Παρασκευή, 3 Νοεμβρίου 2017

ΑΠΕΙΡΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ



Ἀναλλοίωτη, ἀμετάβλητη, σταθερή, αἰωνία εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, γιά τά πλάσματά του.


«Τίς ἡμᾶς χωρίσει ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ;
Θλῖψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός ἤ λιμός ἤ γυμνότης ἤ κίνδυνος ἤ μάχαιρα;
Καθώς γέγραπται ὅτι ἕνεκά σου θανατούμεθα ὅλην τήν ἡμέραν· ἐλογίσθημεν ὡς πρόβατα σφαγῆς.
Ἀλλ’ ἐν τούτοις πᾶσιν ὑπερνικῶμεν διά τοῦ ἀγαπήσαντος ἡμᾶς.
Πέπεισμαι γάρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωή οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαί οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῶ Ἰησου τῶ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. η΄ 35-39)




Δέν εἶναι ὑπερβολή, ἄν ποῦμε ὅτι, δυστυχῶς, ζοῦμε σέ μιά ἐποχή ἀποστασίας, ἐποχή σχιζοφρενική. Σέ μιά ἐποχή στήν ὁποία κυριαρχεῖ ἡ Ἀφροσύνη καί πολλοί δυστυχεῖς συνάνθρωποί μας ἀρνοῦνται τόν Ἕνα καί Μόνον Ἀληθινόν Θεόν καί λατρεύουν «τήν κτίσιν παρά τόν Κτίσαντα», λατρεύουν «τά εἴδωλα ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων». Λατρεύουν τό Βόρβορο, τόν Μαμωνᾶ, τό Χρῆμα, τό Διάβολο.
Συνέπεια τῆς Ἀποστασίας, τῆς Ἀρνήσεως, εἶναι   ἡ ἀπαξίωσις τῶν Ἀξιῶν, ἡ ἁλματώδης αὔξησις τῆς ἐγκληματικοτητος, ἡ ἀπουσία τῆς ἀγάπης ἀπό τή ζωή τῶν ἀνθρώπων.
Ὁ Ἕνας ἄνθρωπος βλέπει τόν συνάνθρωπόν του σάν ἀντικείμενο ἐκμεταλλεύσεως. Καί μέ τήν ἀπάνθρωπη συμπεριφορά τους σωρεύουν συμφορές. «Ἐψύγη ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν». Λάσπη, πολλή λάσπη, δάκρυα, θλίψεις, στενοχώριες, πόνος, ὀδύνη, θάνατος μᾶς κυκλώνουν. 


Εὐτυχῶς  ὅμως , - πρέπει νά τό τονίσω αὐτό- οἱ Πιστοί στό Χριστό, «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ», μολονότι διώκονται, δέν φοβοῦνται τίποτε καί κανέναν, διότι ὁ Παντοδύναμος καί Πανταχοῦ Παρών εἶναι μαζί τους.
Ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά τά πλάσματά Του καί πρῶτα, κατά λόγον δικαιοσύνης,  γιά τούς πιστούς, γιά τό Λαό Του, εἶναι ἄπειρη, ἀναλλοίωτη, σταθερή, ἀμετάβλητη, αἰωνία. Τίποτε καί κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι δικός μας καί εἴμαστε δικοί Του.


Ὁ Πανάγαθος καί φιλάνθρωπος, «ὅς θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας  
ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμόθ. β΄ 4), βροντοφωνάζει σέ ὅλους καί τονίζει ὅτι εἶναι δικός μας καί εἴμαστε δικοί Του καί ὅτι δέν πρέπει νά φοβούμαστε τίποτε καί κανέναν καί λέγει: «Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου. Οὐκ ἔσονταί σοι θεοί ἕτεροι πλήν ἐμοῦ... Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, Θεός ζηλωτής» (Ἐξόδ. κ΄ 2-5).
Ὁ Προφήτης Δαβίδ αἰσθάνεται τήν ζωντανή Παρουσία καί τήν παντοδύναμον Προστασίαν τοῦ Θεοῦ καί τονίζει σέ ὅλους τούς πιστούς καί λέγει:
«Ὁ ΘΕΟΣ ἡμῶν καταφυγή καί δύναμις, βοηθός ἐν θλίψεσι ταῖς εὑρούσαις ἡμᾶς σφόδρα. Διά τοῦτο οὐ φοβηθησόμεθα...» (Ψαλμ. 45, 1-12). Δέν θά φοβηθοῦμε ποτέ καί γιά τίποτε, διότι ὁ Κύριος τῶν Δυνάμεων εἶναι μαζί μας, φρούριόν μας ὁ Θεός τῶν πατέρων μας. Ὁ Θεός, σάν στοργικός Πατέρας. μᾶς σκεπάζει μέ τή χάρι Του καί μᾶς προστατεύει. Καί εἶναι ὁλοζώντανη ἡ Παρουσία Του στή ζωή ἐκείνων πού Τόν δέχονται καί πιστεύουν εἰς τό ὄνομα αὐτοῦ καί τούς «δίδει ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι» (πρβλ. Ἰωάν. α΄12).
Τόσο πολύ ἀγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς Αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχει ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. γ΄16).


Καί ὁ Παῦλος λέγει: «Συνίστησι δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων  ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. ε΄ 8 ). Εἶναι δέ φυσικό νά μᾶς σώζει καί νά μᾶς σκεπάζῃ μέ τή Χάρι Του, πολύ περισσότερο τώρα, πού δικαιωθήκαμε μέ τό Αἷμα Του καί συμφιλιωθήκαμε μέ τόν Θεόν Πατέρα καί πιστεύουμε σ’ Αὐτόν καί παραμένουμε ἑνωμένοι μαζί Του διά τῆς ὑπακοῆς εἰς τόν πανάγιον λόγον Του.
Ὁ Καλός ποιμήν ἀγαπᾶ τά πρόβατά Του:
«Καί τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων» (πρβλ. Ἰωάν. ι΄ 1-21). Ἄπειρη  εἶναι ἡ ἀγάπη Του καί παντοδύναμη εἶναι ἡ προστασία Του. Τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη Του. Μᾶς  κρατάει στά Χέρια Του καί μᾶς ἐναποθέτει στά Χέρια τοῦ Οὐρανίου πατρός καί μᾶς βεβαιώνει, γιά τήν παντοδύναμον προστασία Του: «Κἀγώ ζωήν αἰώνιον δίδωμι αὐτοῖς, καί οὐ μή ἀπόλωνται εἰς τόν αἰῶνα, καί οὐχ  ἁρπάσει τις αὐτά (ἐννοεῖται , τά πρόβατά μου) ἐκ τῆς χειρός μου. Ὁ πατήρ μου, ὅς δέδωκέ μοι, μείζων πάντων ἐστί, καί οὐδείς δύναται ἁρπάζειν ἐκ τῆς χειρός τοῦ πατρός μου. ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΗΡ ΕΝ ΕΣΜΕΝ» (Ἰωάν. ι΄ 28-30).
Ἔχουμε ἀπόλυτη βεβαιότητα ὅτι τίποτε καί κανείς δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρήσῃ ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἔχει ὁ Θεός σέ μᾶς. Εἶναι τό καταφύγιόν μας, τό Φρούριόν μας, ἡ ἀσφαλής προστασία μας. Εἶναι ἠ ζωή μας καί ἡ εἰρήνη μας. Νοιώθουμε ἀπόλυτη σιγουριά καί ἀσφάλεια κάτω ἀπό τήν παντοδύναμον προστασίαν Του.





Ἐκεῖνο τώρα, πού πρέπει, καί εἶναι μεγάλη  ἀνάγκη νά ἐξετάσουμε εἶναι ἐάν πιστεύουμε καί λόγῳ καί ἔργῳ, ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ, ὄχι δηλαδή μέ τά χείλη , ἀλλά μέ τήν καρδιά μας ἀγαπᾶμε καί λατρεύουμε τόν Χριστόν.
Ἐκεῖνος σταυρώθηκε γιά μᾶς «ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται». Ἐκ τούτου συνάγεται ὅτι «ὁ μή πιστεύων ἀπόληται».
Ἐμεῖς πιστεύομεν καί λατρεύουμε τό Θεό, μέ ὅλη τή δύναμι τῆς ψυχῆς μας, χωρίς ἐξαναγκασμό, μέ τή θέλησί μας; Ἐάν ναί, τότε εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του καί συνεπῶς τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς χωρίσῃ ἀπό τήν ἀγάπη Του.
Ἐάν ὅμως δέν πιστεύουμε, τότε δέν εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του καί δέν Τόν ἀγαπᾶμε, ὅπως ὀφείλουμε. Συνεπῶς χρειάζεται νά κάνουμε ὅλοι ἕναν ἐνσυνείδητον αὐτοέλεγχον, ὥστε νά διαπιστώσουμε σέ ποιά  πνευματική  κατάστασι βρισκόμαστε. Καί ἄν διαπιστώσουμε ὅτι δέν ἔχουμε ἀγάπη, νά σπεύσουμε νά ζητήσουμε τό Ἔλεός Του, καί εἰλικρινά μετανοιωμένοι νά ἐπιστρέψουμε κοντά Του. Νά φροντίσουμε  νά συναγωνίζεται ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Θεόν, τήν ἀγάπη, πού ἔχει ὁ Χριστός σέ μᾶς, ὥστε νά μή μπορῇ νά μᾶς χωρίσῃ τίποτε καί κανείς ὄχι μόνον ἀπό τήν ἀγάπη, πού ἔχει ὁ Θεός σέ μᾶς, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀγάπη πού ὀφείλουμε νά ἔχουμε ἐμεῖς   στό Θεό τήν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς συμβουλεύει καί λέγει:
«Γίνεσθε οὖν μιμηταί τοῦ Θεοῦ ὡς τέκνα ἀγαπητά, καί περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθώς καί ὁ Χριστός ἠγάπησεν ἡμᾶς καί παρέδωκεν ἑαυτόν ὑπέρ ἡμῶν προσφοράν καί θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας...» (Ἐφεσ. ε΄ 1-21).



Ὅπως ὁ Χριστός, ἔτσι κι’ ἐμεῖς νά ζοῦμε ἐνσαρκώνοντας τή γνήσια, τήν ἁγνή, τήν ἀνυπόκριτη, τήν ἐσταυρωμένη ἀγάπη. Καί ποτέ νά μή λησμονοῦμε: τό λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, πού λέγει ὅτι «τῆς γνησίας ἀγάπης ἴσον οὐδέν» καί τό λόγο τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, πού λέγει ὅτι «ἡ γνησία ἀγάπη Θεόν ποιεῖ τόν ἄνθρωπον». Κι’ αὐτό, γιατί «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί, καί ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καί ὁ Θεός ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ἰωάν. δ΄16).
    






       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου