σκοτάδι ἠθικό θά βυθισθῇ ἡ ψυχή σου!

Μάθετε, λοιπόν, τί λέγει ὁ Κύριος: «Οὐδείς δύναται δυσί  κυρίοις δουλεύειν·  ἤ γάρ τόν ἕνα μισήσει καί τόν ἕτερον ἀγαπήσει, ἤ ἑνός ἀνθέξεται καί τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καί Μαμωνᾷ»(Ματθ. στ΄22-24).

Μάθετε καί μή πλανᾶσθε. Κανείς δέν μπορεῖ, συγχρόνως, νά ὑπηρετῇ δύο κυρίους, μέ ἀντίθετα θελήματα. Πλανᾶ τόν ἑαυτόν του. Δέν εἶναι δυνατόν νά νομίζει ὅτι πιστεύει στό Θεό, ὅτι εἶναι προσκολλημένος στό Θεό καί συγχρόνως νά μήν ἐπαναπαύεται στό Θεό, ἀλλά νά θησαυρίζῃ θησαυρούς, γιά τόν ἑαυτό του, στή γῆ. Ἤ θά δεχθῇ τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ καί θά περιπατῇ ἐν ἀγάπη, ὥστε νά βλέπουν οἱ ἄνθρωποι τά φωτεινά του ἔργα και θά δοξάζουν τόν Θεόν, ἤ θά ὑπηρετῇ τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα, καί θά ἀντιστρατεύεται στό Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἤ θά μισήσουμε   τόν πλοῦτο καί τά ἔργα τοῦ σκότους καί θά ἀγαπήσουμε τό Θεό, μέ τήν καρδιά μας ἤ  θά προσκολληθοῦμε στά γήϊνα καί θά καταφρονήσουμε τόν Θεόν. Οὐ δύνασθαι Θεῷ δουλεύειν καί Μαμωνᾶ. Ὁ Θεός μᾶς χαρίζει μέρες. Καί  τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος.Ὅσο πιό γρήγορα μποροῦμε, καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀνάγκη νά διαλέξουμε: Νά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό τό Διάβολο καί νά ἀρνηθοῦμε τά ἔργα τοῦ σκότους, νά ἀνοίξουμε δέ τήν καρδιά μας στό Χριστό. Νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστόν, τό  ἀληθινόν Φῶς,  καί νά ἀγαπήσουμε τά ἔργα τοῦ Φωτός, πού εἶναι χαρά καί εἰρήνη, ἀσιγήτως δοξάζοντες τόν  Σωτῆρα μας τόν Φωτοδότην καί Κύριον.



 


Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ



ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΣ

 

«Καί περιῆγεν ὅλην  τήν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καί κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ. δ΄ 23).

 

Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρ, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος. Ἔρχεται κοντά μας. Μᾶς πλησιάζει ἀθόρυβα, ταπεινά, «ὡς αὔρα λεπτή». Καί λαχτάρα τοῦ Θεανθρώπου εἶναι ἡ σωτηρία μας.


Ἡ Παρουσία Του εἶναι λυτρωτική καί ἀπολύτως ἀναγκαία. Διότι ὅλοι ἐμεῖς δέν ξεφύγαμε ἁπλῶς, ἀλλά καί ξεφεύγουμε καθημερινά ἀπό τό δρόμο τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα, ξεφεύγουμε ἀπό τό δρόμο τῆς ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον. Χωριζόμαστε ἀπό τήν Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος καί βαρειαναστενάζουμε, κυριευμένοι ἀπό τά χαμηλά, τά βρωμερά μας Πάθη. Ἀρνούμαστε τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν, περιφρονοῦμε τίς Ἠθικές Ἀξίες  καί λατρεύουμε τήν ὕλη, τόν Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα.

Καλόν εἶναι νά ξυπνήσουμε καί νά δοῦμε καθαρά τήν καθημερινή πραγματικότητα τῆς ζωῆς μας καί μέ νηφαλιότητα νά τροποποιήσουμε ἤ καλλίτερα νά θεραπεύσουμε τήν προβληματική μας συμπεριφορά. Ἡ ἀπώλεια τῆς ἐπαφῆς μέ τήν πραγματικότητα εἶναι σχιζοφρενία. Νοσοῦμε. Κλεινόμαστε στόν ἑαυτό μας. Ζοῦμε σέ ἕνα δικό μας κόσμο. Χάνουμε κάθε ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα. Ἀδιαφοροῦμε γιά ὅλους γύρω μας. Πολλές φορές πατοῦμε ἐπί πτωμάτων καί προδίδουμε κάθε Ἀξία τῆς ζωῆς καί αὐτήν τήν πίστι μας στό Θεό. Βυθιζόμαστε στό Βόρβορο, στή λάσπη. Στό κάθε μας βῆμα σωρεύουμε συμφορές. Οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό, τό ἀληθινό τους νόημα. Ἡ ἀνθρωπότης ὀλισθαίνει στό Κακό καί τήν ἁμαρτία. Ὁδεύει ὁλοταχῶς πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης, ἡμιθανής.

Δέν εἶναι ὑπερβολή. Αὐτή εἶναι, δυστυχῶς ἠ ζωή τοῦ κόσμου μακράν τοῦ Θεοῦ. Καί πρέπει νά λέμε τήν ἀλήθεια. Νά μήν παραβλέπουμε τήν πραγματικότητα καί πρίν νά εἶναι ἀργά, νά ἐπιστρέψουμε στό δρόμο τῆς ὄντως ζωῆς.


Σ’ αὐτήν τήν ἀθλιότητα ἔρχεται ὁ Χριστός, γιά νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς», «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων». Ἔρχεται ἡ «ἐνσαρκωμένη Ἀγάπη» νά  ἐλευθερώσῃ ὅλους ἐμᾶς, τούς «δεσμίους τῆς γῆς» καί νά μᾶς ἐπαναφέρῃ στήν Ὁδόν τῆς ὑπακοῆς στό Θεῖον Θέλημα, στό δρόμο τῆς γνήσιας Ἀγάπης. Ἕρχεται κοντά μας καί μιλάει στήν καρδιά μας. Μᾶς καλεῖ, μέ τή θέλησί μας, νά ἑνωθοῦμε μαζί του καί νά γίνουμε «καινή κτίσις». Ἕρχεται καί ποιεῖ τά πάντα καινά.

Γίνεται ὁ ἵδιος Ὁδός, τύπος καί ὑπογραμμός σέ ὅλα. Καλεῖ κοντά Του, τούς συνεχιστές τοῦ κοσμοσωτηρίου ἔργου Του καί τούς διδάσκει τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖον θά συνεχίσουν τό Ἔργο Του.

Καί δέν περιορίζεται μόνον στήν κλῆσι τῶν Μαθητῶν, ἀλλά καλεῖ καί ὅλους  ἐμᾶς κοντά Του, καί μᾶς διδάσκει, ὁ πάνσοφος Καθηγητής,  τό ΧΡΕΟΣ μας.


«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες  καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. ια΄ 28-30). Μᾶς καλεῖ καί δέν μᾶς ἐξαναγκάζει, «Ὅστις θέλει...». Κρούει τήν Θύραν καί περιμένει νά Τοῦ ἀνοίξουμε, γιά νά στήσῃ στήν ψυχή μας τή σκηνή Του καί νά βασιλεύσῃ στήν καρδιά μας. Μᾶς διδάσκει πῶς πρέπει νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ καί ζητεῖ νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια Του, γιά τήν ἀναγέννησι τοῦ Σύμπαντος κόσμου.


Ὅπως Αὐτός, «Χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», «διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς καταδυναστευομένους ὐπό τοῦ Διαβόλου» (Πράξ. ι΄ 38),Ἔτσι ἀκριβῶς κι’ ἐμεῖς ὀφείλουμε νά διερχόμαστε τή ζωή μας, μέ εὐεργεσίες, θεραπεύοντας τούς βασανισμένους, ἀπό τά δαιμόνια, συνανθρώπους μας.

Ὅπως ὁ Χριστός διέρχεται τήν ζωήν αὐτοῦ εὐεργετῶν, διδάσκων καί κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ» (Ματθ.δ΄23), ἔτσι ἀκριβῶς κι’ ἐμεῖς ὀφείλουμε νά πολιτευώμαστε.

Καί εἶναι, ἀγαπητά μου παιδιά, καιρός, νά περισυλλεγοῦμε καί νά  συνειδητοποιήσουμε τήν ἀνάγκη νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό ΧΡΙΣΤΟ.

Εἶναι καιρός νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε στή ζωή μας «πρᾶξι». Εἶναι καιρός νά κατανοήσουμε ὅτι Μόνο ὁ Χριστός μᾶς ἀπομένει. Αὐτός μᾶς κυνηγάει μέ τό Ἔλεός Του καί δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ καί νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι ἡ μόνη ἀλήθεια εἶναι ὅτι Μόνον ὁ Χριστός ὑπάρχει γιά μᾶς.

Πιστεύω Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ καί ὁμολογῶ

ὅτι Σύ εἶσαι ὁ Υἱός καί λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ

Σωτήρας μου καί ὁ Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος

Κόσμου. 

Πρός  Σέ, Μακρόθυμε Κύριε, καταφεύγω

 καί  Ζητῶ τό Ἔλεός Σου. Σπλαγχνίσου μας καί

 ἐλέησόν ἡμᾶς τούς ἀχρείους δούλους Σου .

 Σύ καί μόνον Σύ, Κύριε ,  εἶσαι  ἡ ζωή μας καί

 ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας καταφυγή,

ἡ μόνη μας ἐλπίδα , το Φρούριόν μας,

τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Σύ, Κύριε,

 καί μόνον Σύ, εἶσαι βοηθός στίς θλίψεις μας.

Ἐκτός ἀπό Σένα δέν ἔχουμε, καί δέν θέλουμε

νά ἔχουμε ἄλλον Κανέναν. Σέ Σένα, συνεχῶς,

καί χωρίς ντροπή, ἁμαρτάνομεν, ἀλλά καί

Ἐσένα μονάχα λατρεύομε, ἀνεξίκακε Κύριε.

Λυπήσου μας, εὐσπλαγχνίσου μας, Κύριε,

καί μή βραδύνης, μή ἀργοπορεῖς. Ἔρχου ταχύ.

Δέξου μας, μετανοοῦντας καί ἐλέησον ἡμᾶς.

Μεῖνε μαζί μας, Θεέ μου!... Μεῖνε μαζί μας...

Μή μᾶς ἀφήνης μόνους, σ' αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια

παροικία, «ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ». 

Μᾶς κυκλώνουν οἱ ἐχθροί τῆς πίστεώς μας καί βρυχῶνται ἀπό κακία καί εἶναι ἕτοιμοι νά μᾶς καταβροχθίσουν. Μή μας ἐγκαταλείπῃς, Κύριε... Ἄν δέν σπεύσης, ἄν δέν προφθάσῃς νά ἔλθῃς κοντά μας, θά μᾶς καταπιοῦν ζωντανούς, οἱ ἐχθροί μας, δαίμονες καί δαιμονάνθρωποι, κρυφοί καί φανεροί... Ναι , Κύριε, ἔρχου ταχύ καί λύτρωσε ἡμᾶς καί τόν κόσμον σου καί σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν, ὡς ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος καί ἐλεήμων Θεός. Ἀμήν.

 

 


Τρίτη 16 Ιουνίου 2020

«ΤΑ ΕΞΟΥΘΕΝΗΜΕΝΑ ΕΞΕΛΕΞΑΤΟ Ο ΘΕΟΣ,




ΙΝΑ ΚΑΤΑΙΣΧΎΝΗι  ΤΑ ΙΣΧΥΡΑ»

«Βλέπετε γάρ τήν κλῆσιν ὑμῶν, ἀδελφοί, ὅτι οὐ πολλοί σοφοί  κατά σάρκα, οὐ πολλοί δυνατοί, οὐ πολλοί εὐγενεῖς, ἀλλά τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα τούς σοφούς καταισχύνῃ, καί τά ἀσθενῆ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός ἵνα καταισχύνη τά ἰσχυρά, καί τά ἀγενῆ τοῦ κόσμου καί τά  ἐξουθενημένα ἐξελέξατο ὁ Θεός, καί τά μή ὄντα, ἵνα τά ὄντα καταργήσῃ, ὅπως μή καυχήσηται πᾶσα σάρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἐξ αὐτοῦ δέ ὑμεῖς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅς ἐγενήθη ἡμῖν σοφία ἀπό Θεοῦ, δικαιοσύνη τε καί ἁγιασμός καί ἀπολύτρωσις, ἵνα, καθώς γέγραπται, καυχώμενος ἐν Κυρίῳ καυχάσθω» (Α΄Κορινθ. α΄ 26-31).

 

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἀπό ἄπειρη, γιά τά πλάσματά Του, ἀγάπη, γίνεται καί τέλειος ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ εἰκόνα, φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι». Ἔρχεται καί σπέρνει, μέσα στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, τόν ζωοποιόν Του λόγο. «Κηρύσσει καί λέγει· Μετανοεῖτε· ἤγγικε γάρ ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. δ΄ 17). Ἀρχίζει τό κοσμοσωτήριόν Του ἔργον. Ἐκλέγει δέ ὁ Πάνσοφος καί Μαθητές,  καλούς  συνεργάτες, πού, μετά τήν Σταυρική Του Θυσίαν, μετά τήν Ἀνάστασίν Του καί τήν εἰς οὐρανούς Ἀνάληψίν Του, θά συνεχίσουν, μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό κοσμοσωτήριον ἔργον Του.

Εἶναι θαυμαστόν τό γεγονός ὅτι ὁ Κύριος δέν ἀνατρέχει στούς κύκλους τῶν,  κατά κόσμον εὐγενῶν καί σοφῶν, ἀλλά ἐκλέγει τούς Μαθητάς Του, μέσα ἀπό τούς  ἁπλοϊκούς, τούς ἀγραμμάτους, ἀλλά ἁγνούς ἀνθρώπους τοῦ Λαοῦ.


Ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος διηγεῖται ὅτι ὁ Κύριος ἐκλέγει τούς πρώτους Μαθητάς ἀπό τούς ψαράδες τῆς Τιβεριάδος. «Πριπατῶν δέ παρά τήν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τόν λεγόμενον Πέτρον καί Ἀνδρέαν τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, τήν ὥραν πού ἔρριπταν τό δίκτυον εἰς τήν θάλασσαν, διότι ἦσαν ψαράδες. Καί τούς λέγει: «Δεῦτε ὀπίσω μου καί ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων». Καί ἀμέσως ἄφησαν τά δίκτυα καί Τόν ἀκολούθησαν. Καί ἀφοῦ προχώρησε λίγο εἶδε ἄλλους δύο ἀδελφούς, τόν Ἰάκωβον τόν υἱόν τοῦ Ζεβεδαίου καί Ἰωάννην τόν ἀδελφόν αὐτοῦ, τήν ὥρα, πού ἑτοίμαζαν τά δίκτυά τους μέσα στό πλοῖον μαζί μέ τόν Πατέρα τους, τόν Ζεβεδαῖον, καί τούς ἐκάλεσε. Καί αὐτοί μέ μεγάλη προθυμία καί χαρά παρευθύς  ἄφησαν τό πλοῖον καί τόν πατέρα τους καί Τόν ἀκολούθησαν» (Ματθ. δ΄ 18-22). 



Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «Παρατηρήσατε, ποιοί εἶσθε σεῖς, ἀδελφοί, πού ὁ Θεός σᾶς ἐκάλεσε, γιά νά πεισθῆτε. Παρατηρήσατε ὅτι δέν ὑπάρχουν μεταξύ σας πολλοί σοφοί κατ’ ἄνθρωπον, οὔτε πολλοί δυνατοί, οὔτε πολλοί εὐγενεῖς τήν καταγωγήν, ἀλλά  ἐκείνους, πού ὁ κόσμος θεωρεῖ μωρούς ἐδιάλεξε ὁ Θεός, διά νά καταισχύνῃ τούς σοφούς καί τούς ἀδυνάτους κατά κόσμον ἐδιἀλεξεν ὀ Θεός, διά νά καταισχύνῃ τούς δυνατούς, καί ἀνθρώπους, πού ἔχουν ταπεινήν καταγωγήν κατά κόσμον καί τούς περιφρονημένους ἐδιάλεξεν ὁ Θεός, ἀκόμη καί πράγματα πού δέν ὑπάρχουν, γιά νά καταργήσῃ ἐκεῖνα πού ὑπάρχουν· ὥστε νά μή καυχηθῇ  κανείς ἄνθρωπος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ  καί σεῖς εἶσθε ἑνωμένοι μέ τόν Ἰησοῦν Χριστόν, πού ἔγινε γιά μᾶς τούς πιστούς σοφία ἀπό τόν Θεόν μέ τή διδασκαλία Του καί δικαίωσις μέ τόν θάνατον καί τήν Ἀνάστασίν Του καί ἁγιασμός, μέ τήν Ἀνάληψίν Του καί μέ τήν ἀποστολήν τοῦ Αγ. Πνεύματος, ἔγινε δέ καί ἀπολύτρωσις, μέ τήν ἔνδοξον Δευτέραν Παρουσία Του.  Εἶναι ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι τά πάντα τά ὀφείλομεν στόν Ἰησοῦν  Χριστόν. Κανείς ἄνθρωπος δέν ἐπιτρέπεται νά καυχιέται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Καί ὅπως εἶναι γραμμένο· Ὅποιος καυχᾶται, ἄς καυχᾶται ἀποδίδων τήν δόξαν στόν Κύριον καί ὄχι στόν ἑαυτόν του».

Ὁ Χριστός ἐν σοφίᾳ ἐξέλεξε ὡς συνεχιστάς τοῦ ἔργου Του τούς ἁπλοϊκούς, τούς ἀγραμμάτους, ὥστε νά μή θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἀναγέννησις τοῦ Κόσμου, ὀφείλεται στήν ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά στή θεία σοφία, στή Χάρι καί τή δύναμι τοῦ Θεοῦ. Διότι ἡ σοφία τοῦ κόσμου εἶναι μωρία, ἀνοησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἡ σοφία αὐτή δέν εἶναι ἄνωθεν κατερχομένη, ἀλλ’ ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης(Ἰακ. γ΄15), καί οἱ κατά κόσμον σοφοί εἶναι Ἐγωπαθεῖς, ἀλαζόνες, ὑπερόπτες καί ἀγνώμονες. Γι’ αὐτό τά μωρά τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός. Γιατί; Διότι «τό μωρόν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καί τό ἀσθενές τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί» (Α΄Κορινθ. α΄25). Ἀλλά καί ἕνας ἄλλος λόγος πού διάλεξε ὁ Θεός τούς ἀγραμμάτους ἁλιεῖς, γιά Διδασκάλους τῆς Οἰκουμένης, εἶναι γιά νά μή νομισθῇ ὅτι ἡ ἀνακαίνησις τοῦ Σύμπαντος Κόσμου ὀφείλεται σέ ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά στή Χάρι, τή σοφία καί τή δύναμι Τοῦ Θεοῦ, ἵνα μή τις καυχήσηται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Παῦλος  δέχεται καί αὐτός ὅτι ἡ σοφία τοῦ κόσμου εἶναι μωρία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί τονίζει λέγων: «Ὁ λόγος μου καί τό κήρυγμά μου δέν ἔγιναν μέ πειστικούς λόγους ἀνθρωπίνης σοφίας, ἀλλά ἔγινε μέ ἀπόδειξι Πνεύματος καί μέ ἀπόδειξι θείας Δυνάμεως, γιά νά στηρίζεται ἡ Πίστις μας πάνω στήν ἀκλόνητη δύναμι τοῦ Θεοῦ» (Α΄Κορινθ. β΄ 4-5).


Ἐκλέγει τούς ἀγραμμάτους, ἀλλά ἁγνούς καί ταπεινούς Ψαράδες, ἀλλά τούς στέλνει τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό ὁποῖον τούς φωτίζει, τούς ἁγιάζει καί τούς ὁδηγεῖ εἰς πᾶσαν τήν Ἀλήθειαν. «Τούς ἐφοδιάζει μέ τήν ἄνωθεν σοφία, πού εἶναι ἁγνή, εἰρηνική, ἐπιεικῆς, εὐπειθής, μεστή ἐλέους καί καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος καί ἀνυπόκριτος» (Ἰακ. γ΄17). Καί Μαθητές δέχονται πρόθυμα καί μέ χαρά τήν κλῆσιν. Πιστεύουν καί λατρεύουν τό Χριστό, καί μέ τή Χάρι Του ὁμολογοῦν τήν Πίστιν τους καί κηρύσσουν τό Εὐαγγέλιον «πάσει τῇ κτίσει», Καί «εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κτίσις».  Ἐργάζονται «ἐν Χριστῷ καί δι' Αὐτοῦ» πρός ἐξαφάνισιν τοῦ Κακοῦ και τῆς ἁμαρτίας καί πρός Ἀνάστασιν πάντων, μέ θυσία καί αὐτῆς τῆς ζωῆς τους. Εἶναι πρότυπα ἁγίας ζωῆς. Πρότυπα πρός μίμησιν,  καί καυχώμενοι ἐν Κυρίῳ, ὑμνοῦν καί δοξάζουν τόν Θεόν, εἰς τόν Ὁποῖον ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.








Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

«ΤΙΣ ΗΜΑΣ ΧΩΡΙΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ» (Η΄΄35-39)



ΟΜΟΛΟΓΙΑ.


 

«Ποιος μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπην, πού ἔχει ὁ Χριστός σέ μᾶς, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀγάπην , πού ὀφείλουμε νά ἔχουμε ἐμεῖς στό Χριστό;»

ΤΙΠΟΤΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΙΣ δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἔχει ὁ Χριστός σέ μᾶς, ἀλλά καί Τίποτε καί Κανείς, δέν πρέπει νά μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη, πού ὀφείλουμε νά ἔχουμε ἐμεῖς στό Χριστό, ὁ Ὁποῖος πρῶτος μᾶς ἀγάπησε καί τέλειος Θεός, ἔγινε, γιά χάρι μας, καί τέλειος ἄνθρωπος.

Ὁμολογοῦμεν ὅτι τό Μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ εἶναι ξένον καί παράδοξον, εἶναι «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν», ξεπερνάει τήν ἀνθρώπινη νοητική ἱκανότητα, εἶναι ὑπέρλογο, δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας. Προσεγγίζεται μόνον μέ τόν πυρῆνα τῆς ψυχῆς, μέ τήν ὀρθόδοξον Πίστιν, τήν «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένην». 

Ποιός ὅμως, συνετός, μυαλωμένος,  ἄνθρωπος, δέν στέκεται ἔκθαμβος, μπροστά στήν ἄφατη, τήν ἀνεκλάλητη θεϊκή συγκατάβασι;

Ποιός εἶναι τόσον ἄμυαλος, ὥστε νά μήν ἀναγνωρίζῃ τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχνία, τό ἄπειρονἜλεος τοῦ Θεοῦ, για τά πλάσματά Του; Ὁ Χριστός ἔρχεται κοντά μας ἀπό ἄπειρη Ἀγάπη καί σπογγίζει τά δάκρυά μας, καί ἁπαλύνει τόν πόνον μας, θεραπεύει τά τραύματά μας καί μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τήν Ὁδόν ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα»,εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν» καί μᾶς βοηθεῖ στόν ἀγῶνα μας γιά τήν πνευματική μας τελείωσι.

Αὐτός τόσο μᾶς ἀγάπησε, ὥστε Σταυρώθηκε Αὐτός γιά Χάρι μας, καί μᾶς ἔλουσε καί μᾶς ἐκαθάρισε μέ τό πανάγιο Αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας καί μᾶς ἔκαμε Βασιλιᾶδες καί ἱερεῖς στό Θεό καί Πατέρα(Ἀποκ. α΄ 5β).

Αὐτός καί μόνον Αὐτός, πού εἶναι ὁ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, τό Φῶς καί ἡ Εἰρήνη τοῦ κόσμου, μᾶς παραστέκει καί μᾶς βοηθεῖ ὄχι μόνον τίς δύσκολες ὧρες, ἀλλά σέ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας. Ὅλα καί ὅλοι μᾶς ἐξαπατοῦν καί μᾶς ἐγκαταλείπουν, Αὐτός καί μόνον Αὐτός, ὁ Μάρτυς ὁ Πιστός καί ὁ Ἀληθινός, δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ.


Αὐτός «ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη καί Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν τοῦ σῶσαι τά Σύμπαντα, Αὐτόν προσκυνήσωμεν».

 Καί ὅταν Τόν ἀρνούμαστε καί τόν προδίδουμε καί Τόν ξανασταυρώνουμε στά πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας, Αὐτός, ὁ πολυεύσπλαγχνος, μᾶς κυνηγάει μέ τό Ἕλεός Του. Εἶναι πλέον ἤ βέβαιον ὅτι Αὐτόν ἔχομε βοηθόν καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον.

Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Αὐτός καί μόνον Αυτός μᾶς ἀγαπᾷ. Αὐτός καί μόνον Αὐτός ἔρχεται καί μᾶς ἀνασύρει ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ»(Ψαλμ.68,2) εἰς τήν ὁποίαν κάθε φορά βυθιζόμαστε. Αὐτός καί μόνον Αὐτός μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων» (Ἀποκ. ζ 17).

Αὐτός, «ὁ δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο», εἶναι ὁ προσωπικός σωτῆρας μας καί ὁ Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος κόσμου καί κανείς καί τίποτε δέν μπορεῖ να χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἔχει σέ μᾶς.

Ὀφείλουμε ὅμως νά ὁμολογήσουμε ὅτι τίποτε καί κανείς δέν πρέπει νά μπορῇ νά μᾶς χωρίσῃ καί τήν ἀγάπη, πού ἐμεῖς ὀφείλουμε στό Χριστό.

Καί πραγματικά οἱ πιστοί ὀφείλουμε νά  πιστεύουμε  καί νά λατρεύουμε τό Χριστό, ὄχι μέ τά χείλη, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας. Νά Τόν λατρεύουμε «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» καί νά ὁμολογοῦμε τήν Πίστι μας ἐνώπιον τῶν ἄμυαλων διωκτῶν τῆς Πίστεως, ἀψηφῶντας τούς  διωγμούς καί τούς κινδύνους. Ἐξάλλου «δέν εἶναι ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ, πρός τήν μέλλουσαν  δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄18).


Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μᾶς βεβαιώνει ὅτι τίποτε  καί Κανείς, δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ  ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἔχει ὁ Χριστός σέ μᾶς, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἔχουμε ἐμεῖς στό Χριστό. «Ποιός μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ; Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ πεῖνα ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα; Καθώς εἶναι γραμμένον, Πρός χάριν Σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν, θεωρηθήκαμε  σάν πρόβατα προωρισμένα διά σφαγήν. Ἀλλά σέ ὅλα αὐτά νικῶμεν μέ τό παραπάνω μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς ἀγάπησε καί προστατεύει. Εἶμαι δέ ἀπόλυτα πεπεισμένος ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαί οὔτε δυνάμεις, οὔτε οἱ περιστάσεις καί τά γεγονότα τοῦ παρόντος οὔτε τά μέλλοντα γεγονότα οὔτε τά ὅσα ὑψώνουν τόν ἄνθρωπο εἰς τά ὕψη, οὔτε αὐτά πού τόν ταπεινώνουν, οὔτε ὁποιαδήποτε ἄλλη κτίσις, διαφορετική ἀπό αὐτήν πού γνωρίζουμε δέν θά μπορέσῃ ποτέ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἔδειξε σέ μᾶς ὁ Θεός, διά τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ». ἀλλά καί ἀπό τήν ἀγάπη, πού ὀφείλουμε ἐμεῖς στόν Κύριο.


Πολλές φορές κουρσεύουν τήν ψυχή μας τοῦ κόσμου οἱ ψεύτικες ἀγάπες καί βυθιζόμαστε στό βυθό τοῦ ᾎδου. Χρειάζεται νά προσέχουμε καί νά μήν ἐπιτρέπουμε σέ κανέναν νά ἐμποδίζῃ τήν ἕνωσίν μας μέ τό Χριστό, ἔστω καί ἄν αὐτά τά πρόσωπα εἶναι οἱ γονεῖς μας ἤ ἄλλα προσφιλῆ πρόσωπα. Πρέπει νά μάθουμε νά ἀγαπᾶμε τό Χριστό μέ τέλεια ἀγάπη καί νά μισοῦμε τό διάβολο καί νά ἀποφεύγουμε τίς Παγίδες τοῦ Πονηροῦ.

Ὁ Χριστός εἶναι τό Ὑπέρτατον ἀγαθόν, τό Bene supremo,ἡ Αὐτοαλήθεια, ἡ Αὐτοζωή, ὁ Λυτρωτής. Οἱ Ἅγιοι Πάντες ἀπέδειξαν, μέ τό λόγο καί τά ἔργα τους καί μέ τή θυσία καί αὐτῆς ἀκόμη τῆς ζωῆς τους, τήν τέλεια ἀγάπη τους στό Χριστό. Ἀπέδειξαν ὅτι ΤΙΠΟΤΕ καί ΚΑΝΕΙΣ δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.


Ἄς προσέχουμε κι’ ἐμεῖς νά μή ντροπιάζουμε τό Ὄνομα τοῦ Σωτῆρος μας, μέ τά ἄπρεπα καί ἀστόχαστα καμώματά μας. Ἀλλά ἀντίθετα νά προσέχουμε νά ὁμολογοῦμε τήν Πίστι μας, μέ παρρησία, λόγῳ καί ἔργῳ, μπροστά σέ ὅλους. Νά μή ξεχνᾶμε ποτέ ὅτι «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία·  οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ΄12). «Καί ἔσται πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό ὄνομα Κυρίου σωθήσεται» (Πράξ. β΄ 21,Ἰωήλ γ΄15). Καί νά παρακαλοῦμε τόν Κύριον νά μᾶς ἐνισχύῃ εἰς τήν Ὁμολογίαν τῆς Πίστεώς μας, ὥστε πάντες, ἐν ἐνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, νά Τόν ὑμνοῦμεν καί νά Τόν δοξάζωμεν καί, ἀσιγήτως, νά Τόν δοξολογοῦμεν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, διότι Σ’ Αὐτόν καί μόνον Σ’ Αὐτόν, τόν Τριαδικόν Θεόν, ἀνήκει ἡ τιμή καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.