Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

Ἡ Παραβολή τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. ιε΄11-32).

 


 

«Τό Εὐαγγέλιον τῶν Εὐαγγελίων».

Ὁ γλυκύς καί πρᾷος Ἰησοῦς, μέ στοργή καί τρυφερότητα, πλησιάζει, ταπεινά, ἀθόρυβα, κάθε πονεμένο, κάθε τραυματισμένο ἀπό τήν ἁμαρτία, ἄνθρωπο καί θεραπεύει τά τραύματά του. Πλησιάζει ὅλους ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς καί καταφρονημένους καί προσπαθεῖ, μέ τόν ζωοποιόν Του λόγον, νά ἀπαλύνῃ τόν πόνο μας, νά σπογγίσῃ τά δάκρυά μας, νά μᾶς ἀναστήσῃ ἀπό κάθε μας πτῶσι, νά μᾶς ἀνασύρῃ ἀπό τήν «Ἰλύν βυθοῦ», εἰς τήν ὁποίαν ἔχουμε ἐμπαγῆ, νά φωτίσῃ τά σκοτάδια μας, νά καθαρίσῃ τή λάσπη ἀπό τήν ψυχή μας, νά μᾶς φέρῃ εἰς αὐτογνωσίαν καί εἰλικρινή, ἔμπρακτη μετάνοιαν, καί μᾶς ὁδηγήσῃ «εἰς τόπον ἀναψυχῆς, «ἐπί ζωῆς πηγάς ὑδάτων»(Ἀποκ. ζ ΄17). Προσπαθεῖ νά μᾶς ἐπανεισάγει εἰς τόν παράδεισο, νά κάμῃ τήν ψυχήν καί τήν ζωήν μας Παράδεισο.

Ὡς μαγνήτης Ἀγάπης, ὁ Ιησοῦς, μᾶς προσελκύει κοντά Του. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ὅλοι οἱ τελῶναι καί οἱ  ἁμαρτωλοί τόν ἐπλησίαζαν σέ κάθε πόλιν ἤ χωρίον ὅπου ἐπήγαινεν, γιά νά ἀκούσουν τόν πανάγιον λόγον Του. Δέν πήγαιναν κοντά Του ἀπό περιέργεια, νά δοῦν τά θαύματά Του, ἀλλά τόν πλησίαζαν ἀπό εἰλικρινές ἐνδιαφέρον νά ἀκούσουν τήν διδασκαλίαν Του (Λουκ. ιε΄1) Ὅλοι κρέμονταν ἀπό τά χείλη Του καί διεκύρησσαν ὅτι «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὅ ἄνθρωπος»( Ἰωάν. ζ΄46). Καί πραγματικά ἦταν καί εἶναι θεϊκός, θεραπευτικός ὁ λόγος του, τροφή καί τρυφή τῆς ψυχῆς, ἴαμα, θεραπεία. «Ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπί τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γάρ διδάσκων αὐτούς ὡς ἐξουσίαν ἔχων καί οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς» (Ματθ.  ζ΄ 28-29. Μάρκ. α΄22).

Οἱ γραμματεῖς ὅμως καί οἱ Φαρισαῖοι ἐγόγγυζαν ματαξύ τους καί ἔλεγαν ὁ Ἰησοῦς συναναστρέφεται, μέ πολλήν συμπάθειαν καί οἰκειότητα τούς ἁμαρτωλούς καί συντρώγει μέ αὐτούς καί ἔτσι ἀθετεῖ τήν Παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων. Ὁ Γογγυσμός τῶν ὑποκριτῶν αὐτῶν ἔδωκε ἀφορμήν εἰς τόν Κύριον νά τούς νουθετήσῃ καί αὐτούς καί ὅλους ἐμᾶς καί νά μᾶς διδάξῃ ὅτι, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε υἱός ἀνθρώπου, ὡς ἄπειρη Ἀγάπη, ἔρχεται στόν κόσμο νά σώσῃ τούς ἁματωλούς. Τονίζει ὅτι δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό ἰατρόν οἱ Υγιεῖς, ἀλλά οἱ ἀσθενεῖς. Καί λέγει, διά παραβολῶν,  «ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἦλθε ζητῆσαι καί σῶσαι τό ἀπολωλός»(Λουκ. ιθ΄10 πρβλ. καί Λουκ. ιε΄3-10).  Τονίζει ὅτι γίνεται μεγάλη χαρά στόν οὐρανό, γιά ἕναν ἁμαρτωλό, πού μετανοεῖ καί ἐπιστρέφει στήν Πατρικήν Ἑστίαν. Καί γιά νά καταστήσῃ σαφεστέραν καί περισσότερον καταληπτήν αὐτήν τήν ἀλήθειαν εἶπε καί τήν Παραβολήν τοῦ Ἀσώτου(Λουκ. ιε΄11-32).



Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε δύο υἱούς. Παραβολικά ὁ Θεός εἶχε δύο υἱούς. Ὁ νεώτερος υἱός εἰκονίζει τόν ἀποστάτην, τόν ἁμαρτωλόν, πού φεύγει, ἀπομακρύνεται ἀπό τήν  στοργήν καί προστασίαν τού οὐρανίου Πατρός. Θεωρεῖ τήν ἀγάπη τοῦ Πατρός τυραννίαν. Καί  ζητεῖ μερίδιον ἀπό τήν πατρικήν περιουσίαν, μέ αὐθάδειαν, ὡσάν νά εἶχε δικαίωμα. Ἀπαιτεῖ  κάτι, πού ἀνήκει στόν Πατέρα.  Ὁ μικρότερος αὐτός Γιός, ζητεῖ Κάτι, γιά τό ὀποῖον δέν ἐκοπίασε, γιά νά τό ἀποκτήσῃ. Ὁ φιλόστοργος ὅμως Πατήρ μοιράζει τήν περιουσίαν Του. Ὁ Θεός δηλαδή ὡς Ἀγαθός καί μεταδοτικός τοῦ Ἀγαθοῦ χορηγεῖ καί εἰς τόν ἁμαρτωλόν, σ’ αὐτόν, πού ἀπομακρύνεται, παρέχει ἁπλόχερα ὅλα τά ἀγαθά Του,  ὅλα τά μέσα συντηρήσεως καί  ὅλα ἐκεῖνα τά πνευματικά καί ὑλικά χαρίσματα, πού ἄν αὐτά τά χρησιμοποιήσῃ καλά, θά μπορῇ νά εἶναι εὐτυχισμένος. Ὁ νεώτερος ὅμως, ἐπειδή δέν ἐκοπίασε, γιά τά ἀποκτήσῃ, δέν μπόρεσε καί νά τά ἐκτιμήσῃ. Ἔτσι μετά λίγες μέρες, τά μάζεψε ὅλα καί πῆγε σέ μακρινή χώρα καί ἐκεῖ διεσκόρπισεν ὅλην τήν περιουσίαν του «ζῶν ἀσώτως». Ἡ ἀσωτία, ἡ μέθη καί ἡ κραιπάλη καί ἡ ἄσωτη καί ἁμαρτωλή ζωή, ἡ κακή χρῆσι τῶν χαρισμάτων χωρίζουν τόν ἄνθρωπον ἀπό τόν Θεόν καί τόν βυθίζουν εἰς «ᾆδου βυθόν». Μακράν ἀπό τόν Θεόν ὁ ἄνθρωπος ἐξαχρειώνεται καί διαφθείρεται. Ἀφοῦ ἐδαπάνησε  ὅλην τήν περιουσίαν του, ἄρχισε νά ὑστερεῖται. Αὐτό συμβαίνει σέ κάθε ἄνθρωπο, πού χωρίζεται  ἀπό τόν Θεόν. Κυριεύεται ἀπό τά βρωμερά του Πάθη, ἀφήνει δηλ. καί μπαίνει ὁ Διάολος μέσα του καί τόν ὁδηγεῖ εἰς τήν ἐσχάτην ἐξαθλίωσιν. Ὁ ἄσωτος τῆς Παραβολῆς ἀπό ἄρχοντόπουλο, ἔγινε χοιροβοσκός, Ἔγινε δοῦλος καί ὀ κύριός του τόν ἔστειλε νά βόσκῃ Χοίρους καί  ἐπιθυμοῦσε νά χορτάσῃ τήν πεῖνα του ἀπό τά ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοίροι καί κανείς δέν τοῦ ἔδιδε. Αὐτόν τόν ἐξευτελισμόν ὑφίσταται κάθε ἀμετανόητος ἁμαρτωλός . Αὐτός ὅμως ὁ ἄσωτος τῆς Παραβολῆς μέσα σέ αὐτήν τήν ἐξαχρείωσι «ἔρχεται εἰς ἑαυτόν». Περισυλέγεται, συναισθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του καί μετανοεῖ εἰλικρινά καί ἀποφασίζει νά ἐπιστρέψῃ εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν καί ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ :Συλλογίζεται  καί λέγει:Πόσοι μισθωτοί τοῦ Πατέρα χορταίνουν τό ψωμί κι ἐγώ πεθαίνω τῆς πείνας. Χάνομαι. εἶμαι ἄθλιος, ἀνάξιος, ἁμαρτωλός. θά ἐπιστρέψω ὡς ἄσωτος, ἀλλά μετανοιωμένος καί θά πῶ στόν Πατέρα μου: Ἥμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου. Δέν εἶμαι ἄξιος νά καλοῦμαι Υἰός σου. Συγχώρησέ με καί δέξου με σάν ἕνα ἀπό τούς μισθωτούς σου!  Καί ἀμέσως ἐπραγματοποίησε τήν ἀπόφασί Του. Γύρισε μετανοημένος εἰς τήν Πατρικήν Ἑστίαν. Καί ἐνῶ βρισκόταν ἀκόμη μακράν τόν Εἶδε ὁ Πατέρας καί ἔτρεξε καί τόν ἀγκάλιασε μέ τρυφερότητα καί ἀγάπη καί τόν δέχθηκε  στή θέσι τοῦ Υἱοῦ, σάν νά μήν εἶχε φύγει ποτέ.

Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τό ἄπειρον ἜΛΕΟΣ ;

Ἄφωνοι  ἄς σταθοῦμε καί γονυκλινεῖς  ἄς δοξάσουμε τόν Κύριον τῆς Δόξης, Ἀνερμήνευτη εἶναι ἡ μακροθυμία καί ἡ Εὐσπλαγχνία Του ! ΜΑΚΡΟΘΥΜΕ ΚΥΡΙΕ ΔΟΞΑ ΣΟΙ!  

Εἶναι καιρός νά μιμηθοῦμε τήν εἰλικρινῆ μετάνοια τοῦ ἀσώτου καί νά ἐπιστρέψουμε στήν Πατρική Ἑστία. Εἶναι καιρός νά ἀφήσουμε τά ξυλοκέρατα τῆς ἀποστασίας καί νά γευθοῦμε τόν Μόσχον τόν σιτευτόν. Δέν μποροῦμε νά ἐξηγήσουμε τό Εὐαγγέλιον τῶν Εὐαγγελίων... Ὁ ἀνθρώπινος Νοῦς ἀργεῖ. Μόνον ἡ λατρευτική σιωπή μᾶς ἀπομένει. ΔΟΞΑ Τῌ ΑΝΕΚΦΡΑΣΤῼ, ΛΟΓΕ, ΣΥΓΚΑΤΑΒΑΣΕΙ  ΣΟΥ! ΚΥΡΙΕ ΔΟΞΑ ΣΟΙ!

Non finito


 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου