Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

«Ο ΛΟΓΟΣ ΣΑΡΞ ΕΓΕΝΕΤΟ ΚΑΙ ΕΣΚΗΝΩΣΕΝ ΕΝ ΗΜΙΝ»


«Εἰς τά ἴδια ἦλθε καί οἱ ἴδιοι Αὐτόν οὐ παρέλαβον».

                                                                         (Ἰωάν. α΄ 11).
   
     Φθάσαμε στόν 21ο  αἰῶνα μετά Χριστόν. Ζοῦμε στήν ἐποχή, πού χαρακτηρίζεται ὡς ἐποχή τοῦ διαστήματος (Διαστημική ἐποχή). Ὁμολογουμένως μεγάλη εἶναι ἡ  τεχνολογική πρόοδος. Διαπιστώνουμε ὅμως ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτῆς τῆς τεχνικῆς προόδου, ὁ δημιουργός τόσων μεγάλων ἐπιτευγμάτων  τῆς τεχνικῆς, εἶναι δυστυχής. Ἡ ζωή του εἶναι κενή καί ἡ ψυχή του ἄδεια.

Ἡ καρδιά του σπαρταράει κάτω ἀπό τό πέλμα τοῦ φόβου. Θλίψεις,  δάκρυα,  στεναγμοί, ὀδύνη καί πόνος, μᾶς συνοδεύουν στό κάθε μας βῆμα κι’ ὁ θάνατος πλανιέται γύρω μας. Τό μῖσος κυριεύει τίς ψυχές. Ὁ ἕνας ἄνθρωπος στέκεται ἀπέναντι στόν ἄλλον σάν ἐχθρός, σάν ὄρνεο ἁρπακτικό, μέ ἔμβλημα τήν Ἀπάτη, τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία. Θεά ἡ Ἀφροσύνη.

Οἱ περισσότεροι ἀπό ἐμᾶς εἴμαστε ἐμπαῖχτες, χλευαστές, βασανιστές, τύραννοι, δοῦλοι στήν ἀκαθαρσία, δέσμιοι τῆς γῆς, αἰχμάλωτοι τοῦ Διαβόλου.

                          «Καί τό νερό πού πίνουμε

                            καί τό ψωμί πού τρῶμε

                            εἶναι πικρό, πολύ πικρό...

                           «ἐσθίομεν ἄρτον ὀδύνης».

   Καί γεννιέται εὔλογο τό ἐρώτημα: Γιατί; Γιατί πουθενά δέν βρίσκουμε γαλήνη; Γιατί εἴμαστε τόσο δυστυχεῖς; Γιατί φωλιάζει στήν ψυχή καί τή ζωή μας τόσος φόβος, τόσος πόνος, τόση Ὀδύνη;

Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ κι’  ἁγνή σάν τήν ἀλήθεια.

Ὑποφέρουμε διότι οἱ περισσότεροι ἀπό μᾶς, μέσα στήν ψυχή καί τή ζωή μας, δέν δεχθήκαμε τόν ἐνανθρωπήσαντα Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ, τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτήν τοῦ κόσμου, τόν Ἰησοῦ Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μαρτυρεῖ ὅτι «εἰς τά ἴδια ἦλθε, καί οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον» (Ἰωάν. α΄ 11). Οἱ δικοί Του, ὁ τόσο πολύ εὐεργετημένος ἀπό αὐτόν Ἰουδαϊκός λαός, δέν Τόν δέχθηκαν, Τόν ἀπέρριψαν. Ὁ Προφήτης Ἡσαῒας, ὀκτακόσια χρόνια πρίν, εἶχε προφητεύσει τήν στάσι τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, ἀλλά καί ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος καί λέγει: «Κύριος ἐλάλησεν·  υἱούς ἐγέννησα καί ὕψωσα αὐτοί δέ με ἠθέτησαν. ἔγνω βοῦς τόν κτησάμενον καί ὄνος τήν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραήλ δέ με οὐκ ἔγνω καί ὁ λαός μου οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α΄ 2-3).

      Ὁ Θεός, μολονότι προεγνώριζε τήν ἀπόρριψι, ὡς ἄπειρη ἀγάπη, πραγματοποιεῖ τήν προαιώνια Βουλή Του,  τήν ἐν Χριστῷ σωτηρίαν μας. Καί εὐδοκίᾳ τοῦ Πατρός καί συνεργίᾳ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καί ἐθεασάμεθα τήν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρά πατρός, πλήρης χάριτος καί ἀληθείας» (Ἰωάν. α΄ 14). Αὐτό εἶναι γεγονός. Καί τό γεγονός οὐκ ἀπογίνεται.

     Εἶναι μεμαρτυρημένον ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ἐν σαρκί ἐληλυθώς υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 2) εἶναι ἡ ζωή μας (Κολασ. γ΄4) καί ἡ εἰρήνη μας ( Ἐφεσ. β΄ 14).  Ὅτι Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός καί ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» (Ἰωάν. ιδ΄ 6). Αὐτός καί μόνον Αὐτός εἶναι «τό Φῶς τό ἀληθινόν, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπον, πού ἔρχεται στόν κόσμο» (Ἰωάν. α΄ 9) καί ὅτι «οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενί ἡ σωτηρία· οὐδέ γάρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπό τόν οὐρανόν τό δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι  ἡμᾶς» (Πραξ. δ΄ 12). Καί εἶναι βεβαιωμένον ὅτι «πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ σωθήσεται» (Ἰωήλ γ΄ 5 . Πράξ. β΄21).

 Περισσότερα ἀπό δυό χιλιάδες χρόνια ἔχουν περάσει ἀπό τότε, πού γεννήθηκε στή Βηθλεέμ ὁ Ἰησοῦς Χριστός
καί ὄχι μόνον οἱ δικοί Του Τόν ἀπέρριψαν, ὁ λαός Του,
ἀλλά καί  ὁλόκληρος  ὁ κόσμος δέν τόν δέχθηκε σάν Κύριόν του, δέν Τόν ἀγκάλιασε σάν Σωτῆρα του. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί ἡ ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη στενάζει, βασανίζεται καί χαροπαλεύει μακριά Του.

    Οἱ περισσότεροι, σάν βρωμερά σκουλήκια,

    σερνόμαστε στό βοῦρκο, στή λάσπη

    καί λατρεύουμε τό Βόρβορο.

    Πετρώσαν’ οἱ καρδιές κι’ εἶναι κλειστές,

    ὁλόκλειστες οἱ θύρες στό Χριστό.

    Ἐπλήθυνεν ἡ ἀνομία καί ἐψύγη ἡ ἀγάπη

     τῶν πολλῶν (Ματθ. κδ΄ 12).

     Θριαμβεύει ἡ ἀνθρώπινη μωρία.

     Κατάκοιτοι στή χώρα καί τή σκιά τοῦ θανάτου

     ἀγάπησαν τό σκοτάδι, δέν ἀντέχουν τό Φως.

     Τό συνήθισαν καί δέν γυρίζουν πίσω.

    Ὅσον ἠχηρή κι’ ἄν εἶναι τῶν ἀγγέλων ἡ φωνή

     κρύβονται οἱ ὀχιές στή σκοτεινή φωλιά τους.

     Δέν θέλουν νά ἀκούσουν τήν γλυκύλαλον λαλιάν

     Τοῦ Λόγου, τήν γλυκύφθογγον φωνήν τῆς τρισηλίου

     Θεότητος. Τούς τρέφει τό σκοτάδι. Τί κρῖμα!...

     Σύρονται πίσ’ ἀπό τό ἅρμα τῆς Βαβυλῶνος τῆς       

     μεγάλης, τῆς μητέρας τῶν πορνῶν καί τῶν

     βδελυγμάτων τῆς γῆς καί μεθύουν ἐκ τοῦ αἵματος

     τῶν ἁγίων καί ἐκ τοῦ αἵματος τῶν μαρτύρων Ἰησοῦ

     (Ἀποκ. ιζ΄ 5-6). Τρέχουν πίσω ἀπό τό θηρίον τό κόκκινον,

      τό γέμον ὀνόματα βλασφημίας καί ὁ λ ο τ α χ ῶς 

      ὁδεύουν πρός τήν ἄβυσσον τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.

      Ὁ Χριστός «εἰς τά ἴδια ἦλθεν καί οἱ ἴδιοι αὐτόν

       Οὐ παρέλαβον».

     «Τό Φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν

       οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ

       πονηρά αὐτῶν τά ἔργα (Ἰωάν. γ΄ 19).                

       Πᾶς γάρ ὁ  φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ

         ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα

         αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄ 20).

        Παρ’ ὅλες τίς πληγές, πού σωρεύει στή ζωή μας ἡ

        ἁμαρτία, παρ’ ὅλες τίς προσκλήσεις τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, 

  δέν μετανοοῦμε ἐκ τῶν ἔργων τῶν  χειρῶν          ἡμῶν.  Συνεχίζουμε νά προσκυνοῦμε τά δαιμόνια  καί τά
εἴδωλα τά χρυσᾶ καί τά ἀργυρά καί  τά χαλκᾶ καί τά λίθινα   καί τά ξύλινα,  ἅ οὔτε βλέπειν  δύναται οὔτε  ἀκούειν   οὔτε περιπατεῖν.                                                                                                                                                                                                                                                                              χειρῶν
Δέν μετανοοῦμε, συνεχίζουμε

νά διαπράττουμε φόνους, φαρμακεῖες, πορνεῖες,
κλεψιές καί ἀμέτρητες ληστεῖες» (Πρβλ. Ἀποκ. θ΄ 20-21).

          

          Ὁ Θεός ὅμως εἶναι ἄπειρη ἀγάπη, ἄπειρον ἔλεος.

         «Πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς

           ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμόθ. β΄  4).

           Καί ἐνῶ ὡς Παντοδύναμος μπορεῖ νά μᾶς     

            ἐξαναγκάσῃ, σέβεται τήν ἐλευθερία μας καί

           «οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον».

            Ὁ Κύριος ἔρχεται καί μᾶς καλεῖ κοντά Του.

           Ἔρχεται καί ἵσταται ἐπί τήν θύραν καί κρούει.

             Κρούει καί ὑπομένει, ὑπομένει καί περιμένει

             νά ἀκούσουμε τή φωνή Του, νά γεννηθῇ καί

             μέσα στήν ψυχή μας ὁ Κύριος, γιατί, ὅπως

             λέγει ὁ ποιητής:

            «Χίλιες φορές κι’ ἄν γεννήθηκε στή Βηθλεέμ

              ὁ Χριστός, μέσα σου ἄν δέν γεννήθηκε, εἶσαι

              γιά πάντα χαμένος».

    Εἶναι καιρός νά καταλάβουμε ὅλοι, οἱ ταλαίπωροι θνητοί, ὅτι κανείς, ἀπολύτως κανείς, δέν μπορεῖ νά ἀποτρέψῃ τήν προαιώνια Βουλή τοῦ Θεοῦ. Θέλει νά μᾶς σώσῃ καί θά μᾶς σώσῃ. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο σαρκώθηκε ἡ Ἀγάπη καί στό σπήλαιον τῆς Βηθλεέμ ἀντάλλαξε ἀσπασμό μέ τήν Ταπεινωσύνη. Ἡ νίκη ἀνήκει στό Χριστό, ὁ Ὁποῖος «ἐξῆλθε νικῶν καί ἵνα νικήσῃ» (Ἀποκ. στ΄ 2). «Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τόν σπόρον αὐτοῦ» (Λουκ. η΄ 5) στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων. Πολλοί δέν Τόν δέχθηκαν, Τόν ἀπέρριψαν. Οἱ ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον. Ὅσοι δέ ἔλαβον αὐτόν,
ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ» (Ἰωάν. α΄ 12). Ποιός μπορεῖ νά περιγράψῃ τή χαρά καί τό μεγαλεῖον τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ;

Πότε ἐπιτέλους θά καταλάβουν οἱ ἄνθρωποι τή θεϊκή συγκατάβασι καί θά φέρουν τά βήματά τους στή Βηθλεέμ νά γονατίσουν καί νά προσκυνήσουν τό Θεῖον Βρέφος, καί ὡς οἱ Μάγοι, νά μήν ἐπιστρέψουν στόν Ἡρώδη, ἀλλά δι’ ἄλλης ὁδοῦ νά ἐπιστρέψουν εἰς τήν χώραν αὐτῶν; Πότε θά καταλάβουμε ὅτι ἡ ἄλλη Ὁδός εἶν’ ὁ Χριστός, ἡ καθ’ ὑπερβολήν Ὁδός, ὅπως διαγράφεται εἰς τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του; Εἶναι ἡ Ὁδός τῆς γνήσιας, τῆς ἁγνῆς, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης. Αὐτήν τήν ὁδόν τῆς Ζωῆς μᾶς ἀναγγέλλουν οἱ Ἄγγελοι μέ βροντερή φωνή, εὐαγγελιζόμενοι ἡμῖν χαράν μεγάλην. Εὐαγγελίζονται σέ μᾶς ὅτι «ἐτέχθη ἡμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος, ἐν πόλει Δαυῒδ» (Λουκ. β΄ 10-11), καί μᾶς καλοῦν «νά διέλθωμεν ἕως Βηθλεέμ νά ἴδωμεν τό ῥῆμα τοῦτο τό γεγονός, ὅ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν» (Λουκ. β΄ 15).

    Ἐκεῖ στή Βηθλεέμ θά ἀκούσουμε τή Φωνή τοῦ Κυρίου, ὡς βροντήν, φωνήν μεγάλην ὡς σάλπιγγος, ὡς φωνή ὑδάτων πολλῶν (πρβλ. Ἀποκ. α΄10,15. στ΄ 1. ιδ΄ 2) νά μᾶς διδάσκῃ τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του, μέ τήν ἄκρα ταπείνωσίν Του.

    Ἐκεῖ στή Βηθλεέμ  μᾶς διδάσκει, μέ τήν ἄφατον κένωσίν Του, μέ τήν ἐνανθρώπησίν Του, τόν λόγον Του, τόν λόγον τῆς Ἀγάπης Του, πού εἶναι ζωντανός  καί ζωοποιός. Καί πραγματικά εἶναι «ζῶν ὁ λόγος Θεοῦ  καί ἐνεργής καί τομώτερος ὑπέρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον καί διικνούμενος ἄχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καί πνεύματος, ἁρμῶν τε καί μυελῶν, καί κριτικός ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας» (Ἑβρ. δ΄ 12).

Ὁ λόγος Του ἀνασταίνει νεκρούς. Ὅποιος ἀκούει τό Λόγο Τοῦ Χριστοῦ γίνεται μέτοχος τῆς πρώτης ἀναστάσεως καί δέν φοβεῖται τόν δεύτερον, τόν πνευματικόν θάνατον. Καί γι’ αὐτό τό λόγο γεννήθηκε στή Βηθλεέμ ὁ Χριστός καί συναναστράφηκε τούς ἀνθρώπους, γιά νά μᾶς  ἀναστήσῃ καί νά μᾶς ἐπανεισάγῃ εἰς τόν Παράδεισο.

   Εἶναι καιρός νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀνάγκην νά ἀλλάξουμε τρόπον ζωῆς. Ὁ Προφήτης Δαβίδ μᾶς ἐρωτᾶ:

«Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; Ἱνατί ἀγαπᾶτε ματαιότητα και ζητεῖτε ψεῦδος;» ( Ψαλμ. δ΄ 3).

  Καί ὁ Ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύει τό  λόγο τοῦ Δαβίδ καί λέγει:

«Υἱοί ἀνθρώπων, ἕως πότε παχυκάρδιοι, τῇ γῇ προσηλωμένοι, κακίαν διώκοντες, πονηρίαν μετιόντες, ταῖς ἡδυπαθείαις κατασηπώμενοι;». Ἕως πότε;

Ὁ Κύριος γεννιέται στή Βηθλεέμ, ἔρχεται κοντά μας, κρούει τήν θύραν, καί, μέ πικρία, ἐρωτᾶ: «Ὦ γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη! Ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; Ἕως πότε  ἀνέξομαι ὑμῶν;» (Ματθ. ιζ΄ 17). Καί ὡς ἄπειρη ἀγάπη, γεννιέται στή φτωχική Φάτνη τῆς Βηθλεέμ καί  μᾶς καλεῖ, ἐγκαίρως, νά ἐξέλθωμεν ἀπό τήν Βαβυλῶνα:

«Ἔξελθε ἐξ αὐτῆς ὁ λαός μου, ἵνα μή συγκοινωνήσητε ταῖς ἁμαρτίαις αὐτῆς, καί ἵνα ἐκ τῶν πληγῶν αὐτῆς μή λάβητε» (Ἀποκ. ιη΄ 4).

   Εἶναι καιρός νά περάσουμε ἀπό τή Βηθλεέμ. Ἐκεῖ θά διαπιστώσουμε ὅτι ὁ Κύριος, μέ τή θεϊκή Του συγκατάβασι, ἄνοιξε τίς Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ. Ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά γίνουμε ἐμεῖς θεοί.



Ὅλα μᾶς ὁδηγοῦν στή Βηθλεέμ. Οἱ Ἄγγελοι, οἱ Ποιμένες, τό Ἀστέρι, οἱ Μάγοι μᾶς ὁδηγοῦν στό Σπήλαιο καί μᾶς καλοῦν νά προσκυνήσουμε τό Θεῖον Βρέφος καί, μέ τή Χάρι Του, νά ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς. Νά μάθουμε πώς «τόσο ἁπλᾶ ἡ Ἀγάπη κατοικεῖ καί πώς μιά Φάτνη ταπεινή διαλέγει γιά νά γείρη», ὥστε νά ἀπεκδυθοῦμε τόν παλαιόν ἄνθρωπον καί νά ἐνδυθοῦμε τόν Νέον, τόν καινόν ἄνθρωπον, τόν Χριστόν. Κι’ ἄν πήραμε τή ζωή μας λάθος, ν’ ἀλλάξουμε ζωή. Ποτέ δέν εἶν’ ἀργά.

   Εἶναι καιρός  ν’ ἀκολουθήσωμε τόν ἀστέρα, πού μᾶς ὁδηγεῖ στήν ἀστείρευτη Πηγή τῆς Ἀγάπης, νά προσκυνήσουμε τό Θεῖον Βρέφος καί νά ἐναποθέσουμε στά πόδια Του τίς ἁμαρτίες μας καί ὁ καθένας μας νά βγῇ ἀπό τό Σπήλαιον καινή κτίσις.

      «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός·

        ἀκολουθήσωμεν λοιπόν, ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ,

        μετά τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν Βασιλέων.

        Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ.

        Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδήν ἐπάξιον,

        Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον

        ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου,

        καί Θεοτόκου, ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας».







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου