Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2020

ΞΕΝΤΥΘΗΚΕ ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΑΦΘΑΡΣΙΑΣ




ΚΑΙ ΝΤΥΘΗΚΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗ ΦΘΟΡΑ

ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ



Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ» (Γενέσ. α΄ 26-28), μικρόν Θεόν, μικρόν δημιουργόν. Τοῦ χάρισε τόν νοῦν, γιά νά διακρίνῃ τό Καλόν ἀπό τό Κακόν, καί ἐλευθερίαν, γιά νά μπορῇ νά ἐκλέγῃ καί νά εἶναι ὑπεύθυνος τῆς ἐκλογῆς Του. Τόν προίκισε, δηλαδή, μέ τό δυνατόν τοῦ ἀποθανεῖν, καί μέ τό δυνατόν  τοῦ μή ἀποθανεῖν.

Πανάγαθος τοποθέτησε τόν ἄνθρωπον στόν Παράδεισον τῆς τρυφῆς «ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν»(Γενέσ. β΄ 15). Ὡς φιλάνθρωπος καί στοργικός Πατέρας, ὁ Θεός προσφέρει στά πλάσματά Του «Ὕλην εἰς αὐτεξούσιον» τήν Ἐντολήν: «Ἀπό παντός  ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ. Ἀπό δέ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλόν καί πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ’ αὐτοῦ· ᾗ δ’ ἄν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ’ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γενέσ. β΄ 16-17).
Συμβουλεύει δέ ὁ Πάνσοφος καί Φιλάνθρωπος, ὡς στοργικός Πατέρας, τά πλάσματά Του, «ἐργάζεσθαι αὐτόν (τόν Παράδεισον) καί φυλάσσειν». Τό «φυλάσσειν» εἶναι προειδοποίησις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ συνιστᾶ νά προσέχῃ καί νά ἐργάζεται, γιά νά φυλάσσῃ τά κάλλη τοῦ παραδείσου, διότι ὑπάρχει κίνδυνος ἀπωλείας. Ὑπάρχει κίνδυνος νά χάσῃ τόν Παράδεισο, ἀπό κακή χρῆσι του νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας.
Ἡ ἐργασία τοῦ ἀνθρώπου, στόν Παράδεισο συνίσταται εἰς τήν τήρησι τῆς Ἐντολῆς. Τό «φυλάσσειν» σημαίνει τήρησι τῆς Ἐντολῆς. Ὑπακοή.
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός θέτει ὅρους ἐπιστροφῆς καί ἐπανακτήσεως τοῦ Παραδείσου τήν τήρησιν τῶν Ἐντολῶν τῆς ἀγάπης. Προτάσσει δέ τήν ἀμνησικακίαν, τήν νηστείαν καί τήν ἐλεημοσύνην(Ματθ.στ΄14-21).
 Μέ τήν τήρησι τῶν Ἐντολῶν αὐτῶν εἰσέρχεται καί πάλιν εἰς τόν Παράδεισον «ἐργάζεσθαι αὐτόν καί φυλάσσειν».

Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπον χοῦν ἀπό τῆς γῆς καί «ἐνεφύσησεν εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς (καί «διά τοῦ θείου αὐτοῦ ἐμφυσήματος »), ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχήν ζῶσαν» (Γενές. β΄7). Συνεπῶς, μέ τήν ψυχή του εἶναι ὅμοιος μέ τόν Θεόν, δηλαδή ἔχει τή δύναμι, μέ τόν νοῦν του νά γνωρίζῃ τόν Θεόν, μέ τήν καρδιά καί τή θέλησί του νά λατρεύῃ τόν Δημιουργόν του καί νά τόν εὐγνωμονῇ γιά τήν τιμήν καί τήν ἀξίαν, πού τοῦ ἔδωσε,  καί μέ τήν ἀθάνατη ψυχή του, δύναται νά γίνῃ μέτοχος τῆς μακαριότητος τοῦ Θεοῦ.


Ὁ ἄνθρωπος ὅμως «ἐν τιμῇ ὤν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καί ὡμοιώθη αὐτῆς» (Ψαλμ. 48, 13, 21). Δέν κατενόησε ὁ δυστυχής τήν τιμήν καί τήν ἀξίαν πού τοῦ χάρισε ὁ Θεός, ὁ Ὁποῖος τόν ἔπλασε κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Αὐτοῦ. Ἔκανε κακή χρῆσι τοῦ νοῦ καί τῆς ἐλευθερίας του. Δέν ἄκουσε τήν Πατρική συμβουλή, νά τηρήσῃ τήν Ἐντολήν καί νά γίνῃ ἀθάνατος. Αὐτός παρέβη τήν Ἐντολήν, ἐξίσωσε τόν ἑαυτόν του, λέγει ὁ Δαυῒδ, μέ τά ἀνόητα κτήνη, πού δέν ἔχουν νοῦν καί λογικόν, ἐξισώθη μέ τά ἄλογα κτήνη καί ἔγινε ὅμοιος μέ αὐτά. Καί αὐτή ἡ ἀνόητος παραβατική συμπεριφορά, δυστυχῶς, χαρακτηρίζει τή ζωή ὅλων μας. Δέν κατανοοῦμε τή τιμήν μέ τήν ὁποίαν μᾶς τιμᾷ ὁ Θεός, καί χάνουμε τήν θέσι μας κοντά στό Θεό. Χάνουμε τή Χάρι Του καί βυθιζόμαστε στό βυθό τοῦ ᾏδου. Ὅπως ἀκριβῶς ὁ πρωτόπλαστος. Δέν τήρησε τήν Ἐντολήν τῆς Ἀγάπης, καί, διά τῆς παρακοῆς, ξεντύθηκε τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ντύθηκε τή φθορά καί τό Θάνατο. Δέν ἐργάσθηκε, γιά νά φυλάξῃ τόν Παράδεισο τῆς Ἐδέμ καί ἔχασε τόν Παράδεισο. Ἔχασε τήν ἡτοιμασμένην δι' αὐτόν Βασιλείαν ἀπό καταβολῆς κόσμου.


Καί τί εἶναι ὁ Παράδεισος; Εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Θεός, ἡ μυστική , ἡ πνευματική σχέσις,  κοινωνία καί ἕνωσις μέ τόν Θεόν. Εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη συνομιλία μέ τόν Οὐράνιον Πατέρα εἰς μακρότητα ἡμερῶν. Παράδεισος εἶναι ἡ ἀδιατάρακτος καί αἰώνιος, διά θέας, ἀπόλαυσις τοῦ ἀπείρου κάλλους τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου. Παράδεισος εἶναι νά στεριώσουμε, μέ τή θέλησί μας στή θέσι, πού μᾶς ἔταξεν ὁ Θεός, νά σταθῇ δηλαδή, κάθε πιστός ἄνθρωπος, μέ καθαρή καρδιά, «ἐνώπιος ἐνωπίῳ» καί νά συνομιλῇ αἰωνίως μέ τόν Τριαδικόν Θεόν, ὅπως συνομιλεῖ ὁ φίλος μέ τόν φίλον του, «ὡς εἴ τις λαλήσει πρός τόν ἑαυτοῦ φίλον» (Ἔξοδ.  33,11).


Σέ  αὐτή τή θέσι  μᾶς τάσσει ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, διότι «ὁ Θεός πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄Τιμόθ. β΄4).
Παράδεισος  εἶν’ ὁ Χριστός. Καί ἡ ἕνωσίς μας μαζί Του, πραγματοποιεῖται, διά τῆς τηρήσεως τῶν Ἐντολῶν, διά τῆς ὑπακοῆς. Ἡ ὑπακοή εἶναι ἀπόδειξις τῆς εὐγνωμοσύνης καί τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Δημιουργόν του. Διά τῆς ὑπακοῆς πλουτοῦμε εἰς Θεόν, θησαυρίζουμε θησαυρούς ἐν οὐρανῷ.
«Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄16) Ὁ ἄνθρωπος μένει ἐν τῇ ἀγάπῃ, διά τῆς ὑπακοῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀγάπης μας στό Θεό. Ἡ ὑπακοή εἶναι ἡ Ὁδός τῆς ζωῆς, πού μᾶς ὁδηγεῖ πρός τόν Πατέρα.
ἀμνησικακία, εἶναι ὐπακοή στήν Ἐντολήν νά συγχωρούμε μέ τήν καρδιά μας ὁ ἕνας τόν ἄλλον, γιά νά συγχωρήσῃ καί ὁ Θεός τά δικά μας παραπτώματα.
Ἡ εὐπρόσδεκτη ἀπό τό Θεό ἀληθινή νηστεία ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν καί δέν γίνεται πρός τό θεαθῆναι, ἀλλά ἐν τῷ κρυπτῷ, εἶναι ἡ μίμησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καί συνοδεύεται πάντοτε ἀπό τήν Ἐλεημοσύνην, εἶναι οἱ ἀπαραίτητοι Ὅροι, γιά νά φυλάξουμε τόν Παράδεισο. Εἶναι ἡ ἀγάπη στήν πρᾶξι.
Ὁ Χριστός, ἡ ἐνσάρκωσις τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ,γιά τόν ἄνθρωπο, ἔγινε ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δέ Σταυροῦ. Ὑπόδειγμα, τύπος καί ὑπογραμμός ὑπακοῆς πρός τόν Πατέρα, γιά  νά ἀκολουθήσουμε τά ματωμένα Χνάρια Του, νά ἐπανακτήσουμε τόν Παράδεισο, τήν ἕνωσί μας μέ τόν Οὐράνιον πατέρα καί νά μένουμε ἐν τῇ ἀγάπῃ,  ἐν τῷ Θεῷ, καί ὁ Θεός ἐν ἡμῖν.


Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι χάνουμε τόν Παράδεισο, χάνουμε τή ζωή, βυθιζόμαστε εἰς «ἰλύν βυθοῦ», βυθιζόμαστε στό Βόρβορο τῆς Ὕλης. Ἀρνούμαστε τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν, τήν Πηγήν τοῦ Ζῶντος ὕδατος, καί λατρεύουμε τό Βόρβορο, τό Διάβολο, τό Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα. Ἡ παρακοή στό Νόμο τῆς γνήσιας Ἀγάπης, μᾶς ὁδηγεῖ στό Θάνατο, μᾶς χωρίζει ἀπό τό Θεό καί μεταξύ μας καί μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἔσχατη ἐξαθλίωσι. Ἡ ὑπακοή μᾶς συμφιλιώνει μέ τόν Θεόν, μᾶς ἐπανεισάγει εἰς τόν Παράδεισο.
Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε καλά ὅτι μέ τήν Παραβατική, τήν προβληματική μας συμπεριφορά, διά τῆς παρακοῆς τῆς Ἐντολῆς τῆς Ἀγάπης, ὁδηγούμαστε ὁλοταχῶς πρός τήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης. Ἀποβάλλουμε τό ἔνδυμα τῆς ἀφθαρσίας καί ντυνόμαστε τό ἔνδυμα τῆς φθορᾶς καί τοῦ Θανάτου.
Εἷναι ἀνάγκη τῆς ψυχῆς μας νά ξεντυθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον με τίς αἰσχρές του πράξεις (Κολοσ. γ΄ 9)  καί νά ἐνδυθοῦμε τήν  ἀφθαρσίαν καί τήν ἀθανασίαν (Α΄ Κορινθ. ιε΄ 53-54), νά ἐνδυθοῦμε τόν νέον, τόν καινόν ἄνθρωπον, τόν Χριστόν (Γαλάτ.γ΄27.Κολος. γ΄10) καί νά ζοῦμε «εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ», νά περιπατοῦμε ἐν ἀγάπῃ, ὅπως Χριστός, καί νἆναι ἡ ψυχή καί ἡ ζωή μας Παράδεισος.
 Ὁ Χριστός ἔρχεται κοντά μας, γιά νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «ἰλύν βυθοῦ», νά μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό τήν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος, νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «εἰς ζωῆς πηγάς ὑδάτων» καί νά μᾶς ἐπανεισάγῃ εἰς τόν Παράδεισο, νά κάνῃ τήν ψυχή καί ζωή μας παράδεισο. Ἔρχεται καί μᾶς συμφιλιώνει καί  μᾶς ἑνώνει μέ τόν Οὐράνιον Πατέρα, μέ τό πανάγιον Αἷμα Του καί, εἰλικρινά μετανοιωμένους, μᾶς ἐνδύει μέ τήν πρώτην στολήν καί  μᾶς ὑψώνει, μᾶς δοξάζει καί  μᾶς στήνει μαζί Του εἰς τά δεξιά τοῦ Θεοῦ καί Πατρός.



Εἷναι καιρός νά καταλάβουμε καλά ὅτι τό μονο, πού μᾶς ἀπομένει εἶναι ὁ Χριστός, πού σταυρώθηκε γιά μᾶς. Αὐτός καί μόνο Αὐτός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας, Αὐτός εἶναι ἡ μόνη μας παρηγοριά, ἡ μόνη μας ἐλπίδα, τό Φρούριόν μας, τό μόνον ἀσφαλές καταφύγιον. Ἐκτός ἀπό Αὐτόν δέν ἔχουμε καί δέν θέλουμε νά ἔχουμε ἄλλον κανέναν. Αὐτός γιά μᾶς εἶναι τό Ὑπέρτατον Ἀγαθόν, ἡ Αὐτοαλήθεια, ἡ Αὐτοζωή, ὁ Θησαυρός τῶν Θησαυρῶν. Αὐτός,  ὁ Πάντων Ἐπέκεινα καί ὁ Πανταχοῦ Παρών, εἶναι ὁ Παράδεισός μας. 


Αὐτός δίνει νόημα καί περιεχόμενον στή ζωή μας. Ἄν ὑπάρχουμε, ὑπάρχουμε χάρις Σέ Αὐτόν. Καί εἶναι πλέον ἤ  βέβαιον ὅτι «ἐν αὐτῷ γάρ ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν» (Πράξ. ιζ΄28) καί εἶναι καιρός νά καταλάβουμε καλά ὅτι ὀφείλουμε νά εὐγνωμονοῦμε καί νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεόν, μέ πράξεις ἀγάπης πρός τόν πλησίον, διότι ὁ Κύριός μας εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις τῆς Ἀγάπης.


Ὁ Χριστός ἀπέθανε καί ἀνέστη, γιά νά μάθουμε και’ ἐμεῖς νά ζοῦμε καί νά πεθαίνουμε γι’ Αὐτόν καί γιά τούς ἐλαχίστους ἀδελφούς Του. Καί ὅπως Αὐτός, ἔτσι κι’ ἐμεῖς, ὀφείλουμε νά προσφέρουμε στό Θεό τόν ἑαυτόν μας, γιά τούς συνανθρώπους μας. Μόνον ἔτσι θά μπορέσουμε νά φυλάξουμε τόν Παράδεισο. Μόνον ἔτσι, ὡς κλήματα ἑνωμένα μέ τήν ἄμπελον τήν ἀληθινήν, θά φέρουμε καρπόν πολύν.
Ἄς παρακαλέσουμε, λοιπόν, τόν Κύριον νά μᾶς ἀξιώσῃ νά διαφυλάξουμε τόν Παράδεισο. Νά διαφυλάξουμε τό ἔνδυμα ἀπό βύσσινον λαμπρόν καθαρόν, πού μᾶς χάρισε, μέ τή Θυσία Του. Νά μᾶς ἀξιώσῃ νά εἴμαστε πάντοτε, μέ τή γνήσια ἀγάπη, ἑνωμένοι μαζί Του καί, ἀσιγήτως,  νά Τόν ὑμνοῦμε καί νά Τόν δοξάζουμε, διότι Σ’ Αὐτόν καί Μόνον Σ’Αὐτόν, σύν τῷ πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ἀνήκει ἡ τιμή, ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

200 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙ ΤΟΥ 1821





ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ

ΠΑΡΑΧΑΡΑΞΕΩΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Μέ μοναδικά ὅπλα τήν Πίστι στό Χριστό, τήν ἀγάπη στήν Πατρίδα, τήν ἑλληνική Λεβεντιά, τό ἑλληνικό φιλότιμο, οἱ Πατέρες μας ἀποτίναξαν τόν ἐπάρατο, ἀπάνθρωπο καί ἐπαίσχυντο Τουρκικό ζυγό καί μᾶς χάρισαν τήν ἐλευθερία.

«Ἄργειε  νἄρθη ἐκείνη ἡ μέρα
    Καί ἦταν ὅλα σιωπηλά,
     Γιατί τἄσκιαζε ἡ φοβέρα
  Καί τά πλάκωνε ἡ σκλαβιά».

Ἐπί τέλους ὅμως ἡ Ἐκκλησία μας , μέ τούς πτωχούς παπάδες της, ξύπνησε τούς σκλαβωμένους καί ἑνωμένοι σέ μιά ψυχή, Κλῆρος καί Λαός, πολέμησαν καί θριάμβευσαν κατά τῆς Τυραννίας. Λυτρώθηκαν ἀπό τήν ντροπή καί τήν ἀτίμωσι, πού 400 χρόνια ὑπέφεραν κάτω ἀπό τό πέλμα ἑνός βρωμεροῦ, βάρβαρου Λαοῦ, πού δέν ἦσαν ἄνθρωποι, καί ποτέ δέν πρόκειται νά γίνουν ἄνθρωποι.



Οἱ  Παπάδες καί οἱ Καλόγεροι ἔλιωσαν τά καντύλια καί τά δισκοπότηρα καί τά ἀφιερώματα  τῶν εἰκόνων, καί τά ἔκαναν βόλια, γιά τόν ἀγῶνα. Καί τώρα τά κρυφά Σκολειά μετατράπηκαν σέ νοσοκομεῖα καί περιέθαλπαν τούς λαβωμένους ἥρωες. Μέ πρωτοπόρους στόν ἀγῶνα τούς Παπάδες, οἱ Ἥρωες Πατέρες μας πολέμησαν καί ἔχυσαν τό Αἷμα τους
«Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία
Καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερίαν».




 Στό Μοναστῆρι τῆς Ἁγίας Λαύρας, ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός ὕψωσε τό Λάβαρο τῆς Ἐπαναστάσεως, τό Λάβαρο τῆς Ἁγίας Λαύρας,  καί κήρυξε τήν Ἐπανάστασι, καί οἱ Ἕλληνες  συνέτριψαν τούς ὑπεναντίους. Ξύπνησαν οἱ σκλαβωμένοι. Ἑνώθηκαν σέ μιά ψυχή καί τά ἔδωσαν ὅλα γιά τή λευτεριά τῆς Πατρίδος, γιά τήν Πίστι τους στό Χριστό,  γιά τήν Πατρίδα καί τήν  Οἰκογένειά τους.



   Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας
Πέρασαν 200 χρόνια ἀπό τότε καί, μετά λύπης, διαπιστώνουμε ὅτι, ἀντί νά ἐκφράζουμε εἰλικρινά τήν Εὐγνωμοσύνη μας σ’ αὐτούς, πού ἔπεσαν γιά τήν τιμή καί Λευτεριά τῆς Πατρίδος, ἐπιτρέπουμε σέ μιά χοῦφτα Παράφρονες, νά παραχαράττουν, νά διαστρεβλώνουν τήν ἔνδοξη Ἱστορία τῆς Ρωμιοσύνης  καί νά προσπαθοῦν νά μᾶς κόψουν τίς ρίζες.
Μέ πόνον ψυχῆς σᾶς παρακαλῶ, νά προσέξετε ὅλοι οἱ γνήσιοι Ἕλληνες Πατριῶτες. Δέν πρέπει νά ἀποκοποῦμε ἀπό τίς ρίζες μας, ἀπό τήν ἔνδοξη Ἱστορία μας, ἀπό τήν Πίστι μας στό Χριστό καί ἀπό τίς αἰώνιες Ἀξίες μας. Δέν πρέπει ποτέ νά ξεχνᾶμε ὅτι «Λαός χωρίς ἱστορική μνήμη, εἶναι Λαός  καταδικασμένος νά χαθῇ στήν Ἱστορία».
Ἔχουμε ΧΡΕΟΣ νά κρατᾶμε ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ὅπως λέει ὁ Ἐθνικός μας ποιητής,
 «πάντ’ ἀνοιχτά, πάντ’ ἄγρυπνα
τά μάτια τῆς ψυχῆς μας».
Διότι, δυστυχῶς, ὅπως γράφει ὁ Μακρυγιάννης:
«Καί λευτερωθήκαμεν ἀπό τούς Τούρκους καί σκλαβωθήκαμεν εἰς ἀνθρώπους κακορίζικους, πού ἦταν (καί εἶναι) ἡ ἀκαθαρσία τῆς Εὐρώπης».
Εἶναι δέ ἀποκαρδιωτικό τό φαινόμενον ὅτι οἱ  ὀλίγοι Παράφρονες Γραικύλοι, χωρίς ντροπή, ἀνοίγουν τῆς Πύλες τῆς Πατρίδος μας, ἀφήνουν ἀφύλακτα τά Σύνορα τῆς Πατρίδος μας καί εἰσρέουν μογγολικές ὀρδές, ὀρδές βαρβάρων λαθροεισβολέων, πού κρύπτονται πίσω ἀπό ἐλαχίστους, δυστυχεῖς, ξεριζωμένους Πρόσφυγες. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπό τούς λαθροεισβολεῖς εἶναι πληρωμένοι καταδρομεῖς (commando),πού εἰσέρχονται μέ σκοπό νά κάψουν, νά κλέψουν, νά ληστέψουν, νά ρημάξουν τόν ἱερό μας Τόπο, νά μᾶς διαλύσουν. Εἶναι λύκοι βαρεῖς, λύκοι ἅρπαγες, μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Καί πολύ δυσάρεστον εἶναι ὅτι οἱ ἁρμόδιοι δέν θέλουν νά καταλάβουν τόν κίνδυνον, πού διατρέχει ἡ Πατρίδα μας ἀπό ὅλους αὐτούς, πού ἐκτός ἀπό τίς μολυσματικές ἀρρώστιες πού μεταφέρουν, ἐγκληματοῦν σέ βάρος μας μέ κάθε τρόπο, καί ὄχι μόνον τούς δέχονται, ἀλλά καί τούς πληρώνουν καί ὀνομάζουν,  αὐτούς του καταδρομεῖς, ἀσυνόδευτα παιδιά. Εἶναι ἀσυνόδευτα παιδιά οἱ εἰκοσάρηδες καί τριανταπεντάρηδες; Τί κρύβεται κάτω ἀπό τό πρόβλημα τῶν λαθροεισβολέων; Σίγουρα  « latet anguis in herba».
Κατάντησε ἡ Πατρίδα μας barca senza temone.
Ἡ μυρωμένη κι’ ἀπό τό Θεό εὐλογημένη γῆ μας,
Στό Χρέος βουτυγμένη ἤ ξεπουλημένη, στενάζει
κάτω ἀπό τό ἄγριο πέλμα ἀθέων λαθροεισβολέων.
Τά ἅγια Χώματα τῆς Πατρίδος μας, ποτισμένα
μέ τό Αἷμα τῶν προγόνων μας, ἐκείνων πού ἔπεσαν, «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστι τήν Ἁγία 
καί γιά τῆς Πατρίδος τήν ἐλευθερία», μολύνονται
καί ἀπό τούς ἁρμοδίους, ὄχι μόνον κανείς δέν διαμαρτύρεται, ἀλλά ἀντίθετα, κατηγοροῦνται οἱ Πατριῶτες, ὡς ρατσιστές, γιατί ὑπερασπίζονται «τά ὅσια καί τά ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης».


Ὁ Ἑορτασμός τῶν 200 χρόνων ἀπό τήν Ἐπανάστασι τοῦ 1821 εἶναι εὐκαιρία ἀνακαίνισις, ἀναβαπτισμοῦ ὅλων μας στά νάματα τῆς Ρωμιοσύνης.
Σημειωτέον ὅτι δέν νοεῖται τό Λογότυπο τῆς πιο σημαντικῆς Ἐθνικῆς Ἐπετείου, χωρίς νά περιέχει τό Ἐθνικό σύμβολον, τή Γλανόλευκη μέ τόν Τίμιον Σταυρόν(Σύμβολον τῆς Ὀρθοδοξίας).
Τό ὑπόδουλο Γένος ἑνώθηκε γύρω ἀπό τό ἱερό αὐτό σύμβολο καί,
μέ  Πίστι στό Χριστό
κι’ Ἀγάπη στήν πατρίδα
ἑνωμένο πάλεψε καί,
ὄντως,  θριάμβευσε 
κατά τῶν ἀντιχρίστων
Οἱ 9 ὁριζόντιες γραμμές  τοῦ ἐθνικοῦ μας συμβόλου,
 εἶναι ὅσες καί οἱ συλλαβές τοῦ συνθήματος :
«Ἐλ-ευ-θε-ρί-α ἤ θά-να-τος ».
Εἶναι καιρός νά ἑνωθοῦμε ὅλοι οἱ Ἕλληνες κάτω ἀπό 

τήν Γαλανόλευκη, μέ τόν τόν Τίμιον Σταυρόν καί, ἑνωμένοι  νά ψάξουμε νά βροῦμε καί νά σκοτώσουμε τόν Ὄφι, πού φωλιάζει μέσα μας καί κατατρώγει τά σωθικά μας καί μᾶς θανατώνει, σάν Ἔθνος. Νά ἑνωθοῦμε,  σέ μιά ψυχή, νά διώξουμε ἀπό ἀνάμεά μας τή διχόνοια. Νά διώξουμε τούς βαρεῖς, τούς προβατόσχημους λύκους,  τούς φανερούς καί κρυφούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος μας, τούς Παράφρονες, καί  τούς ψευδοκουλτουριάρηδες τῆς Παγκοσμιοποιήσεως, πού ἀναισχύντως πνίγουν στό αἷμα τούς λαούς καί τά Ἔθνη. Νά καθαρίσουμε τήν ἀκαθαρσία τῆς Εὐρώπης (Γερμανούς, Ἄγγλους, κλπ) καί τούς Ἀμερικανούς. Καί δέν ἐννοῶ τούς ἁπλούς πολίτες, ἀλλά τίς ἡγεσίες τους , τά «γεννήματα ἐχιδνῶν». 
Νά νοιώσουμε «ὡς Ἔθνος ἅγιον». Νά ἐπιστρέψουμε στίς ρίζες μας, νά διαφυλάξουμε τήν ἐθνική καί θρησκευτική μας ταυτότητα, τήν ἱστορική μας συνείδησι, τήν θεϊκή μας γλῶσσα, «τά ὅσια καί τά ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης».
Νά ἀνέβουμε ξανά στή σφαῖρα τοῦ Ὡραίου, τοῦ Μεγάλου καί τ’ Ἀληθινοῦ. Νά νοιώσουμε Ἕλληνες.
Νά μή ἐπιτρέψουμε νά μᾶς πολτοποιήσουν καί νά μᾶς σύρουν, ὡς ἀγέλη χοίρων, στόν ἀφανισμό.
Νά διαφυλάξουμε τήν ἐθνική μας ταυτότητα καί μπροστά στή Γαλανόλευκη, μέ τόν τίμιον Σταυρόν, στό ἱερό αὐτό σύμβολον τοῦ Ἔθνους μας, καί  ἔχοντες ὡς σύμβολον τῆς ἑνότητος καί τῶν Ἰδεωδῶν τοῦ Ἔθνους μας τόν  «ὕμνον εἰς τήν Ἐλευθερίαν», ὡς γνήσιοι Πατριῶτες, πρός τιμήν τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821,πού μᾶς χάρισαν τήν Ἐλευθερίαν, ἑνωμένοι, «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ», ἄς ψάλλουμε τόν Ἐθνικό μας Ὕμνον. Ἄς γνωρίζουμε δε ὅτι ἡ μίμησις τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν ἡρώων τοῦ 1821,  θά εἶναι καί ἡ  καλλίτερη ἔκφρασις Εὐγνωμοσύνης σ' αὐτούς.











Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020

Ο,ΤΙ ΚΙ, ΑΝ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΣΚΟΤΑΔΙΣΤΕΣ,




ΘΑ ΘΡΙΑΜΒΕΥΣῌ

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ



Ὁ Γέρος τοῦ Μοριά, ὁ Κολοκοτρώνης λέει ὅτι «ὁ Θεός ἔβαλε τήν ὑπογραφή Του γιά τήν Ἑλλάδα καί δέν τήν παίρνει πίσω». 


Θεός ὕψωσε τήν Ἑλλάδα, τήν κοιτίδα τοῦ Πολιτισμοῦ, τή Χώρα τοῦ Φωτός, τήν Πατρίδα τῶν πατρίδων καί τή δόξασε, ὅταν διάλεξε τή βασίλισσα τῶν γλωσσῶν, τήν Ἑλληνική Γλῶσσα, γιά νά γραφῇ τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του καί νά κηρυχθῇ «πάσῃ τῇ κτίσει». Ποιός θά μπορέσῃ ποτέ νά ἀντισταθῇ στό Θεῖο Βούλημα; Ποιός εἶσαι σύ, ἄνθρωπε, πού ἀντιλέγεις στό Θεό;(Ρωμ. θ΄ 19-20).
Ἡ Ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι ὅλοι οἱ Θεομάχοι κονιορτοποιήθηκαν καί κονιορτοποιοῦνται. «Κλωτσοῦν ξυπόλυτοι πάνω στά σιδερένια καρφιά τῶν βουκέντρων» (Πράξ. κστ΄ 15). Εἶναι πασίδηλον ὅτι οἱ διῶκτες, ὅσοι ἀντιστρατεύονται στό Θέλημά Του, οἱ θεομάχοι,«τεθνήκασι καί θνήσκουν»(Ματθ. β΄20). Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Ἑλλάδα, γιά τή λευτεριά τῆς ὁποίας ὁ Θεός  ἔβαλε τήν ὑπογραφή Του, δέν θά πεθάνῃ ποτέ, ὅσο κι’ ἄν τήν πολεμοῦν οἱ σκοτεινές Δυνάμεις. Θά ζῇ καί θά θριαμβεύῃ καί θά συνεχίζῃ νά φωτίζει τόν κόσμο, μέ «τά Ὅσια καί τά Ἱερά της», μέ τά Ἰδανικά της, γιατί ὁ Θεός εἶναι μαζί μας καί γνωρίζουμε πολύ καλά, ὡς Ἔθνος, «ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς  ἀγαθόν» (Ρωμ. η΄28). Αὐτό ὅμως δέν σημαίνει ὅτι ὅλοι, ἐμεῖς οἱ γνήσιοι Ἕλληνες πατριῶτες, πρέπει νά ξεχνᾶμε ΤΟ ΧΡΕΟΣ  καί νά ἀφήνουμε μιά χοῦφτα, ἀνθέλληνες, Γραικύλους, Ἰοῦδες, Ἐφιάλτες, Πήλιο- Γούσηδες, σέ συνεργασία μέ τούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος μας, νά προδίδουν, νά ξεπουλοῦν τά «Ὅσια καί τά Ἱερά» τῆς ρωμιοσύνης. 


ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ, νά εἴμαστε σέ ἐγρήγορσι καί νά ἀντιμετωπίζουμε μέ θάρρος καί μέ τό πατροπαράδοτο ἑλληνικό φιλότιμο τούς κρυφούς καί φανερούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος μας, τῆς Ἑλλάδος μας. Γιατί γιά μᾶς δέν ὑπάρχει τίποτε πιο γλυκό ἀπό τήν Πατρίδα(ΟΥΔΕΝ ΓΛΥΚΙΟΝ ΠΑΤΡΙΔΟΣ), ὅταν μάλιστα  Πατρίδα μας εἶναι ἡ ἀθάνατη Ἑλλάδα, ἡ Πατρίδα τῶν πατρίδων.
Στήν ἐξωφρενική ἐποχή μας, οἱ λέξεις καί οἱ ἔννοιες ἔχασαν τό πραγματικό τους νόημα. Ὅποιος μιλάει γιά Θρησκεία( καί μάλιστα γιά τήν Ὀρθοδοξία τῆς Πίστεως), Ὅποιος μιλάει γιά τήν Πατρίδα καί γιά τόν Θεοῒδρυτο ἱερό Θεσμό τῆς Οἰκογενείας, (φρῖξον Ἥλιε!..), θεωρεῖται Ρατσιστής.
Καλῶ ὅλους τούς Ἕλληνες νά συλλογισθοῦν: Ποῦ τό πᾶνε οἱ κρυφοί καί φανεροί ἄθεοι, οἱ λίγοι, ἀλλά ΟΧΙΕΣ, σέ συνεργασία μέ τούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος, μέ τήν κατάργησι τῆς Ἑλληνορθόδοξης Ἀγωγῆς τῶν Παιδιῶν μας στά Σχολεῖα μας; Τί ἐπιδιώκουν   μέ τή μεθοδευμένη Προπαγάνδα τῆς Ἀθεῒας καί μέ τή διδασκαλία, γιά τίς ἔμφυλες Ταυτότητες, μέ τόν αὐτοπροσδιορισμό τοῦ φύλου, καί μέ τή, χωρίς ντροπή διδασκαλία, μέσα στό Σχολεῖα μας κάθε εἴδους διαστροφῆς;
Ποῦ ἀλλοῦ τό πᾶνε, ἄν ὄχι στήν προσπάθεια, νά ξεριζώσουν ἀπό τίς καρδιές τῶν Παιδιῶν μας, τήν Πίστι στό Χριστό, τήν ἀγάπη πρός τήν πατρίδα καί τήν Οἰκογένεια;


Εἶναι καιρός νά ξυπνήσουμε οἱ Νεοέλληνες, πρίν νά εἶναι ἀργά. Νά ἀντισταθοῦμε, ὡς  γνήσιοι ἀπόγονοι ἐκείνων, πού πολέμησαν καί τά ἔδωσαν, πραγματικά, ὅλα  καί τή ζωή τους,
«Γιά τοῦ χριστοῦ τήν πίστι τήν ἁγία
 καί γιά τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερίαν».
Νά ἀντισταθοῦμε στή φοβερή, πράγματι, λαίλαπα τῆς Σατανοποιήσεως. Ἀνεγκέφαλοι,  εἶναι οἱ υἱοί τῆς Παραφροσύνης. Ὑπεραμύνονται τῆς βδελυρᾶς καί ἀθέου παγκοσμιοποιήσεως, τῆς Σατανοποιήσεως, τῶν Σκοταδιστῶν, πού ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι προοδευτικοί, φωτισμένοι(Illuminati), στήν οὐσία ὅμως, ἀποσκοποῦν στήν κατάργησι τῶν Ἐθνῶν, στήν πολτοποίησι τῶν Λαῶν, κυρίως δέ στήν ἐξαφάνισι τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς Ὀρθοδοξίας, πού εἶναι καί ἡ μοναδική Δύναμις Ἀντιστάσεως σ’ αὐτή τή λαίλαπα. Προσπαθοῦν νά γυρίσουν πίσω τούς ἀνθρώπους, χωρίς ἐθνική ταυτότητα, χωρίς Ἱστορική συνείδησι, στίς τρῶγλες καί τά σπήλαια, προετοιμάζοντας ἔτσι τήν ἐγκατάστασι τοῦ Παγκόσμιου Κυβερνήτη, τοῦ Ἀντιχρίστου, τοῦ Ψεύτικου Μεσσία.
Ἀναρωτηθήκατε ποτέ, γιατί θέλουν νά διαλύσουν τήν χριστιανικήν Οἰκογένεια; Σέ τί ἀποσκοπεῖ ὁ πολιτικός Γάμος, τό αὐτόματο Διαζύγιο, τό «Σύμφωνο συμβίωσης», ἡ νομιμοποίησης τῶν ἐκτρώσεων, κ.π. ἄλλα;


Εἶναι καιρός νά ξυπνήσουμε ὅλοι οἱ γνήσιοι Ἕλληνες οἱ
Πατριῶτες, νά  ὑψώσουμε τή Γαλανόλευκη μέ τόν Τίμιον Σταυρόν, τό ἱερόν σύμβολον τῆς Ρωμιοσύνης , καί νά συνειδητοποιήσουμε τήν Ἀλήθεια, καί



Α)Νά πιστέψουμε, μέ τήν καρδιά μας, στό Χριστό, καί  νά ἐγκολπωθοῦμε τήν Ὀρθοδοξία Πίστεως καί Ζωῆς.
Β) Νά ἐπανακτήσουμε τήν Ἐθνική  καί τή Θρησκευτική μας  Ταυτότητα.
Γ) Νά συνειδητοποιήσουμε ὅτι εἴμαστε ἀπόγονοι ἐνδόξων προγόνων. Ἕνα σύνολον ἀνθρώπων τῆς αὐτῆς Φυλῆς, ριζωμένοι σέ Ἕνα Ἱερό τόπο,  ποτισμένο μέ τό αἷμα τῶν προγόνων μας.

Δ)Ὅτι ἔχουμε τήν ἴδια ἐθνική καί ἱστορική συνείδησι.  Τήν ἴδια ἐθνική καί θρησκευτική   Ταυτότητα.
Ε)Ἔχουμε τήν ἴδια Γλῶσσα, τή γλώσσα τοῦ Θεοῦ.
ΣΤ) Βιώνουμε  τά ἴδια ἤθη καί ἔθιμα, τά ἴδια  Ἰδανικά.

Ζ) Ὅτι ἔχουμε τήν ἴδια πίστι, τόν ἴδιο Πολιτισμό καί ὀφείλουμε, ὅπως λέγει ὁ ἐθνικός μας ποιητής, ὁ κόμ. Διονύσιος Σολωμός, «Μέσα  στό Ἅγιο Βῆμα τῆς ψυχῆς μας» νά ἐνθρονίσουμε τήν Ἑλλάδα μας, τήν ἀθάνατη Πατρίδα μας. Νά φυλάξουμε μέσα στήν καρδιά μας, ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ, «τά ὅσια καί τά ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης».
Ἔφθασε ὁ καιρός νά ὁπλισθοῦμε μέ τήν πατροπαράδοτη ἑλληνική Λεβεντιά, μέ τό ἑλληνικό φιλότιμο, μέ τήν ἀνδρεία καί τό θάρρος, πού μᾶς χαρίζει ἡ πίστις στό Χριστό καί ἡ ἀγάπη πρός τήν Πατρίδα, καί νά ἀντιμετωπίσουμε τούς κρυφούς καί φανερούς ἐχθρούς της, πού μέ δόλια μέσα προσπαθοῦν νά ἐξαφανίσουν ὅ, τι πιό πολύτιμο ἔχουμε.
Ἔφθασε ὁ καιρός νά ὑπερασπισθοῦμε «τά ὅσια καί τά ἱερά τῆς Ρωμιοσύνης», τά Ἰδανικά τῆς Πατρίδος μας. Νά ἀνέβουμε ἀκόμη μια φορά στίς Κορυφές τῆς τελειότητος, στίς ἀπάτητες Κορυφές τοῦ Ὡραίου, τοῦ Μεγάλου καί τ’ Ἀληθινοῦ.


Ἔφθασε ὁ καιρός νά καταλάβουμε καλά ὅτι εἴμαστε Ἔλληνες, ἀπόγονοι ἐνδόξων Προγόνων καί ὅτι Ἕλληνες δέν σκύβουμε ποτέ τό κεφάλι.  Πέρασαν 200 χρόνια ἀπό τήν Ἐπανάστασι τοῦ 1821 κατά τήν ὁποίαν οἱ πατέρες μας πολέμησαν 

«Γιά τοῦ Χριστοῦ τήν Πίστι τήν ἁγία
Καί γιά τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερίαν».

Καί μέ μοναδικά ὅπλα τό Ἑλληνικό φιλότιμο καί τήν Πίστη στό Χριστό ἀποτίναξαν τόν ἐπάρατο καί ἐπαίσχυντο Τουρκικό ζυγό καί μᾶς χάρισαν τήν Ἐλευθερία. Ἔφθασε λοιπόν ὁ Καιρός νά ἀποδείξουμε ὅτι εἴμαστε ἀντάξιοι ἀπόγονοι Ἐκείνων καί νά ἀντισταθοῦμε στούς ἐχθρούς τῆς Πατρίδος μας, πού καί σήμερα προσπαθοῦν, δολίως, νά μᾶς διαλύσουν.



Νῦν ὑπέρ πάντων ἀγών. Ἐμπρός, λοιπόν, Παιδιά τῆς Ἑλλάδος. Τώρα εἶναι καιρός νά καθαρίσουμε τήν Ἐλλάδα μας «ἀπό τήν κόπρο τοῦ Αὐγείου», νά καθαρίσουμε τήν Πατρίδα μας ἀπό κάθε τί τό βέβηλο καί ἀπό κάθε βαρβαρότητα. Νά φυλάξουμε τήν ἐθνική μας Κυριαρχία. Νά φυλάξουμε τά σύνορά της, τήν ἀκεραιότητά της, γιά νά νοιώσουμε καί νά χαροῦμε  τό μεγαλεῖο της. Καί γιά νά πραγματοποιήσουμε τό ΧΡΕΟΣ μας αὐτό πρέπει νά κλείσουμε στήν καρδιά μας τήν Ἑλλάδα. Ὁ ἐθνικός μας ποιητής, ὁ Διονύσιος Σολωμός λέγει:
«Κλεῖσε μέσα στήν ψυχή σου τήν Ἑλλάδα, καί θά
αἰσθανθῇς μέσα σου νά λαχταρίζῃ κάθε εἶδος μεγαλείου».

Καί ὁ Κωστής Παλαμᾶς βροντοφωνάζει σέ ὅλους μας:
«Αὐτό τό λόγο θά σᾶς πῶ, δέν ἔχω ἄλλον κανένα.
Μεθύστε μέ τ' ἀθάνατο κρασί τοῦ εἴκοσι ἕνα('21)».


























Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ




ΔΕΝΔΡΟΝ ΚΑΡΠΟΦΟΡΟΝ 
ΚΑΙ ΑΕΙΘΑΛΕΣ»






Ὁ ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ Ἐπίσκοπος Σμύρνης, μαθητής «τοῦ υἱοῦ τῆς βροντῆς», τοῦ Εὐαγγελιστοῦ τῆς ἀγάπης, Ἰωάννου τοῦ θεολόγου, πίστεψε μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς του στό Χριστό καί ἑνώθηκε μέ τό Χριστό, διά τῆς Πίστεως τῆς, «δι’ ἀγάπης ἐνεργουμένης» καί διεδέχθη τόν Ἅγιο Βουκόλο στήν ἐπισκοπική Ἕδρα τῆς Σμύρνης, ἀνεδείχθη δέ «καλός Ποιμήν», πλήρης καλῶν ἔργων, καί σέ μιά ἐποχή εἰδωλολατρίας, καθημερινῶς ἀπέδιδε «τούς καρπούς τοῦ Πνεύματος», πού εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»(Γαλάτ. ε΄ 22), ὡς « δένδρον καρποφόρον καί ἀειθαλές (Ψαλμ. α΄3), πεφυτευμένον παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων». Καί πολλοί ἀπό τούς εἰδωλολάτρες ἐπίστευαν στό Χριστό. Πραγματικά ὁ Ἅγιος ἔφερε «καρπόν πολύν», ἦταν, ἄξιος τοῦ ὀνόματός του, Πολύκαρπος


Ἦταν πράγματι κατάκαρπος ἐλαία(πρβλ. Ἀποκ. ια΄4), ὑπόδειγμα ἁγίας, ἐν Χριστῷ, ζωῆς. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ἦταν Φῶς Χριστοῦ. Γνήσιος μιμητής τοῦ Χριστοῦ, κανών πίστεως, εἰκόνα πρᾳότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλος. Τό καθε του βῆμα ἦταν «μαρτυρία Χριστοῦ». Ποτέ δέν ἔλεγε ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς, ἀλλά εἶχε βαθειά συνείδησι τῆς ζωντανῆς Παρουσίας τοῦ Κυρίου στή ζωή του. Ἐγνώριζε πολύ καλά ὅτι ὅπου ὑπάρχει ὁ Κύριος, δέν ὑπάρχουν ἀντιπρόσωποι, ἀλλά ἀχρεῖοι δοῦλοι. Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἐγνώριζε καλά καί ἐκήρυττε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή καί γεωργός εἶναι ὁ Οὐράνιος Πατέρας. Ἐγνώριζε ὅτι κάθε κλῆμα, πού δέν φέρει καρπόν, τό ἀφαιρεῖ καί καθένα πού φέρει καρπόν, τό καθαρίζει, γιά νά φέρῃ περισσότερον καρπόν. Ἐκήρυττε ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί στό Χριστό εἴμαστε  καθαροί ἕνεκα τοῦ λόγου, πού μᾶς ἐκήρυξεν ὁ Κύριος. Ὁ ἅγιος ἄκουσε καί πίστεψε στό πανάγιο λόγο τοῦ Χριστοῦ καί ἑνώθηκε μαζί Του. Συνιστοῦσε δέ σέ ὅλους νά  ἑνωθοῦν μέ τό Χριστό, πού μᾶς καλεῖ κοντά Του καί λέγει: «Μείνατε ἑνωμένοι μαζί μου καί θά εἶμαι καί ἐγώ μαζί σας. Καθώς τό κλῆμα δέν μπορεῖ νά φέρῃ καρπόν μόνο, ἐάν δέν μένῃ εἰς τό ἀμπέλι, ἔτσι οὔτε σεῖς, ἐάν δέν μένετε ἑνωμένοι μ’ ἐμένα. Ἐγώ εἶμαι τό ἀμπέλι, σεῖς εἶσθε τά κλήματα. Ἐκεῖνος, πού μένει ἑνωμένος μέ ἐμένα καί ἐγώ μέ αὐτόν, αὐτός φέρει πολύν καρπόν, διότι χωρίς ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε ἀπολύτως τίποτε»(Ἰωάν. ιε΄ 1 ἑξ.).





Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, φέρει καρπόν πολύν, διότι μένει ἑνωμένος μέ τόν Χριστόν. Ἐργάζεται μέ ἀγάπην καί προσπαθεῖ, μέ προσευχή, νά φέρει τούς ἀνθρώπους σέ Θεογνωσία. «Ἀγάπης γάρ ἀληθοῦς καί βεβαίας ἐστίν, μή μόνον ἑαυτόν θέλειν σώζεσθαι, ἀλλά καί πάντας τούς ἀδελφούς» (ΒΕΠΕΣ 3,21,13-15). Καί ὅσοι ἀκοῦνε τό κήρυγμά του, ἑλκύονται καί πιστεύουν στό Χριστό.
Φρυάττουν, ὀργίζονται ὑπερβολικά καί τρίζουν τούς ὀδόντας αὐτῶν καί ξηραίνονται οἱ Ἑβραῖοι καί οἱ Εἰδωλολάτρες,οἱ ὁποῖοι, μέ μῖσος παρακολουθοῦν τά φωτεινά, τά θεάρεστα ἔργα τοῦ Πολυκάρπου, πού ἑλκύει τούς εἰδωλολάτρες πρός τόν Χριστόν καί μεθοδεύουν τήν ἐξόντωσίν του. Ὅταν ξέσπασε ὁ πέμπτος διωγμός κατά τῶν χριστιανῶν, τότε συνελήφθη ἀπό τόν ἀνθύπατο τῆς Σμύρνης, σέ ἡλικία 95 ἐτῶν. Ὁ τύραννος προσπάθησε νά τόν πείσῃ νά ἀρνηθῇ τόν Χριστόν. Ὁ ἅγιος ὅμως ἀπέκρουσε ὅλα, ὅσα τοῦ ἔλεγε ὁ ἀνθύπατος καί μέ θάρρος, ἀπήντησε:
«Ὀγδοήκοντα καί ἕξ ἔτη δουλεύω αὐτῷ, καί οὐδέν με ἠδίκησεν· πῶς δύναμαι βλασφημῆσαι τόν βασιλέα μου, τόν σώσαντά με;»(Μαρτύριον ΒΕΠΕΣ 3,23, 30-35).
Ὠργισθείς ὁ τύραννος, τόν ὑπέβαλε σέ φρικτά μαρτύρια. Τόν ἔρριξε στά θηρία, τά ὁποῖα ὅμως ἔλειχαν, μέ εὐλάβεια τόν Ἅγιον. Τότε συγκέντρωσαν ξύλα καί φρύγανα «μάλιστα Ἰουδαίων προθύμως, ὡς ἔθος αὐτοῖς, εἰς ταῦτα ὑπουργούντων», γιά νά τόν κάψουν ζωντανόν. Πρόθυμα ὁ ἅγιος δέχθηκε τόν διά πυρός θάνατον προσευχόμενος καί εὐχαριστῶν τόν Θεόν, πού τόν ἀξίωσε αὐτοῦ τοῦ μαρτυρίου. Ἡ φωτιά ὅμως  τόν εὐλαβήθηκε: «Τό γάρ πῦρ καμάρας εἶδος ποιῆσαν,
ὥσπερ ὀθόνη πλοίου ὑπό πνεύματος πληρουμένη κύκλῳ περιετείχισε τό σῶμα τοῦ μάρτυρος· καί ἦν μέσον οὐχ ὡς σάρξ καιομένη, ἀλλ’ ὡς ἄρτος ὀπτώμενος, ἤ ὡς χρυσός καί ἄργυρος ἐν καμίνῳ πυρούμενος. Καί γάρ εὐωδίας τοσαύτης ἀντελαβόμεθα, ὡς λιβανωτοῦ πνέοντος ἤ ἄλλου τινός τῶν τιμίων ἀρωμάτων» (Μαρτ.  ΒΕΠΕΣ 3,25,20-25).



Ἀφοῦ εἶδαν οἱ ἄνομοι ὅτι δέν μπόρεσαν νά τόν κάψουν στή  φωτιά, διέταξαν νά τό θανατώσουν διά ξίφους, Ἐχύθη δέ τόσο αἷμα, πού ἔσβησε τή φωτιά. Παρόλα αὐτά τά θαύματα δέν μετενόησαν οἱ διῶκτες τῶν Χριστιανῶν.Ἔτσι ὁ Ἅγιος καί μέ τό μαρτύριόν Του διεκήρυξεν ὅτι ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί «οὔτε τόν Χριστόν ποτε καταλιπεῖν δυνησόμεθα, τόν ὑπέρ τῆς τοῦ παντός κόσμου τῶν σωζομένων σωτηρίας παθόντα ἄμωμον ὑπέρ ἁμαρτωλῶν, οὔτε ἕτερόν τινα σέβεσθαι. Τοῦτον μέν γάρ υἱόν ὄντα τοῦ Θεοῦ προσκυνοῦμεν, τούς δέ μάρτυρας ὡς μαθητάς καί μιμητάς τοῦ Κυρίου ἀγαπῶμεν ἀξίως ἕνεκα εὐνοίας ἀνυπερβλήτου τῆς εἰς τόν ἴδιον βασιλέα καί διδάσκαλον· ὧν γένοιτο καί ἡμᾶς κοινωνούς τε καί συμμαθητάς γενέσθαι» (Μαρτύρ. ΒΕΠΕΣ 3,26,3-10).
Εἴθε νά ἀξιώσῃ ὁ Κύριος καί ἡμᾶς, διά τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου, νά μιμηθοῦμε τό παράδειγμα τοῦ Ἁγίου καί, ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ, λόγῳ καί ἔργῳ, νά δοξάζουμε τόν Σωτῆρα Κύριον, διότι Σ’ Αὐτόν καί μόνον Σ' Αὐτόν  ἀνήκει ἡ  τιμή, τό κράτος καί ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.