Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

«ΚΑΙ ΤΙΣ ΔΥΝΑΤΑΙ ΣΩΘΗΝΑΙ;» (Ματθ. ιθ΄ 25. Μάρκ. ι΄26. Λουκ.ιη΄26).



«ΤΑ ΑΔΥΝΑΤΑ ΠΑΡΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣ

ΔΥΝΑΤΑ ΠΑΡΑ ΤΩι ΘΕΩι ΕΣΤΙΝ»

(Ματθ. ιθ΄ 26.Μάρκ. ι΄ 27. Λουκ.ιη΄27).

 

Ἀναμφισβήτητη εἶναι ἡ ἀλήθεια ὅτι χωρισθήκαμε ἀπό τόν ἕνα καί μόνον Ἀληθινόν Θεόν, τόν Δημιουργόν καί Εὐεργέτη μας ἀπό κακή μας Θέλησι. Ἀπεκδυθήκαμε τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ἐνδυθήκαμε τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς, διά τῆς παρακοῆς. Ἀπομακρυνθήκαμε ἀπό τήν Πηγήν τῆς Ζωῆς καί φθάσαμε στήν ἔσχατη ἀθλιότητα. Κατάκοιτοι στή Χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου, ὑποφέρουμε, «ἡμιθανεῖς», σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία. Παλεύουμε απεγνωσμένα, μέ τόν Κακό μας ἑαυτό, μέ τό φρόνημα τῆς σαρκός, πού εἶναι ἔχθρα εἰς Θεόν καί φέρει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τό Θάνατο (πρβλ. Ρωμ. η΄6-7). Καί ὅχι μόνον μέ τόν Κακό μας ἑαυτό, παλεύουμε καί μέ τόν ἀρχέκακον, τόν πρωταίτιον τοῦ Κακοῦ, τόν  Διάβολον καί μέ τόν κόσμο, πού, «ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται»(Α΄Ἰωάν. ε΄19). Καί εἶναι φοβερή ἡ πάλη μέσα μας. Καί «Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα» λέγει ὁ Παῦλος, «ἀλλά πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός του κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις»(Ἐφεσ. στ΄ 12). Παλεύουμε μέ ἔπαθλον τόν Οὐρανόν. Θέλουμε νά ξεφύγουμε ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ» εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ. Στήν πάλη, στόν ἀγῶνα αὐτόν, μᾶς ὁδηγεῖ ἡ πανανθρώπινη λαχτάρα γιά τή ζωή, γιά τήν αἰώνιον ζωήν. Εἷναι ἔμφυτον τό «ἱερόν», τό «Θεῖον ἐμφύσημα» μέσα μας καί μᾶς φέρει πρός τά ἄνω, πρός τόν Θεόν. Ἡ Ψυχή  ὅλων τῶν ἀνθρώπων, συνειδητά ἤ ἀσυνείδητα, ἀναζητεῖ τόν Θεόν καί αναπαύεται μόνον Σ’ Αὐτόν. Μέ τήν πτῶσι ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, διά τῆς παρακοῆς, ἀμαυρώθηκε μέν τό· «κατ’ εἰκόνα», ἀλλά δέν χάθηκε. Καί, ἀχρειωμένο, δέν παύει νά ἀναζητῇ τήν Πηγήν τῆς Ζωῆς, τόν Θεόν. Γι’ αὐτό καί ἀκατάπαυστη εἶναι ἡ Πάλη μας μέ τό Κακόν καί τήν ἁμαρτία. Προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος,νά ἐπιστρέψῃ καί νά συνεχίσῃ τήν Πορεία του ἀπό τό· «κατ’εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὀμοίωσιν». Παλεύει ἀπό «δυνάμει», νά γίνῃ καί «ἐνεργείᾳ Θεός». Παλεύει νά βρῆ ἀνάπαυσι καί γαλήνη ἡ ψυχή του ἐν τῷ Θεῷ.

 Συγκρούεται μέσα μας ἡ ἠθικότητα, μέ τήν ἀνηθικότητά μας. Ἀγωνιζόμαστε να μεταβάλλουμε τή σάρκα σέ πνεῦμα. Καί εἶναι σκληρή  καί ἀδυσώπητος ἡ πάλη μας, διότι, δυστυχῶς, εἶναι δυνατή καί ἔμφυτη μέσα μας καί «ἡ ῥοπή πρός τό Κακόν, πρός τήν ἁμαρτίαν», Concupiscentia. Φρικτή κληρονομιά, πού μᾶς συνοδεύει στή ζωή μας. Εἶναι δέ διαπιστωμένο ὅτι,  δυστυχῶς, «τό ὀλισθηρόν, τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως», ὀφείλεται στή ῥοπή αὐτή,  καί στήν Πάλη μας, τίς περισσότερες φορές, νικᾷ τῆς σαρκός τό φρόνημα. Ὁ Παῦλος λέγει ὅτι  ὑπάρχουν δύο νόμοι μέσα μας, ὁ νόμος τῆς σαρκός καί ὁ νόμος τοῦ Πνεύματος. Μέσα μας παλεύει, συγκρούεται ἠθικότητα,  μέ την ἀνηθικότητά μας, τό φρόνημα τῆς σαρκός, μέ τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος (Βασική σύγκρουσις) καί ἡ ῥοπή πρός τό Κακό μᾶς γυρίζει πίσω. «Οὐ γάρ ὅ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ’ ὅ μισῶ τοῦτο ποιῶ...Οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. ζ΄ 15, 19). Στήν πάλη μας μέ τόν κακό μας ἑαυτό, μᾶς κυριεύει τό κακό, ἡ ἁμαρτία. Ὁ Παῦλος, ἀλλά καί κάθε ἄνθρωπος, πού φλέγεται ἀπό τή λαχτάρα γιά τό Θεό, γιά τήν αἰώνιον ζωήν, στενάζει καί ἀναφωνεῖ: «Ταλαίπωρος ἐγώ ἄνθρωπος! 

Ποιός θά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τό σῶμα τοῦτο τό καταδικασμένο εἰς θάνατον;».

Ποιός θά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ;

Πῶς θά νικήσουμε στήν Πάλη μας μέ τό Κακόν καί τήν ἁμαρτία;

Τί πρέπει νά κάμουμε, γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν;

Μόνον ὁ Χριστός μπορεῖ, ὡς Παντοδύναμος καί θέλει, ὡς Πανάγαθος, νά μᾶς λυτρώσῃ, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τό Βόρβορο καί νά μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς», «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων». Καί ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ μᾶς εὐσπλαγχνίζεται. Ὁ Υἱός καί λόγος τοῦ Θεοῦ, συγκαταβαίνει. Γίνεται ταπεινός ἄνθρωπος. Ἔρχεται κοντά μας καί γίνεται «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Γίνεται Τύπος καί Ὑπογραμμός σέ ὅλα καί μᾶς καλεῖ νά Τόν μιμηθοῦμε, νά ἀκολουθήσουμε πιστά τά ματωμένα Χνάρια Του καί νά νικήσουμε, μέ τή Χάρι Του, στήν πάλη μας μέ τό Κακόν καί νά φθάσουμε στήν Κορυφή τῆς τελειότητος. Νά φθάσουμε ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν», νά γίνουμε ἀπό «δυνάμει», καί «ἐνεργείᾳ θεοί», κατά χάριν.

 ΑΡΚΕΙ νά ἀνοίξουμε τήν καρδιά μας στό Χριστό, νά πιστέψουμε, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας στό Χριστό, νά ἐγκολπωθοῦμε τό Εὐαγγέλιον τῆς ἀγάπης Του καί νά τό κάνουμε «πρᾶξι» στήν καθημερινή μας ζωή. ΑΡΚΕΙ νά ὑποτάξουμε τό θέλημά μας, στό πανάγιον Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Νά κάνουμε πάντοτε τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν, τό εὐάρεστον καί τέλειον. Μόνοι μας, μέ τί δικές μας δυνάμεις, χωρισμένοι ἀπό τό Χριστό, δέν θά μπορέσουμε νά κάνουμε τίποτε τό καλόν. Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἠ μόνη μας καταφυγή, ἠ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Χωρίς Αὐτόν δέν θά μπορέσουμε ποτέ νά εἰσέλθουμε εἰς τήν ζωήν,  νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν, τήν ὁποίαν τόσο πολύ λαχταράει ἡ ψυχή μας. 

Θά νικήσουμε στήν Πάλη μας μέ τό Κακόν μόνον, ἄν καταθέσουμε τήν καλήν μας προαίρεσι, τή θέλησί μας στό Θεό, μόνον ὅταν γκρεμίσουμε τά Εἴδωλα, πού ἔχουμε στήσει, μέσα μας καί γύρω μας. Πολλοί ἄνθρωποι νομίζουν πώς τηροῦν τό Νόμο τοῦ Θεοῦ στή ζωή τους, νομίζουν πώς τηροῦν τήν Ἐντολήν τῆς Ἀγάπης στό Θεό καί τόν πλησίον, ἐπειδή τηροῦν τίς τυπικές διατάξεις τοῦ Νόμου, πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις. Αὐτοί, οἱ μωροζηλωτές, δίνουν μάχες, γιά τά τυπικά, γιατί ἔχουν χάσει τήν οὐσία. Ἡ Ζωή μας εἶναι ὁ Χριστός.

Εἶναι πλέον ἤ βέβαιον ὅτι μόνοι μας δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε καί νά εἰσέλθουμε εἰς τήν ζωήν. «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθαι ποιεῖν οὐδέν», λέγει ὁ Κύριος. «Καί τίς δύναται σωθῆναι»;  ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΟΥΔΕΙΣ.

Βασική προϋπόθεσις, γιά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνιον ζωήν,  εἶναι νά ἐπιστρέψουμε εἰλικρινά μετανοιωμένοι στόν Ἕνα καί μόνον Ἀληθινόν Θεόν. Κι’ αὐτό σημαίνει νά πιστέψουμε σ’ Αὐτόν, καί νά Τόν λατρεύουμε ὄχι μόνον μέ τά χείλη, ἀλλά μέ τήν καρδιά μας, «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».

Πῶς εἶναι δυνατόν νά εἰσέλθουμε εἰς τήν Ζωήν, ὅταν ἀρνούμαστε τόν Ἀληθινόν Θεόν καί λατρεύουμε τά Εἴδωλα, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων;

Καί δυστυχῶς, εἶναι πολλοί, πού θεωροῦν τόν ἑαυτό τους ἅγιο. Οἱ περισσότεροι ὅμως νομίζουν πώς λατρεύουν τό Θεό, ἀλλά στήν οὐσία Τόν ἀρνοῦνται.

Ἄλλοι ἀρνοῦνται τό Θεό καί λατρεύουν, σάν Θεόν τόν Διάβολο, τόν Σατανᾶ, τό Μαμωνᾶ ,τό Χρῆμα.

Ἄλλοι λατρεύουν σάν Θεό τόν Ἑαυτούλη τους καί τήν Καλοπέρασί τους. Ἄλλοι ἔχουν Θεό τήν Ἡδονή, Ἄλλοι τό Βόρβορο, τήν Ὕλη, καί ἄλλοι λατρεύουν, σάν Θεό, τό πλοῦτο. Ἔχουν βυθισμένη τήν ψυχή τους στά ἐγκόσμια ἀγαθά, πού θησαυρίζουν γιά τόν ἑαυτό τους στή γῆ. Δέν θέλουν νά καταλάβουν ὅτι εἶναι Οἰκονόμοι, Διαχειριστές τοῦ πλούτου, πού τούς ἔδωκεν ὁ Κύριος. Δέν θέλουν νά καταλάβουν ὅτι δέν  ἔχουν τίποτε δικό τους , ὅτι ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ, καί γίνονται καταχραστές καί μένουν ἔξω ἀπό τή ὄντως ζωήν.

Οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι εἶναι προσηλωμένοι στή γῆ καί τά γήϊνα. Ὅσο δέ καί νά ἀγωνίζονται μόνοι τους δέν μποροῦν νά νικήσουν, στήν πάλη τους μέ τό Κακό, δέν μποροῦν νά κληρονομήσουν τήν ζωήν, δέν μποροῦν νά σωθοῦν. Ἡ στάσι τους, ἡ συμπεριφορά τους αὐτή εἶναι ἐκδήλωσις τῆς Παραφροσύνης τους. Ὁ Παῦλος λέγει ὅτι «ἐματαιώθησαν ἐν τοῖς διαλογισμοῖς αὐτῶν, καί ἐσκοτίσθη ἡ ἀσύνετος αὐτῶν καρδία. Φάσκοντες εἶναι σοφοί ἐμωράνθησαν, καί ἤλλαξαν τήν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ, ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου καί πετεινῶν καί τετραπόδων καί ἑρπετῶν» (Ρωμ. α΄ 21-23). Ὑπάρχει χειρότερη μορφή Παραφροσύνης ἀπό αὐτήν ;


Τρανό παράδειγμα παραφροσύνης καί παρανοήσεων εἶναι καί ὁ  πλούσιος νεανίσκος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ἄρχων, πού φλέγεται ἀπό τόν πόθο, γιά τήν αἰώνιον ζωήν καί ζητεῖ ἀπό τόν Κύριον νά τοῦ πῆ τί πρέπει νά κάμῃ, γιά νά κληρονομήσῃ τήν αἰώνιον ζωήν. Νομίζει ὅτι τηρεῖ ἀπό τήν νεότητά του τίς Διατάξεις τοῦ Νόμου, δέν  μοιχεύει, δέν φονεύει, δέν κλέβει, δέν ψευδομαρτυρεῖ, τιμᾶ τόν πατέρα καί τή μητέρα του. Νομίζει ὅτι τηρεῖ τήν Ἐντολή τῆς Ἀγάπης στόν  πλησίον, πού εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης μας στό Θεό, ἀλλά ἡ ψυχή του εἶναι προσκολλημένη, καρφωμένη στά πλούτη του. Φλέγεται ἀπό τή λαχτάρα γιά τήν αἰώνιον ζωήν, ἀλλά παραμένει «δέσμιος τῆς γῆς», ὑποδουλωμένος στά πλούτη, τή χλιδή καί τήν καλοπέρασί του. Ὁ Καρδιογνώστης γνωρίζει τή προσκόλλησί του στά πλούτη, ὅπως γνωρίζει καί τή λαχτάρα τῆς ψυχῆς του, ἀλλά θέλει τή σωτηρία του. Καί «ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν καί εἶπεν αὐτῷ» (Μάρκ. ι΄ 21): «Ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καί διάδος πτωχοῖς, καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ, καί δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ὁ δέ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· (καί στυγνάσας ἐπί τῷ λόγῳ ἀπῆλθε λυπούμενος)· (Εἶχε κτήματα πολλά)· ἦν γάρ πλούσιος σφόδρα ( Μάρκ. ι΄22. Λουκ. ιη΄23).

             πάντα ὅσα ἔχεις διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολούθει μοι

Καί δέν εἶναι μόνος του ὁ νεανίσκος, πού ἀρνεῖται τήν τιμήν, πού τοῦ κάνει ὁ Κύριος. Ὑπάρχουν πολλοί πού ἀρνοῦνται τό Χριστό καί μένουν «δέσμιοι τῆς γῆς» καί χάνουν τήν αἰώνιον ζωήν, χάνουν τόν Χριστόν, καί ζοῦν ἀπό τώρα  στήν Κόλασι. Δέν ἀποφασίζουν νά  ἀκολουθήσουν τό Φῶς καί μένουν στό σκοτάδι. Δέν ἀκολουθοῦν τό Ἀρνίον ὅπου ἄν ὑπάγῃ καί  εἶναι δυστυχεῖς.

Δέν παίρνουν τήν ἀπόφασι νά καταθέσουν τή θέλησί τους γιά νά νικήσουν, ἐν Χριστῷ, στήν Πάλη τους μέ τό Κακό. Στήν περίπτωσι τοῦ πλουσίου νεανίσκου ὁ Κύριος τονίζει πόσο δύσκολο εἶναι νά εἰσέλθῃ ὁ πλούσιος στήν αἰώνιον Ζωήν «πῶς δυσκόλως οἱ τά χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ!  Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διά τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἤ πλούσιον εἰς τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν»(Λουκ. ιη΄ 24-25).

Καί δίκαια οἱ ἀκροατές τοῦ Κυρίου, εἶπαν· Κύριε,  ἄν οἱ πλούσιοι δέν μποροῦν νά σωθοῦν. ποιός μπορεῖ τότε νά σωθῇ; Καί τίς δύναται σωθῆναι;

Πράγματι μόνος του κανείς δέν μπορεῖ νά σωθῇ. Χρειάζεται νά θελήσῃ τή σωτηρία του καί νά ἀκολουθῇ τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, νά γυμνάζεται εἰς εὐσέβειαν.  Ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, μέ τή θέλησί του, ὀφείλει νά περιπατῇ ἐν ἀγάπη, νά ζῇ καί νά ἀγωνίζεται ἐν Χριστῷ  καί νά πράττῃ τά ἀνθρωπίνως δυνατά, μέ τή βεβαιότητα ὅτι, «τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστιν».

 


 

 

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2020

Η ΑΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ



             ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ, ΠΡΟΤΥΠΟ  ΑΡΕΤΗΣ.

 

ΕΙΝΑΙ ἀλήθεια ὅτι στήν ἀλλοπρόσαλλη ἐποχή μας, διαπιστώνουμε, μέ πικρία, ὅτι οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, εἶναι ἀκατάστατοι καί ἄστατοι, ἀλλοπαρμένοι καί ἀνισόρροποι, ἀλλάζουν διαρκῶς γνῶμες καί διαθέσεις, μακρυά ἀπό τήν Πηγή τῆς ζωῆς, μακρυά ἀπό τόν Ἕνα καί μόνον Ἀληθινόν Θεόν. Κτίζουν στήν ἄμμο παλάτια, πού, μέ τό πρῶτο φύσημα τοῦ ἀνέμου, γκρεμίζονται. Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας λέγει ὅτι «ὠρύσσουν λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν». Στέρνες, πού δέν μποροῦν νά συγκρατήσουν νερό. Καί τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα τῆς τεχνολογίας, δέν καλυτερεύουν τή ζωή μας. Τό ἀντίθετο συμβαίνει. Σωρεύουν συμφορές.

Οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό τους νόημα. Οἱ ἀνωμαλίες καί οἱ διαστροφές θεωροῦνται ἰδιαιτερότητες και νομιμοποιοῦνται ἀκόμη καί ἐδῶ στήν κοιτίδα τοῦ Πολιτισμοῦ, στήν καρδιά τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν Ἑλλάδα μας. Ἡ ἀποδοχή τῆς διαστροφῆς θεωρεῖται πρόοδος καί ὁ σεβασμός στά Ἰδανικά τῆς Φυλῆς, στά «ὅσια καί τά ἱερά μας», ἡ Πίστις στό Θεό, ἡ φιλοπατρία, ἡ ἀφοσίωσις στήν Οἰκογένεια,  θεωροῦνται, δυστυχῶς, ὡς ὀπισθοδρόμησις καί πολεμοῦνται ὡς «ρατσισμός». Ὤ ἤθη! Ὤ καιροί!

Δέν εἶναι ὑπερβολή ἄν ποῦμε, ὅτι γίνεται δολία, δαιμονισμένη, προσπάθεια ἀποπροσανατολισμοῦ τῆς Νέας Γενιᾶς. Στά Σχολεῖα μας, δυστυχῶς, σήμερα :

-προπαγανδίζεται ἡ Ἀθεῒα, 

-κακοποιεῖται ἤ καί οὐσιαστικά καταργεῖται ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Ἀγάπης, καί

-διδάσκονται οἱ Οὐπανισάντς καί τό Κοράνιο τοῦ Μίσους, ἐνῶ συγχρόνως αὐξάνεται ἁλματωδῶς ἡ Ἐγκληματικότητα, σέ Παγκόσμια Κλίμακα.

- Διδάσκονται οἱ ἔμφυλες Ταυτότητες.

- Πέταξαν τίς Εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ ἀπό τίς Αἴθουσες διδασκαλίας, σχεδόν κατάργησαν την Προσευχή, πέταξαν τόν Τίμιον Σταυρόν ἀπό τό Κοντάρι τῆς Σημαίας (Τρέμουν μπροστά στό Σταυρό οἱ ἄθεοι!...). Προσπαθοῦν μέ κάθε τρόπο νά καταργήσουν τά ὅσια καί τά ἱερά καί εὐτελίζουν  παντοιοτρόπως τό ἀνθρώπινον Πρόσωπον καί θεωροῦν οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες, πρόοδο, τήν ἐπιστροφή στίς τρῶγλες καί τά Σπήλαια. Προσπαθοῦν νά μιμηθοῦν τά ξένα πρότυπα.

Αἰσθάνομαι τήν ἀνάγκη νά διακηρύξω ἀκόμη μιά φορά, ὅτι ὅλοι αὐτοί, πού θέλουν νά ἀφανίσουν τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία, καί ἔρχονται νά μᾶς διδάξουν συνεργαζόμενοι μέ μιά χοῦφτα Γραικύλους, ὅλοι αὐτοί, ὅταν ἐμεῖς κτίζαμε Παρθενῶνες, αὐτοί πηδοῦσαν σάν πίθηκοι ἀπό δένδρο σέ δένδρο. Δέν ἔχουν Πατρίδα. Δέν ἔχουν Ἱστορία. Μισοῦν τήν Ἑλλάδα καί τήν ἔνδοξη Ἱστορία της.

Θέλω νά θυμίσω σέ ὅλους τούς γνήσιους Ἕλληνες νά μήν ξεχνοῦν τήν ἔνδοξη Ἱστορίας μας καί τά Ἰδανικά τῆς Φυλῆς, τήν Ἱερή μας γλῶσσα. Τίς Παραδόσεις μας. ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΚΑΛΑ ΟΛΟΙ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΟΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΠΑΤΡΙΔΑ, ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ. Καί ὅτι

«Οὐδέν γλύκιον Πατρίδος». καί ὅτι

Νῦν ὑπέρ πάντων ἀγών!

Νά κρατήσουμε ζωντανή τήν Ἐθνική καί τή Θρησκευτική μας Ταυτότητα! Νά φυλάξουμε βαθειά μέσα στήν καρδιά μας τό ΧΡΙΣΤΟ καί τήν ΠΑΤΡΙΔΑ. Νά  Διακηρύξουμε σέ ὁλόκληρη τήν Οἰκουμένη Ναι εἴμαστε νομοταγεῖς, τηροῦμε τά μέτρα Προστασίας ἀπό τόν Κορωναϊό, πού μᾶς ἔσπειραν, ἀλλά θέλουμε  νά συνειδητοποιήσουν οἱ Ἀντίχριστοι ὅτι ΚΑΝΕΝΑΣ Κορωναϊός οὔτε τά φίμωτρα, ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΕ δέν  θά μπορέσουν νά κάμψουν τό Ἑλληνικό μας φρόνημα, τήν Πίστι μας στό Χριστό καί τήν ἀγάπη μας  στήν ἔνδοξη Ἑλλάδα μας!...

ΘΕΛΩ  νά πιστεύω ὅτι ἀκόμη ὑπάρχει ἐλπίδα σωτηρίας. Ἡ Νέα Γενιά ἐναγωνίως ἀναζητεῖ Πρότυπα ἀρετῆς. Καί εἶμαι σίγουρος ὅτι οἱ περισσότεροι ΝΕΟΙ καί ΝΕΕΣ τῆς Πατρίδος μας ἔχουν βαθειά μέσα στήν καρδιά τους χαραγμένη τήν Πίστι στό ΧΡΙΣΤΟ καί τήν Ἀγάπη στήν ΠΑΤΡΙΔΑ καί καμμιά προπαγάνδα Γραικύλων, δέν θά μπορέσῃ ποτέ νά ἀλλοιώσῃ τό  ἙΛΛΗΝΙΚΟ ΤΟΥΣ ΦΡΟΝΗΜΑ. ΔΟΞΑ ΤΩι ΘΕΩι, ἔχουμε τήν καλλίτερη Νεολαία.

Καί μεῖς οἱ νεοέλληνες ἔχουμε δικά μας πρότυπα ἀρετῆς. Δέν θά γίνουμε ποτέ Μαϊμοῦδες. Δέν θά χάσουμε ποτέ τή ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΜΑΣ, τήν ’Εθνική καί τή Θρησκευτική  μας συνείδησι.


Ἕχουμε ΠΡΟΤΥΠΑ τό ΧΡΙΣΤΟ, ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ καί τούς ΑΓΙΟΥΣ  τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς Ἑορτῆς τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Αἰκατερίνης, καλῶ ὅλους νά μιμηθοῦμε τίς ἀρετές καί τή φιλομάθεια τῆς Ἁγίας. Νά μιμηθοῦμε τήν Πίστι της στό Χριστό, καί τήν ἀγάπη της  στήν Ἑλληνοχριστιανική Παιδεία.




 Ἡ πανέμορφη καί σοφή Αἰκατερίνη εἶναι Φῶς Χριστοῦ, γιά ὅλους τούς Νέους καί τίς Νέες. Ἕζησε καί μεγαλούργησε σέ χειρότερες ἀπό τίς δικές μας συνθῆκες. Καί ἐμαρτύρησε γιά τίς Ἁρχές καί τά ἙΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΙΔΑΝΙΚΑ ΤΗΣ.


Καί καλοῦμε τούς Νέους καί τίς Νέες τοῦ Σύμπαντος Κόσμου νά διώξουν τά δαιμόνια καί νά μιμηθοῦνε τά δικά μας, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ ΑΡΕΤΗΣ,  ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ, ΤΗ ΜΓΑΓΑΛΟΧΑΡΗ, ΚΑΙ ΤΟΥΣ  ΑΓΙΟΥΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, γιατί μόνον ἔτσι ΘΑ ΒΡΟΥΝ ΑΝΑΠΑΥΣΙ ΚΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΓΑΛΗΝΗ.




 

 





Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

ΤΟ ΜΟΝΟΝ ΑΣΦΑΛΕΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΝ



ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

 

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια μου

Σύ εἶσαι τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον γιά μένα.

Μόνον κοντά Σου αἰσθάνομαι ἀπόλυτα ἀσφαλής.

Μόνον κοντά Σου βρίσκει ἀνάπαυσι ἡ ψυχή μου.

Ὅσο ἔχω στραμμένο τό βλέμμα μου Σέ Σένα, ξεπερνῶ τίς δυσκολίες, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία, περπατῶ πάνω στήν τρικυμισμένη θάλασσα τῆς ζωῆς, μέ χαρά, χωρίς κανένα φόβο. Ὅταν ὅμως δέν προσέξω καί  ἀστόχαστα ἀποστρέψω τό βλέμμα μου ἀπό Σένα, Κύριε καί Θεέ μου, καταποντίζομαι. Σέ χάνω. Κι’ ὅταν Σέ χάνω, χάνομαι...Βυθίζομαι στό Χάος... χάνομαι στό ἔρεβος... Σέ ἕνα σκοτεινό, ἀπύθμενο κενό...


Καί καταποντιζόμενος κραυγάζω, «Κύριε σῶσον με καί ἐλέησόν με». Μή μ’ ἀφήνης. Σύ, πού σταυρώθηκες γιά μένα, στήριξε τή σαλεμένη μου ψυχή. Μή με ἐγκαταλείπης, «πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με».

Σέ Σένα καταφεύγω, Χριστέ μου, τόν Ἐλεήμονα Θεόν. Σύ εἶσαι γιά μένα τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Μόνο Σύ, θέλεις, ὡς Πανάγαθος καί μπορεῖς, ὡς Παντοδύναμος, νά μᾶς ἀνασύρης ἀπό «τήν ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ.

Ποιός ἄλλος ἐκτός ἀπό Σένα θέλει καί μπορεῖ νά μᾶς σώση ἀπό τούς κρυφούς καί φανερούς ἐχθρούς μας, δαίμονες καί δαιμονανθρώπους; Μόνον Σύ ὑπάρχεις γιά μᾶς, Πολυεύσπλαγχνε.

Ἐκτός ἀπό Σένα βοηθόν δέν ἔχουμε  καί δέν θέλουμε νά  ἔχουμε  ἄλλον Κανέναν. Μονάχα Σε Σένα καταφεύγουμε καί μονάχα Ἐσένα λατρεύουμε. Δικοί Σου δοῦλοι εἴμαστε, ἀχρεῖοι, πτωχοί, γυμνοί καί τυφλοί καί ἐλεεινοί, ἀλλά δοῦλοι Σου. Δέξου μας εἰλικρινά μετανοιωμένους καί σῶσε μας. Ἐξαφάνισε τήν ἀνομία ἀπό τήν ψυχή μας καί ἀπό τόν κόσμο μας. Καθάρισε τόν ρύπο τῆς ψυχῆς μας. Πρόσθεσε σ’ ἐμᾶς Πίστιν.

Συγχώρησε τίς ἁμαρτίες μας καί ἀξίωσέ μας νά σταθοῦμε κάτω ἀπό τή Σκέπη σου καί νά Σέ ὑμνοῦμε, Μακρόθυμε καί Ἀνεξίκακε Κύριε!

Εἶμαι πολύ πικραμένος, Κύριε, μέ ὅσα συμβαίνουν γύρω μου, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν ἄθλια παροικία καί μέσα στήν ψυχή μου. Γονατίζω μπροστά στή Χάρι Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ, ἄκουσε τίς κραυγές μου καί σῶσε μας, ὡς Ἀγαθός καί Φιλάνθρωπος καί Ἐλεήμων Θεός.

Σέ Εὐχαριστῶ, Κύριε, πού πάντοτε  ἀκοῦς τίς προσευχές μου. Σέ Εὐχαριστῶ, πού τόσα χρόνια μέ ἀνέχεσαι στό ἅγιόν Σου θυσιαστήριο. Σ’ Εὐχαριστῶ, πού μέ  κρατᾶς ἀκόμη στή ζωή καί σέ παρακαλῶ, βοήθησέ με, ὅπως πάντοτε, νά ἐξυπηρετῶ μέ τήν καρδιά μου καί μέ ὅλη μου τή δύναμι τούς ἄλλους καί νά μή γίνωμαι  βάρος σέ κανένα. Δός μου τή δύναμι νά αὐτοεξυπηρετοῦμαι. Χάρισε καί σέ μένα Χριστιανά τά τέλη τῆς ζωῆς μου, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικά. Τολμῶ καί σηκώνω τό βλέμμα μου σέ Σένα, Ἰησοῦ μου, καί Σέ ἱκετεύω. Δέξου τά δάκρυα καί τούς στεναγμούς μου. Καί δῶσε μου τή δύναμι, ὅσο μοῦ χαρίζεις μέρες ζωῆς, νά Σέ δοξάζω, μέ ἔργα Αγάπης καί Καλωσύνης. Ἀξίωσέ με, Κύριε, ὅταν δεχθῶ τό Θεῖον Κάλεσμά  Σου, νά σταθῶ στά δεξιά Σου, καί νά ἔχω καλήν ἀπολογίαν ἐπί τοῦ φοβεροῦ Βήματός Σου, Χριστέ μου. Ἀμήν. 





Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2020

«ΟΡΑΤΕ ΚΑΙ ΦΥΛΑΣΣΕΣΘΕ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΠΛΕΟΝΕΞΙΑς





Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΔΕΝ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ  ΠΕΡΙΣΣΑ ΠΛΟΥΤΗ ( Λουκ. ιβ΄15β). 

 Ἡ ἀστόχαστη ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό  τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, ἡ ἀποστασία ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί ἡ λατρεία τῶν Εἰδώλων, εἶχε σάν ἀποτέλεσμα νά εἰσέλθῃ ἡ ἀνθρωπότης στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης, στό Θάνατο. Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀποστασίας χάνει τό Φῶς καί τή χαρά τῆς ζωῆς, νοιώθει μέσα του ἕνα ἀπέραντο κενό. Χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, χωρίς τό Φῶς τό τῆς γνώσεως, ἐμπήγεται «εἰς ἰλύν βυθοῦ». Αἰσθάνεται ἄδειος, «κενός», χωρίς νόημα, χωρίς περιεχόμενον, ἀνασφαλής. Ὁλοένα βυθίζεται εἰς τήν ἀπόγνωσιν καί ἀγωνίζεται ἀπεγνωσμένα νά ἀναπληρώση τό «κενόν», πού νοιώθει μέσα του καί κυριεύται ἀπό τό πάθος τῆς  πλεονεξίας. Ἡ πλεονεξία, ἡ ἀγωνιώδης προσπάθεια νά ἀποκτήσῃ περισσότερα ὑλικά ἀγαθά, ἀπό ὅσα χρειάζεται, μέ κάθε τρόπο, τίς περισσότερες φορές ἀδικώντας τούς ἄλλους,  δέν γεμίζει τό «κενόν» τῆς ψυχῆς. Ἀντίθετα τό διευρύνει. Διότι τό ὑπαρξιακό αὐτό «κενόν» δέν ἀναπληρώνεται μέ «ψευδοαναπληρώσεις». Καί ὄχι μόνον δέν γεμίζει τό «κενόν», ἀλλά καί σωρεύει συμφορές καί στόν ἑαυτόν του καί εἰς τούς ἄλλους γύρω του. Ἡ Πλεονεξία, εἶναι δίψα, πού δέν ἱκανοποιεῖται ποτέ καί μέ τίποτε. Εἶναι βρωμερό, ἀχόρταγο, ἀνικανοποίητο Πάθος τῆς ψυχῆς. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζει τήν πλεονεξίαν ὡς εἰδωλολατρία (Κολοσ. γ΄ 2). Ὁ Πλεονέκτης ὑψώνει σέ Θεό καί λατρεύει τόν ὑλικό πλοῦτο καί γιά νά τόν ἀποκτήσῃ, τίς περισσότερες φορές χρησιμοποιεῖ ἀθέμιτα μέσα, χωρίς ντροπή. Πολλοί προδίδουν ὄχι  μόνον τήν Πατρίδα τους, τήν Οἰκογένειά τους, ἀλλά ἀκόμη καί τήν Μάνα τους, γιά νά  κρατήσουν τή Θεσούλα τους, γιά  τήν καλοπέρασί τους καί  γιά νά ἀποκτήσουν περισσότερα ὑλικά  ἀγαθά. Καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι προδίδουν ἀκόμη καί τό Χριστό, ὅπως ὁ Ἰούδας.  Αὐτός κυριεύθηκε ἀπό τό Πάθος τῆς πλεονεξίας, ἀπό τή φιλαργυρία καί ἄνοιξε τήν ψυχή τους στό Διάβολο. Ἔτσι μπῆκε «ὁ Διάολος μεσα του» καί πρόδωσε τό Διδάσκαλό του. 




Χωρίς Θεό, χωρίς ἀγάπη, αἰσθάνονται οἱ ἀποστάτες ἀνασφαλεῖς καί προσπαθοῦν, μέ κάθε  τρόπο νά νοιώσουν ἀσφαλεῖς. Δέν θέλουν νά καταλάβουν τήν ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιάξεων. Δέν συνειδητοποιοῦν ὅτι εἶναι χοϊκοί, προσωρινοί, διαβάτες, σ’ αὐτήν ἐδῶ τήν παροικία. ΟΛΟΙ εἴμαστε πάροικοι καί παρεπίδημοι. Αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι γῆ καί ἐπιστρέφει στή γῆ. Γυμνός ἔρχεται ἀπό τήν κοιλιά τῆς μάνας του καί γυμνός ἐπιστρέφει ἐκεῖ. Γυμνός ἔρχεται στόν κόσμο καί φεύγοντας δέν παίρνει τίποτε μαζί του. Καί μολονότι γνωρίζει ὅτι ὅλα τά ἀνθρώπινα εἶναι μάταια, σκιᾶς ἀσθενέστερα καί ὀνείρων ἀπατηλότερα, μία ῥοπή καί ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται, παρ' ὅλα αὐτά κυριεύεται ἀπό τό Πάθος τῆς πλεονεξίας, ἀπό τή Φιλαργυρία καί αὐτοβασανίζεται καί βασανίζει καί τούς ἄλλους γύρω του. Δέν θέλει νά καταλάβει ὅτι ἡ ἀγχώδης βιοτική μέριμνα, γιά τήν ἀπόκτησι περισσοτέρων ὑλικῶν ἀγαθῶν στή γῆ, γιά τόν ἑαυτόν του, καταλύει τόν ἑαυτόν του, τυραννεῖ δέ καί τούς ἄλλους.

 Οἱ ἄνθρωποι, δυστυχῶς, σήμερα , περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή, λειτουργοῦν ὡς τέκνα Παραφροσύνης καί γεύονται τά δεινά  τῆς ἀποστασίας. Γι’ αὐτό «εἶναι πικρό καί τό νερό, πού πίνουμε καί τό ψωμί πού τρῶμε «ἄρτος ὀδύνης».

Ὁ Χριστός μᾶς εὐσπλαγχνίζεται καί ἔρχεται κοντά μας, ἀθόρυβα, ταπεινά, «ὡς αὔρα λεπτή» «πρᾷος καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» καί μᾶς νουθετεῖ. Μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τήν ἀλαζονία τοῦ βίου καί ἀπό τά βλαστήματά της. Μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τήν Πλεονεξία   καί τή Φιλαργυρία καί λέγει: «Ὁρᾶτε καί φυλάσσεσθε ἀπό πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινί ἡ ζωή αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ΄ 15). Προσέχετε καί προφυλάσσεσθε ἀπό κάθε εἶδος πλεονεξίας. Δέν ὠφελεῖ σέ τίποτε. Δέν προσφέρει καμμιά ἀπολύτως σιγουριά, καμμιά ἀπολύτως ἀσφάλεια. Γιατί ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τά περισσά πλούτη καί δέν διατηρεῖται ἀπό τά ὑπάρχοντά του, οὔτε τά πολλά πλούτη του, ἐξασφαλίζουν σ’ αὐτόν μακροημέρευσιν καί χαρούμενη ζωή. Τό ἀντίθετο συμβαίνει. Ὁ ἄνθρωπος πού κυριεύεται ἀπό τό Πάθος τῆς πλεονεξίας καί τῆς φιλαργυρίας, σωρεύει πλούτη στή γῆ, δίνει τήν ψυχή του σ’ αὐτά καί ζῆ μέσα σέ μιά συνεχῆ ἀγωνία μή τά χάσει. Ζῆ μέ τό φόβο μή τόν κλέψουν μή τόν ληστέψουν. Γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός μᾶς συμβουλεύει καί λέγει: «Μή θησαυρίζετε Θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς,... ἀλλά θησαυρίζετε ὑμῖν Θησαυρούς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σής οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καί ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδέ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν» ( Ματθ. στ΄19-21). Διότι μόνον ἔτσι θά γαληνέψῃ ἡ ψυχή μας.

            Κύριος λέγει δῶσε τα ὅλα καί ἀκολούθησέ με καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῷ.

Καί ἐρωτᾶ ὅλους μας ὁ Κύριος λέγων: Ποιός ἀπό σᾶς μπόρεσε , μέ τήν ἀλόγιστη, ἀγχώδη, βιοτική μέριμνα, μέ  τήν ἀπόκτησι περισσότερων ὑλικῶν ἀγαθῶν, νά προσθέσῃ στό ἀνάστημά του ἕνα πῆχυν  ἤ νά παρατείνῃ τή ζωή του ἕνα δευτερόλεπτο; (πρβλ. Ματθ. στ΄ 27. Λουκ. ιβ΄ 15β). Ποιός μπόρεσε μέ τά πλούτη του νά ἀπομακρύνει τήν ἀρρώστια ἤ τό θάνατο; Ἔχει  σημασία ἄν ὁ πλούσιος φτύνῃ  αἷμα σέ χρυσό  σκεύος-ἀγγεῖο καί ὁ πτωχός σέ πήλινο; Αἷμα φτύνει καί ὁ ἕνας, αἷμα φτύνει καί ὀ ἄλλος.  Καλόν εἶναι νά καταλάβουμε ὅλοι ὅτι ἡ πλεονεξία εἶναι νόσημα, εἶναι πάθος καί νά προφυλάσσουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό κάθε εἶδος πλεονεξίας. Νά καταλάβουμε τήν ματαιότητα τοῦ ἀλόγιστου πλουτισμοῦ στή γῆ καί νά εἴμαστε καλοί Οἰκονόμοι, καλοί Διαχειστές τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Νά εἴμαστε οἰκτίρμονες καί Ἐλεήμονες ὅπως ὁ οὐράνιος Πατέρας μας. Νά ἔχουμε ἀγάπη πρός ὅλους, ἀκόμη δέ καί πρός τά ἄγρια θηρία. Νά προσφέρουμε τά πάντα σέ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, χωρίς διακρίσεις. Νά τρέφουμε, νά ποτίζουμε, νά ντύνουμε  τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ καί νά μή βασανίζουμε τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους μέ τήν ἀλαζονία τοῦ βίου, μέ τόν ἀθέμιτο πλουτισμό, μέ τήν πλεονεξία καί τή φιλαργυρία, δεδομένου ὄντος ὅτι δέν φέρνουμε τίποτε μαζί μας στόν κόσμο οὔτε φεύγοντας παίρνουμε τίποτε μαζί μας.


Θησαυρός μονάκριβος εἶναι ὁ Χριστός

Εἷναι καιρός να καταλάβουμε ὅτι   ἀληθινός πλοῦτος εἶναι ἡ εὐσέβεια. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος   λέγει ὅτι  «ἡ εὐσέβεια εἶναι, πραγματικά, πηγή κέρδους, ὅταν ἀρκῆται κανείς σέ κεῖνα πού ἔχει. Δέν φέραμε τίποτε στόν κόσμον καί εἶναι φανερόν ὅτι δέν μποροῦμε οὔτε νά πάρουμε τίποτε μαζί μας. Ὥστε, ἐάν ἐχωμεν τροφάς καί σκεπάσματα, νά εἴμαστε εὐχαριστημένοι μέ αὐτά. Καί εἶναι καλόν νά γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι ἐκεῖνοι πού θέλουν νά πλουτίσουν πέφτουν σέ πειρασμό καί παγίδα καί σέ πολλές ἐπιθυμίες ἀνόητες καί βλαβερές, πού βυθίζουν τούς ἀνθρώπους στόν ὄλεθρο καί στήν ἀπώλεια, στήν καταστροφή. 

Πρέπει δε νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι μας ὅτι ἡ φιλαργυρία εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν. Ἐξ αἰτίας δέ τοῦ ὀλεθρίου  αὐτοῦ πάθους, μερικοί ἐπλανήθησαν ἀπό τήν Πίστιν καί κάρφωσαν τόν ἑαυτόν τους σέ ὀδύνες καί βάσανα πολλά»(Α΄Τιμόθ. στ΄  6-10).

 Εἶναι ἀποκαρδιωτικό τό φαινόμενον ὅτι παρ’ ὅλη τήν ὁδύνη, πού τοῦ προκαλοῦν τά χαμηλά, τά βρωμερά του πάθη, «ὁ ἀποστάτης» ἐμμένει καί συνεχίζει, μέ μανία ,νά ἀπομακρύνεται ὅλο καί περισσότερο ἀπό τήν Πηγή τοῦ ζῶντος Ὑδατος, ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν.

Δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε, ὅτι ἡ ἀνθρωπότης σχεδόν στό σύνολό της συνεχίζει νά «ἐμμένῃ τῇ φάβλῃ συνηθείᾳ», συνεχίζει νά ματαιοπονῇ. Πάσχει ἀπό σαδομαζοχισμό. Εὐχαριστεῖται νά αὐτοβασανίζεται καί νά βασανίζει καί τούς ἄλλους. Ἐνῶ γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι ἡ συμπεριφορά τους εἶναι προβληματική δέν κάνουν τίποτε, γιά νά τή θεραπεύσουν καί συνεχίζουν νά ἀδικοπραγοῦν καί νά ματαιοπονοῦν. Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας, τό στόμα τοῦ Θεοῦ, πρός νουθεσίαν, προλέγει τήν συμφορά τῆς ἀποστασίας. Βροντοφωνάζει:

«Δύο καί πονηρά ἐποίησεν ὁ λαός μου· ἐμέ  ἐγκατέλιπον πηγήν ὕδατος ζωῆς, καί ὤρυξαν ἑαυτοῖς λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν» (Ἱερεμ. β΄ 13). Τονίζει δηλαδή ὅτι διπλῆ εἶναι ἡ ἀνοησία μας. Πρώτη εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπό τήν Πηγή τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς, ἀπό τόν πραγματικόν, τόν ἀληθινόν Θεόν, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς Ζωῆς, ἡ πηγή ὅλων τῶν δωρεῶν. Καί ἡ δεύτερη ἀνοησία εἶναι ὅτι ἀνοίγουμε γιά τόν ἑαυτόν μας λάκκους συντετριμμένους, δεξαμενές τρύπιες, πού δέν μποροῦν νά συγκρατήσουν νερό. Καί πραγματικά ὅλα τά ἀνθρώπινα ἐπιτεύγματα, ἡ τεχνολογική πρόοδος, χωρίς Θεόν, χωρίς ἀγάπην, εἶναι λάκκοι συντετριμμένοι. Δέν ἀνακουφίζουν, δέν βοηθοῦν, δέν ἱκανοποιοῦν τίς ἀνησυχίες τοῦ ἀνθρώπου. Χρησιμοποιοῦνται στό Κακό, στήν καταστροφή. Εἶναι ψευδοαναπληρώσεις, Δέν γεμίζουν τό «κενόν», πού δημιουργεῖται ἀπό τήν ἀποστασία, ἀλλά διευρύνεται καί σωρεύει συμφορές.

Ὁ ΧΡΙΣΤΟΣ, Εὔσπλαγχνος καί Ἐλεήμων, μέ θεϊκή ἁπλότητα καί ἄπειρη ἀγάπη ἔρχεται καί φωτίζει τά σκοτάδια μας καί, θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι «ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης». Μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι εἶναι μάταια ὅλα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετά θάνατον. Καί μᾶς  ὁδηγεῖ πρός τά ἄνω, πρός τά πνευματικά. Μᾶς ἀποτρέπει ἀπό τήν πλεονεξία καί τόν πλουτισμό στή γῆς καί μέ τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου (Λουκ.ιβ΄13-21), μᾶς συνιστᾶ νά πλουτοῦμε εἰς Θεόν.

Ὁ Κύριος λέγει σέ κάθε ἄμυαλο πλούσιο: «Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;»

Καί  μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἔτσι θά πάθῃ καί τέτοιο τέλος θά ἔχῃ ἐκεῖνος πού θησαυρίζει γιά τον ἑαυτόν του, γιά νά ἀπολαμβάνῃ αὐτός καί μόνον ἐγωϊστικά τά ἀγαθά τῆς γῆς. Αὐτό τό τέλος θά ἔχῃ κάθε ἕνας, πού δέν  ἀποταμιεύει μέ ἔργα ἀγάπης θησαυρούς πνευματικούς στόν Οὐρανό, θησαυρούς  ἀρεστούς στό Θεό. Αὐτό τό τέλος θά ἔχῃ αὐτός πού δέν πλουτίζει εἰς Θεόν, αὐτός πού δέν δανείζει εἰς τον Θεόν, αὐτός πού δέν ἐλεεῖ τόν πτωχόν. «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν» (Λουκ. ιβ΄ 21).





Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

«ΚΥΡΙΕ, ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ ΚΡΑΥΓΑΖΩ ΣΟΙ»



«ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ, ΕΙΣΑΚΟΥΣΟΝ

ΤΗΣ ΚΡΑΥΓΗΣ ΜΟΥ!»

Μέ καρδιά συντετριμμένη τολμῶ καί προσεγγίζω

Τή Χάρι Συ, Χριστέ μου, καί ζητῶ τό Ἔλεός Σου.

Ἰησοῦ μου Ἐλέησον. Εὔσπλαγχνε καί Οἰκτίρμων,

εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, Κύριέ μου,Ἰησοῦ...

Δέξου, Κύριε, τή δέησί μου καί λύτρωσε, ἡμᾶς καί τόν  τόν κόσμον Σου,  πολυεύσπλαγχνε Κύριε !...

Ἐπλήθυναν, Κύριε, οἱ ἀνομίες μας καί ὑποφέρουμε. Τό βάρος τῶν θλίψεών μας, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, βαραίνει τήν ψυχή μας. Μᾶς καταπνίγουν μολυσματικές ἀσθένειες καί μᾶς φέρουν σέ ἀπόγνωσι, μᾶς ὁδηγοῦν στόν ᾏδη. Ἄκουσε, Κύριε, τούς στεναγμούς τῶν πεπεδημένων. Ἐλευθέρωσε ἀπό τά δεσμά τούς δούλους σου. Φώτισε τά σκοτάδια μας. Ὁδήγησε τά βήματά μας στό δρόμο τῆς ζωῆς. Δέξου μας καί πάλιν κοντά Σου. Μή ἐπιτρέψης νά μᾶς ἐμπαίζῃ ὁ Πονηρός. Στερέωσε τή σαλεμένη μας καρδιά ἐπί τήν πέτραν τῶν Ἐντολῶν Σου. Ἔρχου ταχύ, ὡς πῦρ καταναλίσκον, Θεέ μου, καί κάψε τά ἄχυρα τῶν ἔργων μας. Λύτρωσέ μας ἀπό τίς Παγίδες τοῦ ἐχθροῦ, πρίν μᾶς καταβροχθίσουν οἱ ἐχθροί μας, δαίμονες καί δαιμονάνθρωποι. Λυπήσου μας , Ἰησοῦ καί ἐλέησέ μας. Σύ, πού Σταυρώθηκες, γιά μᾶς, μή μᾶς ἐγκαταλείπῃς. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν εἴμαστε ἄξιοι τοῦ Ἐλέους Σου, γιατί μέ ὅλη μας τήν ὕπαρξι, μέ τήν κακή μας θέλησι, θησαυρίζουμε ὀργή ἐν ἡμέρᾳ ὀργῆς, λατρεύοντας τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Σατανᾶ τό Χρῆμα καί συνεχίζουμε τά πονηρά, τά ἔργα τῶν χειρῶν μας. Μακροθυμισε, Κύριε, καί ἀνάσυρέ μας, ἀπό τήν ἰλύν βυθοῦ, στήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ, μέ τήν κακή μας θέλησι...

Εἴμαστε δικοί Σου δοῦλοι, ἀχρεῖοι μέν, ἀλλά δοῦλοι Σου. Σέ Σένα ἁμαρτάνουμε, ἀλλά καί Ἐσένα μονάχα λατρεύουμε. Λυπήσου μας καί ἐλέησέ μας , ὅχι γιατί τό ἀξίζουμε, ἀλλά ἕνεκεν τῆς δόξης τοῦ Ὀνόματός Σου, Κύριέ μου Ἰησοῦ.

Ὁ Κορωναϊός μᾶς θερίζει καί οἱ πάμπολλοι ἠθικοί καί πνευματικοί ἱοί τῆς Παραφροσύνης μας, δηλητηριάζουν τήν ψυχή καί τή ζωή μας. Ἐσένα, Κύριε, ἔχουμε βοηθόν στίς θλίψεις μας, δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον Κανέναν. Σέ Σένα καταφεύγουμε. Δέξου, Κύριε, ὅλους ἐμᾶς εἰλικρινά μετανοιωμένους καί ἐλέησέ μας. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμᾶς, πρίν τελειωτικά χαθοῦμε. Διῶξε τούς ἀντιχρίστους ἀπό τήν αἱματοβαμμένη γῆ μας. 

Ἐλευθέρωσε τήν πονεμένη μας Πατρίδα ἀπό τούς κρυφούς καί φανερούς ἐχθρούς της. Καί ἀξίωσε ὅλους ἐμᾶς, εἰλικρινά μετανοιωμένους,  Κύριέ μου Ἰησοῦ, νά Σέ ὑμνοῦμε,  νά Σέ δοξολογοῦμε καί νά Σέ λατρεύουμε, «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», λόγῳ καί ἔργῳ, σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.




Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ «Ο ΠΑΝΑΚΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΙΑΤΡΟΣ»


ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ, ΤΑ ΒΟΤΑΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

ΕΙΝΑΙ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

 Τό Θέμα αὐτό  εἶναι πολύ μεγάλο δέν ἀναλύεται  δέν ἐξαντλεῖται, σέ μιά καί δυό ἀναρτήσεις. Ἔχουν γραφῆ ἀναρίθμητα βιβλία καί ἄλλα τόσα θά γραφοῦν στό μέλλον.  Καί πάλιν θά λέμε non finito. Σ’ αὐτή τήν Ἀνάρτησι θά θίξω ἁπλῶς τό Θέμα, θά παραθέσω μερικές σκέψεις.


Ὁ πάνσοφος Δημιουργός μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ», ὑγιεῖς καί μᾶς ὑπέδειξε τόν τρόπο, πῶς δηλαδή θά διατηρήσουμε τήν Ὑγεία μας καί φθάσουμε. μέ τή θέλησί μας, ἀπό τό· «κατ’ εἰκόνα», εἰς τό· «καθ’ ὁμοίωσιν».

Μᾶς τίμησε τόσον, ὥστε νά γίνουμε συνδημιουργοί, μᾶς  ἀξίωσε νά μποροῦμε, μέ τή θέλησί μας,  ἀπό «δυνάμει θεοί», νά γίνουμε καί «ἐνεργείᾳ θεοί». Μᾶς προεξήγγειλεν ὅτι ἡ παρακοή εἶναι ἀρρώστια καί Θάνατος καί ἡ ὑπακοή στό Νόμο Του εἶναι ζωή καί ὑγεία. Καί πράγματι ἡ Ὀρθοδοξία τῆς ζωῆς, ἡ τήρησις τῶν Ἐντολῶν εἶναι ζωή καί ὑγεία, ἐνῷ ἡ ἀνορθοδοξία τῆς ζωῆς, ἡ παράβασις τῶν Ἐντολῶν,  εἶναι ἀρρώστια, εἶναι αἵρεσις στή ζωή, εἶναι Θάνατος.

Ὁ Καρδιογνώστης,«ὁ Πανακής τῆς ἀνθρωπότητος Ἰατρός», ἐπειδή   προγνωρίζει τό εὐόλισθον, τό ὀλισθηρόν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ὄχι μόνον μᾶς παραστέκει στό κάθε μας βῆμα, «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας», κηρύσσων τό Εὐαγγέλιον τῆς Βασιλείας καί θεραπεύων πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ, ἀλλά συγχρόνως μᾶς χαρίζει τήν Ἰατρικήν Ἐπιστήμην, τούς Γιατρούς , τά βότανα καί τά φάρμακα, γιά νά θεραπεύουμε, τίς ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας, ψυχικές καί σωματικές μας ἀρρώστιες.

Ὁ Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρεύς (Παιδαγωγός Α΄κεφ.ΙΙ, ΒΕΠΕΣ  7,82,37-83,6), λέγει: «Ἔστιν οὖν ὁ παιδαγωγός ἡμῶν λόγος διά παραινέσεων θεραπευτικός τῶν παρά φύσιν τῆς ψυχῆς παθῶν. Κυρίως μέν γάρ ἡ τῶν τοῦ σώματος νοσημάτων βοήθεια ἰατρική καλεῖται, τέχνη ἀνθρωπίνη σοφίᾳ διδακτή. Λόγος δέ πατρικός μόνος ἐστίν ἀνθρωπίνων ἰατρός ἀρρωστημάτων παιώνιος (θεραπευτικός) καί ἐπῳδός ἅγιος (λόγος πού ἐπαναλαμβάνεται) νοσούσης ψυχῆς. «Σῶσον τόν δοῦλον σου», φησίν, «ὁ Θεός μου, τόν ἐλπίζοντα ἐπί σοί· ἐλέησόν με ,Κύριε, ὅτι πρό Σέ κεκράξομαι ὅλην τήν ἡμέραν»(Ψαλμ. 85, 2-3).«Ἰατρική μέν γάρ», κατά Δημόκριτον, «σώματος νόσους ἀκέεται (θεραπεύει), σοφίη δέ ψυχήν παθῶν ἀφαιρεῖται (ἀπομακρύνει τήν ψυχή ἀπό τά πάθη)·» ὁ δέ ἀγαθός παιδαγωγός, ἡ σοφία, ὁ λόγος τοῦ πατρός, ὁ δημιουργήσας τόν ἄνθρωπον, ὅλου κήδεται τοῦ πλάσματος (ὁ Χριστός φροντίζει καί γιατρεύει ὁλόκληρον τόν ἄνθρωπον) καί σῶμα καί ψυχήν ἀκεῖται αὐτοῦ(θεραπεύει αὐτόν) ὁ πανακής τῆς ἀνθρωπότητος ἰατρός».


Ὁ Σοφός Σειράχ μᾶς συνιστᾶ καί μᾶς λέγει: «Τίμα τόν Ἰατρόν, διότι τόν ἔχεις ἀνάγκη. Νά τιμᾶς τό Γιατρό μέ τίς τιμές πού ἁρμόζουν σ’ αὐτόν, διότι ὁ Κύριος ἔκαμε καί αὐτόν. Ἐπειδή δέ ἀπό τόν Ὕψιστον προέρχεται ἡ διά τοῦ ἰατροῦ θεραπεία ὅλοι ὀφείλουμε νά τιμῶμεν τόν ἰατρόν ἀκόμη καί ὁ βασιλιᾶς. Ἡ ἐπιτυχής ἰατρική ἐπιστήμη ἀναδεικνύει τό Γιατρό μπροστά σέ ὅλους (πρβλ. Σ. Σειρ. 38,1-3). Τιμῶντες τόν καλό γιατρό, τιμῶμεν τόν Θεόν, πού ἔδωκε τήν ἰατρικήν ἐπιστήμην.

Ἴσως ἰσχυρισθεῖ κανείς ὅτι ὑπάρχουν Ἰατροί πού δέν τιμοῦν τόν Ὅρκον τους καί ἐκμεταλεύονται τό φόβο τῶν ἀσθενῶν, μεταβάλλουν τό θεραπευτικό τους λειτούργημα, σέ αἰσχροκερδές ἐπάγγελμα. Ἴσως νά συμβαίνει καί αὐτό.

Ἀλλά ἐμεῖς πιστεύομεν ὅτι οἱ περισσότεροι Γιατροί μας εἶναι Θεοσεβεῖς, τρυφεροί καί θυσιάζονται στήν ἐκτέλεσι τῆς ἀποστολῆς τους, στήν ἐκτέλεσι τοῦ λειτουργήματός τους καί ἀξίζουν κάθε τιμῆς καί σεβασμοῦ. Καί ὅλοι ὀφείλουμε νά ἀκολουθοῦμε πιστά τίς Ὁδηγίες τους καί νά εὐχαριστοῦμε τό Θεό, γιά τό δῶρον Του. Ἐπίσης ὁ Κύριος διέταξε νά ἐξέρχωνται φάρμακα ἐκ τῆς γῆς. Καί ὁ φρόνιμος ἄνθρωπος δέν τά ἀποστρέφεται. Ὀφείλουμε ὅλοι νά κάνουμε καλή χρῆσι τῶν βοτάνων καί τῶν φαρμάκων σέ συνεννόησι μέ τό Γιατρό μας καί νά δοξάζουμε τό Θεό, διότι Αὐτός ὁ Κύριος ἔδωκε εἰς τούς ἀνθρώπους τήν ἰατρικήν Ἐπιστήμην, γιά νά δοξάζωνται οἱ Γιατροί διά τῶν θαυματουργικῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ. Δι’ αὐτῶν, Θεός θεραπεύει τόν πόνο καί ἀφαιρεῖ τίς ἐνοχλήσεις τοῦ ἀσθενοῦς. Τοῦ Θεοῦ εἶναι καί ὁ Φαρμακοποιός (ὁ μυρεψός), κατασκευάζει, ἐπεξεργάζεται τά ἐκ τῆς γῆς προερχόμενα φάρμακα καί εξευρίσκει ἀτέλειωτη σειρά συνθέσεων, ὥστε νά ἔρχεται ἡ θεραπεία ἀπό τά φάρμακά του σέ ὅλους τούς ἀσθενεῖς(παρβλ. Σ. Σειράχ 38, 4-8). Τονίζω ἐδῶ τή σύστασι τοῦ σοφοῦ Σειράχ, διότι πολλοί μωροζηλωταί ἰσχυρίζονται ὅτι πιστεύουν στό Θεό καί θά τούς σώση καί ἔτσι ἐκπειράζουν Κύριον τόν Θεόν, ἀγνοοῦντες ὅτι οἱ Γιατροί, οἱ Φαρμακοποιοί, τά βότανα καί τά φάρμακα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἀγνοοῦν ἐπίσης ὅτι «τά ἀδύνατα παρά ἀνθρώποις, δυνατά ἐστί παρά τῷ Θεῷ». Ἑμεῖς πιστεύουμε στό Θεό καί ὅτι οἱ καλοί Γιατροί σέβονται τόν Ὅρκο τους καί τό λειτούργημά τους καί ὅτι εἶναι δῶρον Θεοῦ σέ ὅλους μας καί τούς ὀφείλουμε σεβασμό καί ὑπακοή στίς Ὁδηγίες τους, γιά τό καλό τῆς Ὑγείας μας καί πρός δόξαν Θεοῦ.

Ἡ σύστασις Σέ ὅλους νά κάνουμε τά ἀνθρωπίνως δυνατά, δέν ἀναιρεῖ τήν ἀδιάλειπτη Προσευχή μας στόν «πανακῆ τῆς ἀνθρωπότητος Ἰατρόν». Καί ὁ Σοφός Σειράχ μᾶς συνιστᾶ συγχρόνως, μέ τήν τήρησι τῶν ἀνωτέρω συμβουλῶν του, ὅταν ἀσθενήσουμε, νά παρακαλοῦμε τόν Κύριον καί Αὐτός θά μᾶς θεραπεύσῃ: «Τέκνον, ἐν ἀρρωστήμασί σου μή παράβλεπε, ἀλλ’ εὔξαι Κυρίῳ, καί αὐτός ἰάσεταί σε. Ἀπομάκρυνε τήν ψυχή σου ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἔχε καθαρά τά χέρια σου ἀπό κάθε ἀδικία, καθάρισε τήν καρδιά σου ἀπό κάθε ἁμαρτία. Προσευχήσου στό Θεό καί ἄς εἶναι ἡ προσευχή σου ὡς θυμίαμα εὔοσμον ἐνώπιόν Του καί ἐπί πλέον παραχώρησε στό Γιατρό ἐλευθέραν τήν εἴσοδον  στό σπίτι σου, διότι ὁ Θεός τόν ἔκαμε καί αὐτόν. Ἄς μήν ἀπομακρύνεται ἀπό σένα, διότι εἶναι ἀπαραίτητος. Πολλές φορές τό καλόν, ἐπιτυγχάνεται ἀπό τά χέρια τῶν Γιατρῶν. Διότι καί αὐτοί προσεύχονται πρός τόν Κύριον καί δι’ αὐτῶν θά ἐπιτευχθῇ ἐλάφρυνσις τῆς νόσου ἤ θεραπεία πρός εὐημερίαν καί συνέχισιν τῆς ζωῆς τοῦ ἀσθενοῦς. Γνώριζε ἀκόμη καί τοῦτο: Ἐκεῖνοςπού ἁμαρτάνει ἐνώπιον τοῦ Πλάστου του, θά πέσῃ στά χέρια τοῦ Γιατροῦ» (πρβλ. Σοφ. Σειράχ 38, 9-15). ὅτι «τά ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἀσθένειες καί θάνατος».

Θά πρέπει νά σημειώσω ἐδῶ ὅτι εἶναι ἀστόχαστες ἐκείνων τῶν  ἄμυαλων ἀπίστων οἱ κραυγές, πού ἰσχυρίζονται ὅτι κινδυνεύουμε  μέσα στό Ναό, κατά τή θεία λατρεία. Εἷναι λάθος νά κλείνουμε τίς Ἐκκλησίες μας. Ὅταν, σέ περιόδους πανδημίας, καί μέσα στό Ναό, τηροῦμε τά μέτρα προστασίας, δέν κινδυνεύουμε, τό ἀντίθετον συμβαίνει, παίρνουμε δύναμι καί Χάρι νά προστατεύουμε τόν ἑαυτό μας καί τούς ἄλλους. Καί κάτι ἀκόμη. Τί ἀνοησία εἶναι νά τολμοῦν μερικοί «ἰδιῶτες» νά ἰσχυρίζονται ὅτι κινδυνεύουν οἱ πιστοί νά μολυνθοῦν, μέ τή Θεία Κοινωνία, ἀπό τό κοινόν Ποτήριον.

Δέν βρίσκω λόγια νά περιγράψω τό μέγεθος τῆς ὕβρεως καί τό μέγεθος τῆς ἰδιωτείας αὐτῶν τῶν ἄμυαλων!... Εἶναι τρελλοί οἱ ἄνθρωποι;...

Οἱ πιστοί στό Θεό, προσέρχονται καί κοινωνοῦν τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, εἰς ἴασιν ψυχῆς τε καί σώματος. Ἔρχονται ἄρρωστοι καί γίνονται καλά. Μετέχουν στό Μυστήριον τῆς Ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Καί ὅποιος προσέρχεται μέ Πίστι στό Θεό, μετά φόβου Θεοῦ Πίστεως καί ἀγάπης καί, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ,  καί κοινωνεῖ, κοινωνεῖ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί γίνεται σύσσωμος καί σύναιμος μέ τόν Χριστόν. Γίνεται Θεοφόρος καί Χριστοφόρος καί Πνευματοφόρος. Κοινωνεῖ εἰς ὑγείαν ψυχῆς τε καί σώματος, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον, διότι λαμβάνει τό Φάρμακον τῆς ἀθανασίας, τό ἀντίδοτον τοῦ μή ἀποθανεῖν. Γίνεται, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ ἱκανός τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί κανείς θανατηφόρος ἰός ἤ Κορωναϊός καί γενικά κανένα κακό δέν μπορεῖ νά τόν βλάψῃ. Διά τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί τῆς Θείας Κοινωνίας γίνεται ἡ ψυχή τοῦ Πιστοῦ κατοικητήριον καί Θρόνος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ὄντως ὁ Μόνος πανακής ἰατρός τῆς ἀνθρωπότητος.


Ἐμπρός , λοιπόν, χωρίς φόβον, ἄς ἀνοίξουμε τίς Ἐκκλησίες μας. Καί μετά φοβου Θεοῦ Πίστεως καί ἀγάπης ἄς προσερχώμεθα στή Θεία Κοινωνία, γιά νά  ἔχουμε σίγουρη τήν Ὑγεία τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος.

Ἀγαπητά μου Παιδιά, δέν θά σᾶς κουράσω ἄλλο. Γιά νά διώξετε μέσα ἀπό τήν ψυχή σας κάθε ἀνόητο φόβο, θά σᾶς ἀναφέρω σάν παράδειγμα τόν ἑαυτό μου. Ἑξήκοντα καί ἕνα(61) Ἔτη, μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἀναξιότητός μου, «ὅτι οὐδείς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καί ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἤ προσεγγίζειν, ἤ λειτουργεῖν τῷ Βασιλεῖ τῆς Δόξης», μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ,  λειτουργῶ ἀνελειπῶς. Ἐκοινώνησα ἀπό τό κοινόν Ποτήριον ἀμέτρητους Πιστούς μεταξύ τῶν ὁποίων Κοινώνησα καί πολλούς ἀσθενεῖς ἀπό ἀνίατες μάλιστα ἀσθένειες καί στό τέλος κάθε λειτουργίας κοινωνοῦσα καί κοινωνῶ πάντοτε ὅ,τι ἀπομένει στό ἅγιον Δισκοπότηρον. Καί ποτέ δέν ἔπαθα τίποτε. Ἀντίθετα ἡ Θεία Κοινωνία μέ τρέφει καί μέ διαφυλάσσει, δόξα τῷ Θεῷ, ὑγιῆ. Παιδιά μου, μήν ἀκοῦτε, λοιπόν, τίς ἀστόχαστες κραυγές τῶν ἄμυαλων ἀπίστων. Ἀνοῖξτε τήν καρδιά σας στό Χριστό καί ἀδιαλείπτως ἄς τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς ἀξιώνῃ νά κοινωνοῦμε, μέ φόβο Θεοῦ, τό ἄχραντον σῶμα Του καί τό Τίμιον αἷμα Του, ὑμνοῦντες καί εὐλογοῦντες Αὐτόν καί τώρα καί πάντοτε καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.