Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΦΑΡΙΣΑΙΟΣ, ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΣ ΑΠΟΦΥΓΕΙΝ.

Στό Φαρισαϊσμό
ἄλλο εἶναι τό «Φαίνεσθαι» καί ἄλλο τό «Εἶναι».




      «Εἶπε δέ πρός τινας τούς πεποιθότας ἐφ΄ ἑαυτοῖς ὅτι  εἰσί δίκαιοι, καί ἐξουθενοῦντας τούς λοιπούς, τήν παραβολήν ταύτην( Λουκ. ιη΄ 10-14).



πῆρχαν  στήν ἐποχή τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά  καί σέ κάθε ἐποχή ὑπάρχουν ἄνθρωποι, πού ἔχουν πεποίθησιν εἰς τούς ἑαυτούς τους, ὅτι εἶναι δίκαιοι καί ἔχοντες τήν ἰδέα αὐτή περιφρονοῦν τούς ἄλλους.
Πρός αὐτούς ὁ Κύριος εἶπε τήν Παραβολήν τοῦ
Τελώνου καί τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ιη΄ 9-14).
Θέλει ὁ πανάγαθος νά θεραπεύση τό Πάθος τῆς
ὑπερηφανείας καί νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τό Φαρισαϊσμό:

«Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τό Ἱερόν, διά νά προσευχηθοῦν. Ὁ ἕνας εἶναι Φαρισαῖος καί ὁ ἄλλος Τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στέκεται ἐπιδεικτικά, στό κέντρο τοῦ Ναοῦ, γιά νά τόν βλέπουν ὅλοι, γιά νά προκαλέσῃ ἐντύπωσι. Καί δέν προσεύχεται πρός τόν Θεόν, ἀλλά πρός τόν ἑαυτόν του. «Σταθείς  πρός ἑαυτόν», γιά νά δοξάσῃ τόν ἑαυτόν του, ταῦτα προσηύχετο»: Σέ εὐχαριστῶ Θεέ μου, διότι ἐγώ δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, πού εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί ἤ καί σάν αὐτόν ἐκεῖ τόν Τελώνην. Ἐγώ νηστεύω δύο φορές τήν ἑβδομάδα, Δευτέρα καί Πέμπτη. Ἐγώ προσφέρω στό Ναό τό δέκατο γενικά ἀπό ὅλα, ὅσα ἀποκτῶ. Ἐγώ εἶμαι ἀλάθητος.



Φαρισαῖος, δυστυχῶς, δέν αἰσθάνεται τήν οὐτιδανότητά του οὔτε μπροστά στό Θεό. Νομίζει ὅτι εἶναι ἐνάρετος, ὅτι αὐτός δέν κάνει σφάλματα, καί συνεπῶς δέν μετανοεῖ καί γιά κανένα λόγο δέν ζητεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, διότι ὄχι μόνον δέν ἀποδέχεται τήν προσωπική του ἐνοχή, ἀλλά μεταβιβάζει στούς ἄλλους τή δική του ψυχική βρωμερότητα καί ἀκαθαρσία.



Κατηγορεῖ καί περιφρονεῖ τούς ἄλλους. Ἔχει μῖσος στήν ψυχή του γιά τόν ἀκάθαρτον καί ἁμαρτωλόν λαόν, τόν am-ha-arez. Οἱ Φαρισαῖοι (ἐκ τοῦ Φαράς - ἀποχωρεῖν , ἐκ τοῦ paras = ἀποχωρίζειν, διακρίνειν, ὀνομάζονται perushim= κεχωρισμένοι. «Ἐλέγοντο δέ Φαρισαῖοι διά τό ἀφωρισμένους εἶναι αὐτούς ἀπό  τῶν ἄλλων» (Migne, P.G. 41,249).


Ἀντίθετα ὁ Τελώνης προσέρχεται στό Ναό καί στέκεται μακρυά ἀπό τό Θυσιαστήριο, δέν θέλει νά σηκώσῃ τά μάτια του στόν οὐρανό καί μέ βαθειά συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του κτυπᾶ τό στῆθος του, μετανοεῖ εἰλικρινά καί ζητεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Δέν κρύβει τό ἀληθινό του πρόσωπο. Παρουσιάζει  στόν Καρδιογνώστη, τόν πραγματικό, τόν ἀληθινό ἑαυτό του. Ἀναγνωρίζει τήν προσωπική του ἐνοχή. Δέν μεταβιβάζει στούς ἄλλους τό δικό του φταίξιμο καί συντετριμμένος ζητεῖ ἔλεος :  

                Κύριε, εἶμαι ἁμαρτωλός.
              Θεέ μου, συγχώρεσέ με.
        Ὁ Θεός ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ.


Δυστυχῶς οἱ Φαρισαῖοι δέν δέχονται συμβουλές εἶναι καθηλωμένοι εἰς τήν ὑψηλή ἰδέαν, γιά τόν ἑαυτό τους.

 Κυριεύονται ἀπό τό ὀλέθριο πάθος τῆς ὑπερηφανείας. Νομίζουν ὅτι εἶναι δίκαιοι καί ξεχωρίζουν τόν ἑαυτόν τους ἀπό τούς ἄλλους, τούς ὁποίους περιφρονοῦν καί τούς χλευάζουν. Δέν ἔχουν ἔλεος. Δέν ἔχουν ἀγάπην. Κρύβουν τό ἀληθινό τους πρόσωπο, τόν πραγματικό τους ἑαυτό καί παρουσιάζουν ἕναν πλαστό, ἕναν ψεύτικο ἑαυτό. Ἐνσαρκώνουν τήν οἴησι, τήν ἀλαζονεία, τήν κενοδοξία καί πάνω ἀπό ὅλα τόν Ἑωσφορισμό, τόν Ἐγωϊσμό,  τήν Ὑπερηφάνεια, τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία. Ἀρνοῦνται στήν «πρᾶξι» τόν Θεό, ἀντιστρατεύονται στό Θέλημά Του. Εἶναι «λοιμοί», χλευαστές (Letsim).
Οἱ Φαρισαῖοι ὡς «ψυχοπαθητικά ἄτομα δείχνουν παντελῆ ἔλλειψι ἀνθρωπίνης φιλαλληλίας, στεροῦνται κάθε εἴδους συναισθηματικῆς προσκωλήσεως καί ἀδιαφοροῦν παντελῶς γιά τά κοινῶς παραδεδεγμένα: Γνωρίζουν τί εἶναι «τό πρέπον», ἀλλά συστηματικά δείχνουν ἀναλγησία ἤ νιώθουν ἱκανοποίηση παραβαίνοντας τούς Κανόνες. Κύριο χαρακτηριστικό τῶν ἀτόμων μέ ψυχοπαθητική προσωπικότητα εἶναι ὅτι προβαίνουν στίς αντικοινωνικές αὐτές πράξεις χωρίς νά νιώθουν κανένα συναίσθημα ἐνοχῆς καί μετανοίας» (Ἰωάν.Ν. Παρασκευόπουλος, Στοιχεῖα Κλινικῆς Ψυχολογίας, Ἀθήνα 1984 σελ.22). Τά ὅσα γράφει ἐδῶ ὁ Καθηγητής περιγράφουν ἀκριβῶς τήν προβληματική συμπεριφορά τῶν Φαρισαίων.
Φοροῦν τό προσωπεῖον (masca) τοῦ Ἁγίου. Κάνουν τά πάντα «πρός τό θεαθῆναι τοῖς ἀνθρώποις» (πρβλ.Ματθ. στ΄ 1-5 κ. ἄ.).
Σχηματίζουν ἕνα δικό τους «τύπο εὐσέβειας».
Ἡ εὐσέβειά τους, «ἡ ἐσχηματισμένη αὐτή εὐσέβεια»
εἶναι ἐπιφανειακή, εἶναι μια ὑποκριτική τήρησις
ὡρισμένων τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου πρός
ἐξωτερικήν ἐπίδειξιν. Γνωρίζουν τόν Νόμον, ἀλλά
τηροῦν μόνον τίς τυπικές Διατάξεις. Δίνουν μάχες
γιά τά τυπικά διότι ἔχασαν τήν οὐσία. Γνωρίζουν
ὅτι «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται καί ταπεινοῖς
δίδωσι χάριν» καί ὅτι « πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται,
ὁ δέ ταπεινῶν  ἑαυτόν ὑψωθήσεται» καί ὅμως δέν μεταμελοῦνται. Συνεχίζουν νά  ὑποκρίνωνται τόν Ἅγιον καί νά περιφρονοῦν τούς ἄλλους. Κατηγοροῦν ἀκόμη καί τόν ἵδιο Τό Θεό. Κατηγοροῦν τό Χριστό ὡς «ἄνθρωπον φάγον καί οἰνοπότην, τελωνῶν φίλον καί ἁμαρτωλῶν»(Ματθ.  ια΄19).




Στό Φαρισαϊσμό ἄλλο εἶναι τό «φαίνεσθαι» καί ἄλλο τό «Εἶναι». Ἄλλος ὁ φαινότυπος καί ἄλλος ὁ γονότυπος. Θέλει νά φαίνεται ἅγιος, ἐνῷ στήν πραγματικότητα εἶναι ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. ’Αντιστρατεύεται στό Θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στούς Φαρισαίους ἡ
ἀντικοινωνική συμπεριφορά εκδηλώνεται ὡς αποτέλεσμα ἀπόλυτης ὑποταγῆς στόν Κώδικα συμπεριφορᾶς μιᾶς μικρότερης ὁμάδας, τῆς φαρισαϊκῆς . Δηλαδή: Οἰ Φαρισαῖοι
συγκροτοῦν συμμορία καί κατορθώνουν ἀκόμη νά Σταυρώσουν καί αὐτόν, τόν ἀληθινόν Μεσσία , τόν Χριστόν. Βέβαια ἐνῶ Σταυρώνουν τό Χριστόν «δέν εἰσέρχονται εἰς τό πραιτώριον, ἵνα μή μιανθῶσιν, ἀλλ’ ἵνα φάγωσι τό πάσχα»(Ἰωάν. ιη΄ 28).
Ἡ φαρισαϊκή προσευχή, δέν εἶναι πραγματική, δέν φθάνει στό Θρόνο τοῦ Θεοῦ. Δέν εἰσακούεται ἡ καυχησιολογία.
Ὁ Κύριος στήν παραβολή μᾶς βεβαιώνει ὅτι  ὁ ταπεινός καί εἰλικρινά μετανοιωμένος Τελώνης δικαιώθηκε. Δέχθηκε ὁ Θεός τήν Προσευχή του. Ὁ Φαρισαῖος ὅμως κατακρίθηκε.
Ὁ Κύριος θέλει νά Τόν λατρεύωμε «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ», εἰλικρινά μέ τήν καρδιά μας. Θέλει νά μή περιφρονοῦμε τούς συνανθρώπους μας, ἀλλά ἔχουμε τρυφερότητα καί ἀγάπη, σύμφωνα μέ τό παράδειγμα καί τή διδασκαλία τοῦ Κυρίου. Ὁ Φαρισαῖος, πού περιφρονεῖ τούς συνθρώπους του καί νομίζει πώς μέ τά κεριά καί τά λιβάνια θά σωθῇ, εἶναι παράδειγμα πρός ἀποφυγεῖν.
Ὁ Χριστός  γυρεύει νά τοῦ προσφέρουμε τήν καρδιά μας καθαρή, γεμᾶτη ἀγάπη καί καλωσύνη.
Ὅσοι χωρίζουν τόν ἑαυτό τους ἀπό τούς ἄλλους, λησμονοῦν ὅτι ὁ Θεός θέλει ἔλεον καί οὐ θυσίαν. Λησμονοῦν ὅτι  ἀπεχθάνεται τά τυπικά καί τήν τυπική λατρεία καί θέλει γνήσια ἀγάπη.
Καί ὁπως λέγει ὁ ἐθνικός μας ποιητής Κωστῆς Παλαμᾶς:

«Ὁ Χριστός γυρεύει νά καίγονται γι’αὐτόν καρδίες , ὄχι κεριά.
Καί μέ σταυρούς κανείς δέν τόν λατρεύει καί γονατίσματα βαρειά.
Γιατί λατρεύει τό Χριστό  ὅποιος δίνει γιά τόν πλησίον τή ζωή.
Ὅποιος τό γυμνωμένο κρυφοντύνει καί τόν πτωχό ἐλεεῖ.
Ὅποιος τήν ἀδικία κεραυνώνει καί ἁγνό τό μέτωπο κρατεῖ,
Κι’ ἔχει Θεό τήν Καλωσύνη, κι’ ἔχει Θεό τήν ἀρετή»


Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά  λυτρωθοῦμε ἀπό τόν Φαρισαϊσμό, ἀπό τό ἐπάρατο πάθος τῆς Ὑπερηφανείας.Νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν Ψευτιά καί τήν Ὑποκρισία. Νά ἀνθίσῃ
στήν ψυχή μας τό μυρίπνοον ἄνθος, πού εἶναι ἡ ὑψοποιός ἀρετή, ἡ ταπείνωσις, γιά νά φθάση ἡ προσευχή μας στό Θεό καί νά δικαιωθοῦμε, ἀκολουθοῦντες τά ματωμένα Χνάρια τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς καλεῖ κοντά Του. Καί μᾶς προτρέπει:
      
          «Φαρισαίου φύγωμεν ὑψιγορίαν καί Τελώνου
             μάθωμεν τό ταπεινόν ἐν στεναγμοῖς, πρός τόν
             Σωτῆρα κραυγάζοντες· Ἵλαθι,
             μόνε ἡμῖν  εὐδιάλλακτε».























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου