Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ


Γ΄

Η ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΕΛΞΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ,

ΕΙΝΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑ.  ΠΟΤΕ  ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ;
   ἀμοιβαία ἐρωτική ἕλξις, ἡ ἐσωτερική αὐτή  ἀγαπητική κίνησι, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, φέρει σέ βαθιά καί πραγματική συνάντησι τῶν δύο φύλων, τοῦ ἄρρενος μέ τό θῆλυ. Εἶναι ἡ λυρική τῆς συναντήσεως ἑνός προσώπου μέ ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Αὐτή ἡ συνάντησις ὁδηγεῖ  στήν προσωπική ἕνωσι καί στήν ἀμοιβαία ὁλοκληρωτική προσφορά τοῦ ἑνός πρός τό ἄλλο φύλο, γιά τό σχηματισμό καί τή δημιουργία τῆς Οἰκογενείας, μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Δηλαδή  ὁδηγεῖ στήν ἔννομον συζυγίαν καί τήν ἐξ αὐτῆς παιδοποιῒαν, στόν τίμιον Γάμον, ὅπως ἔχουμε πεῖ.

                
   τσι δημιουργεῖται ἡ πρώτη μικρή κοινότητα-κοινωνία, «ἡ  κατ’ οἶκον Ἐκκλησία», πού εἶναι πηγή ζεστασιᾶς καί πραγματικῆς εὐτυχίας.  Ἡ ἕνωσις αὐτή εἶναι σύμφωνη μέ τό δημιουργικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ, πού εἶπε: «Οὐ καλόν εἶναι τόν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθόν κατ’ αὐτόν» (Γενέσ. β΄18), καί ὁ ὁποῖος «ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γενέσ. α΄27). 
    Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός  ἐπικυρώνοντας αὐτή τή διδασκαλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης λέγει: «Οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι  ὁ ποιήσας ἀπ’ ἀρχῆς ἄρσεν καί θῆλυ  ἐποίησεν αὐτούς καί εἶπεν, ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τόν πατέρα αὐτοῦ καί τήν μητέρα καί κολληθήσεται τῇ γυναικί αὐτοῦ, καί ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν; Ὥστε οὐκέτι εἰσί  δύο, ἀλλά  σάρξ μία. Ὅ οὖν ὁ Θεός συνέζευξεν, ἄνθρωπος μή χωριζέτω» (Ματθ. ιθ΄ 4-6).


  Ἡ ἕνωσις τοῦ ἀνδρός μέ τή γυναῖκα εἶναι προσωπική καί θεμελιώνεται στήν ἁγνή, τήν γνήσια, τήν ἀνυπόκριτη καί θυσιαστική ἀγάπη τοῦ ἑνός γιά τόν ἄλλο. Ἡ προσωπική αὐτή ἕνωσι ἀνδρός καί γυναικός εἶναι πραγματικό μυστήριο.πόστολος Παῦλος τήν παρομοιάζει μέ τό μυστήριο τῆς ἑνώσεως τοῦ Χριστοῦ καί τῆς κκλησίας καί λέγει: « Τό μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγώ δέ λέγω εἰς Χριστόν καί εἰς τήν Ἐκκλησίαν» (Ἐφεσ. ε΄ 32).
                                                                                                                                                                Μέσα στήν προσωπική αὐτή ἕνωσι τῶν δύο, πού στηρίζεται στήν      ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη, βρίσκει ὁ φυσικός ἔρωτας τό ἀληθινό, τό πραγματικό του νόημα. Τά ὅρια, στήν ἀμοιβαία ἕλξι καί ἕνωσι τῶν δύο φύλων, διαγράφονται ἀπό τόν ἴδιο τό Δημιουργό στό χριστιανικό γάμο. Διότι ὁ χριστιανικός γάμος ἀποτελεῖ πάνω ἀπό ὅλα κοινωνία προσώπων, κοινωνία Ἁγίων, κκλησία καί ἔχει σάν κύριο σκοπό τήν προσωπική τους πνευματική τελείωσι, τή θέωσι. Ἡ ἀμοιβαία ἐρωτική ἕλξις μεταξύ τῶν δύο φύλων δόθηκε ἀπό τό Θεό, μέ σκοπό τό γάμο, τήν ἰσόβιο, τήν ἀδιάλυτη καί εὐλογημένη προσωπική τους ἕνωσι. Κάθε πραγματική συνάντησι τοῦ ἀνδρός καί τῆς γυναικός ἔχει σάν φυσικό καί ἐπιθυμητό ἀποτέλεσμα αὐτή τήν ἕνωσι, πού εἶναι εὐλογία.
   Ἡ ἀμοιβαία ἐρωτική ἕλξις, πού ὁδηγεῖ στό γάμο, προϋποθέτει τήν ἀπελευθέρωσι τῶν δύο ἀπό τόν Ἐγωϊσμό καί τήν ἰδιοτέλεια.
   Ἀπομακρύνει ἀπό τίς ἀτομιστικές φροντίδες καί ἐπιδιώξεις καί δημιουργεῖ ἕνα γνήσιο ἄνοιγμα τρυφερότητος, καλωσύνης καί θυσιαστικῆς ἀγάπης. Αὐτή ἡ εὐλογημένη συντροφικότητα θεραπεύει κάθε τραῦμα καί κάθε πόνο τῆς μοναξιᾶς καί τῆς ἀπελπισίας. Ἡ  καθημερινή δέ πραγματικότητα, μᾶς βεβαιώνει ὅτι ἡ θεραπευτική αὐτή ἀμοιβαιότητα βρίσκεται μόνον στήν «ἔννομον συζυγίαν», στόν εὐλογημένο γάμο, πού διαγράφει καί τά ὅρια τοῦ φυσικοῦ ἔρωτος τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ξεπεράσῃ αὐτά τά ρια, τότε τό ἐπιτρεπόμενο γίνεται ἁμαρτία. Ὁποιαδήποτε δηλαδή συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου ἔξω ἀπό τό γάμο, γιά τήν καθαρά σαρκική ἱκανοποίησι τοῦ σεξουαλικοῦ ἐνστίκτου δέν βοηθεῖ στήν πνευματική του τελείωσι καί ἀπαγορεύεται.
    Σκοπός τῆς συνουσίας δέν εἶναι ἡ σαρκική ἡδονή, ἀλλά ἡ διαιώνισις τοῦ εἴδους καί ἡ διατήρησις στή ζωή τῆς ἀμοιβαίας ἕλξεως. Ὅπως ἐπίσης σκοπός τῆς ἑνώσεως τῶν δύο «εἰς σάρκα μίαν» δέν εἶναι συνουσία, ἡ σαρκική εὐχαρίστησις, ἀλλά ἡ πνευματική τελείωσις.
    γνωστός ψυχίατρος Ἀρ. Ἀσπιώτης, στό βιβλίο του, «Ἡ σεξουαλική σφαῖρα καί ὁ νέος ἄνθρωπος», γράφει:
« Ἡ σεξουαλικότης ἀγκαλιάζει καί τάς τρεῖς μορφάς τῆς   ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως: τό σῶμα, τήν   ψυχήν, το πνεῦμα, κατά τρόπον ὥστε νά τάς
συνδέῃ εἰς μίαν λειτουργίαν».                       
Τά στοιχεῖα δηλαδή πού συνθέτουν τήν σεξουαλικότητα εἶναι τό πνευματικό, τό ἠθικό καί τό βιολογικό. Ἡ ἀπόρριψις ἑνός ἀπό αὐτά τά στοιχεῖα ἀποτελεῖ κακοποίησι τῆς σεξουαλικότητος.        
    Ἡ ἀπομόνωσις τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς, ἀπό τά ἠθικά καί συναισθηματικά στοιχεῖα, πού πρέπει νά τή συνοδεύουν, εἶναι κακοποίησι, καταστροφή τῆς
σεξουαλικότητος. Αὐτό συμβαίνει ὅταν οἱ              ἄνθρωποι  παίρνουν ἀπό τή ζωή τό στοιχεῖο τῆς ἡδονῆς καί πετοῦν καί ποδοπατοῦν τήν πραγματική ἀγάπη, τήν εὐθύνη, τήν ἱερότητα τοῦ δεσμοῦ, πού εὐλόγησεν ὁ Θεός.
   περιορισμός τοῦ ἱεροῦ δεσμοῦ, εἰς τήν μεταξύ τῶν δύο σκελῶν σχέσι, καί ἡ ἀπόρριψις τῶν ἠθικῶν καί συναισθηματικῶν στοιχείων, δηλαδή κακοποίησις τοῦ Σέξ  εἶναι συμπεριφορά  «ἐνάντια στή φύσι» (Contra naturam) καί ἡ φύσις ἐκδικεῖται. Ἡ κακή αὐτή συμπεριφορά ἔχει πολλές καί καταστρεπτικές συνέπειες στήν ψυχοσωματική ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου. Καί «ὁ νοῶν, νοήτω».
    Καί δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε ὅτι, στήν ἐποχή μας γίνεται φοβερή κακοποίησι τῆς σεξουαλικότητος. Ἐν ὀνόματι τοῦ Σέξ διαπράττονται πορνεῖες, μοιχεῖες, σεξουαλικά ὄργια, βιασμοί καί μάλιστα ὁμαδικοί, μέ στοιχεῖα ἀγριότητος, ἀκατονόμαστες διαστροφές, ἀνατριχιαστικά ἐγκλήματα. Ἡ σεξουαλική εὐχαρίστησι, ἀπομονωμένη ἀπό τά πνευματικά, τά ἠθικά καί συναισθηματικά στοιχεῖα, ἔγινε αὐτοσκοπός, καί ἀνακηρύχθηκε σέ θεότητα. Σ’αὐτές τίς περιπτώσεις, εἶναι ὁλοφάνερο ὅτι ὁ ἄνθρωπος γίνεται κτῆνος, ξεπερνᾶ τά ὅρια καί τό ἐπιτρεπόμενο γίνεται ἁμαρτία.

   Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος στίς Ἐξομολογήσεις του (Βιβλ Γ΄), λέγει ὅτι «ὅταν κηλιδώνουμε μέ ἀκόλαστες ἡδονές τή φύσι, πού εἶναι δημιουργία τῆς Θεότητος, παραβιάζουμε καί αὐτήν ἀκόμη τήν
ἐπικοινωνία πού πρέπει νά φίσταται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων». Ὁ Θεός ἀπαγορεύει τόν παράνομο ἔρωτα, ἀλλά ἐπιτρέπει τό γάμο. Στό γάμο γεύεται κανείς «τόν σιτευτόν μόσχον» τῆς ἀγάπης. Ἐνῶ ἔξω ἀπό τό γάμο  τρώει «τά ξυλοκέρατα» τῆς ἀσωτίας, μέ      φυσική συνέπεια τό ψυχικό καί τό σωματικό θάνατο.                                                                  
    «Ὁ Πανσεξουαλισμός», μέ τίς τεράστιες διαστάσεις, πού πῆρε στήν ἐποχή μας, δέν εἶναι ἀπελευθέρωσις, ἀλλά ὑποδούλωσις. Ἀποτελεῖ τήν πιό κτηνώδη μορφή κυριαρχίας τοῦ ἀνθρώπου πάνω στόν ἄνθρωπο. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κολωνίας Ἰωσήφ Χέφνερ, στό βιβλίο του «Τά σεξουαλικά προβλήματα στό φῶς τῆς χριστιανικῆς ἠθικῆς», γράφει ὅτι «ὁ χριστιανός εἶναι ἀντίθετος στήν ἀποθέωσι τοῦ σέξ. Ἡ ἀποθέωσι δηλαδή τοῦ σέξ εἶναι μια ἰδεολογία πού τοποθετεῖ τήν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου στό σεξουαλικό ἔνστικτο. Ἡ σεξουαλική δύναμι πού βάζει τή σφραγίδα της σέ ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, περιορίζεται τώρα στή σεξουαλική πρᾶξι καί ὑποβιβάζεται. Παράλογα συνθήματα, ὅπως π.χ. «τό σέξ εἶναι διασκέδασι», «τό σέξ εἶναι ὑγεία», γυρεύουν νά στρέψουν τόν σεξουαλικό δυναμισμό πρός τήν ἡδονή, πρός τή «γλυκειά ζωή», θεωρώντας τον, σάν προϊόν γιά κατανάλωσι».
    Ἀρ. Ἀσπιώτης πολύ σωστά ὑποστηρίζει ὅτι «ἡ σεξουαλικότης λαμβάνει θέσιν μόνον μέσα  εἰς τόν γάμον, διότι ἔχει δοθεῖ ὡς πρόσκλησις διά διάλογον καί κοινότητα ζωῆς. Δέν θά εἶναι πλέον ἕνας, ἀλλά «δύο εἰς σάρκα μίαν». Ἡ ἕλξις τῶν φύλων εἶναι θεῖον δῶρον, διότι ἑνώνει δύο πρόσωπα εἰς μίαν συνάντησιν ἀγάπης. 
Ἡ σεξουαλικότης καί ὁ γάμος εἶναι σχέσεις    μεταξύ προσώπων, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν μυστηριωδῶς τήν σχέσιν μεταξύ λων αὐτῶν τῶν προσώπων καί τοῦ Θεοῦ. Διά νά εἶναι πράγματι ἀνθρωπίνη, διά νά πραγματοποιῇ τό νόημα καί τήν ἀξία της ἡ σεξουαλική δραστηριότης, ὀφείλει νά σέβεται αὐτήν τήν ἔννοιαν: πρέπει νά εἶναι συζυγική, νά ἐκφράζῃ δηλαδή κοινότητα ζωῆς πλήρη καί ὁριστικήν» (Ἔνθ’ ἀνωτ. σλ.186).
    σεξουαλικότητα ὅταν βρίσκεται μέσα στά καθορισμένα αὐτά ὅρια εἶναι καλή, γιατί ἀνταποκρίνεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού ὁδηγεῖ τά βήματα τῶν δύο, πού θά συναντηθοῦν καί θά ἀγαπηθοῦν, στήν προσωπική ἕνωσι. «Παρά Κυρίου ἁρμόζεται γυνή ἀνδρί» (Παροιμ. ιθ΄ 14).

    Καινή Διαθήκη ἀπορρίπτει ριζικά, χωρίς κανένα ὅρο, κάθε σεξουαλική σχέσι πού ἀτιμάζει ἤ εἶναι ἀντίθετη στή φύσι. Ἀπορρίπτει  τό Σοδομισμό καί κάθε εἶδος διαστροφῆς. «Φεύγετε τήν πορνείαν» λέγει ὁ Παῦλος. « Πᾶν ἁμάρτημα ὅ ἐάν ποιήσῃ ἄνθρωπος ἐκτός τοῦ σώματός ἐστιν, ὁ δέ πορνεύων εἰς τό ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει» (Α΄Κορινθ.  στ΄ 18). Καί πάλιν λέγει· «Τό σῶμα οὐ τῇ πορνείᾳ, ἀλλά τῷ Κυρίῳ, καί ὁ Κύριος τῷ σώματι... Οὐκ οἴδατε ὅτι τά σώματα ὑμῶν μέλη Χριστοῦ ἐστιν;» (Α΄Κορινθ. στ΄ 13-15).
   Κύριος εὐλογει τήν ἔννομον συζυγίαν καί τήν ἐξ αὐτῆς παιδοποιῒαν. Εὐλογεῖ  τήν ἕνωσιν τοῦ ἀνδρός μέ τήν γυναῖκα «εἰς βοήθειαν καί διαδοχήν τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων». Θά πρέπει δέ νά τονισθῇ ὅτι ἡ εὐλογία τοῦ Χριστοῦ στό γάμο ἀναφέρεται πρῶτα  «στή βοήθεια» καί ὕστερα «στή διαδοχή τοῦ γένους». Παρβλ. Γενέσ. β΄ 18: «ποιήσομεν αὐτῷ βοηθόν κατ’ αὐτόν».
    Καθηγητής καί Ἀκαδημαϊκός Νικόλαος Κ. Λοῦρος, στό βιβλίο του «Μαιευτική καί γυναικολογία» (σελ. 81), γράφει ὅτι «ὁ γάμος εἶναι, μέσα στό πλαίσιο τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ, ἡ νόμιμη κοινωνική προϋπόθεσι τῆς ἀναπαραγωγῆς. Γιά νά ἀνταποκριθῇ στόν προορισμό του  καί νά συγκρατήσῃ τόν ἀπαιτούμενο συντροφικό δεσμό τῆς γυναίκας μέ τόν ἄνδρα, ἀπαραίτητη εἶναι ἡ ἀπόλυτη γενετησιακή συνεννόησί τους. Αὐτή ἀποτελεῖ πολύτιμο σύμβολο καί γιά τήν πιό βαθιά ψυχική ἐπαφή δύο ὑπάρξεων πού ἀποβλέπουν σέ ἀναπαραγωγική συνεργασία. Γι’ αὐτό καί ὁ γάμος πρέπει γιά κάθε ἄνθρωπο νά στηρίζεται πάνω σέ ἀδιάκοπη κοινή προσπάθεια, πού ἀποβλέπει στήν καλλιέργεια τοῦ σωματικοῦ καί τοῦ πνευματικοῦ συνδέσμου. Ἀπό τόν σύνδεσμον αὐτόν μονάχα μπορεῖ νά προκύψῃ γερό ἀναπαπαγωγικό ἀποτέλεσμα, βιολογικά παραγωγική καί προοδευτική κοινωνία καί ἀτομική εὐτυχία. Αὐτό τό σκοπό ἐπιδιώκει καί ἡ εὐγονία, πού δέν ἐπιβάλλεται μέ νόμους, ἀλλά μέ τή συνειδητή προσπάθεια κάθε ἀνθρώπου νά διορθώνῃ τή φυλή του, παραδίνοντας στόν κόσμο σωματικά καί ψυχικά γερούς ἀπογόνους. Αὐτό θά τό πετύχῃ μέ τήν τοποθέτησι τῆς συνειδήσεώς του σέ ὅσο γίνεται ὑψηλότερο βάθρο, μέ τήν εἰλικρίνεια τῆς αὐτοκριτικῆς του καί μέ τήν καλλιέργεια τῆς κοινωνικῆς ὑγιεινῆς, πού θα τόν προστατεύῃ ὁλοένα καί περισσότερο ἀπό τή φθορά τῆς γονοτυπικῆς του οὐσίας ἀπό ἀσθένειες (σύφιλη, ψυχικές καί νευρικές παθήσεις, παθήσεις τῆς ἀνταλλαγῆς τῆς ὕλης) καί ἀπό δηλητήρια (οἰνόπνευμα, ναρκωτικά). Ἀλλά τό σκοπό αὐτό τόν ἐπιβουλεύονται δυστυχῶς οἱ ἀδυναμίες τοῦ ἀνθρώπου, πού, ἄν ἀποτελοῦν τή χάρι του, ὁδηγοῦν ὅμως καί στόν ὄλεθρό του».
      ἄνθρωπος συνεπῶς ὀφείλει νά ἀγωνίζεται συνεχῶς καί νά καθαρίζῃ τόν αυτό του ἀπό κάθε ὑλική καί ἀκάθαρτη ἡδονή, ἀπό κάθε μολυσμό σαρκός καί πνεύματος (πρβλ. Β΄Κορινθ. ζ΄ 1), νά λυτρωθῇ ἀπό τό φόβο τῆς ὀδύνης, νά ἐλευθερωθῇ ἀπό τό φοβερό πάθος τῆς Φιλαυτίας. Νά ἀγωνίζεται καί νά νεκρώνῃ, μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ τά βρωμερά, τά σαρκικά του πάθη καί νά ἀγαπᾶ τό Θεό μέ τέλεια ἀγάπη. Νά φθάσῃ δηλαδή στό σημεῖο, πού κάθε του συμπεριφορά, συνεπῶς καί ἡ συμπεριφορά του πρός τό ἄλλο φύλο, νά καταυγάζεται καί νά ἐξαγιάζεται ἀπό  θεῖο ἔρωτα.
     Εἶναι γνωστόν ὅτι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν Μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὅπως τήν ἔχει ἐνσαρκώσει καί τήν ἔχει διακηρύξει ὁ Χριστός μέ τή Σταυρική Του Θυσία (Ἰωάν. ιγ΄ 34-35). Αὐτή εἶναι ἡ τέλεια ἀγάπη πρός τόν  Θεόν καί πρός τόν πλησίον για τό Θεό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν βιώνει τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τότε ἡ κάθε του κίνησι καί ἡ κάθε του πρᾶξι δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀγαθή. Ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος λέγει ὅτι «ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ρίζα παντός ἠθικοῦ ἀγαθοῦ. Οὐδέν δέ οὔτε λέγεται οὔτε εἶναι ἀγαθό ἄνευ ἀγάπης»
   ἀμοιβαία ἕλξι  μεταξύ τῶν δύο φύλων, τότε μόνον θά φέρῃ στήν προσωπική καί ἰσόβιο ἕνωσι, μέ κύριο, βασικό σκοπό  τήν πνευματική τους τελείωσι, ὅταν διαποτίζεται ἀπό τέλεια χριστιανική ἀγάπη, πού «μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, οὐ ζηλοῖ, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τό κακόν, οὐ χαίρει ἐπί τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δέ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει καί οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Κορινθ. ιγ΄ 4-8). Αὐτή τή ἀγάπη ἐννοεῖ ὁ ἱερός Αὐγουστῖνος καί λέγει: «ama et  fac quod vis». Δηλαδή «ἀγάπα καί κάμε ὅ,τι θέλεις». Πρᾶγμα, πού φυσικά σημαίνει ὅτι  κάθε πρᾶξι, κάθε συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου, πού ἔχει γνήσια ἀγάπη θά εἶναι ἀγαθή, θά εἶναι συμπεριφορά «ἐν Θεῷ». Καί «ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη καί ὁ μένων ἐν τῆ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 16).
    Αὐτῆς «τῆς γνησίας ἀγάπης, ἴσον οὐδέν», λέγει ὁ Χρυσόστομος. Καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέγει ὅτι αὐτή ἡ γνήσια ἀγάπη Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον. Καί εἶναι πιά σέ ὅλους φανερόν ὅτι ἡ χριστιανική ἀγάπη εἶναι δυναμική κατάστασις τῆς ψυχῆς, πού φέρει σέ ἄρρηκτη ἕνωσι τούς ἀνθρώπους μεταξύ τους καί μέ τό Θεό. Γι’αὐτό καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον λέγει ὅτι
«κραταιά ὡς θάνατος ἀγάπη, σκληρός ὡς ᾏδης ζῆλος· περίπτερα αὐτῆς περίπτερα πυρός, φλόγες αὐτῆς· ὕδωρ πολύ οὐ δυνήσεται σβέσαι τήν ἀγάπην καί ποταμοί ο συγκλύσουσιν αὐτήν» (ᾎσμα Ἀσμ. η΄ 6-8).


 
  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου