Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Η ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ




Φεύγετε «τήν πλεονεξίαν,

ἥτις ἐστίν εἰδωλολατρία» (Κολοσ. γ΄ 5).



«Ὁρᾶτε καί φυλάσσεσθε ἀπό πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινί ἡ ζωή αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ» (Λουκ. ιβ΄ 15).



«Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;

Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καί  μή εἰς Θεόν πλουτῶν» (Λουκ. ιβ΄ 20-21).



Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπό τήν Πηγή τοῦ Ζῶντος Ὕδατος, ἀπό τόν Ἕνα καί Μόνον ἀληθινόν Θεόν, πού εἶναι ἡ Ἀγάπη, τόσο διευρύνεται καί «ὑπαρξιακό κενό» καί ἡ ὑπαρξιακή ἀγωνία καί ἡ  ἀνασφάλεια  μέσα στήν ψυχή του.

Τό πρῶτο πονηρόν, τό πρῶτο λάθος του εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ Θεοῦ. Τό δεύτερο βασικό λάθος του εἶναι ἡ ἄμυαλη προσπάθειά του νά ἀναπληρώσῃ τό ὑπαρξιακό κενό, τήν ἀγωνία καί τήν ἀνασφάλειά του μέ «ψευδοαναπληρώσεις». Ὁ Προφήτης Ἱερεμίας τίς ψευδοαναπληρώσεις αὐτές, τίς ὀνομάζει «Λάκκους συντετριμμένους, οἵ οὐ δυνήσονται ὕδωρ συνέχειν», ὅπως ἔχουμε πῆ.

Ἀναφέρω ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα τό πάθος τῆς πλεονεξίας. Ὅμως τό πάθος τοῦ πλέον ἔχειν τοῦ ὡρισμένου, τό πάθος τῆς πλεονεξίας, ὄχι μόνον δέν ἀναπληρώνει «τό κενόν», ἀλλά τό διευρύνει. Ὄχι μόνον δέν τόν λυτρώνει ἀπό τήν ἀγωνία καί τήν ἀνασφάλεια, ἀλλά  βυθίζει τόν πλεονέκτη στήν ἄβυσσο τῆς αἰώνιας Ὀδύνης.

Δέν ἀναπαύεται. Δέν χαίρεται τίποτε. Ζῆ μέσα στό φόβο καί τήν ἀπελπισία:

«Τί ποιήσω; Τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τούς καρπούς μου;...

 Τό πάθος τῆς πλεονεξίας πολλαπλασιάζει μέσα στήν ψυχή του τήν ἀγωνία καί τήν ἀνασφάλεια, διότι τήν βυθίζει εἰς τόν βόρβορον τῆς Ὕλης. Ὁ πλεονέκτης «ἐμπήγεται εἰς ἰλύν βυθοῦ, καί οὐκ ἔστιν ὑπόστασις» (Ψαλμ.68,2). Δηλαδή, βυθίζεται σέ βρομερή λάσπη, σέ βόρβορο, πού δέν ἔχει στερεά βάσι καί συνεχῶς βυθίζεται, φέρεται πρός τά κάτω καί κινδυνεύει νά ταφῇ σ’ αὐτόν. Ὁ πλεονέκτης γίνεται «δέσμιος τῆς γῆς» (Θρῆνοι γ΄ 34), γίνεται καί «δέσμιος σκότους καί αἰχμάλωτος παρατεταμένης νυκτός» (πρβλ. Σοφ. Σολ. ιζ΄ 2) διότι τόν ἐγκαταλείπει ἡ θεία χάρις, ἡ θεία πρόνοια καί ζῆ μέσα σέ ἀφόρητη ἀγωνία καί ἀνασφάλεια.  Ὁ πλεονέκτης θεοποιεῖ τόν πλοῦτο, τά ὑλικά ἀγαθά. Λατρεύει ὡς Θεόν, τόν Μαμωνά, τό Σατανᾶ, τό Χρῆμα καί ἀρνεῖται τόν Ἀληθινόν Θεόν. Ὁ πλεονέκτης

προσκυνεῖ τόν χρυσόν, «τά εἴδωλα ἀργύριον καί χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων», καί ἀρνεῖται τόν Χριστόν, «τόν Θησαυρόν τῶν Θησαυρῶν», τόν
«πολύτιμον μαργαρίτην» καί ποδοπατεῖ στήν πρᾶξι τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, καί σωρεύει συμφορές στή ζωή του καί  κυρίως στίς ζωές τῶν συνανθρώπων του καί παραμένει μέ τή θέλησί του «κατάκοιτος στή χώρα καί τή σκιά τοῦ Θανάτου» καί συγχρόνως νομίζει ὅτι εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς προόδου, ἐνῶ στήν πραγματικότητα ἐπιστρέφει στίς τρῶγλες καί τά σπήλαια καί προσπαθεῖ νά ἱκανοποιήσῃ τή δίψα του καί νά ἱκανοποιήσῃ τίς μεταφυσικές του ἀνησυχίες «στά λασπονέρια» τῆς ἀποστασίας, σέ λάκκους συντετριμμένους, σέ τρύπιες δεξαμενές, πού δέν μποροῦν νά συγκρατήσουν νερό. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο καί τό νερό πού πίνουμε εἶναι πικρό καί τό ψωμί, πού τρῶμε εἶναι «ἄρτος Ὀδύνης» (Ψαλμ. 126,2).
Ὁ πλεονέκτης, ὁ ἄφρων, ὁ ἄμυαλος τῆς Παραβολῆς, δέν ἠσυχάζει, δέν ἡρεμεῖ, ἀγωνιᾶ, μένει ἄγρυπνος καί συλλογίζεται: Τί ποιήσω; Ποῦ θά συγκεντρώσω τούς καρπούς μου; Ξαγρυπνᾶ μάταια, ἐγείρεται μετά τό καθῆσθαι καί ἐσθίει ἄρτον ὀδύνης, τήν ἴδια ὥρα πού ὁ πανάγαθος χαρίζει τό θεῖον δῶρον τοῦ ὕπνου, τή χαρά καί τή γαλήνη στούς ἀγαπητούς του, στούς πιστούς, σέ ὅλους ἐκείνους, πού ἐναποθέτουν τήν ψυχή τους καί τή ζωή τους στἄχραντα Χέρια Του (Ψαλμ. 126,2).

Ὁ Ἄρφρων, ὁ πλεονέκτης δέν γαληνεύει. Καί γκρεμίζει τίς παλιές του ἀποθῆκες καί κτίζει καινούριες, μεγαλύτερες καί ἀποθηκεύει ἐκεῖ, ὅπως λέγει ὁ ἴδιος, τά ἀγαθά του καί λέγει: «Ψυχή, ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. ιβ΄ 18-19).
Ὑπάρχουν, δυστυχῶς, πολλοί συνανθρωποί μας, ἄμυαλοι, ἄφρονες, πού σκέπτονται καί ἐνεργοῦν ἔτσι, ὅπως ὁ ἄφρων πλούσιος τῆς Παραβολῆς. Ὑπάρχουν πολλοί πλεονέκτες πού, μέ τήν προβληματική τους συμπεριφορά, ἑδραιώνουν, σέ παγκόσμια Κλίμακα, τήν κοινωνική Ἀδικία. Χωρίς ντροπή, καί μέ λυσσώδη μανίαν, κατατρύχουν, κατατρώγουν, κατασπαράσσουν τούς ἀθώους, καί γενικά κατατυραννοῦν τόν ἑαυτόν τους καί τούς συνανθρώπους τους. Ζοῦν χωρίς ἀγάπην, χωρίς Θεόν. Μισοῦν τό Φῶς, μισοῦν τήν Ἀλήθεια.
«Αὕτη δέ ἐστίν ἡ κρίσις, ὅτι φῶς ἐλήλυθεν εἰς τόν κόσμον, καί ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τό σκότος ἤ τό φῶς· ἦν γάρ πονηρά αὐτῶν τά ἔργα. Πᾶς γάρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τό φῶς καί οὐκ ἔρχεται πρός τό φῶς, ἵνα μή ἐλεγχθῇ τά ἔργα αὐτοῦ» (Ἰωάν. γ΄  19-20).


Εἶναι καιρός, πρίν νά εἶναι ἀργά, νά ἀκούσουμε τή φωνή τοῦ Χριστοῦ, πού κρούει τή θύρα  καί νά καταλάβουμε, νά συνειδητοποιήσουμε ὅλοι ὅτι ἡ πλεονεξία εἶναι θανάσιμον πάθος, εἶναι ἄρνησις τοῦ Θεοῦ τῆς Ἀγάπης. Εἶναι εἰδωλολατρία.

Εἶναι καιρός νά ἐννοήσουμε ὅλοι μας:

1ον) τό βραχύ τῆς Ζωῆς  καί τή ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων πραγμάτων καί τῶν ἀνθρωπίνων ἐπιδιώξεων. 
«Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης. Τί τόν ὠφελεῖ τό πάθος τῆς πλεονεξίας; Ποιά εἶναι ἡ ὠφέλειά του ἀπό τό μεγάλο μόχθο, πού καταβάλλει σέ ὅλη τή ζωή του στή γῆ; Ἀπολύτως καμμιά. Ἡ μιά ἀνθρώπινη γενεά  φεύγει καί ἡ ἄλλη ἔρχεται. Ἡ γῆ ὅμως  μένει πάντοτε (πρβλ. Ἐκκλησ. α΄ 2).
2ον) Εἴμαστε πάροικοι καί παρεπίδημοι, προσωρινοί διαβάτες σ’ αὐτή τήν ἄθλια παροικία, εἰς τήν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου γῆν, μέ προθεσμία λήξεως, «ἕως τοῦ ἀποστρέψαι ἡμᾶς εἰς τήν γῆν, εξ ἧς ἐλήφθημεν, ὅτι γῆ ἐσμέν καί εἰς γῆν ἀπελευσόμεθα» (παρβλ. Γενέσ. γ΄ 19). 
3ον) Φεύγοντας γιά τήν ἄλλη ζωήν, τήν ὄντως ζωήν, δέν παίρνουμε τίποτε ἀπολύτως μαζί μας.
Οἱ δίκαιοι παίρνουν μόνον τά ἔργα τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης τους, τήν καλωσύνη τους ,τήν ἀρετή τους.
Ὁ Ἰώβ λέγει: «Αὐτός γυμνός ἐξῆλθον ἐκ κοιλίας μητρός μου καί γυμνός ἀπελέυσομαι ἐκεῖ» (Ἰώβ α΄21).


Καί ὁ Σοφός Σολομών τονίζει ὅτι « ὅπως κάθε ἄνθρωπος γυμνός ἐξῆλθεν ἐκ κοιλίας μητρός του, ἔτσι γυμνός, ὅπως ἁρμόζει, θά ἐπιστρέψῃ εἰς τήν γῆν καί δέν θά λάβῃ τίποτε σάν ἀμοιβή τῶν κόπων ὅπως γυμνός κάθε ἄνθρωπος πορεύεται στόν τάφον. Καί πραγματικά ἡ συγκέντρωσις πλούτου εἶναι  μιά  μεγάλη ἀρρώστια, μεγάλη συμφορά, διότι ὅπως γυμνός κάθε ἄνθρωπος ἦλθε στόν κόσμο, γυμνός πάλι θά φύγῃ ἀπ’  αὐτό τόν κόσμο. Ποιά εἶναι ἡ θετική ὠφέλεια ἀπό τήν πλεονεξία, ποιά ἡ ὠφέλεια γιά τούς κόπους πού κατέβαλε; Μάταια μοχθεῖ τά περισσεύματα  σκορπίζονται σάν φύλλα ἀπό τόν ἄνεμον» (παρβλ. Ἐκκλησ. ε΄ 14-15).

Ἐξάλλου ποιά ἀξία ἔχουν τά ὑλικά ἀγαθά;

Ποιός μπόρεσε μέ αὐτά νά πρόσθέσῃ κάτι στό ὕψος του; Ποιός μπόρεσε νά προσθέσῃ στόν ἑαυτόν ἕνα κλάσμα δευτερολέπτου ζωῆς; Ποιός μπόρεσε νά διώξῃ τήν ἀρρώστια μέ τά πλούτη του; Ποιός μπόρεσε νά νικήσῃ τό Θάνατο μέ αὐτά;
Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά, μία ροπή καί ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται, λέγει ὁ Ἅγιος ΄Ἰωάννης Δαμασκηνός.
4ον)Ὁ ἰσχυρισμός τοῦ ἄφρονος Πλουσίου καί τῶν ὁμοίων του ὅτι τά ἀγαθά εἶναι δικά τους, εἶναι ψευδής καί ἀνίσχυρος. Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι τά ἀγαθά εἶναι δικά τους δέν ἔχουν ἐπαφήν μέ τήν πραγματικότητα. Δηλαδή, εἶναι σχιζοφρενεῖς.
Διότι ὅλα ὅσα ἔχουμε, τά πάντα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὕπαρξίς μας, τό εἶναι μας, ἡ ψυχή ,τό σῶμα, ἡ ὑγεία, ἡ ὄρεξι γιά δουλειά, ὁ ἥλιος, ἡ βροχή, ὁ ἀέρας, ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἄφρων αὐτός πού λέγει στήν ψυχή του· «Ψυχή ἔχεις πολλά ἀγαθά, κείμενα εἰς ἔτη πολλά...»
Ὁ Ἁπόστολος Παῦλος μᾶς προσγειώνει ὅταν μᾶς ἐρωτᾶ:  Ἄνθρωπε, «Τί ἔχεις ὅ οὐκ ἔλαβες; Εἰ δέ 
καί ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μή λαβών; (Α΄Κορινθ. δ΄7).
Ἄμυαλε ἄνθρωπε, τρελλέ, δυστυχισμένε, κακέ  Οἰκονόμε τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ,  μάθε ἐπί τέλους ὅτι τίποτε δέν εἶναι δικό σου. Ὅλα εἶναι τοῦ Θεοῦ. «Καί τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τό δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται» (Ἐφεσ. β΄8-9).

Στήν Παραβολή ὁ Κύριος ἀναγγέλλει στόν ἄφρονα:
«Ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί (οἱ δαίμονες πού ὑπηρέτησες στή ζωή σου) τήν ψυχή σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται»; «Ἔτσι ἀκριβῶς συμβαίνει στόν καθένα πού θησαυρίζει γιά τόν ἑαυτόν του καί δέν πλουτεῖ εἰς Θεόν» (Λουκ. ιβ΄ 20-21).
Εἷναι καιρός νά καταλάβουμε τήν ἀλήθεια, πού μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος καί νά ἐγκολπωθοῦμε τόν Χριστόν καί τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀγάπης Του. Νά παύσουμε νά εἴμαστε κλέφτες, λῃστές, καταχραστές τῶν ξένων ἀγαθῶν. Νά ἀποκαταστήσουμε στή ζωή μας τήν Κοινωνικήν Δικαιοσύνην. Νά βασιλεύσῃ στήν ψυχή καί τή ζωή μας ἡ γνήσια ἀγάπη. Νά θανατώσουμε τόν Ὄφι πού φωλιάζει μέσα μας καί μᾶς θανατώνει. Νά φυλάξουμε τήν ψυχή μας ἀπό τό πάθος τῆς πλεονεξίας, γιά νά βροῦμε γαλήνη καί ἀνάπαυσι στό Θεό, τόν Κύριό μας τόν Ἰησοῦν Χριστόν, τόν Δωτῆρα καί Εὐεργέτην τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων ἡμῶν καί μέ ἔργα ἀγάπης νά Τόν ὑμνοῦμε καί τόν δοξάζουμε αἰώνια σύν τῷ Πατρί καί τῶ παναγίῳ Πνεύματι. Ἀμήν.


1 σχόλιο: