Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Ο ΟΥΡΑΝΟΦΑΝΤΩΡ ΚΑΙ ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ

                          ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΑΓΙΑΣ ΖΩΗΣ.

 

«Ζῇ Βασίλειος, και θανών, ἐν Κυρίῳ.

Ζῇ και παρ’ ἡμῖν, ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βίβλων».

 

Ὁ Ἅγιος Βασίλειος γεννήθηκε στό τέλος τοῦ 329 στήν Καισάρεια τῆς Καπαδοκίας ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Βασίλειον καί τήν Ἐμμέλεια, και ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ  και νουθεσίᾳ Κυρίου». Πίστεψε μέ ὅλη τη δύναμι τῆς ψυχῆς του στό Χριστό καί ἀφοσιώθηκε σ’ Αὐτόν. Λάτρευε τον Κύριο «ἐν πνεύματι και ἀληθείᾳ» και ἀπεφάσισε να ἀφιερώσῃ τη ζωή του στο Χριστό καί στό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, λόγῳ και ἔργῳ.

Σπούδασε στήν Βασιλίδα τῶν Πόλεων, στήν Κωνσταντινούπολι, κοντά στό σοφιστή  Λιβάνιο,  κατόπιν δέ καί  στήν Ἀθήνα, ὅπου ἑνώθηκε, μέ ἁγνή φιλία, σέ μιά ψυχή, μέ τόν Γρηγόριον τόν Ναζιανζηνόν.

Στήν Ἀθήνα ὁ Βασίλειος ἐσπούδασε και ἐκαρπώθηκε ὅλες τίς γνώσεις τῆς ἐποχῆς του, καί τήν Ἰατρικήν. Ἧτο ἐκ φύσεως πνεῦμα ἐξαιρέτου και σπανίας διαυγείας και καθρότητος. Διψοῦσε ἡ ψυχή του  τή γνῶσι καί ἀπέκτησε πᾶσαν γνῶσιν και πᾶσαν ἐπιστήμη, κάθε ἀνθρώπινη σοφία, ἀλλά κυρίως ἐδέχθη στήν καθαρή ψυχή του τήν ἄνωθεν σοφίαν, τήν ὁποίαν ἐξεχώρισε ἀπό τήν ἐπίγειον , τήν ψυχικήν και δαιμονιώδη.

Ὑπῆρξε χαρακτήρ ἀδαμάντινος. Εἶχε δέ ἀγαθή καί ἰσχυροτάτη Βούλησι. Μέ ὁλόκληρη τή ζωή του ἀνεδείχθη ἄριστος Ὁδηγός Ὀρθοδόξου Πίστεως, Κανών Πίστεως, Ὑπόδειγμα ἁγίας, ἐν Χριστῷ ζωῆς.



Ὁ Ἅγιος, πράγματι, εἶναι ἄριστος ὁδηγός πίστεως και γνώσεως, κατά Θεόν Ὁδός, ζωῆς και δράσεως Φῶς !

Μετά τήν ἐπιστροφή του ἀπό την Ἀθήνα πῆγε στά ἡσυχαστήρια πού βρισκόταν στήν ἐπαρχία τοῦ Πόντου. Τότε συνέγραψε και τούς ἀσκητικούς του λόγους. Κατά το ἔτος 370 περίπου, ἀφοῦ ἀπεβίωσε ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πατρίδος του, ἐξελέγη ὁ Βασίλειος διάδοχος τοῦ Θρόνου και ἀνέλαβε τά καθήκοντα τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας. Ἐποίμανε, ὡς καλός Ποιμήν, ὀκτώ χρόνια. Ὁ Μέγας Βασίλειος τά ἔδωσε ὅλα στο Χριστό. Θυσίασε  τή μεγάλη περιουσία του καί ὁλόκληρη τή ζωή του στό Βωμό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ.Ἡ Βασιλειάδα ὑπῆρξε καταφύγιον πιστῶν και ἀπίστων. Ὁ Μέγας Βασίλειος τά ἔδωσε ὅλα. Για τὀν ἑαυτόν του κράτησε ἕνα τριμμένο ράσο και μερικά βιβλία. Κήρυττε τό Εὐαγγέλιον, λόγῳ και ἔργῳ. Πολέμησε τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου καί ψυχικά ἐμαρτύρησε, για τήν Ὀρθοδοξία Πίστεως και Ζωῆς. Μελετῶντες τή ζωή και τά θεόπνευστα συγγράμματα τοῦ Ἀγίου μένουμε ἄφωνοι και ἐκστατικοί. Θεόπνευστος ὁ λόγος του, Ἁγία ἡ ζωή του.

Δεν φοβήθηκε τίς ἀπειλές τοῦ αἰρετικοῦ βασιλέως Οὐάλεντος, οὔτε καί τίς  ἀπειλές τοῦ ἐπάρχου τῆς ἀνατολῆς Μοδέστου.  Κράτησε ψηλά το ὄνομα τοῦ Κυρίου. Δεν συμβιβάστηκε με τούς ἀχρείους τῆς ἐποχῆς του.Δέν ντρόπιασε το ἀξίωμά του μέ  ἀθέους συμβιβασμούς. Ὑπόδειγμα ἁγίας, ἐν Χριστῷ ζωῆς, μέχρι τέλους. Ὑπόδειγμα, για τούς πιστούς, για τούς Ἐπισκόπους, για κάθε πιστό και συνετό ἄνθρωπο.

Ὡς βροντή ἀκούγεται ἡ κραυγή του στόν  ἄθεο Μόδεστο: «Ὁ Θάνατος εὐεργέτης». Ἐκοιμήθη και ἐξεδήμησε προς Κύριον τήν 1η  Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379. Ἡ κατά Θεόν σοφία του και ἡ πολυμάθειά του τόν ἀνέδειξαν Μέγαν Οἰκουμενικόν διδάσκαλον και ἀξίως ἐπωνομάσθη Μέγας και οὐρανοφάντωρ.

Και εἶναι ἀνάγκη τῶν καιρῶν να στραφοῦμε ὅλοι πρός τούς Μεγάλους Πατέρας και Διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀρχίζοντας τή μελέτη και μέσα στα Σχολεῖα μας, τῶν σοφῶν συγγραμμάτων τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Εἶναι τροφή και τρυφή τῆς ψυχῆς τῶν παιδιῶν μας και ὅλων μας, οἱ Θεόπνευστοι λόγοι του. ὈΔΗΓΟΥΝ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, πού εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνην μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον.

Ὀ μέγας Βασιλειος μᾶς καλεῖ νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολῶθοῦμε, ὅπως αὐτός, τό Εὐαγγέλιον τῆς ΑΓΑΠΗΣ καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή, ἀποφεύγοντας κάθε αἰρετική διδασκαλία.

Τά φλυναφήματα τῶν Οὐπανισάδς, τῆς Βεδάντα και τοῦ Κορανίου τοῦ μίσους, εἶναι δηλητήριον και εἶναι πασίδηλον ὅτι ὁδηγοῦν στην αὔξησι τῆς ἐγκληματικότητος. Καί καλόν εἶναι νά συνειδητοποιήσουν ἔγκαιρα οἱ Ἀρμόδιοι τή βλάβη, πού προκαλεῖ στήν ψυχή τῶν παιδιῶν μας, ἡ ἀθεῒα καί οἱ διδασκαλιες τῶν δασῶν καί οἱ διάφορες ἀθεες φλυαρίες, ὥστε, εἰς τό ἑξῆς νά ἀνατρέφωνται τά παιδιά μας ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου, μέ τό Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ καί μέ τά σοφά συγγράμματα τῶν Πατέρων μας.

Εἶναι καιρός να ἀνανήψουμε καί νά ἐπιστρέψουμε στήν Ὁδόν τῆς Ζωῆς, στήν Ὁδόν τοῦ Κυρίου. Και κρίνεται ἀναγκαῖα ἡ μελέτη τῆς ζωῆς και τῶν συγγραμμάτων ὄχι μόνον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλά ὅλων τῶν Πατέρων καί Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπό ὅλους μας. Και ὁ νοῶν, νοήτω!

 


« Ὤφθης βάσις ἄσειστος τῇ Ἐκκλησίᾳ, νέμων πᾶσιν ἄσυλον, τήν κυριότητα βροτοῖς, ἐπισφραγίζων σοῖς δόγμασιν, Οὐρανοφάντωρ Βασίλειε ὅσιε».

 

«Τῆς σωφροσύνης ὁ κρατήρ, τό στόμα τῆς σοφίας, και βάσις τῶν δογμάτων, Βασίλειος ὁ Μέγας, πᾶσιν ἀστράπτει νοερῶς. Δεῦτε οὖν  και στῶμεν ἐν τῷ  οἴκῳ τοῦ Θεοῦ, θερμῶς ἐνατενίζοντες, τοῖς θαύμασι τοῖς τούτου τερπόμενοι· και  ὥσπερ λαμπηδόνι ἀστραφθέντες τῷ φωτί αὐτῶν, θαλφθῶμεν τῷ τοῦ βίου καθαρτικῷ πνεύματι, μιμούμενοι αὐτοῦ την πίστιν, τήν ζέσιν τήν ταπείνωσιν· δι’ ὧν  οἶκος ἐδείχθη τοῦ ὄντως Θεοῦ· πρός ὅν βοῶντες ὑμνοῦμεν· Οὐρανοφάντωρ Βασίλειε Ὅσιε». 





Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2020

TO NEON ETOΣ, ΔΩΡΟΝ ΘΕΟΥ

 

                          ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

 

 Μακρόθυμος και Πολυέλεος Κύριος, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, μᾶς  εὐσπλαγχνίζεται, και μᾶς χαρίζει ἕνα Νέο Χρόνο περισυλλογῆς και αυτοεξετάσεως. Τό Νέον ἔτος εἶναι, πράγματι, «δῶρον Θεοῦ», εἶναι  «καιρός μετανοίας».

Γνωρίζει ὁ Κύριος «το εὐόλισθον», «τό ὀλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», και ὡς συμπαθής και Φιλάνθρωπος, μᾶς χαρίζει τον καινούργιο χρόνο, γιά νά μπορέσουμε να ἔλθουμε σέ περισυλλογή και αὐτοεξέτασι, να προσέξουμε στόν ἑαυτό μας, να γνωρίσουμε τον ἑαυτό μας, νά ἀναγνωρίσουμε τά σφάλματά μας, να μετανοήσουμε εἰλικρινά  και εἰλικρινά και ἔμπρακτα μετανοιωμένοι, να τροποποιήσουμε καί να θεραπεύσουμε την προβληματική μας συμπεριφορά και να βάλουμε ἄρχήν στην πνευματικήν μας ζωήν.

Αὐτή εἶναι και ἡ καθημερινή Προσευχή τῶν ἁγίων, το «βαλεῖν ἀρχήν». Καί ὁ καινούργιος χρόνος εἶναι εὐκαιρία. Εἶναι «δόσις ἀγαθή» και «δώρημα τέλειον ἄνωθέν  ἐστι καταβαῖνον ἀπό τοῦ πατρός τῶν φώτων»(Ἰακ.α΄17).

Κάθε συνετός ἄνθρωπος, ὁμολογεῖ, μετά πάντων τῶν Ἁγίων ὅτι εἶναι πολύ φοβερό Κακόν, «δεινόν ἡ ἁμαρτία». Και συνεπῶς ἔχουμε χρέος να  προσέχουμε στον ἑαυτό μας. Να προσέχουμε τίς θυρίδες, δι’ ὧν  εἰσέρχεται στην ψυχή μας ὀ θάνατος. Να εἴμαστε ἄγρυπνοι, νηφάλιοι και ἀδιαλείπτως προσευχόμενοι, γιά νά ἀποφεύγουμε, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, τίς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ.  

φείλουμε δέ ὅλοι νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι «τό ἁμαρτάνειν (εἶναι) ἀνθρώπινον, τό ἐμμένειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ σατανικόν καί τό ἐξομολογεῖσθαι θεῖον», λέγει ὁ ἱερός  Χρυσόστομος. Και ὁ Ἅγιος  Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι «Οὐ φοβερόν το πεσεῖν, ἀλλά τό κεῖσθαι».

 Δυστυχῶς, ἐξ αἰτίας τῆς πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων, φέρει κάθε ἀνθρωπος, τή ροπή προς την ἁμαρτία (concupiscentia). Γι’ αὐτό καί ὁ Πανάγαθος Θεός, ὁ Ὁποῖος «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι και εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμόθ. β΄4), μᾶς προσφέρει αὐτό το θεῖον δῶρον, το Νέον Ἔτος, ὡς καιρόν μετανοίας. Και εἶναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε ὅτι εἶναι μέν φοβερόν Κακόν τό ἁμαρτάνειν, ἀλλά φοβερότερο Κακόν εἶναι τό  ἔμμένειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ, τό κεῖσθαι, ἡ ἀμετανοησία.

Εἶναι μεγάλη ντροπή ἡ ἁμαρτία καί κάθε φιλότιμος ἄνθρωπος εἶναι φυσικόν να ντρέπεται για τά λάθη του. Θα πρέπει ὅμως  ὅλοι να καταλάβουμε ὅτι εἴμαστε ὁμοιοπαθεῖς, ὅλοι κάνουμε λάθη και γι’αὐτό πρέπει, πρῶτα ἀπό ὅλα, να εἴμαστε πολύ ἐπιεικεῖς ὁ ἕνας προς τον ἄλλον, δεύτερον νά ἀναγνωρίζουμε τά λάθη μας και να μετανοοῦμε γι’ αὐτά, και τρίτον να διορθώνουμε τίς ζημιές πού κάνουμε, δηλαδή να μετανοοῦμε εἰλικρινά και ἔμπρακτα. Διότι με αὐτόν τρόπον θεραπεύουμε τήν προβληματική μας συμπεριφορά, βάζουμε «ἀρχήν» στήν πνευματική μας ζωή, ἀξιοποιοῦμε τήν εὐκαιρία, πού μᾶς χαρίζει ὁ Θεός, τον καινούργιο χρόνο, ἐπ’ ἀγαθῷ.



Δυστυχῶς ὅμως, διαπιστώνουμε, μέ πικρία, ὅτι στήν ἐποχή μας, παρά πολλοί ἄνθρωποι ὄχι μόνον ἐμμένουν, μέ λυσσώδη μανία, στην ἀμετανοησία καί δέν διορθώνονται καί δέν βάζουν ἀρχήν στή ζωή τους, δέν μετανοοῦν, ἀλλά, κατά τόν ἱερόν Χρυσόστομον, «καί καυχῶνται ἐπί τοῖς ἀτοπήμασι».

Ντροπή εἶναι νά μή προσέχη καί νά κυλιέται κανείς στή λάσπη καί νά μή θέλει να ξεφύγει ἀπό τή βρομιά. Δεν εἶναι ντροπή να καθαρίζῃ τόν ἑαυτόν του ἀπό τή λάσπη καί τή  βρομιά. Ὅ, τι χειρότερο στόν ἄνθρωπο, εἶναι  ἡ πώρωσις καί ἡ  ἀμετανοησία.

Εἶναι ΝΤΡΟΠΗ  νά καυχιέται κανείς, γιά τήν αἰσχρότητά του και γιά τήν κάθε εἴδους  βρομερή του συμπεριφορά.

Πιστεύω, ἀγαπητά μου παιδιά, ὅτι εἶναι καιρός να δεχθοῦμε το θεῖον δῶρον, τό Νέο ἔτος, νά χρησιμοποιήσουμε την «εὐκαιρία», πού μᾶς προσφέρει   ὁ Οὐράνιος Πατέρας, και νά ανοίξουμε τήν καρδιά μας στήν ΑΓΑΠΗ, στόν Σωτῆρα, τόν Κύριόν μας,   τόν Ἰησοῦν Χριστόν, πού εἶναι ἡ Ὁδός και ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ Ζωή, τό Φῶς και ἡ Εἰρήνη τοῦ κόσμου. Νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, να βάλουμε «ἀρχήν» στήν πνευματική μας ζωή και νά κάνουμε «πρᾶξι» το Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του και ἔτσι να μεταβάλουμε αὐτήν ἐδῶ την Κόλασι,  σέ Παράδεισο.

Καί εἶναι καιρός τώρα να πάρουμε τή μεγάλη ἀπόφασι να ἀκολουθήσουμε τό Ἀρνίον, ὅπου ἄν ὑπάγῃ, νά ἀκολουθήσουμε τήν «καθ’ ὐπερβολήν ὀδόν», τά ματωμένα  Χνάρια τοῦ Κυρίου, γιά  νά φθάσουμε ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς το· «καθ’ ὁμοίωσιν» καί νά γίνουμε θεοί κατά χάριν. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, ὁ Υἱός και Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ταπεινός ἄνθρωπος, για να γίνουμε ἐμεῖς θεοί. Και νομίζω πώς, ἔχουμε Χρέος, νά προσκυνοῦμε τόν Κύριο καί νά Τόν λατρεύουμε ἐν πνεύματι και ἀληθείᾳ, γιά τή θεϊκή Του συγκατάβασι δοξάζοντες Αὐτόν, ἀσιγήτως, «ἐν παντί τόπῳ τῆς Δεσποτείας Αὐτοῦ»  και τώρα καί πάντοτε και εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.


 

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2020

«ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ»



 Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ (IMANU EL).

 

Μᾶς εὐσπλαγχνίζεται ὁ Θεός, μᾶς ἐπισκέπτεται καί μᾶς καλεῖ κοντά Του. Ἄφατη εἶναι ἡ συγκατάβασί Του. Ἀνεκλάλητη ἡ Μακροθυμία Του. Μυστήριον ξένον καί παράδοξον ἡ ἐνανθρώπησίς Του. Δέν τό χωράει ὁ νοῦς μας.

Εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Αγίου Πνεύματος, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, γεννᾶται ἐκ Παρθένου καί γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί. Ἔρχεται κοντά μας, ἀθόρυβα, ταπεινά, «ὡς αὔρα λεπτή», «ὁ πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ», ὁ Ἐμμανουήλ, πού σημαίνει: Εἶναι μαζί μας ὁ Θεός. Ἔρχεται νά μᾶς λυτρώση ἀπό τόν κακό μας ἑαυτό, ἀπό τόν Διάβολο καί ἀπό τόν κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται».

Τό παράδοξον καί ἀνήκουστον εἶναι ὅτι ἔρχεται κοντά μας ὁ Θεός καί κρούει τήν Θύρα καί οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς δέν ἀκοῦμε τή φωνή Του, δέν Τόν δεχόμαστε, κωφεύουμε στόν ζωοποιό Του λόγο καί συνεχίζουμε τά ἔργα τῶν χειρῶν μας. Μέ λυσσώδη μανία παραμένουμε «δέσμιοι τῆς γῆς», κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου καί λατρεύουμε τά Εἴδωλα, λατρεύουμε τήν κτίσιν παρά τόν Κτίσαντα καί κλείνουμε ἑρμητικά τήν ψυχή μας στόν Ἐρχόμενον.

Πετρῶσαν οἱ καρδιές. Ἐψύγη ἡ ἀγάπη. Ἐσκοτίσθη ὁ νοῦς, ἐμπεπηγμένος εἰς «ἰλύν βυθοῦ» καί λατρεύει τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα καί ἀρνεῖται τόν Ἕναν καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί «Ὅν ἀπέστειλεν Ἰησοῦν Χριστόν».

Μολονότι ὅμως οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, κλείνουμε τήν καρδιά στόν Ἔρχόμενον, Ἐκεῖνος, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, Μακρόθυμος καί Πολυέλεος, συνεχίζει νά ἔρχεται κοντά μας καί νά μᾶς κυνηγάει μέ τό Ἕλεός Του. Κρούει τήν Θύραν.

Ἀναρωτηθήκαμε ποτέ Ποιός εἶναι ὁ ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ; Συνειδητοποιοῦμε ἄραγε τό μέγεθος τῆς μωρίας μας; Καταλαβαίνουμε Ποῦ μᾶς ὁδηγεῖ ἡ Πώρωσις καί ἡ ἀμετανοησία μας;

Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ εἶναι ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, «τό Α καί τό Ω, ἡ Αρχή καί τό Τέλος, ὁ Πρῶτος καί ὁ Ἔσχατος, ὁ Ὤν καί ὁ Ἦν καί ὁ Ἐρχόμενος, ὁ Παντοκράτωρ» (Ἀποκ. α΄ 8β).Ο ΧΡΙΣΤΟΣ εἶναι «ὁ ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ, ὁ Μεγάλης Βουλῆς Ἄγγελος, ὁ   Ἰσχυρός Θεός, ὁ Θαυμαστός Σύμβουλος, ὁ Ἐξουσιαστής,  ὁ Ἄρχων τῆς Εἰρήνης, ὁ Πατήρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» (Ἡσ. θ΄ 6). Ὁ Μοναδικός Σωτῆρας καί Λυτρωτής τοῦ Σύμπαντος Κόσμου.

Καί πιστεύω πώς εἶναι καιρός, ὅλοι ἐμεῖς, οἱ  ἐλεεινοί θνητοί, νά συνειδητοποιήσουμε, ὄχι μόνον Τήν Ἀποκάλυψι τοῦ Ἐλεήμονος Θεοῦ καί τήν ἄφατον αὐτοῦ συγκατάβασιν, ἀλλά καί ὅτι «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. δ΄12), καί ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός «σώσει καί σώζει  τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν»(Ματθ. α΄21). Καί ὅτι «πᾶς ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτῷ οὐ καταισχυνθήσεται, καί πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό ὄνομα Κυρίου σωθήσεται»(Ρωμ. ι΄11,13.Πραξ.β΄21.Ἰωήλ γ΄ 5).

Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ καί μόνον Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Εἶναι ὁ Κύριος καί Θεός μας καί μεῖς εἴμαστε ἀχρεῖοι μέν , ἀλλά δοῦλοι Του. Νά καταλάβουμε καλά ὅτι ὅλα καί ὅλοι μᾶς ἔχουνε ἐξαπατήσει καί μᾶς ἔχουν ἐγκαταλείψει, καί ὅτι μόνον Αὐτός ἔρχεται καί μένει κοντά μας. 



Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι  Βοηθός μας ὄχι μόνον στίς θλίψεις μας, ἀλλά ὅλες τίς στιγμές τῆς ζωῆς, βοηθόν δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον Κανέναν. Καί Αὐτός, ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς, δέν μᾶς ἐγκαταλείπει ποτέ. Εἶναι, λοιπόν, καιρός, νά προετοιμάσουμε τήν ψυχή μας, νά καθαρίσουμε τήν καρδιά μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τόν ΛΥΤΡΩΤΗ.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ νά ἐξέλθουμε ἀπό τήν Βαβυλῶνα, καί νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στόν ΕΡΧΟΜΕΝΟΝ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ, τόν ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ νά ἀνανήψωμεν καί γονατιστοί νά στρέψουμε τό βλέμμα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος πρός τή Βηθλεέμ καί νά σταθερά νά φέρουμε τό βῆμα πρό τά ἐκεῖ. Νά προσκυνήσουμε τό ΘΕΙΟΝ ΒΡΕΦΟΣ, νά ἐναποθέσουμε στά πόδια Του ἀντί δώρων τίς ἁμαρτίες μας καί νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί ἐξέλθουμε ἀπό τό Σπήλαιον νέοι ἄνθρωποι, ἐν Χριστῷ καινή κτίσις , νά πάρουμε δέ τήν ἀπόφασι νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του, νά ἀκολουθοῦμε τῷ Ἀρνίῳ ὅπου ἄν ὑπάγῃ, ἄδοντες καί ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν ὕμνους Εὐχαριστίας στό ΛΥΤΡΩΤΗ.

 


«Ἄκουε οὐρανέ, καί ἐνωτίζου ἡ γῆ· ἰδού γάρ ὁ Υἱός καί λόγος τοῦ Θεοῦ και Πατρός, ἔρχεται νά γεννηθῆ ἐξ ἀπειράνδρου Κόρης εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βηθλεέμ εὐτρεπίζου, ἄνοιγε πύλην ἡ Ἐδέμ· Ὅτι ὁ Ὤν γίνεται ὅ οὐκ ἦν. Ὁ Πλαστουργός πάσης κτίσεως διαπλάττεται. Γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος, Αὐτός , πού παρέχει στόν κόσμο τό μέγα ἔλεος».

Ἔρχεται στή γῆ, στούς δικούς Του καί οἱ δικοί Του δέν Τόν δέχονται. Στή Βηθλεέμ δέν βρίσκεται Κατάλυμα γι’ Αὐτόν. 



Γεννιέται σέ ἕνα παγωμένο Σπήλαιο, ἀνακλίνεται σέ μιά φτωχική Φάτνη καί Τόν Θερμαίνουν, μέ  τά χνῶτα τους, ἕνα Βόδι καί ἕνας Ὄνος καί ἐκπληρώνεται ἡ Προφητεία τοῦ Ἡσαῒου, πού λέγει ὅτι «Ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραήλ δέ με οὐκ ἔγνω καί ὁ λαός μου ού συνῆκεν» (Ἡσ, α΄ 3). Ἀλλά καί σήμερα ὁ Χριστός ἔρχεται, καί θέλει νά γεννηθῆ μέσα στήν ψυχή μας, νά βασιλεύσῃ στήν καρδιά μας καί μεταβάλῃ αὐτό τό «Χοιροστάσι», σέ Παράδεισο τῆς Ἐδέμ.

Θά πρέπει νά τονίσω ἐδῶ, ὅτι «Ὅσοι δέχθηκαν τό Χριστό καί πίστεψαν στό πανάγιον ὄνομά Του, σ’ αὐτούς ὁ Κύριος ἔδωκε τήν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι». Τί ἄλλο καλλίτερο θά μποροῦσε νά ὑπάρχει ἀπό τό νά λάβῃ ὁ ἄνθρωπος τήν ἐξουσία καί τή Χάρι νά γίνῃ παιδί τοῦ Θεοῦ;

Εἷναι, λοιπόν,  καιρός, χωρίς ἀργοπορείαν, νά σπεύσουμε καί νά προετοιμάσουμε τήν Ψυχή μας νά δεχθῆ τόν Κύριον τῆς Δόξης, τόν ΕΡΧΟΜΕΝΟΝ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΚΥΡΙΟΥ, τόν ΛΥΤΡΩΤΗΝ.

Καιρός νά στραφοῦμε στήν Ψυχή μας καί νά τήν προετοιμάσουμε λέγοντες:

«Βηθλεέμ ἑτοιμάζου· Εὐτρεπίζου ἡ φάτνη· τό Σπήλαιον δεχέσθω· ἡ ἀλήθεια ἦλθεν· ἡ σκιά παρέδραμε· καί Θεός ἐν ἀνθρώποις, ἐκ Παρθένου πεφανέρωται, μορφωθείς τό καθ’ ἡμᾶς, καί θεώσας τό πρόσλημμα. Διό Ἀδάμ ἀνανεοῦται σύν τῇ Εὔᾳ, κράζοντες· Ἐπί γῆς εὐδοκία ἐπεφάνη, σῶσαι τό γένος ἡμῶν»( Ποίημα Σωφρονίου, Πατριάρχου Ἱεροσολύμων).

 

«Ἡ Παρθένος σήμερον, τόν ὑπερούσιον τίκτει, καί ἡ γῆ τό Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι, μετά Ποιμένων δοξολογοῦσι. Μάγοι δέ, μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι·  δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός»(Κοντάκιον Ἑορτῆς).





ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΕΙΣΑΙ ΣΥ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ   ΚΥΡΙΟΥ. Σύ , Κύριέ μου, εἶσαι ὀ Ἀληθινός Θεός ἡμῶν, ἡ Πηγή τῆς Ζωῆς καί τῆς ἀθανασίας, τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο. Ἔλα κοντά μας, ἄν και δέν τό ἀξίζουμε. Ἔλα γρήγορα κοντά μας, μή βραδύνης. Ἔρχου ταχύ, Κύριέ μου, Ἱησοῦ, ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου. Θεέ μου,  συγχώρεσέ με, πού δέν μπορῶ ἐπάξια νά ὑμνήσω τή Θεϊκή Σου συγκατάβασι. Δέν βρίσκω λόγια νά ἐκφράσω τό Ἔλεός Σου. Δέν βρίσκω λόγια νά περιγράψω τά μεγαλεῖα Σου, Κύριε. Συγχώρεσε τήν εὐτέλεια τοῦ λόγου μου καί τά ψελίσματα τῆς ἀναξιότητός μου. «Μέγας εἶσαι , Κύριε, καί θαυμαστά τά ἔργα Σου καί οὐδείς λόγος ἐξαρκέσει πρός ὕμνον τῶν θαυμασίων Σου». Λυπήσου με καί ἐλέησόν με τόν ἀνάξιον δοῦλον Σου καί ἔρχου ταχύ καί λύτρωσε τόν κόσμον Σου ἀπό πάσης ἀπειλῆς τοῦ ἀντικειμένου καί ἀπό πάσης θλίψεως, ὀργῆς κινδύνου καί ἀνάγκης καί ἀξίωσον πάντας ἡμᾶς τούς ἀναξίους δούλους Σου , ἀσιγήτως νά Σέ ὐμνοῦμεν καί νά Σέ δοξολογοῦμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι εἰς πάντας τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.




«Εὐφραίνεσθε Δίκαιοι· οὐρανοί ἀγαλλιᾶσθε· σκιρτήσατε τά ὄρη, Χριστοῦ γεννηθέντος· Παρθένος καθέζεται, τα Χερουβίμ μιμουμένη, βαστάζουσα ἐν κόλποις, Θεόν Λόγον σαρκωθέντα. Ποιμένες τόν τεχθέντα δοξάζουσι. Μάγοι τῷ Δεσπότῃ δῶρα προσφέρουσιν. Ἄγγελοι ἀνυμνοῦντες λέγουσιν· Ἀκατάληπτε Κύριε, δόξα σοι».




«Σήμερον ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεέμ γεννᾶται ἐκ Παρθένου. Σήμερον ὁ ἄναρχος ἄρχεται, καί ὁ Λόγος σαρκοῦται. Αἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν ἀγάλλονται, καί ἡ γῆ σύν τοῖς ἀνθρώποις εὐφραίνεται. Οἱ Μάγοι τά δῶρα προσφέρουσιν· οἱ Ποιμένες τό θαῦμα κηρύττουσιν· ἡμεῖς δέ ἀκαταπαύστως βοῶμεν· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».





Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2020

ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΛΥΠΗΡΟΤΕΡΩΝ





ΕΠΙ ΤΑ ΧΡΗΣΤΟΤΕΡΑ ΚΑΙ ΘΥΜΗΔΕΣΤΕΡΑ,

ΚΑΙ ΑΝΑΠΑΥΣΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑ.

 

Ὁ ἀποχωρισμός ἀπό τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα εἶναι μεγάλος πόνος. Καί ὁ πόνος δέν μετριέται.

Ὁ Χριστιανός ποτέ δέν παραφέρεται. Ἀποφεύγει «τό ἄτεκτον καί θηριῶδες», ἀλλά καί τό «γυναικοπρεπές».

Ἡ Πίστις στό Χριστό στηρίζει τήν ψυχή μας. Πιστεύουμε στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς καί στή μετά θάνατον, τήν ὄντως ζωήν.

Χωρίς αὐτήν τήν πίστιν βυθίζεται ὁ ἄνθρωπος σ’ ἕνα ἄπειρο, ἀπύθμενο «κενό», σ’ ἕνα πυκνό, βαθύ σκοτάδι, σέ μιά ἄβυσσο Ὀδύνης. Βυθίζεται στό μή ὄν, στήν ἀνυπαρξία. Καί τίποτε δέν ἔχει ἀξία.

Οἱ πιστοί βλέπουν πάντοτε τά πάντα ἀπό ἄλλη σκοπιά, Sub specie aeternitatis.

Εἶναι δέ «Μακάριοι οἱ νεκροί οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ’ ἄρτι. Ναι, λέγει τό Πνεῦμα, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν· τά δέ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν»(Ἀποκ. ιδ΄13).

Γιά τούς πιστούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει θάνατος, ὑπάρχει «κοίμησις», ὑπάρχει ζωή. Δέν ὑπάρχουν «νεκροί»  καί «Νεκροταφεῖα»,   ἀλλά «κεκοιμημένοι» καί «Κοιμητήρια». Ὁ ἀποχωρισμός τῆς ψυχῆς ἀπό τό σῶμα, δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά μετάβασις τοῦ μέν σώματος εἰς τήν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη, τῆς δέ ψυχῆς εἰς τήν ὄντως ζωήν. Εἶναι «γενέθλιος ἡμέρα». Ἡ Κοίμησις εἶναι «Ἔξοδος τῆς Ψυχῆς ἀπό τή Βαβυλῶνα, ἀπό τό Ὑλικόν Σύμπαν, καί «Εἴσοδος» εἰς τό Πνευματικόν Σύμπαν. Εἶναι «Μετάβασις ἐκ τοῦ Θανάτου εἰς τήν Ζωήν». Εἷναι Μετάβασις ἀπό τήν ἀνθρωπίνην Διάστασιν, εἰς τήν Θείαν Διάστασιν. Εἶναι Μετάβασις ἀπό αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, εἰς τήν αἰώνια κατοικία. Εἶναι «Ἔξοδος» ἀπό τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου καί «Εἴσοδος» εἰς τόπον ἀναψυχῆς, εἰς τόν «κόλπον τοῦ Ἀβραάμ», εἰς τήν ἀγκαλιά τοῦ Θεοῦ, «ἐν χειρί Θεοῦ», «ἐν εἰρήνῃ», «ἔνθα οὐκ ἔστι πόνος, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλά ζωή ἀτελεύτητος». Εἶναι «Μετάστασις ἀπό τῶν λυπηροτέρων ἐπί τά χρηστότερα καί θυμηδέστερα, καί ἀνάπαυσις καί χαρά».



«Ἡμεῖς εἰς Χριστόν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν» (Γαλάτ.β΄16).


«Ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν» (Πραξ. ιζ΄28). Ο ΧΡΙΣΤΟΣ εἶναι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας (Κολοσ. γ΄4. Ἐφεσ.β΄14).«Κανείς ἀπό μᾶς δέν ζῇ, γιά τόν ἑαυτό του καί κανείς δέν πεθαίνει, γιά τόν ἑαυτό του, διότι ἐάν ζοῦμε, γιά τόν Κύριο  ζοῦμε, καί ἐάν πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, γιά τόν Κύριον. Εἴτε, λοιπόν, ζοῦμε εἴτε πεθαίνουμε ἀνήκουμε στόν Κύριόν μας,  τόν Ἰησοῦν Χριστόν»(Ρωμ. ιδ΄7-8). ΑΥΤΟΣ εἶναι τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές Καταφύγιον. Εἴτε, λοιπόν, ζοῦμε «ἐν Χριστῷ», ἑνωμένοι μαζί Του στό Ὑλικόν Σύμπαν, ἐδῶ στή γῆ, εἴτε ζοῦμε «ἐν Χριστῷ» στό Πνευματικόν σύμπαν, εἴμαστε «ἐν Χριστῷ». Κι’ αὐτή ἡ ἕνωσίς μας μέ τό Χριστό εἶναι ἡ μοναδική Χαρά μας. Καί αυτή τή Χάρι καί τή Χαρά, μᾶς τήν προσφέρει ὁ Χριστός, μέ τή Σταυρική Του Θυσία καί τήν Ἀνάστασί Του. Διότι Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ ΑΥΤΟΣ «Ἐσταυρώθη δι’ ἡμᾶς καί ἑκών ἐτάφη καί ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΝΕΚΡΩΝ τοῦ σῶσαι τά Σύμπαντα. ΑΥΤΟΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΩΜΕΝ» «ΑΥΤῼ Η ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ.ΑΜΗΝ.




 

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2020

ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΟΛΠΟΝ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ






ΣΤΟΝ ΚΟΛΠΟ ΤΟΥ ΑΒΡΑΑΜ

 

Γιέ μου, καρδούλα μου,

Χθές(15/ 12/ 20) τό ἀπόγευμα(7,41 μ.μ.),

πού τηλεφωνηθήκαμε, δέν κατάλαβα,

πώς θἄφευγες, γιά τό Μεγάλο σου ταξίδι.

Ποῦ νά τό φαντασθῶ;...





Ἐκεῖ στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ,

ἀναπαύου, Ψυχή μου.

Ἔφυγες ἀπ’ αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία,

Γιά τήν αἰώνια, μόνιμη κατοικία.

Ἐκεῖ, Γιέ μου, δέν ὑπάρχει λύπη,

πόνος ἤ στεναγμός, ἀλλά ζωή  ἀτελεύτητος.

Ἀπό τώρα δέν θἆσαι πιά μόνος, θά ἔχῃς

συντροφιά Ἁγίους καί Ἀγγέλους καί

δέν θά πονᾶς. Θά χαίρεσαι τήν αἰώνια

χαρά, κοντά στό Λυτρωτή μας.

Παιδάκι μου,

Ξέχασες ὅμως τήν Κιθάρα σου.

Μή μου στενοχωριέσαι, Γιέ μου.

Ὅταν ὁ Πανάγαθος Θεός θελήσῃ,

νά  συναντηθοῦμε ἐκεῖ, στήν αἰώνια

χαρά, ἐγώ θά σοῦ τή φέρω καί θά

κάνουμε ὡραῖες λειτουργίες «ἐν χορδαῖς...»

καί θά ψάλλουμε καινές ὠδές...

Ὕμνους εὐχαριστίας στόν Ὕψιστο,

Τόν Κύριον τῆς Δόξης, ὅπως παλιά,

Θυμᾶσαι;... Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας

καί ἡ εἰρήνη μας. «Ἐάν τε οὖν ζῶμεν,

ἐάν τε ἀποθνήσκομεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν».

Ὁ Χριστός, ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς,

ὁ Λυτρωτής, ἔκανε τό καλλίτερο, γιά σένα.

 Σέ ἀπάλλαξε, σέ λύτρωσε, Καρδούλα μου,

 ἀπό τόν πόνο καί τή μοναξιά.

ΕΙΘΕ νά μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Πανάγαθος,

μαζί, μέ κάθε δημιούργημα, νά Τόν

ὑμνοῦμε αἰώνια,  ἀσιγήτως  «ἄδοντες

καινήν ᾠδήν», ὅτι «Τῷ Καθημένῳ

ἐπί τοῦ Θρόνου καί Τῷ Ἀρνίῳ ἡ εὐλογία

καί ἡ τιμή καί ἡ δόξα καί τό κράτος

εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ»

                                         (Ἀποκ.ε΄9—14).




  


Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2020

ΦΑΥΛΟΚΡΑΤΕΣ


      Ὁ Ἰησοῦς, τό Φῶς τοῦ κόσμου τό ἀληθινόν.


ΟΙ ΦΑΥΛΟΚΡΑΤΕΣ

ΤΑ ΦΑΥΛΑ ΠΡΑΤΤΟΥΝ

 

«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι  τό φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 19-20).

 


 Δέν θέλω νά κρίνω. Δέν ἔχω δικαίωμα νά κρίνω κανέναν. Πικραίνομαι σάν ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν διαπιστώνω, πώς μιά χοῦφτα φαυλοκράτες, πού, γιά τίς ἁμαρτίες μας, παρεχώρησε ὁ Θεός νά κυβερνοῦν,  τόν κόσμο, (γιά λίγο, θέλω νά πιστεύω), ἔφθασαν στό ἄκρον ἄωτον τῆς ΙΔΙΩΤΕΙΑΣ καί τόλμησαν, μέ ἀντισυνταγματικά, ἀντιπαιδαγωγικά, και ὅλως ΑΨΥΧΟΛΟΓΗΤΑ  ΜΕΤΡΑ νά κλείσουν τίς ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ καί νά πολεμοῦν τήν Πίστι στό Χριστό. Καί τό χειρότερο,  χωρίς ντροπή, νά βγαίνουν στά κανάλια τῆς τηλεοράσεως χαμογελῶντας καί νά κάνουν ὑποδείξεις ἀκόμη καί στούς Ἱεράρχες τῆς Ἐκκλησίας.

Η ΣΤΑΣΙΣ αὐτή εἶναι προβληματική. Εἷναι «Ὕβρις». Εἷναι Ἔγκλημα καθοσιώσεως καί πρέπει νά διορθωθῇ. Μᾶς πικραίνει πολύ ἡ στάσις αὐτή μιᾶς Ὀλιγαρχίας, κατά τῆς Πίστεως, σέ Παγκόσμια κλίμακα. Εἶναι κι’ αὐτό ἕνα ἀπό «τά σημεῖα τῶν καιρῶν». 

Καί «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται».

ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ, ὅτι τό Σύμπαν εἶναι ἕνας περικαλέστατος Ναός, ὅπου πᾶσα φύσις ὑμνεῖ καί δοξάζει τόν πάνσοφον Δημιουργόν.

Ἀλλά καί ἡ ψυχή μας εἶναι Ναός, καί τό Γραφεῖο μας, καί τό σπίτι μας εἶναι ἡ «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία» καί γνωρίζουμε ὅτι ὀφείλουμε νά δοξάζουμε τόν Κύριον «ἐν παντί τόπῳ τῆς Δεσποτείας αὐτοῦ»(Ψαλμ.103,22) καί ὁμολογοῦμεν ὅτι «ἀδιαλείπτως» προσευχόμενοι, ἀσιγήτως  δοξολογοῦμεν τόν Πάντων Ἐπέκεινα, τόν ΥΨΙΣΤΟΝ καί Πανταχοῦ Παρόντα Κύριον , ὁ Ὁποῖος «οὐκ ἐν χειροποιήτοις Ναοῖς κατοικεῖ»(Πράξ. ζ΄48 ἑξ.). Διότι «Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν»(Ἰωάν.δ΄24).

Ἀλλά ἄλλο εἶναι ἠ ἀτομική, ἡ προσωπική Προσευχή καί ἄλλο εἶναι ἡ κοινή λατρεία. Καί ἡ Ἐντολή εἶναι: «ΕΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΙΣ ΕΥΛΟΓΕΙΤΑΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ». ΕΚΚΛΗΣΙΑ δέ εἶναι ἡ ἀληθινή, ἡ ὑποδειγματική Δημοκρατία, ὅπου συνέρχονται οἱ Πιστοί καί ἑνωμένοι, ἀδελφωμένοι, μέ γνήσια ἀγάπη, «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ» ὑμνοῦμεν καί δοξάζουμε τόν Θεόν καί τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό κάθε εἶδος ἰοῦ,  νά μᾶς θεραπεύει, ὁ «πανακής ἰατρός» ἀπό κάθε μολυσματική ἀρρώστια καί νά μᾶς ἐνδυναμώνει μέ τή Χάρι τοῦ Παναγίου Πνεύματος, καί νά μᾶς τρέφει μέ τόν οὐράνιον, τόν, «ἐπί τῆς οὐσίας», ἄρτον, εἰς ὑγείαν ψυχῆς τε καί σώματος. Καί κανείς δέ ἐπιτρέπεται νά τολμᾷ  νά μᾶς στερεῖ ἀπό τήν «κοινήν λατρείαν», προφασιζόμενος δῆθεν τόν κίνδυνον διασπορᾶς τοῦ Κορωναϊοῦ.

Πράγματι ἡ ἀδιακρισία μερικῶν , εὐτυχῶς ἐλαχίστων, ἀπρόσεκτων, δέν δικαιολογεῖ τό κλείσιμο τῶν Ἐκκλησιῶν. Ἀπορῶ μέ τό σκεπτικό ὡρισμένων, πού νομίζουν ὅτι κινδυνεύουν οἱ πιστοί στήν Ἐκκλησία. Κάθε τους ἰσχυρισμός εἶναι ἀβάσιμος.

Δέν γίνεται διασπορά τοῦ υἱοῦ στά Δικαστήρια, στή Βουλή, στά Φαρμακεῖα, στά Σούπερ Μάρκετς, στά ἀεροπλάνα, στίς λαϊκές ἀγορές, στά ἀστικά Λεωφορεῖα, στίς ὑπηρεσίες Ἀσύλου, στά Μετρό κλπ. καί γίνεται διασπορά τοῦ ἰοῦ στίς Ἐκκλησίες, ὅπου ὁ Θεός ΕΠΙΣΚΟΠΕΙ ;;; ΦΡΙΞΟΝ ΗΛΙΕ !   ΣΤΕΝΑΞΟΝ Η ΓΗ ! 

«Ἀκούσατε οὖν, βασιλεῖς, καί σύνετε· μάθετε, δικασταί περάτων γῆς. Ἐνωτίσασθε, οἱ κρατοῦντες πλήθους, καί γεγαυρωμένοι ἐπί ὄχλοις ἐθνῶν· ὅτι ΕΔΟΘΗ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Η ΚΡΑΤΗΣΙΣ ΥΜΙΝ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΠΑΡΑ ΥΨΙΣΤΟΥ, Ὅς ἐξετάσει ὑμῶν τά ἔργα καί τας βουλάς διερευνήσει...» (Σοφ. Σολομ. 6, 1ἑξ.). Θά κριθῆτε αὐστυρά γιά τά λάθη σας. «Καί ἔστι ἡ χείρ ὑψηλή...»(Ἡσ.5,25.10,4. 14, 26 κλπ.).

Αὐτοί πού φοβίζουν τόν κόσμον καί τόν ἀποπροσανατολίζουν, γιά τούς δικούς τους  ἀσφαλῶς σκοπούς, ἀλλά καί αὐτοί, οἱ ἀφελεῖς, πού ὑποβάλονται στό φόβο ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ ΜΥΑΛΟ;;;

ΑΠΕΥΘΥΝΟΜΕΝΟΣ, ταπεινά, ΣΤΟΥΣ ΑΡΜΟΔΙΟΥΣ , ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΑΡΧΟΝΤΕΣ,  Π Α Ρ Α Κ Α Λ Ω:  Νά ἀναθεωρήσουν τήν ἀστόχαστη Απόφασι, σέ ὅτι ἀφορᾶ τόν Ἐκκλησιασμό. Καί νά ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ, ὑπό τόν ὅρον, βέβαια, νά τηροῦνται καί τά μέτρα: νά μή συνοστίζονται, νά κρατοῦνται οἱ ΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΑΣΕΙΣ, χωρίς παραλογισμούς, Νά φοροῦν καί τή Μάσκα κλπ. μολονότι πιστεύουμε ὅτι στήν Ἐκκλησία μᾶς προστατεύει καί ἡ Παροῦσα πάντοτε ΑΟΡΑΤΟΣ ΘΕΙΑ ΧΑΡΙΣ.

ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΝ ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΜΑΣ, ὅπως πρέπει.

ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ὥστε νά δίδεται ἡ Εὐκαιρία νά μοιράζονται οἱ Ἐκκλησιαζόμενοι, πρός ἀποφυγήν τοῦ συνωστισμοῦ, ὥστε ΝΑ ΜΗ ΣΤΕΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ  ΤΩΝ ΘΕΙΩΝ ΔΩΡΕΩΝ. Καί διότι σκοπός τῆς ζωῆς μας εἷναι ἡ «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ» λατρεία τοῦ Θεοῦ. Διότι σ' Αὐτόν καί Μόνον σ' Αὐτόν ἀνήκει ἡ λατρεία καί ἡ τιμή ,τό κράτος καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.