Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

4.- «ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΚΑΘΑΡΟΙ ΤΗι ΚΑΡΔΙΑι, ΟΤΙ ΑΥΤΟΙ ΤΟΝ ΘΕΟΝ ΟΨΟΝΤΑΙ»

Δ
 
 
 
Ἡ καθαρότης τῆς καρδίας ἀποκτᾶται καί διατηρεῖται μέ τήν προσωπική προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ.


    Χριστός, ὡς ἀγαθός Θεός καί μεταδοτικός τοῦ ἀγαθοῦ, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη, ὅπως ἔχουμε πῆ, μᾶς καθαρίζει μέ τό πανάγιον αἷμα Του ἀπό τίς ἁμαρτίες μας (Ἀποκ. α΄ 5-6). Γιά νά μᾶς προσφέρῃ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ζητεῖ τή θέλησί μας, τή συγκατάθεσί μας. Ἡ Χάρις Του εἶναι δεδομένη. Δέν μᾶς ἐξαναγκάζει. «Οὐ βιάζεται δέ τινα διά τό αὐτεξούσιον».
     Χρειάζεται νά πιστέψουμε καί νά δεχθοῦμε  «τό λουτρόν τοῦ ὕδατος», γιά νά λάβουμε τό «χρῖσμα», τό χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί γιά νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα, ἐκτός ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι δεδομένη, χρειάζεται καί ἡ δική μας ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια.
      Ρυθμίζουμε ὅμως τή ζωή μας σύμφωνα μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ; Πιστεύουμε καί λατρεύουμε τό Θεό τόσον, ὥστε νά διαφυλάττουμε τόν Θεῖον Χάρισμα, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας;
      λύς, λάσπη, βοῦρκος κατακλύζει τήν ψυχή μας. Δυστυχῶς, δέν προσέχουμε. Ξεχνᾶμε τό Θεό καί τίς εὐεργεσίες Του καί μολύνουμε τήν ψυχή μας, διά τῆς παρακοῆς.
    Σπέρνουμε  καταστροφές καί συντρίμμια στό κάθε μας βῆμα. Παραβαίνουμε τίς Ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί χάνουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
    Τήν ἀπώλεια τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας μποροῦμε νά τήν ἐπανακτήσουμε, μέ ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια καί μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι δεδομένη. Πεῖνα καί δίψα Του εἶναι ἡ σωτηρία μας. Γι' αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο «ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. η΄ 8). Δέν πρέπει ὅμως νά ξεχνᾶμε ὅτι  μόνον ἡ ἀκριβής τήρησις τῶν Ἐντολῶν καθιστᾶ τόν πιστό δεκτικόν τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διά τῆς τηρήσεως τῶν Ἐντολῶν, σιγά-σιγά ἐπανακτᾶ ὁ πιστός τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Τηρεῖ δέ τάς Ἐντολάς ἀπό τέλεια ἀγάπη στό Θεό καί ὄχι ἀπό τό φόβο κάποιας τιμωρίας ἤ ἀπό ἄλλα ἰδιοτελῆ ἐλατήρια.




      Δαβίδ  λέγει: «Ἀθῷος  χερσί καί καθαρός τῇ καρδίᾳ, ὅς οὐκ ἔλαβεν ἐπί ματαίῳ τήν ψυχήν αὐτοῦ καί οὐκ ὤμοσεν ἐπί δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ. Οὗτος λήψεται εὐλογίαν παρά Κυρίου καί ἐλεημοσύνην παρά Θεοῦ Σωτῆρος αὐτοῦ» (Ψαλμ. 23, 4-5). Ὁ Δαβίδ δεικνύει ὅτι πρωταρχικοί ὅροι προσεγγίσεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐξωτερική τῶν χειρῶν καί ἡ ἐσωτερική τῆς καρδίας καθαρότης. Τά χέρια εἶναι τά ἐκτελεστικά ὄργανα τῶν βουλημάτων τῆς καρδίας. Ὁ ἀθῷος χερσί ἀποφεύγει κάθε κακή πρᾶξι. Ὁ καθαρός τῇ καρδίᾳ δέν ἀγαπᾷ καί δέν ἐπιθυμεῖ τίποτε τό κακό. Εἶναι ἐσωτερικά ἅγιος καί ἐξωτερικά δίκαιος.
     Στή Χάρι τοῦ Θεοῦ, βέβαια,  καί στήν ἐπίπονη, προσωπική προσπάθεια τοῦ πιστοῦ ὀφείλεται, ὅπως ἔχουμε πῆ, ἡ ἐπανάκτησις καί ἡ διαφύλαξις τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας.
     Στούς Γαλάτες ὁ Παῦλος γράφει ὅτι ὅσοι πράγματι ἀνήκουν στό Χριστό, ὅσοι εἶναι γνήσιοι καί πιστοί Μαθητές Του «τήν σάρκα ἐσταύρωσαν σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλάτ. ε΄ 24). Οἱ πιστοί νεκρώνουν τόν σαρκικόν ἄνθρωπον μέ τά πάθη καί τίς κοσμικές ἐπιθυμίες του. Ζοῦν σύμφωνα μέ τίς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀποφεύγουν κάθε ρύπο, κάθε ἀκαθαρσία. Διώχνουν μέσα ἀπό τήν ψυχή τους τά βρωμερά τους πάθη, τήν κενοδοξία, τό φθόνο καί κάθε τί πού μολύνει τήν ψυχή.  Προσπαθοῦν νά διαφυλάττουν τήν καθαρότητα τῆς καρδίας (πρβλ. καί Γαλάτ. ε΄ -25-26).
      φέλεια εἶναι ἡ συμμόρφωσις ὅλων μας μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Πνεύματος πρός διατήρησιν τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, ἡ ὁποία καταξιώνει τόν ἄνθρωπον νά δῆ τόν Θεόν. Καλόν εἶναι νά ἐκλέξουμε  τήν ἀγαθήν μερίδα, νά ἐκλέξουμε τό Ἕνα, τό ὑπέρτατο ἀγαθό καί, ὡς ἡ Μαρία, νά καθήσουμε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά ἀκοῦμε τόν λόγον Αὐτοῦ (Λουκ. ι΄ 39, 42).


          Ζωηρή εἶναι ἡ παραγγελία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τούς Φιλιππισίους, ἀλλά καί πρός ὅλους τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν, μέ τήν ὁποίαν  μᾶς προτρέπει  σέ  ἕναν προσωπικό, ἐπίπονο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας καί νά ἐπιτύχουμε τόν τελικό σκοπό τῆς ζωῆς μας στή γῆ, πού εἶναι ἡ πνευματική μας τελείωσις, ἡ ὁμοίωσίς μας μέ τόν Θεόν, ἡ Θέωσις, πού θά μᾶς ἀξιώσῃ νά ἐπανεισαχθοῦμε εἰς τόν Παράδεισον, ὅπου θά βρεθοῦμε μπροστά στό Θεό καί θά ἀπολαμβάνουμε τό ἄπειρον Κάλλος τοῦ Προσώπου Του εἰς μακρότητα ἡμερῶν. «Τό λοιπόν, ἀδελφοί», λέγει ὁ Παῦλος, «ὅσα ἐστίν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε·  ἅ καί ἐμάθετε καί παρελάβετε καί ἠκούσατε καί εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καί ὁ Θεός τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ' ὑμῶν» (Φιλιπ. δ΄ 8-9).
      ρχεται δέ ὁ Χριστός, στήν ἐπί τοῦ Ὄρους Ὁμιλία Του, καί παραδίδει σέ ὅλους μας τό ἄριστον διάγραμμα  τῆς πνευματικῆς ζωῆς καί  τοποθετεῖ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, ὅπως ἔχουμε πῆ, μιά βαθμίδα ψηλότερα ἀπό τή Βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, ἀπό τήν Ἐλεημοσύνη, γιά νά δείξῃ ὅτι ἡ ἀπόκτησι τῶν ἀρετῶν δέν νοεῖται χωρίς τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Ὁ Κύριος εἶναι ἡ πηγή τοῦ ὕδατος τῆς Ζωῆς καί  προσφέρει «ὕδωρ ζωῆς δωρεάν» στόν καθένα πού διψᾶ τήν καθαρότητα καί τήν ἁγιότητα.


       Ἴσως ἀναρωτηθεῖ κανείς· ἡ Ἐλεημοσύνη δέν ἀξιώνει τόν ἄνθρωπον νά γίνῃ εἰρηνοποιός καί υἱός τοῦ Ὑψίστου; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὄχι, ἄν δέν συνοδεύεται ἀπό τήν καθαρότητα τῆς καρδίας.
        ἱερός Χρυσόστομος λέγει ὅτι «ἐπειδή πολλοί ἐλεοῦσι μέν, καί οὐχ ἁρπάζουσιν οὐδέ πλεονεκτοῦσι, πορνεύουσι δέ καί ἀσελγαίνουσι· δεκνύς ὅτι οὐκ ἀρκεῖ τό πρότερον, καί τοῦτο προσέθηκεν». Δηλαδή: Ἐπειδή ὑπάρχουν πολλοί πού ἐλεοῦν καί δέν πλεονεκτοῦν, δέν ἀποφεύγουν ὅμως τήν πορνείαν καί τήν ἀσέλγειαν, ἐπρόσθεσε τόν μακαρισμόν αὐτόν τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας, γιά νά δείξῃ ὅτι δέν εἶναι ἀρκετή ἡ ἐλεημοσύνη.Τοποθέτησε πάνω ἀπό τήν ἐλεημοσύνη τήν καθαρότητα τῆς καρδίας (Ὁμιλ. ΙΕ΄ , 4  εἰς Ματθ. ἐν Migne P.G. 57,228). «Οὐδενός γάρ ἡμῖν οὕτω δεῖ πρός τό τόν Θεόν ἰδεῖν, ὡς τῆς ἀρετῆς ταύτης» (αὐτόθι).
       Θέλει ὁ Θεός καί ζητεῖ νά διαφυλάττουμε τήν καθαρότητα τῆς καρδίας. Καί ὅλοι οἱ Πατέρες τονίζουν τήν ὑψίστη ἀξία τῆς καθαρότητος, διά τῆς ὁποίας ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά δῇ τό Θεό.
       ρμηνεύων ὁ Ζιγαβηνός τόν Μακαρισμόν (Ὑπόμν. Εἰς Ματθ. κεφ.Ε΄) λέγει: «Καθαρούς τῇ καρδίᾳ νόει, τούς μηδέν τι πονηρόν ἑαυτοῖς συνειδότας, ἤ τούς φυλάσσοντας τήν καρδίαν, ἀμόλυντον ἀπό τῶν ἡδυπαθειῶν, ὅπερ ὁ Παῦλος ἁγιασμόν ἐκάλεσεν, εἰπών· εἰρήνην διώκετε μετά πάντων, καί τόν ἁγιασμόν, οὗ χωρίς οὐδείς ὄψεται τόν Κύριον (Ἑβρ. ιβ΄14). Ὄψονται δέ τόν Θεόν, ὡς δυνατόν ἀνθρωπίνῃ φύσει. Τέθεικε τόν μακαρισμόν τοῦτον μετά τόν τῆς ἐλεημοσύνης, διότι πολλοί δικαιοσύνην καί ἐλεημοσύνην κατορθοῦντες, ἡττῶνται τῆς ἡδυπαθείας, καί δείκνυσιν, ὅτι οὐκ ἀρκοῦσιν ἐκεῖναι μόναι αἱ ἀρεταί» (Migne P.G. 129,194,196).


        Κύριος, μέ τό λόγο καί τό παράδειγμά Του μᾶς τονίζει ὅτι  ἡ καθαρότης τῆς καρδίας, ἡ ἀπελευθέρωσις δηλαδή τῆς ψυχῆς ἀπό τήν ὕλη καί τήν κατώτερη ζωή καί ἡ ἐπιστροφή στήν ἀρχέγονη λάμψιν της, στήν προπτωτική της κατάστασιν, ἐπιτυγχάνεται μέ τήν τέλεια ὑπακοή στόν πανάγιον Νόμο τοῦ Θεοῦ καί μέ τή Χάρι τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
        Στόν πνευματικό μας ἀγῶνα εἶναι ἀναγκαία ἡ συνύπαρξις δύο στοιχείων, γιά τήν κάθαρσι τῆς ψυχῆς. Τό ἕνα στοιχεῖο εἶναι ἡ προσωπική, ἐπίπονη, πνευματική ἄσκησις στήν τήρησι τῶν Ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀπό ὁλοκληρωτική ἀγάπη, καί τό ἄλλο εἶναι ἡ Χάρις, ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἐλευθέρα Θέλησις τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ.
      νας ἀρχαῖος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας λέγει ὅτι «οὕτως ἀδύνατον καθαρίσαι τήν ἡμῶν καρδίαν ἐξ ἐμπαθῶν νοημάτων καί ἀποδιῶξαι νοητούς ἐχθρούς ἐξ αὐτῆς, ἄνευ συχνῆς ἐπικλήσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Ἡσυχίου πρεσβ. πρός Θεόδουλον, ἐν Φιλοκλ. Α΄145,κη΄).

        ὅσιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος λέγει:


  «Καθαράν δέ καρδίαν, οὐχί μία ἀρετή, οὐδέ δύο, οὐδέ δέκα πεφύκασιν ἐκτελεῖν, ἀλλά πᾶσαι ὁμοῦ, ὡς εἰπεῖν, οἱονεί μία τις οὖσα καί εἰς ἄκρον κατορθωθεῖσα. Καί οὐδέ οὕτω καθαράν τήν καρδίαν μόναι ποιεῖσαι δύνανται, δίχα τῆς ἐνεργείας καί παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.  Καθάπερ γάρ ὁ χαλκεύς, τήν μέν τέχνην διά τῶν ἐργαλείων αὐτοῦ ἐπιδείκνυται, δίχα δέ τῆς τοῦ πυρός ἐνεργείας, οὐδέν ὅλως  κατασκευάσαι εἰς  ἔργον δύναται· οὕτω δή καί ὁ ἄνθρωπος, πάντα μέν ποιεῖ καί ὡς ἐργαλεῖα χρῆται ταῖς ἀρεταῖς· ἄνευ δέ τῆς τοῦ πνευματικοῦ πυρός παρουσίας, ἀνενέργητα μένει καί ἀνωφελῆ, τόν ῥύπον καί τόν ἰχῶρα μή καθαίροντα τῆς ψυχῆς (Κεφάλ.πρακτ. θεολογ. ογ΄ ἐν Φιλοκαλ. Γ΄ 250).
       Οἱ πνευματικές ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων ἔδειξαν ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ μόνος του νά κατορθώσῃ τίποτε καλόν. Πολύ δέ περισσότερο εἶναι ἀδύνατο νά ἐπιτύχῃ μόνος του τήν πνευματική του τελείωσι, τήν ὁμοίωσί του μέ τόν Θεόν, τήν καθαρότητα τῆς καρδίας, πού θά τόν ἀξιώσῃ νά δῇ τό Θεό.
    Αὐτό ὀφείλεται στό χωρισμό, στήν ἀπομάκρυνσι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν Πηγή τῆς Ζωῆς, τόν Θεόν. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτή εἶχε ὡς  τραγική συνέπεια τήν ἀχρείωσι τῶν  πνευματικῶν του δυνάμεων. Τήν ἀμαύρωσι τοῦ «κατ' εἰκόνα», τήν ἐξασθένησι τῆς ἐλευθέρας θελήσεως, τήν κλίσι, τή ῥοπή πρός τό Κακόν (concupiscentia).
       Γι'  αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο, γίνεται ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, διότι γνωρίζει «τό εὐόλισθον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως» καί ὅτι χωρίς τή Χάρι Του καί τή Δύναμί Του, δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά σωθῇ.
       Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει αὐτή τήν ἀλήθεια καί λέγει: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα... Μείνατε ἐν ἐμοί... Ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ,  οὗτος φέρει καρπόν πολύν,   ὅτι


              χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν
              οὐδέν» (Ἰωάν. ιε΄ 5).

     Προφήτης Δαβίδ, ἔχοντας βαθειά συνείδησι τῆς πραγματικότητος, παρακαλεῖ τό Θεό καί λέγει:
      «Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ.50,12). Ἐπειδή ἡ ἁμαρτία συντρίβει τόν ἄνθρωπον, τόν φέρει σέ κατάστασι χειρότερη τοῦ μηδενός, ὁ Προφήτης χρησιμοποιεῖ  ἀντί τοῦ «κτίσον» τό ἑβραϊκό «μπαρά», πού δηλώνει τή δημιουργική ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐκ τοῦ μηδενός  (Γενέσ. α΄ 1).
       ἁμαρτία φθείρει τόσο πολύ τήν ψυχή, ὥστε  εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπέμβασι τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία καί τήν ἐπαναφορά της στήν προπτωτική κατάστασι, ἀπό τήν ὁποία θά ξεκινήσῃ τόν ἀγῶνα γιά τήν πνευματική της τελείωσι, τήν ὁμοίωσί της δηλαδή μέ τό Θεό.
         Ὠριγένης σχετικά λέγει: «Ὥσπερ ἐάν μή Κύριος οἰκοδομήσῃ οἶκον, εἰς μάτην ἐκοποίασαν οἱ οἰκοδομοῦντες αὐτόν (Ψαλμ. 126,1)· οὕτως ἐάν μή Κύριος κτίσῃ καρδίαν καθαράν ἔν τινι, οὐκ αὐτάρκης πρός τοῦτο προαίρεσις καί δύναμις ἀνθρωπίνη. Πρῶτον δέ καρδία κτίζεται καθαρά, εἶτα ἐπί ταύτῃ εὐθές πνεῦμα ἐγκαινίζεται τοῖς ἐγκάτοις, καί ταῦτα, (καί ὅλα αὐτά συμβαίνουν),  μή ἀνταναιρεθέντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Δηλαδή τό ἅγιον Πνεῦμα δέν ἐξαλείφει τήν δι' Υἱοῦ δημιουργικήν ἐνέργειαν τοῦ Πατρός, ἀλλά συνεργεῖ (Εἰς Ψαλμ. ΒΕΠΕΣ 16, 30,9-16).
        Προφήτης Ἰεζεκιήλ( 36, 26) λέγει ὅτι ὁ Θεός θά δώσῃ «καρδίαν καινήν» καί «πνεῦμα καινόν» καί ὁ Ἱερεμίας (38, 31) λέγει ὅτι ὁ Θεός θά δώσῃ  «Διαθήκην καινήν». Τά προφητικά αὐτά χωρία πραγματοποιοῦνται μέ τήν ἔλευσι τοῦ Κυρίου, ὁ ὁποῖος μέ τή Χάρι καί τή δύναμί Του ἀνακαινίζει τόν ἄνθρωπο καί φέρει τήν ψυχή του εἰς τό ἀρχαῖον κάλλος. Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι ὁ ἄνθρωπος καταθέτει τή θέλησί του. Θέλει, ἀποδέχεται τή Χάρι, διά τῆς πίστεως γίνεται  δεκτικός τῆς θείας χάριτος, ἐπικαλούμενος πάντοτε τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.


     Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει συμπερασματικά:
«Ὥστε εἴ τις ἐν Χριστῷ καινή κρίσις· τά ἀρχαῖα παρῆλθον, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» (Β΄Κορινθ. ε΄ 17). «Ἐν γάρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλά καινή κτίσις» (Γαλάτ. στ΄ 15). Καί προτρέπει ὅλους νά καταβάλουμε τή δική μας προσωπική, ἐπίπονη προσπάθεια, ὥστε μέ τή χάρι του Θεοῦ, νά ἐνδυθοῦμε τόν καινόν ἄνθρωπον: «Ἀποθέσθαι ὑμᾶς  κατά τήν προτέραν ἀναστροφήν τόν παλαιόν ἄνθρωπον τόν φθειρόμενον κατά τάς ἐπιθυμίας τῆς ἀπάτης, ἀνανεοῦσθαι δέ τῷ πνεύματι τοῦ νοός ὑμῶν καί ἐνδύσασθαι τόν καινόν ἄνθρωπον τόν κατά Θεόν κτισθέντα ἐν δικαιοσύνῃ καί ὁσιότητι τῆς ἀληθείας» (Ἐφεσ. δ΄ 22-24).
     Προηγεῖται λοιπόν ἡ πρόσκλησις τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο, ἀκολουθεῖ ἡ ἀπόφασι τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἐλεύθερη καί ἀβίαστη ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως καί ὁ πνευματικός ἀγῶνας τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποκτήσῃ καί νά διαφυλάξῃ τήν ἀπωλεσθεῖσα καθαρότητα τῆς καρδίας καί συνοδεύει ἡ Χάρις τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πού συντελεῖ βασικά στήν ἐπιτυχία τῆς πνευματικῆς προσπαθείας τοῦ ἀνθρώπου «εἰς το καθ' ὁμοίωσιν».
      Ὁ Ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος (Φιλοκλ.Γ΄220-221,ρκα΄) λέγει ὅτι  ὀφείλει νά καθαρίζῃ τήν καρδιά του ἀπό κάθε γήινη ἀκαθαρσία, γιά νά βλαστήσῃ ὁ σπόρος.
 
 
 
      Λέγει ὅτι:   «Καθαίρειν πρότερον χρή τῆς ἑαυτοῦ καρδίας γῆν, ἵν' ὁ σπόρος πεσών τοῦ Πνεύματος, ἐντελεῖς καί πολλαπλασίους ἀποδῷ τούς καρπούς. Ὡς εἰμή τοῦτο γένηται πρότερον καί καθάρῃ τις ἑαυτόν ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, σάρξ ἐστιν ἔτι καί αἷμα καί μακράν ἐφέστηκε τῆς ζωῆς».
 
 
 
     Εἶναι ἀπαραίτητη ἡ προσωπική προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, γιά τήν ἀπόκτησι τῆς καθαρότητος τῆς καρδίας. Ἡ προσοχή, ἡ νῆψις καί ἡ ἐγρήγορσις,  ἡ  ἀδιάλειπτη Προσευχή καί εὐάρεστος στό Θεό νηστεία, «ἥτις ἐκτέμνει ἀπό καρδίας πᾶσαν κακίαν», εἶναι τά ἀναγκαῖα ὅπλα στόν πνευματικό μας ἀγῶνα.
    Εἶναι δέ αὐτονόητον ὅτι «ἀδύνατον χωρίς φυλακῆς νοός καί  καθαρότητος καρδίας, ὅ ἐστι καί λέγεται νῆψις, εἰς τι πνευματικόν καί ἀρέσκον Θεῷ φθάσαι τήν ψυχήν, ἤ ἐλευθερωθῆναι τῆς κατά διάνοιαν ἁμαρτίας, εἰ καί βιάζεταί τις ἑαυτόν διά τόν φόβον τῶν κολάσεων μή ἁμαρτάνειν» (Ἡσυχίου πρός Θεόδουλον, ἐν Φιλοκλ. Α΄ 157, ρθ΄).
      ἴδιος Πατέρας μιλῶντας γιά τήν καθαρότητα, πού ἐκριζώνει ἀπό τήν ψυχή μας τήν κακίαν καί ἀντεισάγει ἀγαθά, λέγει:
       «Ἡ δέ καθαρότης τῆς καρδίας, ἤγουν ἡ τοῦ νοῦ τήρησις καί φυλακή, ἧς τύπος ἡ Καινή Διαθήκη, εἴπερ ὡς δεῖ παρ' ἡμῶν φυλάττεσθαι, πάντα τά πάθη καί πάντα τά κακά  ἀπό τῆς καρδίας ἐκριζοῦσα, ἀποκόπτει· καί ἀντεισάγει χαράν, εὐελπιστίαν, κατάνυξιν, πένθος, δάκρυον, ἐπίγνωσιν ἑαυτῶν καί τῶν ἁμαρτημάτων ἡμῶν, μνήμην θανάτου, ταπείνωσιν ἀληθῆ, ἀγάπην τε  ἄπειρον  πρός τε Θεόν καί ἀνθρώπους καί ἔρωτα θεῖον ἐγκάρδιον» (Φιλοκλ.Α΄158, ριγ΄).
      κάθαρσις τῆς ψυχῆς δέν εἶναι  εὔκολον πρᾶγμα. Ἀπαιτεῖ  θυσίες καί συνεχῆ ἐπίπονο ἀγῶνα, δεδομένης τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
 
 
 
      Μεγάλος ὁ ἀγῶνας, ἀλλά καί τό ἔπαθλο πολύ μεγάλο. Μέ τήν καθαρότητα τῆς καρδίας ἀξιώνεται ὁ ἄνθρωπος νά δῇ τό Θεό ἤ καλλίτερα νά φανερωθῇ σ' αὐτόν ὁ Θεός. Ὁ Κύριος λέγει ὅτι  «οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ εἶναι μακάριοι, διότι αὐτοί τόν Θεόν ὄψονται». Φθάνει ὁ πιστός, ὡς καθαρός τῇ καρδίᾳ, στό ὕψος τῆς Θεότητος.
      «Καθαρότης γάρ, ἀπάθεια, καί κακοῦ παντός ἀλλοτρίωσις ἡ Θεότης ἐστίν. Εἰ οὖν ταῦτα ἐν σοί ἐστι, Θεός πάντως ἐν σοί ἐστίν. Ὅταν οὖν ἀμιγής πάσης κακίας καί πάθους ἐλεύθερος, καί παντός κεχωρισμένος μολύσματος, ὁ ἐν σοί λογισμός ἦ, μακάριος εἰ τῆς ὀξυωπίας (τῆς μεγάλης ὀξύτητος τῆς ὁράσεως), ὅτι τό τοῖς μή καθαρθεῖσιν ἀθέατον, ἐκκαθαρθείς κατενόησας, καί τῆς ὑλικῆς ἀχλύος τῶν τῆς ψυχῆς ὀμμάτων ἀφαιρεθείσης ἐν καθαρᾷ τῇ τῆς καρδίας αἰθρίᾳ τηλαυγῶς βλέπεις τό μακάριον θέαμα. Τοῦτο δέ ἐστι τί; Καθαρότης, ὁ ἁγιασμός, ἡ ἁπλότης, πάντα τά τοιαῦτα τά φωτοειδῆ τῆς θείας φύσεως ἀπαυγάσματα, δι' ὧν Θεός ὁρᾶται» (Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τούς Μακαρισμούς, λόγ. 6ος ἐν : Migne P.G. 44,1272 καί ΒΕΠΕΣ  66, 410,28-36).
    



 
 
 
    
 
      
  
        
        
 
 
 
 
      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου