Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2023

« ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ...

 






                                             ΑΝΑΣΤΑ, ΤΙ ΚΑΘΕΥΔΕΙΣ;

 

 Εἶναι διαπιστωμένο, ἐκ τῶν πραγμάτων, καί δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι μέρα μέ τή μέρα ὅλο καί περισσότερο ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν Πηγήν τοῦ ζῶντος Ὕδατος, ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί βυθιζόμαστε «εἰς ἰλύν βυθοῦ», εἰς τόν Βόρβορον τῶν βρωμερῶν μας Παθῶν. Εἴμαστε πράγματι «δέσμιοι τῆς γῆς», «δέσμιοι σκότους καί αἰχμάλωτοι ἀξημέρωτης νύκτας. Μᾶς κυβερνάει «τό σαρκικό φρόνημα, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν» καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο. Σέ καθημερινή βάσι, τρῶμε τίς σάρκες μας, κατασπαράσσουμε τούς ἀδελφούς μας. «Πετρῶσαν’ οἱ καρδιές», «ἐψύγει ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν», γι αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί στέκεται ὁ ἕνας ἀπέναντι στόν ἄλλον, σάν ἐχθρός, «der Mensch dem Menschen gegenueber steht», λέγει ὁ Σίλλερ. Δηλαδή:

«Ζοῦμε, σέ  μιά ἐποχή, πού τό νά βλάψῃς ἄλλον,

εἶναι πρᾶξι ἐπαινετή καί καί ὅταν κάνῃς τό Καλό,

οἱ πιό πολλοί σέ παίρνουν γιά τρελλό», λέει ὁ Σαίξπηρ.

«Ἐγκαταλείπουμε τό Θεό καί ὀρύσσουμε λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱερμ.β’13). Γι’αὐτό, εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε καί τό ψωμί, πού τρῶμε «ἄρτος Ὀδύνης»(Ψαλμ.126,2). Ἡ  συμπεριφορά μας, χωρίς ἀμφιβολία, εἶναι ἀρρωστημένη, εἶναι προβληματική, εἶναι σχιζοφρενική συμπεριφορά. Καί εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι ὅτι πήραμε τή ζωή μας λάθος, καί νά ἀλλάξουμε ζωή. ΟΛΟΙ εἴμαστε ἐκτός ἑαυτοῦ, τρελλάρες, τρελάρες... 

Ἄνοιξε, Κύριε, τούς Καταρράκτες τοὐρανοῦ, γιά νά ξεπλύνῃς τίς ντροπές... Καθάρισε, Ἄχραντε, τή λάσπη ἀπ’ τήν ψυχή μας! Κύριέ μου Ἰησοῦ, «ὡς πῦρ καταναλῖσκον», κάψε τά ἄχυρα τῶν ἔργων μας, φώτισε τά σκοτάδια μας! Στερέωσε, Κύριε, τή σαλεμένη μας καρδιά, ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου καί δώρησε σέ ὅλους μας τό Χάρισμα «τῆς μετανοίας» πρός ἐπιστροφήν!

Εἷναι καιρός ὁ κάθε ἕνας ἀπό μᾶς, νά ἔλθῃ εἰς ἑαυτόν, ὅσο εἶναι καιρός, πρίν νά εἶναι ἀργά, πρίν καταστραφοῦμε τελειωτικά. Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ, τήν κατανυκτικήν αὐτήν περίοδον τοῦ Τριῳδίου, νά ξυπνήσουμε, νά περισυλλεγοῦμε καί νά κάνουμε ἕναν ἐνσυνείδητον αὐτοέλεγχον, νά ἔλθουμε σέ αὐτογνωσία καί σέ εἰλικρινῆ μετάνοια καί Ἐξομολόγησι. Μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία νά εἰσέλθουμε εἰς τό στάδιον τῶν ἀρετῶν, εἰς Γυμνασίαν πρός εὐσέβειαν. Νά ἀναλάβουμε τόν πνευματικόν ἀγῶνα τῆς νηστείας, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν. Μᾶς καλεῖ νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης  Του καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι», στήν καθημερινή μας. Καί μέ Προσοχή, Προσευχή, νῆψι καί ἐγρήγορσι, ἄγρυπνοι καί προσεκτικοί νά ἀκολουθοῦμε τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ. Νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, διότι μόνον ἔτσι, θά μεταβάλουμε αὐτόν τόν κόσμον, αὐτό «τό Χοιροστάσι», «αὐτήν ἐδῶ τήν Κόλασι», σέ Παράδεισο τῆς τρυφῆς.

Ὁ Ἱερός ὑμνῳδός κρούει τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ὥστε νά ξυπνήσουμε ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀκηδίας, τής ἀδιαφορίας, τῆς ἀμέλειας, καί νά μᾶς φέρῃ σέ συναίσθησι τοῦ χρέους καί νά καταλάβουμε ὅτι «ὑπέρ πάντα ἡ ἐπιμέλεια ἡ ἐπιμέλεια καί ἡ τελείωσις τῆς ψυχῆς. Ἔστι ψυχή παντάπασιν ἀθάνατον καί ἀνώλεθρον». Νά ἐννοήσωμεν «τό βραχύ τῆς ζωῆς καί τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων». Νά  λατρεύσωμεν τόν Χριστόν, «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ». Καί νά περιμένουμε, μέ λαχτάρα καί χαράν τόν ἔνδοξον Ἐρχομόν Του. κατά τόν ὁποῖον θά κρίνῃ ζῶντας καί νεκρούς καί θά ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του:

«Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; Ψυχή μου ταλαίπωρη, τί κάνεις; Κοιμᾶσαι; Ξύπνα, ὅσο εἶναι καιρός. Τό τέλος ἐγγίζει, καί μέλλεις θορυβῆσθαι· Πλησιάζει τό Τέλος τῆς ἀνομίας. Ἔρχεται ὁ Κριτής καί κανείς δέν γνωρίζει ἀκριβῶς πότε ἔρχεται. Ἔρχεται δέ  ὡς  κλέπτης ἐν νυκτί, ὡς ἀστραπή, διά τοῦτο γρηγορεῖτε. Ὑπάρχει τρόπος νά μή θορυβηθῇς, ἄν προετοιμασθῇς, ἀν ἐγκαίρως μετανοήσης. Ἀνάνηψον οὖν, ἵνα φείσηταί σου  Χριστός ὁ Θεός, ὁ Πανταχοῦ Παρών καί τά πάντα πληρῶν».

Πρόφθασε, λοιπόν, ἀνάκτησε την πνευματικήν σου διαύγεια, ξύπνησε καί ἀνάκτησε ὀρθήν  κρίσιν καί μετανόησε εἰλικρινά, γιά νά σέ λυπηθῇ καί νά σέ ἐλεήσῃ ὁ Κύριος, πού εἶναι ὁ Πανταχοῦ Παρών καί τά πάντα Πληρῶν.

 Γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, σύ ὁ Ποιμήν ὁ Καλός, Σύ πού θυσίασες τήν ψυχήν Σου, γιά τά λογικά Σου πρόβατα, λύπήσου με Πολυεύσπλαγχνε καί Οἰκτίρμων...

«Ἡ Καρδία μου πρός Σέ , Λόγε, ὑψωθήτω· καί οὐδέν θέλξει με τῶν τοῦ κόσμου τερπνῶν, πρός χαμαιζηλίαν». Δός μου τή Χάρι Σου νά μή με δελεάσουν τά τερπνά τοῦ κόσμου τούτου, ὥστε νά μή  γινωμαι ἀπρεπής καί γελοῖος.


«Φιλάνθρωπε, ὁ πάντας θέλων σωθῆναι, Σύ, ἀνακάλεσαί με, καί δέξαι με, ὡς ἀγαθός, μετανοοῦντα με».





Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

«Ε Ν Α Τ Ι Π Ο Τ Ε »

 


ΔΙΟ ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΑΔΕΛΦΟΙ,

 

«ΕΝΝΟΗΣΑΤΕ ΤΟ Β Ρ Α Χ Υ  ΤΗΣ ΖΩΗΣ»

 

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί

Ἀνοίγω σέ ὅλους τήν καρδιά μου, αὐτές τίς Ἁγιες ἡμέρες τοῦ κατανυκτικοῦ Τριῳδίου καί σᾶς ἀποκαλύπτω, καί σᾶς ἐξομολογοῦμαι  κάτι, πού εἶναι σέ ὅλους μας πολύ γνωστό, ἕνα πασίδηλον ΓΕΓΟΝΟΣ, τό ὁποῖον ὅμως στήν «ΠΡΑΞΙ»  ἐγώ, ἀλλά καί ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ξεχνᾶμε, ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα. Κι’ αὐτό τό Γεγονός, πού θἄπρεπε νά τό ἐννοοῦμε καλά καί σύμφωνα μέ αὐτό νά ρὑθμίζουμε τήν συμπεριφορά μας, στή ζωή καί νά εἰρηνεύουμε μεταξύ μας, «ἐν Χριστῷ», νά ἔχουμε γαλήνη στήν ψυχή καί νά νιώθουμε ἀσφαλεῖς, ἐμεῖς τό ξεχνᾶμε  καί εἴμαστε δυστυχεῖς καί σωρεύουμε συμφορές στόν ἑαυτό μας καί στούς ἄλλους γύρω μας. ΠΟΙΟ εἶναι τό Γεγονός αὐτό, πού ξεχνᾶμε καί δέν θέλουμε νά τό ἐννοήσουμε, ὥστε νά θεραπεύσουμε καί τήν προβληματική μας συμπεριφορά;

ΑΥΤΟ εἶναι «Τό βραχύ τῆς ζωῆς καί ἡ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων».

Η ΛΗΣΜΟΣΥΝΗ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος μᾶς ὁδηγεῖ σέ ἀστόχαστες συμπεριφορές καί κάνουμε τή ζωή μας Κόλασι σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, τήν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου γῆν. Βασανιζόμαστε καί βασανίζουμε καί τούς ἄλλους γύρω μας, γιατί δέν θέλουμε νά ἐννοήσουμε ὅτι, σ’ αὐτόν ἐδῶ τόν ἔρημο καί ἄβατο καί ἄνυδρο τόπο, στή  γῆ, ζοῦμε μέ ἡμερομηνία λήξεως. Εἴμαστε ἐδῶ πάροικοι καί παρεπίδημοι, προσωρινοί, διαβάτες, «Οὐ γάρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν Πόλιν, ἀλλά τήν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». «Τό πολίτευμα ἡμῶν ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει». Γυμνός ἔρχεται  πᾶς ἄνθρωπος σ’  αὐτήν ἐδῶ  τήν ἄθλια παροικία, στή γῆ, καί γυμνός πάλιν μετά ἀπό λίγο ἐπιστρέφει στή γῆ  ἐξ ἧς ἐλήφθη. Οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, ἄν ὄχι ὅλοι, δέν ἐνθυμούμεθα, λησμονοῦμε, χάνουμε τήν ἐπαφή μας, μέ τήν πνευματική πραγματικότητα, «δέν ἐννοοῦμε τό βραχύ τῆς ζωῆς καί τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων» καί πλανώμενοι στῆς ἐρημιᾶς τἄχαρα μονοπάτια, χάνουμε τόν ὀρθό προσανατολισμό μας.

Μᾶς κυριεύει ἡ ἀγχώδης βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν, γιά τόν ἑαυτό μας στή γῆ. Ἔτσι βυθιζόμαστε «εἰς ἰλύν βυθοῦ», «εἰς ᾇδου βυθόν». Καταλύουμε τήν προσωπικότητά μας καί, ὡς «δέσμιοι τῆς γῆς», ὡς «δέσμιοι σκότους καί αἰχμάλωτοι ἀξημέρωτης νύχτας», βασανίζουμε τόν ἑαυτόν μας καί τούς ἄλλους γύρω μας.

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ, λοιπόν ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, νά ἐννοήσουμε τό βραχύ τῆς ζωῆς. Νά συνειδητοποιήσουμε, ὅτι  ἡ ζωή μας στή γῆ, ὅσα χρόνια μᾶς χαρίζει ὁ Κύριος, 50, 100, 200 ἤ ἀκόμη  τετρακόσια(400) καί καλά, ὅπως σᾶς λέω χαριτολογῶντας, εἶναι ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΕ, μπροστά στήν ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ. Ὅπως ἐπίσης καί οἱ ταλαιπωρίες μας, οἱ θλίψεις, ὀ Πόνος , ἡ Ὀδύνη, τά βάσανα ἀκόμη καί ὁ θάνατος εἶναι ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΕ, μπροστά στήν αἰώνιον μακαριότητα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ οὐρανοβάμων, μέ τή Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,  μᾶς ἀποκαλύπτει τήν πραγματικότητα λέγων:

«Λογίζομαι γάρ  ὅτι οὐκ ἄξια τά παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρός τήν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς. Ἡ γάρ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τήν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ  Θεοῦ ἀπεκδέχεται» ( Ρωμ. η΄18-19).


Ὅλα, ὅσα ὑποφέρουμε ἐδῶ στή γῆ εἶναι ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΕ, σέ σχέσι μέ «τά οὐράνια ἀγαθά, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν. Εἶναι δέ τόση ἡ δόξα, πού καί ἡ ἄψυχος κτίσις μέ λαχτάρα περιμένει τήν ἀποκάλυψιν καί τήν ἔνδοξον φανέρωσιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ»(
πρβλ. Α΄Κορινθ.β΄9).

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ, λοιπόν, νά ἐννοήσουμε «τό βραχύ τῆς ζωῆς»  καί νά ἀναλάβουμε τόν τῆς ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΑΓΩΝΑ ἀφορῶντες ἐπί τόν τῆς Πίστεως Ἀρχηγόν καί Τελειωτήν Ἰησοῦν καί, ὁδεύοντες ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν», νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, ὅπως ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ.

Νά πλουτοῦμε εἰς Θεόν, νά θησαυρίζουμε ἐν οὐρανῷ καί νά καθαρίσουμε τόν ἑαυτόν μας ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ»(Β΄ Κορινθ. ζ΄1), καί νά ἀκολουθήσουμε τήν προτροπήν τοῦ Παύλου, πού λέγει:

«Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ  Χριστῷ, τά ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος, τά ἄνω φρονεῖτε, μή τά ἐπί τῆς γῆς. Ἀπεθάνετε γάρ, καί ἡ ζωή ὑμῶν κέκρυπται σύν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ· ὅταν ὁ Χριστός φανερωθῇ, ἡ ζωή ἡμῶν, τότε  καί ἡμεῖς σύν αὐτῷ φανερωθήσεσθε ἐν δόξῃ» (Κολοσ. γ΄1-4).

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙΡΟΣ, νά ἐννοήσουμε ὅτι ΠΑΝΤΑ τά ἀνθρώπινα, χαρές καί θλίψεις,  εἶναι ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΕ, καί νά προσέξουμε νά μή Χάσουμε τό ΠΑΝ, γιά ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΕ, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε τῆς ἐκ δεξιῶν Αὐτοῦ παραστάσεως καί, ἀσιγήτως, νά ὑμνοῦμε τόν Κύριον τῆς Δόξης, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, «ἐν παντί τόπῳ τῆς Δεσποτείας Αὐτοῦ», λόγῳ καί ἔργῳ, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.

 





Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2023

«Πῶς παρεδόθημεν τῇ φθορᾷ»;



                               «Πῶς  συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ»;

 

Προφήτης Δαβίδ ἀπαντᾶ στά ἐρωτήματα τοῦ Ἱεροῦ Δαμασκηνοῦ καί λέγει ὅτι :           « ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὠμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13,21).



Προφήτης Ἡσαῒας λέγει σχετικά: «Ἄκουε οὐρανέ καί ἐνωτίζου γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν· υἱούς ἐγέννησα καί ὕψωσα, αὐτοί δέ με ἠθέτησαν.  Ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ Κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραήλ δέ με οὐκ ἔγνω καί ὁ λαός μου οὐ συνῆκεν»(Ἡσ. α΄ 2-3).

Πανάγαθος Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ. Ὁ ἄνθρωπος δέν κατενόησε τήν τιμήν καί τήν ἀξίαν, μέ τήν ὁποίαν τόν τίμησεν ὁ Θεός, πού τόν ὕψωσε καί τόν δόξασε. Ἐξέπεσε στήν τάξιν τῶν ἀνοήτων κτηνῶν, ἠθέτησεν τήν Ἐντολήν τῆς Ἀγάπης. Καί διά τῆς Παρακοῆς ἀπεξεδύθη τόν ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ἐνεδύθη τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς ὁ Πρωτόπλαστος  καί ἔτσι παρεδοθήκαμε στή φθορά καί συνδεθήκαμε σταθερά μέ τό θάνατο. Χωρισθήκαμε ἀπό τό Θεό, ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τήν Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὑδατος, Χάσαμε τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Βγήκαμε ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο, ἀπό κακῆς μας θέλησι.  Ἡ Εὐσπλαγνία ὅμως καί ἡ Μακροθυμία τοῦ Κυρίου μᾶς ἐγκατέστησε εἰς τήν ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου γῆν, μέ ἡμερομηνίαν λήξεως. Ὁ Πατέρας τῆς Στοργῆς, δέν μᾶς δημιούργησε, γιά νά χαθοῦμε, ἀλλά γιά νά ζήσουμε κοντά Του, μένοντας ἐν τῇ ἀγάπῃ, διά τῆς Ὑπακοῆς, εἰς τήν Ἐντολήν τῆς Ἀγάπης.

Αὐτή τήν πτῶσιν διά τῆς Παρακοῆς καί τήν Ἔξωσιν ἀπό τόν Παράδεισο, μᾶς θυμίζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν Τετάρτη Κυριακή τοῦ Τριῳδίου, τήν παραμονή τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καί μᾶς καλεῖ εἰς τόν πνευματικόν ἀγῶνα τῆς  καλῶς ἐννοουμένης Νηστείας, ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν. Μᾶς καλεῖ νά κάνουμε «Πρᾶξι» τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι καί ὁ μόνος τρόπος  νά κατανοήσουμε τήν τιμήν  τοῦ· κατ’ εἰκόνα καί  νά ἀγαπήσουμε τόν Θεόν ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς... καί τόν πλησίον μας ὡς ἑαυτόν, διά τόν Θεόν, καί νά φθάσουμε ἀπό τό· κατ’εἰκόνα, εἰς τό· καθ’ ὁμοίωσιν. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος ἐπανεισαγωγῆς εἰς τόν Παράδεισον τῆς τρυφῆς, ὁ Μόνος τρόπος ἐπιστροφῆς εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν.

 

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός μου, ἐκάθισεν ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου καί θρηνεῖ τήν γύμνωσί του, ἐξ αἰτίας τῆς ἀπερισκεψίας του καί ὁ καθένας από μᾶς, τούς ὁμοιοπαθεῖς, ὀδύρεται, γιά τόν ἴδιο λόγο, ὅτι διά τῆς Παρακοῆς, παραδίδεται στή φθορά καί συνδέεται μέ τό Θάνατο. Πραγματικά θρηνοῦμε τήν ψυχική μας γύμνωσι. Ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας χωριζώμαστε ἀπό τόν Πατέρα τῆς Στοργῆς, χάνουμε τή σχέσι, κοινωνία καί ἕνωσι καί τήν ἀδιάλειπτη συνομιλία μέ Σένα, Κύριε, τήν Πηγήν τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, χάνουμε τήν ἀδιατάρακτον διά θέας ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου καί ἀρρήτου Κάλλους τοῦ Προσώπου Σου, Γλυκύτατέ μου Ἱησοῦ!

Ἄκουσε, Χριστέ μου, τίς ἄναρθρες κραυγές μου, καί ἐλέησόν  ἐμέ καί τόν κόσμον Σου! Ἐλέησον, Οἰκτίρμον! Ἐλέησον ἡμας, τούς παραπεσόντας. Σοῦ φωνάζω δυνατά ἐξ αἰτίας τῆς Ὀδύνης, πού μοῦ προκαλεῖ ὁ σύνδεσμός μου μέ τό Θάνατο, Ἀθάνατε Κύριε!  Ἀλλοίμονό μου! Τί ἔπαθα καί τί παθαίνω ὁ ἄθλιος καί ταλαίπωρος ἐγώ.  Μίαν τῶν Ἐντολῶν Σου, παραβαίνω, Δέσποτά μου καί στεροῦμαι, δικαίως, ὅλων τῶν ἀγαθῶν Σου, Φιλάνθρωπε!




Γνωρίζω , Κύριε, ὅτι δέν θέλεις νά χαθοῦν τά πλάσματά Σου, γι’αὐτό Σταυρώθηκες, γιά μᾶς. Γιατί θέλεις  ὅλοι νά σωθοῦμε καί  εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν. Γνωρίζω ἀκόμη ὅτι ὅποιος ἐπιστρέφει κοντά Σου, εἰλικρινά μετανιωμένος,  δέν τόν διώχνεις ἔξω ἀπό τήν Πατρικήν ἑστία, ἀλλά τόν δέχεσαι στή στοργική Σου ἀγκαλιά. Ἀξίωσέ μας, Κύριε τοῦ χαρίσματος τῆς μετανοίας! Λυπήσου μας  καί δέξου μας, μετανοημένους, κοντά Σου, Πολυεύσπλγχνε καί οἱκτίρμων! Ἀξίωσέ μας νά Σέ δοξάζωμεν εἰς πάντας τούς αἰῶνας. ΑΜΗΝ.


Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

ΘΛΙΨΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΟΡΟ ΧΑΜΟ ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ.ΜΕΤΕΤΕΘΗ ΣΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΙΝ ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2023

ΑΚΟΥΣΕ, ΚΥΡΙΕ, ΤΙΣ ΑΝΑΡΘΡΕΣ ΚΡΑΥΓΕΣ ΜΟΥ,

                                      Aἰωνία σου ἡ μνήμη Ἀγγελούδι μου





                     ΑΚΟΥΣΕ ΤΟΥΣ ΣΤΕΝΑΓΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ!

 Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μου, ἄκουσε τίς ἄναρθρες κραυγές μου. Ἄκουσε τούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς μου, καί μή με ἀποδοκιμάσῃς! Μακρόθυμε καί Οἰκτίρμων Κύριε, μή μέ ἀπορρίψῃς. Σύ, Κύριε, ὁ Πρῶτος Παράκλητος, ὁ Πρῶτος Παρηγοριτής, λυπήσου με! Δέξου τό Θρῆνο μου καί τούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς μου, Μακρόθυμε, καί ἐλέησόν με, τόν ἀδύναμο καί ἀνάξιον δοῦλον Σου. Ὡς Καρδιογνώστης, Ἰησοῦ μου, γνωρίζεις καλά  ὅτι μόνον Ἐσένα λατρεύω «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», καί πιστεύω  ἀπολύτως ὅτι Σύ εἶσαι ἡ Ἀνάστασις καί  ἡ Ζωή. Καί Σέ ὑμνῶ, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μου, διότι λύτρωσες τόν Παναγιώτη μου ἀπό τόν πόνο καί τόν μετέθεσες στά οὐράνια, ἀγγελικά στρατεύματα καί εἶμαι σίγουρός ὅτι τόν ἐναπόθεσες στόν κόλπο τοῦ οὐρανίου Πατρός. Γνωρίζεις ἐπίσης Κύριε ὅτι ζῆ καί μέσα στήν καρδιά μου. Ἔχουν περάσει ἕξι μῆνες ἀπό τή μετάθεσί του στά Οὐράνια, ἀλλά ἐγώ, σάν ἄνθρωπος πονῶ, θρηνῶ, στενάζω, μοῦ λείπει σωματικά, τό Ἀγγελούδι μου, ἐρήμωσε τό σπίτι μου, αἱμορραγεῖ ἡ καρδιά μου... Ἄν Σύ, Κύριέ μου Ἰησοῦ δέν ἤσουν κοντά μου, θά εἶχα, σίγουρα, τρελαθεῖ, θά εἶχα χάσει ὁλότελα τά λογικά μου. Ναί, Κύριε, γνωρίζεις καλά ὅτι, θά εἶχε ,σίγουρα, σαλέψει τό μυαλό μου!  Σύ, Κύριε, μέ κρατᾶς στή ζωή καί ἁπαλύνεις τόν πόνο, τόν ἀφόρητο, πού μοῦ  προκαλεῖ ὁ πρόσκαιρος ἀποχωρισμός ἀπό τό Ἀγγελούδι μου. Εἶμαι σίγουρος πού Τόν πῆρες κοντά Σου!  Γι’αὐτό Σέ εὐχαριστῶ καί σέ παρακαλῶ, Χριστέ μου. Συγχώρησέ με, Κύριε, δέξου τά δάκρυά μου, μοῦ λείπει τό Ἀγγελοῦδι μου, μοῦ λείπει ἡ στοργική ἀγκαλιά του, δέν ἀκούω νά μοῦ σιγοψιθυρίζει, γλυκά-γλυκά: «Πατερούλη μου, Πατερούλη μου, ἐγώ εἶμ’ ἐδῶ, μή φοβᾶσαι τίποτε». Δέν ἀκούω τή φωνή του καί στή λειτουργία,  δέν τόν βλέπω νά συνοδεύει τό ἁρμόνιο  μέ τό βιολί του, μέ τόση εὐλάβεια... Κύριέ μου Ἰησοῦ,  δέξου τόν πόνο μου, πατέρας εἶμαι καί δικό Σου δῶρον ἦταν ὁ Παναγιώτης μου. Κράτα τόν κοντά Σου, στήν ἀγκαλιά Σου. Καταξίωσέ τον ἐν Χώρᾳ ζώντων, ἐν σκηναῖς δικαίων  νά χαίρεται τήν ἀδιατάρακτον, διά θέας, ἀπόλαυσιν τοῦ ἀπείρου Κάλλους τοῦ Προσώπου Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ! Τόν λύτρωσες ἀπό τόν πόνο καί τόν πῆρες κοντά Σου, Γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, καί Σέ δοξάζω Θεέ καί Κύριέ μου.


Σέ ὑμνῶ, Λυτρωτά, Κύριε ὁ Θεός μου καί Σέ ἱκετεύω... Μή με ἀπορρίψῃς ἀπό τοῦ Προσώπου Σου, γιά τόν πόνο, πού νιώθω, γιά τή σωματική ἀπουσία τοῦ ἀγαπημένου μου Γιοῦ. Κύριέ μου σέ εὐχαριστῶ, πού  ἑξῆντα τρία(63) ὁλόκληρα χρόνια, μέ ὑπομένῃς καί μέ ἀνέχεσαι  στό  Ἱερόν σου Θυσιαστήριον, ἐμέ τόν ἀνάξιον καί ἀχρεῖον δοῦλον Σου. Γίνε ἵλεως, εὐσπλαγνίσου με, στήριξέ με, δῶσε μου τή δύναμι καί τή Χάρι Σου, ὅπως πάντοτε, Εὔσπλαγχνε, νά Σέ ὑμνῶ καί νά σέ δοξάζω ἐν παντί τόπῳ τῆς Δεσποτείας Σου. Ἀπεκδεχόμενος τό Θεῖον Κάλεσμα, Σέ ἱκετεύω, Γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, ὅσο καιρό μέ ἀφήνεις σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, βοήθησέ με, νά κηρύττω τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Σου, λόγῳ καί ἔργῳ, καί ἀξίωσέ με νά Σέ ὑμνῶ καί νά Σέ δοξάζω καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.




















Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2023

ΣΕ ΣΕΝΑ ΚΑΤΑΦΕΥΓΩ, ΚΡΙΤΑ ΔΙΑΚΑΙΩΤΑΤΕ!

 


ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ ΙΗΣΟΥ, ΣΥ ΕΙΣ’ Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΜΟΥ!

 

 

«Οἴμοι! Πῶς μέλλω τῶν ἐχθρῶν ρυσθῆναι,

φιλαμαρτήμων ὑπάρχω;»

Ἀλλοίμονό μου ! Πῶς πρόκειται νά λυτρωθῶ ἀπό τούς φοβερούς μου ἐχθρούς, ἀπ’ τόν κακό μου ἑαυτό, ἀπό τό διάβολο καί ἀπό τόν κόσμο, πού «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται», ἀφοῦ παραμένω φίλος τῆς ἁμαρτίας;».

 

«Ὡς φοβερά ἡ κρίσις σου, Κύριε, τῶν ἀγγέλων παρισταμένων, τῶν ἀνθρώπων εἰσαγομένων, τῶν βίβλων ἀνεῳγμένων, τῶν ἔργων ἐρευνωμένων, τῶν λογισμῶν ἐξεταζομένων. Ποία κρίσις ἔσται ἐν ἐμοί τῷ συλληφθέντι ἐν ἁμαρτίαις; Τίς μου τήν φλόγα κατασβέσει; Τίς μου τό σκότος καταλάμψει; εἰ μή Σύ, Κύριε, ἐλεήσεις με, ὡς Φιλάνθρωπος;»

«Εἶναι γεγονός ὅτι κανείς ἀνθρωπος πάνω στή γῆ δέν εἶναι ἀναμάρτητος. Ποιός θά μπορέσῃ νά σταθῇ ἐνώπιόν Σου, Δικαιότατε Κριτά; Φοβερή θἆναι ἡ Κρίσις Σου, Κύριε, τήν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν παρασταθοῦν οἱ ἄγγελοι, καί, ἐνώπιόν τους θά εἰσαχθοῦν εἰς δίκην  οἱ ἄνθρωποι. Τότε θά ἀνοιχθοῦν τά βιβλία, εἰς τά ὁποία ὅπου θά εἶναι καταγεγραμμένη ὁλόκληρη ἠ ζωή μας, θά ἐρευνῶνται τά ἔργα μας καί θά ἐξετάζωνται οἱ λογισμοί μας «τά κρύφια τῆς καρδίας μας πάντα τά κεκρυμμένα θά φανερωθοῦν. Φόβος κυριεύει τήν ψυχή τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ἀλήθεια, ποιά θἆναι ἡ κρίσις σέ μένα, πού ἔχω συλληφθῆ μέσα στίς ἁμαρτίες; Ποιός θά σβύσῃ τή φλόγα πού κατακαίει τήν ψυχή μου; Ἔχω Κύριε βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός μου, Ἐνώπιόν Σου. Μέ φλογίζει, μέ κατακαίει ἡ φωτιά τῶν ἁμαρτιῶν μου, πού μέ βυθίζουν στό

σκοτάδι. Ποιός θά φωτίσῃ τά σκοτάδια μου; Ποιός θά καταλάμψῃ καί καταλαμπρύνῃ τήν κατασκότεινη ψυχή μου; Ἐάν δέν μέ ἐλεήσεις  Σύ, Κύριέ μου Ἰησοῦ, ὡς Φιλάνθρωπος;»

«Μόνε Φιλάνθρωπε Σωτήρ, ὁ Βασιλεύς τῶν αἰώνων, πρίν τό τέλος φθάσῃ, διά τῆς μετανοίας ἐπιστρέψας ἐλέησον ἡμᾶς».

Πιστεύω, Κύριε, ὅτι μόνον Σύ θέλεις, ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖς, ὡς παντοδύναμος, νά μᾶς  λυτρώσῃς, νά μᾶς δεχθῇς εἰλικρινά μετανοημένους.  Ποιός ἄλλος, ἐκτός ἀπό Σένα, πού Σταυρώθηκες, γιά μᾶς, θά συνηγορήσῃ γιά μᾶς, τή φοβερά Ἡμέρα τῆς Κρίσεως; Πιστεύω, γλυκύτατέ μου Ἰησοῦ, ὅτι σύ ὁ Μόνος καί ὁ Δίκαιος Κριτής, θά  εἶσαι, σίγουρα, καί ὁ συνήγορός μας. Πρίν εἰς τέλος χαθοῦμε, δώρισέ  σέ μας, τό χάρισμα τῆς μετανοίας καί σῶσαι μας.


«Οἴμοι, μέλαινα ψυχή!  Ἕως πότε τῶν κακῶν οὐκ ἐκκόπτεις; Ἕως πότε τῇ ρᾳθυμίᾳ κατάκεισαι;  Τί οὐκ ἐνθυμεῖ τήν φοβεράν ὥραν τοῦ θανάτου; Τί οὐ τρέμεις ὅλη τό φρικτόν βῆμα τοῦ Σωτῆρος; Ἇρα τί ἀπολογήσῃ ἤ τί ἀποκριθήσῃ; Τά ἔργα σου παρίστανται πρός ἔλεγχόν σου, αἱ πράξεις  ἐλέγχουσι  κατηγοροῦσαι. Λοιπόν, ὦ ψυχή,  ὁ χρόνος ἐφέστηκε·  δράμε, πρόφθασον, πίστει βόησον· Ἥμαρτον, Κύριε, ἥμαρτόν σοι· ἀλλ’ οἶδα, Φιλάνθρωπε, τό εὔσπλαγχνόν σου· ὁ Ποιμήν  ὁ καλός, μή χωρήσῃς με τῆς ἐκ δεξιῶν σου παραστάσεως, διά τό μέγα σου ἔλεος».

 «Ἀλλοίμονον, μαύρη εἶναι ἡ ψυχή μας, ἀπό τίς ἁμαρτίες μας!  Ἕως πότε θά εἶσαι δέσμιος τῶν κακῶν; Πότε ἐπί τέλους θά κόψῃς τίς κακές σου συνήθειες; Πότε θά ἐλευθερωθῃς ἀπό τήν Κακία; Τί κατάντια εἶναι αὐτή; Δέν θυμᾶσαι τήν ὥρα τοῦ θανάτου; Τί, δέν θυμᾶσαι ὅτι εἶσαι θνητός, προσωρινός σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία; Τί, εἶσαι τόσο ἀνόητος, καί δέν θυμᾶσαι καί δέν τρέμεις, τήν φοβεράν ἡμέραν τῆς Κρίσεως καί  τό φρικτόν Βῆμα τοῦ Σωτῆρος; Ἆρα τί θά ἀπολογηθῇς ἤ τί θά ἀποκριθῇς, στόν Δίκαιο Κριτή; Θά φανερωθοῦν καί παρασταθοῦν τά ἔργα σου, πρός ἔλεγχόν σου, οἱ πράξεις σου θά σέ ἐλέγχουν καί θά σέ κατηγοροῦν. Λοιπόν, ψυχή μου, ἔφθασε ὁ χρόνος τῆς Κρίσεως. Γίνε ἄγρυπνος καί προσεκτικός. Πρίν εἰς τέλος χαθῆς, ταλαίπωρη ψυχή μου, τρέξε γρήγορα, πρόφθασε, φώναξε δυνατά μέ πίστι στόν Κύριο· ἁμάρτησα, Κύριέ μου Ἰησοῦ, ἁμάρτησα σέ Σένα· ἀλλά γνωρίζω πολύ καλά, Φιλάνθρωπε, τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχνίαν Σου, τό ἄπειρον Ἔλεός Σου. Σύ εἶσαι ὁ ποιμήν ὁ Καλός, Σέ ἰκετεύω Κύριε, μή μέ χωρίσῃς  τῆς ἐκ δεξιῶν Σου παραστάσεως, διά τό μέγα Σου Ἔλεος».

Ἀξίωσέ με , Κύριε, ἀσιγήτως, νά Σέ ὑμνῶ καί νά Σέ δοξάζω,  μετά τῶν Ἀγγέλων καί τῶν Ἁγίων Σου, ἐν παντί τόπῳ τῆς Δεσποτείας Σου, σύν τῷ Πατρί καί τῷ ἁγίῳ Πνεύματι, καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ΑΜΗΝ.



Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2023

ΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΠΟΔΟΣΙΣ

 



Η ΕΝΔΟΞΟΣ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ, ΗΜΕΡΑ ΧΑΡΑΣ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥΣ,

ΗΜΕΡΑ ΔΕ ΦΟΒΕΡΑ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΥΣ.

 «Ἰδού ἔρχεται μετά τῶν νεφελῶν, καί ὄψεται αὐτῶν πᾶς ὀφθαλμός καί οἵτινες αὐτόν ἐξεκέντησαν, καί κόψονται ἐπ’ αὐτόν πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς. Ναί, Ἀμήν» (Ἀποκ. α΄7).

 

Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, καθιέρωσε τήν Τρίτη Κυριακή τοῦ τριῳδίου, ὡς ἑορτήν καί ἀνάμνησιν τῆς ἀδεκάστου Δευτέρας, ἐνδόξου Παρουσίας τοῦ Κυρίου, γιά νά μᾶς θυμίσουν καί μᾶς διδάξουν ὅτι ὁ Πανάγαθος Θεός δέν εἶναι μόνον ἄπειρη ἀγάπη, ἄπειρον Ἔλεος, πού δέχεται κοντά Του καί σώζει τούς εἰλικρινά μετανοημένους ἁμαρτωλούς, ἀλλά εἶναι καί ἄπειρη Δικαιοσύνη καί ἔρχεται νά κρίνῃ ζῶντας καί νεκρούς καί νά ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα Του καί νά καθορίσῃ τό Τέλος τῆς ἀνομίας.

Σημειώνω ἐδῶ, πρός ἀποφυγήν τῶν παρανοήσεων ὅτι α) Ὁ Θεός ἡμῶν μᾶς ἔπλασε «κατ’εἰκόνα καί καθ’ὁμοίωσιν Αὐτοῦ». Μᾶς τίμησε μέ τήν τιμήν τοῦ· κατ’εἰκόνα. β) Ὡς Πάνσοφος καί ὡς Ἀγάπη, μᾶς ἔδωσε τίς Ἐντολές Του, μέ τίς ὁποῖες μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τήν ζωήν, ὥστε νά φθάσουμε ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ὁμοίωσιν». γ) ὅτι «Οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν Κακῶν ὁ Θεός». δ) Κάθε Ἐντολή τοῦ Θεοῦ περιέχει τήν Ἀρχήν τῆς Ἀνταποδώσεως. Δηλαδή: Ἡ Τήρησις τῆς Ἐντολῆς, ἡ Ὑπακοή εἶναι Ζωή, ἐνῷ ἡ ἀθέτησις τῆς Ἐντολῆς, ἡ παρακοή εἶναι κόλασις, τιμωρία, Θάνατος. ε)Τό Κακόν εἶναι προϊόν τῆς κακῆς χρήσεως τοῦ Νοῦ καί τῆς Ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς κακῆς του προαιρέσεως. στ) Ὁ Θεός ἀπό καταβολῆς κόσμου ἡτοίμασε, δι’ἐκείνους, πού κάνουν καλή χρῆσι τοῦ Νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας τους, δι’ἐκείνους, πού τηροῦν τάς Ἐντολάς Του, Βασιλείαν, Παράδεισον, δέν ἡτοίμασε Κόλασιν. Ἡ Κόλασις, τό πῦρ τό αἰώνιον, εἶναι ἡτοιμασμένον τῷ Διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. ζ) ὡς Ἀγαθός ὁ Θεός προλέγει καί κάθε ἄνθρωπος προγνωρίζει τά ἀποτελέσματα τῆς Παρακοῆς τῶν Ἐντολῶν.

Κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά διαλέξῃ τήν Ὑπακοή, πού εἶναι ζωή ἤ τήν Παρακοή, πού εἶναι Θάνατος, Κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος νά διαλέξῃ τήν τήρησι τῶν Ἐντολῶν τῆς ἀγάπης, τήν Ὑπακοήν καί, ὡς πρόβατον, νά εὑρεθῇ στά δεξιά τοῦ Σωτῆρος, κατά τήν ἐπιφανῆ Ἡμέρα τῆς Κρίσεως ἤ νά διαλέξῃ τήν Παρακοή καί, ὡς ἐρίφιον, νά σταθῇ ἐξ εὐωνύμων τοῦ δικαίου Κριτοῦ.

Ὁ Κριτής ἀποδίδει στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του. Συνεπῶς ἡ Μεγάλη καί Ἐπιφανής Ἡμέρα τῆς Κρίσεως καί Ἀνταποδόσεως εἶναι εὐλογημένη Ἡμέρα Χαρᾶς καί Εὐφροσύνης, γιά τούς δικαίους, καί φοβερά, φρικτή Ἡμέρα, γιά τούς ἀμετανοήτους ἁμαρτωλούς.



Κατά τήν πρώτην Παρουσία Του ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ ἦλθε ὡς ταπεινός ἄνθρωπος, ἔλαβε δούλου μορφήν καί δέν ἦλθε γιά νά μᾶς κρίνη, ἀλλά γιά νά μᾶς σώσῃ. Δέν ἦλθε γιά νά καλέσῃ δικαίους , ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν (Ματθ. θ΄ 13.Λουκ.ε’32).Ἔρχεται κοντά μας «ὡς αὔρα λεπτή» καί μᾶς διδάσκει τήν Ἀγάπη, σπέρνει στίς καρδιές μας  τό ζωοποιό Του λόγο, φωτίζει τά σκοτάδια καί μᾶς χαρίζει τήν Ζωήν. Πάσχει γιά χάρι μας. Σταυρώνεται Αὐτός ἀντί ἡμῶν, «ὑπολιμπάνων ἡμῖν ὑπογραμμόν, ἵνα ἐπακολουθήσωμεν τοῖς Ἴχνεσιν Αὐτοῦ» καί «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν γ΄15,16. Α΄Πέτρ.β΄21).



Κατά τήν Δευτέραν, ἔνδοξον Παρουσίαν Του ἔρχεται νά ἐπιβάλῃ, ὡς Δικαιοκρίτης , Τέλος στήν ἀσυδοσία καί τήν Ἀνομίαν.

«Ἰδού ἔρχεται ὁ Θεάνθρωπος Κύριος ὡς Πανάγαθος Θεός καί Παντοδύναμος, καθήμενος ἐπί τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ, Καί θά Τόν δῆ κάθε ὀφθαλμός. Θά Τόν δοῦν ὅλοι, ὄχι μόνον οἱ πιστοί, πού ἐλπίζουν εἰς Αὐτόν, ἀλλά καί οἱ ἄπιστοι, ἰδιαιτέρως αὐτοί, πού Τόν Σταύρωσαν καί Τόν ἐλόγχισαν ἐπί τοῦ Σταυροῦ. Καί θά κτυπήσουν τά στήθη τους, ἐξ αἰτίας τῆς λύπης καί τοῦ φόβου, πού θά δοκιμάσουν ὅλες οἱ φυλές τῆς γῆς, πού δέν πίστεψαν Σ’ Αὐτόν. Ναί, Ἀμήν. Αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια» (Ἀποκ.α΄7).



Πιστεύουμε ὅτι θά ἔλθῃ νά κρίνῃ ζῶντας καί νεκρούς καί νά ἀποδώσῃ στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του. Εἶναι ἄγνωστος ὁ χρόνος τῆς Ἐλεύσεώς Του, καί θά ἔλθῃ ὡς κλέπτης, ὡς ἀστραπή, ξαφνικά. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο ὀφείλουμε νά εἴμαστε ἄγρυπνοι καί προσεκτικοί. Ὁ Κύριος μᾶς προειδοποιεῖ καί μᾶς προτρέπει νά εἴμαστε σέ ἐγρήγορσι, ἕτοιμοι νά Τόν ὑποδεχθοῦμε: «Γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τήν ἡμέραν οὐδέ τήν ὥραν ἐν ᾗ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται» (Ματθ. κε΄13). Δέν ξέρετε τήν ὥρα πού ἔρχεται, διά τοῦτο γρηγορεῖτε. Σίγουρα θά ἔλθῃ νά ἐπιβάλῃ τό Τέλος τῆς ἀνομίας. Θά ἔλθῃ ὡς Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς Δικαιοσύνης, ΟΤΑΝ ΕΛΘῌ, τότε κανείς δέν θά μπορέσῃ νά κρυφθῇ οὔτε νά κρύψῃ τά ἔργα του. Θά πάρη ὁ Καθένας τή θέσι πού, μόνος του διάλεξε.

Ὁ Κύριος προλέγει σέ ὅλους μας τί θά συμβῇ τότε, πρός γνῶσιν καί συμμόρφωσιν. Μᾶς προειδοποιεῖ ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, γιατί «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»( Β΄ Τιμόθ. β΄4). Καί ζητεῖ ἀπό ὅλους μας νά Τοῦ ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας, νά ἐγκλπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «Πρᾶξι», στήν καθημερινή μας ζωή. Θέλει νά περιπατοῦμε, ὅπως Αὐτός, ἐν ἀγάπῃ καί νά μένουμε ἐν τῇ ἀγάπῃ, ὅτι ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί. Ὁ Ζυγός Του εἶναι χρηστός καί τό φορτίον Του ἐλαφρόν. Δέν θέλει ψευτοθυσίες καί ψευτοκαμώματα, κεριά καί λιβάνια, ἀλλά θέλει ἡ καρδιά μας νά καίγεται γι’ Αὐτόν. Θέλει νά ἔχουμε εὔσπλαγχνίαν , ἔλεος, ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον. θἆναι ἡ κρίσις ἀνέλεος, γιά  αὐτόν, πού δέν ἔδειξε στή ζωή τοῦ εὐσπλαγχνία, γιά τούς ἄλλους, τού ἐλαχίστους ἀδελφούς Του.

Τήν Ἡμέρα τῆς Κρίσεως θά καλέσῃ  αὐτούς κατά λόγον δικαιοσύνης διάλεξαν νά σταθοῦν στά δεξιά Του καί Θά πῇ: «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου κληρονομήσατε τήν ἡτοιμασμένην ὑμῖν Βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου. ἐπείνασα γάρ, καί ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καί ἐποτίσατέ με, ξένος  ἤμην, καί συνηγάγετέ με, γυμνός καί περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καί ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην καί ἤλθετε πρός με»(Ματθ.κε΄34-36). Καί στήν ἀπορία τους ἀποκρίνεται λέγων: « ἀμήν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄40).



Καί σ’ αὐτούς, πού διάλεξαν στή ζωή τους, τήν Καλοπέρασί τους καί ἔζησαν χωρίς ἀγάπην, χωρίς εὐσπλαγχνίαν πρός τούς ἀδελφούς καί δέν μετενόησαν θά πῇ: «Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένῳ τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Διότι ἐπείνασα καί οὐκ ἐδώκατέ φαγεῖν κλπ. διότι ἐφ’ ὅσον  Οὐκ ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστῳν, οὐδέ ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. κε΄41-45).

«Καί ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, ΟΙ ΔΕ ΔΙΚΑΙΟΙ ΕΙΣ ΖΩΗΝ ΑΙΩΝΙΟΝ» (Ματθ.κε΄46).

 


 

 

 

 

 

 

 


 

 


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

ΕΥΣΠΛΑΓΧΝΕ ΚΥΡΙΕ, ΣΩΣΟΝ ΜΕ!


                                 ΙΛΑΘΙ ΜΟΝΕ ΗΜΙΝ ΕΥΔΙΑΛΛΑΚΤΕ!

 

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός τῆς Εὐσπλαγχνίας, λυπήσου με καί ἐλέησόν με!  Ἀπομακρύνθηκα ἀπό Σένα, τήν πηγή τῆς ζωῆς καί ἐμπιστέυθηκα τόν ἑαυτόν μου, ὁ ταλαίπωρος ἐγώ, εἰς ἀναμάρτητον χώραν καί ζωηράν, σέ χώρα ἁγνή καί γεμάτη ζωή, καί ὡς ἄμυαλος καί ἀλαζών ἔσπειρα στή γῆ τήν ἁμαρτίαν. Δέν πρόσεξα εἰς τόν  ἑαυτόν μου, ἀμέλησα τό χρέος μου καί δέν ἔδειξα ἐνδιαφέρον εἰς τήν ἐπιμέλειαν καί τελείωσιν τῆς ψυχῆς. Ἔσπειρα τήν ἁμαρτίαν καί θέρισα, μέ τό δρεπάνι τῆς ἀλαζονίας μου, τά στάχυα τῆς ἀμελείας. Καί σώριασα τό ἕνα πάνω στό ἄλλο,  ἐστοίβασα τά δράγματα, τά μικρά δεμάτια τῶν ἀστόχαστων πράξεών μου τάς θημωνίας (τούς σωρούς ἀπό τά δεμάτια), καί, δυστυχως, ὡς παράφρων, δέν κατέστρωσα, δέν ἐσώρευσα, τίς θημωνιές αὐτές τῶν ἀπερίσκεπτων πράξεών μου στό ἁλώνι τῆς μετανοίας. Μέ βαθειά συναίσθησι τῆς προβληματικῆς μου συμπεριφορᾶς, καταφεύγω Σέ Σένα, Κύριε. Δέν ἔχω, ποῦ ἀλλοῦ νά καταφύγω. Ἀλλά προστρέχω Σέ Σένα τόν προαιώνιον γεωργόν ἡμῶν Θεόν. Σέ ἱκετεύω, Θεέ μου, μέ τόν ἄνεμον τῆς φιλευσπλαγχνίας Σου ἀπολίκμισον , χώρισε μέ λίχνισμα τό σιτάρι ἀπό τό ἄχυρον τῶν ἔργων μου καί σιτάρχησον, τροφοδότησε  τήν ψυχή, μέ τήν ἀνάλογη μερίδα τροφῆς, χάρισε στήν ψυχή μου  τήν ἄφεσιν, κλεῖσε με μαζί, μέ τούς εἰλικρινά μετανοημένους, εἰς τήν δική Σου οὐράνιον ἀποθήκην, καί σῶσον με».(Τροπ. τοῦ  Ἑσπερ. τῆς Κυρ. τοῦ Ἀσώτου, σέ ἐλεύθερη ἀπόδοσις).

 

«Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἐλέησόν με!»

«Ἀλήθεια, πόσων ἀγαθῶν ἐστέρησα τόν ἑαυτόν μου, ἀπό κακή μου θέλησι,  ὁ τρισάθλιος καί ἐλεεινός! Ἀπό ποιό  ὕψος δόξας, ἀπό ποιά Βασιλεία ἐξέπεσα ὁ ταλαίπωρος ἐγώ! Ἐσπατάλισα  τόν πλοῦτον, πού ἔλαβα ἀπό τόν οὐράνιον Πατέρα. ἔχασα τή ζεστασιά τῆς Πατρικῆς Ἑστίας καί ζῶν ἀσώτως, ἀθέτησα τήν Ἐντολήν τοῦ  Πατρός τῆς Στοργῆς. Ἀλλοίμονον, μαύρη κι’ ἄραχλη ψυχή μου! Ἐξ αἰτίας τοῦ ἀσώτου καί ἀκατάστατου βίου σου, δίκαια, λοιπόν, καταδικάζεσαι στό πῦρ τό αἰώνιον· γι’ αὐτό πρίν ἀπό   τό φρικτό αὐτό  τέλος, φώναξε δυνατά εἰς τό Χριστό, ζήτησε ἐπίμονα ἀπό τό Θεό, εἰλικρινά μετανιωμένος, παρακάλεσε Τον καί πές· Κύριε, εὐδιάλλακτε, ὡς τόν ἄσωτον  δέξαι με υἱόν, Θεέ μου καί ἐλέησόν με». (Δοξαστικό τοῦ Ἑσπερινοῦ)

 

«Πανάγαθε Πατέρα, μέ κυρίευσε ὁ Πονηρός, καί μέ ἀλαζονία καί θρασύτητα, ἀπομακρύνθηκα ἀπό Σένα Πολυεύσπλαγχνε, μή  ἐγκαταλίπῃς με,  μηδέ ἀχρεῖον δείξῃς τῆς Βασιλείας Σου! Μή με καταδικάσῃς, ὡς ἀχρεῖον, ὡς ἄχρηστον καί ἀνάξιον τῆς βασιλείας Σου!  Ὁ ἐχθρός ὁ παμπόνηρος μέ γύμνωσε καί μοῦ ἅρπαξε τόν πλοῦτον μου. Ἄφησα ἀφύλακτες τίς θυρίδες καί μπῆκε ὁ Διάολος μέσα μου, καί ζῶν ἀσώτως, διεσκόρπισα τῆς ψυχῆς  τά χαρίσματα, τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ. Τώρα συναισθάνομαι τήν ἁμαρτωλότητά μου καί μετανοῶ εἰλικρινά. Τώρα μετά-νοῶ καί ἀφοῦ σηκωθῶ,θά ἐπιστρέψω κοντά Σου,καί θά φωνάξω δυνατά, Σέ Σένα, Θεέ μου. Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων Σου. Ἵλαθι μόνε ἡμῖν Εὐδιάλλακτε! Λυπήσου με καί ἐλέησόν με, Σύ, πού,  γιά χάρι μου ἅπλωσες  εἰς τόν Σταυρόν, τά ἄχραντα Χέρια Σου, γιά νά μέ ἁρπάξῃς ἀπό τό στόμα τοῦ φοβεροῦ θηρίου καί νά μέ ἐνδύσῃς μέ τήν πρώτην καί λαμπράν στολήν καί νά μέ δεχθῇς κοντά Σου ὡς μόνος Πολυέλεος» (δοξαστικό τοῦ ὄρθρου).

ΔΟΞΑ Τῌ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤῼ, ΛΟΓΕ, ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΕΙ ΣΟΥ! 



Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2023

«ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΤΩΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΩΝ»

 


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

(Λουκ. ιε΄ 11-32).

δευτέρα Κυριακή τοῦ Τριῳδίου ὀνομάζεται Κυριακή τοῦ Ἀσώτου. Πῆρε τό ὄνομα ἀπό τό Εὐαγγελικόν ἀνάγνωσμα, πού εἶναι ἡ Παραβολή τοῦ Ἀσώτου. Ἡ Παραβολή δέ αὐτή  χαρακτηρίζεται ὡς «τό Εὐαγγέλιον τῶν Εὐαγγελίων». Καί δικαίως. Διότι μέ τήν παραβολήν αὐτήν ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεός ἡμῶν εἶναι ἄπειρη, ἀγάπη, ἄπειρον Ἔλεος καί Εὐσπλαγχνία καί ὅτι δέχεται στή Βασιλεία Του καί σώζει τούς εἰλικρινά μετανοημένους. Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀφοῦ μᾶς δίδαξε τήν μακαριστή πτωχεία τοῦ Πνεύματος, τήν ταπείνωσι, ὥστε νά βάλουμε «ἀρχήν» στήν πνευματική μας ζωήν καί μέ τήν παραβολή τοῦ τελώνου καί Φαρισαίου μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δικαιώνεται ὁ ἄνθρωπος, μόνον ὅταν ἀποκτήσῃ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του καί ταπεινωθῇ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καί ζητήσῃ τό Ἔλεος Του. Τότε γίνεται δεκτός εἰς τήν Βασιλείαν Του. Τώρα τή δευτέρα Κυριακή τοῦ Τριῳδίου, μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεός μας εἶναι ἄπειρη ἀγάπη, ἄπειρον Ἔλεος, εἶναι στοργικός Πατέρας καί ὅτι μᾶς τίμησε μέ τήν τιμήν τοῦ· «κατ’εἰκόνα» καί ὅτι «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν»( Α΄Τιμόθ. β΄4) καί ὅτι, «ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, λαμβάνει δούλου μορφήν  καί ἔρχεται κοντά μας ὄχι γιά νά μᾶς κρίνῃ, ἀλλά, γιά νά σώσῃ τούς ἁμαρτωλούς μετανοοῦντας, λέγει δέ ὅτι «Οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν»(Ματθ. θ΄13.Λουκ.ε΄32).Καί   ὅτι «Χαρά γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι»(Λουκ. ιε΄7, 10). Εἰς τήν Παραβολήν τοῦ Ἀσώτου καταδεικνύει ὁ Κύριος τήν ἄπειρη ἀγάπην Του, τό ἄπειρον Ἔλεός Του καί τήν  Εὐσπλαγχνίαν Του καί μᾶς διδάσκει ὅτι ὀφείλουμε καί μεῖς νά ἔχουμε τήν αὐτήν πρός τούς πεπτωκότας ἀγάπην. Διότι ὅσοι δέν ἔχουν εὐσπλαγχνίαν καί ἔλεος πρός τούς συνανθρώπους του, δέν θά ἐλεηθοῦν. Τότε καί ὁ Θεός, κατά τήν Κρίσιν, θά εἶναι χωρίς ἔλεος καί ἐπιείκειαν, σέ κείνους, πού ὑπῆρξαν ἄσπλαγχνοι πρός τούς ἀδελφούς τους: «Ἡ γάρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μή ποιήσαντι ἔλεος· κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως»(Ἰακ.β΄13). Καί πραγματικά, τό ἔλεος ἀποδεικνύεται ἰσχυρότερον ἀπό τήν κρίσιν.

Μέ τήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου, ὁ Κύριος περιγράφει α) τήν κατάστασι εἰς τήν ὁποίαν περιέρχεται ὁ ἁμαρτωλός, αὐτός. πού ἐγκαταλειπει τήν Πατρικήν Ἑστία, β)Τό Πῶς μπορεῖ νά ἐπιστρέψῃ, δηλαδή μᾶς καταδεικνύει τόν Κανόνα ἐπιστροφῆς εἰς τήν Πατρικήν Ἑστία, δηλ. τόν Κανόνα τῆς μετανοίας καί Ἐξομολογήσεως, καί γ) τό μέγεθος τῆς Εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ Πατρός, τό ἄπειρον ἔλεός Του.

Στό πρόσωπο τοῦ Ἀσώτου βλέπουμε τήν κατάντια, τήν ἐξαθλίωσι τοῦ ἀνθρώπου, πού ἀπομακρύνεται ἀπό τόν Θεόν καί ζῆ «ἀσώτως».

«Ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς...»

Αὐτός ὁ ἄνθρωπος, ὁ πατέρας δύο υἱῶν συμβολίζει τόν Ἕνα καί Μόνον Ἁληθινόν Θεόν, τόν Δημιουργόν, ἐξ ἀπείρου ἀγάπης, τοῦ Σύμπαντος Κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Προφήτης Μαλαχίας ἐρωτᾶ: «Οὐχί  Πατήρ εἷς πάντων ὑμῶν; Οὐχί Θεός εἷς ἔκτισεν ὑμᾶς;»(Μαλ.β΄10). Αὐτός καί μόνον Αὐτός  μᾶς συντηρεῖ στή ζωή καί φροντίζει  καί νοιάζεται, γιά μᾶς. «Αὐτῷ μέλει περί ὑμῶν»(Α΄ Πέτρ. ε΄7).

Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας καλεῖ τόν οὐρανό καί τή γῆ νά προσέξουν τήν εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο καί τήν ἀχαριστία τοῦ ἀνθρώπου καί λέγει: «Ἄκουε οὐρανέ καί ἐνωτίζου  γῆ, ὅτι Κύριος ἐλάλησεν·  υἱούς ἐγέννησα καί ὕψωσα, αὐτοί δέ με ἠθέτησαν» (Ἡσ. α΄2).

Καί ὄντως εἶναι τραγικό τό φαινόμενον. Ὁ Θεός ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπον «κατ’εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ»(Γενέσ.α΄26).Δέν τόν ἐγέννησεν ἁπλῶς, ἀλλά καί τόν ὕψωσε. Τόν τίμησε μέ τήν τιμήν τοῦ· «κατ’εἰκόνα». Ὁ ἄνθρωπος ὅμως Τόν ἠθέτησε. Δέν κατενόησε τήν τιμήν καί τήν ἀξίαν πού ἔδωσεν ὁ Θεός, λέγει ὁ Δαυῒδ: «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48, 13,21). Καί οἱ δύο υἱοί Του, Τόν ἠθέτησαν. Θεώρησαν σκληρόν ζυγόν, τήν στοργικήν Σκέπην καί προστασίαν Του. Θεώρησαν τήν ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Πατρός, ὡς τυραννίαν. Ἀρνήθηκαν   τήν Ἀγάπην καί προστασίαν τοῦ Θεοῦ.  Χωρίσθηκαν. Ἀπομακρύνθηκαν  ἀπό τόν Πατέρα τῆς Στοργῆς.



Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας  ἀναφέρει τήν ἀπομάκρυνσι τῶν ἀνθρώπων ἀπό τόν Θεόν καί τονίζει:

«Λέγει Κύριος, ὅτι δύο καί πονηρά ἐποίησεν ὁ λαός μου·  Ἐμέ ἐγκατέλιπον πηγήν ὕδατος ζωῆς, καί ὤρυξαν ἑαυτοῖς  λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱερεμ. β΄13). Ἐνῷ ὁ Πανάγαθος θέλει ὅλους τούς ἀνθρωπους κοντά Του ἑνωμένους μαζί Του καί μεταξύ τους, μέ τήν τελείαν Ἀγάπην, αὐτοί, ἀγνώμονες πρός τόν Εὐεργέτην χωρίζονται ἀπό Τόν Θεόν καί οἱ ἐγγύς καί οἱ μακράν. Στήν Παραβολή χωρίζει τούς ἀνθρώπους σέ δύο κατηγορίες, σέ κείνους πού συμπεριφέρονται ὅπως ἀκριβῶς ὁ νεώτερος υἱός , πού δείχνουν τό ἀληθινό τους πρόσωπο καί ἀπομακρύνονται ἀπό τήν Πατρικήν Ἑστίαν καί σέ κείνους πού συμπεριφέρονται σάν τόν Πρεσβύτερο ἄσωτο υἱόν, πού μένουν κοντά στόν Πατέρα καί τηροῦν μέ αὐστυρότητα ὅλα τά τυπικά καί δίνουν μάχες γιά τά τυπικά, ἀλλά ἔχουν χάσει τήν ΟΥΣΙΑΝ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΓΑΠΗΝ. Κάνουν τά πάντα πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις, ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις. Εἶναι ψεῦστες, κλέφτες, ὑποκριτές, καί τολμοῦν νά μένουν κοντά στόν Πατέρα. Φοροῦν τό προσωπεῖον τοῦ ἁγίου, ἀλλά δέν ἔχουν ἴχνος ἀγάπης. Εἶναι ἄδικοι, ἄσπλαγχνοι καί κακοί, «γεννήματα ἐχιδνῶν, σταυρωτές. Ἐμπαίζουν καί τόν ἴδιο τό Θεό. Εἶναι ἡ χειρότερη μορφή ἀσωτείας.

Ὁ νεώτερος υἱός, θρασύτατα ἀπαιτεῖ, «λέγει τῷ Πατρί· πάτερ, δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας». Ἡ περιουσία ἀνήκει στόν Πατέρα. Ἡ ἀπαίτησις τοῦ Υἱοῦ εἶναι νευρωσική. Ὁ Οὐράνιος ὅμως Πατέρας τῆς Στοργῆς προικίζει ὅλα τά παιδιά Του, μέ θεῖα προσόντα, μέ σκοπό, νά πολλαπλασιάσουν τά χαρίσματα αὐτά καί νά φθάσουν ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν». Ὁ νεώτερος, εἶναι θρασύς, ἀπαιτεῖ καί ὁ Πατήρ μακροθυμεῖ καί προσφέρει τά δῶρα του στόν νεώτερο ἄσωτο καί αὐτός ἀφοῦ μάζεψε ὅλα, ὅσα τοῦ ἔδωκε  ὁ Πατέρας «ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καί ἐκεῖ διεσκόρπισεν τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. ιε΄ 13). Ὑποδουλώνεται στά βρωμερά του Πάθη. Ἀπογυμνώνεται   ἀπό τή χάρι τοῦ Θεοῦ. Ζῆ χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπόν, χωρίς περιεχόμενον, εἶναι «ἐκτός ἑαυτοῦ» «ὀρύσσει λάκκους συντετριμμένους, οἵ ού δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν». Φθάνει εἰς τήν ἐσχάτην ἐξαθλίωσιν, καί ἀρχίζει νά στερεῖται καί τήν ἀναγκαίαν τροφή. Κατήντησε ἀπό βασιλιᾶς, χοιροβοσκός καί πεθαίνει τῆς πείνας. 



«Καί ἐπεθύμει γεμίσαι τήν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπό κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καί οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ»(Λουκ. ιε΄16). Ζῶντας στό Χοιροστάσι, ἡμιθανής,  ἔρχεται εἰς ἑαυτόν. Θυμᾶται  τή ζωή του εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν καί συγκρίνει τή ζωή του τώρα στό Χοιροστάσι καί διαπιστώνει τήν κατάντια του, καί  μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός Του λέγει: « Καί εἰς ἑαυτόν ἐλθών εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι!» (ιε΄17). Καί, εἰλικρινά μετανιωμένος, ἀποφασίζει νά ἐπιστρέψῃ στήν Πατρική Ἑστία, πιστεύοντας στήν Πατρική ΣΤΟΡΓΗ: « ἀναστάς πορεύσομαι πρός τόν Πατέρα μου καί ἐρῶ αὐτῷ· Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν Σου·  οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός Σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων Σου»(Λουκ. ιε΄18-19).

Ἀναγνωρίζει ὅτι πῆρε τή ζωή του  λάθος καί ἀποφασίζει νά ἀλλάξῃ ζωή, καί ἀλλάζει ζωή. «Καί ἀναστάς ἦλθε πρός τόν Πατέρα αὐτοῦ»(Λουκ.ιε΄20). Ἐπιστρέφει, εἰλικρινά μετανοημένος. Ὁ στοργικός Πατέρας τόν περίμενε εἰς τόν ἐξώστην τῆς Πατρικῆς Ἑστίας, ἀπό τή στιγμή τῆς ἀπομακρύνσεώς του, μέ ἀνοικτή τήν Πατρική Του ἀγκαλιά. Ἐδῶ φαίνεται ἡ ἄπειρη ἀγάπη, τό ἄπειρον Ἔλεος καί ἡ Εὐσπλαγχνία τοῦ Πατρός, ὁ Ὁποῖος εἶδε τόν ἐξαθλιωμένο καί ἀχρειωμένο ἄσωτο υἱό ἐπιστρέφοντα.

«Ἔτι δέ  αὐτοῦ μακράν ἀπέχοντος  εἶδεν αὐτόν ὁ Πατήρ αὐτοῦ καί εὐσπλαγχνίσθη, καί δραμών ἐπέπεσεν ἐπί τόν τράχηλον αὐτοῦ καί κατεφίλησεν αὐτόν»(Λουκ. ιε΄ 20).



Ποιός ἀνθρώπινος λόγος μπορεῖ νά πριγράψῃ τήν τρυφερότητα τοῦ Πατρός, τό μέγεθος τῆς Θείας Εὐσπλαγχνίας; «Εἶπε δέ αὐτῷ ὁ υἱός· Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, καί οὐκ εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου» (Λουκ. ιε΄21).Ἐναγκαλίζεται ὁ Καρδιογνώστης τόν εἰλικρινά μετανοημένο ἄσωτον υἱόν, τόν δέχεται καί τόν ἀποκαθιστᾶ, στή πρώτη θέσι του, στήν Πατρική Ἑστία. Ἀμέτρητον τό Ἔλεος τοῦ Πατρός. Εἶναι τόσο μεγάλη ἡ Χαρά τοῦ Πατέρα, μέ τήν ἐπιστροφή τοῦ ἀπολωλότος, πού διακόπτει τήν ἐξομολόγησί του καί διατάσσει τήν ἀποκατάστασί του: « Εἶπε δέ ὁ Πατήρ πρός τούς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τήν στολήν τήν πρώτην καί ἐνδύσατε αὐτόν, καί δότε δακτύλιον εἰς τήν χεῖρα αὐτοῦ καί ὑποδήματα εἰς τούς πόδας, καί  ἐνέγκαντες τόν μόσχον τόν σιτευτόν θύσατε, καί φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι ὁ υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλός ἦν καί εὑρέθη. Καί ἤρξαντο   εὐφραίνεσθαι (Λουκ. ιε΄22-24). Πράγματι εἶναι ἄπειρον τό

Ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Δέχεται ὁ Πανάγαθος, κάθε εἰλικρινά μετανοημένο ἁμαρτωλό,  στή Βασιλεία Του καί  «Χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ, ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι».

Αὐτή ἡ πληροφορία διώχνει μεσ’ ἀπό τήν ψυχή κάθε ἀμφιβολία. Δίνει θάρρος σέ ὅλους μας. Διώχνει ἀπό τήν ψυχή μας τό Πάθος τῆς ἀπογνώσεως καί τῆς ἀπελπισίας. Μᾶς βεβαιώνει γιά τήν ἄπειρη Εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν».


Ὁ Παῦλος λέγει ὅτι «Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν  Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (
Ρωμ. ε΄8). Καί ὅτι ἦλθε κοντά μας, ὡς ἄνθρωπος ὄχι γιά νά μᾶς κρίνῃ, ἀλλά γιά νά μᾶς σώσῃ. Μᾶς βεβαιώνει δέ καί λέγει «Οὐ γάρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλά ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν»(Ματθ. θ΄13).

Ὁ Ψιθυριστής, ὁ Διάβολος, μᾶς σιγοψιθυρίζει καί προσπαθεῖ νά μᾶς πείσῃ, ὅτι δέν θά σωθοῦμε, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν μας ἁμαρτιῶν, γιά νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἀπόγνωσιν.

Μέ τήν παραβολή τοῦ Ἀσώτου, ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει ὅτι ὁ Θεός δέχεται ὅλους τούς εἰλικρινά μετανοημένους καί τούς σώζει, ὅπως ἀκριβῶς ἔσωσε καί τόν Ἄσωτο υἱό. Ὁ Ἅγιος Μακάριος λέγει ὅτι  λέμε στόν Ψιθυριστή: Τώρα, διάβολε, φύγε ἀπό κοντά μας. Τώρα ἔχουμε ἔγγραφες τίς μαρτυρίες, ὅτι ὁ Θεός σώζει τούς εἰλικρινά μετανοημένους.

Στήν Παραβολή μᾶς βεβαιώνει ὁ Κύριος σώζει καί ἐκείνους τούς ὑποκριτές Φαρισαίους, ἀρκεῖ νά ταπεινωθοῦν, νά ἐγκολπωθοῦν τή ΑΓΑΠΗ τοῦ Θεοῦ καί ματανοήσουν. Ὁ Φαρισαῖος, ὁ πρεσβύτερος υἱός «ἦν ἐν ἀγρῷ. Καί ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καί χορῶν. Καί προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα». Ζήτησε νά μάθῃ τί συμβαίνει; Ποῦ ὀφείλεται ἡ τόση χαρά καί εὐφροσύνη; «Καί εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καί ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τόν μόσχον τόν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτόν ἀπέλαβεν( Λουκ. ιε΄25-27).

Ὁ πρεσβύτερος ὅμως υἱός δέν χάρηκε, πού ἀδελφός ὁ ἄσωτος, ὁ χαμένος βρέθηκε καί ἐπέστρεψε ὑγιής στήν Πατρική Ἑστία. Καί χάρηκε ὁ ὑποκριτής, γιατί δέν εἶχε ἴχνος ἀγάπης. Ἦταν κοντά στόν πατέρα, ἀλλά δέν εἶχε ἀγάπη. Τηροῦσε  τά τυπικά, ἀλλά εἶχε χάσει τήν Οὐσίαν. Κάθε τοῦ συμπεριφορά  ἦταν χωρίς ἀγάπην, πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις. Καί ὄχι μόνον δέν χάρηκε, πού ὁ ἀδελφός του ἐπέστρεψε ζωντανός στό πατρικό σπίτι, ἀλλά ἀντίθετα «Ὠργίσθη καί οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν». Ἡ ἄπειρη Ἀγάπη ὅμως, ὁ στοργικός Πατέρας θέλει καί τή δική του σωτηρία. Συγκαταβαίνει ὁ Θεός  καί ἐξέρχεται καί τόν καλεῖ κοντά του. «Ὁ οὖν πατήρ αὐτοῦ ἐξελθῶν ΠΑΡΕΚΑΛΕΙ ΑΥΤΟ». Ὁ Φαρισαῖος ὅμως, πού θεωρεῖ τόν ἑαυτόν ἅγιον καί περιφρονεῖ ὅλους ἄλλους ὡς ἁμαρτωλούς, παρακατιανούς, εἶναι Ἐγωϊστής, ἔχει Μῖσος στήν ψυχή του. Δέν ἔχει Ἀγάπην. Καί ὄχι μόνον δέ λυγίζει στά παρακάλια τοῦ Πατρός, ἀλλά καί κατηγορεῖ τόν Πατέρα ὡς ἄδικον. Καί μιλάει μέ περιφρόνησι, γιά τόν ἀδελφόν του. Τόν κυριεύει ὁ Φθόνος καί στήν παράκλησι τοῦ Πατρός ἀποκρίνεται, μέ μῖσος: « Ἀποκριθείς εἶπε τῷ Πατρί· ἰδού τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καί οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καί ἐμοί οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετά τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ. Ὅτε δέ ὁ υἱός οὗτος, ὁ καταφαγών σου τόν βίον μετά πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τόν μόσχον τόν σιτευτόν» (Λουκ. ιε΄29). Παρόλην ὅμως αὐτήν τήν ἄδικη κατηγορία ἐναντίον  τοῦ Πατρός, ἡ ἄπειρη Εὐσπλαγχνία, ὁ Πατέρας τῆς Στοργῆς, δέν δυσανασχετεῖ, ζητεῖ μέ λαχτάρα, προσπαθεῖ νά φέρει σέ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του καί τόν πρεσβύτερο, τόν ὑποκριτή, υἱόν Του. Τόν ἀποκαλεῖ · «τέκνον» καί τόν παρακαλεῖ νά μετανοήσῃ. Ἐδῶ ἀποκαλύπτεται τό ἄπειρον Ἕλεος, γιά κάθε ἁμαρτωλό, ἡ τρυφερότητά Του, γιατί ὁ Πανάγαθος θέλει νά σώσῃ  ἀκόμη καί τά ἄγρια θηρία, ἀκόμη καί τούς Σταυρωτές Του. Καί ὑπογραμμίζω τήν στοργική ἀπόκρισι τοῦ Πατρός εἰς τήν «Ὕβριν», εἰς τήν κατηγορία τοῦ  Φαρισαίου, πού εἶναι καί τό Τέλος   τῆς Παραβολῆς, ἀποτελεῖ δέ καί τήν ΟΥΣΙΑΝ τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ: « Ὁ δέ εἶπεν αὐτῷ (Στόν πρεσβύτερο υἱό)Τέκνον, σύ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καί πάντα τά ἐμά σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δέ καί χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, καί ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη» (Λουκ. ιε΄ 31-32). ΔΟΞΑ Τῌ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙᾼ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΔΟΞΑ ΣΟΙ! ΔΟΞΑΤῌ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤῼ, ΛΟΓΕ, ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΕΙ ΣΟΥ!