Παρασκευή 31 Ιουλίου 2020

ΨΗΛΑ, ΣΤΟ ΛΟΦΟ











ΣΤΡΟΥΘΙΟΥ ΚΕΛΑΔΗΜΑ

 Στό φτωχό μου Ἐρημοκκλήσι,

ἀπό τά ξημερώματα, μέ δάκρυα,

προστρέχω καί παρακαλῶ

τό Θεό, νά ἐλεήσῃ καί γαλήνη

νά χαρίσῃ, στό λαό Του, πού

ὑποφέρει, καί σέ μένα τόν τρελλό.

 

Γονατίζω καί τολμῶ, ὁ ἄθλιος ἐγώ

κι’ ἀνοίγω τήν ψυχή μου, Ἰησοῦ

καί μέ ἄναρθρες, γοερές κραυγές,

ζητῶντας Ἔλεος, τό Ἔλεός Σου!

Ἔλεος, νά παύσ’ ἡ ἀδικοπραγία,

Νά μή γίνωνται στόν κόσμο πιά

ἀδικίες, νά μή γίνωνται σφαγές.

 

Θαυμάζω τή φροντίδα τῆς ἀγάπης

Σου, Χριστέ, καί τά θαυμάσιά Σου,

καί πικραίνομαι, μέ τά καμώματα

τῆς Παραφροσύνης ὅλων ἡμῶν,

πού βυθιζόμαστε εἰς ᾏδου βυθόν, στό

 βυθό τῆς Ψευτιᾶς, τῆς  Ὑποκρισίας

 καί τῆς ἄχαρης ἀχαριστίας.

 

Εἴμαστε, λοιπόν, τόσο ταλαίπωροι

καί ἐλεεινοί και πτωχοί καί γυμνοί;

Εἴμαστε  τόσο τυφλοί; Δέν βλέπουμε,

Θεέ μου, τή στοργική φροντίδα Σου,

γιά τά πλάσματά Σου; Πόσο ὄμορφα

ντύνεις τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ καί πόσο

πλούσια φροντίζεις τά στρουθία,

τρέφεις δέ καί ποτίζεις τά πετεινά

τοῦ Οὐρανοῦ, πού Σέ  δοξάζουνε

ἀδιάκοπα, μέ τό κελάδημά τους;...

 









Τί νά πῶ, ὅμως, Οὐράνιε Πατέρα μου,

καί πῶς νά περιγράψω, τί ἔκαμες, γιά

ὅλους ἐμᾶς, τούς  ἄθλιους ἀποστάτες;

Μᾶς χάρισες τήν ἄπειρη ἀγάπη Σου,

τό Μονάκριβο Γιό Σου. Μυστήριον 

Μέγα, ὑπέρλογο, δέν τό χωράει ὁ νοῦς

Μου! Ἄναυδος στέκω καί θωρῶ τήν

τόση Εὐσπλαγχνία! ...

















Γιά μᾶς Σταυρώθηκε ὁ Χριστός.

Κι’ ἐμεῖς; Ἄμυαλοι, ἄφρονες, ἀχρεῖοι,

ὁλότελα τυφλοί, βυθιζόμαστε βαθειά

 στῆς  ἀχαριστίας τή λάσπη...καί Τόν

 ξανασταυρώνουμε καθημερινά στό

 πρόσωπο τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν Του.

 Καί μεῖς συνεχίζουμε τά ἔργα τῶν

χειρῶν μας, ἀμετανόητοι, «εἰς ᾏδου

βυθόν», ζωντανοί νεκροί...

Ὁλόγλυκέ μου Ἰησοῦ, λαχτάρα τῆς

Ψυχῆς μου, ὁλόλαμπρό μου Φῶς !

Πόση αἰσθάνομαι ντροπή, γιά ὅλα

τά τόσο τρελλά καί φρικτά καί ἀνόσια,

 ντροπῆς, καμώματά μας!...

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Σύ, πού Σταυρώθηκες

καί Ἀναστήθηκες γιά μᾶς, λυπήσου μας καί

ἐλέησέ μας. Ἀπό Σένα, μοναδική μου ἐλπίδα,

πού εἶσαι τό Φῶς τό Ἀληθινό, πού φωτίζεις

κάθε ἄνθρωπο, πού ἔρχεται στόν κόσμο, τή

Χάρι Σου ζητῶ, τό ἔλεός Σου.

Φώτισε τά σκοτάδια μας, λάμπρυνε τήν ψυχή

μας. Ἔλα κοντά μας, «ὡς πῦρ καταναλίσκον»

καί κάψε τό ἄχυρον τῶν ἔργων μας, καθάρισε

τή λάσπη.  Δώρησέ μας τή Χάρι τῆς μετάνοιας.

Στερέωσέ μας ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου.

Καί ἔρχου ταχύ. Ἔλα, γρήγορα, Αἰώνιε Βασιλιά, νά στήσῃς στήν καρδιά μας τή Σκηνή Σου.

Νά βασιλεύσῃ στήν ψυχή μας ἡ ἁγνή, ἡ ἄδολη,

ἡ ἐσταυρωμένη Ἀγάπη. Νά μᾶς ὁδηγῆς Ἐσύ, 

τό ἄκακον Ἀρνίον, «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων». Ναι,

Κύριέ μου Ἰησοῦ, «Μή ἀπορρίψῃς ἡμᾶς ἀπό τοῦ

Προσώπου Σου». Μόνον Σύ, Κύριε μπορεῖς, ὡς Παντοδύναμος καί θέλεις, ὡς Πανάγαθος νά μᾶς

σώσῃς, ὄχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά «ἕνεκεν τῆς

δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου». Πρόσθεσέ μας πίστι.

Σύναξε πάντας τούς πιστεύοντας εἰς Σέ, «ὡς ὄρνις

ἐπισυνάγει τά νοσσία ἑαυτῆς ὑπό τάς πτέρυγας»,

γιά νά εὕρῃ ἀνάπαυσι ἡ ταλαίπωρη ψυχή μας.

«Ἀνάστα, Κύριε, βοήθησον ἡμῖν καί λύτρωσε

ἡμᾶς ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου».

Λαχτάρα τῆς ψυχῆς μου, πολυεύσπλαγχνε Ἰησοῦ,

Δῶσε Τέλος στήν ἀνομία μας καί ἀξίωσέ μας νά κουρνιάσουμε κάτω ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό Σου

καί νά Σέ δοξάζουμε, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.



Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

«ΕΓΕΝΟΜΗΝ ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΜΟΝΑΖΟΝ ΕΠΙ ΔΩΜΑΤΟΣ



ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΟΝΗ ΜΕ ΤΟ ΘΕΟ.

 

«Εἶπεν Κύριος ὁ Θεός ἡμῶν·  Οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ’ αὐτόν»(Γενέσ.α΄18). Καί στήν Ὀρθοδοξία κανείς, ἀπολύτως κανείς, δέν σώζεται μόνος. Κι’ ἐγώ, δυστυχῶς, γενόμενος ὡς στρουθίον μονάζον ἐπί δώματος,  μήπως ἀθετῶ τῆς Ὀρθοδοξίας τήν ἀρχήν; Ὄχι, ἀσφαλῶς. Ἀλλά πολλές φορές, αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά βρεθῶ μόνος μέ τό Θεό


Νά βρεθῶ μακρυά ἀπό τό θόρυβο, ἀπό τήν ἠχορύπανσι, μακρυά ἀπό τήν ταραχή, μακρυά ἀπό τά πολλά... περιττά λόγια  καί τίς πιέσεις. Νά βρεθῶ στήν ἡσυχία, μακρυά ἀπό τό θόρυβο τῆς πόλεως, «εἰς ἔρημον τόπον κατ’ ἰδίαν», μόνος μέ τό Θεό. Εἶναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μου, νά βρεθῶ, μέ λατρευτική σιωπή, παρά τούς πόδας τοῦ Πατρός καί νά τολμήσω, νά βάλω τίς φωνές, νά κραυγάσω...Νά Τοῦ ἀναφέρω τόν πόνο μου, ὄχι γιά μένα, τόν πόνο μου γιά σᾶς, παιδιά μου!... Ξέρω ἀπό πρῶτο χέρι τόν πόνο, τή θλῖψι καί τά δάκρυά σας. Θά μοῦ πῆτε, ἴσως πώς ὁ Θεός τά γνωρίζει ὅλα μας τά βάσανα, πρίν ἀπό μᾶς, καί νοιάζεται γιά μᾶς. Ναι. ὅλα τά βλέπει, τά ἀκούει καί τά ἐξετάζει καί μακροθυμεῖ...Μακροθυμεῖ καί περιμένει νά καταλάβουμε τά μηνύματα τῆς μακροθυμίας Του. Καί, μέ τή θέλησί μας, νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του καί νά κουρνιάσουμε, ταπεινά, στά πόδια Του, νά βρῆ γαλήνη καί ἀνάπαυσι ἡ ταλαίπωρη ψυχή μας.

Γι’ αὐτό ζητῶ τή μόνωσι. Αὐτό ζητῶ στήν Προσευχή μου, νά ξυπνίσῃ μέσα στίς ψυχές ὅλων μας, ἡ λαχτάρα γιά τό Θεό. Γι’ αὐτό νυχθημερόν κραυγάζω, μέ φωνή μεγάλη, νά ἐπέμβῃ ἡ Χάρις Του. Δική μου εἶναι ἡ ἀνάγκη, νά βρεθῶ, ἐδῶ σ’ αὐτό τό λόφο, στήν ἡσυχία, «κατ’ ἰδίαν», μόνος μαζί Του καί νά τοῦ ἀναφέρω ὅλα , ὅσα βαραίνουν τήν ψυχή μου. Εἶμαι τρελλός; Ἴσως. Ὁ Θεός ξέρει. Ἀλλά ἐγώ αἰσθάνομαι νά τοῦ τά πῶ ἕνα-ἕνα τά προβλήματά μας: «Πατέρα, Πατέρα μας, ὑποφέρουμε, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, ἐξ αἰτίας τῶν ἀμαρτιῶν μας. Ναί, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας. Χείμαρρον διέρχεται ἡ ψυχή ἡμῶν. Μᾶς κυκλώνουν, «ὡς μέλισσαι κηρίον», οἱ συμφορές καί τά βάσανα... Πολλές οἱ θλίψεις...

Ὁ Γιῶργος ἔχει τήν ἀρρώστια σέ προχωρημένο στάδιο, τά τρία του μωρά στενάζουν. Ἡ Σταυρούλα πονάει καί δέν μπορεῖ νά πάει στήν Ἐκκλησιά, κι’ ἡ Βάσω δέν μπορεῖ νά ἀναπνεύσῃ καί ὑποφέρει, ἡ Χριστίνα καίγεται ἀπό τίς ἀκτινοβολίες, ἡ Χρυσούλα, τό μωρό μου, ἀπό Νοσοκομεῖο σέ Νοσοκομεῖο. Ἡ Εἰρηνούλα δέν μπορεῖ νά μιλήσῃ, ὁ Κῶστας ἔχει τήν καρδιά του...Δέν μπορῶ νά ἀναφέρω ἐδῶ ὅλα τά ὀνόματα αὐτῶν πού ὑποφέρουν. Τά ἀναφέρω μόνο σέ Σένα Κύριε.  Ἄνθρωποι πολλοί ὐποφέρουν ἀπό τήν Κοινωνική Ἀδικία, πού κυριαρχεῖ στόν κόσμο, πού ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται. Χριστέ μου, μακρόθυμε καί πολυέλεε, σπλαγχνίσου μας καί ἐλέησέ μας. Γι’αὐτό βρίσκομαι σ’ αὐτήν ἐρημιά και φωνάζω καί κλαίω καί δακρύζω καί ζητῶ τό ἔλεός Σου.Καί τούς ἀγαπημένους σου, τά παιδιά σου, πού σέ χρειάζονται ἀνά πᾶσαν στιγμήν, ποῦ τούς ἀφήνεις; Σέ θέλουν κοντά τους, νά σέ βλέπουν, νά Σέ ἀκοῦνε, νά σέ συμβουλέυωνται. Νοιάζονται γιά σένα, θέλουν νά σέ νοιώθουν ἀσφαλῆ...


Ἐξομολογοῦμαι, Κύριέ μου Ἰησοῦ. Σύ, ὡς καρδιογνώστης,  γνωρίζεις: «Δέν τούς ἀφήνω. Καί νά θέλω, δέν μπορῶ. Ὅλους τούς ἀγαπημένους μου, θἄλεγα καί ὅλον τόν κόσμο, τούς ἔχω στήν καρδιά μου καί στήν Προσευχή μου. Γι’ αὐτούς κτυπῶ τήν Πόρτα τοῦ Ἐλέους Σου. Μόνε Φιλάνθρωπε, προσπαθῶ, νά ἀκολουθῶ τά Χνάρια Σου καί ἐξέρχομαι ἀπό τή Βαβυλῶνα καί σέ ἀκολουθῶ. Ἀξίωσέ με νά ἀνεβῶ μαζί Σου στό ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι καί νά μείνω  μόνος μαζί σου καί σοῦ πῶ ἕνα-ἕνα τά προβλήματα καί τούς καημούς τῶν ἀνθρώπων.


Κύριε  Ἰησοῦ Χριστέ, γλυκειά μου Ἄνοιξις, Σύ, Κύριε, τό Φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου ἄκουσε τούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς μου καί ἔρχου ταχύ. Μή ἀργοπορῆς. Σέ ποιόν ἄλλον νά καταφύγω; Ἐκτός ἀπό Σένα, βοηθόν δέν ἔχω ἄλλον καί δέν θέλω νά ἔχω ἄλλον κανέναν. Σύ καί μόνον Σύ εἶσαι ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου. Σύ, καί μόνον Σύ εἶσαι ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια, ἡ Ἀνάστασις καί ἡ ζωή, τό Φῶς καί ἠ εἰρήνη τοῦ κόσμου. Σύ εἶσαι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη παρηγοριά, ἡ μόνη μας καταφυγή, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Μόνον κοντά Σου νοιώθουμε ἀπολύτως ἀσφαλεῖς. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, μονάχα σέ Σένα, πού Σταυρώθηκες καί Ἀναστήκες γιά μας, μονάχα Σέ Σένα καταφεύγουμε. Εἶσαι ὁ δικός μας Θεός καί εἴμαστε δικά Σου παιδιά, δοῦλοι Σου, ἀχρεῖοι μέν, ἀλλά δοῦλοι σου. Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε, ἀλλά Ἐσένα μονάχα λατρεύουμε. Μή ἀπορρίψῃς ἡμᾶς ἀπό τοῦ προσώπου Σου, ἐλέησον ἡμᾶς καί μή μᾶς ἀφήσῃς  μακρυά Σου. Ἀξίωσέ μας νά κουρνιάσουμε στά πόδια Σου, νά ἀκοῦμε τόν ζωοποιό Σου Λόγο καί νά τόν κάνουμε «πρᾶξι». ’Αξίωσέ μας τῆς χαρᾶς, νά συνομιλοῦμε μαζί Σου, καί, ἀσιγήτως, μετά τῶν Ἀγγέλων καί πάντων τῶν Ἁγίων, νά Σέ ὐμνοῦμε καί νά Σέ δοξάζωμεν, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

 


Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

Η ΜΑΣΚΑ ΩΣ ΦΙΜΩΤΡΟΝ



ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟ ΕΛΕΓΧΟΝ

Everything is under  control»).

 

Ὁ πάντων Ἐπέκεινα καί Πανταχοῦ Παρών, τό Ὑπερκόσμιον Πρόσωπον, ὁ Πάνσοφος καί Παντοδύναμος Θεός, ὁ «ἐν σοφίᾳ τά πάντα δημιουργήσας ἐκ τοῦ μηδενός, μέ μόνο τό λόγο Του, ἔπλασε καί τόν ἄνθρωπον «κατ’εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν αὐτοῦ, καί ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς καί  ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν...Κατ’εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς καί εὐλόγησεν αὐτούς» (Γενές. α΄26-27.  β΄ 7).

ἄνθρωπος ὅμως, λέγει ὁ Δαυῒδ, ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκεν, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς». Ἀχρείωσε τήν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Χωρίσθηκε ἀπό τό Θεό, διά τῆς παρακοῆς, καί ζῆ καί συμπεριφέρεται σάν κτῆνος καί πεθαίνει σάν κτῆνος.  Σ’ αὐτή τήν κατάντια, σ’ αὐτή τήν ἐξαθλίωσι περιφέρει ὁ Ἑωσφόρος τόν ἄνθρωπον. Καί αὐτή του τήν ἀθλιότητα ἐκμεταλεύονται καί σήμερα οἱ πρόδρομοι τοῦ Ἀντιχρίστου, οἱ λάτρες τῆς ἀθέου Παγκοσμιοποιήσεως, ἤ καλλίτερα τῆς Σατανοποιήσεως, πού προετοιμάζουν τήν ἐνθρόνισι τοῦ Παγκοσμίου Κυβερνήτη, του Μαιτρέγια, τοῦ Ψευτομεσσία, τοῦ Ἀντιχρίστου.

Ὁ Παγκόσμιος Κυβερνήτης δέν μπορεῖ νά κυβερνήσῃ Πρόσωπα. Γι’ αὐτό οἱ πρόδρομοί του διά τῆς Παγκοσμιοποιήσεως ἐπιδιώκουν τή Μαζομοίησι τῶν Λαῶν. Κατεργάζονται λοιπόν δολίως καί μεθοδικά νά μεταβάλλουν τά πρόσωπα, σέ ἄτομα, σέ Νούμερα, σέ ἐξαρτήματα τῆς Μηχανῆς.  Μεταβάλλουν τόν ἄνθρωπον σέ πρᾶγμα, ἀντικείμενο συναλλαγῆς, σέ Res, χωρίς προσωπικότητα, χωρίς δική του θέλησι, χωρίς αὐτοσεβασμό, χωρίς ἐλευθερίες, χωρίς δικαιώματα. Τοῦ ἀφανίζουν τό πρόσωπόν του, τοῦ φοροῦν Μάσκα-φίμωτρον καί τοῦ συμπεριφέρονται σάν  νά ἦταν ἄλογο ζῶον.


Εἶναι τραγική ἡ εἰκόνα, πού παρουσίασαν στό Περιοδικόν The Economist μέ τή βεβαιότητα ὅτι ὅλα εἶναι ὑπό ἔλεγχον(«Everything is  under control» ). Ἡ εἰκόνα δείχνει ἕνα Χέρι νά κρατᾶ ἀπό τό λουρί ἕναν ἄνθρωπον μέ μάσκα-Φίμωτρο, πού μέ τή σειρά του κρατᾶ ἕνα σκύλο, πού ἐπίσης φορᾶ μία μάσκα ἀντί γιά Φίμωτρο.

Κατεσκεύασαν τόν Κορωναιό καί τόν ἐξαπέλυσαν στόν κόσμο. Θανάτωσαν χιλιάδες ἀθώους συνανθρώπους μας. Καί ἐπιβάλλουν στούς νομοταγεῖς πολῖτες νά φοροῦν Μάσκα - Φίμωτρο πρός ἀποφυγήν ἐξαπλώσεως τοῦ Κορωναϊοῦ. Ἐκφοβίζουν τόν Κόσμο. Ἐπιβάλλουν πρόστιμα κλπ. μέ σκοπό νά ἀφανίσουν τό Πρόσωπόν μας. Ἐξευτελίζουν τήν προσωπικότητά μας, τά προσωπικά μας διακαιώματα, τήν ἐλευθερία μας, πού γιά νά τήν ἀποκτήσουμε χύθηκαν ποταμοί αἱμάτων, Προσβάλλουν τή  Πίστι μας στό Χριστό, Κλείνουν τίς Ἐκκλησιές μας.


Καί αὐτή ἡ Παραφροσύνη ἔφθασε καί στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας μας, στήν Ἐλλάδα, τήν κοιτίδα τῆς Ἐλευθερίας , τήν Ἑλλάδα τῶν Προσώπων.

Βέβαια τό νά γίνῃ δεύτερη φύσι στόν Ἕλληνα νά καλύπτῃ τό πρόσωπόν του εἶναι κάτι ὁλότελα ἀντίθετο στή φύσι του, στήν Ἱστορία του καί τά πιστεύω του. Οἱ Ἕλληνες ἀπό τήν ἀρχαιότητα προσδιορίζονται ὄχι ἀπό τό Τί πιστεύουμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά ἀπό τό Πῶς μᾶς βλέπουν οἱ ἄλλοι συμπολῖτες μας, ἀπό τό Πῶς μᾶς βλέπει ἡ κοινότητά μας.

Καί σήμερα λέμε ὅλοι οἱ Ἕλληνες: «Μέ τί πρόσωπο θά βγῶ στήν Κοινωνία

Πολλοί λένε, καί ὀρθῶς, ὅτι «Ἡ Μάσκα-Φίμωτρο ἀφαιρεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο τό πρόσωπο καί τόν ὑποβιβάζει σέ ἄτομο, χωρίς χαρακτηριστικά, ἐξισωμένο μέ ὅλα τά ἄλλα μασκοφορεμένα ἄτομα, πού συνθέτουν μια εὐκόλως ποδηγετουμένη μάζα. Ὁ  λαός, πού θά δεχθῆ νά κυκλοφορῇ στό δημόσιο βίο μέ μια μάσκα ἔχει οὐσιαστικά χάσει τίς ἐλευθερίες του». Καί αὐτό θέλει ὀ Παγκόσμιος Κυβερνήτης.

Ἡ Μάσκα κρατᾶ σέ ἀπόστασι τόν ἕναν ἀπό τόν ἄλλο καί δηλώνει ἔλλειψι ἀγάπης. Πολεμεῖται ἡ ὀρθόδοξη Πίστις καί ἐξοβελίζεται ἡ γνήσια ἀγάπη τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλον.

Μέ πικρία διαπιστώνουμε ὅτι πολεμεῖται λυσσωδῶς ἡ Ὀρθοδοξία καί ὁ Ἑλληνικός Πολιτισμός, πού θέλουν τόν ἄνθρωπον στή θέσι, πού τόν ἔταξεν ὁ Θεός ὡς πρόσωπον.

Ἡ Μεγαλύτερη ἐντολή τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπον εἶναι ἡ Ἀγάπη πρός τόν Θεόν καί πρός τόν πλησίον διά τόν Θεόν.Ἡ Ἁγάπη ἑνώνει μέ τόν Θεόν καί μέ τούς ἀνθρώπους. Τό Φίμωτρο χωρίζει. Στήν Ἑλλάδα δέν θά περάσῃ ἡ καλοπληρωμένη προπαγάνδα τῶν ΜΜΕ, πού ἐπιδιώκουν τή μαζοποίησι καί τόν ἐξευτελισμό τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Μᾶς θέλουν χωρίς προσωπικότητα, σάν ζῶα, γιά νά μποροῦν νά μᾶς σύρουν ὅπου θέλουν.

Κανείς δέν πρέπει νά ξεχνᾶ ὅτι αὐτά τά σατανοκαμώματα, δέν μποροῦν νά ἰσχύσουν στή Χώρα τοῦ· «Ἐλευθερία ἥ Θάνατος».



Ἄς βάλλουν καλά μέσα στό μυαλό τους οἱ δῆθεν φίλοι μας, ἀλλά καί οἱ Γραικύλοι, ὅτι «Τοῦ Ἕλληνος  ὁ τράχηλος ζυγόν δέν ὑποφέρει» καί  ὅτι «οἱ Ἕλληνες καβάλα πᾶν’ στήν Ἐκκλησιά, καβάλα προσκυνᾶνε», καί δέν κρύβουν τό πρόσωπό τους. Οἱ Ἕλληνες εἶναι Κοινωνία προσώπων. Πιστεύουμε στό Χριστό καί ἀγαπᾶμε τήν Πατρίδα καί τήν Ἐλευθερία. Καί πεθαίνουμε, γι’  αὐτά τά ἀγαθά. 




Προσευχόμαστε καί ἀγωνιζόμαστε νά μείνουμε ἄνθρωποι, ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ἐλέυθεροι ἐν Χριστῷ,  μέ καθαρό τό ἀληθινό μας πρόσωπο.
Ὁ Ποιητής Κ.Π. Καβάφης, διαπιστώνοντας μέσα του καί γύρω του, τήν ἀμαύρωσι τοῦ ἀνθρωπίνου Προσώπου καί τήν ἀχρείωσι τῆς εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, μέ τό περίφημο ποίημά του «ΟΣΟ ΜΠΟΡΕΙΣ», μᾶς βροντοφωνάζει καί σήμερα καί λέγει:

« Κι' ἄν δέν μπορεῖς νά κάμεις τή ζωή σου, ὅπως τή θέλεις
τοῦτο προσπάθησε τοὐλάχιστον
ὅσο μπορεῖς: μήν τήν ἐξευτελίζεις
μές στήν πολλή συνάφεια τοῦ κόσμου, 
μές τές πολλές κινήσεις κι ὁμιλίες.
Μήν τήν ἐξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά καί ἐκθέτοντάς την
στῶν σχέσεων καί τῶν συναναστροφῶν
τήν καθημερινή ἀνοησία,
ὥς πού νά γίνει σά μιά ξένη φορτική».





Ποτέ δέν θά δεχθοῦμε τήν ἄθεη Παγκοσμιοποίησι, πού, ἀνερυθριάστως, μεταβάλλει τήν Κοινωνίαν τῶν προσώπων, σέ «ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη, ἐν γῇ ἐρήμῳ καί ἀβάτῳ καί ἀνύδρῳ». Καί εἶναι σίγουρο ὅτι ὁ Ἀληθινός Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Θεός  ἡμῶν, εἶναι μαζί μας, καί μέ ἕνα φύσημα τοῦ στοματός Του, θά ἐξαφανίσῃ τόν Ἀντίχριστο καί τούς δαιμονανθρώπους.







Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

«ΟΥ ΧΡΕΙΑΝ ΕΧΟΥΣΙΝ ΑΠΕΛΘΕΙΝ»



«ΔΟΤΕ ΑΥΤΟΙΣ ΥΜΕΙΣ  ΦΑΓΕΙΝ»

Ὅταν πληροφορήθηκε ὁ Ἰησοῦς τήν ἀποκεφάλισι τοῦ Βαπτιστοῦ, ἀπό τόν Ἡρώδη, ἀνεχώρησε εἰς ἔρημον τόπον, γιά νά μείνῃ μόνος μέ τούς Μαθητάς Του. Ὅταν ἄκουσαν τά πλήθη τοῦ Λαοῦ ὅτι ἀνεχώρησεν εἰς ἔρημον τόπον τόν ἀκολούθησαν.

Γιά τόν ἁπλό  Λαό ὁ Χριστός ἦταν ὁ Ἀληθινός Μεσσίας, ὁ «πανακής ἰατρός», τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Κοντά Του,  οἱ ταλαιπωρημένοι αὐτοί ἄνθρωποι, ἔνοιωθαν  ὄμορφα, εὕρισκαν παρηγοριά. Ἔτρεξαν κοντά Του νά βροῦν ἀνάπαυσι, ὅπως πάντα. Τόν ἀκολούθησαν  πεζοί, γιά νά ἀκούσουν τόν ζωοποιό Του λόγο, νά παρηγορηθοῦν. Ὁ Χριστός δέν ἔμεινε στό ἐρημικό  Του καταφύγιον. Ὁ Καρδιογνώστης  ἦλθε κοντά στόν πονεμένο αὐτό λαό καί ὅταν εἶδε τό πλῆθος τό συμπάθησε πολύ καί θεράπευσε ἀμέσως τούς ἀρρώστους αὐτῶν.

Μᾶς εὐσπλαγχνίζεται ὁ Μακρόθυμος. Ἐξ ἄλλου, γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, τέλειος Θεός, ἔγινε και τέλειος ἄνθρωπος καί ἦλθε κοντά μας. Ἦλθε, καί ἔρχεται, «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», γιά νά σπογγίσῃ τά δάκρυά μας, νά ἁπαλύνῃ τόν πόνο μας, νά θεραπεύσῃ τά τραύματά μας καί νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Ἔρχεται καί φωτίζει τά σκοτάδια μας, κηρύττει τό ζωοποιό Του λόγο καί ἀνασταίνει τούς νεκρούς τῇ ἁμαρτίᾳ, ὅλους ἐκείνους πού Τόν δέχονται καί ἀκοῦνε τό λόγο Του.

Ὅταν στήν ἔρημο εἶδε τόσο πολύν ὄχλον συγκεντρωμένο, ἀφοῦ πρῶτα θεράπευσε ὅλους τούς ἀρρώστους, ἄρχισε νά τούς τρέφει πνευματικά, μέ τό Θεϊκό Του λόγο, πού πραγματικά  εἶναι τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς , ἴαμα , θεραπεία. Καί ὅταν ἄρχισε νά βραδυάζῃ τόν πλησίασαν οἱ ἁπλοϊκοί ψαράδες, οἱ Μαθηταί του, μέ καλή προαίρεσι, ἀλλά χωρίς περίσκεψι. Καί τό λέγω αὐτό, γιατί ζοῦσαν μαζί Του ἔβλεπαν μέ τά μάτια τους τόσα θαύματα καί παρά ὅλα αὐτά δέν μποροῦσαν νά καταλάβουν τή Χάρι Του καί τή δύναμί Του, διότι ἀκόμη  δέν εἶχαν λάβει τό Ἅγιον Πνεῦμα. Τόν πλησίασαν καί τοῦ εἶπαν: Κύριε, ἔρημός ἐστιν ὀ τόπος καί ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τούς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τάς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα» (Ματθ. ιδ΄15).Ἀνθρώπινες σκέψεις, φοβοι, ἀστόχαστες ἀνησυχίες, καί κανένα οὐσιαστικό, θυσιαστικό ἐνδιαφέρον, γιά τούς δυστυχεῖς αὐτους συνανθρώπους τους. Ἀκολουθοῦν τήν εὔκολη λύσι. Ἀναρωτήκαν ἄραγε ἄν εἶχαν τή δυνατότητα νά ἀγοράσουν τροφές;

Τονίζουν στό Χριστό ὅτι εἶναι ἔρημος ὁ τόπος. Σκέφθηκαν μήπως ὁ Χριστός τούς καρατάει κοντά Του, γιά νά μᾶς διδάξῃ  ποιό εἶναι τό ΧΡΕΟΣ ΜΑΣ;

Δεν εἶχαν καταλάβει ὅτι εἶχαν ἀνάμεσά τους τό Χριστό, τόν «δι’ οὗ τά πάντα ἐγένετο». Εἷναι δυνατόν νά λέμε ἔρημο τόν τόπο ὅπου ὑπάρχει Χριστός; Ὅπου ὑπάρχει ὁ Χριστός  εἶναι Παράδεισος. Ὑπάρχει ἡ Ἀγάπη Του. πού δίνει  ζωή, χαρά, σιγουριά, ἀσφάλεια, τά πάντα. Ἔρημος εἶναι ὁ τόπος , ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Χριστός. Ὁ Κύριος δίνει νόημα, περιεχόμενο στή ζωή μας. Ἐρημιά ὑπάρχει ὅπου δέν ὐπάρχει γνήσια ἀγάπη. Καί σήμερα, δυστυχῶς, στήν ἐποχή μας, ζοῦμε ἔντονα τήν παγωνιά τῆς ἐρημιᾶς, γιατί ἔχουμε κλείσῃ ἔξω ἀπό τήν καρδιά μας τό Χριστό καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του.

Ἴσως νά ἐπέτρεψεν ὁ Κύριος οἰκονομικά, νά ἐκφράσουν οἰ Μαθηταί τήν ἀνησυχία τους, γιά νά οἰκοδομήσῃ ὅλους ἐμᾶς, καί νά μᾶς δώσῃ τήν ὀρθή λύσι τοῦ προβλήματος τῆς διατροφῆς μας  καί πῶς μποροῦμε νά ἐξαλείψουμε τήν Κοινωνική Ἀδικία.

Σημειώνω ἐδῶ ὅτι ὁ Κύριος ἱδρύει τή Νέα ζωή, τή Ζωή τῆς Χάριτος. Ἱδρύει τήν Κοινωνίαν τῶν προσώπων, τήν Κοινωνίαν τῶν Ἁγίων, τήν Ἐκκλησίαν Του, στήν ὁποίαν οἱ πιστοί είναι ἐνωμένοι μέ τήν ἀγάπη καί τῶν ὁποίων ἡ καρδία καί ἡ ψυχή εἶναι μία καί ἀνάμεσά τους δέν ὑπάρχει κανείς ἐνδεής(Πράξ. δ΄ 32-34).

Ὅταν οἱ Μαθηταί Τοῦ ἀνακοίνωσαν τήν ἀνησυχία τους , δέν τούς ἐπέπληξε, ἀλλά δίνει λύσι στό πρόβλημά τους καί τούς εἰσάγει στή Νέα Ζωή. Καί τονίζει σέ ὅλους ἐμᾶς. τούς Μαθητάς Του, ὅλων τῶν αἰώνων, τό ΧΡΕΟΣ, πού ἔχουμε ἔναντι τῶν ἀδελφῶν μας, τῶν συνανθρώπων μας. Καί λέγει ὡς Θεός: «Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν» (Ματθ. ιδ΄16). Οἱ Μαθηταί ἀκόμη δέν καταλαβαίνουν καί αἰτιολογοῦν  τήν πρότασί τους. Καί λένε ἀκριβῶς , ὅ, τι λέμε ὅλοι οἱ μικρόψυχοι ὅλων τῶν αἰώνων. Δέν φθάνουν αὐτά πού ἔχουμε. Εἶναι λίγα. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μή πέντε ἄρτους καί δύο ἰχθύας».

Καί εὐλόγησεν ὁ Χριστός τούς πέντε ἄρτους καί τούς δύο ἰχθύας. Καί, μέ τή Χάρι καί τήν Εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, «ἔφαγον πάντες καί ἐχορτάσθησαν, καί ἦραν τό περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οἱ δέ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεί πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικῶν καί παιδίων» (Ματθ. ιδ΄ 20-21).

Καί μή μοῦ πῆς· Ἐγώ δέν εἶμαι Χριστός, νά πολλαπλασιάζω μέ τήν προσευχή μου τά ἀγαθά μου, ὥστε νά φθάνουν, γιά ὅλο τόν κόσμο.

Κάνεις λάθος.  Τά ἀγαθά δέν εἶναι δικάσου. εἶναι τοῦ Θεοῦ. Καί στήν παραγματικότητα, ἡ ψυχή σου εἶναι  ἄδεια. Δέν ἔχεις ἀγάπη καί γίνεσαι στενόκαρδος.

Καί πρῶτα ἀπό ὅλα ἄς καταλάβουμε ὅτι τά ἀγαθά πού ἔχουμε δέν εἶναι δικά μας. Εἶναι τοῦ Θεοῦ ἐμεῖς εἴμαστε Οἰκονόμοι τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ.  Διαχειριστές καί μάλιστα προσωρινοί, διαβάτες καί φεύγοντας δέν παίρνουμε τίποτε μαζί μας.

Ἐπειτα ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί, κατά Χάριν. Καί οἱ πιστοί βαπτιζόμαστε στό Ὄνομά Του καί ἐνδυόμεθα τόν Χριστόν. Τί σημαίνει αὐτό; Μᾶς δίνει τή χάρι καί τήν ἐξουσία νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ, καί ἐνδυόμενοι τόν Χριστόν σημαίνει νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, νά ζοῦμε σάν τόν Χριστό. Νά ἀντλοῦμε δύναμι καί Χάρι, διά τῆς ἀδιαλείπτου ἐπικοινωνίας μας μέ τόν Θεόν Πατέρα, καί νά ἐπιτελοῦμεν ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Νά ἐκτελοῦμε τό ΧΡΕΟΣ, πού μᾶς ἀναθέτει ὁ Κύριος. Νά μοιραζώμαστε μέ τούς ἀδελφούς τά ἀγαθά, ὑλικά καί πνευματικά, πού μᾶς χάρισεν ὁ Κύριος.

Οἱ ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων μᾶς ὁδηγοῦν στή ἐπιτέλεσι τοῦ ΧΡΕΟΥΣ. Ὁ Θεός μᾶς παρακολουθεῖ καί πολλαπλασιάζει τά ἀγαθά ὅταν τά μοιραζώμαστε μέ τούς ἄλλους. Τό ἀντίθετο συμβαίνει ὅταν δέ ἔχουμε ἔλεος, ὅταν δέν ἔχουμε  εὐσπλαγχνίαν.

Ἡ Εὐσπλαγχνία καί τό ἔλεος εἶναι καί ἀπόδειξις τῆς Πίστεώς μας.

Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος λέγει: «Τί τό ὄφελος ἀδελφοί μου, ἐάν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν. ἔργα δέ μή ἔχῃ; Μή δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; Ἐάν ἕνας ἀδελφός ἤ μία ἀδελφή δέν ἔχουν ἐπαρκῆ ἐνδύματα καί στεροῦνται τῆς καθημερινῆς τροφῆς, τούς πῇ δέ κάποιος ἀπό σᾶς: «Πηγαίνετε στό καλό , ζεσταθῆτε καί χορτασθῆτε» καί δέν τούς δώσετε ἐσεῖς τά ἀναγκαῖα γιά τό σῶμα, ποιά ἡ ὠφέλεια; Ἔτσι καί  ἡ πίστις, ἐάν δέν ἔχει ἔργα εἶναι νεκρή...»(Ἰακ. β΄ 14-26).

Ὅποιος μέσα στήν καρδιά του ἔχει τόν Χριστόν συμπεριφέρεται σάν τό Χριστό. Τρέφει καί χορταίνει κάθε πεινασμένο καί ἐνδύει τόν πτωχό, πρός δόξαν Θεοῦ, ἔχει δέ τήν Χάρι καί τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Εὐλογεῖ καί πολλαπλασιάζει ὁ Θεός τά ἔργα του καί τά ἀγαθά «καί πάντα, ὅσα ἄν ποιῇ, κατευοδοθήσεται» (Ψαλμ. α΄ 3).

Ἡ Κοινωνική Δικαιοσύνη θά πρέπει νά γεννηθῇ μέσα μας. Εἶναι πίστις. Εἶναι Ζωή. Δέν εἶναι κούφιες θεωρίες. Ὅταν δέν διώχνουμε ἀπό κοντά μας τούς ἐνδεεῖς συνανθρώπους μας, ἀλλά, μέ χαρά,  μοιραζόμαστε μαζί τους τά ἀγαθά, πού μᾶς χάρισεν ὁ Θεός, τότε πραγματικά ἐξαλείφουμε τήν Κοινωνική Ἀδικία ἀπό τή ζωή μας καί δοξάζουμε τόν Δωτῆρα τῶν ἀγαθῶν, στόν Ὁποῖον ἀνήκει ἡ τιμή, τό κράτος καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.




Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

« Ο ΝΟΜΟΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΗΜΩΝ ΓΕΓΟΝΕΝ ΕΙΣ ΧΡΙΣΤΟΝ,


ΙΝΑ ΕΚ ΠΙΣΤΕΩΣ ΔΙΚΑΙΩΘΩΜΕΝ».

 

Πραγματικά ὁ Νόμος εἶναι παιδαγωγός. Ρυθμίζει τή ζωή μας ἔτσι, ὥστε νά εἴμαστε δίκαιοι καί νά ζοῦμε ἁρμονικά μέ τούς ἄλλους  συμπολίτες μας. Μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τό Κακό καί μᾶς προτρέπει εἰς τά καλά ἔργα. Μᾶς προειδοποιεῖ δέ ὅτι ἡ παράβασις τῶν Νόμων τῆς Πολειτείας τιμωρεῖται. Μᾶς λέγει π.χ. «Οὐ φονεύσεις». Καί τονίζει ὅτι: ἄν παραβῇς τήν ἐντολήν αὐτήν, τότε θά τιμωρηθῇς μέ θάνατο. «Οὐ κλέψεις». Ἄν παραβῇς τόν Νόμον αὐτόν θά τιμωρηθῇς ἀναλόγως, διά λόγους εἰδικῆς καί γενικῆς προλήψεως. Οἱ Νόμοι μᾶς παιδαγωγοῦν. Μᾶς προφυλάσσουν ἀπό τόν κακόν μας ἑαυτό. Εἶναι τά φρένα τῆς ζωῆς. Φαντάζεστε τί θά συμβῇ, ἐάν χαλάσουν τά φρένα τοῦ αὐτοκινήτου σας; Καταστροφή , πόνος, θάνατος. Συμφορά. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, οἱ Νομοθέτες ὀφείλουν νά θεσπίζουν Νόμους, συμφώνους πρός τό Θεῖον Δίκαιον, νά θεσπίζουν δίκαιον καί ὄχι ἄδικον δίκαιον. Διότι ὁ Νόμος εἶναι Παιδαγωγός, καί ἀπό αὐτόν ἐξαρτᾶται ἡ διάπλασις τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά γίνῃ καλός Πολίτης, «καλός κἀγαθός ἄνθρωπος», καλός κοινωνός. 

Δυστυχῶς μέ πικρία παρατηροῦμε ὅτι σήμερα, στή Σχιζοφρενική μας ἐποχή ψηφίζονται Νόμοι ἄνομοι, ἄδικον δίκαιον. Οἱ διαστροφές, οἱ ἀνωμαλίες, θεωροῦνται ἰδιαιτερότητες καί γίνονται Νόμοι τοῦ Κράτους. Εἶναι βέβαια αὐτονόητον ὅτι οἱ Νόμοι αὐτοί δέν παιδαγωγοῦν, ἀντίθετα μάλιστα ἀποπροσανατολίζουν κυρίως τήν Νέα Γενιά καί προάγουν τή διαστροφή καί τήν «προστυχιά»... καί βυθίζουν τούς πολίτες στή λάσπη τῆς ἀπογνώσεως καί γεννοῦν Παραφροσύνην. Ταῦτα πρός γνῶσιν καί συμμόρφωσιν τῶν ὑπευθύνων καί, καλῶ τούς συνετούς νά προσέχουν καί νά φυλάσσονται ἀπό τέτοιου εἴδους ἀγωγήν καί παιδείαν. Ὁ Θεός μᾶς χάρισε νοῦν, γιά νά διακρίνομεν τό καλόν ἀπό τό Κακόν καί ἐλευθερίαν, ὥστε νά ἐκλέγομεν τό Ἀγαθόν.



Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σημειώνει ὅτι «Πρό δέ τοῦ ἐλθεῖν τήν πίστιν, πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος  μᾶς ὁδηγεῖ σέ μιά νέα κατάστασι ζωῆς, τή ζωή τῆς Χάριτος, τή ζωή τῆς Πίστεως εἰς Αὐτόν, ἐφυλαττόμεθα ἀπό τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ, κλεισμένοι καλά σάν σέ κάποιο φρούριον, περιμένοντας, μέ λαχτάρα τήν «προσδοκία τῶν Ἐθνῶν», τόν Ἀληθινόν Μεσσίαν, τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος θά μᾶς ἔφερε εἰς τήν νέαν κατάστασιν τῆς Πίστεως  εἰς Αὐτόν. Καί ὁ Μωσαϊκός αὐτός Νόμος ἔγινε γιά μᾶς Παιδαγωγός. Προετοίμαζε τήν ψυχή μας πρός ὑποδοχήν τοῦ Ἐρχομένου Σωτῆρος. Μᾶς δίδασκε τίς Ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά ποθήσουμε, νά γνωρίσουμε καί νά ἀγαπήσουμε τόν Χριστόν, διά νά λάβουμε τήν δικαίωσιν ἀπό τήν Πίστιν μας πρός Αὐτόν.

Ὁ Μωσαϊκός νόμος μᾶς προφύλαξε καί μᾶς προετοίμασε νά δεχθοῦμε τόν Χριστόν, δέν μποροῦσε νά μᾶς χαρίσῃ τή δικαίωσι. Καί δικαίως διότι ποιός τηροῦσε τό Νόμο, ὅπως θέλει ὁ Θεός; Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί διά τό ὀλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, μᾶς φρούρησε ὁ Νόμος, μέχρι τόν Ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ ( Γαλάτ. γ΄ 23-25).


Ὅταν ἦλθεν ὁ Χριστός, ἔφερε τήν νέα κατάστασιν τῆς Πίστεως, ἔπαυσε νά μᾶς παιδαγωγεῖ ὁ Μωσαϊκός Νόμος. Μᾶς εὐσπλαγχνίζεται ὁ Χριστός καί ἔρχεται κοντά μας. Καί σέ ὅσους Τόν δέχονται, σέ ὅσους πιστεύουν στό ὄνομά του, δίδει ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι (Ἰωάν. α΄12). Ἀπέθανε καί Ἀνέστη ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν.

Καί πραγματικά λέγει ὁ Παῦλος ὅτι  ὅλοι εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ, διά τῆς Πίστεως εἰς τόν Ἰησοῦν Χριστόν (Γαλάτ. γ΄ 26), πού εἶναι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Αὐτή εἶναι ἠ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων.

«Ἔστι δέ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὔ βλεπομένων» (Ἑβρ. ια΄ 1). Ἡ Πίστις δίνει ὐπόστασι, κάνει πραγματικά ἐκεῖνα πού ἐλπίζουμε καί βέβαια ἐκεῖνα πού δέν βλέπουμε.

Πιστεύουμε, ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη, στό Χριστό. Πιστεύω καί ὁμολογῶ ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, πού ἔρχεται στόν κόσμο νά σώσῃ τούς ἁμαρτωλούς, μεταξύ τῶν ὁποίων πρῶτος εἶμαι ἐγώ. Πιστεύω καί ὀμολογῶ ὅτι εἶναι ὁ προσωπικός μου Σωτῆρας καί ὁ Λυτρωτής του Σύμπαντος κόσμου. Πιστεύω καί ὁμολογῶ ὅτι ὁ Χριστός, τέλειος Θεός, ἔγινε γιά χάρι μας, καί υἱός  ἀνθρώπου, ἔγινε τέλειος ἄνθρωπος. Αὐτό εἶναι τό ὑπερκόσμιον γεγονός. Ὁ Χριστός ἔγινε ἄνθρωπος. Ὁ ἀόρατος ὁρᾶτε, ὁ ἀναφής ψηλαφᾶτε κ.λ.π. Τό Πῶς,  ὅμως ἔγινε ἄνθρωπος εἶναι ἄγνωστον. Εἶναι ἕνα γεγονός «ὑπέρ λόγον καί ἔννοιαν», ξεπερνάει τή νοητική ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ὑπέρλογο, δέν τό χωράει ὀ νοῦς μας. Εἷναι Μυστήριον ξένον καί παράδοξον. Προσεγγίζεται μόνον μέ τόν πυρήνα τῆς ψυχῆς , μέ τήν ὀρθόδοξον Πίστιν.

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ἄν θέλουμε νά ἐρευνήσουμε καί νά κατανοήσουμε τά μυστήρια τοῦ Θεοῦ θά τρελλαθοῦμε: «Μυστήρια Θεοῦ ἐρευνῶντες παραπληκτήσομεν». Καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἀναφωνεῖ: «Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ἄνθρωπος ὤν, Θεόν πολυπραγμονεῖς»;


Ἐμεῖς πιστεύουμε στό Χριστό καί στό ζωοποιό Του λόγο. Πιστεύουμε στό Πανάγιον ὄνομά Του, τό ὑπέρ πᾶν Ὄνομα. Πιστεύομεν δέ ὅτι «Οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον  ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι  ἡμᾶς» (Πράξ. δ΄12).

Πιστεύουμε ὅτι  εἴμαστε υἱοί Θεοῦ,  διότι ὅσοι βαπτισθήκαμε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πιστεύοντες Σέ Αὐτόν ὡς Σωτῆρα, ἐνεδύθημεν τόν Χριστόν καί ἑνωθήκαμε μαζί Του, ὥστε νά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τώρα δέν ζοῦμε πλέον ἐμεῖς , ἀλλά ζῆ μέσα μας ὁ Χριστός (Γαλάτ. β΄ 20. γ΄ 27).

Ὁ Χριστός ἔρχεται νά μᾶς συμφιλιώσῃ καί νά μᾶς  ἑνώσῃ μέ τόν Θεόν, νά μᾶς ἑνώσῃ μαζί Του καί μεταξύ μας. δρύει ὁ Χριστός τήν Κοινωνίαν τῆς Πίστεως, τήν Κοινωνίαν Προσώπων, τήν Κοινωνίαν ἁγίων, τήν Ἐκκλησίαν Του, ὅπου δέν ὑπάρχουν διαφορές ἐθνικότητος καί κοινωνικῆς τάξεως καί φύλου. Στήν Ἐκκλησία Του δέν ὑπάρχει διαφορά Ἰουδαίου καί Ἕλληνος, δέν ὑπάρχει διάκρισις δούλου καί ἐλευθέρου, δέν ὑπάρχει ἄρσεν καί θῆλυ. Διότι ὅλοι ἐμεῖς ἐγίναμε ἕνας νέος ἄνθρωπος, διά τῆς ἑνώσεώς μας μέ τόν Ἰησοῦν Χριστόν» (Γαλάτ. γ΄ 27-28). Ὅλοι οἱ πιστοί εἴμαστε ἴσοι μπροστά στό Θεό.

Στήν Κοινωνίαν τῶν Ἁγίων δέν φορᾶμε μάσκα- φίμωτρο. Παρουσιαζόμαστε μέ τό ἀληθινό μας πρόσωπο. Ἔντιμοι, εἰλικρινεῖς, πιστοί στό Χριστό. Διατηροῦμε τήν ἐθνική μας Ταυτότητα. Σεβόμαστε τό φύλο, πού μᾶς χάρισεν ὁ Θεός, ἀλλά εἴμαστε νέοι ἄνθρωποι, ἐν Χριστῷ καινή κτίσις. Εἴμαστε ὅλοι παιδιά τοῦ Θεοῦ, πιστοί στό Χριστό, καί περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, ὅπως ὁ Χριστός.

Ἀπορρίπτουμε, σάν παλιό ἔνδυμα, τόν παλαιόν ἄνθρωπο, μέ τά πάθη καί τίς κακίες του, καί ἐνδυόμεθα τόν Χριστόν, τόν Νέον ἄνθρωπον. Καί ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ ὁμολογοῦμε τήν

Πίστιν μας στό Χριστόν ὡς Θεόν καί σωτῆρα τοῦ κόσμου καί ὅπως ὁ Χριστός, κηρύσσουμε τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του, λόγῳ καί ἔργῳ, θεραπεύοντες πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ(Ματθ. θ΄ 35), ὑμνοῦντες δέ καί εὐλογοῦντες τόν Θεόν. Ἀμήν.